Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρύλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρύλοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

" ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΝΑΔΕΣ ΜΑΣ - Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου" Από τον Αλέξανδρο Ασωνίτη ("Ελευθεροτυπία" / Βιβλιοθήκη, Σάββατο 3 Ιουλίου 2010)

..........................................................
 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΝΑΔΕΣ ΜΑΣ

Η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου

 

 

Η μοίρα των γυναικών είναι η μοίρα του κόσμου, και τη μοίρα του κόσμου την ορίζουν οι άντρες. Η μοίρα της Αγγελικής Νίκλη και της Αδριανής Ρουκάνη (σε μικρότερο βαθμό) είναι η μοίρα γυναικών που, εν ζωή, υπέμειναν αγόγγυστα το τίμημα της πρωταρχικής ευφυΐας και της πολύπλοκης γενναιότητας της μήτρας.
Το τίμημα περιλαμβάνει όμως και μεταθανάτια αντίποινα, έτσι η Αγγελική Νίκλη διασχίζει την Ιστορία μέσα σε μια γλοιώδη ηθικοπλαστική χλεύη που, μαζί με τον εξευτελισμό της, στοχεύει τον πρώτο της γιο, Διονύσιο Σολωμό. Του προσάπτουν ότι είναι νόθος, εξώγαμο, παράνομο, χαρακτηρισμοί νηπιώδους κενοσοφίας, που, ωστόσο, απασφαλίζουν έναν σταθερά εμφανιζόμενο, μνησίκακο και συμπλεγματικό, οχετό ύβρεων κατά του προσώπου του, το οποίο θεωρούν εύκολο να λοιδορήσουν όσοι δεν έχουν το υποτυπώδες θάρρος να χαρούν από το τετελεσμένο της ποιήσεώς του μέγα επίτευγμα.
Το «παράπτωμα» που καταλογίζουν εμμέσως (και το έμμεσο σημαίνει πάντα πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό βόρβορο) στη Νίκλη είναι ότι έκανε τον Διονύσιο και τον Δημήτριο σε σχέση παλλακείας με τον εργοδότη της, κόντε Νικόλαο Σολωμό, ο οποίος το βράδυ πριν πεθάνει νυμφεύθηκε την υπηρέτριά του Αγγελική Νίκλη και αναγνώρισε τους δύο φυσικούς γιους του. Κι επειδή η ανανδρία δεν μοιάζει ποτέ της παλικαριάς, ούτε η αχαριστία και η μικροψυχία τής μοιάζουν, η Νίκλη αντιμετωπίζεται υποτιμητικά σαν γυναίκα και μάνα δεύτερης κατηγορίας, μάνα νόθων. Η γέννα τους γέννησε την καταστροφή για τη μάνα, που ολοκληρώθηκε όταν ένας τρίτος γιος της, από δεύτερο εσπευσμένο γάμο, ο νομικός Ιωάννης Λεονταράκης (η εγγενής ειρωνεία κάποιων επωνύμων λύνει εξαρχής κάθε ζήτημα), προσέφυγε στα δικαστήρια ζητώντας να αναγνωρισθεί ως νόμιμος-γνήσιος γιος τού κόντε Σολωμού και να πάρει ολόκληρη την περιουσία, αποκλείοντας τους δύο φυσικούς γιους1. Η λιονταρίνα Αγγελική Νίκλη, προφανώς εξαπατημένη (ή εκβιαζόμενη από τον αργυραμοιβό σύζυγό της) σχετικά με τις συνέπειες του αιτήματος, και παραβλέποντας με παράλογο τρόπο τον αντίκτυπο που θα είχε η προκλητική στάση της στην ψυχολογία των δύο πρώτων της γιων και στις σχέσεις τους μαζί της, υποστήριξε με θέρμη το άτοπο αίτημα, για να επωφεληθεί οικονομικώς και το τρίτο της, ζηλόφθονο και λαίμαργο, λιονταράκι, όμως, καθώς η προσωπική της ζωή έγινε περίγελως, κατρακύλησε στην ανυποληψία και στην καταφρόνηση, κι αυτά όλα αποτέλεσαν ένα αξεπέραστο χτύπημα για τον Σολωμό.
Ο γιος της που 'γραφε: «Νόμιζέ με φιλοστοργώτατόν σου υιόν - Νοιώθω ν' αδυνατίζει κάπως το φως μου. Θεέ μου, δε θα θέλω να φθάσω σε θέσι να μη μπορώ να σε ξαναδώ»1, κι είχε ήδη γράψει προφητικό λαϊκό τραγούδι για τη μοίρα της μάνας του και των γυναικών: «Κόσμε ψεύτη! τες κόρες τες μαύρες, κατατρέχεις όσο είν' ζωντανές, σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι την τιμήν, όταν είναι νεκρές», δεν θέλησε να την ξαναδεί ούτε να της ξαναμιλήσει. Της έκανε έξωση από το σπίτι τους. Τη διέγραψε. Ηταν η παράφορη, οργισμένη αντίδραση ενός ορφανού από εννιά χρονώ μεγαλωμένου στην ουσία μόνο από τη μάνα του, στην οποία όφειλε τις θύραθεν, σκληροτράχηλες και αθυρόνοες, ρίζες της παιδείας και της ποιήσεώς του που άνθιζε στο χάσμα των πραγμάτων, ή ήταν η άκαμπτη διορατικότητα ενός καθιερωμένου ποιητή που είδε τον πυρήνα της υπάρξεως του, τη ζωή της μάνας του, να διασύρεται, και διείδε ότι η προσβλητική αυτή υπόθεση θα γινόταν εφαλτήριο ν' αμαυρωθεί, μέσω του μεθεπόμενου δικού του διασυρμού, η ίδια η Αδήπνοη ποίησή του, κάτι που συνέβη και συμβαίνει, εσχάτως με πρόσχημα τις στροφές του Υμνου για την άλωση της Τριπολιτσάς, κατά τις μομφές που του αποδίδουν με αξιοζήλευτη τόλμη οι περικαλλείς σπουδαρχίδαι της τερπνής παλαιικότητας.
Μήπως όμως η τεράστια ψυχική δοκιμασία, που τον εξάντλησε, τον ώθησε κιόλας να προσδώσει αυτό το εκπληκτικό ψυχικό βάθος στους ήρωες των ημιτελών συνθέσεών του, αναδεικνύοντάς τον και σε μυθιστοριογράφο σπάνιας ποιότητας, μήπως η δίκη ήταν το τραγούδι που, πάλι παιδευτικά, τραγούδαγε η μάνα στον ενήλικο τώρα γιο της, ίδιας σημασίας με 'κείνα τα τραγούδια που του 'λεγε όταν ήταν μικρός και τον έκαναν να νιώθει πόσο γερά κι ασύντριπτα είναι τα κόκαλα της γλώσσας και πως μόνο οι λέξεις ασβεστώνουν αδιάβροχα το νοτισμένο κέλευθος του κόσμου -είχε ωραία φωνή η καλλονή η μάνα του, τραγούδαγε ενώ έκανε δουλειές ή έβγαινε απόβραδο στο παραθύρι κι έστηνε το μελεσίπτερο τραγούδι της, κι από δίπλα της μαγεμένος ο Σολωμός σκεφτόταν πως αυτός θα 'γραφε μια μέρα καλύτερα τραγούδια κι έδιν' όρκο στα πεφτάστερα πως θα τα καταφέρει;
