Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

"Οι χιονάνθρωποι λιώνουν, οι ευθύνες όχι" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 30.01.2022)

 ...............................................................



Οι χιονάνθρωποι λιώνουν, οι ευθύνες όχι










έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 30.01.2022) 




Στο υπουργικό συμβούλιο της Τετάρτης, 26 του μηνός Ιανουαρίου, που απέρχεται συναποκομίζοντας και τις μάταιες ευχές μας για καλή ή καλύτερη χρονιά, επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο ο πρωθυπουργός, έπειτα από σιγή ολίγων ημερών (αλλά ποιων ημερών). Και στην εισαγωγική του τοποθέτηση ζήτησε συγγνώμη: «Μία προσωπική και ειλικρινή συγγνώμη από τους συμπολίτες μας οι οποίοι ταλαιπωρήθηκαν επί πολλές ώρες, μένοντας εγκλωβισμένοι στην Αττική Οδό». Είναι αποκαλυπτικό ωστόσο το γεγονός ότι, προφανώς κατόπιν συσκέψεων με τους πλέον αρίστους εκ των αρίστων, τα μελωδικότερα αντηχεία του, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να αναφερθεί στο προοίμιό του αποκλειστικά στους εγκλωβισμένους της Αττικής Οδού. Η αναφορά στους καταταλαιπωρημένους της Μεσογείων και της Μαραθώνος, των αμαξοστοιχιών και του αεροδρομίου, έμεινε για παρακάτω. Πράγμα που σημαίνει ότι η συγγνώμη του, μερική και εστιασμένη στο πρόδηλο και το βολικό, είναι από εκείνες που γράφονται πάνω σε νερό. Ούτε καν πάνω σε χιόνι, ώστε ν’ αντέξουν δυο-τρία λεπτά.


Καμιά συγγνώμη δεν μετράει, δεν έχει υλικό βάρος, ηθικό και πνευματικό, αν δεν αλλάζει τον τρόπο που εκτιμάς τα πράγματα και τον τρόπο που αντιδράς. Δεν μπορούμε φυσικά να γνωρίζουμε τι ειπώθηκε στο υπουργικό συμβούλιο όταν έφυγαν οι κάμερες, αν ο κ. Μητσοτάκης τράβηξε αυτιά, ποιων και πόσων. Αυτά τ’ ακούμε στην τηλεόραση, διανθισμένα με τις απαραίτητες «αποκλειστικές πληροφορίες», από τα χείλη όσων κάνουν κυβερνητικό ρεπορτάζ, με πρώτη, αν όχι μοναδική, έγνοια τους την εξύμνηση του πρωθυπουργού. Οδηγούνται δηλαδή από το ίδιο φίλαθλο πάθος που υποχρεώνει όσους κάνουν ρεπορτάζ Ολυμπιακού, ΑΕΚ, ΠΑΟ, ΠΑΟΚ κ.ο.κ. να δοξολογούν πρώτα τον ιδιοκτήτη της ομάδας και να λένε έπειτα κακιούλες για τους παίκτες που καλοπληρώνονται αλλά δεν αποδίδουν όσο οφείλουν. Αποκλειστικές πληροφορίες για τα διαμειφθέντα όταν έφυγαν οι κάμερες δεν τυχαίνει να διαθέτω, ποτέ δεν μου έτυχε κάτι τέτοιο. Μένουμε λοιπόν σε όσα είπε ο πρωθυπουργός απευθυνόμενος τυπικά στους υπουργούς του και στην πραγματικότητα σε όλους εμάς. Η πρώτη παρατήρηση αφορά το μήνυμα «διδασκόμαστε και προχωράμε» που θέλησε να εκπέμψει. Πιθανόν για να βοηθήσει όχι τόσο τους τιτλοδότες στα φίλα φύλλα όσο τους υφισταμένους του, που ανέλαβαν ήδη να εκλαϊκεύσουν τα λεγόμενά του, ώστε να προστατέψουν την εικόνα του. Αυτό είναι το πρώτιστο μέλημα των κυβερνητικών και των κομματικών.

Ατυχές πάντως το παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο κ. Μητσοτάκης για να πείσει ότι τα παθήματα γίνονται μαθήματα: το ηλεκτρικό, το κομμένο ηλεκτρικό. «Νομίζω», είπε, «ότι στον τομέα αυτό πήραμε τα μαθήματα της “Μήδειας” και καταφέραμε και αποκαταστήσαμε την ηλεκτροδότηση σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα». Κι όμως, την ώρα που μιλούσε, αλλά και πολλές ώρες αργότερα, πάνω από τρεις χιλιάδες νοικοκυριά της ακριτικής βόρειας Αττικής ήταν αναγκασμένα να τα φέρουν βόλτα με το κρύο δίχως ρεύμα. Για τρίτη συναπτή ημέρα. Οπότε περιττεύει ο λόγος για τα άνευ ρεύματος χωριά των Σφακίων, που είναι και σκληραγωγημένα.


Οι εγκλωβισμένοι της Μεσογείων από πού να περιμένουν το διχίλιαρο;


«Να πληρώσουν πρόστιμο επειδή δεν φρόντισαν να έχουν γεννήτρια», αυτό ήταν ένα από τα πιο πικρόχολα σχόλια ανάμεσα στα μυριάδες σαρκαστικά που αναρτήθηκαν τούτες τις μέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ηταν η απάντηση στην πρόταση μιας βουλεύτριας της Ν.Δ. να κοπεί πρόστιμο σε όσους δεν είχαν εξοπλίσει το αυτοκίνητό τους με αλυσίδες. Λογικό. Δεν είναι δείγμα κακοήθους ατομικισμού να αξιώνεις από την πολιτεία να σέβεται την καταστατική υποχρέωσή της και να διατηρεί ανοιχτές οδικές αρτηρίες σαν την παραμεθόρια Μεσογείων και τη λίαν απομεμακρυσμένη Μαραθώνος; Βεβαίως και είναι. Οπως είναι δείγμα ακραίου μπολσεβικισμού να απαιτείς από τους θησαυρίζοντες μεγαλοεργολάβους να κρατούν ανοιχτή την Αττική Οδό ή να δίνουν ένα μπουκαλάκι νερό στους εγκλωβισμένους των τρένων. Και να μη τους λένε να πιουν χιόνι. Αλήθεια, οι εγκλωβισμένοι της Μεσογείων από πού να περιμένουν το διχίλιαρο, διά του οποίου η κυβέρνηση εμμένει στην πατέντα της με την κωδική ονομασία «καταπράυνση διά φιλοδωρήματος»; Από το υπουργείο Πολιτικής Προστασίας; Από το Εσωτερικών του κ. Βορίδη, που έχει να μαγειρέψει εκλογικά συστήματα και δεν προλαβαίνει να ασχολείται με ασήμαντες χιονοπτώσεις; Από το Προστασίας του Πολίτη; Ή από την Περιφέρεια του εφιαλτικά ανεπαρκούς κ. Πατούλη;

Για να μείνουμε σε αθλητικό πλαίσιο, το πρωθυπουργικό «διδασκόμαστε και προχωράμε» αντιγράφει τις δηλώσεις που συνηθίζουν οι προπονητές όταν χάνει η ομάδα τους. Τι λένε; «Θεωρώ ότι κάθε ήττα έχει κάτι να μας διδάξει. Μαθαίνουμε και συνεχίζουμε». Και συνεχίζουν ηττώμενοι. Τη μια φορά επειδή «φάγαμε το γκολ σε πολύ κρίσιμη στιγμή» (θαρρείς και υπάρχουν και «μη κρίσιμες» στη διάρκεια ενός παιχνιδιού), την άλλη επειδή «μας σφαγίασε η διαιτησία», την τρίτη επειδή «είχαμε τον ήλιο απέναντι και τον αέρα κόντρα». Πάντα κάποιος άλλος φταίει. Πάντα κάτι άλλο. Στα λεγόμενα του πρωθυπουργού τον ρόλο του καταδικαστικού ανάποδου αέρα τον παίζει η «πρωτοφανής χιονόπτωση», ενώ σαν σφαγιαστική διαιτησία υποδεικνύεται η βιασύνη του χιονιού. Αντιγράφω: «Αντιλαμβάνομαι πάντα τις αιτιολογίες. Ναι, είχαμε μια πρωτοφανή χιονόπτωση, ναι, το χιόνι μπορεί να ήρθε λίγο πιο γρήγορα από ό,τι είχαν προβλέψει οι μετεωρολόγοι, όμως δεν πρόκειται αυτό να το επικαλεστώ ως δικαιολογία». Να θυμηθούμε κατ’ αρχάς την εκπεφρασμένη βούληση της κυβέρνησης να καταργήσει την ανεξαρτησία του Αστεροσκοπείου Αθηνών και να το υπαγάγει και αυτό στην πρωθυπουργική επιτελαρχικότητα, μαζί με την ΚΥΠ, την ΕΡΤ κτλ. κτλ. Και να μην ξεχάσουμε ποτέ την οδυνηρή έκπληξη του διευθυντή της ΕΜΥ Θεόδωρου Κολυδά, που του χρέωσαν εσφαλμένη πληροφόρηση των αρμοδίων. Γεγονός που ανάγκασε ακόμα και τον βουλευτή της Ν.Δ. –και μετεωρολόγο– Γιάννη Καλλιάνο να δηλώσει ότι οι προβλέψεις και έγκαιρες ήταν και ορθότατες. Να μην το ξεχάσουμε αυτό το κατάφωρο κυβερνητικό ψεύδος, που μας βγάζει όλους μας τυφλούς και κουφούς, γιατί δείχνει με απελπιστική ενάργεια τη μεταχείριση που επιφυλάσσει η εξουσία στην επιστήμη. Αλλά αυτό το γνωρίζουμε και από την κυνική αντιμετώπιση που επιφυλάσσει στην επιτροπή των λοιμωξιολόγων.

Πάντα με πρότυπο τους προπονητές, ο πρωθυπουργός περηφανεύτηκε ότι «δεν θα επικαλεστεί δικαιολογίες». Επικαλέστηκε όμως (την «πρωτοφανή χιονόπτωση» και την τάχα σπουδή της), με τον γνωστό στρεψόδικο τρόπο: «Εγώ δεν θα δικαιολογηθώ λέγοντας ότι παίξαμε σε τρισάθλιο γήπεδο ή ότι μας έλειπαν παίκτες. Τα λέω αυτά απλώς για την πληρότητα του ρεπορτάζ»…

Τις απελπιστικές επιπτώσεις της «Ελπίδας» τις υπέστησαν χιλιάδες άνθρωποι. Γι’ αυτό και ακόμα και τα φιλοκυβερνητικότερα Μέσα αναγκάστηκαν να ξεχάσουν προσώρας τους ύμνους. Από βδομάδα πάλι. Με τον καινούργιο μήνα θα παρουσιάσουν νέες δημοσκοπήσεις. Με τον πρωθυπουργό ατσαλάκωτο. Και με την «καταλληλοτερότητά» του πάντα σε ύψη που ζαλίζουν ακόμα και τον ίδιο.

"Δεν είναι θεομηνία είναι ιδεολογία" έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 30.1.2022)

............................................................... 


    Δεν είναι θεομηνία είναι ιδεολογία




έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 30.1.2022)

Ο ρόλος του κρατικού μηχανισμού είναι απλώς να διαχειρίζεται την οργή με όποιον τρόπο κρίνει σκόπιμο.

Αυτές είναι οι εικόνες μιας κοινωνίας που πεθαίνει σπρωγμένη από την ανικανότητα και την αδιαφορία των αρχόντων της. Μιας κοινωνίας που το καλοκαίρι καίγεται, το φθινόπωρο πνίγεται και τον χειμώνα ξεπαγώνει. Μία και μόνο μέρα χιονόπτωσης ήταν αρκετή για να παραλύσει η πρωτεύουσα, να κοπούν όλες οι αρτηρίες της και να μείνει χωρίς ρεύμα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της.

Τις υπόλοιπες μέρες, όταν δηλαδή ο καιρός κυμαίνεται σε κανονικές τιμές, έχουμε την τύχη να πεθαίνουμε από τον κορονοϊό αγγίζοντας τους υψηλότερους δείκτες της Ευρώπης. Δεν είναι χώρα, είναι παγίδα θανάτου.

Δεν είναι μόνο η αναλγησία, η αδιαφορία και ο κυνισμός της άθλιας κυβέρνησης που εξοργίζουν. Είναι το γεγονός πως διοικούμαστε από μια δράκα εντυπωσιακά άχρηστων ανθρώπων. Ανθρώπων που ονομάζουν το κάθε φυσικό φαινόμενο θεομηνία και όταν τελικά η αφήγησή τους αρχίζει να μπάζει νερά κατηγορούν οτιδήποτε βρουν εύκαιρο. Τα δέντρα που πέφτουν, τους ανέμους που φυσάνε, τα νερά που κυλάνε και το χιόνι που πέφτει. Περιγράφουν έτσι την κάθε συνθήκη ως μοναδική προσπαθώντας να αποφύγουν να απολογηθούν για τη μία και σταθερή και μόνιμη αχρηστία τους.


Στη νέα συνθήκη που έχουν δομήσει μέσα σε κάτι περισσότερο από δυο χρόνια το κράτος εκφράζεται πρωτίστως ως απουσία. Μια απουσία συνολική στην Υγεία, την Παιδεία, τον δημόσιο χώρο, την ασφάλεια και την προστασία. Δεν είναι θεομηνία, είναι ιδεολογία. Είναι η πρακτική εφαρμογή της αντίληψης αυτής που λέει πως το κράτος δεν πρέπει να προσφέρει τίποτα και σε κανέναν. Πως το κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για την υγεία του, την παιδεία του, την επιβίωσή του και κανείς δεν πρόκειται να το βοηθήσει.

Ο ρόλος του κρατικού μηχανισμού είναι απλώς να διαχειρίζεται την οργή με όποιον τρόπο κρίνει σκόπιμο. Μέσα από τα γελοία κανάλια και λοιπά ΜΜΕ που συντονισμένα θα αναπαραγάγουν μια βολική αφήγηση και θα στρέψουν ταυτόχρονα τα πυρά τους εκεί που θέλει ο εντολοδόχος τους (σήμερα στην εταιρεία που διαχειρίζεται την Αττική Οδό).

Στη συνέχεια υποσχόμενος αποζημιώσεις της πλάκας για να κλείσει στόματα καλύπτοντας τις άμεσες (και μόνο) ανάγκες των ανθρώπων που παράτησε στη μοίρα τους. Και, τέλος, με μαζική καταστολή, περιορισμό και ξύλο από το μόνο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού που φαίνεται να εκτιμά και να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά η κυβέρνηση, την αστυνομία.

Και δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή φιγούρα για να ενσαρκώσει την απουσία αυτή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Εναν τύπο που συνεχίζει τις διακοπές του καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με το χαμόγελο του περαστικού παρατηρητή, έναν τύπο που δεν θα απολογηθεί για τίποτα όπως ένα παιδί που κάνει καταστροφές σε ένα σπίτι που έχει κληρονομήσει, έναν τύπο φορέα της έπαρσης που φέρνουν τα τρύπια πτυχία ενός ανεδαφικού τεχνοκρατισμού της κονσέρβας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επάξια κατάφερε να γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας του οποίου το επώνυμου θα φιγουράρει σε υβριστικά συνθήματα σε κάθε ευκαιρία. Από συνθήματα σε γήπεδα και συναυλίες, ανθρώπους που πετιούνται μπροστά σε κάμερες και γκράφιτι σε τρένα. Δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη για κανένα πρωθυπουργό ακόμα και μέσα στην κρίση, μπορούμε να μιλάμε για επίτευγμα.

Οι απανωτές καταστροφές και η εποχική παραλλαγή τους δεν είναι άσχετες με την υπόλοιπη κατάσταση της χώρας τις στιγμές της κανονικότητας. Την ακρίβεια των προϊόντων, την εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου και του ηλεκτρικού, τα νοίκια που φτάνουν στα ύψη, την ολοένα και αθλιότερη κατάστασης στα νοσοκομεία της χώρας. Οι θεομηνίες είναι η εκδήλωση της μαζικής φτώχειας με άλλα μέσα. Είναι μια βίαιη εμφάνιση του δημόσιου χώρου ως κινδύνου σε έκτακτες συνθήκες, ακριβώς γιατί το κράτος αποφασίζει να απουσιάζει και ο καθένας καλείται να επιβιώσει από μόνος του.

Μέσα σε αυτήν την αδίστακτη συνθήκη τα λόγια, οι αντιπολιτευόμενες δηλώσεις και οι κριτικές δεν είναι αρκετές. Αυτό που χρειάζεται είναι η έμπρακτη αλλαγή παραδείγματος. Η αλληλεγγύη όχι απλώς ως ένας τρόπος να επιβιώνουμε συλλογικά στις δύσκολες καταστάσεις αλλά ως ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να οικοδομηθεί εκ νέου ο κοινωνικός δεσμός.

Ο άλλος δρόμος είναι ο αφανισμός.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

«Το χιόνι» - παραμύθι του Τζάνι Ροντάρι (1920 – 1980) από τη συλλογή «Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο» (μτφ. Αναστασία Καμβύση, εκδ. Μεταίχμιο, 2003)

 ...............................................................







Τζάνι Ροντάρι (1920 - 1980)



·       «Το χιόνι» - παραμύθι του Τζάνι Ροντάρι (1920 – 1980) από τη συλλογή «Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο» (μτφ. Αναστασία Καμβύση, εκδ. Μεταίχμιο, 2003)

 

Τι περίεργο χιόνι που έπεσε φέτος στα Μακρινά Βουνά (μην τα ψάξετε στο χάρτη της γεωγραφίας· δεν υπάρχουν). Γιατί ήταν περίεργο; Μα με συγχωρείτε δηλαδή, αλλά τι να πω για το κίτρινο χιόνι; Κι όμως στα Μακρινά βουνά έπεσε ένα χιόνι κίτρινο σαν το σαφράν. Τα Βουνά έμοιαζαν με τεράστιους σωρούς από χρυσάφι. Ο κόσμος τα κοιτάζει και λέει: «Το χιόνι έχει πάθει ίκτερο φέτος». Ο ίκτερος, όπως ξέρετε, είναι μια αρρώστια που κάνει το δέρμα να κιτρινίζει σαν τη φλούδα του λεμονιού. Ο κόσμος πάει για ύπνο και το πρωί κοιτάζει πάλι τα Μακρινά Βουνά.  

   -Αυτό είναι όμορφο, λένε. Μα τι έπεσε τώρα; Πάνω στα Μακρινά Βουνά έπεσε ένα χιόνι κόκκινο σαν αίμα. Κι έτσι, όλο το χειμώνα, το χιόνι συνέχιζε να αλλάζει χρώματα: μια φορά έπεσε πράσινο κι έμοιαζε σα να ‘ρθε η άνοιξη, μια φορά θαλασσί κι ήταν λες και η θάλασσα είχε ανέβει στα βουνά για να συναντήσει τον ουρανό, ύστερα γινόταν μοβ, πορτοκαλί. Είναι ένα θαυμάσιο θέαμα. Ο κόσμος σηκώνεται το πρωί κι αναρωτιέται : «Τι χρώμα να ‘ναι άραγε σήμερα τα Μακρινά Βουνά;»

   Ένα πρωί έπεσε μαύρο χιόνι. Τα Βουνά ντύθηκαν πένθιμα. Ο κόσμος φοβάται: θα συμβεί άραγε κάτι κακό; Ολόκληρη τη μέρα μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Τώρα οι αλλαγές στο χρώμα δεν τους διασκεδάζουν πια. Ο κόσμος θέλει να ξαναδεί το παλιό λευκό χιόνι. Αλλά δεν το ξαναβλέπει πια, γιατί το επόμενο πρωί είναι άνοιξη και δεν υπάρχει πια χιόνι στα Μακρινά Βουνά, αλλά ήλιος, λουλούδια και βράχια που λάμπουν σαν διαμάντια.

 


Από τον «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» του Μολιέρου (1622-1673) (Πράξη Ε’, Σκηνή 2, μτφ. Μίνα Ζωγράφου, εκδ. Μαρή)

 ..............................................................






·       Από τον «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» του Μολιέρου (1622-1673) (Πράξη Ε’, Σκηνή 2, μτφ. Μίνα Ζωγράφου, εκδ. Μαρή)



Δον Ζουάν, Σγαναρέλλος

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ :

Α! Κύριε, πόσο χαίρομαι για τη μεταστροφή σας ! Καιρό τώρα το περίμενα αυτό, και να που, δόξα τω Θεώ, οι ευχές μου ευοδώθηκαν.

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Στο διάβολο, το βλάκα!

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ : Τι, το βλάκα;

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Τι, παίρνεις τοις μετρητοίς αυτά που του έλεγα και νομίζεις πως το στόμα μου ήτανε σύμφωνο με την καρδιά μου;

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ : Τι; Ώστε δεν είναι… Δεν… ή… Ω! τι άνθρωπος! τι άνθρωπος! τι άνθρωπος!

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Όχι, όχι, δεν έχω αλλάξει καθόλου, και τα αισθήματά μου είναι τα ίδια.

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ : Δεν παραδέχεστε το καταπληκτικό θαύμα του αγάλματος που κινείται και μιλάει;

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Βέβαια, κάτι υπάρχει σ’ αυτό το πράγμα που δεν καταλαβαίνω· αλλά ό,τι κι αν είναι, δεν μπορεί να μου πείσει το μυαλό, ούτε να συγκλονίσει την ψυχή μου, κι αν είπα πως θέλω να διορθωθώ και να αρχίσω μια υποδειγματική ζωή, το ‘κανα σκόπιμα, για πολιτική, σαν ένα χρήσιμο στρατήγημα, σαν έναν απαραίτητο μορφασμό που κάνω αναγκαστικά, για να μην τα χαλάσω με τον πατέρα μου που τον έχω ανάγκη και για να καλυφθώ, από την πλευρά του κόσμου, από χίλιες δυο δυσάρεστες περιπέτειες που μπορεί να μου συμβούν. Σου τα εμπιστεύομαι αυτά, Σγαναρέλλο, και είμαι πολύ ευχαριστημένος που έχω ένα μάρτυρα για το τι συμβαίνει στα κατάβαθα της ψυχής μου και για τα πραγματικά αίτια που με αναγκάζουν να κάνω αυτά τα πράγματα.

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ: Ώστε, δεν πιστεύετε σε τίποτα και όμως θέλετε να εμφανίζεστε σαν καθωσπρέπει άνθρωπος;

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Και γιατί όχι; Υπάρχουν τόσοι και τόσοι άλλοι σαν εμένα, που κάνουνε την ίδια δουλειά, και που χρησιμοποιούν την ίδια μάσκα για να εξαπατούν  τους ανθρώπους!

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ : Α! τι άνθρωπος! τι άνθρωπος!

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ :

Τώρα πια, αυτό δεν θεωρείται ντροπή· η υποκρισία είναι μια αμαρτία της μόδας, και όλες οι αμαρτίες της μόδας θεωρούνται αρετές. Ο ρόλος του καθωσπρέπει ανθρώπου είναι ο καλύτερος που μπορεί να παίξει κανένας σήμερα, και το επάγγελμα του υποκριτή έχει τα καλύτερα πλεονεκτήματα. Είναι μια τέχνη που η παλιανθρωπιά της γίνεται πάντοτε σεβαστή· και μ’ όλο που την αποκαλύπτουν, δεν τολμούν να πουν τίποτα ενάντιά της. Όλες οι άλλες αμαρτίες των ανθρώπων είναι εκτεθειμένες στην κριτική, και ο καθένας έχει το ελεύθερο να τις κατακρίνει απροκάλυπτα· αλλά η υποκρισία είναι ένα προνομιούχο αμάρτημα, που με το χέρι του κλείνει τα στόματα όλου του κόσμου και απολαμβάνει ήσυχα την υπέρτατη ατιμωρησία. Με τις προσποιήσεις καταφέρνουν και δημιουργούν μια στενή εταιρία με τους ομοίους τους. Όποιος πειράζει τον έναν, βρίσκεται αντιμέτωπος με όλους τους άλλους· ακόμα κι εκείνοι που ενεργούν με καλή πίστη, και που ο καθένας ξέρει πως πραγματικά πιστεύουνε, αυτοί, σου το λέω, είναι πάντα τα θύματα των άλλων· παίζουνε με όλη τους την ψυχή το παιχνίδι όλων εκείνων που μορφάζουν και υποστηρίζουνε τυφλά αυτούς που πιθηκίζουνε τις πράξεις τους. Ξέρεις πόσους τέτοιους γνωρίζω, που μ’ αυτό το στρατήγημα έχουνε συγκαλύψει την έκλυτη ζωή που είχαν κάνει στα νιάτα τους, που έχουν κάνει ασπίδα τους το μανδύα της θρησκείας και που, με το σεβαστό αυτό ένδυμα, έχουν την άδεια να είναι οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου. Όσο κι αν ξέρουμε τις ραδιουργίες τους κι όσο κι αν τους ξέρουμε τι είναι, ωστόσο δεν παύουν να έχουνε την εκτίμηση των ανθρώπων· λίγο να σκύψουν το κεφάλι τους, λίγο να αναστενάξουν με ταπεινοσύνη, δυο τρεις φορές να γυρίσουν τα μάτια τους, επανορθώνουν στον κόσμο ό,τι κι αν έχουν κάνει. Κάτω από το βολικό αυτό καταφύγιο θέλω κι εγώ να κρυφτώ και να ασφαλίσω τις δουλειές μου. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω τις γλυκές μου συνήθειες· αλλά θα φροντίζω να κρύβομαι και να διασκεδάζω αθόρυβα. Κι αν τύχει να με ανακαλύψουν θα καταφέρω, χωρίς να κινηθώ, να γίνω μέτοχος σε όλη τη συμμορία και αυτή θα με υπερασπιστεί απέναντι και εναντίον όλων. Τέλος πάντων, αυτός είναι ο σωστός τρόπος για να κάνω ατιμωρητί ό,τι θέλω. Θα γίνω κήνσορας των πράξεων των άλλων, και μόνο για τον εαυτό μου θα ‘χω καλή γνώμη. Και μόλις με πειράξουν, έστω και λίγο, ποτέ δε θα το συγχωρήσω και θα φυλάξω αθόρυβα αφίλιωτο μίσος. Θα κάνω τον υπερασπιστή των συμφερόντων του Θεού, και μ’ αυτό το βολικό πρόσχημα θα σπρώχνω τους εχθρούς μου, θα τους κατηγορώ για ασέβεια, θα καταφέρνω να εξαπολύω εναντίον τους αδιάκριτους ζήλους που, χωρίς να ξέρουν τα πραγματικά αίτια θα τους κατακρίνουν δημοσία, θα τους γεμίζουνε βρισιές και θα τους καταδικάζουν αφ’ υψηλού με το κύρος τους. Έτσι πρέπει να επωφελείται κανείς από την αδυναμία των ανθρώπων, κι όποιος είναι μυαλωμένος προσπαθεί να βολεύεται με τις αμαρτίες της εποχής του.   

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ :

Ω, Θεέ μου, τι ακούω; Μόνο το να γίνετε υποκριτής σας έλειπε για να είστε σε όλα τέλειος, και τώρα φτάσατε στο αποκορύφωμα της φρικαλεότητας. Κύριε, το τελευταίο αυτό με κάνει έξω φρενών και δεν μπορώ να μη μιλήσω. Κάντε με ό,τι θέλετε, δείρτε με, μαστιγώστε με, σκοτώστε με αν θέλετε : αλλά πρέπει να ξαλαφρώσω την καρδιά μου, και σαν πιστός υπηρέτης να σας πω αυτά που πρέπει. Να ξέρετε, Κύριε, πως η στάμνα πολλές φορές πάει στη βρύση, μα κάποτε σπάζει· και όπως πολύ σωστά λέει ένας συγγραφέας που δεν τον ξέρω, ο άνθρωπος είναι σαν το πουλί στο κλαρί : το κλαρί είναι προσηλωμένο στο δέντρο· κι όποιος μένει προσηλωμένος στο δέντρο ακολουθεί καλές αρχές· οι καλές αρχές αξίζουν περισσότερο από τα ωραία λόγια· τα ωραία λόγια βρίσκονται στην αυλή· στην αυλή βρίσκονται οι αυλικοί· οι αυλικοί ακολουθούνν τη μόδα· η μόδα ξεκινάει από την ιδιοτροπία· η ιδιοτροπία είναι μια ιδιότητα της ψυχής· η ψυχή είναι εκείνη που μας δίνει τη ζωή· η ζωή τελειώνει με το θάνατο· ο θάνατος μάς κάνει να σκεφτόμαστε τον Ουρανό· ο Ουρανός είναι πάνω από τη γη· η γη δεν είναι η θάλασσα· η θάλασσα παθαίνει καταιγίδες· οι καταιγίδες βασανίζουνε τα πλοία· τα πλοία χρειάζονται καλό τιμονιέρη· ο καλός τιμονιέρης έχει φρόνηση· η φρόνηση δεν υπάρχει στους νέους· οι νέοι οφείλουν υπακοή στους γέρους· οι γέροι αγαπούν τα πλούτη· τα πλούτη κάνουν τους πλούσιους· οι πλούσιοι δεν είναι φτωχοί· οι φτωχοί έχουν ανάγκη, και η ανάγκη δεν έχει νόμο· όποιος δεν έχει νόμο ζει σαν το κτήνος· και συνεπώς, εσείς θα πάτε στην κόλαση, σε όλους τους διαβόλους.

ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ : Τι ωραίος συλλογισμός!

ΣΓΑΝΑΡΕΛΛΟΣ : Και τώρα, αν δεν υποχωρήσετε, τόσο το χειρότερο για σας…


Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

"Για την Αλίκη" ποίημα του Λιούις Κάρολ (1832-1898) (μτφ. Παυλίνα Παμπούδη)

 .............................................................





Ο Τσαρλς Λάτγουϊτζ Ντότζσον, περισσότερο γνωστός με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Λιούις Κάρρολ, ήταν Άγγλος συγγραφέας, μαθηματικός, φωτογράφος και κληρικός. Ανάμεσα στα πιο δημοφιλή λογοτεχνικά έργα του είναι Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων και τα ποιήματα Το Κυνήγι του Φιρχαρία και Jabberwocky. Γεννήθηκε στις27 Ιανουαρίου 1832, στο Ντέισμπουρι της Αγγλίας και πέθανε στις 14 Ιανουαρίου 1898 στο Γκιλφορντ.



Για την Αλίκη


Παιδί με τ’ ασυννέφιαστο το μέτωπο, τ’ αγνό
Και με τα μάτια που απορούν και ονειροπολούνε
Ξέρεις, κι αν φύγει ο καιρός, γοργός σαν τον καπνό
Κι ο δρόμος σου κι ο δρόμος μου χαθούν και χωριστούνε


Σίγουρα θα χαμογελάς κι ευτυχισμένη θα’σαι
Αυτό το παραμύθι – δώρο αγάπης σαν θυμάσαι.
Το λαμπερό σου πρόσωπο δε θα’χω δει καιρό
Στ’ αυτιά μου, τα’ ασημένια γέλια δε θ’ αντηχούνε
Και δεν θα με ξανασκεφτείς καθόλου πια, θαρρώ
Στης νιότης σου τα όμορφα τα χρόνια που θα’ρθούνε


Μα είναι ωστόσο αρκετό, που τώρα θα καθίσεις
Το παραμύθι μου αυτό να παρακολουθήσεις.
Το παραμύθι π’ άρχισε σε μακρινό καιρό
Τότε που του καλοκαιριού ήλιος φεγγοβολούσε
Κι η ιστορία, στα κουπιά που σκίζαν το νερό
Σαν αρμονία μυστική, κρυφό ρυθμό κρατούσε.


Ξέρε το, τον απόηχο στη μνήμη θα φυλάξεις
Κι ας επιβάλει ο φθονερός χρόνος να τον ξεχάσεις.
Έλα ν’ ακούσεις, πριν φωνή του φόβου ακουστεί
Και μας ταράξει με πικρά μηνύματα γεμάτη.
Πριν μια μοναχική μελαγχολία μας νοιαστεί
Και μας καλέσει σε σκληρό, αφιλόξενο κρεβάτι.


Παιδιά είμαστε, παιδάκι μου, παιδιά μεγάλα τώρα
Που τρέμουν, περιμένοντας να ’ρθεί του ύπνου η ώρα.

(...)




Το ποίημα είναι εισαγωγικό στο «Η Αλίκη μέσα απ’ τον Καθρέφτη». Μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, Εκδ. Printa. Στην εικόνα, χειρόγραφο της “Αλίκης” με εικονογράφηση του ίδιου του συγγραφέα.

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

"Μπριφ, μπρουφ, μπραφ" ένα παραμύθι του Τζάνι Ροντάρι (1920-1980) Από τα "Παραμύθια από το τηλέφωνο" (μτφ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2001)

 ...............................................................



             "Μπριφ, μπρουφ, μπραφ"







Από τα "Παραμύθια από το τηλέφωνο" (μτφ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2001)

Μέσα σε μια ήσυχη αυλή, δύο μικρά παιδιά έπαιζαν προσπαθώντας να σκαρφιστούν μια ξεχωριστή γλώσσα για να μιλάνε μεταξύ τους, χωρίς να καταλαβαίνει κανένας άλλος.

- Μπριφ, μπραφ, είπε το πρώτο.

- Μπραφ, μπροφ, απάντησε το δεύτερο. Και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.

Σ' ένα μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ήταν ένας καλός ηλικιωμένος κύριος, που διάβαζε εφημερίδα, και στο απέναντι παράθυρο στεκόταν μία ηλικιωμένη κυρία, ούτε καλή ούτε κακιά.

- Τι κουτά που είναι αυτά τα παιδιά, είπε η κυρία.

Όμως ο καλός κύριος δε συμφωνούσε:

- Εγώ δε συμφωνώ.

- Μη μου πείτε ότι καταλάβατε τι είπαν.

- Κι όμως κατάλαβα τα πάντα. Το πρώτο είπε : "Το ωραία μέρα". Το δεύτερο απάντησε : "Και η αυριανή θα είναι ακόμα καλύτερη".

Η κυρία ζάρωσε τη μύτη της, αλλά δε μίλησε, γιατί τα παιδιά είχαν ξαναρχίσει να μιλάνε στη δική τους γλώσσα.

- Μαράσκι, μπαραμπάσκι, πιπιριμόσκι, είπε το πρώτο.

- Μπρουφ, απάντησε το δεύτερο. Και δώσ' του να ξεκαρδίζονται και τα δύο στα γέλια.

- Μη μου πείτε πως καταλάβατε και τώρα, ξεφώνισε αγανακτισμένη η ηλικιωμένη κυρία.

- Κι όμως, τα κατάλαβα όλα, απάντησε χαμοηελώντας ο ηλικιωμένος κύριος. Το πρώτο είπε : "Τι ευτυχία που βρισκόμαστε στον κόσμο". Και το δεύτερο απάντησε: "Ο κόσμος είναι πανέμορφος".

- Τι δηλαδή, είναι όμορφος στ' αλήθεια; επέμεινε η ηλικιωμένη κυρία.

- Μπριφ, μπρουφ, μπραφ, απάντησε ο ηλικιωμένος κύριος.

"Στο φίλο που πάει για δάσκαλος" ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931-2020) Από την ποιητική συλλογή «Ο αλλήθωρος», (1951).

 ..............................................................





Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931 - 2020)




Στο φίλο που πάει για δάσκαλος



Μονάχος σου, σε αψηλό χωριό απομονωμένος,
δίχως μάνα να σου καρικώνει τις κάλτσες, δίχως φίλους
για βόλτα,
τότε θα νιώσεις πως ό,τι πήρες – πήρες· τώρα πρέπει να
δώσεις·
κι αν έχεις πολλά, πολλά θα δώσεις· αν λίγα,
σκέψου τις ώρες που σπατάλησες εδώ κι εκεί.
Παρ’ όλες τις τυχόν επιφυλάξεις μου, σε συμβουλεύω
να την κρατήσεις την αγνότητά σου. Βέβαια,
είναι οδυνηρή η εγκράτεια, όταν μάλιστα
η φαντασία οργιάζει· όμως, αν θέλεις
του κόσμου την εκτίμηση, όλο και πρέπει
να ολοκληρώνεσαι στη στέρηση.

Εξόν απ’ τη διδασκαλία στο σχολείο,
κοίτα να κάνεις και καμιά μικρή βιβλιοθήκη,
να ’ρχονται οι νέοι του χωριού και να διαβάζουν.
Στην ενδοχώρα, να εργαστείς. Έτσι προσφέρεις
πολύ περισσότερα απ’ τους νεανίσκους της Τσιμισκή.
Ωστόσο κοίτα και την ηθική σου ακεραιότητα:
από έναν νέο δροσερό κι αγνό, κυρίως αγνό,
ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιωτέραν.


Κι εν τω μεταξύ θα κρατούμε αλληλογραφία και θα μου
στέλνεις
φωτογραφίες σου ανάμεσα στα παιδιά του χωριού.
Και θα ’μαι, αλήθεια, περήφανος για έναν τέτοιο φίλο.

Από την ποιητική συλλογή «Ο αλλήθωρος», (1951).

"Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ" ποίημα του Πάβελ Φρίντμαν - θύμα του Ολοκαυτώματος (μτφ. Νικηφόρος Βρεττάκος) από τη φίλη στο fb Liana Kalatzopoulou (facebook, 27.1.2022)

 ..............................................................



Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Ἡ τελευταία πεταλούδα
που εἶδα εἶχε ἕνα χρῶμα
κίτρινο, ἐκτυφλωτικό,
ἀνυπόφορα κίτρινο
σἂν δάκρυ τοῦ ἥλιου
που ἄξαφνα σκόνταψε
σ’ ἕνα βράχο…

Ἡ τελευταία, ἡ κίτρινη,
ἄχ, Θεέ μου, αὐτή η κιτρινη!
Φτερούγιζε ὅλο χάρη,
ἀνέβαινε, σίγουρη,
όσο σίγουρη γι αὐτήν,
ἀλαφροπέταε θέλοντας
να φιλήσει τον κόσμο.

Σε λίγο κλείνω ἑφτά βδομάδες
που εἶμαι ἐδῶ.
Στο Γκέτο.
Ἐδῶ με συναντῆσαν
οἱ δικοί μου, ἐδῶ
με προσκαλουνε τα ὄμορφα
λουλούδια τῆς ἀσφάκας,
ὅπως ἐκείνην το λευκό,
διάφανο κηροπήγιο
τῆς ἀνθισμένης καστανιᾶς
μές στην αὐλή μας.

Ὅμως ἐδῶ δεν εἶδα να πετάῃ
καμμιά πεταλούδα.
Ἐκείνη που εἶδα, ἡ κίτρινη
την ἄλλη φορά,
ἤτανε σίγουρα ἡ στερνή.
Ἐδῶ στο Γκέτο
μια πεταλούδα δεν μπορεῖ
να ζήσει οὔτε στιγμή.

ΠΑΒΕΛ ΦΡΙΝΤΜΑΝ.
Γεννήθηκε στην Πράγα στις 7-1-1921
Συνελήφθη στις 26-4-42
Σκοτώθηκε στο Άουσβιτς στις 29-9-44

(Απόδοση στα ελληνικά από τον Νικηφόρο Βρεττάκο).



























Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Μάνος Χατζιδάκις / "Guerillas" από τον δίσκο "Faccia Di Spia"...

 ............................................................


Μάνος Χατζιδάκις | Manos Hadjidakis - Guerillas - Official Audio Release


Guerillas από τον δίσκο Faccia Di Spia...


"Ο Δον Κιχώτης στην ποίηση του Κ. Ουράνη και του Κώστα Καρυωτάκη" έγραψε ο Φάνης Κωστόπουλος (https://diastixo.gr, 20.7.2019)

 ..............................................................


"Ο Δον Κιχώτης στην ποίηση του Κ. Ουράνη και του Κώστα Καρυωτάκη"




έγραψε ο Φάνης Κωστόπουλος (https://diastixo.gr, 20.7.2019)



Ο «Δον Κιχώτης» είναι ένα από τα τελευταία ποιήματα που έγραψε και συμπεριέλαβε μαζί με άλλα ποιήματα ο Κώστας Ουράνης στις Νοσταλγίες, που είδαν το φως της δημοσιότητας το 1920. Αφορμή για να γράψει αυτό το ποίημα ήταν η μετάφραση του Δον Κιχώτη του Θερβάντες από τον Κ. Καρθαίο, η οποία είχε αρχίσει να δημοσιεύεται στον Νουμά από το φύλλο της 2ης Νοεμβρίου 1919. Στο ίδιο περιοδικό και στο φύλλο της 20ής Ιουνίου 1920 πρωτοδημοσιεύτηκε το ποίημα «Δον Κιχώτης» του Κώστα Ουράνη με αφιέρωση στον Κ. Καρθαίο. Πριν παραθέσω το ποίημα για να το θυμηθεί ο αναγνώστης, θα ’θελα να πω ότι η προσέγγιση αυτή, πέρα από το ποίημα του Ουράνη, δίνει τη δυνατότητα να καταλάβει κανείς ότι η παραδοσιακή μας ποίηση δεν έχει μελετηθεί όσο πρέπει.


ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του
το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει·
και πίσω του, στο στωικό γαϊδούρι του καβάλα,
ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.

Αιώνες που ξεκίνησε και αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…

Στο πέρασμά του απ’ τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού – κι ειρωνικά γελάνε.

Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε![1]

Το ποίημα «Δον Κιχώτης» είναι, όπως βλέπουμε, γραμμένο στη μορφή του δεκατετράστιχου, του αιρετικού όμως δεκατετράστιχου, που δεν ανταποκρίνεται στους κανονισμούς της ρίμας, που επιβάλλει το σονέτο, και που σ’ αυτή τη μορφή είναι γραμμένα τα περισσότερα ποιήματα στις Νοσταλγίες. Το ποίημα αυτό, όταν δημοσιεύτηκε στον Νουμά, συνοδευόταν από το εξής σχόλιο της σύνταξης του περιοδικού: «Παιάνας αληθινός για τους ιδεολόγους κάθε τόπου και κάθε εποχή είναι το σημερινό πρωτοσέλιδο ποίημα του Κώστα Ουράνη. Εμπνευσμένο από την υπέροχη μετάφραση του Καρθαίου μας, κλείνει μέσα στους καλοδουλεμένους στίχους του, σαν απόσταγμα, όλη την ιδεολογία του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα, που με τον Δον Κιχώτη του μας έδωσε τον αιώνιο τύπο του ευγενικού ιδεολόγου που, κυνηγώντας τα άπιαστα όνειρα, τραβάει μπροστά, πάντα μπροστά, αδιαφορώντας αν οι πρακτικοί άνθρωποι, που μπακαλεύονται το καθετί για να πετύχουνε στη ζωή, τον κοροϊδεύουνε ή τον παίρνουνε για παλαβό. Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι Σάντσοι ακολουθάνε: αλήθεια τραγική αυτή, που τη νιώθουν και τη χαίρονται μόνο όσοι αγωνίζονται για μια ιδέα ιερή, όσοι έχουν αφιερώσει σ’ έναν τέτοιον αγώνα τη ζωή τους. Μόνο αυτοί χαίρονται το δικαίωμα να λένε “Σκασμός!” στους ορθολογιστές και συμφεροντολόγους Σάντσους, και να χαμογελούν περιφρονητικά σαν τους λοξοβλέπουνε να μαζώνουν από τον μπόγο του Καρδένιου τα χρυσά νομίσματα και να τα τσεπώνουν. Τι τα θέλετε; Πάντα στη ζωή θα υπάρχουνε Δον Κιχώτες που θα τραβάνε περήφανα μπροστά, και πάντα θα υπάρχουνε Σάντσοι που θα τους ακολουθούνε δουλικά, καβάλα στο γάιδαρό τους, για να κερδίσουν κανένα νησί ή μερικές κλοτσιές στα καπούλια…»

Το ποίημα του Ουράνη και το σχόλιο του Νουμά τα διάβασε τότε ένας νέος ποιητής, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο οποίος αντέδρασε αμέσως με ένα δικό του ποίημα, όπου δίνει τη δική του άποψη για τον ήρωα του Θερβάντες. Ο Καρυωτάκης βλέπει τον Δον Κιχώτη τελείως διαφορετικά από τον Ουράνη. Με αυτή τη διαφορετική άποψη θα έλεγε κανείς ότι προσπαθεί να μειώσει όχι μόνο την καλή εντύπωση που έκανε το ποίημα του Ουράνη στους αναγνώστες του Νουμά, αλλά και να αντικρούσει τα όσα λέγονται στο επαινετικό σχόλιο που έκανε η σύνταξη του περιοδικού για το ποίημα του Ουράνη. Παραθέτουμε εδώ και το ποίημα του Καρυωτάκη:

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ

Οι Δον Κιχώτες παν ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
του κονταριού που κρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη λογική και στα ραβδιά των άλλων,
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ’λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές – εγώ τους είδα, μέσα
στην μιαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω νά ’ρθουνε – παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που πολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο –
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

Επειδή όλες αυτές τις πληροφορίες για τα δύο αυτά ποιήματα τις άντλησα από το βιβλίο του αείμνηστου μελετητή και πανεπιστημιακού μου δάσκαλου Γ.Π. Σαββίδη Κ.Γ. Καρυωτάκης: Ποιήματα και πεζά,[2] θα ήταν, νομίζω, άδικο από μέρους μου να παραλείψω το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συγγραφέας του βιβλίου για τις δυο αυτές ποιητικές δημιουργίες: «Είναι φανερό», λέει, «πως το ποίημα του Καρυωτάκη γράφτηκε ως απάντηση στις συμβατικότητες τόσο του Ουράνη όσο και του Νουμά». Ωστόσο, αναρωτιέται κανείς ποιος από τους δύο ποιητές καταφεύγει σε «συμβατικότητες», ο Ουράνης που παίρνει στα σοβαρά και θαυμάζει έναν τρελό που όπου περνάει γίνεται ο περίγελος του κόσμου, ή ο Καρυωτάκης που στηρίζει το δικό του ποίημα στην κοινή λογική και σαρκάζει, ειρωνεύεται και βλέπει τον Δον Κιχώτη όπως τον βλέπει ο πολύς ο κόσμος.

Είναι αλήθεια ότι ο Δον Κιχώτης ως σύμβολο δεν έχει για όλους την ίδια εννοιολογική σημασία. Για τον ποιητή της «Πρέβεζας», για παράδειγμα, οι Δον Κιχώτες είναι «κοντόφθαλμοι οραματιστές που σκοντάφτουν στη λογική και στα ραβδιά των άλλων». Για τον ποιητή των Νοσταλγιών, όμως, δεν είναι το ίδιο. Γι’ αυτόν οι Δον Κιχώτες είναι οι τρελοί –οι ξεχωριστοί, όμως, και σπάνιοι τρελοί– που πήγαν κόντρα στη λογική των ανθρώπων και άλλαξαν τον κόσμο, όπως, για παράδειγμα, ο Κολόμβος, που όχι μόνο πήγε ενάντια στη λογική των απλών ανθρώπων, άλλα σκόνταψε και στα ραβδιά των βασιλιάδων, των θεολόγων και των αυλοκολάκων της εποχής του. Και όλα αυτά δεν είναι δικά μου επιχειρήματα, τα οποία χρησιμοποιώ για να εξηγήσω τη θέση που παίρνει ο Ουράνης σ’ αυτό το ποίημα. Είναι η άποψη που έχει ο ίδιος ο ποιητής για τον ήρωα του Θερβάντες. Στο βιβλίο του για την Ισπανία λέει μεταξύ άλλων τα εξής: «Σαν τον Δον Κιχώτη, ο Κολόμβος στάθηκε ένας εναντίων όλων, ξεκίνησε για τη χίμαιρα όπως άλλοι για τη χειροπιαστή πραγματικότητα». Και σε άλλο σημείο στην ίδια σελίδα συμπληρώνει: «Ο Χριστόφορος Κολόμβος υπήρξε πραγματικά ένα όργανο, όχι βέβαια του Θεού, αλλά της φαντασίας, της τρέλας και της ποίησης που πήραν στο πρόσωπό του τη θαυμαστότερη εκδίκηση απάνω στη λογική απ’ όσες ο κόσμος είδε ποτέ».[3] Ακόμη και για τον Σάντσο δεν είχε την ίδια γνώμη όπως ο πολύς ο κόσμος: «Πολλοί θεωρούνε τον Σάντσο Πάνσα αντίθεση του Δον Κιχώτη, προσωποποίηση του θετικού πνεύματος αντίκρυ στο χιμαιρικό πνεύμα που ενσαρκώνει εκείνος. Το λάθος είναι χοντρό. Ο Δον Κιχώτης και ο Πάνσα δεν αντιτίθενται. Αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Πάνσα είναι τόσο χιμαιρικός όσο και ο Δον Κιχώτης, για να μην πω περισσότερο, αφού δεν κάνει άλλο από το να τον ακολουθάει. Αν και βλέπει τις τρέλες του κυρίου του, ελπίζει πάντα, κατά βάθος, ότι κάτι μπορεί να είναι πραγματικό όπως εκείνος το λέει – κ’ η φαντασία του τον κάνει να βλέπει τι έχει να κερδίσει σε μια τέτοια περίπτωση».[4]

Αυτοί είναι για τον ποιητή οι Δον Κιχώτες που πηγαίνουν και θα πηγαίνουν πάντα μπροστά, για να τους ακολουθούν, με σιγουριά και ασφάλεια, οι άλλοι, οι ορθολογιστές και χλευαστές τους.

Με τέτοιο πνεύμα έγραψε τον Δον Κιχώτη ο Ουράνης. Ωστόσο, αυτός ο παραλληλισμός Κολόμβου – Δον Κιχώτη δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει, γιατί αν ο Ουράνης ήθελε να βλέπει τον Κολόμβο σαν Δον Κιχώτη, ο Βάσερμαν –που μας έδωσε μια από τις καλύτερες βιογραφίες αυτού του θαλασσοπόρου– προχωράει ακόμη πιο πέρα και λέει τα εξής: «Δεν μπορώ να απαλλαγώ από την εντύπωση ότι ο Θερβάντες, για να συλλάβει τον αθάνατο ιππότη του, πρέπει να επηρεάστηκε από το πραγματικό αυτό πρότυπο [τον Κολόμβο]».[5] Και ίσως να είναι έτσι τα πράγματα, γιατί ο Κολόμβος κατάφερε να γίνει δεκτή η τρέλα του, να βρει καράβια, έστω και με θανατοποινίτες πληρώματα (ποιος λογικός θα πήγαινε μαζί του;) και τρυπώντας το πέπλο του ωκεανού να φτάσει, όπως λέει ο ποιητής, «στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια». Τελειώνοντας το κεφάλαιο για τον Δον Κιχώτη και τον Κολόμβο στο βιβλίο του Ισπανία, ο Ουράνης λέει: «“Εν ονόματι του Ιησού Χριστού, σηκώστε τις άγκυρες και ανοίξτε τα πανιά σας!” Με τη φράση αυτή τελειώνει ο πρόλογος και αρχίζει το έπος, που οι άνθρωποι τιτλοφόρησαν “Ανακάλυψη της Αμερικής”, μα που το σωστότερό του όνομα είναι “Η νίκη της τρέλας επί της λογικής”».[6]

Μετά τον συσχετισμό του Κολόμβου με τον Δον Κιχώτη, νομίζω ότι μπορούμε να διαβάσουμε με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που μέχρι τώρα διαβάζαμε με ειρωνεία αυτούς τους στίχους του Ουράνη:

Αιώνες που ξεκίνησε κι αιώνες που διαβαίνει
με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
και με τα μάτια εκστατικά, στο χέρι το κοντάρι,
πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…


Όσο για τον τελευταίο του ποιήματος στίχο: «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε», σίγουρα ο Ουράνης θα είχε στη σκέψη του όχι μόνο τους ποιητές για τους οποίους κάνει λόγο, αλλά και τους θαλασσοπόρους, που με χίλιους κινδύνους και ενάντια στη λογική ταξίδεψαν στους άγνωστους τότε ωκεανούς και άνοιξαν νέους θαλάσσιους δρόμους, καθώς και κάθε άνθρωπο που με τη δράση του ή με το πνεύμα του άλλαξε τον κόσμο. Αυτοί είναι για τον ποιητή οι Δον Κιχώτες που πηγαίνουν και θα πηγαίνουν πάντα μπροστά, για να τους ακολουθούν, με σιγουριά και ασφάλεια, οι άλλοι, οι ορθολογιστές και χλευαστές τους. Και το λέω αυτό γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όπως ο Δον Κιχώτης, έτσι και ο Κολόμβος το ίδιο τρελός και γελοίος φαινότανε στους λογικούς ανθρώπους, όταν ξεκίναγε με τις καραβέλες του για να διαπλεύσει τον άγνωστο και μυστηριώδη ωκεανό. Αν τώρα είναι και οι ποιητές μέσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους που με το πνεύμα τους άλλαξαν τον κόσμο, τότε το σύμβολο που διάλεξε ο Ουράνης για τον ποιητή είναι, νομίζω, εύστοχο.

Επιπλέον, πρέπει να πούμε κάτι που στα σχεδόν εκατό χρόνια που πέρασαν από την πρώτη δημοσίευση αυτού του σονέτου κανείς δεν το πρόσεξε. Η ποιητική ιδέα, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, είναι ίδια με εκείνη στο Άλμπατρος του Μποντλέρ. Πράγματι, ο Ουράνης δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το ν’ αλλάξει το σύμβολο. Και είναι αλήθεια ότι το σύμβολο που επέλεξε ο Ουράνης έχει αρκετά κοινά στοιχεία με το σύμβολο του Μποντλέρ, το άλμπατρος. Όπως το ωκεάνιο πουλί στο ποίημα του Γάλλου ποιητή, έτσι και ο Δον Κιχώτης στο σονέτο του ποιητή των Νοσταλγιών βρίσκεται έξω από τον δικό του κόσμο, όταν έρχεται σε επαφή με τους ανθρώπους. Η υποδοχή που του γίνεται είναι όμοια με αυτή που γίνεται στο άλμπατρος: κοροϊδίες, σαρκασμοί και ειρωνείες. Σε μετάφραση Αλεξάνδρου Μπάρα, που διάβαζαν οι μαθητές στο σχολείο, ο Μποντλέρ λέει:

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ’ ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούνε παριστάνει.[7]


Το ίδιο κλίμα παρατηρούμε και στο σονέτο του Ουράνη:

Στο πέρασμά του από τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
τον δείχνει ο ένας του αλλουνού κι ειρωνικά γελάνε.


Και στα δύο ποιήματα στην τελευταία στροφή οι ποιητές αποκαλύπτουν το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από το σύμβολο. Το ίδιο πρόσωπο είναι, και στα δύο ποιήματα, ο ποιητής. Ο Μποντλέρ λέει τελειώνοντας το ποίημα:

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ’ αγέρωχο πουλί
που ζει στην μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μες στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.[8]

Το ίδιο λέει και ο Ουράνης:

Ω ποιητή! παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
οι άνθρωποι χασκαρίζουνε.


Φαίνεται όμως ότι ο Ουράνης δεν ήθελε να τελειώνει το σονέτο, όπως το ποίημα του Μποντλέρ. Και αυτό γιατί δεν ήθελε να αναφέρεται στο ποίημα μόνο η περιγραφή του Δον Κιχώτη και ο χλευασμός του από τους ανθρώπους. Ήθελε να τονίζεται με έναν αποφθεγματικό στίχο και η πραγματική σημασία που έχει αυτός ο ιδεολόγος ιππότης για την πρόοδο και την αλλαγή του κόσμου. Έτσι, αποφασίζει πρώτα να δώσει στον ποιητή μια συμβουλή, που θυμίζει εκείνη που έδωσε ο Βεργίλιος στον Δάντη, όταν περνούσαν ανάμεσα από ενοχλητικούς κολασμένους: «Κοίτα και πέρνα». Και η φράση αυτή σημαίνει «μη δίνεις σημασία» ή, όπως λέει ο Ουράνης, «άσε τους να γελάνε», για να κλείσει το ποίημα με τον αποφθεγματικό στίχο: «Οι Δον Κιχώτες παν μπροστά και οι Σάντσοι ακολουθάνε», που υπαινίσσεται όσα ειπώθηκαν για τον Δον Κιχώτη σ’ αυτό το σημείωμα.

Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκε αυτό το σονέτο του Ουράνη, για να βγουν στο φως όσα έκρυβε, επειδή οι μελετητές δεν του έδωσαν την προσοχή που άξιζε και δεν μπόρεσαν να προσεγγίσουν το ποίημα βαθύτερα, όπως, για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Ξύδης, ο οποίος δεν είδε στο ποίημα τίποτα περισσότερο από μια περιγραφή του ήρωα του Θερβάντες. Πράγματι, μιλώντας για το ιστορικό και μυθικό στοιχείο στην ποίηση του Ουράνη, λέει: «Σε άλλα ποιήματα επικρατεί η περιγραφή. Είναι ακριβώς εκεί που ο θρύλος μεταφέρεται στα ανθρώπινα. Παράδειγμα ο “Δον Κιχώτης”». Αυτά ήταν όλα που είχε να πει γι’ αυτό το σονέτο του Ουράνη.[9]



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κώστας Ουράνης, Ποιήματα (Αθήνα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1953), σ. 68.
[2] Γεώργιος Π. Σαββίδης, Κ.Γ. Καρυωτάκης: Ποιήματα και πεζά (Αθήνα, Εκδόσεις Ερμής, 1972), σσ. 22-23.
[3] Κώστας Ουράνης, Ταξίδια: Ισπανία (Αθήνα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1953) σ. 163.
[4] Ό.π., σ. 164.
[5] Γ. Βάσσερμαν, Χριστόφορος Κολόμβος (Αθήνα, Βίπερ, 1971) σ. 45.
[6] Ό.π., Κώστας Ουράνης, Ταξίδια: Ισπανία, σ. 166.
[7] Κάρολος Μπωντλαίρ, Άλμπατρος (Αλέξανδρος Μπάρας)
[8] Ό.π., Μπωντλαίρ.
[9] Θεόδωρος Ξύδης, Το ιστορικό και μυθικό στοιχείο στον Ουράνη (Περιοδικό Νέα Εστία, Αθήνα, 1η Νοεμβρίου 1953).

"Στήλες Ολυμπίου Διός" ποίημα του Νικήτα Ράντου ή Νικολάου Κάλας (1907 - 1988)

...............................................................







