Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ Φ. (1821-1881). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ Φ. (1821-1881). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Από το μυθιστόρημα «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) (μτφ. Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1991)

 .............................................................





   Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821 - 1881)


·       Από το μυθιστόρημα «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) (μτφ. Αντρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 1991)

 

«…Μια φορά, θυμάμαι, καθόμουν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο στο ισόγειο. Είχα σκεπάσει με τα δυο μου χέρια το πρόσωπο, είχα χαμηλώσει το κεφάλι, και δε θυμάμαι πόση ώρα καθόμουν στη στάση αυτή. Και σκεφτόμουν, και σκεφτόμουν· το άψητο μυαλό μου δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τη μελαγχολία μου, και η στενοχώρια μου όλο και μεγάλωνε. Ξαφνικά, ακούω πάνω από το κεφάλι μου μια σιγανή φωνή:

   -Τι σου συμβαίνει, μικρούλα μου;

   Σήκωσα το κεφάλι μου: ήταν ο πρίγκιπας· το πρόσωπό του έδειχνε μια βαθιά συμπάθεια, αλλά εγώ τον κοίταξα ξέψυχα, παραπονιάρικα, έτσι που βούρκωσαν τα μεγάλα γαλανά μάτια του.

   -Καημένο ορφανούλι! είπε και μου χάιδεψε το κεφάλι.

   - Όχι, όχι δεν είμαι ορφανούλι! Όχι! είπα κι αναστέναξα αναστατωμένη. Σηκώθηκα όρθια, πήρα το χέρι του και, φιλώντας το, το μούσκεψα με τα δάκρυά μου.

   -Όχι, όχι, δεν είμαι ορφανούλι! Όχι! κοπανούσα παραπονιάρικα.

   - Παιδί μου, λέγε μου τι σου συμβαίνει, φτωχούλα Νιέτοτσκα;

   - Πού είναι η μαμά μου; πού είναι η μαμά μου; φώναζα με λυγμούς – δεν είχα πια τα δύναμη να κρύψω τη θλίψη μου κι έπεσα τσακισμένη στα γόνατα μπροστά του. Πού είναι η μαμά μου; Να μου πείτε  - πού βρίσκεται η μαμά μου;

   - Συχώρεσέ με, παιδί μου!... Αχ, φτωχή μου, σου θύμισα… Τι έκανα! Έλα, έλα μαζί, Νιέτοτσκα, πάμε.

   Με πήρε από το χέρι και βγήκαμε βιαστικά. Ήταν τρομερά συγκινημένος. Φτάσαμε σ’ ένα δωμάτιο που δεν το ‘χα ξαναδεί.

   Ήταν το παρεκκλήσι. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Τα καντήλια φώτιζαν ζωηρά τις εικόνες με τα χρυσά κάντρα και τα πολύτιμα πετράδια. Οι άγιοι φαινόντουσαν θολά, αυστηροί κάτω από λαμπερά τάματα. Όλα εδώ μέσα δε θύμιζαν κανένα άλλο δωμάτιο, ήταν όλα τόσο μυστηριώδη και σκυθρωπά που απόρησα πολύ, κι ένας φόβος με κυρίεψε. Ένιωθα κακοδιάθετη. Ο πρίγκιπας μ’ έβαλε και γονάτισα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και στάθηκε πλάι μου.

   -Προσευχήσου… μαζί θα προσευχηθούμε! είπε με ήρεμη, τρεμάμενη φωνή.

   Αλλά εγώ δεν μπορούσα να προσευχηθώ· ήμουν τσακισμένη, και μάλιστα φοβισμένη· θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα εκείνη την τελευταία νύχτα, πλάι στην πεθαμένη μητέρα μου, κι έπαθα νευρικό κλονισμό. Έπεσα άρρωστη στο κρεβάτι, κι αυτή τη φορά γλίτωσα από του χάρου τα δόντια. Και να πώς έγινε.

   Ένα πρωινό άκουσα μια γνώριμη φωνή. Άκουσα το όνομα του Σ-τς. Κάποιος του σπιτιού το είπε κοντά στο κρεβάτι μου. Ταράχτηκα: με πλημμύρισαν οι αναμνήσεις, και με αυτές, τα όνειρα και τη στενοχώρια έμεινα ξαπλωμένη δε θυμάμαι κι εγώ πόσες ώρες σ’ ένα πραγματικό παραλήρημα. Ήταν πια πολύ αργά που ξύπνησα· γύρω μου ήταν σκοτάδι· η λαμπίτσα είχε σβήσει, και η κοπέλα που καθόταν στο δωμάτιό μου έλειπε. Ξαφνικά ακούω μακρινή μουσική. Πότε σταματούσε τελείως και πότε ακουγόταν πιο ζωηρά, σαν να πλησίαζε. Δε θυμάμαι τι αίσθημα με κυρίεψε, τι σχέδιο γεννήθηκε ξαφνικά στο ζαλισμένο μυαλό μου. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και δεν ξέρω πού βρήκα το κουράγιο και φόρεσα γρήγορα-γρήγορα τα μαύρα μου και βγήκα από το δωμάτιο ψηλαφητά. Ούτε στο άλλο, ούτε στο τρίτο δωμάτιο συνάντησα κανέναν. Τελικά, βγήκα στο διάδρομο. Η μουσική τώρα όλο και πιο καθαρά ακουγόταν. Στη μέση του διαδρόμου άρχιζε η σκάλα για κάτω· απ’ αυτή κατέβαινα πάντα στο ισόγειο. Η σκάλα ήταν φωτισμένη καλά· κάτω πήγαινε κι ερχόταν κόσμος· κρύφτηκα σε μια γωνιά για να μη με δουν και μόλις πήρα μια ανάσα κατέβηκα κάτω, στο δεύτερο διάδρομο. Η μουσική έπαιζε στο διπλανό δωμάτιο· πολύς θόρυβος εκεί, κουβεντολόι – λες και είχαν μαζευτεί χιλιάδες άνθρωποι. Μια από τις πόρτες για την αίθουσα αυτή έβλεπε στο διάδρομο, και την έκλεινε διπλή βελουδένια κουρτίνα. Εγώ σήκωσα την πρώτη και στάθηκα ανάμεσα. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που μόλις μπορούσα να στέκομαι στα πόδια μου. Αλλά ύστερα από δυο-τρία λεπτά, ξεπερνώντας την ταραχή μου, τόλμησα επιτέλους να παραμερίσω, από την άκρη, την δεύτερη κουρτίνα… Θε μου! Αυτή η τεράστια σκοτεινή αίθουσα που τόσο φοβόμουν άλλοτε να μπω τώρα έλαμπε από χιλιάδες φώτα. Λες και με πλημμύρισε μια θάλασσα από φως, και τα μάτια μου, συνηθισμένα στο σκοτάδι, με πόνεσαν – μου φάνηκε πως στραβώθηκα. Ένας αρωματισμένος ζεστός, λες, αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο. Κόσμος πολύς κυκλοφορούσε μέσα κει με χαρούμενα πρόσωπα. Οι γυναίκες φορούσαν πλούσιες, ανοιχτόχρωμες, τουαλέτες· όλα τα μάτια έλαμπαν από ευχαρίστηση. Εγώ στεκόμουν σαν μαγεμένη. Μου φαινόταν πως όλα αυτά τα είχα δει κάποτε, κάπου, στον ύπνο μου… Θυμήθηκα τα δειλινά, τα βραδάκια στο φτωχικό μας, το ψηλό παραθυράκι, το δρόμο χαμηλά κάτω, με τ’ αναμμένα φανάρια, τα παράθυρα του απέναντι με τις κόκκινες κουρτίνες, τις άμαξες στριμωγμένες στην είσοδο, το ποδοβολητό και το χλιμίντρισμα που έκαναν τα περήφανα άλογα, τις φωνές, το θόρυβο, τις σκιές στα παράθυρα και τη χαμηλή μακρινή μουσική… Να λοιπόν πού βρισκόταν αυτός ο παράδεισος! είπα μέσα μου, να πού ήθελα να πάω με τον καημένο τον πατέρα… Πρέπει να μην ήταν όνειρο!... Ναι, έτσι τα ‘βλεπα και τότε στο όνειρό μου, στα οράματά μου! Η νοσηρή φαντασία μου πήρε φωτιά, και τα δάκρυα από κάποια ανεξήγητη έκσταση πλημμύρισαν τα μάτια μου. Αναζητούσα με τη ματιά μου τον πατέρα: «Θα είναι δω, ναι, θα είναι», σκεφτόμουν, και η καρδιά μου χτυπούσε ανυπόμονα… Το μυαλό μου δούλευε. Σε μια στιγμή η μουσική σταμάτησε, ακούστηκε ένα βουητό, και μέσα απ’ όλη την αίθουσα πέρασε ένας ψίθυρος. Εγώ ήμουν όλη μάτια και αφτιά – προσπαθούσα να γνωρίσω κανέναν ανάμεσα στον πολυάσχολο κόσμο. Ξαφνικά έγινε μια ασυνήθιστη ταραχή στην αίθουσα. Είδα στην εξέδρα ένα ψηλό αδύνατο γεροντάκι. Με χλωμό το πρόσωπό του χαμογελούσε, και υποκλίθηκε με δυσκολία δεξιά και αριστερά μπροστά στο κοινό· στα χέρια του κρατούσε ένα βιολί. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή, λες και όλος αυτός ο κόσμος συγκράτησε την αναπνοή του. Όλοι είχαν καρφώσει τα βλέμματά τους στο γεροντάκι, όλοι περίμεναν ανυπόμονα. Πήρε το βιολί και άγγιξε με το δοξάρι τις χορδές. Άρχισε η μουσική, κι εγώ ένιωσα ξαφνικά δυνατό καρδιοχτύπι. Το βιολί έπαιζε τώρα πιο δυνατά, πιο γρήγορα, οι νότες σου ‘παιρναν τ’ αφτιά. Ξαφνικά ακούστηκε κλάμα, σαν καποιανού η παράκληση ν’ αντήχησε μάταια ανάμεσα σ’ όλο αυτό το πλήθος κι έσβησε πονεμένα, απελπισμένα. Την καρδιά μου άρχισε να  συγκινεί κάτι όλο και πιο γνώριμο, πιο γνώριμο. Αλλά η καρδιά μου δεν ήθελε να πιστέψει. Έσφιγγα τα δόντια για να μην αναστενάξω από τον πόνο, και αρπάχτηκα από τις κουρτίνες για να μην πέσω… Πότε-πότε έκλεινα τα μάτια και τ’ άνοιγα απότομα – ονειρευόμουν, τάχα, θα ξυπνήσω, τάχα, κάποια τρομερή, γνωστή μου στιγμή – είχα ονειρευτεί κείνη την τελευταία νύχτα, είχα ακούσει τους ίδιους ήχους. Με ανοιχτά τώρα τα μάτια, ήθελα να βεβαιωθώ, κοίταζα με λαχτάρα τον κόσμο – όχι, ήταν άλλοι άνθρωποι, άλλα πρόσωπα… Μου φάνηκε πως όλοι όπως κι εγώ, περίμεναν κάτι, όλοι, όπως κι εγώ υπόφεραν από βαθιά θλίψη· νόμιζες πως όλοι τους ήθελαν να φωνάξουν σ’ αυτές τις πονεμένες κραυγές για να σταματήσουν, δεν τυραννούσαν την ψυχή τους οι κραυγές, αλλά γινόντουσαν πιο πονεμένες, πιο παραπονιάρικες και τραβούσαν σε μάκρος. Ξαφνικά αντήχησε η τελευταία, τρομερή, μακρόσυρτη κραυγή, αυτή που με συγκλόνισε… Καμιά αμφιβολία – ήταν εκείνη η ίδια η κραυγή! Τη γνώρισα, την είχα ακούσει, διαπέρασε την καρδιά μου, όπως τότε, κείνη τη νύχτα. «Ο πατέρας! Ο πατέρας!» πέρασε σαν αστραπή από το νου μου. «Ειν’ εδώ, ειν’ αυτός, με φωνάζει, αυτό είναι το βιολί του!» Σαν ένας λυγμός να βγήκε απ’ όλο αυτό το πλήθος, και τρομερά χειροκροτήματα συντάραξαν την αίθουσα. Ένα απελπισμένο, διαπεραστικό κλάμα βγήκε από το στήθος μου βαθιά. Δεν άντεξα πιο πολύ, παραμέρισα την κουρτίνα και όρμησα μέσα στην αίθουσα.

   -Μπαμπά, μπαμπά! Εσύ είσαι! Πού είσαι; φώναζα σαν τρελή.

   Δεν ξέρω με ποιο τρόπο έφτασα τρέχοντας ως το ψηλό γεροντάκι: μου άνοιγαν δρόμο παραμέριζαν όλοι για να περάσω. Έπεσα πάνω στο γεροντάκι με πονεμένη φωνή· νόμιζα πως αγκαλιά ζω τον πατέρα… Ξαφνικά βλέπω πως με αρπάζουν καποιανού τα μικρά, κοκαλιάρικα χέρια και με σηκώνουν ψηλά. Κάποια μαύρα μάτια καρφώθηκαν πάνω μου και, ίσως, ήθελαν να με  κάψουν με τη φωτιά τους. Κοίταξα το γεροντάκι: «Όχι! Δεν είναι ο πατέρας αυτός· είναι ο δολοφόνος του!» πέρασε από το μυαλό μου. Ζαλίστηκα, τα ‘χασα, και ξαφνικά μου φάνηκε πως πάνω από το κεφάλι μου άκουσα το χαμόγελό του, πως το γέλιο αυτό αντιλάλησε στην αίθουσα σαν μια ομαδική κραυγή· κι έχασα τις αισθήσεις μου.

 

Ήταν η δεύτερη και τελευταία περίοδος της αρρώστιας μου.

   Μόλις άνοιξα ξανά τα μάτια μου είδα σκυμμένο πάνω μου το πρόσωπο ενός παιδιού, μιας κοπέλας συνομήλικής μου, και πρώτη κίνησή μου ήταν να της απλώσω τα χέρια μου. Από την πρώτη ματιά που της έριξα, όλη η ψυχή μου γέμισε ευτυχία, κάτι σαν ένα γλυκό προαίσθημα. Να φαντασθείτε – ένα ιδανικά θελκτικό προσωπάκι, μια χτυπητή λαμπερή ομορφιά, μια τέτοια που σε κάνει να σταματάς σαν καρφωμένος, σε μια γλυκιά σύγχυση, ταραγμένος από θαυμασμό, και που την ευχαριστείτε γιατί είναι αυτή που είναι, γιατί ευτυχήσατε να τη δείτε, γιατί πέρασε δίπλα σας. Ήταν η κόρη της πριγκίπισσας, η Κάτια, που μόλις είχε γυρίσει από τη Μόσχα. Χαμογέλασε στην κίνησή μου, και τ’ αδύνατα νεύρα μου ένιωσαν μια γλυκιά ανακούφιση από το θαυμασμό…

 

       Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

 

«Από τρεις μεγάλες ενότητες αποτελείται το μυθιστόρημα αυτό του Ντοστογιέφσκι. Η μικρούλα Νιέτοτσκα είναι η ηρωίδα του και η αφηγήτρια της ιστορίας της.

   Τον πατέρα της δεν τον θυμάται. Η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε. Η οικογενειακή ζωή της Νιέτοτσκα όμως, είναι γεμάτη φτώχεια, στενοχώρια και καβγάδες ανάμεσα στη μάνα της και το βιολιστή πατριό της. Η μητέρα της πεθαίνει και λίγο αργότερα πεθαίνει κι ο πατριός της. Στο δεύτερο μέρος η μικρή Νιέτοτσκα βρίσκεται στο σπίτι ενός πρίγκιπα. Η μικρή συναντιέται με ένα μικρό αγόρι, ορφανό κι αυτό, που θεωρεί τον εαυτό του αιτία για το θάνατο των γονιών του, θαυμάσιο εύρημα για να περιγράψει ο Ντοστογιέφσκι την παιδική ψυχολογία. Ύστερα η Νιέτοτσκα γνωρίζεται με την Κάτια, και μια έντονη αγάπη γεννιέται ανάμεσά τους. Το τρίτο μέρος διαδραματίζεται στο σπίτι της Αλεξάνδρας Μιχαήλοβνα, της μεγάλης αδελφής της Κάτιας από τον πρώτο γάμο του πρίγκιπα πατέρα τους. Ο άντρας της Αλεξάνδρας φέρεται στη γυναίκα του με τρόπο σκαιό και βάρβαρο, και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από τη στιγμή που η Νιέτοτσκα θα βρει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού ένα γράμμα σταλμένο από έναν άγνωστο προς την Αλεξάνδρα…»


Από τη Wikipedia

 



Η "Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα" είναι ένα ημιτελές μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το οποίο γράφτηκε το 1849.

Η πλοκή και η δομή του έργου

Στο πρώτο μέρος κεντρική μορφή είναι ο πατρυιός της ηρωίδας , ένας βιολιστής με ταλέντο, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (ένας «ρασνοτσίνετς»). Αρχικά υποστηρίζεται από διάφορους μαικήνες αλλά λόγω του ιδιότροπου χαρακτήρα του καταστρέφει την καριέρα του, την οικογένειά του και τον ίδιο τον εαυτό του. Στο δεύτερο επεισόδιο η ηρωίδα, ορφανή πλέον, ζεί με μία αριστοκρατική οικογένεια που την έχει πάρει ως συνοδό για τη συνομίλική της θυγατέρα. Η αρχικά σαδιστική-τυραννική στάση της μικρής κοντέσσας προς την ήπια και παθητική-συναισθηματική Νιέτοσκα, μεταβάλλεται σταδιακά σε μια εξίσου τυραννική αγάπη «που αγγίζει τα όρια της λεσβιακής σχέσης»[2] Στο τρίτο επεισόδιο η ηρωίδα βρίσκεται σε μια νέα οικογένεια. Εδώ γίνεται μάρτυρας της τραγωδίας μια γυναίκας η οποία στο παρελθόν είχε παρασυρθεί σε μια σύντομη απιστία. Ο σύζυγος φαινομενικά είχε συγχωρήσει το ολίσθημά της, εκμεταλλεύεται όμως τη μεγαλοψυχία του για να βασανίζει ψυχικά τη γυναίκα με πανούργους εκλεπτισμένους τρόπους.

Η τεχνική του έργου

Ο τίτλος του έργου είναι ΄΄Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα΄΄ και ο υπότιτλος ΄΄Η ιστορία μιας γυναίκας΄΄. Αποτελείται από τρία μέρη, αν και ο αρχικός σχεδιασμός του προέβλεπε τουλάχιστον έξι. Και στα τρία επεισόδια ο ρόλος της ηρωίδας του τίτλου περιορίζεται κυρίως στο να παρατηρεί τα γεγονότα, να τα ζει από κοντά και να δίνει μια ώθηση στην πλοκή. Δύσκολα όμως η Νιέτοτσκα, θα χαρακτηριζόταν πρόσωπο της πλοκής[3] αφού το κέντρο βάρους δεν εντοπίζεται ούτε στη μορφή ούτε στη ζωή της ηρωίδας. Πρόκειται για τρία διαφορετικά αφηγήματα που «συνδέονται μεταξύ τους μόνο με το ότι το πρόσωπο του τίτλου παίζει και στα τρία ένα ρόλο»[4] Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις στο τέλος του τρίτου επεισοδίου πως θα ήταν δυνατόν η ηρωίδα του να αναλάβει έναν πρωτεύοντα ρόλο: η Νιέτοτσκα, η οποία διαθέτει μια πολύ ωραία φωνή, είναι φανερό πως βρίσκεται στην αρχή μιας πολύ μεγάλης καριέρας. Έτσι ο πιο ακριβής υπότιτλος θα ήταν, «ιστορίες γύρω από μία γυναίκα»[5] Γράφτηκε τμηματικά και με διακοπές και εξ' αρχής ως μία έκθεση, ενώ η καθαυτό ιστορία θα ξετυλιγόταν έπειτα από τα αποσπασματικά νεανικά βιώματα. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και έχει τη μορφή των απομνημονευμάτων.

Οι ιστορικές συνθήκες συγγραφής του έργου

Ο κύριος λόγος που έμεινε ημιτελής η νουβέλα Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα είναι η σύλληψη του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι το 1849 και η καταδίκη του με τέσσερα χρόνια φυλακής στη Σιβηρία που ακολούθησαν. Ποτέ αργότερα δεν έκανε λόγο για το ενδεχόμενο να συνεχίσει με τη μία ή την άλλη μορφή το έργο του που βίαια είχε διακοπεί.

Οι αριθμοί (1-5) παραπέμπουν στο βιβλίο του Μαξιμίλιαν Μπράουν, "Ντοστογιέφσκι. Η ζωή μέσα από το έργο του", μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα, 2008,σελ. 96

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

Από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) «Ο αιώνιος σύζυγος» (μτφ. Μάγδα Καϊναδά, εκδ. «Ερμείας» & «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 2006)

 ...............................................................



       Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) 


·       Από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) «Ο αιώνιος σύζυγος» (μτφ. Μάγδα Καϊναδά, εκδ. «Ερμείας» & «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 2006)

 

       Από το κεφ. IV. «Η ΣΥΖΥΓΟΣ, Ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΑΣΤΗΣ»

        (σελ. 36-39) 

 

«…Καθισμένος στο κρεβάτι του, τσακισμένος από τις συγκεχυμένες σκέψεις που κλωθογύριζαν στο μυαλό του, δεν ένιωθε και δεν καταλάβαινε παρά ένα μόνο. Παρ’ όλη τη «συγκλονιστική» εντύπωση που του είχε κάνει η είδηση, το γεγονός ότι η Νατάλια Βασίλιεβνα είχε πεθάνει , τον άφηνε απόλυτα ήρεμο. Η αλήθεια ήταν πως τώρα δεν αισθανόταν κανένα μίσος γι’ αυτήν, μπορούσε να την κρίνει αμερόληπτα. Κατά τη γνώμη του, γνώμη σχηματισμένη κιόλας μέσα στα εννιά χρόνια του χωρισμού, η Νατάλια Βασίλιεβνα ήταν από τις συνηθισμένες κυρίες της επαρχίας, κυρίως της «καλής» επαρχιακής κοινωνίας. «Ποιος ξέρει; Μπορεί να ήμουν ο μόνος που την έβλεπα διαφορετική με τη φαντασία μου». Ωστόσο, πάντοτε είχε την ιδέα πως τούτη η γνώμη του ήταν σφαλερή ως ένα σημείο – το ίδιο συναίσθημα είχε και τώρα. Εξάλλου, το έδειχναν και τα γεγονότα. Κι αυτός ο Μπαγαούτοβ είχε μαζί της ένα δεσμό που κράτησε κάμποσα χρόνια – κι αυτός είχε σκλαβωθεί «από τη γοητεία» της.

   Τούτος ο Μπαγαούτοβ ανήκε στην καλύτερη κοινωνία της Πετρούπολης – και καθώς ήταν ένας άνθρωπος εντελώς ασήμαντος, (έλεγε γι’ αυτόν ο Βελτσάνινοβ) δεν μπορούσε να σταδιοδρομήσει παρά μονάχα στην πρωτεύουσα. Ε, λοιπόν, ο Μπαγαούτοβ είχε περιφρονήσει την Πετρούπολη  που του πρόσφερε τόσες δυνατότητες και είχε χάσει πέντε χρόνια της ζωής του στο Τ… για χάρη της Νατάλια Βασίλιεβνα. Εξάλλου δεν ήταν απίθανο να είχε γυρίσει κι αυτός στην Πετρούπολη, επειδή του είχαν δώσει «τα παπούτσια στο χέρι». Άρα, εκείνη η γυναίκα πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστό, το χάρισμα να ελκύει, να επηρεάζει, να κυριαρχεί.

   Και όμως θα έλεγε κανείς εντελώς το αντίθετο: πως δεν είχε επάνω της τίποτε που να τραβάει και να σκλαβώνει. Δεν ήταν δε και τόσο όμορφη· ίσως να μην ήταν καθόλου όμορφη. Ήταν κιόλας εικοσιοχτώ χρόνων τότε που την γνώρισε ο Βελτσάνινοβ. Το πρόσωπό της, όχι ωραίο, είχε κάποιο θέλγητρο όταν κάτι που ξυπνούσε το ενδιαφέρον της το ζωντάνευε. Τα μάτια της όμως ήταν δυσάρεστα· είχε μια σκληρότητα στο βλέμμα. Ήταν πολύ αδύνατη. Η πνευματική της ανάπτυξη ήταν μέτρια· το αναμφισβήτητο πνεύμα της, διορατικό, αλλά σχεδόν πάντα μονόπλευρο· οι τρόποι της, τρόποι κοσμικής επαρχιώτισσας, αλλά είχε πολύ τακτ, αυτό ήταν αλήθεια, ένα γούστο λεπτότατο, που φαινόταν στο ντύσιμό της. Ένας χαρακτήρας αποφασιστικός και αυταρχικός· δεν μπορούσες ποτέ να έρθεις σε συμβιβασμούς μαζί της. «Ή όλα ή τίποτε». Η σταθερότητα και η επιμονή της  στις δύσκολες περιστάσεις ήταν καταπληκτικές. Ήταν μεγαλόψυχη, αλλά και ταυτόχρονα, πολλές φορές τρομερά άδικη. Ήταν αδύνατο να συζητήσεις μ’ αυτή την κυρία, γιατί το «δυο και δυο κάνουν τέσσερα» δεν είχε κανένα νόημα γι’ αυτή. Ποτέ δεν παραδεχόταν ένα λάθος της ή μια αδικία. Οι αλλεπάλληλες άπειρες απιστίες που έκανε στον άντρα της, δε βαραίνανε διόλου τη συνείδησή της. Ήταν πιστή στους εραστές ως την ημέρα που τους βαριόταν. Της άρεσε να τους βασανίζει , αλλά ήξερε και να τους ανταμείβει. Ήταν μια γυναίκα παράφορη, σκληρή, φιλήδονη. Μισούσε τη διαφθορά, την κατέκρινε με πείσμα, η ίδια όμως ήταν διεφθαρμένη. Και τίποτε δεν μπορούσε να την κάνει να παραδεχθεί τη διαφθορά της. «Ασφαλώς το αγνοεί με απόλυτη ειλικρίνεια», σκεφτόταν ο Βελτσάνινοβ τότε, στο Τ… (και αξίζει να σημειωθεί, ενώ έπαιρνε κι ο ίδιος μέρος σ’ αυτές τις διαστροφές). «Είναι από τις γυναίκες» - συλλογιζόταν – «που γεννήθηκαν, θαρρείς για να κάνουν απιστίες στον άντρα τους. Οι γυναίκες αυτές δεν υποκύπτουν  ποτέ όσο είναι ακόμη ανύπαντρες. Σύμφωνα με τους νόμους του χαρακτήρα τους, αυτό δεν πρέπει να γίνει παρά μονάχα όταν είναι παντρεμένες. Ο σύζυγος είναι ο πρώτος εραστής τους, μετά το γάμο όμως, ποτέ πριν. Καμιά άλλη γυναίκα δεν παντρεύεται με τόση καπατσοσύνη και τόση ευκολία. Ο σύζυγος είναι πάντοτε υπεύθυνος για τον πρώτο εραστή. Κι όλα γίνονται με απόλυτη ειλικρίνεια· οι γυναίκες αυτές πιστεύουν πάντα πως το δίκιο είναι με το μέρος τους και, φυσικά, πως είναι εντελώς αθώες».

   Ο Βελτσάνινοβ είχε την πεποίθηση πως τούτος ο τύπος της γυναίκας υπήρχε πραγματικά, αλλά ήταν επίσης βέβαιος πως υπήρχε κ’ ένας τύπος συζύγου φτιαγμένου γι’ αυτού του είδους τις γυναίκες, που μοναδικός λόγος της υπάρξεώς του ήταν να συμμορφώνεται ανάλογα. Κατά τη γνώμη του Βελτσάνινοβ, το κύριο χαρακτηριστικό  αυτών των ανδρών συνίσταται στο να είναι «αιώνιοι σύζυγοι» ή καλύτερα, να μην παρά «αποκλειστικά και μόνο» σύζυγοι. «Ένας τέτοιος άνθρωπος γεννιέται και μεγαλώνει για να παντρευτεί και να γίνει αμέσως παράρτημα της γυναίκας του, ακόμη κι όταν έχει αναμφισβήτητα δική του προσωπικότητα. Το διακριτικό σημάδι ενός τέτοιου συζύγου είναι κάποιο γνωστό στολίδι, όπως είναι αδύνατο στον ήλιο να μη φωτίζει· κι όχι μονάχα το αγνοεί πάντα, αλλά είναι γραφτό του να το αγνοεί, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης». Ο Βελτσάνινοβ πίστευε βαθιά στην ύπαρξη των δύο αυτών τύπων και πως ο Παύλος Παύλοβιτς Τρουσότσκη αντιπροσώπευε στο Τ… τον ένα από τους δυο. Ο χθεσινός όμως Παύλος Παύλοβιτς  ήταν πολύν διαφορετικός απόν κείνον που ο Βελτσάνινοβ είχε γνωρίσει στο Τ… Ο Βελτσάνινοβ τον έβρισκε τρομερά αλλαγμένο, ήξερε όμως ταυτόχρονα πως δεν ήταν πολύ φυσικό: ο κύριος Τρουσόσκη δεν μπορούσε να είναι αυτός που ήταν όσο ζούσε η γυναίκα του, γιατί τώρα αντιπροσώπευε, θα έλεγες, μονάχα ένα τμήμα από κάποιο σύνολο, ένα τμήμα που είχε αποσπασθεί ξαφνικά από τούτο το σύνολο και είχε αφεθεί ελεύθερο, δηλαδή κάτι το παράξενο και σπάνιο…

 

   Από το κεφ. ΧΙΙ «ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΖΑΧΛΙΕΜΠΙΝΙΝ»

   (σελ. 108-112)

«…Ήταν φανερό πως η μεγαλύτερη από τις δεσποινίδες Ζαχλιεμπίνιν, η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα, εκείνη που ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων και που ο Παύλος Παύλοβιτς την είχε χαρακτηρίσει χαριτωμένη, είχε πάρει ύφος ανάλογο με την περίσταση. Ξεχώριζε από τις αδελφές της με το επιμελημένο ντύσιμό της και το πρωτότυπο χτένισμα των μαλλιών της. Οι αδελφές της και οι άλλες κοπέλες φαίνονταν να είναι απόλυτα βέβαιες πως ο Βελτσάνινοβ είχε έρθει «για να δει την Κάτια». Οι ματιές τους και ορισμένα λόγια που τους ξέφυγαν στο διάστημα της ημέρας, επικύρωσαν αυτή του την υπόνοια.

   Η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα ήταν ξανθή, ψηλή και εύσωμη, σχεδόν πληθωρική, με πρόσωπο νόστιμο και χαρακτήρα ολοφάνερα ήσυχο, κάπως νωθρό. «Περίεργο να μην έχει ακόμη παντρευτεί», συλλογίστηκε άθελά του ο Βελτσάνινοβ, κοιτάζοντάς την με κάποια ευχαρίστηση. «Δεν έχει προίκα, είναι αλήθεια, και γρήγορα θα γίνει υπερβολικά χοντρή, για την ώρα όμως θα πρέπει να υπάρχουν πολλοί που να την βρίσκουν του γούστου τους…» Οι άλλες αδελφές ήταν επίσης νοστιμούλες κι ανάμεσα στις γειτονοπούλες, ο Βελτσάνινοβ πρόσεξε μερικά χαριτωμένα σχεδόν όμορφα μουτράκια. Η επίσκεψη άρχισε να την διασκεδάζει, εξάλλου, είχε κι αυτός μια ιδέα μπαίνοντας σε τούτο το σπίτι.

   Η Ναντιέζντα Θεοδόσιεβνα, η έκτη αδελφή, η μαθήτρια, εκείνη που ο Παύλος Παύλοβιτς θεωρούσε γι’ αρραβωνιαστικιά του, δεν παρουσιάστηκε αμέσως, σίγουρα για να συγκεντρώσει τη γενική προσοχή. Ο Βελτσάνινοβ την περίμενε με μια ανυπομονησία που τον έβαζε σε απορία και τον ίδιο· κορόιδευε μάλιστα, από μέσα του, τον εαυτό του γι’ αυτό του το ενδιαφέρον. Τέλος η μικρή έκανε την εμφάνισή της, όχι χωρίς να προκαλέσει αίσθηση, συνοδευόμενη από μια φίλη, την Μαρία Νικήτισνα, μια μελαχρινούλα με προσωπάκι έξυπνο και τσαχπίνικο και που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ο Παύλος Παύλοβιτς την φοβόταν πολύ. Αυτή η Μαρία Νικήτισνα, μια κοπέλα εικοσιτριών χρόνων, γελαστή και έξυπνη, ήταν γκουβερνάντα σε μια γειτονική και φιλική οικογένεια με τρία παιδιά. Οι Ζαχλιέλιμπιν την είχαν σαν δικό τους άνθρωπο και τα κορίτσια την λάτρευαν. Ήταν φανερό πως η Νάντια κυρίως δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν, εκείνη τη στιγμή. Με την πρώτη ματιά, ο Βελτσάνινοβ κατάλαβε πως οι κοπέλες , ακόμη και οι γειτονοπούλες, είχαν συμμαχήσει όλες εναντίον του Παύλου Παύλοβιτς, και ένα λεπτό μετά την εμφάνιση της Νάντιας, πρόσεξε πως κι αυτή τον μ ι – σ ο ύ σ ε . Παρατήρησε επίσης ο Παύλος Παύλοβιτς δεν είχε ιδέα για το συναίσθημα που προκαλούσε, ή, ίσως, δεν ήθελε να τον παραδεχθεί. Η Νάντια ήταν αναμφισβήτητα ομορφότερη από όλες. Ήταν μια λεπτοκαμωμένη μελαχρινή, με ύφος ανήμερο, ανυπότακτο, ένα διαβολάκι με μάτια αστραφτερά, χαμόγελο γοητευτικό, χείλη και δόντια υπέροχα, πεταχτή, λυγερή. Το παιδιάστικο ακόμα πρόσωπό της είχε κιόλας κάτι το στοχαστικό. Τα δεκαπέντε της χρόνια φανερώνονταν σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της λέξη. Αποδείχτηκε αργότερα πως κρατούσε πραγματικά μια μουσαμαδένια σάκκα μαθητριούλας, όταν ο Παύλος Παύλοβιτς την είχε δει για πρώτη φορά, όχι όμως τώρα πια.

   Το βραχιόλι δεν είχε καμιά επιτυχία, δημιούργησε μάλιστα δυσάρεστη εντύπωση. Μόλις είδε την μνηστή του, ο Παύλος Παύλοβιτς πήγε κοντά της χαμογελώντας. Πρόσφερε το δώρο του και, για να το δικαιολογήσει, είπε πως ήθελε να εκφράσει «την εξαιρετική απόλαυση που είχε αισθανθεί ακούγοντας την Νατιέζντα Θεοδόσιεβνα, την προηγούμενη φορά, να τραγουδάει εκείνο το ρομαντικό τραγούδι στο πιάνο…» Μπέρδεψε τα λόγια του, δεν κατάφερε ν’ αποτελειώσει τη φράση του και έμεινε σαστισμένος, προσπαθώντας να γλιστρήσει τη θήκη στα χέρια της Νάντιας που δεν ήθελε να την πάρει και που, κατακόκκινη από ντροπή και θυμό, έκρυβε πίσω της τα χέρια της. Τελικά, στράφηκε με αυθάδεια προς τη μητέρα της που φαινόταν πολύ συγχυσμένη και είπε δυνατά:

   «Δεν θέλω να το πάρω, μαμά!»

   «Να το πάρεις και να πεις ευχαριστώ», δήλωσε ο πατέρας της αυστηρά, αλλά ήταν κι αυτός δυσαρεστημένος. «Ήταν περιττό, περιττό», ψιθύρισε στον Παύλο Παύλοβιτς με ύφος επιτιμητικό.

   Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, η Νάντια πήρε τη θήκη και, με χαμηλωμένα τα μάτια, έκανε μια παιδιάστικη υπόκλιση, σκύβοντας απότομα και ορθώνοντας πάλι το κορμί της, σαν να την τίναξε ελατήριο. Μια από τις αδελφές πλησίασε να δει το βραχιόλι και η Νάντια της έδωσε τη θήκη κλειστή, δείχνοντας έτσι πως αυτή δεν ήθελε να δει το κόσμημα. Το βγάλανε από τη θήκη· πέρασε από χέρι σε χέρι, όλοι όμως το εξέτασαν σιωπηλοί, μερικοί μάλιστα μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο. Μονάχα η μητέρα είπε με άτονη φωνή πως το βραχιόλι ήταν πολύ ωραίο. Ο Παύλος Παύλοβιτς θα ήθελε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

        Ο Βελτσάνινοβ έσπευσε να τον βοηθήσει. Άρχισε να μιλάει δυνατά, αρπάζοντας την πρώτη ιδέα που του ήρθε στο μυαλό· δεν πέρασαν πέντε λεπτά και είχε κιόλας προσελκύσει την προσοχή όλης της συντροφιάς. Ήξερε στην εντέλεια την τέχνη της κοσμικής φλυαρίας, την τέχνη αυτή που το μυστικό της είναι να φαίνεσαι απολύτως απλός και ειλικρινής, δείχνοντας ταυτοχρόνως με το ύφος σου πως θεωρείς αυτούς που σ’ ακούνε το ίδιο ειλικρινείς και απλούς. Όταν το καλούσε η περίσταση, ήξερε να παίζει πολύ καλά το ρόλο του ανοιχτόκαρδου και ευτυχισμένου ανθρώπου. Ήξερε επίσης να πετάει στην κατάλληλη στιγμή ένα ευφυολόγημα, έναν υπαινιγμό διασκεδαστικό, ένα πετυχημένο αστείο δήθεν εντελώς τυχαία και δίνοντας την εντύπωση πως ούτε το πρόσεχε, παρ’ όλο που ήταν πολύ πιθανό να είχε προετοιμάσει από καιρό αυτό το ευφυολόγημα, το αστείο, ακόμη και το λογύδριο να το είχε μάθει από έξω και ανακατωτά και να είχε κάνει τη φιγούρα του μ’ αυτό πολλές φορές. Εκείνη την ημέρα όμως η ψυχική του διάθεση υποβοηθούσε την τέχνη του· είχε κέφι, κάτι τον έσπρωχνε· είχε την απόλυτη, μεθυστική βεβαιότητα πως, σε πέντε λεπτά, όλα τα μάτια θα καρφώνονταν επάνω του, και όλοι δεν θα άκουγαν πια παρά μονάχα αυτόν, δε θα μιλούσαν παρά μαζί του, δε θα γελούσαν παρά με ό,τι θα έλεγε εκείνος. Πραγματικά, γέλια ξέσπασαν εδώ και εκεί· λίγο-λίγο η κουβέντα γενικεύτηκε· ο Βελτσάνινοβ είχε σε μεγάλο βαθμό το ταλέντο να προσελκύει τους άλλους στη συζήτηση· άκουγες κιόλας τρεις-τέσσερις φωνές να μιλούν όλες μαζί. Ικανοποίηση, σχεδόν χαρά, φώτισαν το σκυθρωπό και κουρασμένο πρόσωπο της κυρίας Ζαχλιέμπινιν· το ίδιο έγινε και με την Κατερίνα Θεοδόσιεβνα, που άκουγε και κοίταζε καταγοητευμένη. Η Νάντια παρατηρούσε τον Βελτσάνινοβ με τρόπο, αλλά πολύ προσεκτικά το έβλεπες πως ήταν προκατειλημμένη εναντίον του. Αυτό κέντρισε ακόμη περισσότερο τον Βελτσάνινοβ. Η Μαρία Νικήτισνα, η «κακιά», κατάφερε ωστόσο να του πετάξει, μέσα στην κουβέντα ένα τσουχτερό πείραγμα: είπε πως μιλώντας γι’ αυτόν, την προηγούμενη μέρα, ο Παύλος Παύλοβιτς, τον είχε περιγράψει σαν ένα παιδικό φίλο του· πρόσθετε έτσι, τονίζοντας το άλλωστε, εφτά χρόνια στην ηλικία του. Ο Βελτσάνινοβ όμως κατόρθωσε τελικά να κερδίσει τη συμπάθεια και της δύσκολης Μαρίας Νικήτισνα. Ο Παύλος Παύλοβιτς ήταν κατάπληκτος. Ήξερε βέβαια τα προσόντα του φίλου του και η επιτυχία του τον ευχαρίστησε στην αρχή· είχε γελάσει τυπικά με τους άλλους και είχε πάρει μέρος στην κουβέντα· σιγά-σιγά όμως έπεσε σε συλλογή, σε μελαγχολία, και το πρόσωπό του πρόδωσε τα αισθήματα που τον αναστάτωναν.

   «Βλέπω πως είσαστε ένας επισκέπτης με τον οποίο δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να ψάχνει να βρίσκει θέματα ομιλίας», δήλωσε εύθυμα ο κύριος Ζαχλιέμπινιν, καθώς σηκωνόταν να πάει στο δωμάτιό του, στο δεύτερο πάτωμα, για να υπογράψει – παρ’ όλο που ήταν γιορτή – διάφορα έγγραφα. «Και να φαντασθείτε πως σας είχα για τον πιο υποχονδριακό νέο που έτυχε να συναντήσω. Πώς γελιέται κανείς!»

   Υπήρχε ένα πιάνο στο σαλόνι. Ο Βελτσάνινοβ ρώτησε ποιος ενδιαφερόταν για τη μουσική και στράφηκε ξαφνικά στη Νάντια:

   «Τραγουδάτε, νομίζω».

   «Ποιος σας το είπε;» έκανε εκείνη ξερά.

   «Ο Παύλος Παύλοβιτς το είπε πριν από λίγο».

   «Δεν είναι αλήθεια. Τραγουδώ έτσι, για γούστο. Δεν έχω καν φωνή.»

   «Και εγώ δεν έχω φωνή και όμως τραγουδώ.»

   «Θα τραγουδήσετε, λοιπόν;» Τότε θα τραγουδήσω και εγώ», είπε η Νάντια και τα μάτια της λάμψανε. «Αργότερα όμως, μετά το δείπνο», πρόσθεσε. «Το βαρέθηκα το πιάνο. Στο σπίτι μας όλοι τραγουδούν και παίζουν πιάνο από το πρωί ως το βράδυ. Η Κάτια δεν κάνει και τίποτ’ άλλο.»

   Ο Βελτσάνινοβ το σημείωσε αυτό. Έμαθε πως σε λίγο η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα ήταν η μόνη από όλες τις αδελφές που μελετούσε σοβαρά μουσική. Την παρακάλεσε αμέσως να παίξει κάτι. Το γεγονός ότι έκανε την παράκλησή του στην Κάτια τους ευχαρίστησε φανερά όλους, η μαμά κοκκίνισε μάλιστα από τη χαρά της. Η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα σηκώθηκε χαμογελαστή και προχώρησε προς το πιάνο· ξαφνικά έγινε κατακόκκινη και ντράπηκε που κοκκίνιζε έτσι σαν κοριτσάκι, αυτή, η τόσο μεγάλη, η τόσο ψηλή, εικοσιτεσσάρων χρόνων κοπέλα πια. Και όλα τα συναισθήματα ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπό της όταν άρχισε να παίζει. Έπαιξε ένα κομμάτι του Χάυντν, πολύ καθαρά, χωρίς έκφραση όμως. Είχε τρακ. Όταν τέλειωσε, ο Βετσάνινοβ επαίνεσε με ενθουσιασμό όχι το παίξιμο της Κάτιας, αλλά τον Χάυντν και ιδιαίτερα το κομμάτι που είχε παίξει· αυτό φάνηκε να την ευχαρίστησε τόσο πολύ, άκουγε με τόση ευγνωμοσύνη και χαρά τους επαίνους που απευθύνονταν όχι σ’ αυτήν αλλά στον Χάυντν, που ο Βελτσάνινοβ άθελά του, της έριξε ένα βλέμμα πιο προσεκτικό, πιο θωπευτικό: «Είσαι αλήθεια σπουδαία κοπέλα», έμοιαζε να λέει, κι όλα τα κορίτσια κατάλαβαν μονομιάς τούτο το βλέμμα, κυρίως η ίδια η Κάτια Θεοδόσιεβνα.

   «Ωραίος που είναι ο κήπος σας», είπε έξαφνα, χωρίς να απευθύνεται σε καμιά ιδιαιτέρως και γυρίζοντας προς την τζαμένια μπαλκονόπορτα: «Πάμε στον κήπο;»

   «Ναι, ναι, πάμε!» φώναξαν όλες μαζί χαρούμενα λες και είχε μαζέψει ο Βελτσάνινοβ τη μεγαλύτερή τους επιθυμία…»   

 

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) "Χριστουγεννιάτικο δέντρο και Γάμος" (από τις σημειώσεις ενός αγνώστου / Μετάφραση: Κύρα Σίνου - εκδόσεις τσέπης Αγκύρας «Λευκές Νύχτες και άλλα διηγήματα», 1975)

..............................................................
           




      Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881)

         "Χριστουγεννιάτικο δέντρο και Γάμος"
                         (από τις σημειώσεις ενός αγνώστου)

   Είδα τις προάλλες ένα γάμο… όχι έτσι όμως! Καλύτερα να σας διηγηθώ για το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο. Ο γάμος ήταν καλός, μου άρεσε πολύ, μα το άλλο περιστατικό ήταν ακόμη καλύτερο. Δεν ξέρω πώς, μα όταν παρακολουθούσα το γάμο, θυμήθηκα το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο. Να σας πω πώς έγινε. Πριν πέντε ακριβώς χρόνια, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με κάλεσαν σ’ ένα παιδικό χορό. Το πρόσωπο που με κάλεσε ήταν ένας γνωστός επιχειρηματίας, με μέσα, με γνωριμίες, που ειδικευόταν σε σκευωρίες, γι’ αυτό και μπορούσε να υποθέσει κανείς, πως αυτός ο παιδικός χορός δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα, για να μαζευτούν οι γονείς και να συζητήσουν ορισμένα  ενδιαφέροντα θέματα, μ’ έναν δήθεν τυχαίο και αθώο τρόπο. Εγώ ήμουν ξένος εκεί, δεν είχα κανένα ενδιαφέρον και γι’ αυτό πέρασα τη βραδιά μου αρκετά ανεξάρτητα.

     Ήταν κι ένας άλλος κύριος, που όπως φαίνεται δεν είχε κανένα στον κόσμο, και που σαν και μένα, βρέθηκε σ’ ένα ευτυχισμένο οικογενειακό περιβάλλον… Πρώτα απ’ όλους, σ’ αυτόν έπεσε το μάτι μου! Ήταν ένας ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, πολύ σοβαρός, πολύ καλοντυμένος. Ήταν όμως ολοφάνερο πως δεν είχε καμιά όρεξη ούτε για γλέντια ούτε και για την οικογενειακή ευτυχία. Μόλις τραβιόταν σε καμιά γωνιά, σταματούσε αμέσως να χαμογελάει και σούφρωνε τα πυκνά, μαύρα φρύδια του. Εκτός από τον οικοδεσπότη, δε γνώριζε άλλον κανέναν στο χορό. Φαινόταν πως έπληττε φοβερά, μα πως είχε το κουράγιο να παίξει μέχρι το τέλος το ρόλο ενός ανθρώπου που διασκεδάζει και περνάει ευχάριστα.

   Έμαθα αργότερα πως ήταν ένας επαρχιώτης που ήρθε στην πρωτεύουσα για κάποια πολύ σπουδαία και σοβαρή υπόθεση. Είχε φέρει μια συστατική επιστολή στον οικοδεσπότη και κείνος δεν τον ανέλαβε υπό την προστασία του, καθόλου SON AMORE  (όχι δηλαδή από ιδιαίτερη συμπάθεια), μα όμως τον κάλεσε στον παιδικό χορό μόνο από ευγένεια. Κανείς δεν τον έπαιζε χαρτιά, κανείς δεν του πρόσφερε πούρο, κανείς δεν έπιασε συζήτηση μαζί του, ίσως γιατί τον μυρίστηκαν από μακριά και ο κύριος αυτός ήταν αναγκασμένος να χαϊδεύει όλη τη μέρα τις φαβορίτες του, για ν’ απασχολήσει με κάτι τα χέρια του.  Η αλήθεια είναι πως οι φαβορίτες του ήταν πραγματικά περίφημες, μα τις χάιδευε τόσο εντατικά που θα μπορούσε να νομίζει κανείς πως, πρώτα πλάστηκαν αυτές και έπειτα πια έγινε ο κύριος και τον διορίσανε να τις χαϊδεύει.

   Χώρια απ’ αυτόν τον τύπο, που συμμετείχε μ’ αυτόν τον τρόπο στην οικογενειακή ευτυχία του οικοδεσπότη, που είχε πέντε καλοθρεμμένα αγοράκια, μού άρεσε ακόμη ένας κύριος, μα αυτός ήταν εντελώς διαφορετικός. Ήταν μια προσωπικότητα. Τον λέγαν Ιουλιάν Μαστάκοβιτς. Από την πρώτη ματιά, ξεχώριζες πως ήταν ένας επίσημος καλεσμένος και πως οι σχέσεις του με τον οικοδεσπότη ήταν οι ίδιες όπως με τον κύριο, που χάιδευε τις φαβορίτες του. Ο οικοδεσπότης και η κυρία του τού αράδιαζαν ένα σωρό κομπλιμέντα, τον περιποιόντουσαν, τον κερνούσαν συνέχεια, του κάνανε αέρα, φρόντιζαν να του συστήσουν τους φίλους τους, ενώ τον ίδιο δεν τον πήγαιναν σε κανέναν. Πρόσεξα πως στο μάτι του οικοδεσπότη άστραψε ένα δάκρυ, όταν ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς  εκφράστηκε για τη  εσπερίδα, πως σπάνια περνούσε τόσο όμορφα τον καιρό του. Κάπως δεν ένιωσα καλά μπροστά σ’ ένα τόσο σημαίνον πρόσωπο και γι’ αυτό, αφού χάζεψα τα παιδιά, πήγα σ’ ένα μικρό σαλονάκι όπου δεν ήταν κανείς και κάθισα σε μια γωνιά γεμάτη λουλούδια, όπου καθόταν συνήθως η κυρία του σπιτιού, που έπιανε σχεδόν το μισό δωμάτιο. 

   Τα παιδιά ήταν πολύ χαριτωμένα και δε θέλανε με κανένα τρόπο να μοιάσουν στους  μ ε γ ά λ ο υ ς, μ’ όλο που οι γκουβερνάντες και οι μαμάδες πάσχιζαν να τα πείσουν. Σε μια στιγμή  είχαν καθαρίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μέχρι και την τελευταία καραμέλα και πρόλαβαν να σπάσουν τα μισά παιχνίδια, προτού μάθουν ποιο προορίζεται για ποιον. Ιδιαίτερα χαριτωμένο ήταν ένα αγοράκι, με μαύρα μάτια και μπουκλάκια, που όλο ήθελε να με σκοτώσει με το ξύλινο τουφέκι του. Μα περισσότερο απ’ όλα τράβηξε την προσοχή μου η αδελφούλα, ένα κοριτσάκι κάπου έντεκα χρόνων, όμορφο σαν αγγελούδι, ήσυχο σκεφτικό, χλωμό, με τεράστια γουρλωμένα ονειροπόλα μάτια. Κάτι του κάνανε τα άλλα παιδιά και γι’ αυτό έφυγε και ήρθε στο σαλονάκι όπου καθόμουνα και γω και κάθισε σε μια γωνιά, παίζοντας με την κούκλα του. Οι καλεσμένοι δείχνανε με σεβασμό έναν πλούσιο εργολάβο, τον πατέρα του, και κάποιος ψιθύρισε, πως έχει κιόλας βάλει κατά μέρος τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια για την προίκα της. Γύρισα να δω αυτούς που δείξανε ενδιαφέρον γι’ αυτό το γεγονός και το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, που με τα χέρια του πίσω από την πλάτη του και το κεφάλι του λίγο γερμένο προς το πλάι, άκουγε με κάπως υπερβολικό ενδιαφέρον τις φλυαρίες αυτών των κυρίων. Ύστερα δεν μπόρεσα παρά να θαυμάσω τη σοφία με την οποία οι οικοδεσπότες μοίρασαν τα παιδικά δώρα. Το κοριτσάκι, που είχε κιόλας τριακόσιες χιλιάδες για προίκα, πήρε μια πολυτελέστατη κούκλα. Ακολουθούσαν τα άλλα δώρα που κατέβαιναν σε αξία, όσο κατέβαιναν σε κοινωνική σειρά και οι γονείς όλων αυτών των ευτυχισμένων παιδιών.

   Το τελευταίο δώρο το πήρε ένα αγοράκι, καμιά δεκαριά χρόνων, αδύνατο, κοντούλικο, κοκκινομάλλικο, γεμάτο πανάδες. Πήρε μόνο ένα βιβλίο, με διηγήματα που μιλούσαν για το μεγαλείο της φύσεως, για τα δάκρυα συγκινήσεως και άλλα τέτοια, που δεν είχε ούτε μια εικόνα, ούτε καν ένα σκίτσο. Ήταν ο γιος της γκουβερνάντας των παιδιών του οικοδεσπότη, μιας φτωχιάς χήρας, κι ήταν ένα παιδί πολύ τρομαγμένο και κυνηγημένο απ’ όλους. Φορούσε ένα σακάκι από άθλιο ύφασμα. Αφού πήρε το βιβλίο που του ‘δωσαν, στριφογύριζε πολλή ώρα γύρω από τ’ άλλα παιχνίδια. Ήθελε πάρα πολύ να παίξει με τα άλλα παιδιά, μα δεν τολμούσε. Ήταν ολοφάνερο πως ήξερε κιόλας και καταλάβαινε τη θέση του. Μού αρέσει πολύ να παρατηρώ τα παιδιά. Η πρώτη τους ανεξάρτητη αντίδραση στη ζωή, παρουσιάζει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον. Πρόσεξα πως το κοκκινομάλλικο αγοράκι εντυπωσιάστηκε τόσο από τα παιχνίδια των άλλων παιδιών, κυρίως με το θέατρο, όπου ήθελε οπωσδήποτε να παίξει κάποιο ρόλο, που κατέφυγε σε γαλιφιές. Χαμογελούσε και προσπαθούσε να κάνει το καλό στα άλλα παιδιά, έδωσε ακόμη και το μήλο του σ’ ένα άλλο παχουλό παιδί, που είχε κιόλας μαζέψει ένα ολόκληρο μπογαλάκι δώρα, και μάλιστα έφτασε στο σημείο ν’ αφήσει κάποιο απ’ αυτά να το καβαλικέψει, φτάνει να μην το διώχνανε από το θέατρο. Μετά από ένα λεπτό όμως, κάποιο παλιόπαιδο το έδειρε. Το παιδάκι δεν τόλμησε καν να κλάψει. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε η γκουβερνάντα, η μαμάκα του, και το διέταξε να μην εμποδίζει τα άλλα παιδιά να παίζουν. Το παιδάκι μπήκε στο ίδιο σαλόνι όπου ήταν το κοριτσάκι. Εκείνο τον άφησε να παίξει μαζί του και άρχισαν να ντύνουν την κούκλα πολυτελείας.

   Καθόμουνα κιόλας μισή ώρα στο βελουδένιο παβιγιόν και σχεδόν είχα κοιμηθεί, ακούγοντας την ψιλοκουβέντα του κοκκινομάλλικου αγοριού και της καλλονής με τις τριακόσιες χιλιάδες ρούβλια προίκα, καθώς περιποιόντουσαν την κούκλα, όταν στο δωμάτιο μπήκε ξαφνικά ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς. Επωφελήθηκε από ένα τρομερό καβγά των παιδιών, για να φύγει κρυφά από τη σάλα. Είχα προσέξει πως ένα λεπτό πιο πριν, είχε μια πολύ θερμή συνομιλία με τον μπαμπάκα της πλούσιας μέλλουσας νύφης, που μόλις τον γνώρισε, του μίλησε σχετικά με τα πλεονεκτήματα που είχε μια υπηρεσία μπροστά σε μια άλλη. Στεκόταν τώρα βυθισμένος σε σκέψεις και σαν να μετρούσε κάτι στα δάχτυλα.

   -Τριακόσια… τριακόσια, μουρμούριζε. Έντεκα… δώδεκα… δεκατρία κτλ., δεκάξι – πέντε χρόνια! Ας πούμε τέσσερα τοις εκατό το μήνα, επί 12, πέντε φορές ίσον 60, σ’ αυτούς τους εξήντα μήνες, σε πέντε χρόνια δηλαδή, θα γίνουν τετρακόσια. Μάλιστα! Μα δε θα κρατήσει τετρακόσια ο απατεώνας! Μπορεί να παίρνει και οχτώ και δέκα τοις εκατό το μήνα. Ας πούμε πεντακόσιες, τουλάχιστον πεντακόσιες χιλιάδες, αυτό είναι σίγουρο, τα ρέστα θα πάνε στα ρούχα, χμ…

   Τέλειωσε τους υπολογισμούς του, φύσηξε τη μύτη του και έκανε να βγει από το δωμάτιο, μα ξαφνικά είδε το κοριτσάκι και σταμάτησε. Εμένα δεν με είδε, χωμένο πίσω από τις γλάστρες με τα λουλούδια. Μου φαινόταν πως ήταν εξαιρετικά ταραγμένος. Μπορεί να ήταν οι υπολογισμοί που τον είχαν ταράξει, μπορεί και κάτι άλλο, πάντως έτριβε συνέχεια τα χέρια του και δεν μπορούσε να σταθεί σ’ ένα μέρος. Αυτή η ταραχή μεγάλωσε ως εκεί που δεν έπαιρνε, όταν σταμάτησε και έριξε μια άλλη αποφασιστική ματιά στη μέλλουσα νύφη. Έκανε να προχωρήσει, μα κοίταξε πρώτα ολόγυρα. Ύστερα άρχισε να πλησιάζει το παιδί ακροπατώντας, σα να καταλάβαινε πως φταίει. Το πλησίασε χαμογελώντας ελαφρά, έσκυψε και το φίλησε στο κεφαλάκι. Το κοριτσάκι που δεν περίμενε να του ριχτούν, έβγαλε μια φωνή από τον τρόμο του.

   -Και τι κάνετε εδώ, γλυκό μου παιδί; το ρώτησε ψιθυριστά, ρίχνοντας μια ματιά ολόγυρα και του χάιδεψε το μάγουλο.
   -Παίζουμε…
   -Έτσι; Μ’ αυτόν εδώ;
   Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς στραβοκοίταξε το αγοράκι.
   -Πήγαινε στη σάλα, χρυσέ μου, του είπε.
   Το αγοράκι δε μίλησε και τον κοίταζε με γουρλωμένα τα μάτια. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς έριξε πάλι μια ματιά ολόγυρα και έσκυψε ξανά στο κοριτσάκι.
   -Και τι είναι αυτό, γλυκό μου παιδί, κουκλάκι; ρώτησε.
   -Κουκλάκι, απάντησε δειλά το κοριτσάκι κατσουφιάζοντας.
   -Κουκλάκι… Και ξέρεις, γλυκό μου παιδί, από τι είναι φτιαγμένο το κουκλάκι σου;
   -Όχι, απάντησε ψιθυριστά το κοριτσάκι και χαμήλωσε εντελώς το κεφάλι του.
   - Από κουρελάκια, ψυχούλα μου. Εσύ αγοράκι μου πήγαινε στη σάλα να παίξεις με τους συνομηλίκους σου, είπε ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς και κοίταξε αυστηρά το παιδάκι.
   Το κοριτσάκι και τ’ αγοράκι πιαστήκανε από το χέρι κατσουφιάζοντας. Δεν ήθελαν να χωρίσουν.
   -Και ξέρεις γιατί σου χάρισαν αυτό το κουκλάκι; ρώτησε ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, χαμηλώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του.
   -Δεν ξέρω.
   -Γιατί ήσουνα όλη τη βδομάδα καλό και φρόνιμο παιδί.
   Σ’ αυτό το σημείο ο Ιουλιάν Μαστακοβιτς  ταράχτηκε όσο δεν έπαιρνε άλλο και χαμηλώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του, ρώτησε με μια φωνή που μόλις και ακουγόταν από την ταραχή και την ανυπομονησία του.
   -Και θα μ’ αγαπάτε, γλυκό μου κοριτσάκι, όταν θα έρθω να επισκεφτώ τους γονείς σας;
   Λέγοντας αυτό ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, έκανε να φιλήσει το όμορφο κοριτσάκι, μα το κοκκινομάλλικο αγοράκι βλέποντας πως εκείνο κόντευε να κλάψει για τα καλά, το άρπαξε από το χέρι και άρχισε να κλαψουρίζει δείχνοντάς του την πλήρη συμπαράστασή του. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς θύμωσε για τα καλά.
   -Έξω, έξω από δω, έξω! φώναξε στ’ αγοράκι. Πήγαινε στη σάλα. Πήγαινε στους συνομήλικούς σου!
- Όχι, όχι, είπε το κοριτσάκι. Εσείς να φύγετε. Αφήστε τον, αφήστε τον! πρόφερε σχεδόν κλαίγοντας πια.

   Κάποιος έκανε ένα θόρυβο κοντά στην πόρτα. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς ανασήκωσε αμέσως το μεγαλόπρεπο πάνω μέρος του κορμιού του και σα να τρόμαξε. Μα το κοκκινομάλλικο αγοράκι τρόμαξε ακόμη περισσότερο από τον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς και σερνόμενο τοίχο – τοίχο, κατευθύνθηκε σιγά – σιγά από το σαλόνι στην τραπεζαρία. Για να μη γεννήσει υποψίες ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, πήγε κι αυτός στην τραπεζαρία. Ήταν κόκκινος σαν αστακός και όταν είδε τη φάτσα του στον καθρέφτη, σα να ντράπηκε. Ίσως να φουρκίστηκε με τη σύγχυση και την ανυπομονησία του.  Ήταν πιθανό να του έκανε τέτοια εντύπωση ο υπολογισμός του στα δάχτυλα, να τον έβαλε σε τέτοιο πειρασμό, που αδιαφορώντας για τη μεγάλη και σοβαρή θέση του, αποφάσισε να ενεργήσει σαν παλιόπαιδο και ρίχτηκε στα γεμάτα το αντικείμενο των ονείρων του, μ’ όλο που έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια, για να του γίνει προσιτό. Μπήκα πίσω απ’ αυτόν τον σπουδαίο κύριο στην τραπεζαρία και αντίκρισα ένα παράδοξο θέαμα. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, κόκκινος σαν παντζάρι από τη φούρκα του και την κακία του, τρόμαζε το κοκκινομάλλικο αγοράκι, που φεύγοντας όλο και πιο πέρα απ’ αυτόν, δεν ήξερε πού να πάει, πάνω στον τρόμο του.
   -Έξω, τι κάνεις εδώ, έξω παλιόπαιδο, έξω! Κλέβεις φρούτα, έτσι; Φρούτα κλέβεις; Έξω, παλιόπαιδο, έξω  μυξιάρικο, πήγαινε στους συνομήλικούς σου!

   Το τρομαγμένο παιδάκι αποφάσισε να προσφύγει στο τελευταίο μέσον και έκανε να χωθεί κάτω απ’ το τραπέζι. Τότε ο διώκτης του, που είχε ανάψει ως εκεί που δεν έπαιρνε άλλο, πήρε το μεγάλο μπατιστένιο μαντίλι του και άρχισε να το χτυπάει σα μαστίγιο, για να διώξει κάτω από το τραπέζι το παιδάκι που είχε τρομοκρατηθεί εντελώς. Πρέπει να πω πως ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς ήταν αρκετά χοντρούλης. Ήταν ένας άνθρωπάκος καλοθρεμμένος, ροδαλός, παχουλός, με κοιλίτσα, με χοντρά μπούτια, αυτό που λέμε χοντρή μπαλίτσα. Ήταν καταϊδρωμένος, και είχε λαχανιάσει και κοκκινίσει φοβερά. Στο τέλος, θαρρείς και λύσσαξε, τόσο είχε ανάψει μέσα του η αγανάκτηση και, ποιος ξέρει, μπορεί και η ζήλια. Έσκασα στα γέλια. Ο Ιουλιάν Ματάκοβιτς γύρισε και μ’ όλη την κοινωνική του θέση καταντράπηκε. Την ίδια στιγμή μπήκε από την αντίθετη πόρτα και ο οικοδεσπότης. Τ’ αγοράκι βγήκε κάτω απ’ το τραπέζι και άρχισε να σκουπίζει τους αγκώνες του και τα γόνατά του. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς έφερε βιαστικά στη μύτη το μαντήλι του που το κρατούσε από τη μια άκρη.
   Ο οικοδεσπότης κοίταξε και τους τρεις μας κάπως απορημένα, μα καθώς ήταν άνθρωπος μπασμένος στη ζωή και την έβλεπε με μάτι σοβαρό, επωφελήθηκε αμέσως της ευκαιρίας που πρόλαβε μόνο του τον ξένο του.
   -Αυτό είναι τ’ αγοράκι που είχα την τιμή να σας παρακαλέσω, είπε δείχνοντας το κοκκινομάλλικο παιδάκι.
   -Πώς; είπε ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, που δεν πρόλαβε να συνέλθει ακόμη εντελώς.
   -Είναι ο γιος της γκουβερνάντας των παιδιών μου, συνέχισε ο οικοδεσπότης σε παρακλητικό τόνο, είναι φτωχιά γυναίκα, χήρα ενός τίμιου υπαλλήλου και γι’ αυτό… αν γίνεται, Ιουλιάν Μαστάκοβιτς…

   -Όχι, όχι, φώναξε βιαστικά ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, όχι, με συγχωρείτε, Φιλίπ Αλεξέγιεβιτς, μα δεν είναι δυνατόν. Ρώτησα, δεν υπάρχει κενή θέση, μα και να υπήρχε ακόμη, θα υπάρχουν κιόλας δέκα άλλοι υποψήφιοι, που έχουν πολύ μεγαλύτερα δικαιώματα απ’ αυτόν… λυπάμαι πολύ, λυπάμαι…

   -Κρίμα, επανέλαβε ο οικοδεσπότης, είναι καλό και πολύ ήσυχο παιδάκι…

   -Είναι πολύ άτακτος, όπως πρόσεξα, απάντησε ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, στραβώνοντας υστερικά το στόμα του. Φύγε, αγοράκι, τι στέκεσαι εκεί; Πήγαινε να βρεις τους συνομηλίκους σου! είπε, γυρίζοντας προς το παιδάκι.

   Φαίνεται πως δεν μπόρεσε να κρατηθεί εκεί επάνω και με κοίταξε με ένα μάτι. Ούτε και γω μπόρεσα να κρατηθώ και άρχισα να γελάω κοιτάζοντάς τον κατάμουτρα. Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς γύρισε αμέσως αλλού το κεφάλι του και ρώτησε αρκετά φανερά τον οικοδεσπότη.

   -Ποιος είναι αυτός ο παράξενος νέος;

   Συζητώντας ψιθυριστά, βγήκαν από το δωμάτιο. Είδα μετά, πως ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς ακούγοντας τις εξηγήσεις του οικοδεσπότη, κουνούσε δύσπιστα το κεφάλι του.

   Αφού χόρτασα γέλιο, γύρισα στη σάλα. Εκεί ο «μέγας ανήρ», περιτριγυρισμένος από οικογενειάρχες και τις γυναίκες τους, από τον οικοδεσπότη και τη σύζυγό του, εξηγούσε κάτι με ζέση σε μια κυρία, που μόλις τη φέρανε κοντά του. Η κυρία κρατούσε από το χέρι το κοριτσάκι με το οποίο πριν δέκα λεπτά ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς είχε εκείνη τη σκηνή στο σαλόνι. Τώρα έκανε χίλια κομπλιμέντα και επαινούσε την ομορφιά, τα χαρίσματα, τη χάρη και την καλή ανατροφή του γλυκού παιδιού. Ήταν φανερό πως σχιζόταν μπροστά στη μητέρα. Η μητέρα τον άκουγε κοντεύοντας να αναλυθεί σε δάκρυα ενθουσιασμού. Τα χείλη του πατέρα χαμογελούσαν. Ο οικοδεσπότης χαιρόταν με τη γενική χαρά. Ακόμη και οι καλεσμένοι φαίνονταν να είναι σύμφωνοι, ακόμα και τα παιδιά παράτησαν τα παιχνίδια τους, για να μην εμποδίζουν τη συζήτηση. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν διαποτισμένη με ευλάβεια. Έμαθα αργότερα, πως η μαμάκα του κοριτσιού που τον ενδιέφερε, που συγκινήθηκε βαθύτατα, παρακάλεσε με ξεχωριστά λόγια τον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, να τους κάνει την ιδιαίτερη τιμή και να χαρίσει στο σπίτι τους την πολύτιμη φιλία του, έμαθα επίσης πως ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς δέχτηκε με ανείπωτο ενθουσιασμό αυτή την πρόσκληση και πως οι καλεσμένοι, αφού σκόρπισαν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια, επαινούσαν μεταξύ τους με τα πιο συγκινητικά λόγια τον εργολάβο, τη γυναίκα του, το κοριτσάκι και ιδιαίτερα τον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς.

   -Είναι παντρεμένος αυτός ο κύριος; ρώτησα, σχεδόν φωναχτά, κάποιον γνωστό μου, που στεκόταν πολύ κοντά στον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς.

   Ο Ιουλιάν Μαστάκοβιτς μού έριξε μια ερωτηματική και μοχθηρή ματιά.

   -Όχι! απάντησε ο γνωστός μου, που στενοχωρέθηκε κατάκαρδα με την έλλειψη τακτ που έδειξα, και πρέπει να ομολογήσω πως την έδειξα εσκεμμένα…

   Τις προάλλες περνούσα μπροστά από την εκκλησία …σκαΐα. Μου έκαναν εντύπωση το πλήθος του κόσμου και τα πολλά αμάξια. Ολόγυρα ο κόσμος συζητούσε το γάμο. Η μέρα ήταν γκρίζα, άρχιζε η παγωνιά. Χώθηκα μαζί με τον κόσμο στην εκκλησία και είδα το γαμπρό. Ήταν ένας καλοθρεμμένος κοντούλης, με κοιλίτσα και πολύ στολισμένος. Έτρεχε πέρα-δώθε, φρόντιζε και έδινε διαταγές. Στο τέλος ακούστηκαν κουβέντες πως ερχόταν η νύφη. Χώθηκα μέσα στο πλήθος και είδα μια θαυμάσια καλλονή, που μόλις είχε λουλουδιάσει. Μα η όμορφη κοπέλα ήταν χλωμή και θλιμμένη. Έμοιαζε  αφηρημένη. Μού φάνηκε μάλιστα πως τα μάτια της ήταν κόκκινα από πρόσφατα δάκρυα. Η κλασική αυστηρότητα κάθε χαρακτηριστικού της πρόσδινε στην ομορφιά της κάποια μεγαλοπρέπεια. Μέσα όμως απ’ αυτή τη μεγαλοπρέπεια, μέσα απ’ αυτή τη θλίψη, έβλεπε κανείς ακόμα την παιδική της μορφή. Έβλεπες κάτι το εντελώς απλοϊκό, κάτι που δεν είχε σταθεροποιηθεί ακόμη, κάτι το πολύ νέο, που έμοιαζε να παρακαλεί από μόνο του, χωρίς παρακάλια, να το λυπηθούν και να το ελεήσουν.

   Λέγανε πως η νύφη μόλις είχε κλείσει τα δεκάξι. Κοίταξα το γαμπρό πιο προσεχτικά και ξαφνικά αναγνώρισα τον Ιουλιάν Μαστάκοβιτς, που είχα να τον δω ακριβώς πέντε χρόνια. Κοίταξα και κείνην… Θεέ μου! Άρχισα ν’ ανοίγω βιαστικά δρόμο για να βγω από την εκκλησία. Ο κόσμος γύρω έλεγε, πως η νύφη ήταν πολύ πλούσια, πως η νύφη είχε πεντακόσιες χιλιάδες προίκα και άλλα λεφτά σε είδη ρουχισμού…

   -Εδώ που τα λέμε, ο υπολογισμός ήταν σπουδαίος! σκέφτηκα όταν βγήκα επιτέλους στο δρόμο…


Μετάφραση: Κύρα Σίνου


(εκδόσεις τσέπης Αγκύρας «Λευκές Νύχτες και άλλα

διηγήματα», 1975)