Ή μήπως, αντίθετα, το μανιάτικο ένστικτο της μάνας του, καρδαμωμένο ανάμεσα σε βράχια, ήλιους κι αρμυρανέμια, έπρεπε να καταλάβει ότι είχε χρέος να προστατέψει τον γιο της τον ποιητή, που 'χε και το δίκιο με το μέρος του, παρά να νοιαστεί για τη μειονεξία του άλλου; Ο,τι και να έπρεπε, η πενταετής δίκη, που έχασε ο ετεροθαλής αδελφός και έκτοτε μετώκησε στην Αγγλία, έσκαψε βαθιά τον λάκκο της Αγγελικής Νίκλη που από μάνα-ασπίδα κατάντησε μάνα-συμφορά. Μετάνιωσε, ζήτησε συγγνώμη και την αρνήθηκε ο ταπεινωμένος και κλονισμένος γιος της ή δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη και δεν μετάνιωσε, παρά τον ξεπεσμό της: «...ήλθε η μάνα μας, Διονύσιε, σε άθλια κατάσταση, κουρελιασμένη και πεινασμένη και με παρεκάλεσε να την συνδράμω... Βγάλε κι εσύ ένα μηνιάτικο γι' αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα που μ' όλα της τα σφάλματα δεν παύει να είναι η μάνα μας» - «....Δεν της δίνω ούτε λεφτό»1. Στην απονενοημένη διαθήκη της, η Νίκλη μόνο τους δύο πρώτους γιους της αφήνει κληρονόμους1, αλλά η έντιμη απόγνωση της μεταμέλειάς της ήταν έκθετη, και το γνώριζε. Οταν ο φαρμακωμένος Διονύσιος πέθανε στην Κέρκυρα το 1857, δυο χρόνια πριν από 'κείνην, δεν παρέστη στην κηδεία η μάνα του. Εφτιαξε η γρια-μάνα κόλλυβα για το πρωτοβλαστάρι της, τον ποιητή της Ελευθερίας και του Εθνους, που την αποκήρυξε, ή ήτανε καμιά σκληρόπετση γριά που, σαν της το 'πανε, ίσα που πετάρισε το βλέφαρό της από τη συγκίνηση και σκεπάστηκε με το μαύρο μαντίλι της γυρνώντας αλλού το κεφάλι; Επιασε μήπως κάνα μανιάτικο μοιρολόι τέτοιο, που κάνει τα βουνά να βλαστημάνε την Τύχη τους που δεν 'γίναν άνθρωποι, έμπηξε φωνές και κλάματα, πήγε κι άναψε στο νεκροταφείο τα καντήλια, σύρθηκε, μια καμπουριαστή σκιά μες στις σκιές, στον τάφο του κόντε Σολωμού να του πει ότι συγχώρεσε τον γιο της που δεν τη συγχώρεσε και δεν της ζήτησε συγγνώμη, ή τον έπνιξε τον πόνο της στα μαραμένα στήθια της που κάποτε στητά κι ολόρθια τον είχανε βυζάξει, μήπως κιόλας τον είχε καταραστεί τον σιορ Διονύσιο που απαρνήθηκε με πάθος τη φταίχτρα μάνα του, και τέτοιες αχαριστιές δεν τις βολεύουνε οι αέρηδες της φύσεως; Αλλά η Αγγελική Νίκλη δεν καταράστηκε, δεν ήταν η γυναίκα της Ζάκυνθος, είναι η τιμή της Ζάκυνθος, είναι η τιμή όλων μας.
Πώς πέρασε τα χρόνια της κατά και μετά τη δίκη, και μέχρι τον θάνατο του Σολωμού και τον δικό της (που συνέπεσε με την έκδοση των Ευρισκομένων έργων του γιου της από τον σημαντικότατο Πολυλά), τι αντίκριζε στα μάτια των γειτονισσών και των αρχοντισσών η ατίθαση Μανιάτισσα, παρείσακτη, ούτως ή άλλως, στην αστική κοινωνία της Ζακύνθου; «Και δε μου σώνουνε τα φαρμάκια κ' οι πίκρες, μόν' υποφέρω και τα λόγια του κόσμου, και λένε, καλά να πάθω, και πως μου εμεριτάριζε κάψιμο»1. Οποια λόγια και χλεύη κι αν υπέφερε όμως, ήταν τίποτα μπροστά στη σπίλωση που την περίμενε μετά θάνατον κι απλώνεται στον χρόνο και στον χώρο, εντός κι εκτός Ελλάδας, μέσω των λεγομένων ελληνιστών. «Ο Σολωμός ήταν νόθος, η καταγωγή του θολή, η μάνα του πληβεία, απλή γυναίκα του λαού, ποπολάρα, παλλακίδα, παραδουλεύτρα», ακονίζουν διάφοροι την οικτρογενή αβελτηρία τους με ταξική χαιρεκακία (αλλά ο Σεφέρης βάζει το πληβεία σε εισαγωγικά) και τον λασπώνουν με κάθε είδους χυδαιότητα, αυτόν, που μας μετάγγισε την ευφορία των ανθρώπων όταν δημιουργούσαν τους θεούς τους: «Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι», και τη μάνα του.
«Γέννησα το Σολωμό, δε σας φτάνει, ορέ κύριοι, δε το σεβοσάστενε; Σεβαστείτε αυτόνα αντίς για μένα», θα μπορούσε ν' απαντήσει με περιφρόνηση η Αγγελική Νίκλη. Κι αν ύψωνε λίγο τη φωνή, θα 'λεγε: «Ετσι αγαπάτε τις γυναίκες εσείς; Τάισα το κορμί μου μ' υγεία, κι ανάτρεψα χορτασμένο το Διονύσιό μου. Ολοι 'σείς που με κατηγοράτε, δεν εκάματε ποτές λάθη; Κι εσείς ποιόνα εγεννήσατε, εσείς ποιόνα ετέξατε;». Αλλά η περήφανη Αγγελική Νίκλη σιωπά. Διδάσκει ήθος διά της σιωπής της, ευπρέπεια.
Η συντοπίτισσά της, αριστοκράτισσα Αδριανή Ρουκάνη παντρεύτηκε τον Κερκυραίο τυχοδιώκτη Τζανέτο Κάλβο, που έντεκα χρόνια αργότερα (1802) την εγκατέλειψε και πήρε στο Λιβόρνο τα παιδιά τους Αντρέα και Νίκο, δέκα και οκτώ χρονώ. Με την έγκριση της μάνας τους ή χωρίς; Ποιος θα υποστηρίξει το πρώτο; Οτι τα 'πλυνε, τα 'ντυσε, τα χτένισε, τα φίλησε και τ' άφησε να φύγουν (για λίγο; για πάντα;) από κοντά της. Κοιμήθηκε καθόλου το προηγούμενο βράδυ, ξανακοιμήθηκε ήσυχη μετά απ' αυτό; Τ' αγόρια μεγάλωσαν ορφανά από μάνα και πατρίδα. Ορφανά κι από πατέρα, στην πραγματικότητα. Η Αδριανή Ρουκάνη ζήτησε και πήρε διαζύγιο, στην απόφαση όμως δεν αναφέρεται τίποτα για απομάκρυνση των παιδιών παρά τη θέλησή της, ή απαγωγή2α. Παντρεύτηκε δεύτερη φορά, κι ο γάμος διήρκεσε μέχρι τον θάνατό της (1815). Αλλά τ' αγόρια της δεν τα ξανάδε ποτέ πια. Πάνε οι γιοι της, πετάξαν, 'φυγαν τα πουλάκια της. Θα μπορούσε να πάρει το καράβι και να πάει να τα δει. Δεν το έκανε. Δεν τα διεκδίκησε. Είχε κάνει συμφωνία με τον πατέρα τους; Αδιαφόρησε; Δεν έχουν βρεθεί γράμματά της προς τ' αγόρια, ούτε των αγοριών προς τη μάνα. Την έφαγε όμως ο καημός την κυρ'-Αντριανούλα, που στη διαθήκη της άφησε τ' αμπέλια της, στο Ρόιδο2β, στους δυο της γιους, να 'χουνε κάτι να πορεύονται, αλλά ο καημός της μάνας τσάκισε και τον τσακισμένο αλύγιστο Κάλβο:
-Ζει η μάνα σου, ορέ Αντρέα Κάλβο;
-Ζει.
Δεν ζούσε. Αλλά ο πολυξενιτεμένος Κάλβος το 'μαθε έντεκα μήνες μετά, στη Φλωρεντία: επιστολή τής Magiotti στον Ούγο Φώσκολο, 10-5-1816: «Ο Ανδρέας θα αναχωρήση από 'δώ την ερχόμενη Πέμπτη, 15 τρέχοντος. Θα είχε κιόλας ξεκινήσει, αλλά ο θάνατος της μητέρας του τον κράτησε λίγες μέρες για να κανονίση τα μικρά συμφέροντά του»2β.
Οχτώ χρόνια αργότερα ο Κάλβος γράφει τη «Λύρα», και στην τρίτη ωδή, «Εις θάνατον», ο πόνος για τη μάνα που 'χε χάσει πριν αυτή πεθάνει, παρουσιάζεται αντρικός, γενναίος, αρχαιοπρεπής, και στις στροφές αυτές ο Κάλβος επινοεί μια από τις πιο ανυπέρβλητες, προομηρικές, λέξεις του: «κυκλοδίωκτος» και συνθέτει μια από τις πιο συνταρακτικές φράσεις του: «ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, με εδίπλωνε και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως». Η μάνα απολογείται: «...θέλω εις την συνείδησίν σου τα λοιπά φανερώσειν ύστερον...», αλλά το συναίσθημα βοά: «Ω φωνή, ω μητέρα, ω των πρώτων μου χρόνων σταθερά παρηγόρησις. όμματ' οπού μ' εβρέχατε με γλυκά δάκρυα! Και συ στόμα όπου εφίλησα τόσαις φοραίς με τόσην θερμοτάτην αγάπην, πόση άπειρος άβυσσος μας ξεχωρίζει!».
