Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

"ΩΔΗ" ποίημα του Τάκη. Κ. Παπατσώνη (1895 - 26 Ιουλίου 1976). Επίκαιρη επιλογή από τον φίλο στο fb Ilias Malevitis (facebook, 31.12.2022)

 ..............................................................


«Και εἴτε μελαγχολοῦνε,
εἴτε εὐθυμοῦνε, και εἴτε πλαστά, εἴτε στ᾽ ἀληθινά το κάνουν,
ἕνα εἶναι το ὀρθό, ἕνα το ἀλάθητο, που γέρνουνε και γερνοῦνε».
~·~
Ό,τι κι αν λέμε ο Παπατσώνης έχει δίκιο, απόλυτο κι εξακολουθητικό, θες στο χίλια εννιακόσια τόσα θες στο δύο χιλιάδες τόσα...

Από τον φίλο στο fb Ilias Malevitis.
~·~




Τ. Κ. Παπατσώνης 
(1895 - 26 Ιουλίου 1976)


ΩΔΗ


(στον παλιόν ἰρλανδικό τρόπο
για τον περασμένο και τον καινούργιο Χρόνο)


Νά πάλε, που τα πλαστά χωρίσματα συμπληρώνουνται τοῦ χρόνου.
Νά πάλε, που μια χειμωνιάτικη νύχτα μᾶς φέρνει δῆθεν
σε καινούργιες ὧρες. Καλοῦνται ὁ κόσμος, πλάι σε μιαν εὐθυμία
πλαστή κατά πολύ, γύρω μιᾶς φουσκωμένης πίττας και κόκκινου κρασιοῦ,
θέλοντας και μή, να προβοῦν στην ὀδυνηρή αὐτοεξέταση.
Τοῦτο εἶναι θέληση τοῦ χρόνου κι᾽ ἔτσι το καλεῖ. Ἕνα εἶναι ἡ ἀλήθεια:
που ὅλοι τους, με τούτη την ξεκούρδιστη Μηχανή,
γέρνουνε με τα κάτου και γερνοῦνε. Και εἴτε μελαγχολοῦνε,
εἴτε εὐθυμοῦνε, και εἴτε πλαστά, εἴτε στ᾽ ἀληθινά το κάνουν,
ἕνα εἶναι το ὀρθό, ἕνα το ἀλάθητο, που γέρνουνε και γερνοῦνε.
Δεν ἔχετε παρά να κοιτάχτε. Νά, πηδᾶνε τάχα ἀμέριμνα τα παιδιά
βλέποντας τα παιχνίδια τους. Τα πιο νἠπια, πιο σοφά,
ἔχουν κλαυθμηρισμό στην κούνια τους. Και τα μέν, και τα δέ, γερνοῦνε.
Παρέκει οἱ νέοι κι᾽ οἱ νέες τῶν εἴκοσι περήφανων χρονῶν,
κοιτάχτε, πῶς ἀσηκώνουν ψηλά τα κεφάλια: «Ἐμεῖς εἴμαστε
και ἄλλοι δὲν εἶναι». Τ᾽ ἀσηκώνουν ψηλά, για να μη γείρουν χαμηλά.
«Κανείς ἐμᾶς δεν μπορεῖ να καταλυεῖ. Ἐμεῖς εἴμαστε και ἄλλοι δεν εἶναι».
Πάρα κάτου οἱ πιο μεγάλοι, τα τριάντα, τα σαράντα χρόνια.
Ἐδῶ εἶναι πια και φανερή ἡ ἀπόκλιση τῆς φθορᾶς.
Ἐδῶ εἶναι πια ἡ μεγάλη σκοτούρα. Πάλε οἱ πιο ἀμέριμνοι,
πάλε πιο γαλήνιοι εἶναι οἱ γερόντοι. Ἅπαξ το χρῶμα ὁριστικά
τῶν γενιῶν ἔκλινε στο λευκό, ἅπαξ ἡ κεφαλή γίνηκε ὀλύμπια,
πῆρε συνολικά ἡ ἐμφάνισή τους κάτι ἀπό το ἀτάραχο τῆς ἱερωσύνης.
Σαν κάτι παπάδες, ἔρχουνται και παρέρχουνται, μόνο για να εὐλογήσουν.
Ὅ,τι ἀπαιτήσανε το βρήκανε, εἴτε δεν το βρήκανε, πάντως το ξεχάσαν.
Περάσαν γι᾽ αὐτούς οἱ κλύδωνες. Οἰακοστρόφοι
ἐπιδέξιοι εἴτε ἀδέξιοι, συνταξιοῦχοι ναυτικοί, τα ξεχάσαν
τα περασμένα. Ἔρχονται μόνο να εὐλογήσουν. Και εἶναι σημαντικιά
ἡ εὐλογία, ἅμα βγαίνει ἀπο τα Πρόθυρα τοῦ Ἱεροῦ τοῦ Θανάτου.
Γύρω μιᾶς πίττας και τοῦ κόκκινου κρασιοῦ,
περνᾶνε ὅλες οἱ εἰκόνες ἅπαξ τοῦ ἔτους. Την νύχτα τούτη
σοῦ φεύγει και σε ξεπερνᾶ κάθε λογίκευση.
Ἐδῶ δεν ξεχωρίζεις: «Τοῦτα περασμένα»· ἢ «Μέλλοντα ταῦτα».
Ὅλες οἱ εἰκόνες περνᾶνε ἐξ ἴσου ἔντονες, ἐξ ἴσου ὡραῖες.
Ὅλοι μιλᾶνε σαν για σπουδαῖο σταθμό για τον Γάμο.
Την νύχτα τούτη παύει νάναι ψεύτικος θεσμός,
γίνεται μια ἠρεμώτατη στάση τῆς ζωῆς.
Τα λουλούδια. Τ᾽ ἀρρεβωνιάσματα. Ἡ ἐκκλησία.
Οἱ κούνιες με τα παιδιά. Ἡ νέα πλάση. Ἡ εὐτυχία.


Ἕνα ξέρω, που με τις ἁπλές, τις παιδιάστικες χίμαιρες τοῦτες,
περνᾶνε οἱ αἰῶνες, κάτου ἀπό τα πανάρχαια τ᾽ ἄστρα,
περνᾶνε πλάι στ᾽ ἀνεμιζόμενα δέντρα.
Μπρος στις χίμαιρες τοῦτες, χάνει την κάθε δύναμή του
ὁ παραδειγματισμός, ὅλη ἡ εὐτυχία τῶν ζώντων
σφυρηλατιέται σε τοῦτο το ἐπισφαλές ἐργαστήρι.


Ἂς πιοῦμε λοιπόν, και ἂς ποῦμε και μεῖς με τους ἄλλους
για τον καινούργιο χρόνο χίλια ἐννιακόσια τόσα ὅλα τα καλά.
Ὅλα τα εὐλογημένα. Ἔξω ἀπο ταραχές, ἀρρώστειες, θανάτους.
Και ταραχή, και ἀρρώστεια και ὅλα, το ξέρουμε, εἶναι ἐπί θύραις,
τόσο ἀσφαλῆ. Ἀλλά τί χάνουμε ἐντούτοις να πιοῦμε
και να ποῦμε για τον καινούργιο χρόνον ὅλα τα καλά.


(Ἐκλογὴ Α΄)




{photo: Dragør, Denmark}

Δεν υπάρχουν σχόλια: