Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάβασα προσφάτως.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάβασα προσφάτως.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

«Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 ...............................................................







·      «Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 

ΜΙΑ ΑΠ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΒΑΡΚΕΣ των ντόπιων που θυμίζουν φέρετρα κινούνταν ολοταχώς. Πήγαινε παράλληλα με την ακτή καμιά εκατοστή μέτρα κι έπειτα, κάνοντας στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, τραβούσε αντίθετα. Θέαμα παράξενο παρουσίαζε η πλώρη της. Ένας άντρας μ’ ένα ξύλο μακρύ και παχύ έδερνε τα νερά, ένας σύγχρονος Ξέρξης. Εξόχως αρμονικές οι κινήσεις του. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή κι αχνά ακουγόταν ο βόμβος της μηχανής και του νερού το δάρσιμο, το θέαμα έγινε άκρως υποβλητικό, έπειτα κάθε ήχος έσβησε, σαν σκηνή ονείρου. Παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη σκληρότητα, του θηρευτή της μανία. Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από τους δυο με ηρεμία τρομακτική κι αποσκοπούσε στο να «ξυπνήσουν», όπως λένε, τα ψάρια. Να τα ταράξουν ήθελαν, να κινηθούν για να πιαστούν στα δίχτυα που πόντισαν από νωρίς. Ο πηδαλιούχος άρχισε να τα ανεβάζει, ενώ ο δάρτης των νερών, λάμνοντας ελαφρά, κρατούσε σταθερή τη βάρκα όσο να ξεσκαλώσει τα ψάρια ο άλλος. Μικρές εκρήξεις φωτός, σπαρτάρισμα χρωμάτων στον βασανιστικό ρυθμό της ασφυξίας, με αργές κινήσεις πρώτα, κι έπειτα πιο ζωηρά, από της λίμνης τον βούρκο σηκώνονται, σαν ζαλισμένα στην αρχή κι έπειτα με πανικό, προσπαθώντας να απομακρυνθούν από την πηγή που μετατοπιζόταν και ανανέωνε αδιάλειπτα την ταραχή τους, ανηφορίζουν προς τα δίχτυα και πιάνονται, πλάι στα άλλα, τα αιχμαλωτισμένα στο ανύποπτο διάβα τους. Και μπρος απ’ αυτό, θέαμα ευθέως ανάλογο εκτυλισσόταν, όπως στους πίνακες του Μπρέχελ, όπου το δευτερεύον γίνεται πρωτεύον: στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους, με  κινήσεις αργές απελευθερώνονταν από του ύπνου το βρόχι, ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα, άλλοι συζητώντας κι άλλοι, μοναχικοί αυτοί, σαν ζαλισμένοι· φαίνονταν τόσο αθώοι όλοι τους, τόσο ανυποψίαστοι· ήταν να τους λυπάσαι. Τι με πόθους, τι μ’ ανάγκες, τι μ’ επιθυμίες ταράζοντας τον ύπνο τους τούς ξύπνησε άραγε, τι με πάθος ψυχρό αχάραγα τα δίχτυα του άπλωσε και τώρα με φως και με γαλάζιο τα έκρυβε;  

Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν» τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)

 ...............................................................



Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»


Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.




τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)


Συναντηθήκαμε λίγα μέτρα από την οδό Ελπίδος 5, έναν κάθετο δρόμο της πλατείας Βικτωρίας, εκεί που κάποτε βρισκόταν το ξενοδοχείο Κρυστάλ, το κολαστήριο της Ειδικής Ασφάλειας, όπου την περίοδο 1943-1944 βασανίζονταν μέχρι θανάτου αντιστασιακοί, κομμουνιστές και γενικότερα θύματα του κατοχικού καθεστώτος – τα γραφεία της βρίσκονταν ακριβώς δίπλα, στο νούμερο 3, σε ένα κτίριο που στέκει ακόμα όρθιο.

Η συγγραφέας του βιβλίου «επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδόσεις Πόλις), σκηνοθέτιδα και πεζογράφος Ελισάβετ Χρονοπούλου, μπήκε στα άδυτα των Αρχείων του Κράτους, εντρύφησε σε μια σειρά συγκλονιστικών μαρτυριών από δίκες δωσίλογων και έγραψε ένα μυθιστόρημα που δυστυχώς δεν απέχει καθόλου από την αλήθεια και τα ανατριχιαστικά γεγονότα της πιο σκοτεινής περιόδου της νεότερης Ιστορίας μας.

Πρόκειται για ένα συλλογικό τραύμα που πλέον μελετάμε σε βάθος, και το συζητάμε. Άραγε πού θα μας οδηγήσει η αναμόχλευση αυτή; Η ίδια είναι βέβαιη ότι αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσουμε ως κοινωνία και ως χώρα.

— Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το βιβλίο σας;
- Αφορμή στάθηκε η έρευνα που είχα κάνει το 2017 για το βιβλίο μου «Ο έτερος εχθρός», μια συλλογή διηγημάτων τα οποία διαδραματίζονται στην Κατοχή. Είχα μελετήσει σε βάθος την περίοδο αλλά ήθελα να πιστοποιήσω πληροφορίες που είχα από τη βιβλιογραφία και να βεβαιωθώ για την ιστορική τους ακρίβεια, κι έτσι επισκέφθηκα πολλά αρχεία. Ένα από τα διηγήματα αφορούσε έναν μαυραγορίτη ο οποίος είχε αγοράσει κοψοχρονιά ένα σπίτι. Με αυτή την αφορμή οδηγήθηκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να διαβάσω τα πρακτικά μιας συγκεκριμένης δίκης μαυραγορίτη που είχα εντοπίσει. Εκτός από την πληροφορία για το ποσό που έδωσε για να αγοράσει το σπίτι, ήθελα να πάρω και την αίσθηση της εποχής, να «ακούσω» τη φωνή του. Διαβάζοντας τα πρακτικά, κυριολεκτικά συγκλονίστηκα, όχι μόνο λόγω των γεγονότων αλλά και λόγω της λογοτεχνικότητας με την οποία αποκαλύπτονταν. Το κείμενο του γραμματέα της δίκης εναλλασσόταν μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, κάτι που μου φάνηκε συναρπαστικό, επειδή με έναν τρόπο απηχεί και τον γενικότερο διχασμό που μας διαιρεί ως κοινωνία και κάθε τόσο αναζωπυρώνεται, από το 1821 μέχρι σήμερα. Αυτές οι δίκες μαγνήτισαν το ενδιαφέρον μου, όσα έλεγαν, ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες. Συναντούσα την πολύ ψυχρή καθαρεύουσα του δημόσιου λόγου ταυτόχρονα με τα λεγόμενα του μάρτυρα που κατέθετε – το θυμικό του έβγαζε ένα συναίσθημα τρομερά συγκινητικό. Ήταν σαν να ήμουν παρούσα στο Πρωτοδικείο. Κατάλαβα πως μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μία πολύ τραυματική και αποσιωπημένη σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις.


«Προσωπικά, δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν».

— Το δικό σας μυθιστόρημα βασίζεται σε μία πράξη αυτοδικίας. Πόσο συνηθισμένο φαινόμενο ήταν αυτό;

- Δεν είμαι ιστορικός, ούτε αρμόδια να δώσω έγκυρες απαντήσεις, και επειδή πρόκειται για μια ιδιαίτερα τραυματική περίοδο της Ιστορίας μας, θέλω να είμαι πολύ προσεκτική. Έχοντας ωστόσο μελετήσει πολύ την περίοδο, με τα εργαλεία της λογοτεχνικής έρευνας όμως, η αίσθηση που έχω είναι ότι μετά τη δίνη της Κατοχής και του Εμφυλίου, το 1951, οπότε τοποθετώ το έγκλημα αυτοδικίας του χαρακτήρα μου, η εικόνα ενός δολοφονημένου άνδρα σ’ ένα ερημικό δρομάκι μιας γειτονιάς προφανώς και θα κινούσε την υποψία ότι ήταν δωσίλογος. Ο Εμφύλιος είχε μόλις λήξει αφήνοντας χαώδεις πληγές, οι δίκες των δωσίλογων της κατοχικής περιόδου είχαν λήξει, με την εξωφρενική ατιμωρησία τους να αφήνει αδικαίωτο το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν πιστεύω πως η αυτοδικία μπορεί να επουλώσει αυτό το τραύμα, ο χαρακτήρας μου δεν δικαιώνεται τελικά.

 
«Μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μια πολύ τραυματική και αποσιωπημένη 
σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου 
υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά 
δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Τα ντοκουμέντα της δίκης που συμπεριλαμβάνετε δεν είναι αυθεντικά; Πρόκειται για μυθοπλασία;

- Είναι όλα μυθοπλαστικά. Απλώς τα έγραψα έχοντας ως πρότυπο τα αυθεντικά πρακτικά, δηλαδή κρατώντας το ύφος και τη γλώσσα τους. Για να είμαι ξεκάθαρη, έγραψα ένα βιβλίο επάνω σε ένα συλλογικό μας τραύμα έχοντας συναίσθηση ότι αγγίζω κάτι πάρα πολύ ευαίσθητο. Γι’ αυτό ήμουν πάρα πολύ προσεκτική και έκανα τόσο μεγάλη έρευνα. Αν και γενικά δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία οφείλει να μεταφέρει ακριβείς πληροφορίες, επειδή το θέμα είναι ευαίσθητο, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήθελα να υπάρχει ούτε μία πληροφορία που να μην είναι πραγματικά τεκμηριωμένη. Με αυτήν τη λογική έγραψα τα πρακτικά της δίκης αυτού του χαρακτήρα, του δωσίλογου, πλάθοντας μεν τη δράση του με τη φαντασία μου αλλά αντλώντας το υλικό από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συνάντησα σε αρκετές δίκες καταθέσεις μαρτύρων που αφηγούνταν ότι χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας συνελάμβαναν τα παιδιά τους ως επονίτες ζητώντας τους χρήματα για να τα αφήσουν ελεύθερα και απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.


— Υπάρχει ένας τραγικός πατέρας στο βιβλίο που αναγκάζεται να συμπλεύσει με τους ασφαλίτες ώστε να σώσει το ένα από τα δύο του παιδιά.


- Έπρεπε να απαρνηθεί τη δολοφονημένη κόρη του, δηλώνοντας εγγράφως ότι αποκηρύσσει την αντιστασιακή δράση και τις ιδέες της, για να μην υποστεί τις συνέπειες της δράσης της ο μικρότερος γιος του. Πρόκειται για την αρχή της οικογενειακής ευθύνης που ίσχυε τότε. Ο γιος του θα αποκτούσε φάκελο κοινωνικών φρονημάτων, θα συναντούσε εμπόδια μεγαλώνοντας, δεν θα είχε δικαίωμα να σπουδάσει, δεν θα μπορούσε να εργαστεί ούτε στον δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα, θα κληρονομούσε την «αμαρτία» της ιδεολογίας της αδελφής του. Είναι μια σελίδα της Ιστορίας μας κι αυτή.

— Στα αρχεία διαφαίνεται αν οι δικαστές ήταν δίκαιοι ή μεροληπτούσαν υπέρ των δωσίλογων;

Σκεφτείτε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δικών έγινε τα χρόνια του Εμφυλίου. Προφανώς και μεροληπτούσαν. Αρχικά, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η κοινωνία προέβαλε ισχυρή απαίτηση να τιμωρηθούν οι δωσίλογοι. Ολόκληρη η κοινωνία περίμενε ηθική αποκατάσταση. Στις πρώτες δίκες το κλίμα στο δικαστήριο ήταν αυστηρότερο απέναντι στους δωσίλογους, αλλά και το νομικό πλαίσιο επίσης. Σταδιακά και μπαίνοντας στον Εμφύλιο, το νομικό πλαίσιο τροποποιήθηκε υπέρ τους. Αρχικά, αρκούσε να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με οποιονδήποτε τρόπο με τον κατακτητή. Στη συνέχεια όμως έπρεπε να αποδειχτεί κυρίως ότι αποκόμισε οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία, δηλαδή ότι συνεργάστηκε με σκοπό τον πλουτισμό, «επί σκοπώ πλουτισμού». Αν λ.χ. είχε καταδώσει έναν κομμουνιστή στους Γερμανούς με σκοπό να σώσει την πατρίδα του από τον κομμουνισμό, τότε δεν ήταν προδότης αλλά πατριώτης.


Ελισάβετ Χρονοπούλου, 
«επί σκοπώ πλουτισμού»,
επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, εκδόσεις "Πόλις"

— Οπότε αυτή ήταν και η δικαιολογία όλων όσοι διέπραξαν τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος αντιστασιακών, ότι υπερασπίζονταν την πατρίδα από τον κομμουνισμό; Ο δωσίλογος του βιβλίου σας κάνει όσα κάνει μόνο για τον προσωπικό του πλουτισμό.

- Μόνο για προσωπικό πλουτισμό! Αυτή είναι για μένα και η πιο ποταπή εκδοχή του δωσιλογισμού. Ο αμοραλιστής, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς ιδεολογικό κίνητρο, που εκμεταλλεύεται μια εθνική, συλλογική δοκιμασία για προσωπικό του όφελος και μόνο. Δυστυχώς ήταν πολλοί αυτοί. Συνελάμβαναν, κατέδιδαν στους Γερμανούς, βασάνιζαν οι ίδιοι, σκότωναν. Σε αυτό στάθηκα, στο πώς διχάζεται μια κοινωνία και πώς σπαράσσεται, πώς ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται όταν, υπό ξένη κατοχή, Έλληνες συνεργάζονταν με τον κατακτητή εναντίον Ελλήνων.

— Σοκαριστικό είναι το μέγεθος της βίας που περιγράφετε μέσα στο ξενοδοχείο Κρυστάλ.

- Οι καταθέσεις των μαρτύρων στα πρακτικά των δικών για όσα συνέβησαν σ’ αυτόν τον τόπο μαρτυρίου ξεπερνούν τη χειρότερη φαντασία. Αλλά έχουμε και μαρτυρίες μεταγενέστερες, θυμάτων που βασανίστηκαν εκεί και αφηγήθηκαν την εμπειρία τους σε ερευνητές. Ειλικρινά, δεν το χωράει ο νους το μέγεθος της βίας και του μίσους αυτών των ανθρώπων εναντίον μάλιστα μικρών παιδιών, 16 και 17 ετών, που μπήκαν στην αντίσταση με την παιδική τους αγνότητα, με ιδανικά, με άγνοια κινδύνου, από ανάγκη να απελευθερώσουν την πατρίδα τους.

— Άρα, ήταν Έλληνες οι βασανιστές στην Γκεστάπο, όχι μόνο Γερμανοί;

- Ακριβώς. Και ήταν ευρύ το φαινόμενο, δεν το γνωρίζουμε. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον «καλοί», είτε αντιστασιακοί είτε ουδέτεροι που περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι, διάσπαρτοι μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν.



«Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον "καλοί", που 
περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι 
μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν 
πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Οι οποίοι υπηρετούσαν στην Ειδική Ασφάλεια της οδού Ελπίδος;

- Όχι μόνο. Η Ειδική Ασφάλεια, που ήταν υπηρεσία της Χωροφυλακής με αρμοδιότητα τη δίωξη των κομμουνιστών, στρατολόγησε, κυρίως από το 1943 και μετά, έναν συρφετό αλητών ως «χωροφύλακες άνευ θητείας». Η αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν και να καταδίδουν κομμουνιστές, ουσιαστικά αντιστασιακούς. Τους δόθηκε μισθός, οπλισμός, εξουσία και απόλυτη ασυλία. Αρκετοί έκαναν κατάχρηση αυτής της εξουσίας, αναπτύχθηκε ένα δίκτυο εκβιαστών που αποσπούσαν από γονείς και συγγενείς λίρες για να απελευθερώσουν τους δικούς τους. Τρομοκρατούσαν τις γειτονιές, εισέβαλλαν στα σπίτια μέσα στη νύχτα και συνελάμβαναν χωρίς εντάλματα, χωρίς καν στοιχεία. Και μετά τους απειλούσαν και τους εκβίαζαν. Το ανατριχιαστικό είναι ότι αυτό γινόταν με θεσμική κάλυψη. Η αίσθηση της κοινωνίας για την Ειδική Ασφάλεια, ξέρετε, αποτυπώνεται και στον μετακατοχικό Τύπο. Η εφημερίδα «Ελευθερία», όταν άρχισαν οι δίκες της Ειδικής Ασφάλειας, έβαζε καθημερινά στο σχετικό άρθρο τίτλους όπως: «Τα κτήνη της Ειδικής στο εδώλιο».

— Μια από τις γυναίκες του μυθιστορήματος λέει στο εγγόνι της «μην τα σκαλίζεις τα παλιά». Εσείς γιατί τα «σκαλίζετε» όλα αυτά τα θλιβερά;

- Θα απαντήσω με μια μεταφορά. Αν η ζωή μου κυλάει μια χαρά, διαχειρίζομαι αποτελεσματικά τις δυσκολίες και η σχέση μου με τον εαυτό μου και τους άλλους είναι ισορροπημένη, δεν έχω κανέναν λόγο να αναμοχλεύσω το παρελθόν. Αν όμως η ζωή μου διαταράσσεται από δυσκολίες που δεν μπορώ να διαχειριστώ και τα προβλήματα αντί να λύνονται περιπλέκονται όλο και περισσότερο, τότε θα μου είναι χρήσιμη η ψυχοθεραπεία· συνήθως, όταν μπαίνουμε στην ψυχοθεραπεία ανατρέχουμε στο παρελθόν για να βρούμε τις αιτίες της δυσλειτουργίας μας, να δούμε τι μας έφερε ως εδώ. Αντίστοιχα λοιπόν, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σκαλίζουμε το παρελθόν επί ματαίω, μόνο αν αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να λύσουμε τους κόμπους που μας εμποδίζουν να πάμε μπροστά. Ζήσαμε τα χρόνια της πλάνης, της «φούσκας» που νομίζαμε ότι θα πηγαίνουμε μόνο μπροστά, ότι η πρόοδος είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοιτάξουμε προς τα πίσω, ότι τα έχουμε όλα ξεπεράσει. Έχουν όμως περάσει τόσα χρόνια από την κρίση του 2009 και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις παθογένειες του παρελθόντος.

— Αναφέρεστε σε μια ολόκληρη κοινωνία που χτίστηκε επάνω σε αυτές τις «παθογένειες του παρελθόντος», οπότε πού οδηγεί η αναμόχλευση των παθών εκείνης της εποχής;

- Δεν με ενδιαφέρει το τραύμα κάθε μεμονωμένης οικογένειας, αλλά ότι όταν πλημμυρίζει το σπίτι μου, τα απόνερά του γεμίζουν και το υπόγειο του γείτονα. Διαταράσσεται όλος ο κοινωνικός ιστός. Οι άνθρωποι που απαίτησαν με την Απελευθέρωση να τιμωρηθούν οι βασανιστές και εκτελεστές των παιδιών τους δεν ήταν μόνο οι γονείς αυτών των παιδιών, αλλά και οι δάσκαλοί τους, οι γείτονές τους, που μπορεί να ήταν και διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Είχαν δει αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, τα είχαν αγαπήσει, τα είχαν χαρεί. Ο σκοπός δεν είναι να δώσουμε συνέχεια στον διχασμό. Πρόγονοί μας είναι και οι μεν και οι δε, είμαστε όλοι απόγονοι αυτού που συνέβη, απόγονοι της Ιστορίας μας. Ίσως έτσι πρέπει να το δούμε, αν θέλουμε να φτιάξουμε τη χώρα μας και να την κάνουμε μια κανονική χώρα, στην οποία δεν χρειάζεται ένας δεκατριάχρονος να φτάσει στην αυτοδικία επειδή δεν τιμωρήθηκε ο δωσίλογος φονιάς της αδελφής του.

Προσωπικά δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν. Κουβαλάει τον αδικαίωτο πόνο του και νιώθει μόνος, αβοήθητος μπροστά στο ηθικό του χρέος να δικαιώσει τη μνήμη της αδελφής του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη μιας αυτοδικίας δεν βαρύνει μόνο το άτομο αλλά όλη την κοινωνία που δεν κατάφερε να ισχυροποιήσει τους θεσμούς που θα την αποτρέψουν από το να γίνει ζούγκλα. Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, έχουμε ακόμα πολλά να λύσουμε. Ίσως βοηθήσει να κοιτάξουμε πίσω, στα τραύματα του παρελθόντος, όχι για να τσακωθούμε, αλλά για να δούμε ποιοι είμαστε τελικά. Για τον αφηγητή του βιβλίου, το ταξίδι στο παρελθόν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ίσως ένα ταξίδι στο κοινό μας παρελθόν, να γίνει ένα συλλογικό ταξίδι αυτογνωσίας που θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 ..............................................................




          Άννα Ζέγκερς (1900 - 1983)


·      Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 

«…Το γαλάζιο σύννεφο της καταχνιάς που .ανέβαινε από τον Ρήνο, ή από τα κατάκοπα μάτια μου, σκέπασε σαν ομίχλη όλα τα τραπέζια με τα κορίτσια, έτσι που δεν ξεχώριζα πια καθαρά τα πρόσωπα της Νόρας, της Λένι και της Μαριάννε, ή όπως αλλιώς τις έλεγαν – κανένα αγριολούλουδο δεν ξεχωρίζει μέσα σε ένα πλήθος λουλούδια του αγρού. Τις άκουσα λίγη ώρα να τσακώνονται πού θα ήταν καλύτερα να καθίσει η δεσποινίς Ζίχελ, η νεαρή δασκάλα. Η ομίχλη μπροστά από τα μάτια μου διαλύθηκε και αναγνώρισα ολοκάθαρα τη δεσποινίδα Ζίχελ, που παρουσιάστηκε δροσερή, ντυμένη με φωτεινά χρώματα σαν τις μαθήτριές της.

   Κάθισε δίπλα μου, και η άγρυπνη Νόρα σέρβιρε στην αγαπημένη της δασκάλα τον καφέ. Πάντα εξυπηρετική και πρόθυμη, είχε στολίσει μάλιστα στο άψε-σβήσε τη θέση της δεσποινίδος Ζίχελ με λίγα κλαδάκια γιασεμί.

   Γι’ αυτό σίγουρα θα μετάνιωνε αργότερα η Νόρα, ως αρχηγός των εθνικοσοσιαλιστριών της πόλης μας, αν η μνήμη της δεν ήταν τόσο αδύνατη όσο και η φωνή της. Τώρα παρακολουθούσε με υπερηφάνεια, σχεδόν ερωτικά θα έλεγα, τη δεσποινίδα Ζίχελ που έχωνε ένα κλαδάκι γιασεμί  στην κουμπότρυπα της ζακέτας της. Και στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα θα χαιρόταν που είχε υπηρεσία στην ίδια ώρα με τη δεσποινίδα Ζίχελ σε μια οργάνωση γυναικών που πρόσφερε τροφή και νερό στους περαστικούς στρατιώτες. Αργότερα όμως, αυτή την ίδια δασκάλα που έτρεμε πια σαν γριούλα, θα την έδιωχνε βάναυσα από ένα παγκάκι στην όχθη του Ρήνου, επειδή δεν ήθελε να καθίσει δίπλα σε μια Εβραία. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα της θυμήθηκα ξαφνικά – και ένιωσα σαν να ήταν μια σοβαρή παράλειψη της μνήμης μου, σαν να είχα την υψηλή υποχρέωση να θυμάμαι πάντα ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες – πως τα μαλλιά της δεσποινίδος Ζίχελ δεν ήταν ανέκαθεν άσπρα σαν το χιόνι, όπως τα θυμόμουν, πως την εποχή της σχολικής μας εκδρομής μας ήταν καστανόξανθα, εκτός από μερικές γκρίζες τούφες στους κροτάφους της. Τώρα οι άσπρες τρίχες ήταν ακόμα τόσο λίγες που θα μπορούσε κανείς να τις μετρήσει, κι όμως ξαφνιάστηκα, σαν να αντίκριζα ξαφνικά εδώ, σήμερα για πρώτη φορά, τα ίχνη των γερατειών. Όλα τα άλλα κορίτσια στο τραπέζι μας χαίρονταν μαζί με τη Νόρα που είχαν κοντά τους τη νεαρή δασκάλα, χωρίς να υποψιάζονται πως αργότερα θα έφτυναν τη δεσποινίδα Ζίχελ και θα την αποκαλούσαν υβριστικά βρωμοεβραία.

   Η πιο μεγάλη απ’ όλες μας, η Λόρε – φορούσε φούστα και μπλούζα, είχε κοκκινωπά κατσαρωμένα μαλλιά και ήδη από καιρό σωστές ερωτικές σχέσεις -, πήγαινε στο μεταξύ από το ένα τραπέζι στο άλλο για να μοιράσει το κέηκ που είχε ψήσει η ίδια. Αυτό το κορίτσι διέθετε όλα τα πολύτιμα χαρίσματα μιας νοικοκυράς, τα σχετικά εν μέρει με την ερωτική και εν μέρει με τη μαγειρική τέχνη. Η Λόρε ήταν πάντα υπερβολικά εύθυμη, εξυπηρετική και πρόθυμη για αστεία και φάρσες. Η ερωτική της ζωή, που είχε αρχίσει ασυνήθιστα πρώιμα – μια επιπολαιότητα για την οποία τη μάλωναν αυστηρά οι δασκάλες -, δεν την οδήγησε σε γάμο αλλά ούτε και σε κανένα σοβαρό δεσμό, έτσι ώστε  όταν οι περισσότερες ήταν από καιρό σεβάσμιες μητέρες, εκείνη είχε ακόμα τη σημερινή εμφάνιση της μαθήτριας του γυμνασίου, με κοντή φούστα κι ένα μεγάλο, κόκκινο λαίμαργο στόμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει ένα τόσο θλιβερό τέλος; Να επιδιώξει το θάνατο με ένα σωληνάριο υπνωτικά; Ένας οργισμένος εραστής της, ένας Ναζί, την είχε απειλήσει με το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, επειδή η απιστία της ήταν, λέει, ατίμωση για τη φυλή της. Πολύ καιρό παραμόνευε μάταια για να την αιφνιδιάσει με τον απαγορευμένο, παράνομο εραστή. Ωστόσο, παρά τη ζήλια και τη δίψα του για εκδίκηση, μόνο λίγο πριν από την αρχή του πολέμου κατάφερε να βρει αποδείξεις, όταν ένας δοκιμαστικός συναγερμός της αεράμυνας έστειλε υποχρεωτικά όλους τους κατοίκους της πόλης από τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους στο καταφύγιο – μαζί μ’ αυτούς και τη Λόρε με τον παράνομο αγαπημένο της.

   Τώρα πρόσφερε κρυφά, πράγμα που όμως δεν μας διέφυγε, ένα περισσευούμενο γλυκάκι κανέλας στην επίσης εντυπωσιακά όμορφη και παμπόνηρη Ίντα, με τα αμέτρητα φυσικά μπουκλάκια στα μαλλιά. Στην τάξη ήταν η μοναδική της φίλη, αφού όλες στραβοκοίταζαν τη Λόρε για τα αστεία της. Ψιθυρίζαμε πολλά για τις ζωηρές συναντήσεις της Ίντα και της Λόρε, αλλά για τις επισκέψεις τους σε κολυμβητήρια όπου γνώριζαν ευλύγιστους συντρόφους για ελεύθερη κολύμβηση. Δεν καταλαβαίνω μόνο γιατί την Ίντα, που μασούλαγε κρυφά το γλυκό της κανέλας, δεν την είχαν πιάσει ποτέ στη γλώσσα τους οι μάνες και οι κόρες. Ίσως επειδή ήταν κόρη καθηγητού, ενώ η Λόρε ήταν κόρη κουρέα. Η Ίντα έβαλε εγκαίρως τέλος στην επιπόλαιη ζωή της, αλλά ούτε κι αυτή δεν έφτασε στο γάμο, γιατί ο μνηστήρας της έπεσε στο Βερντέν. Από ραγισμένη καρδιά έγινε νοσοκόμα, για να μπορεί τουλάχιστον να είναι χρήσιμη στους τραυματίες. Καθώς δεν θέλησε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της μετά τη συνθηκολόγηση του 1918, προσχώρησε στο τάγμα των αδελφών του Ελέους. Η ομορφιά της κόντευε πια να μαραθεί και τα μπουκλάκια της ήταν ήδη ελαφρώς γκρίζα, σαν να ήταν πασπαλισμένα με στάχτη, όταν η Ίντα έγινε αξιωματούχος των εθνικοσοσιαλιστριών νοσοκόμων και, παρόλο που σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν είχε μνηστήρα, ήταν ακόμα ξύπνια η επιθυμία της για εκδίκηση και η πικρία της. Επέβαλλε στις πιο νέες νοσοκόμες τις κρατικές οδηγίες, που υπαγόρευαν την αποφυγή συνομιλιών και λανθασμένης συμπόνιας κατά την περιποίηση αιχμαλώτων πολέμου. Εντούτοις η εντολή της, όταν παραλάμβαναν φρέσκους επιδέσμους να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τους συμπατριώτες, δεν ωφέλησε διόλου. Γιατί στον τόπο της νέας της απασχόλησης, στο νοσοκομείο πολύ πίσω από το μέτωπο, έσκασε μια βόμβα που τίναξε στον αέρα φίλους και εχθρούς και, φυσικά, το κατσαρό κεφάλι της που τώρα το χάιδευε ακόμα με τα περιποιημένα δάχτυλα η Λόρε, η μόνη στην τάξη που έκανε μανικιούρ…»

 

       Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ της Γερμανίδας ΑΝΝΑ ΖΕΓΚΕΡΣ (1900-1983) γράφτηκε στο Μεξικό, στην εξορία, το 1943. Η ιδιαιτερότητά της είναι ο κυρίαρχος τόνος της, που είναι ο τόνος της ελεγείας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την εφηβεία, τους φίλους που συντρίφτηκαν, τους συγγενείς, την ίδια τη νεότητα της Ζέγκερς, που μελαγχολικά αναζητεί τον χαμένο χρόνο.

   Οι δεκαπέντε αυτές κοπέλες, στο άνθος της ηλικίας τους υπέκυψαν στη γερμανική τραγωδία: εκτοπίσεις, αυτοκτονίες, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις. Η Λένι, η Μαριάννα, η Νόρα, η Γκέρντα, η Λόρε, η Έλζε, η Ίντα, η Έλλι, η Σοφία, η Λόττε… όλες χάθηκαν σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

   Η αφηγηματική μέθοδος δίνει εντυπωσιακή δύναμη στο δράμα: το αφήγημα καλύπτει ταυτόχρονα δύο εποχές, που συνέχεια συγκρούονται. Ο ειδυλλιακός χαρακτήρας του παρελθόντος, που μόλις έχει παρέλθει, ποδοπατείται αδυσώπητα από τη βιαιότητα του παρόντος. Επιπλέον: η ειδυλλιακή κατάσταση σκοτεινιάζει από τη γέννησή της, γιατί τη σκεπάζει η σκιά της μοίρας, Τα ειλικρινή σκιρτήματα, τα ευαίσθητα συναισθήματα της εφηβείας, διαψεύδονται και υπονομεύονται από τα ύπουλα πλήγματα, τους συμβιβασμούς και της ωμότητες της ωριμότητας.

 

Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγή της ΚΡΙΣΤΑ ΒΟΛΦ και επίμετρο με μία συνέντευξη του ΠΙΕΡ ΡΑΝΤΒΑΝΥ, του γιου της Άννα Ζέγκερς, για τα χρόνια της εξορίας της συγγραφέως (1933-1947).  





Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Απόσπασμα από τη νουβέλα του Ερίκ – Εμανουέλ Σμιτ (γ.1960) «Ο κύριος Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου» (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. opera, 2010)

 ...............................................................



·      Απόσπασμα από τη νουβέλα του Ερίκ – Εμανουέλ Σμιτ (γ.1960) «Ο κύριος Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου» (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. opera, 2010)

 

«…Μετά την Κωνσταντινούπολη ο κύριος Ιμπραήμ δε μιλούσε τόσο πολύ· ήταν συγκινημένος.

   «Σε λίγο φτάνουμε στη θάλασσά μου.»

   Κάθε μέρα ήθελε να πηγαίνουμε όλο και πιο αργά. Ήθελε ν’ απολαμβάνει. Μα φοβόταν κιόλας.

   «Μα πού είναι πια αυτή η θάλασσά σας, κύριε Ιμπραήμ; Γιατί δε μου τη δείχνετε στο χάρτη;»

   «Α, μη με ζαλίζεις με τους χάρτες σου, Μομό, εδώ δεν είμαστε στο σχολείο!»

   Σταματήσαμε σ’ ένα ορεινό χωριό.

   «Είμαι ευτυχισμένος, Μομό. Εσύ είσαι εδώ κι εγώ ξέρω τι υπάρχει στο Κοράνι μου. Τώρα θέλω να σε πάω να χορέψεις.»

   «Να χορέψω, κύριε Ιμπραήμ;»

   «Πρέπει. Πάση θυσία. «Η καρδιά του ανθρώπου είναι σαν πουλί κλεισμένο στο κλουβί του σώματος.» Όταν χορεύεις, η καρδιά τραγουδάει σαν το πουλί που θέλει να ενωθεί με το Θεό. Έλα, πάμε στον τεκέ.»

   «Πού;»

   «Τι περίεργο κλαμπ!» είπα, μόλις περάσαμε το κατώφλι.

   «Ένας τεκές δεν είναι κλαμπ· είναι μοναστήρι. Μομό, βγάλ’ τα παπούτσια σου.»

   Κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που είδα τους περιστρεφόμενους δερβίσηδες: φορούσαν μακριά, ανάλαφρα, ανοιχτόχρωμα φουστάνια. Αντηχούσε ένα ταμπούρλο. Κι οι χορευτές μεταμορφώνονταν σε σβούρες.

   «Βλέπεις, Μομό; Γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους γυρίζουν γύρω απ’ την καρδιά τους, εκεί που είναι ο Θεός. Είναι σαν προσευχή.»

   «Προσευχή το λέτε εσείς αυτό;»

   «Και βέβαια, Μομό. Χάνουν κάθε επαφή με τη γη, αυτό το βάρος που το λένε «ισορροπία», γίνονται δαδιά που καίγονται σε μεγάλη φωτιά. Δοκίμασε, Μομό, δοκίμασε. Κάνε όπως εγώ.»

   Και πιάσαμε να στριφογυρίζουμε ο κύριος Ιμπραήμ κι εγώ.

   Στις πρώτες στροφές, σκεφτόμουν: Είμαι ευτυχισμένος με τον κύριο Ιμπραήμ. Μετά, σκεφτόμουν: Δεν του κρατάω κακία του πατέρα μου που έφυγε. Και στο τέλος έφτασα να σκέφτομαι: Θαρρώ πως κι η μητέρα μου δεν είχε άλλη επιλογή όταν…

   «Λοιπόν, Μομό; Αισθάνθηκες ωραία πράγματα;»

   «Απίστευτο! Ήταν σαν ν’ άδειαζε από μέσα μου το μίσος. Κι αν δεν σταματούσαν τα ταμπούρλα, θα ‘χα κλείσει και τους λογαριασμούς με τη μητέρα μου. Τη γούσταρα πολύ αυτή την προσευχή, κύριε Ιμπραήμ, αν και θα προτιμούσα να προσευχόμουν χωρίς να ‘χω βγάλει τις ελβιέλες μου. Όσο βαραίνει το σώμα, τόσο αλαφρώνει το πνεύμα.»

   Από κείνη τη μέρα, σταματούσαμε συχνά για να χορέψουμε σε τεκέδες που ήξερε ο κύριος Ιμπραήμ. Πολλές φορές, ο κύριος Ιμπραήμ δε χόρευε· του άρεσε να πίνει το τσάι του μισοκλείνοντας τα μάτια, αλλά εγώ στριφογύριζα σαν λυσσασμένος… Ή μάλλον όχι: στριφογύριζα για να πάψω να ‘μαι τόσο λυσσασμένος.

   Τα βράδια, στις πλατείες των χωριών, προσπαθούσα να πιάσω κουβέντα με τα κορίτσια. Κατέβαλλα τεράστιες προσπάθειες, αλλά δεν έβγαινε τίποτα, ενώ αντίθετα ο κύριος Ιμπραήμ, που απλώς καθόταν κι έπινε το γλυκάνισό του χαμογελώντας μ’ εκείνο το γαλήνιο και γλυκό του ύφος, μάζευε πάντα γύρω του ένα σωρό κόσμο.

   «Ησυχία δεν έχεις, Μομό. Αν θες να κάνεις φίλους δεν πρέπει να κινείσαι τόσο πολύ.»

   «Κύριε Ιμπραήμ, είμαι ωραίος;»

   «Είσαι πολύ ωραίος, Μομό.»

   «Θέλω να πω… πιστεύετε ότι θα είμαι τόσο ωραίος ώστε ν’ αρέσω στα κορίτσια… χωρίς να πληρώνω;»

   «Σε μερικά χρόνια, αυτές θα σε πληρώνουν, Μομό!»

   «Ναι, αλλά… προς το παρόν… δε βλέπω και πολλή πελατεία…»

   «Μα πώς να έρθει η πελατεία, Μομό; Έχεις δει πώς κάνεις; Τις καρφώνεις  μ’ ένα ύφος σαν να λες: «Είδατε τι ωραίος που είμαι;» Μετά απ’ αυτό, πώς να μη γελάσουν… Το ύφος σου όταν τις κοιτάς, πρέπει να ‘ναι σαν να λες: «Έχω δει κι έχω δει όμορφες, αλλά σαν κι εσάς…» Σ’ έναν άντρα φυσιολογικό, κανονικό, θέλω να πω έναν άντρα όπως εσύ κι εγώ (όχι τον Αλέν Ντελόν ή τον Μάρλον Μπράντο), η γυναίκα είναι αυτή που τον κάνει όμορφο.»

   Κοιτάζαμε τον ήλιο να βασιλεύει πίσω από τα βουνά, και τον ουρανό που έπαιρνε ένα μενεξεδένιο χρώμα. Ο μπαμπάς κοίταζε τον αποσπερίτη…»   




Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

«Η Χειραφέτηση της Τατιάνας» διήγημα του Πέτρου Μάρκαρη (γ.1937) από τη συλλογή διηγημάτων «Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων» (εκδ. «Κείμενα» & «Καθημερινή», 2025)

 ..............................................................




              Πέτρος Μάρκαρης (γ.1937)


·       «Η Χειραφέτηση της Τατιάνας» διήγημα του Πέτρου Μάρκαρη (γ.1937) από τη συλλογή διηγημάτων «Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων» (εκδ. «Κείμενα» & «Καθημερινή», 2025)

 

                                                                   1.

 

ΤΟ ΞΑΝΘΟ ΚΕΦΑΛΙ ήταν σκυμμένο ακίνητο. Έτσι έμενε όλο το βράδυ ώσπου να κλείσει το μαγαζί. Από μακριά θύμιζε προτομή, που την είχε τοποθετήσει κάποιος γλύπτης για να δώσει λίγη χάρη κι ομορφιά σ’ αυτό το απρόσωπο φαγάδικο με τ’ όνομα «Οντέσα». Τώρα γιατί μια οικογένεια Ρωσοπόντιων προσφύγων είχε προτιμήσει το «Οντέσα» από την «Οδησσό» των χαμένων πατρίδων; Ίσως γιατί δεν ήξεραν ότι η Οντέσα λεγόταν στα ελληνικά Οδησσός. Ίσως πάλι γιατί το «Οντέσα» υπογράμμιζε ότι το εστιατόριο σέρβιρε ρωσική κουζίνα. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει κανείς. Σε μια εποχή  που οι Νεοέλληνες είχαν αντικαταστήσει τη χοιρινή μπριζόλα με φιλετάκια σε σάλτσα από μούσμουλα και καρύδια και τον κολιό σχάρας με λαυράκι μαριναρισμένο σε ανανά και πορτοκάλι, η «Οντέσα» σέρβιρε γνήσιο ρωσικό μπορς και κλασική ρωσική σαλάτα, που δεν είχε καμιά σχέση με την  ελληνορωσική· αυτήν που έχουν τα σαντουιτσάδικα για να σοβατίζουν το σάντουιτς.

   Εμφανισιακά, η «Οντέσα» ήταν διακοσμημένη σύμφωνα με το στιλ ελληνικού φαγάδικου: τραπέζια από φορμάικα σκεπασμένα με γκοφρέ χαρτί, που πάνω του έγραφε «καλή σας όρεξη». Το ψωμί ερχόταν σε καλαμάκι γαρνιρισμένο  με τα μαχαιροπίρουνα και τις χαρτοπετσέτες. Στον αριστερό τοίχο υπήρχε ένα αντίγραφο από γκραβούρα της Οδησσού του δέκατου ένατου αιώνα. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες ήταν από ελληνικά νησιά ιδωμένα με τα μάτια του ΕΟΤ.

   Και το ξανθό κεφάλι της Τατιάνας, σκυμμένο πάνω στο ταμείο, ευθύγραμμα και καθηλωμένο. Θα έλεγε κανείς ότι το έκανε επίτηδες, ως δέλεαρ, για να κινεί την προσοχή της ανδρικής πελατείας. Η φανατική προσήλωσή της στους λογαριασμούς είχε αποτέλεσμα να διπλασιαστεί η κίνηση προς την τουαλέτα των ανδρών, που ήταν δίπλα στο ταμείο. Άντρες κάθε ηλικίας περνούσαν από μπροστά της με την ελπίδα ότι η αύρα τους θα την έκανε να σηκώσει το βλέμμα και να τους κοιτάξει. Το μόνο που κατάφερναν ήταν να περιμένουν χωρίς λόγο στην ουρά μπροστά στην πόρτα της τουαλέτας.

   Ίσως να είχαν παραιτηθεί από τις απέλπιδες προσπάθειές τους αν ήξεραν ότι η αιτία που η Τατιάνα είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο ταμείο ήταν το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα της. Η «Οντέσα» ήταν οικογενειακή επιχείρηση των Σερχίδηδων ή Σερχόφ, όπως τους έλεγαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Η Μαρία, η μάνα, είχε την κουζίνα. Οι δυο γιοι, ο Βαγγέλης με τον Ιωσήφ, δούλευαν σερβιτόροι, και η Τατιάνα, ο Βενιαμίν της οικογενείας ήταν η ταμίας. Ο μόνος που δεν έκανε τίποτα ήταν ο πατέρας, ο Βασίλης.

   Αυτός είχε το γενικό πρόσταγμα και το άγρυπνο μάτι.

   Όταν ήρθε στην Ελλάδα, το 1993, ο Βασίλης έφερε μαζί του και τη σχέση αγάπης-μίσους που είχε με το σοβιετικό καθεστώς: ένα κομμάτι του σοσιαλιστικού συστήματος το αποδεχόταν, ένα άλλο το απέρριπτε μετά βδελυγμίας. «Το κόμμα και ο περιφερειακός γραμματέας με εποπτεύουν χωρίς να κάνουν τίποτα» συνήθιζε να λέει. «Εγώ σκύβω το κεφάλι, βγάζω το σκασμό και δουλεύω γιατί έτσι δουλεύει το σύστημα. Στο σπίτι μου όμως είμαι εγώ το κόμμα. Εκεί εποπτεύω εγώ χωρίς να κάνω τίποτα, ενώ η γυναίκα μου  και τα παιδιά μου σκύβουν το κεφάλι, βγάζουν το σκασμό και δουλεύουν.

   Αυτή ήταν η αποδεκτή πλευρά του συστήματος του Βασίλη. Η απορριπτέα  αφορούσε την κόρη του την Τατιάνα. Όταν του είπε ότι ήθελε να σπουδάσει γεωπόνος, σήκωσε το χέρι, της άστραψε ένα χαστούκι και την έστειλε στη μοναδική παραγωγική μονάδα που έχει ένα σπίτι: την κουζίνα.

   «Αυτά τα κομμουνιστικά, ότι όλοι, αγόρια και κορίτσια, πρέπει να σπουδάζουν, εγώ δεν τα ξέρω» της είπε. «Σ’ εμάς  τα κορίτσια μένουν στο σπίτι και γίνονται νοικοκυρές, ώσπου να τους βρουν ένα καλό παιδί και να τα παντρέψουν».

   Βέβαια, ο Μαρξ υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός θα έφτιαχνε τον καινούργιο άνθρωπο, αλλά ο Βασίλης δεν ήξερε τον Μαρξ, ήξερε τον περιφερειακό γραμματέα του κόμματος. Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε, ο Βασίλης πήρε την οικογένειά του και ήρθε στην Ελλάδα για να στήσει και εδώ την ίδια σοσιαλιστική οικογένεια, όπως την αντιλαμβανόταν. Το σύστημα λειτουργούσε ρολόι ως την μέρα που αποφάσισε να ανοίξει εστιατόριο. Τότε μπήκε το ερώτημα: τι θα έκανε την Τατιάνα, ένα κορίτσι είκοσι δύο χρόνων, κατάξανθο, με γαλανά μάτια, κορμί συλφίδας και δυο πόδια σαν κρυστάλλινα ποτήρια του κρασιού; Σκέφτηκε να την κλειδώσει στο σπίτι. Και θα έμενε μόνη στο σπίτι ως τις τρεις που γύριζαν από το μαγαζί;

   Εκεί πάνω του κατέβηκε η ιδέα του ταμείου. Και θα πρόσφερε στην επιχείρηση και θα την είχε υπό την εποπτεία του.

   Η προτομή που έβλεπαν κάθε βράδυ οι πελάτες ήταν έργο του Βασίλη. Η Τατιάνα ένιωθε αδιάκοπα το βλέμμα του πατέρα της πάνω της, ακόμα κι όταν ήταν στην κουζίνα ή εκτός εστιατορίου. Γιατί εν τη απουσία του την κάρφωναν τ’ αδέρφια της. Έμαθε λοιπόν να κρατάει σκυφτό το κεφάλι, να βλέπει μόνο χέρια – τα χέρια των αδερφών της όταν έπαιρναν τους λογαριασμούς – ν’ ακούει φωνές και να γράφει: «Μια πατατοσαλάτα στο δύο! Τρία μπορς στο έντεκα!»

   Με τον καιρό η ακοή της οξύνθηκε, όπως σε όλους τους τυφλούς. Από τις φωνές στο μαγαζί μπορούσε να υπολογίσει πόσο κόσμο είχαν εκείνο το βράδυ, ποιοι ήταν οι τακτικοί θαμώνες και ποιοι έρχονταν για πρώτη φορά. Έφτανε ν’ ακούσει μια φωνή για να καταλάβει ποιος καθόταν πού και σε ποιο τραπέζι.

 

                                                                   2.

 

   Η «Οντέσα» ήταν επί της Αγίων Ασωμάτων, στην περιοχή του ύψους και του βάθους της Αθήνας, εκεί όπου η γούνα συναντά το πλαστικό μπουφάν και η Μερσεντές το τρίκυκλο. Δεν ανήκε, βέβαια, στα ακριβά εστιατόρια-μπαρ, που είχαν αλώσει τα νεοκλασικά της περιοχής. Στεγαζόταν σε μια παλιά βιοτεχνία με μεγάλα γυμνά παράθυρα. Χάρη στη ρωσική κουζίνα της είχε καταφέρει ωστόσο να κάνει γρήγορα όνομα. Βαθμιαία ξέφυγε από τα πλαστικά μπουφάν κι άρχισε ν’ ανεβαίνει προς τα καμηλό και τα μάλλινα παλτά.

   Το όνειρο του Βασίλη Σερχίδη ήταν να κάνει την «Οντέσα» ένα εστιατόριο με άσπρα κολλαριστά τραπεζομάντιλα, άσπρες κολλαριστές πετσέτες και ακριβά σερβίτσια, όπως εκείνα όπου έτρωγαν τα στελέχη του κόμματος στον Εύξεινο Πόντο.

   «Εδώ βασιλεύουν η λαδόκολλα και το γκοφρέ χαρτί» συνήθιζε να λέει. «Εμένα βέβαια με συμφέρει, αλλά πώς να το κάνουμε, εκεί σ’ εμάς ήταν πιο αριστοκρατικά».

   Βέβαια, στα βόρεια προάστια θα έβρισκε πολλά εστιατόρια σαν εκείνα όπου έτρωγε η τοπική νομενκλατούρα στον Εύξεινο Πόντο, αλλά ο Βασίλης δεν ήξερε τα βόρεια προάστια, όπως δεν ήξερε και τον Μαρξ.

   Δεν αποκλείεται να τα ήξερε ο αρχηγός του παραρτήματος Αθηνών της ρώσικης μαφίας που επισκέφτηκε την «Οντέσα» ένα Σάββατο βράδυ γύρω στις έντεκα, όταν η δουλειά ήταν στο φουλ. Σαραντάρης, μέτριο ανάστημα και αδρά χαρακτηριστικά. Ένας από  τους δυο μπράβους που τον συνόδευαν έκοψε το δρόμο του Ιωσήφ και τον ρώτησε στα ρωσικά.

   «Τ’ αφεντικό;»

   Ο Ιωσήφ κατάλαβε αμέσως. Έδειξε την κουζίνα, ενώ τα πιάτα άρχισαν να τρέμουν στα χέρια του. Ο μαφιόζος τον προσπέρασε αμίλητος, και οι δυο μπράβοι του στήθηκαν μπροστά στην πόρτα.

   Η Τατιάνα ένιωσε το βλέμμα του μαφιόζου πάνω της. Ήταν από τις σπάνιες φορές που ταράχτηκε. Την έπιασε πανικός και ήθελε να εξαφανιστεί πίσω από το ταμείο. Η ταραχή ήταν στιγμιαία, γιατί ο μαφιόζος την προσπέρασε και μπήκε στην κουζίνα. Στάθηκε μπροστά στον Βασίλη και τον κοίταξε σιωπηλός, μετά έριξε άλλο ένα βλέμμα στο εστιατόριο.

   «Ωραίο μαγαζί» είπε σαν να επιβεβαίωνε την πρώτη του εντύπωση.

   Ενστικτωδώς, ο Βασίλης κατέβασε τον πήχη:

   «Μπα, φτηνομάγαζο. Μόλις και μετά βίας τρέφει τέσσερα στόματα».

   «Σηκώνει ν’ ανεβάσεις τις τιμές. Έχεις καλό κόσμο».

   «Αν τις ανεβάσουν θα φύγουν».

   «Είσαι φοβητσιάρης» του είπε ο άλλος και κούνησε του κεφάλι του. «Το φτηνό πράμα δεν πουλάει, έπρεπε να βουλιάξουμε για να το καταλάβουμε. Θέλεις ένα ακριβό εστιατόριο, αλλά να σ’ το φυλάνε, για να μην πάθει καμιά ζημιά».

   Ο Βασίλης τον κοίταξε στα μάτια. «Δε χρειάζομαι προστασία!» του είπε κατηγορηματικά, σαν να ήθελε να του δείξει ότι δεν ήταν φοβητσιάρης.

   Ο άλλος σήκωσε τους ώμους.

   «Κοίτα γύρω σου. Τράπεζες, γραφεία, μαγαζιά – παντού βάζουν σεκιούριτι. Εμείς κάνουμε την ίδια δουλειά με τα μισά λεφτά».

  «Δε χρειάζομαι προστασία» επανέλαβε ο Βασίλης.

   «Σκέψου το πάντως. Δε χάνεις τίποτα. Τα ξαναλέμε».

   Βγήκε από την κουζίνα χωρίς να περιμένει απάντηση. Καθώς περνούσε από το ταμείο, σταμάτησε.

   «Σήκωσε το κεφάλι σου να σε δω» είπε στην Τατιάνα.

   Η φωνή του δεν ήταν ούτε άγρια ούτε επιτακτική, αλλά ένας υποβλητικός ψίθυρος.

   Η Τατιάνα υπάκουσε και σήκωσε αργά το κεφάλι της. Είδε το βλέμμα του να περιφέρεται στο πρόσωπό της ερευνητικό, σαν να αξιολογούσε την κάθε λεπτομέρεια, αλλά αυτή τη φορά δεν τρόμαξε. Τον άφησε να την κοιτάξει με την ησυχία του.

   «Είσαι ωραία κοπέλα» της είπε με την ίδια υποβλητική φωνή.

   Η Τατιάνα χαμήλωσε πάλι το βλέμμα και ο μαφιόζος απομακρύνθηκε. Άκουσε την πόρτα του εστιατορίου να ανοίγει και κατάλαβε ότι έφευγε.

   Ο Βασίλης παρακολούθησε τη σκηνή από την κουζίνα. Ήθελε να ορμήξει στον μαφιόζο, αλλά τον κράτησε το αξίωμά του από τη Σοβιετική Ένωση: «Ο γραμματέας έχει το πάνω χέρι. Βγάλε το σκασμό και κάνε τη δουλειά σου». Έσφιξε τα δόντια του ως τις τρεις το πρωί, που γύρισαν σπίτι. Εκεί όρμησε στην κόρη του και άρχισε να τη δέρνει αλύπητα. Η οικογένεια φρόντισε να εξαφανιστεί. Ο Βασίλης έδειρε την Τατιάνα ώσπου του κόπηκε η ανάσα. Την παράτησε στη μέση του καθιστικού κι έπεσε να κοιμηθεί με τα ρούχα.

   Το ξύλο στην Τατιάνα δεν εμπόδισε τον μαφιόζο να ξανάρθει το επόμενο βράδυ στο μαγαζί. Αυτή τη φορά κάθισε σε τραπέζι, έφαγε και πλήρωσε κανονικά το λογαριασμό του. Από εκείνο το βράδυ έγινε τακτικός πελάτης. Ο Βασίλης λύσσαγε από το κακό του, αλλά δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του. Άλλωστε, δεν του έδινε και αφορμή. Έτρωγε με τους δυο μπράβους του, πλήρωνε κι έφευγε. Μόνο μια φορά ρώτησε τον Βασίλη  αν είχε σκεφτεί την πρότασή του. Ο Βασίλης ξανάπε ότι «δεν ήθελε προστασία». Ο άλλος δεν επέμεινε και το θέμα έκλεισε.

   Τα σπασμένα τα πλήρωνε η Τατιάνα. Ο Βασίλης ξεθύμανε πάνω της κάθε βράδυ.

 

 

                                                                    3.

 

   Το τηλεφώνημα τους ξύπνησε μέσα στη νύχτα. «Η «Οντέσα» καίγεται», είπε μια φωνή κι έκλεισε αμέσως.

   Ο Βαγγέλης, ο μεγάλος γιος, που είχε σηκώσει το τηλέφωνο μέσα στον ύπνο του, χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να καταλάβει τι του είπαν. Όταν το συνειδητοποίησε, ξύπνησε την οικογένεια, πήδηξαν όλοι μαζί στο βαν και έτρεξαν στο μαγαζί.

   Είδαν τις φλόγες από μακριά. Στο απέναντι πεζοδρόμιο είχε μαζευτεί κόσμος και οι ένοικοι στα γύρω μπαλκόνια απολάμβαναν την πυρκαγιά, αντί για την ανατολή του ήλιου, που έτσι κι αλλιώς δεν φαινόταν. Δυο οχήματα της πυροσβεστικής προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά που είχε αγκαλιάσει ολόκληρο το κτίριο. Ο Βασίλης κατάλαβε πως δε θα έμενε τίποτε από το εστιατόριο, παρά μόνο οι τέσσερις τοίχοι. Πλησίασε τον επικεφαλής της πυροσβεστικής.

   «Τι ήταν, τσιγάρο ή φωταέριο;»

   Ο πυροσβέστης γύρισε και τον κοίταξε. «Εμπρησμός», του απάντησε ξερά. «Κάποιος είχε ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί σου».

   «Εγώ δεν έχω καβγάδες με κανέναν. Στη γειτονιά με ξέρουν όλοι». Την ίδια στιγμή σκέφτηκε τον μαφιόζο, αλλά δε μίλησε, όπως παλιά με τον γραμματέα του κόμματος: τον σκεφτόταν, αλλά δεν τον ανέφερε ποτέ.

   «Αυτά θα τα πεις στην ανάκριση» του είπε ο πυροσβέστης και γύρισε στη δουλειά του.

   Όταν πήγε για ανάκριση, από την «Οντέσα» είχαν μείνει μόνο τα αποκαΐδια. Τον ανέκριναν πάνω από τρεις ώρες, αλλά και πάλι δεν είπε λέξη για τον μαφιόζο. Έξω από την πυροσβεστική τον περίμενε η οικογένειά του με το βαν, εκτός από την Τατιάνα.

   «Πού είναι η Τατιάνα;» ρώτησε.

   Η οικογένεια κοιτάχτηκε αμήχανα.

   «Δεν ξέρουμε» απάντησε ο Ιωσήφ, ο μικρός γιος. «Όταν μαζευτήκαμε να φύγουμε, είχε εξαφανιστεί».

   «Μπορεί να πήγε σπίτι» είπε η Μαρία.

   Δεν ήταν όμως στο σπίτι. Και δεν εμφανίστηκε ούτε τις επόμενες μέρες. Ο Βασίλης πήρε σβάρνα με τους γιους του όλα τα μαγαζιά που έβγαζαν στο κλαρί Ρωσίδες, Ρωσοπόντιες και Ουκρανές, αλλά δεν την βρήκαν πουθενά. Δυο χτυπήματα απανωτά το ίδιο βράδυ ήταν πολλά για τον Βασίλη. Για να ξεμπερδεύει με το ένα τουλάχιστον, απαγόρευσε στην οικογένεια να ξαναμιλήσει για την Τατιάνα. Οι δυο γιοι του υπερθεμάτισαν αμέσως, ως αναπληρωτές θεματοφύλακες της οικογενειακής τιμής. Η κυρα-Μαρία δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση και πενθούσε με κρυφό κλάμα.

   Τα δυο απανωτά χτυπήματα, αντί να ρίξουν τον Βασίλη, τον πείσμωσαν. Είχε μερικά λεφτά στην άκρη και αποφάσισε να ξανανοίξει το μαγαζί. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά και προσπάθησε να ξεχάσει την εξαφάνιση της Τατιάνας. Στο κάτω κάτω δεν ήταν η πρώτη. Από τότε που είχε καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση, χιλιάδες κοπέλες εξαφανίζονταν από τα σπίτια τους και κατέληγαν σε κάποια πετρελαιοπαραγωγό χώρα.

   Μια εβδομάδα πριν ξανανοίξει το μαγαζί, εμφανίστηκε πάλι ο μαφιόζος με τους μπράβους του.

   «Καλορίζικο!» είπε στον Βασίλη φιλικά. «Είσαι πεισματάρης και προκομμένος. Μπράβο σου!»

   Ο Βασίλης γύρισε έξαλλος και τον κοίταξε: «Δε σου πληρώνω προστασία. Θα κοιμόμαστε όλοι στο μαγαζί με τα τουφέκια. Αν τολμάς, κάψ’ το»

   Ο μαφιόζος χαμογέλασε.

   «Ποιος μίλησε για προστασία;» του είπε φιλικά. «Για συνεταιρισμό μιλάμε».

   «Δε θέλω συνεταίρο στο κεφάλι μου. Και μάλιστα συνεταίρο που μου καίει το μαγαζί».

   «Θα σου βάλω τα μισά λεφτά, για να κάνεις το εστιατόριο λουξ, και τα κέρδη εξήντα-σαράντα».

   Ο Βασίλης διχάστηκε. Από τη μια έβλεπε το όνειρό του να εκπληρώνεται, από την άλλη του ξίνιζε να βάλει μαφιόζο συνεταίρο στο κεφάλι του. Μετά όμως το ξανασκέφτηκε πιο ψύχραιμα. Δηλαδή, αν ο περιφερειακός γραμματέας του ζητούσε να γίνουν συνεταίροι, θα έλεγε ποτέ όχι; «Εντάξει, αλλά πενήντα-πενήντα».

   Ο μαφιόζος χαμογέλασε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, σημάδι ότι τα είχαν βρει. Η «Οντέσα» έγινε πράγματι μαγαζί λουξ, με κολλαριστά τραπεζομάντιλα, κολλαριστές πετσέτες και ακριβά σερβίτσια, όπως τα εστιατόρια όπου έτρωγαν ο γραμματέας και η νομενκλατούρα του κόμματος.

   Μια ώρα πριν τα εγκαίνια, ο Βασίλης είδε μια μαύρη Μερσεντές να σταματάει μπροστά στην «Οντέσα». Ένας από τους μπράβους του μαφιόζου κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Η κοπέλα που βγήκε από το αμάξι φορούσε ακριβή γούνα και ήταν βαμμένη και χτενισμένη σαν να ερχόταν κατευθείαν από το κομμωτήριο. Ο Βασίλης δυσκολεύτηκε ν’ αναγνωρίσει την Τατιάνα. Μαρμάρωσε από την έκπληξη και δεν μπόρεσε ν’ αρθρώσει λέξη. Η κόρη του τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει καμιά σημασία και μπήκε στο μαγαζί. Μόλις συνήλθε ο Βασίλης, έτρεξε πίσω της.

   «Πουτάνα!» φώναξε και έκανε να της ορμήξει, αλλά οι δυο μπράβοι τον βούτηξαν και τον κόλλησαν σε μια καρέκλα.

   Η Τατιάνα γύρισε και τον κοίταξε αδιάφορη. Έβγαλε τη γούνα της και την πέταξε σε μια καρέκλα. Από μέσα φορούσε μια μαύρη τουαλέτα. Τ’ αυτιά, ο λαιμός και τα χέρια της δε φαίνονταν από τα κοσμήματα.

   «Από σήμερα εσύ θα κόβεις τους λογαριασμούς» είπε στον πατέρα της στα ρωσικά. «Την εποπτεία του εστιατορίου θα την αναλάβω εγώ. Έτσι αποφάσισε ο Ιγκόρ». Μετά γύρισε στα δυο αδέρφια της που παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα. «Έχετε μια εβδομάδα για να γίνετε από σερβιτόροι μετρ» τους είπε στα ρωσικά πάλι. «Αλλιώς θα σας διώξω και θα πάρω άλλους. Δε θέλω γύφτους στο μαγαζί».

   «Ποια είσαι συ που θα με διατάζεις;» φώναξε έξαλλος ο Βασίλης. «Αυτό το μαγαζί το έφτιαξα με τα χέρια μου».

   «Το ξέρω» του απάντησε ψυχρά η κόρη του. «Γι’ αυτό και σου αφήνω το μισό. Αν όμως δε μάθεις να φέρεσαι, θα αγοράσω το μερίδιό σου και θα σε πετάξω έξω».

   Από εκείνο το βράδυ η Τατιάνα δεν ξαναμίλησε ελληνικά. Μιλούσε ρωσικά με όλους. Και ο Βασίλης άρχισε πάλι να βγάζει το σκασμό και να δουλεύει, όπως παλιά στη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, από το μαγαζί δεν είχε παράπονο· με την Τατιάνα επικεφαλής έβγαζε πολλά λεφτά. Το μόνο παράπονο ήταν η κόρη του. Μα να αρνηθεί έτσι την οικογένεια, την πατρίδα και τη γλώσσα της;

   Βέβαια, αν διάβαζε Μαρξ, θα ήξερε ότι το χρήμα δεν έχει πατρίδα ούτε συγγένεια. Αλλά ο Βασίλης δεν είχε διαβάσει Μαρξ, το ‘παμε.