Απειρος άβυσσος! Τέτοιες λέξεις κι έννοιες σμίγει ο διπλορφανός (-Ζει ο πατέρας σου, Αντρέα Κάλβε;- Δεν ξέρω) ασπιδοφέρμονας πολεμιστής, αλλά η κυρ'-Αντριανή δεν το διάβασε ποτέ, είχε πια λιώσει στον τάφο. Τα γράφει κλαίγοντας αυτά ο Κάλβος, ο κοινωνικός επαναστάτης, ο καρμπονάρος, που, αν και είχε ίσως λόγους, δεν μίσησε, αλλά «πολύ ηγάπα την μητέρα του», «όταν αργότερα την θυμόταν έκλαιε» και «συχνά την έβλεπε στα όνειρά του»2α; Θ' άναψε και το καντηλάκι στον αραχνιασμένο τάφο της, στη μοναδική επιστροφή του στη Ζάκυνθο, γενέθλιο τόπο της έμπνευσής του ή της αστοργίας και της κακοδαιμονίας του; Η πολυπόθητη πολυπαθής πατρίδα ήταν αυτή που ριγούσε κάτω από τα μυρμηγκιασμένα πόδια του -τον καλωσόριζε ή του παραπονιόταν;-, αυτό το θαλασσινό χώμα ονειρευόταν τόσα χρόνια; Θυμόταν πού ήταν το σπίτι του, πήγε προς τα 'κεί σκυφτός και κλαμένος, άντρας σαράντα τεσσάρων ετών, ξενιτεμένος τα τριάντα τέσσερα, ή, βάζοντας το χέρι αντήλιο, έμεινε ακίνητος να κοιτάζει γύρω, αγκυλωμένος από τη στυφή απελπισία του πρωινού της φυγής του από το ίδιο λιμάνι; Ή προχώρησε με διστακτικά βήματα, κατέφυγε σε κάποιο στενό που ένιωσε τον γυρισμό του, κοίταξε αν τον βλέπουν, και γονάτισε και φίλησε την καρδιά της γης που ήταν η μάνα της εξορίας του; Τι 'ταν λοιπόν πιο αληθινό, η σκέψη ή η πραγματικότητα;
Αλλά και η κυρα-Αντριανούλα θα 'κλαιγε, όταν σκεφτόταν τους γιους της και τα χρόνια που 'χε να τους δει, να τους αγκαλιάσει, να τους φιλήσει: Πόσο ψηλώσαν τ' αγόρια μου, πόσο άλλαξαν, άντρες σωστοί γινήκανε, παλικάρια! Λεβέντες μου! Αγωνιούσε, άραγε, τι θα απογίνει ο Αντρέας της, που ήταν παράξενος από μικρός, σιωπηλός κι απόμακρος, ή ήταν παιδί ζωηρό που δεν άφηνε πέτρα πάνω στην πέτρα; Πες μας τι άνθρωπος ήταν ο γιος που γέννησες, κυρ'-Αντριανούλα, πες μας πώς έμοιαζε. Πες πόσο λάμπανε τα μάτια του, και πώς μπορούμε να τον ευχαριστήσουμε που μας έμαθε ν' αψηφούμε «το χάλκεον χέρι του φόβου» και να «απορρίπτουμε φρόνημα χαμερπές», να ελαφρώσουμε λίγο το κρίμα μας που τον αδικήσαμε, και ίσως έτσι μαντέψουμε πώς ηλέκτρισε την ποίησή του μ' αυτό το απροσδόκητα απρόσμενο μεγαλείο της που ανέτρεψε τον Χρόνο και την Ιστορία -ή τα περιέθαλψε; Ηταν τυχερή μάνα μες στην ατυχία της, όμως. Πέθανε νέα και δεν έμαθε για το ύστατο μαύρο βλέμμα που 'ριξε ο γιος της στην ηλιόλαμπρη Κέρκυρα πριν επιβιβασθεί στο καράβι που τον ξανάπαιρνε από την Ελλάδα, στιγμή απόλυτης ελευθερίας, πόνου και ξεριζωμού, εκεί ψηλά στην άκρη της σκάλας, αιωρούμενος στο πουθενά, μεταξύ νησιού και καραβιού, μετατρέπει την προσωπική του τραγωδία σε οστεοβόρο διθύραμβο, καθώς κοιτάζει ηττημένος-αήττητος τα Μουράγια γνωρίζοντας καλά ότι δεν θα γυρίσει πίσω ούτε νεκρός κι ότι μπροστά του δεν ανοίγεται καλοτάξιδο το πέλαγος αλλά το άξενο μνήμα, το φέρετρο και η αμνησία της δονούμενης ποιήσεώς του, που θα κράταγε πόσο, πόσο θα κράταγε, μωρέ Αντρέα Κάλβο;
Ούτ' έμαθε ποτέ πως 'κείνον τον μαύρο-Αντρέα της που τον: «είδε το πέμπτον του αιώνος εις ξένα έθνη», «ξένες μάνες τον εκλάψαν, ξένα χέρια τον εθάψαν3α». Ούτ' άκουσε πως ο γιος της που ευχόταν: «ας μη μου δώση η μοίρα μου εις ξένην γην τον τάφον», «σε ξένο χώμα τέλειωσε τη ρημαγμένη του ζωή3β» κι εβδομήντα ολόκληρα χρόνια δεν ξέραμε πού ήταν θαμμένος ο, χωρίς πρόσωπο και χωρίς τάφο, ανδρείος ποιητής μας, ο μέγας. Ηταν επίσης «καλή, ενάρετη, στοργική, θρησκευάμενη»2β η Αδριανή Ρουκάνη. Τέτοια επίθετα απουσιάζουν για την Αγγελική Νίκλη, τη «σπιτωμένη»1, που 'ταν «γεμάτη νιότη, ομορφιά κι υγεία»1.
Είχαν, μήπως, οι δυο μανάδες, που καμιά προσωπογραφία τους δεν σώθηκε (τέσσερα αγόρια, δύο κορίτσια έκανε η κυρ'-Αγγελική, δύο αγόρια η κυρ'-Αδριανή), είχαν κάποια διαίσθηση για τους πρωτότοκους γιους τους, που μας έδωσαν υπόσταση, αισθάνθηκαν πως γέννησαν παιδιά ξεχωριστά και περίφημα, που θα μίλαγαν γι' αυτά αιώνες μετά, και μαζί τους θα μνημόνευαν κι εκείνες; Το αισθάνθηκαν ποτέ, να νιώσουν μια αύρα λυτρωμού μες στους πόνους και στα βάσανα, στους έρωτες και στις απογοητεύσεις τους, τους τραγούδησε ποτέ κάποιος «...να ζήσει η μάνα που κάνει τέτοι' αγόρια»3γ, ν' ανθίσουνε λίγο τα χείλια τους; Τους το λέμε εμείς:
Γεια σου, σπουδαία Αγγελική Νίκλη, μάνα του Σολωμού, / πο' ενάμιση αιώνα τώρα κρατάς καλά το μυστικό σου./
Στην άκρη ορθός του νιοσκαμμένου τάφου σου, / σε θρήνησε, σε συγχώρεσε, σου ζήτησε συγγνώμη, σ' ευχαρίστησε, ο σκληρο-Διονύσης σου, μαζί με τον Δημήτρη και τ' άλλα σου παιδιά./
Ανέβηκε απ' τον Αδη. Για την κηδεία σου. Ηταν εκεί./
Εσύ μόνο τον είδες, με τα νεκρά σφαλιστά βαθουλωμένα σου μάτια./
Αλλος κανείς.
Γεια σου, εξαισία Αδριανή Ρουκάνη, τ' Ανδρέα Κάλβου μάνα, / μόνη 'κατέβης στο μνήμα, χωρίς το Νίκο σου, χωρίς και τον Αντρέα, / που ο τάφος σου ήταν μέσα του, στης μαυροψυχής του την νόηση, / τον έσκαβε, τον πότιζε, τον ξεβοτάνιζε, δρόσιζε τ' αχαμνολούλουδα, / εφύτευε καινούργια μελανόπτερα, με τ' άνθη κυκλοδίωκτα, / σταθερά τού ήσουν παρηγόρησις μέχρι στων υπερβόρειων την χώρα, / όπου εξεψύχησεν ο τυραγνισμένος Αντρέας σου. Το ηξεύρεις καλά./
Εσύ κουβάλαγες την σταχτιά του κάσα με μπράτσα γερά, / καμωμένα απ' της γλυκιάς πατρίδος το αξενίτευτο χώμα.
Γεια σου κυρ'-Αντριανούλα, γεια σου κυρ'-Αγγελικούλα, γεια σας αγράμματες μανάδες των λέξεων, της ποίησης των υψηλών και σεμνών νοημάτων, ποίησης σπαρμένης με λέξεις φρέσκιες δημοτικιές, της λαϊκής αγοράς, και λέξεις νεοαρχαίες από του αειθάλλοντος βυθού το κάλλος, μάνες του έθνους του λαού των ποιητών των επαναστατών των αντρειωμένων των απροσκύνητων, μάνες της ρίμας και του μέτρου, του δεκαπεντασύλλαβου, του επτασύλλαβου, γεια σας μανάδες μας μαζί με τις δικές μας μάνες, που τον πόνο των αγοριών σας τραγουδάνε οι λαϊκοί τραγουδιστές, «Σε 'χασα μάνα μου γλυκιά / σε πήρε ο Χάρος μια βραδιά / και δίχως το δικό σου χάδι / απλώνεται τώρα σκοτάδι/. Κουράγιο μου 'δίνες εσύ / εσύ μανούλα μου χρυσή / εσύ στον πόνο μου πονούσες / και τι δεν θα 'δινα / μάνα να ζούσες. / Μάνα, πάρε με στον τάφο / πάλι να 'μαστε μαζί / να ξανάβρω εγώ κοντά σου / την αγάπη, τη στοργή»3δ, μανάδες που στην κοιλιά σας θρέψατε τον Ανδρέα Κάλβο-Ρουκάνη και τον Διονύσιο Σολωμό-Νίκλη, που ποτέ δεν μίλησαν μεταξύ τους και κοιμούνται φιλιωμένα πια στο ίδιο μνήμα, τα ξέν' αδέλφια, μάνες που μεγαλώσατε και 'μας μαζί με τους γιους σας και γράμματα άξιά μάς μάθατε, υποκλινόμαστε μπροστά σας Ευλαβικά και το άσπιλο αμαγάριστο λαμπερό σας χέρι φιλούμε μ' Ευγνωμοσύνη. 


ΥΓ. Το κείμενο ήταν αφορμή για το ομότιτλο θεατρικό έργο που ανεβάζει, 09-7-2010, το ΔΗΠΕΘΕ Κερκύρας.
Οι στίχοι του Σολωμού: Φαρμακωμένη, Κρητικός· του Κάλβου: Εις Σάμον, Εις Πάργαν, Ο Φιλόπατρις.
1) Απαντα Σολωμού, προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου, εκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 77 κ.ε., 535 κε.
2α) Κάλβου, Ωδαί. Εισαγωγή: Ζ (ήσιμος) Λ (ορεντζάτος), εκδ. Βίπερ, σελ. 13.
2β) «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», Λεύκιος Ζαφειρίου, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 24, 33, 37.
3α,β,γ,δ) Λαϊκά τραγούδια με τους: Γιώτα Λύδια, Μανώλη Αγγελόπουλο, Αννα Χρυσάφη, Γιώργο Ταλιούρη.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

"Αγιος Βασίλης έφυγε, χωρίς ν’ αφήσει δώρα" του Παντελή Μπουκάλα ("Καθημερινή", 12/1/2014)

...........................................................

Αγιος Βασίλης έφυγε, χωρίς ν’ αφήσει δώρα

Του Παντελή Μπουκάλα


Ο Αγιοβασίλης βρίσκεται ήδη εξουθενωμένος και μπαϊλντισμένος στον δρόμο της επιστροφής. Και επειδή μόνο αυτός γνωρίζει πού είναι το σπιτικό του, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα «Βασίλη, πούθεν έρχεσαι και πούθεν κατεβαίνεις;» που θέτουν παλαιόθεν τα κάλαντα. Αν ρωτούσαμε τους μικρούς καλαντιστές που έρχονται να μας τα πούνε, τηρώντας ένα έθιμο απομακρυσμένο από το ουσιώδες κάποτε νόημά του, μάλλον δεν θα φωτιζόμασταν. Ενα «Ξέρω κι εγώ πού πέφτει η Καισαρεία;» είναι ό,τι περισσότερο θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Είναι τόσο μπερδεμένοι άλλωστε με το γραμματικά ασουλούπωτο «με τ’ άγιος θρόνος» του δεύτερου στίχου (που το λένε μασώντας το από αμηχανία, όπως μασούν από βιασύνη τις Γραφές οι ιερείς), που δεν έχουν όρεξη για γεωγραφικές συζητήσεις.
Αν είναι κάπως προχωρημένοι σε ηλικία και βγήκαν στη γειτονιά μήπως συμπληρώσουν το μειωμένο χαρτζιλίκι του παππού, δεν είναι απίθανο να σου πετάξουν ένα «Ξέρω ’γώ, ρε φίλε; Τζι-πι-ες είμαι;» και να φύγουν σταυροκοπούμενοι με τον αμίμητο ελληνορθόδοξο τρόπο. Και αν είναι πιτσιρίκια που δεν ξεσκόλισαν ακόμα από το τηλεπανεπιστήμιο, ίσως απαντήσουν ότι ο Αϊ-Βασίλης έρχεται από την Κοκακολάνδη, το Τζαμποϊστάν ή κάποια άλλη ουτοπική χώρα της διαφημιστικής μυθοπλασίας, που στο μυαλό των μικρών είναι περισσότερο πραγματική από τις επισήμως αναγνωρισμένες. Εκτός κι αν με τη συστηματική προβολή των τελευταίων ετών, στο πλαίσιο προγραμμάτων του τύπου «στείλτε γράμμα στον Αϊ-Βασίλη», έχουν πιστέψει και αυτά ότι έρχεται από Ισλανδία ή Φινλανδία.
Θα μπορούσαμε, βέβαια, να ρωτήσουμε τα ίδια τα κάλαντα, το κείμενό τους δηλαδή. Μόνο που δεν έχουμε να κάνουμε με ένα και μοναδικό κείμενο αλλά με πολλά. Κείμενα, τραγούδια καλύτερα, αφού πρόκειται για δημιουργήματα της προφορικής λογοτεχνίας, τα οποία διαφέρουν λίγο ή και πολύ, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο που δημιουργήθηκαν, αλλά και ανάλογα με τον χρόνο ή τον τόπο που αναδημιουργήθηκαν, για να υπηρετήσουν αισθήματα που εν τω μεταξύ άλλαξαν. Ο,τι συμβαίνει με τα δημοτικά τραγούδια των υπόλοιπων κατηγοριών, συμβαίνει και με τα αγερμικά (όσα άδονται στις γιορτές από παρέες που επισκέπτονται τα σπίτια, για να τραγουδήσουν τις ευχές τους), το είδος των οποίων ριζώνει στην αρχαιότητα και στον παγανισμό της.
Στο δημοτικό πολυ-κείμενο λοιπόν θα ακούσουμε ή θα διαβάσουμε ότι ο άγιος (όχι ο παππούς με το επίμονο «χο!χο!χο!» αλλά κάποιο φάντασμα του ενός εκ των τριών ιεραρχών) έρχεται από την (παρατονισμένη) «Καισαρεία» ή την Καππαδοκία. Σωστά, αφού είναι «της Καισαρείας γέννημα, καρπός Καππαδοκίας», όπως ακούμε στα κάλαντα της Φολεγάνδρου, που μάλιστα δίνουν στον άγιο δυνατότητα αναδρομικής παρέμβασης στην ιστορία: με την ελευθερία που διακρίνει τον λαϊκό ποιητή στη διαχείριση του χρόνου, τον προσαγορεύουν πολέμιο των Αγαρηνών (των μουσουλμάνων δηλαδή, και ειδικότερα των Τούρκων): «Είχε και το αξίωμα της αρχιεροσύνης, / εχθρός των έργων των κακών, φίλος τής σωφροσύνης. / Αιρετικών εχθρός κακός, φίλος των ορθοδόξων, / διώκτης των Αγαρηνών ομού και κακοδόξων». Βέβαια, αυτό είναι μία μόνο πτυχή στη γενικότερη αλλοίωση του χαρακτήρα του Καππαδόκη ιεράρχη. Οπως λέει ο Βάλτερ Πούχνερ αναφερόμενος στο απώτερο παρελθόν και όχι στα τωρινά, «από τα “πατερολογικά” συμφραζόμενα έχουν μείνει μόνο η καταγωγή του και η λογιοσύνη του. Κατά τα άλλα, οι καλαντιστές τον έχουν μετατρέψει σ’ έναν “δικό τους”, γιατί στο τραγούδι εμφανίζεται ως μαθητής ή ως γεωργός» (βλ. το δοκίμιο «Τα θρησκευτικά κάλαντα του Δωδεκαημέρου και η δομή τους», πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του Πούχνερ «Μελέτες για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι», Αρμός, 2013). Μαθητής είναι στην πανελλαδικά γνωστότερη παραλλαγή («βαστάει λιβάνι και κερί, χαρτί και καλαμάρι») και γεωργός σε εκδοχή του τραγουδιού διαδεδομένη σε Κρήτη, Σάμο, Λήμνο, Λέσβο και Μικρασία: «Ταχιά ταχιά ’ν’ αρχιμηνιά, ταχιά ’ν’ αρχή τού χρόνου, / ταχιά ’ν’ όπου προπάτηξεν ο Κύριος στον κόσμο / κι εβγήκεν κι εχαιρέτηξεν όλους τους ζευγολάτες. / Ο πρώτος που χαιρέτησεν ήταν άγιος Βασίλης». Αλλ’ αυτά μόνο διαβάζονται πια. Δεν ακούγονται.
Αν τώρα αλλάξουμε νοερά τόπο και από τη Φολέγανδρο πάμε στη Μύκονο, θα πληροφορηθούμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα ακούσουμε δηλαδή την επιθυμία των καλαντιστών σαν ήδη συντελεσμένη πραγματικότητα (αντλώ τους στίχους από το βιβλίο της Γιάννας Β. Σέργη «Να τα πούμε; Παραδοσιακά κάλαντα», εκδ. Φιλιππότη, 1999): «Αγιος Βασίλης έρχεται από τις Κάτω Δήλες. / Βαστά το καλαθάκι του γεμάτο πεταλίδες, / βαστά και την κοφίνα του γεμάτη με μανίτες. / Αγιος Βασίλης έρχεται και στο ντουλάπι πάει, / να βρει τα ξεροτήγανα, να κάτσει να τα φάει». Σε παραλλαγή τού τραγουδιού, επίσης μυκονιάτικη, ο άγιος «βαστά το καλαθάκι του γεμάτο τηγανίτες». Και τη φορά αυτή όμως προορίζει το ωραίο έδεσμα για τον εαυτό του. Το νησιώτικο πνεύμα, διατηρώντας τη φιλοπαίγμονα διάθεσή του, μετατοπίζει το περιεχόμενο του τραγουδιού από το θρησκευτικό στο κοσμικό, από το ιερό στο ιλαρό. Και αφήνει όλη τη σοβαροφάνεια για τους επαγγελματίες του φαρισαϊσμού, που αφού δεν νιώθουν, αδυνατούν και να κατανοήσουν.
Για τους Ικαριώτες πάλι, που κι αυτοί δεν έχουν διάθεση για υποκριτική ευσέβεια, ο άγιος έρχεται από κάποιο μέρος του νησιού τους: «Αγιος Βασίλης έρχεται / και δεν μας καταδέχεται / από τον Κάβο-Πάπα. / Σηκώνει εις την πλάτη του / μια μαλλιαρή φυλάκα. / Αγιος Βασίλης έρχεται / από τον Μαγγανίτη, / οπού τον εκεράσανε ένα μακρύ φοινίκι. / Επέρασε απ’ τον Κουντουμά / και τον κεράσαν λουκουμά. [...] Χόρεψε τον καριώτικο / με του βιολιού τον ήχο / κι έκατσε να ξεκουραστεί / απάνω σ’ έναν τοίχο». Υπάρχουν όμως και αναθεωρημένες εκδοχές του αγίου, που τον θέλουν παρατηρητή σπουδαίων γεγονότων και αγγελιοφόρο. Σε κάλαντα της Ιμβρου, της χρονιάς που έπεσε το Αρκάδι, ο άγιος έρχεται από την Κρήτη, γι’ αυτό και ζητάει «κόλλυβα να μοιράσουνε, να φαν να συχωρέσουν». Σε κρητικά πολεμικά κάλαντα, «Αγιος Βασίλης έρχεται από τα Νέα Μέρη, / που ελευθέρωσε η Ελλάς με του Θεού το χέρι / κι αντί εικόνα και χαρτί που βάστα τσ’ άλλους χρόνους, / τώρα βαστά της λευθεριάς χρυσούς ανθούς και κλώνους / και στο δεξί χέρι βαστά ελληνική σημαία». Την ίδια σημαία βαστά και το ’22, σε κάλαντα της Πάρου: «Αγιος Βασίλης έρχεται απ’ τη Μικρά Ασία. / Βαστά ντουφέκι και σπαθί [...] βαστά σημαία ελληνική / με σφαίρες τρυπημένη». Κάθε καιρός κι ο άγιος του. Και κάθε τόπος. Και ας μην έχουν δώρα να δώσουν.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

"Σαρανταπέντε Γιάννηδες που γίναν παροιμίες" από τον Νίκο Σαραντάκο (07 Ιαν 2014 | tvxsteam tvxs.gr)

 ...........................................................                                                                                                                 

Σαρανταπέντε Γιάννηδες που γίναν παροιμίες

tvxs.gr/node/146550
 
 
Σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, η μέρα που κλείνει το γιορταστικό δωδεκάμερο, γιορταστική για τους Γιάννηδες αλλά ελαφρώς αποτρόπαιη όταν ήμουν μικρός, αφού ήταν η μέρα που ανοίγαν τα σχολεία, αν και σήμερα, όπως διαπιστώνω, ανοίγουν στις 8 του μήνα, μία μέρα μετά. Του Νίκου Σαραντάκου
Να το πούμε πιο σωστά, και σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, διότι ο Άι Γιάννης ο Πρόδρομος ή Βαπτιστής, αυτόν γιορτάζουμε σήμερα, έχει πεντέξι μέρες δικές του στο εορτολόγιο -αν έχεις βαφτίσει τον γιο του Θεού, έχεις φαντάζομαι και κάποια προνόμια. Έτσι, η εκκλησία γιορτάζει επίσης τον ‘Αι Γιάννη τον Πρόδρομο και στις 24 Φεβρουαρίου, 25 Μαΐου, 24 Ιουνίου, 29 Αυγούστου και 23 Σεπτεμβρίου, αν και το eortologio.gr προφανώς αντιπαθεί τις πολλαπλές γιορτές κι έτσι αναφέρει μόνο τις 7 Ιανουαρίου.
Πέρα από τον Βαπτιστή όμως έχουμε κι άλλους Ιωάννηδες που άγιασαν και που έχουν κι αυτοί τη γιορτή τους, ας πούμε ο Άι Γιάννης ο Ρώσος, που γιορτάζει στις 27 Μαΐου ή ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (ο ευαγγελιστής Ιωάννης), που γιορτάζει στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στις 13 Νοεμβρίου, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στις 4 Δεκεμβρίου, και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι. Σχετικά μ’ αυτή την πολυεορτία των Γιάννηδων υπάρχει και μια αστεία ιστορία που έλεγε ο παππούς μου, για έναν νεοφώτιστο χριστιανό που βαφτίστηκε Ιωάννης και ύστερα οι φίλοι του απαιτούσαν να τους κάνει το τραπέζι κάθε φορά που γιόρταζε και κάποιος άγιος Ιωάννης, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο. Σε σχέση με αυτό, πάντως, να πω ότι δεν έχω γνωρίσει κάποιον Γιάννη που να γιορτάζει άλλη μέρα και όχι στις 7 Ιανουαρίου -αν εσείς ξέρετε, πείτε το στα σχόλια.
Πριν όμως προχωρήσουμε, να πούμε ότι σήμερα, εκτός από τον Γιάννη και την Ιωάννα, γιορτάζει και ο Πρόδρομος και το όνομα αυτό, αν και πολύ λιγότερο διαδεδομένο, έχει επίσης αξιόλογο υλικό για ένα αρθράκι -που προς το παρόν θα προστεθεί στη θεόρατη στοίβα με τα υπεσχημένα.
Ο Γιάννης δεν είναι το κοινότερο ελληνικό όνομα, αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, έχει με πολύ μεγάλη διαφορά τη μεγαλύτερη παρουσία στην παροιμιολογία μας. Σύμφωνα με έρευνα του Ηρακλή Κακαβάνη (που έχει γράψει και ένα συναφές με το δικό μας άρθρο, από το οποίο έχω πάρει κάποια στοιχεία), από τα αντρικά ελληνικα ονόματα, ο Γιώργος είναι το κοινότερο, ενώ ο Γιάννης έρχεται αρκετά πιο πίσω στη δεύτερη θέση (ο Γιάννης υπερτερεί μόνο στους νομούς Καβάλας, Χαλκιδικής και Χανίων, σύμφωνα με την ίδια έρευνα) . Κι όμως, για τον Γιώργο οι παροιμίες είναι σχετικά λιγοστές, ενώ για τον Γιάννη ξεπερνούν τις πενήντα, και μάλιστα πολλές είναι πασίγνωστες.
Αυτή η απόκλιση δύσκολα εξηγείται. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η πολυεορτία (τη λέξη αυτή προ ολίγου την έφτιαξα, δεν ξέρω αν υπάρχει) των Γιάννηδων παίζει κάποιο ρόλο, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ο Γιώργος έχει μία γιορτή, κι αυτήν κινητή, αφού συχνά την επισκιάζει το Πάσχα και την αναγκάζει να μετακινηθεί. Δεν αποκλείεται όμως παλαιότερα, τότε που διαμορφώθηκαν οι παροιμίες αυτές, δηλαδή πριν από 4-5 αιώνες, το όνομα Γιάννης να ήταν πολύ συχνότερο από σήμερα, και αυτό να εξηγεί τις πολλές παροιμίες. Αυτό είναι σκέτη εικασία μου· το βέβαιο είναι πως ο Γιάννης (και αντίστοιχα για τις γυναίκες η Μαρία) είναι το αρχετυπικό αντρικό όνομα. Και ίσως επειδή οι Γιάννηδες, σαν πλειοψηφούντες, έγιναν στόχος των άλλων που δεν λέγονταν Γιάννηδες, γιαννάκης λέγεται ο αγαθούλης, ο άπειρος, τόσο στην πολιτική ζωή όσο και στο στρατό όπου οι νεοσύλλεκτοι λέγονται γιαννάκια, στραβόγιαννοι, γιάννηδες.
Η επίσημη μορφή του ονόματος είναι Ιωάννης, και είναι δάνειο από το εβραϊκό חנן Yôḥānān (Γιοάναν), συντετμημένη μορφή του Γιεχοάναν, που σημαίνει, κατά τη Βικιπαίδεια, “Ο Γιαχβέ στάθηκε γενναιόδωρος”, αλλά αν έχετε άλλη άποψη να μας την πείτε. Με τον χριστιανισμό, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, το όνομα έγινε πολύ δημοφιλές σε Ανατολή και Δύση, και μέσω των λατινικών προέκυψαν στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες ο Τζον και ο Ζαν, ο Τζοβάνι και ο Χουάν ή ο Ζοάο, αλλά και ο Γιόχαν, ο Χανς και ο Γιενς, ο Ιβάν, ο Γιαν και ο Γιάνος.
Στα ελληνικά, η συνήθης μορφή είναι Γιάννης, αλλά και Γιάννος, Γιαννιός, Γιαννούλης και Νούλης, Γιαννάκος/Γιαννακός και Νάκος, Γιαννούσης και Νούσης, Τζανέτος, Γιάγκος. Σήμερα που ο οδοστρωτήρας έχει εξαφανίσει τις λαϊκές παραλλαγές των βαφτιστικών ονομάτων, αυτές επιβιώνουν μόνο σε επώνυμα, ενώ απόρροια των χρόνων της γκλαμουριάς είναι ότι πολλές μαμάδες φωνάζουν “Ιωάννη” τα βλαστάρια τους -και περιμένεις να ξεπροβάλει τουλάχιστον ο Τσιμισκής, και βλέπεις απλώς έναν μπόμπιρα τεσσάρων χρονών. Στα κορίτσια βέβαια το “Ιωάννα” ήταν συχνό από παλιά -ίσως τα Γιάννα, Γιαννούλα, Γιαννιώ να ακούγονταν πολύ λαϊκά.
Όπως είπα και πριν, υπάρχουν πάρα πολλές παροιμίες για Γιάννηδες, και με αυτές θα κλείσω το άρθρο μου, παραθέτοντας υλικό που είχα ενμέρει παρουσιάσει και σε ένα παλιότερο άρθρο, που όμως δεν περιοριζόταν στις παροιμίες για Γιάννηδες αλλά εξέταζε και όλες τις άλλες παροιμίες με ονόματα. Όμως, να πω ότι όλα όσα θα θέλατε να μάθετε για τους Γιάννηδες μπορείτε να τα βρείτε στο Johnnie society, ένα ηλεβιβλίο του Γιάννη Φαρσάρη που διατίθεται δωρεάν και το οποίο, εκτός από παροιμίες, παραθέτει και κατάλογο με τους 45 σημαντικότερους Γιάννηδες της ιστορίας.
Προχωράμε λοιπόν στις  παροιμίες με Γιάννηδες, που τις παραθέτω μάλλον τυχαία, προσπαθώντας να φτάσω τις σαρανταπέντε.
1. Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση. Η συνηθέστερη παροιμία απ’ όσες διασύρουν τους Γιάννηδες, λέει ο Πολίτης, που αναφέρει και έναν μύθο κεφαλονίτικο για 45 Γιάννηδες που πνίγηκαν προσπαθώντας να ξεριζώσουν ένα δέντρο. Ωστόσο, ο Πολίτης δεν λέει ότι η έκφραση προέρχεται από τον μύθο, μάλλον το αντίστροφο θα συμβαίνει. Δίνει μάλιστα ο Πολίτης και γαλλικό ανάλογο (Deux Jean et un Pierre font un âne entier, Δυο Γιάννηδες κι ένας Πέτρος κάνουν ολάκερο γάιδαρο) καθώς και ισπανικό ίδιο με το γαλλικό. Οι Γιάννηδες απαντούν συμπληρώνοντας: …κι ο κόσμος όλος κι ο ντουνιάς δεν έχει άλλη τόση.
2. Όχι Γιάννης, Γιαννάκης. Τη λέμε όταν κάποιος προσπαθεί να παραστήσει ως διαφορετικά μεταξύ τους δυο πράγματα ομοιότατα ή όταν κάποιος λεπτολογεί και επιχειρεί να επιφέρει μεταβολές ασήμαντες, λέει ο Πολίτης. Κατά τον Κ. Κάσση, στη Μάνη συνηθιζόταν να υπάρχουν αδέρφια με τ’ όνομα Γιάννης ο ένας και Γιαννάκης ο άλλος, οπότε όταν ένας Γιαννάκης παρουσιάστηκε στο στρατό και τον είπαν Γιάννη, απάντησε έτσι. Όμως η έκφραση είναι πανελλήνια και πιθανότατα πριν από το νεοελληνικό κράτος.
3. — Γεια σου Γιάννη. — Κουκιά σπέρνω. Για αυτούς που απαντούν άλλα αντ’ άλλων, σαν υπόδειγμα ασυνάρτητης συζήτησης. Μερικοί το συνεχίζουν: Κι η συντέκνισσά σου; Εφτά μετρήματα χωρεί. Η παροιμία υπάρχει στον Βάρνερ, άρα είναι από τον 17ο αιώνα.
4. Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει. Για όσους στα λόγια φροντίζουν για το κοινό καλό ενώ στην πραγματικότητα κοιτάζουν το δικό τους συμφέρον. Η παροιμία χρησιμοποιήθηκε πολύ στην εθνοσυνέλευση του 1829 από τους αντικαποδιστριακούς, επειδή οι αντιπρόσωποι ευπειθώς ψήφιζαν ό,τι τους έστελνε ο Καποδίστριας, αλλά είναι παλιότερη. Μάλιστα, ο Πολίτης δίνει και βουλγάρικο αντίστοιχο, με το όνομα Γκάνι στη θέση του Γιάννη.
5. Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα. Για κάποιον που παραμένει στην ίδια (κακή ή μέτρια) κατάσταση. Και για τους αδιόρθωτους. Και για τη μη αλλαγή της κατάστασης παρά την αλλαγή της κυβέρνησης.  Την έχει ο Βάρνερ (Τι έχεις Γιάννη; Τα έχω πάντα).
6. Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε. Για όσους προαναγγέλλουν και προεξοφλούν μελλοντικά σχέδια βασισμένοι σε αβέβαιες προσδοκίες. Κάποιοι λένε ότι το είπε ο Κολοκοτρώνης όταν τον κάλεσαν να βαφτίσει παιδί πριν ακόμα γεννηθεί, αλλά η παροιμία είναι παλιότερη, αφού την αναφέρει ο Βάρνερ, οπότε ο Κολοκοτρώνης απλώς επανέλαβε υπάρχουσα παροιμία. Εδώ κατά τον Πολίτη υπάρχει μύθος, με την αφελή κοπέλα που της έφεραν προξενητή και άρχισε να συλλογιέται πως θα παντρευτεί, θα κάνει γιο, θα τον βγάλει Γιάννη, θα της αρρωστήσει και θα της πεθάνει, οπότε έβαλε τα κλάματα. Παρεμφερής παροιμία υπάρχει και σε άλλες γλώσσες. Για την έκφραση αυτή έχει γράψει και ο ηλληνιστεύκων Νίκος Νικολάου.
7. Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί. Για τους φιλάσθενους ή για όσους προφασίζονται ασθένεια.
8. Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι (ή λάδι· προσθέτουν μερικοί: να γιάνει). Τη λέμε σε κάποιον που μας παρηγορεί ή προσπαθεί να μας περιθάλψει ενώ ο ίδιος έχει προκαλέσει το κακό που πάθαμε.
9. Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη. Σε μια αντιπαράθεση όπου ο φόβος είναι αμοιβαίος· λέγεται συχνά σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, όταν καμιά ομάδα δεν ανοίγεται.
10. Σπίτι χωρίς Γιάννη, προκοπή δεν κάνει. Απάντηση στον… αντιγιαννισμό άλλων εκφράσεων. Ο Πολίτης έχει κι άλλες «φιλογιαννικές» παροιμίες, που δεν είναι τόσο γνωστές, όπως….
11. Όπου Γιάννης και του Θεού η χάρη,
ή
12. Βγάλε το παιδί σου Γιάννη, και απόλα το στον λόγγο (υπονοεί ότι δεν έχει καμιάν άλλη ανάγκη βοήθειας, αρκεί η μαγική κατά κάποιον τρόπο δύναμη του ονόματός του).
13. Ποιος κλάνει; Τον Γιάννη ρώτα – αν και υποθέτω πως αρχικά θα ήταν “ρώτα τον Γιάννη”, για να ομοιοκαταληκτεί.
14. Κόψε ξύλο κάμε Αντώνη
κι από πλάτανο Μανώλη
κι αν ρωτάς και για τον Γιάννη,
ό,τι ξύλο κόψεις κάνει.

Η παροιμία αυτή υπάρχει σε πάρα πολλές παραλλαγές, με άλλα ονόματα στους πρώτους στίχους και φαίνεται να χλευάζει τους Γιάννηδες που τους παρομοιάζει με κούτσουρα, αλλά δεν αποκλείεται να υπογραμμίζει απλώς τη διάδοση του ονόματος.
15. Κατά τον μαστρο-Γιάννη και τα κοπέλια του -παρόμοια με την μ΄ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.
16. Άλλη παιδί δεν έκανε, μόνο η Μαριώ τον Γιάννη, για να ειρωνευτεί τις μανάδες που καμαρώνουν πολύ το παιδί τους, ή και γενικότερα όσους καμαρώνουν κάτι κοινό. Εδώ έχουμε μαζί και τα δυο αρχετυπικά ονόματα, όπως και σε άλλες παροιμίες.
17. – Γιάννη είχα, Γιάννη έχω κι αν ποτέ μου θα χηρέψω, πάλι Γιάννη θα γυρέψω, άλλη μια απάντηση στον αντιγιαννισμό -και δεν αποκλείεται να πρόκειται για παροιμιόμυθο.
18. Άφησε ο Γιάννος την κλεψιά κι έπιασε το ζευγάρι. Για κάποιον που αναπάντεχα νοικοκυρεύεται ή φρονιμεύει. Παροιμιόμυθος.
19. Γύρευε αγά μου τη δουλειά σου, κι ο Γιάννος δεν είναι για χαράτσι. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας και των χαρατσήδων.
20. Είπε ο Γιάννης του Γιαννή: “Χαιρετίσματα στη Σέρ’φο”. Βελερισμός (μορφή παροιμιόμυθου) που σατιρίζει κάποιον ανόητο που δεν ήξερε τι να πει την ώρα που έφευγε το καΐκι.
21. Δεν είναι κάθε μέρα τ’ Άι-Γιαννιού, δηλαδή δεν μπορείς να έχεις κάθε φορά την ίδια τύχη ή εξαιρετική μεταχείριση. Και “Κάθε μέρα τ’ Αγιαννιού θάναι;“
22. Γιάννης πήγε, Γιάννης ήρθε, για όποιον δεν επωφελήθηκε από μια ευκαιρία και ιδίως από κάποιο ταξίδι ή τη φοίτησή του κτλ.
23. Όπου γάμος και χαρά, τρέχα Γιάννη μασκαρά
24. Παναγία κι Άι-Γιάννη, βάλε ψάρι στο τηγάνι
25. Κάμε Γιάννη τη δουλειά σου κι ύστερα είμαι πάλι θεια σου
26. Σαράντα χρόνια Γιάννης, μαστρο-Γιάννης δε γίνεται.
27. Απ΄ τον Γιάννη ως τον Λιο, τύφλα νάχουνε κι οι δυο ή Ό,τι Γιάννης κι ό,τι Λιος τύφλα νάχουνε κι οι δυο.
28. (το κάναμε) του Γιάννου η φλογέρα (όταν ο καθένας λέει τον πόνο του).
29. Όλη μέρα καλογιάννη και το βράδυ κακογιάννη, για αυτούς που μας καλοπιάνουν όσο για να πετύχουν το σκοπό τους, και μετά μας αγνοούν.
30. Κάλλιο καλογιάννης παρά κακογιάννης
31. Κι αυτοκράτορας να γένεις, πάντα Γιάννης θε να μένεις, για όσους αποκτούν αξιώματα αλλά παραμένουν χυδαίοι στο ήθος.
32. Ο Γιάννος βγαίνει στα βουνά κι η Μαρουδή στους κάμπους. Αστρονομική παροιμία, όπου Γιάννος είναι ο αστέρας που λέγεται Αρκτούρος και Μαρουδή ή Μαριώ ο α της Παρθένου.
33. Όπου Γιάννης και του θεού η χάρη. Άλλη μια απάντηση στον αντιγιαννισμό.
34. Όπου Γιάννης μάλαμα. Έτσι το καταγράφει ο Νικ. Πολίτης -βέβαια, πολύ πιο γνωστή σήμερα με τον Γιώργο.
35. Και παπάς έγινες Γιάννη; Έτσι τάφερε η κατάρα. ή… έτσι θέλει ο δάσκαλός μου. Για όσους κάνουν μια σημαντική επιλογή χωρίς να το επιθυμούν οι ίδιοι.
36. Πιάσ’ τον Γιάννη τον άπιαστο. Περίπου σαν το τρέχα γύρευε.
37. Είναι για τον Αγιάννη -είναι τρελός, γιατί τα παλιά χρόνια πήγαιναν τους θεωρούμενους για ψυχασθενείς στα μοναστήρια που γιόρταζαν μήπως και θεραπευτούν θαυματουργικά.
38. Αν είχαν οι Γιάννηδες γνώση, θα μας δάνειζαν καμπόση. Άλλη μια αντιγιαννική παροιμία.
39. Είδες πράσινο άλογο; Είδες Γιάννη φρόνιμο. Δηλαδή, εξίσου απίθανο είναι να βρεθεί γνωστικός Γιάννης όσο και πράσινο άλογο. Η παροιμία είναι (ή ίσως ήταν) περισσότερο γνωστή με Χιώτη φρόνιμο.
40. Έξω Γιάννης μέσα Σουλεϊμάνης. Διπρόσωπος. Ίσως υπόκειται μύθος για επιφανειακή αλλαξοπιστία.
41. Ίσα Γιάννης ίσα Χασάνης. Όταν κάποιοι διαφέρουν μόνο στο όνομα.
42. Όλοι μιλούν για τ’ άρματα κι ο Γιάννης για την πίτα.
43. Αν ο Αλής γίνεται Γιάννης, και η όρνιθα χταπόδι. (εξίσου δεν γίνονται δηλαδή)
44. Ξέρει ο Γιάννης τι έχει στον ντορβά του παρόμοια με την όσα ξέρει ο νοικοκύρης…
45. Τα καλά του Γιάννη τα θέλουμε, τον Γιάννη δεν τον θέλουμε, για να τελειώσουμε με μια παροιμία που στηλιτεύει την υποκρισία του αντιγιαννικού στρατοπέδου.
Είναι κι άλλες παροιμίες με Γιάννη και κυρίως υπάρχουν πολλές παραλλαγές σ’ αυτές που αναφέραμε, που άμα τις μετρήσουμε κι αυτές ξεπερνάμε κατά πολύ τις 45, όμως θέλησα να μείνω σ’ αυτό το σημαδιακό νούμερο.
Γιάννη ή Ιωάννα δεν έχουμε στη στενότερή μας οικογένεια, αλλά Γιάννη λένε τον εκδότη των περισσότερων βιβλίων μου. Να του ευχηθώ χρόνια πολλά, όπως βέβαια και σε όλους τους φίλους και τις φίλες του ιστολογίου που γιορτάζουν σήμερα, είτε το φανερώνουν στο χρηστώνυμό τους είτε όχι. Ο αντιγιαννισμός δεν θα περάσει!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Εσείς το ξέρατε;... Μια ερωτική και κοινωνική ερμηνεία στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.

.............................................................





Εσείς το ξέρατε;...
Πήρα ένα μήνυμα από φίλο μου που μου εξηγεί για τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.
 


Μέρες που είναι να σας πω τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.
Για όσους δεν το γνωρίζουν εξηγώ και την ασυναρτησία των στίχων.

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

Ψηλή μου δεντρολιβανιά

Κι αρχή καλός μας χρόνος

Εκκλησιά με τα' άγιο θόλος

Άγιος Βασίλης έρχεται

Και δε μας καταδέχεται

Από την Καισαρεία

Συ είσ' αρχόντισσα κυρία

Βαστάει πένα και χαρτί

Ζαχαροκάντυο ζυμωτή

Χαρτί-χαρτί και καλαμάρι

Δες και με το παλικάρι

 

Τα αρχικά κάλαντα ήταν χωρίς τους «κίτρινους» στίχους. Στο Βυζάντιο οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές.

Κάποιος νεαρός, ταπεινής καταγωγής, ήταν ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα. Επειδή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να την πλησιάσει παρά μόνο σε περίοδο εορτών για να της απευθύνει ευχές, αποφάσισε ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου (τα κανονικά) να εντάξει και ένα ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει (τους «κίτρινους» στίχους). Έτσι και τα κάλαντα θα έλεγε ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες αλλά ταυτόχρονα θα παίνευε την καλή του.

-       Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.

-       Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά, τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με τον Άγιο Θόλο (θόλος εκκλησίας).

-       Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (καμία σχέση ο Άη Βασίλης) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.

-       Στο τέλος οι απαραίτητες γαλιφιές!!! Την λέει ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.

Αυτά τα παράδοξα Κάλαντα πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν τα πιο διαδεδομένα σε όλο τον ελληνικό χώρο.

 

 

 

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

"Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα" του Γιάννη Χαμηλάκη ("Ενθέματα" της "Αυγής της Κυριακής", 1 Σεπτεμβρίου 2013)

........................................................

Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα




Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»

Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»


Αμφίπολη Σερρών, Αύγουστος 2013: Η «εθνική αρχαιολογία» σε νέες, ηρωικές περιπέτειες. Ή μήπως όχι και τόσο νέες; 1977-2013, σα να μην πέρασε μια μέρα. Ξανά ένας τύμβος, ένα «μοναδικό» ταφικό μνημείο (γνωστό στους αρχαιολόγους ήδη από τη δεκαετία του ’60), ξανά η βιαστική συσχέτιση με έναν «σημαντικό» νεκρό που εμμέσως πλην σαφώς κατονομάζεται, ξανά οι ομολογημένες ή κρυφές ελπίδες για μια συγκλονιστική αποκάλυψη, ξανά οι από Βορράν εχθροί –αντίπαλοι στη μάχη των συμβόλων– που καραδοκούν.
Παρά τις έστω και καθυστερημένες αντιδράσεις των ανασκαφέων και την ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού που τονίζει πως, σ’ αυτό το στάδιο τουλάχιστον, «οποιαδήποτε ταύτιση με ιστορικά πρόσωπα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και είναι παρακινδυνευμένη», άλλη μια κάθοδος στον κόσμο των «επιφανών» νεκρών προετοιμάζεται· άραγε, άλλο ένα δράμα δημόσιας ονειρικής αρχαιολογίας βρίσκεται εν τη γενέσει; Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί [η ανασκαφή] γίνεται με σκαπτικά μηχανήματα και δεν απαιτεί τη γνωστή κοπιαστική αρχαιολογική λεπτολόγηση», όπως γράφτηκε — φράση που θα εξέπληττε τους περισσότερους φοιτητές αρχαιολογίας. Βέβαια, το δράμα της αποκάλυψης θα παιχτεί χωρίς τον εθνάρχη αυτή τη φορά, όμως κυβερνητικοί βουλευτές ήδη συρρέουν στη θέση και κάνουν παρεμβάσεις στον υπουργό Πολιτισμού (που και ο ίδιος επισκέφθηκε την ανασκαφή την περασμένη βδομάδα), ενώ ο Καραμανλής ο νεώτερος έχει, λέει, ένα χωραφάκι εκεί κοντά…
 Οι ταυτότητες παράγονται με την επιτελεστική ανάκληση του παρελθόντος, την αναφορά στη μνημονική εξουσία του, την επανάληψη, λέει η Μπάτλερ. Ο Αντώνης Ζώης στα 1987 σε μια συζήτηση με τον Μανόλη Ανδρόνικο στο Αντί (που απ’ ό,τι φαίνεται, θα μας είναι για πολύ καιρό ακόμα χρήσιμη) είχε μιλήσει για το «σύνδρομο της Βεργίνας». Η σύνδεση με τη Βεργίνα έγινε ήδη από τους ανασκαφείς, που δήλωσαν στις κάμερες πώς τέτοιος εντυπωσιακός περίβολος «στην Βεργίνα δεν υπάρχει».
Αλήθεια, όμως, γιατί τόσο μένος εναντίον των δημοσιογράφων και των ιστολογίων; Όταν το κοινό έχει εθιστεί σε εθνικούς αρχαιολογικούς μύθους, που εν μέρει παράγουν οι ίδιοι οι ειδικοί; Όταν έχει μάθει πως αρχαιολογία είναι κυρίως ο εντοπισμός, η τελετουργική και μυστηριακή αλλά πρωτίστως θεαματική αποκάλυψη «μοναδικών» και λαμπρών ανακτόρων και τάφων που κρύβουν αμύθητα χρυσά αντικείμενα αλλά και τα ιερά λείψανα επώνυμων προγόνων, βασιλέων και κοσμοκατακτητών, γιατί θα πρέπει να κατακεραυνώνεται όταν επιζητεί και ελπίζει σε μια ακόμα παράσταση του ίδιου έργου, παράσταση που ειδικά αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή έχει τόσο ανάγκη;
Μήπως τελικά δεν είναι η θρησκεία το όπιο του λαού, αλλά η «εθνική αρχαιολογία» ή, ακριβέστερα, η εκκοσμικευμένη θρησκεία της εθνικής αρχαιολογίας; Από την άλλη, τόσα κυβικά χώμα θα πρέπει τώρα να σκαφτούν, είναι εξάλλου εθνική απαίτηση. Μερικές δεκάδες άνθρωποι στην περιοχή θα βρουν τουλάχιστον δουλειά, έστω και περιστασιακή. Εκτός εάν, προς άγραν φτηνού εργατικού δυναμικού, επιστρατευτούν οικονομικοί μετανάστες από το Πακιστάν και την Ινδία. Ας σκάψουν λοιπόν αυτοί το ταφικό μνημείο, που, ποιος ξέρει, μπορεί και να σχετίζεται με τον «κατακτητή» των προγόνων τους.

Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

"Αφαία η άφαντη" της Άννας Δαμιανίδη (http://pezotis.blogspot.gr, 16/4/2013)

.......................................................

της Άννας Δαμιανίδη



-Παρακαλώ, υπάρχει λεωφορείο για την Αφαία;
-Μπα, δε νομίζω...
-Μα εσείς δεν είστε το γραφείο των ΚΤΕΛ;
-Ναι, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα. Βλέποντας και κάνοντας...
-Περίπου πότε θα το ξέρετε;
-Όταν έρθει πλοίο, ίσως...
-Μα ήρθε πλοίο. Εμείς ήρθαμε με το πλοίο.
-Πόσοι είστε; Δεκαπέντε;
-Όχι, μόνο πέντε.
-Τότε δεν γίνεται. Από δεκαπέντε κι επάνω βάζουμε λεωφορείο.
-Άλλος τρόπος δεν υπάρχει να πάει κανείς;
-Υπάρχουν ταξί, να εκεί απέναντι.
Τα ταξί περίμεναν σε μια μακριά ουρά, ίδια με τις πιάτσες της Αθήνας αλλά σε γκρίζο. Τόσα χρόνια, τόσες εκδρομές και καλοκαίρια στην Αίγινα, τόσα φυστίκια και μυθιστορήματα Αιγίνης, τόσες ιστορίες και παιδικές αναμνήσεις, πώς είχε γίνει να μην φτάσω ποτέ ως την Αφαία;  Η Αίγινα είναι το κοντινό νησί, την τρώμε υποτίθεται με το κουτάλι. Κι όμως. Πάντα αναβάλαμε την επίσκεψη. Αυτή τη φορά είπα, θα πάω.
Ο ναός είναι σε λόφο, όπως ο Παρθενώνας κι εκείνος του Ποσειδώνα στο Σούνιο, με τους οποίους κάνει μαγικό τρίγωνο, μας είπε ο ταξιτζής. Γιατί είναι μαγικό το τρίγωνο θα σας γελάσω, τρία σημεία στο χάρτη αν δεν βρίσκονται σε ευθεία πάντα σχηματίζουν τρίγωνο, αυτή είναι η μαγεία της Γεωμετρίας εξάλλου, μπορεί να εννοείται κάτι τέτοιο. Ή απλώς η δυνατότητα να βρίσκεις τουλάχιστον ταξί εκεί που τα λεωφορεία δεν ξέρουν αν θα ξεκινήσουν. Εχει τη μαγεία του κι αυτό.
Η Αφαία δεν λεγόταν πάντα έτσι. Ήταν η ωραία νύμφη Βριτόμαρτυς που την λιμπίστηκε ο Μίνωας και την κυνήγησε σε στεριά και θάλασσα. Δεν ήθελε να κατακτηθεί η Βριτόμαρτυς, ας  ήταν και βασιλιάς ο Μίνωας. Άρχισε να τρέχει, να τρέχει, έφτασε στη θάλασσα, κολύμπησε, βγήκε στην Αίγινα, ανέβηκε στο δασωμένο βουνό κι εκεί εξαφανίστηκε. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά, εξαφανίστηκε. Κι έκτοτε ονομάστηκε Αφαία, δηλαδή άφαντη.
Ήταν συχνά  οι νύμφες απρόθυμες να σμίξουν ακόμα και με θεούς. Η Δάφνη είχε προτιμήσει να μεταμορφωθεί σε δέντρο για να γλιτώσει από τις σεξουαλικές ορέξεις του Απόλλωνα, όχι οποιουδήποτε βάρβαρου κι άξεστου αρσενικού. Τη στιγμή που ο θεός την άγγιζε γινόταν δέντρο. Άφαντη μέσα σε μια ξένη μορφή.
Η Αφαία εξαφανίστηκε τελείως, ο Μίνως δεν βρήκε τίποτε ν' αγκαλιάσει. Οι Αιγινήτες έχτισαν ναό στο σημείο της εξαφάνισης. Ίσως εκεί να εμφανιζόταν, να δίδασκε στις νέες προσκυνήτριες τα μυστικά της σωστής εξαφάνισης, να τους αποκάλυπτε την αξία της απουσίας.
Ανεβήκαμε το λόφο όπου έχει απομείνει το ερείπιο του ναού, τόσο αρμονικό μέσα στη γαλήνη του τοπίου. Αυτά τα ερείπια είναι όλα ναοί της εξαφάνισης, ιερά της απουσίας. Λείπουν οι στέγες τους, οι τοίχοι, τα χρώματα, τα γλυπτά που τους στόλιζαν, λείπει και η λειτουργία τους κυρίως. Η μεγαλύτερη ομορφιά τους είναι η φθορά.
Θα ήμουν καλή πιστή για την άφαντη θεά ακόμα και σε αρτιμελή ναό της. Οχι μόνο επειδή θέλω πολύ συχνά να γίνω άφαντη κι εγώ, κι όσοι με ψάχνουν να μη με βρίσκουν στ' αλήθεια, ενώ θα στέκομαι σε περίοπτη θέση, σε βουνό πευκόφυτο ν' ατενίζω τη θάλασσα και τα δυο άλλα μέρη του μαγικού τριγώνου,  αλλά κι επειδή όσο φανερώνω τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου, τόσο πιο άφαντη νιώθω. Χρειάζομαι αφάνεια για την προετοιμασία της εμφάνισης, όπως όλοι οι άνθρωποι, όλες οι γυναίκες, και δεν έχω αρκετή. Χρειάζομαι, κυρίως, διαχείριση της αφάνειας όσο και της εμφάνισης, κάποιος να με διδάξει. Ίσως να είναι ετούτη η κατάλληλη θεά, που ξέρει απο τέτοια. Να με διδάξει να αναγνωρίζω φόβους και προλήψεις, εμμονές και προκαταλήψεις, να μελετώ με ψυχραιμία ολονών τις επιπτώσεις, άμα τη εμφανίσει βεβαίως. Φυσικά είναι αδύνατον άνθρωπος να το πετύχει αυτό εγκαίρως, όταν η εμφάνιση μετράει, είναι δηλαδή νέος και ωραίος (για την ακρίβεια, νέα και ωραία) αλλά έστω κι εκ των υστέρων με στοχασμό και επίκληση κάτι μπορείς να κερδίσεις.
Όλ' αυτά θα ήταν καλύτερα και βαθύτερα αν ο ταξιτζής δεν βιαζόταν, αλλά πόση μαγεία πια να σου προμηθεύσει μια ξεχασμένη θεά;