Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2015: 10 χρόνια από το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2015: 10 χρόνια από το θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

13.12.43 - Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

 ...............................................................


13.12.43 - Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)




13.12.43 

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι. 
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε. 
Ένα μαντίλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού 
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι

Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση 
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι 
—Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; 
Κι έσφιγγα τα χέρια σου 
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου. …
Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε

Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες 
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας 
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν 
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας 
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.

Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε. 
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο Γιατί. 
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης 
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση 
Κανείς δεν θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται 
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει 
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου 
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

(youtube, 8.3.2015)

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2023

"ΟΤΑΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑ" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) από τη συλλογή "Συνέχεια -2" (εκδ. "Πλειάς", 1975)

 ...............................................................



Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)



ΟΤΑΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑ



Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους

Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα

Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.



Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε

Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα

Κάρφωναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω

Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες

Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο

Και τόσα που να στοιβαχτούνε γεγονότα

Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί

Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας

Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου

Η 3η Μαϊου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»

Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.

Θα σου μιλήσω πάλι ακόμη με σημάδια

Με σκοτεινές παραβολές, με παραμύθια

Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά από τις λέξεις

Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές

Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει

Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν την βλέπει

Και δεν την υποψιάζεται ακόμη

Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και τα χρηματιστήρια

Στις βροχερές ώρες, στα άδεια πάρκα, στα μουσεία

Μέσα στα σπουδαστήρια και τα μαγαζιά

Αλλάζει τη σύνθεση της ατμόσφαιρας

Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας

Τον χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.

Έχει στηθεί η σκηνή μα δεν φωτίζουν οι προβολείς

Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ – αντάξια του δράματος

Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη

Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος

Τα κουδουνάκια του τρελλού, κάθε κατώτερη ράτσα

Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.



Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί

Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία

Χωρίς την επινόηση μιας νέας διάταξης στοιχείων

Χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία

Σκίζοντας βίαια το σάπιο μήλο

Να επιστρέψουν τα άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες.



Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.





9η Θερμιδώρ 1955


Μανόλης Αναγνωστάκης (από τη "Συνέχεια -2")

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023

"...Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας..." Από το «Περιθώριο ’68 – ‘69» (εκδ. Στιγμή, 1985) του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 – 2005)

 ...............................................................





"...Όλοι αυτοί οι πολεοδόμοι, φιλόσοφοι, οικονομολόγοι, καθηγητές κτλ. που γράφουν, συζητούν, αγορεύουν σε συνέδρια και σε σεμινάρια για τη βαρβαρότητα των πόλεων, τη μαζοποίηση, την αλλοτρίωση, το αδιέξοδο του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, από προοδευτική πάντα σκοπιά, αριστερή και συνήθως άκρως ριζοσπαστική – πόσο βολεμένοι οι ίδιοι σε θέσεις με γερούς μισθούς και επιμίσθια, με παροχές και ταξίδια, πόσο δεμένοι οι ίδιοι με το σύστημα που καταριούνται και, υποτίθεται, αγωνίζονται για την ανατροπή του, πόσο βέβαιοι τελικά πως τίποτα ευτυχώς δεν κινδυνεύει ν’ αλλάξει, τουλάχιστο στο αμέσως προσεχές μέλλον.

«Με προκαλούν», είπες..."

 

……………………………………………………………….

 

"...Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας..."


Από το «Περιθώριο ’68 – ‘69» (σελ. 19-20 εκδ. Στιγμή, 1985) του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 – 2005)



Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023

"...Η μάχη να δίνεται μ ε τ ά την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας – μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους)..." - Μικρό επετειακό αφιέρωμα στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη (10.3.1925-23.6.2005)

 ...............................................................





Μανόλης Αναγνωστάκης (10.3.1925-23.6.2005)


(Τώρα πια μιλάμε χωρίς αυταπάτες, χωρίς ηθικολογικές προκαταλήψεις, χωρίς καμιά επιταγή άνωθεν ευθύνης – για μια σκέτη αξιοπρέπεια. Στην οριζοντίωση της εποχής μας να κρατήσουμε όρθιες ισχνές καλαμιές. Είναι ο πιο αχάριστος και συγχρόνως γελοίος – για τους άλλους – αγώνας, γιατί είναι δύσκολο να φανταστείς τον Δον Κιχώτη ψύχραιμο, υπολογιστικό, χωρίς αισθηματολογίες, να γνωρίζει ότι οι ανεμόμυλοι είναι πραγματικοί και μολαταύτα να τους πολεμά. Μιλάμε χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς μίσος, χωρίς καν μαχητικότητα. Επαρχιακοί θεατρίνοι μπροστά σε μιαν άδεια αίθουσα χωρίς χειροκροτήματα.

   Ο μεγαλύτερος κίνδυνος: ο πειρασμός της έπαρσης, της περιφρόνησης των πρώην φίλων, των επιδεικτικών χειρονομιών αηδίας.

   Η μάχη να δίνεται  μ ε τ ά  την αηδία και την επίγνωση της ματαιότητας – μη συναντηθείς σε καμιά παρακαμπτήριο μαζί τους).

 

Μπήκανε στα γραφεία του Κόμματος, σπάσανε τις ντουλάπες και τα συρτάρια, σκίσανε τις φωτογραφίες, αναποδογύρισαν τα έπιπλα, βρίζοντας και βλαστημώντας.

   Σε δύο κάρα στοιβάξαν ως απάνω τα χαρτιά και τα βιβλία και τα πήρανε.

   Όπως οι ρόδες τραντάζονταν από τις λακκούβες στην οδό Κατούνη, γλιστρούσαν εδώ κι εκεί από το ξεχειλισμένο φορτίο, στο δρόμο το λασπωμένο, λογιστικά τετράδια και κομματικές ταυτότητες.

   Στη γωνία του Πρακτορείου Μπέρου αντάμωσα την Ουρανία που έσφιγγε το μαντίλι στο στόμα της κι έκλαιγε με λυγμούς.  

 

Μανόλης Αναγνωστάκης (10.3.1925-23.6.2005)

 

Από «Το Περιθώριο ’68 – ‘69» (εκδ. στιγμή, 1985, σελ. 38-39)


Σάββατο 23 Απριλίου 2022

"Σκυφτοί περάσανε…" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005)

 ...............................................................





Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 -2005)



Σκυφτοί περάσανε…


Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν ίσκιο στα μάτια
Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε — ξέραμε το χαιρετισμό τους —
Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα των αλόγων
Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.                                                               
Είναι που όλοι οι χειμώνες περάσανε και διαβαστήκαν όλα τα βιβλία
Σαν τις διαβατικές γυναίκες που παραλλάζουνε τ’ όνομα.
Εμείς πιστεύουμε εκεί που ένας άλλος θα τ’ απόδιωχνε σαν ένα όνειρο κακό
Σα μια νεροποντή που τον βρήκε στη μέση του κάμπου
Σα μια φρικτή περιπέτεια που ξεβιδώνει το λογικό του           
Η μνήμη τους είναι το πόδι που νοσταλγεί ο ανάπηρος
Είναι η σπασμένη θερμάστρα στο γεναριάτικο δωμάτιο
Είναι τα φύλλα που στοιβάζονται και ξεθωριάζουν στο συρτάρι.
Ακούοντας τα παιδιά να τραγουδούν στο δρόμο ξένοιαστα
Σκεφτόμουν αν αυτό στ’ αλήθεια είναι η προϋπόθεση της γαλήνης                                                                                               
Μιας κάποιας ανάπαυλας με μόνη την ευθύνη της αδιαφορίας
Ή μήπως όταν οι στρατιώτες επιστρέφουνε με τελευταίαν ελπίδα
Ένα λευκό σεντόνι χωρίς αίμα, όταν ο ταξιδιώτης
Ακούει τα μακρυσμένα βήματα του γέρικου πιστού του σκύλου.
Όμως μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής   
Δεν προφταίνουμε ν’ αγαπήσουμε έναν άνθρωπο κι ύστερα τον χάνουμε
Πεθαίνει μια μέρα και μαθαίνεις το θάνατό του απ’ τις εφημερίδες
Φεύγει —«τέλειωσαν όλα»— κι εσύ δεν έχεις ακόμα γνωρίσει την αρχή
Ψάχνεις μια θύμηση μαζί του (…το τελευταίο βράδυ που βρεθήκαμε στο καφενείο Φ…)
Δεν ξέρεις ποιά ζωή σ’ αξίζει και ταξιδεύεις άσκοπα.                
Α! πώς ψεύτισαν όλα! Αφήσανε στους δρόμους τα χαλάσματα δεν τα προσέχει πια κανείς
Σέρνονται τα παιδιά ξυπόλυτα ούτε που τα γνωρίζουν οι μανάδες
Στους τάφους τα λουλούδια μαραθήκανε και τα σαπίζει η βροχή
Τα σπίτια χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Δείχνουνε τις πληγές στα στήθια τους και ζητιανεύουν τα κορίτσια                                                                                              
Τα κάρα βούλιαξαν στη λάσπη και πεθάναν οι αμαξάδες
Κι οι μαστροποί ποιητές βουβοί τρέμαν τις νύχτες στα κατώφλια.
Μια μέρα φτάνουν όλα χωρίς την αρμονία της διαλογής
Αξίζει τέλος να σταθείς τύψη με τύψη—
Και, Θε μου, πόσος λυρισμός μέσα στο ανέκφραστο                
Κι είχα μέσα μου ακόμα τόσες εικόνες που ζητούσα
Φυλαχτά τόσων πολύτιμων κρυφών αναδρομών—
Δεν το ’ξερα πως ήμουν πλασμένος νά ’ρθω μια μέρα
Πίσω στα σκονισμένα μονοπάτια να κοιτάξω κατάματα
Τη φλεγόμενη πόλη τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους   
Να κλάψω κι εγώ για τους ανθρώπους που δε γνώρισα
Για τις πικρές γυναίκες που δε φίλησα ποτέ μου
Για τα σπασμένα χέρια των παιδιών που με κλοτσούσαν
Να κάτσω στην πιο μαύρη πέτρα και να σκεπάσω
Το μαραμένο μου πρόσωπο με λιπόσαρκα χέρια                       
Να μάθω ξένα ονόματα και ξένες προσευχές
Να κρατήσω σφιχτά στα χέρια μου λίγο χώμα θυσίας.



(Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;
Πώς θα κοιμίσουμε τα είκοσι χρόνια μας στη θάλασσα της λησμονιάς;)
Άκουγα πάλι τη φωνή σου όταν γυρνούσα χτες από το πληκτικό νοσοκομείο                                                                       
Ανάμεσα στα βρόμικα πανιά και στα νερά τα μουχλιασμένα
Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου
Τα ξίφη διασταυρώνονται σε ματωμένες αστραπές
Ο θάνατος είναι κι αυτός μια περασμένη αφήγηση
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει.                                    
«Με μια κατάμαυρη σκιά…». Κι εγώ σκεφτόμουν
Πεδιάδες με μαύρα άλογα και πλοία λευκά στη θάλασσα
Κι εγώ σκεφτόμουν μια φευγαλέα μορφή που μου ’χε γνέψει
Δεν ξέρω αν σ’ ένα χαμένο μου όνειρο ή στα παιδικά μου χρόνια.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

"Ο Πόλεμος" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005). Από την ποιητική συλλογή «Εποχές».

 ...............................................................





Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)






"Ο ΠΟΛΕΜΟΣ"


Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.
Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές.
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ.

Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005). Από την ποιητική συλλογή «Εποχές» 

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

"Η μπαλάντα για τα καλά παιδιά" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005)

 ..............................................................





Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)





Η μπαλάντα για τα καλά παιδιά

Παιδάκια, πάντοτε ν’ ακούτε τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Να λέτε “ευχαριστώ”, ”παρακαλώ”,
να μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.

Ποιοί είν’ αυτοί που μας μαθαίνουν τρόπους,
που μας μαθαίνουν νά ’μαστε ευγενείς;
Μονάχα οι καλοί μας οι γονείς
για να μας κάνουνε σωστούς ανθρώπους.

Όλα στο σπίτι σαν ρολόι ρυθμισμένα.
Ο μπαμπάς όλη μέρα στη δουλειά.
Η μαμά τινάζει στο μπαλκόνι τα χαλιά
κι ύστερα στρώνει τα κρεβάτια ένα ένα.

Συνήθως βλέπουν τηλεόραση τα βράδια,
καμιά φορά πηγαίνουν σινεμά.
Κάποτε μένει μονή η μαμά
και μας κακομαθαίνει με τα χάδια.

Λείπει τότε ο μπαμπάς στο καφενείο
εκεί που πάνε οι άντρες μοναχοί.
Παίζουνε πρέφα, λεν αστεία, χι, χι, χι
καμιά φορά ξεχνιούνται ως τις δύο.

Τις Κυριακές μας έρχονται επισκέψεις.
Βγάζει η μαμά καφέδες και γλυκά.
Οι άντρες συζητούν πολιτικά
και οι γυναίκες: “αύριο τι θα μαγειρέψεις;”.

Έτσι τα βρήκαμε, πάππου προς πάππου
και-προς Θεού-μην τα πειράξεις, πα, πα, πα!
Ακολουθείστε τα γνωστά τα πρότυπα
να φτάσετε κι εσείς μια μέρα κάπου.

Χιλιάδες πειρασμοί είναι κοντά σας,
σεξ και πορνό και ντίσκο και χασίς.
Μακριά, παιδιά, να κρατηθείτε εσείς,
να μην ακούτε παρά μόνο το μπαμπά σας.

Λοιπόν, παιδάκια, σεβασμό προς τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Πάντα και πάντα: ”ευχαριστώ”, ”παρακαλώ”,
και μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.

Μανούσος Φάσσης (Μανώλης Αναγνωστάκης), "Παιδική μούσα"


Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

"ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΙ..." ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005)

..........................................................




 
Μανόλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)







 



·       ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΙ…

Αυτοί δεν είναι δρόμοι που γνωρίσαμε
Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επί –
      γονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησία-
      σμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.
      Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
      Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγί-
               ζει
      Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου.
      Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν
      Κάποιοι – αναπόφευκτα – στα χείλη τους θα
             Προφέρουν
      Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου από-
             δώσουν
       Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
        Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
      Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την
              πανοπλία
       Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
       Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
       Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.

                                           
                                        ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Μια εικόνα για έναν παρένθετο στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη...

..............................................................


                                  ...( Η Μοίρα µας ανοίγεται θαυµασία:




                                                    εδώ δρόµος, εκεί δρόµος, από κει επίσης δρόµος)...

                                         Μανόλης Αναγνωστάκης,  από τις ΕΠΟΧΕΣ 2, VII

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

"Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε..." ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 -2005)

............................................................
 




Μανόλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)













Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε...

 

 

 

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα
Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες
Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου
Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει
Οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου·
Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν. Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν
Κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν
Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, θὰ σοῦ ἀποδώσουν
Ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.
Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία
Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ
Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,
Τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

"Βίοι και βίοι..." Επιλογή από "Το Περιθώριο '68 - '69" του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005)

............................................................




Βίοι και βίοι...

Από "Το Περιθώριο
'68 - '69"

του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005) 





…Τα βράδια, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν  σε μια γωνιά του πάρκου, πλάι στο ερειπωμένο και ακατοίκητο περίπτερο που, άγνωστο γιατί, το λέγαμε «στους τροπικούς». (Σήμερα είναι εκεί το Λούνα Παρκ και το σκοπευτήριο). Ο Χάρης σκοτώθηκε το ’44, ο Ξενοφών είναι γιατρός στη Μόσχα, η Ισμήνη σκοτώθηκε το ’47, ο Μέρτζος εκτελέστηκε το ’48, ο Αργύρης έγινε καθηγητής στο Πίτσμπουργκ, ο Τάκης υπάλληλος στο ΙΚΑ Σερρών. Εγώ γράφω.

...........................................



Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή…


...........................................


«Ο δικηγόρος του Σακκά πήρε 200 λίρες στο χέρι, με την υπόσχεση να κατεβεί αμέσως να αναστείλει την εκτέλεση. Την άλλη μέρα ο Σακκάς εκτελέστηκε. Ο δικηγόρος το ήξερε αυτό από τα πριν, τον είχανε καλέσει και τον ενημερώσανε για την απόρριψη της αίτησης για χάρη. Έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως  δυνατόν, είπε. Μού πήρανε τα λεφτά και με γελάσανε κοτζάμ υπουργοί…».

   Γιατί να μου τα ξαναθυμίσει πάλι ο Γιώργος όλα αυτά χτες, όταν μας συστήσανε σ’ ένα σπίτι την κόρη του δικηγόρου, κυρία Τάδε σήμερα, με άντρα γιατρό, συνάδελφο, και με μια βίλα προικώα, στη Χαλκιδική.

...............................................



Όταν εκτελέστηκε ο Ζάννος ήτανε 27 χρονώ. Εμείς κλείναμε τότε τα 23. Τώρα είμαστε στα 45.


................................................ 


Ο Γ.Χ. το πλουσιόπαιδο, που παντρεύτηκε φοιτητής στην κατοχή τη Βάσω – ύστερα από 18 χρόνια στην Κέρκυρα και στο Ιτζεδίν,  ζει τώρα στα Σεπόλια, με κίρρωση του ήπατος, σάκχαρο δύο και ογδόντα πέντε και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα. Ο γιος του λείπει εργάτης στη Γερμανία, η κόρη του συζεί μ’ έναν αξιωματικό της αεροπορίας στη Θεσσαλονίκη. Η Βάσω πέθανε. Τα παιδιά της γειτονιάς, όταν τα απογεύματα βγάζει την  καρέκλα του και κάθεται στο δρόμο μπροστά στην πόρτα του, τον χαιρετούν και τον φωνάζουν μπάρμπα.   

.......................................



Όταν ήμουνα με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί, στις πέντε, περνούσαν κάτω από τα παράθυρα των μελλοθανάτων, κι εμείς στα κρεβάτια μας ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.  

   Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή του Φαρμάκη, έναν τόνο πιο πάνω από τις άλλες – ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμά του, ο αποχαιρετισμός.

.........................................................



Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.

.........................................................



Πρόσκληση γραπτή να συναντηθούν οι παλιοί συμμαθητές – «μετά είκοσι πέντε έτη». Να πιούμε ένα κρασί να θυμηθούμε τα παλιά. Υπήρχε και μια φωτογραφία αποφοίτων, χαμογελαστοί όλοι, με το τσιγαράκι στο χέρι, στην παραλία, στα μπλόκια. Ο Γρηγορίου, που χάθηκαν τα ίχνη του γύρω στο ’48. Ο Σταθάτος, επιχειρηματίας νυν στον Πειραιά, πρώην χαφιές. Ο Μιχόπουλος ο επιλεγόμενος Μιράντα. Ο εκτελωνιστής Τζουβάρας. Ο Χρήστος Λαβίδας, που τον έπιασα με την Τίνα, στα χαλάσματα του εβραίικου νεκροταφείου, στις οχτώμιση το βράδυ, την Παρασκευή 6 Απριλίου του 1945.

   Κι άλλοι πολλοί.

................................................



Γυρίζοντας ο Κ.Λ. από την Ικαριά, βρήκε το γιο του, παλικάρι πια, σε μια σχολή κινηματογράφου, με τις σπουδές  του σταματημένες στη Γ’ Γυμνασίου. Πούλησε κάτι παλιά βιβλία, του αγόρασε καινούργιο κουστούμι, του ‘βαλε ένα γνωστό του καθηγητή να τον προγυμνάσει στα μαθηματικά. Το πέμπτο βράδυ, σ’ έναν καυγά στο σπίτι, το παλικάρι σήκωσε τη γροθιά του και του την έφερε στο πρόσωπο, βρίζοντάς τον χαμένο κορμί και παλιοκερατά.

.........................................
 



Κι η κόρη της Τίνας, της Τίνας που την κούρεψαν οι Χίτες το ’45, είκοσι τώρα χρονώ, σαν και τη μάνα της τότε, το ίδιο όμορφη, χόρευε χτες στο κλαμπ με κοντά-κοντά κομμένα αγορίστικα της μόδας μαλλιά.

...........................................



Είχαμε ραντεβού με τον Βαμβακά, στις εννιά παρά είκοσι, στην οδό Κωνσταντίνου  Μελενίκου – αυτός θ’ ανηφόριζε. Στις οχτώ και πέντε τον σκοτώσανε στη στάση Μισραχή, υην ώρα που έτρεχε να προλάβει το τραμ. Την άλλη μέρα είδα τη φωτογραφία του στην εφημερίδα. Τότε το είδα για πρώτη φορά και έμαθα πως αυτός που περίμενα και δεν ήρθε ήταν ο Βαμβακάς.

Συνεχίζω…

   Ο Κώστας Χατζημάλης, ο Γαμβέττας, ο Καπλάνης, ο Πάνος Οικονομίδης, ο Αυγέρης, ο Φίτσιος.

   Ύστερα…

   Ο Ζάννος, ο Μακρίδης, ο Πάνος Δουλγεράκης, ο Μέρτζος, ο Δραγάτσης, ο Χρήστος Μαλτέζος, ο Φαρμάκης, η Κούλα Ελευθεριάδου.

   Ύστερα…

   Ο Αλβανός, ο Τάκης Παπαγεωργίου, ο Αρδίττι, η Ευθυμία Πατσά, ο Βασδέκης, ο Νεγρεπόντης, ο Σταυρίδης, ο Τατάκης.

   Ύστερα…

   Ο Στίνης, ο Βασιλειάδης, ο Καμπάς, ο Δημητράκος, ο Λαζαρίδης, ο Μονέδας, ο Αργυριάδης, ο Μπαλλής, ο Νίκος Μπελλογιάννης.

   Ύστερα…

..........................................



…Και ποτέ μην ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι.

   (Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα).



Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι ο δεύτερος απ΄τ' αριστερά στη τρίτη σειρά