Νικήτας Ράντος ή Νικόλαος Κάλας 
(1907 - 1988)




Στήλες Ολυμπίου Διός


Χλωμιάσανε τη νύχτα οἱ γλαυκές στῆλες τοῦ ναοῦ
ἀλλ’ ἄσκοπα ὑψώνουν το λαβωμένο ἀνάστημά τους σε οὐρανούς ἀπρόσιτους
κανείς δε νογᾶ την ἄλαλη δέηση παλιᾶς λατρείας
που ὑποβλητικές γραμμές λαξευμένης πέτρας ὁδηγούσανε στο Δία
ἐσκούριασαν οἱ ἄκανθες και τα ἄτρομα κιονόκρανα φυσιοῦνται σύγκορμα
ἀπό πνοές ἐρωτικές που καταφεύγουν ἐδῶ πέρα
λειτουργοί του ὑμεναίου κατάντησαν τα μάρμαρα
κάθε ἄλλο τους νόημα ἐχάθη
ἄδικα πασχίζουν ἀρχαιολόγοι να βροῦν ἕναν εἱρμό
σς τεμάχια που ἡ ἱστορία μακρυά της πέταξε
τα βουβαμένα θρύψαλα κοίτονται στη γῆ
οὔτε ἕνα βῆμα πιστοῦ δεν τα ταράζει
καμιά σκιά δεν ἀντηχεῖ στα ἐρείπια
κι αὐτά προδῶσαν τον περίπατό μου
ὁ σκοπός του χάθηκε στη μακρισμένη ἀπό την ἄναστρη σκεπή τῆς νύχτας
και τῆς ἱστορίας μου ὁ εἱρμός χάθηκε, δεν ἀναβρίσκεται.
Ἐζήλεψα τους κρύους λιθίνους ὄγκους
που στέκουν ἐδῶ ἀμίλητοι αἰῶνες τώρα
γροικόντας περασμένων συγκινήσεων τη γλυκειά ἀχῶ.


«Ποιήματα», 1933

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

"Η τόλμη των γυναικών" γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.1.2022)

..............................................................


                 Η τόλμη των γυναικών




γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.1.2022)

Το καινούργιο στοιχείο στις μηνύσεις για βιασμό τα τελευταία χρόνια είναι ακριβώς αυτό: οι μηνύσεις. Η τόλμη των γυναικών που αργά και δύσκολα γεννήθηκε και προχωρά μέσα σε αντιδράσεις. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Είμαστε κι εμείς εδώ που ακόμα μέσα μας φωλιάζει ο φόβος του παρελθόντος, ας τον πούμε ανάμνηση.

Οταν μεγαλώναμε, ήταν αδιανόητο να σου συμβεί οτιδήποτε, κακοποίηση, βιασμός, παρενόχληση κι όλα τα παρεμφερή, και να μη φταις εσύ ως γυναίκα. Μαθαίναμε πολύ τραυματικά στην εφηβεία μας ότι και μόνο που υπήρχαμε ήταν λάθος, ήταν πρόκληση, ήταν επικίνδυνο. Επρεπε να κρύβουμε τη θηλυκότητα που ούτως ή άλλως μας έφερνε σε αμηχανία, οι παρενοχλήσεις, οι ταπεινώσεις, τα πειράγματα στον δρόμο, στην παραμικρή διαδρομή, ήταν δεδομένα, ήταν ψωμοτύρι, ήταν αυτονόητα.

Κι όμως ήταν εποχές που ο φεμινισμός είχε ήδη κατακτήσει πολλά, στις πόλεις ας πούμε κανείς δεν διανοούνταν να πει στα κορίτσια ότι δεν θα συνέχιζαν το σχολείο, υπήρχε αρκετή ισότητα στους νόμους, στο σχολείο, στα λόγια των γονιών μας. Βιώναμε ένα σιωπηλό χάσμα ανάμεσα στα λόγια και στην καθημερινότητα και η αδυναμία μας να το συνειδητοποιήσουμε, να βρούμε λόγια να το εκφράσουμε, μας έκανε να εσωτερικεύουμε τις κατηγορίες προς γυναίκες ανάξιες της νέας ελευθερίας, να τις κάνουμε ενοχή. Φταίγαμε αν κυκλοφορούσαμε αργά, αν νομίζαμε ότι μπορούσαμε να αστειευτούμε με νεαρούς, αν προκαλούσαμε. Η έννοια της πρόκλησης είναι καθοριστική ακόμα. Οι γυναίκες προκαλούν επειδή υπάρχουν απλώς. Οι άντρες είναι θύματα, δεν μπορούν να αντισταθούν στους πειρασμούς της σάρκας.


Υστερα ήρθε η σεξουαλική επανάσταση, όπου έπρεπε και να μάθουμε την απόλαυση και να παίρνουμε τα μέτρα μας, να μη μας εκμεταλλεύονται οι πιο ελεύθεροι και πιο αναγκεμένοι για την επανάσταση αυτή, οι σύντροφοι άντρες. Δύσκολες ισορροπίες, τις οποίες οφείλαμε να βρίσκουμε σιωπηλά και κατά μόνας. Κι οι στραβές στη βάρδια αν ήταν άφθονες, οφείλονταν σε έλλειψη δεξιοτήτων. Καταπίναμε όσα μας συνέβαιναν, προσπαθώντας να βγάλουμε νέες πορείες πλεύσης.

Η τόλμη που έχουν σήμερα τα νέα κορίτσια είναι αληθινή επανάσταση. Χρειάστηκαν χρόνια, πολλές περιπτώσεις, πολλές συζητήσεις, πολλές αναλύσεις, για να μπορούμε σήμερα να ακούμε αυτή την απλή φράση, ότι οι γυναίκες έχουμε δικαίωμα να ντυνόμαστε όπως θέλουμε, να κυκλοφορούμε όπου μας αρέσει, ότι για τις επιθέσεις φταίνε μόνο οι επιτιθέμενοι.

Οι νόμοι αλλάζουν πιο γρήγορα απ' όσο μπορεί η αυτογνωσία να ελευθερώσει τις ψυχές.

"Δημοτική ποίηση του... χιονιά." - Από "Τα Δημοτικά Μας Τραγούδια" (εκλογή Γιώργος Ιωάννου, εκδ.ΕΡΜΗΣ/"ΤΟ ΒΗΜΑ")

 ...............................................................


          Δημοτική ποίηση του... χιονιά.*





·         Δίστιχα και γυρίσματα

 

Άσπρα απ’ τα χιόνια τα βουνά και χάμου τα πατούνε,

τα κόκκινα γαρούφαλα οι κοπελιές κρατούνε.

 

Βρέχει ο Θεός και βρέχομαι, χιονίζει κι έξω στέκω,

το μόνο μου παράπονο είναι που δε σε βλέπω.

 

Γένε στα δάση γιασεμί κι εγώ στα όρη χιόνι,

να λιώνω να ποτίζονται οι δροσεροί σου κλώνοι.

 

Λιώσαν τα χιόνια, λιώσανε

κι εμείς δεν ανταμώσαμε.

 

·        Καλότυχα ‘ναι τα βουνά


Καλότυχά ‘ναι τα βουνά ποτέ τους δε γερνάνε·

το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνια

και καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,

να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά, ν’ ανοίξουνε τα δέντρα,

να βγουν οι στάνες στα βουνά, να βγουν οι Βλαχοπούλες,

να βγουν και τα Βλαχόπουλα λαλώντας τις φλογέρες.

 

 

·        Τούτος ο ντουνιάς


Χαρείτε νιοι, τις όμορφες και νιες, τα παλικάρια,

κι εσείς οι χαμογέροντες, χαρείτε τα παιδιά σας.

Έτσ’ είναι τούτος ο ντουνιάς, ο ψεύτικος ο κόσμος,

Σαν τ’ όνειρο που είδα χτες, κοντά να ξημερώσει:

Σ’ αυτόν τον κόσμο που ‘μαστε, άλλοι τον είχαν πρώτα,

σ’ εμάς τον παραδώκανε, κι άλλοι τον καρτερούνε.

Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δε γερνάνε,

το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι.

 


·        Φωτιά στο περιβόλι 


Ποιος είν’ εκείνος πόβαλε φωτιά στο περιβόλι,

κι εκάη η φράχτη τ’ αμπελιού κι εκάη το περιβόλι,

κι εκάησαν τα δυο δεντρά που ήσαν αδελφωμένα;

Κείνο που ΄κάη κι έπεσε, και τ’ άλλο ‘κάη κι εστάθη.

Κείνο που ‘κάη κι έπεσε, εβγήκε από τις έννοιες,

κείνο που ‘κάη κι έμεινε, πολλά ‘χει να περάσει.

Θα το φυσήξει κι ο βοριάς και θα το βρέξει ο νότος,

Θα ρίξει ξεροπάγουνο να κάψει την καρδιά του.  

 


Αϊτός παρακαλεί τον ήλιο

Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι,
κάθετον αϊτός, βρεμένος χιονισμένος
και παρακαλεί τον ήλιο ν' ανατείλει.


- Ήλιε ανάτειλε, ήλιε λάμψε και δώσε,
για να λιώσουν χιόνια 'πού τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα απού τ' ακράνυχά μου.

 *Σημείωση: Από "Τα Δημοτικά Μας Τραγούδια" (εκλογή Γιώργος 

                         Ιωάννου, εκδ.ΕΡΜΗΣ/"ΤΟ ΒΗΜΑ")