Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίνω-γραφήματα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίνω-γραφήματα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

"Άλλος ένας πολιτισμικός πόλεμος (και οι κοινωνικές ήττες μιας γενιάς)" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 27. 6.2024)

 ...............................................................



Άλλος ένας πολιτισμικός πόλεμος (και οι κοινωνικές ήττες μιας γενιάς)


Οι πολιτισμικοί πόλεμοι του πληκτρολογίου απορροφούν τεράστια ενέργεια και περιορίζουν τις μάχες των ιδεών και των αξιών σε ειδικά θέματα και περιορισμένες ζώνες.




γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 27. 6.2024)


ΔΕΝ ΘΑ ΣΤΑΘΩ στο συγκεκριμένο θέμα που άνοιξε εδώ και μέρες με το κείμενο άποψης της Ρένας Λούνα στη LiFO, την παρέμβαση της Βίβιαν Στεργίου και τις έντονες, άλλοτε «δολοφονικές» και κάποτε ενδιαφέρουσες και ερεθιστικές σκέψεις που φύτρωσαν στα social media, σχολιάζοντας το ζήτημα. Αυτό που με εμποδίζει, βέβαια, είναι ζήτημα ουσίας, ότι δεν ξέρω τον Καραγάτση ή, κι αν έχω διαβάσει δυο του μυθιστορήματα, αυτό συνέβη στην εφηβεία των δεκαέξι, οπότε δεν μετράει.

Πιστεύω ότι πίσω από την έριδα για τον Καραγάτση παίχτηκε και παίζεται προφανώς κάτι ευρύτερο, το οποίο φάνηκε στη συνέχεια: μια διαμάχη για το πώς προσεγγίζουμε πρόσωπα και παραδόσεις της κουλτούρας, των γραμμάτων και της τέχνης. Για την ακρίβεια, ένα σύνολο διαφωνιών που πάνε πέρα από τον γνωστό υποκειμενισμό του γούστου (μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει αυτός ή εκείνος) και αγγίζουν ζητήματα συγγραφικού ήθους, ιδεολογικών προκαταλήψεων, κριτικού τόνου και αποτίμησης. Πώς απευθυνόμαστε στα «ιερά τέρατα» της κουλτούρας ή, έστω, σε εκείνους που έχουν αναδειχθεί από ένα μεγάλο μέρος του κοινού σε κεφαλές και ποιμένες της λογοτεχνίας μας;

Σε αυτά τα ερωτήματα βλέπει κανείς ότι επιδρούν πάντα η διαίρεση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς (με την ευρύτερη έννοια κάποιων κλίσεων και των αντίστοιχων echo chambers), αλλά, όλο και πιο έντονα, η διαίρεση ηλικιών-γενιών. Οι μεγαλύτεροι έχουν εμφανώς την τάση να υπερασπίζονται την «κλασική» θέση για την αυτονομία των λογοτεχνικών κειμένων από ιδεολογίες, ενώ κάποιοι/-ες νεότεροι/-ες επιστρέφουν στις πολιτικές και ιδεολογικές δεσμεύσεις της μυθοπλασίας. Οι πρώτοι αθωώνουν εκ των προτέρων τους πάντες στον βωμό της λογοτεχνικότητας, οι δεύτεροι αρχίζουν να υποψιάζονται τους πάντες με όρους μιας νέας συνείδησης. Και σαν να επαναλαμβάνεται η παλιά διαμάχη μεταξύ συντηρητικών οπαδών της «καθαρής λογοτεχνίας» και ριζοσπαστικών φωνών οι οποίες αμφισβητούν όλες τις υπεράνω, γενικώς ανθρωπιστικές ή απολίτικες εκδοχές συγγραφής.


Το πρόβλημα με κάποιους μεταμοντέρνους πολιτισμικούς πολέμους είναι ότι φτιάχνουν θερμά στρατόπεδα για ζητήματα που δεν είναι και τόσο σημαντικά. Θα ήταν πιο επείγον να αλλάξουν κάποιοι όροι της σημερινής πολιτισμικής και κοινωνικής συνθήκης από το να «αποδομηθούν» κάποιοι πεθαμένοι λογοτέχνες ή κείμενα του Μεσοπολέμου.

Η διαμάχη έχει αλλάξει μέσα στον χρόνο. Κάποτε είχε στο επίκεντρο ταξικά ζητήματα (πως αναπαριστάνονται λ.χ. άνθρωποι από τις λαϊκές τάξεις στη λογοτεχνία), ενώ τα τελευταία χρόνια η προσοχή επικεντρώνεται στη σεξιστική γλώσσα, στις ομοφοβικές εκτροπές, σε ακροδεξιές ιδέες και φυλετικές προσδέσεις.

Εκτιμώ ότι όλα τα παραπάνω είναι μέσα στο παιχνίδι της κοινωνικής κριτικής και μιας δημόσιας γνώμης. Η «ασέβεια» προς τα Μεγάλα Ονόματα, η κριτική υποψία για μυθιστορήματα που άρεσαν πολύ (και στους πολλούς), η διάθεση για καινούργια και τολμηρά ερωτήματα στο σώμα κάθε παράδοσης, όλα αυτά είναι πηγή ζωής για μια δημοκρατική δημόσια σφαίρα. Και αυτή η τελευταία είναι πεδίο μιας συγκρουσιακής συνομιλίας, όχι χώρος για ψεύτικες ή τραβηγμένες από τα μαλλιά συναινέσεις. Η ιδέα εξάλλου πως υπάρχει μια άπαξ διαπαντός εθνική ομοθυμία για συγγραφείς και έργα υποτιμά τη δυνατότητα για επαναξιολόγηση των αξιών και νέες ερμηνείες.

Πρέπει, όμως, να ξανασκεφτούμε τους όρους της κοινωνικής κριτικής και της δημόσιας αντιπαράθεσης. Η επίθεση σε κάποιον, συνήθως συντηρητικό ή «αντιδραστικό», εκπρόσωπο του «παλαιού κόσμου», δημιουργεί μεν πολώσεις και θόρυβο, δεν συνιστά όμως, σώνει και καλά, προωθητική χειρονομία. Περισσότερο νόημα έχει νομίζω να συζητηθούν με κριτικό τρόπο έργα και ονόματα της πρόσφατης περιόδου, για παράδειγμα το ρεύμα των έργων με διάλεκτο, το νεο-ηθογραφικό μυθιστόρημα κ.λπ. Δηλαδή θα είχε περισσότερη αξία η αναμέτρηση με ιερές αγελάδες και των τελευταίων χρόνων, όχι όμως μέσω του μηχανισμού των cancel. Ο μηχανισμός των cancel νομίζω ότι ακυρώνει την κριτική, μετατρέποντάς την σε αρνητικό θόρυβο ή μιντιακό buzz, σε κάτι που εν τέλει μετατοπίζει ζητήματα ιδεών και στάσεων σε θέματα καταδίκης προσώπων. Τι άλλο κάνει ο σύγχρονος επικοινωνιακός μηχανισμός από το παίζει με τα πρόσωπα ή κάποιες φράσεις τους δίχως να εμβαθύνει, απλώς και μόνο χτυπώντας ή αποθεώνοντας;

Οι πολιτισμικοί πόλεμοι συσκοτίζουν κυρίως μια άλλη σύγκρουση. Από χρόνια, ας πούμε, σέρνεται μια διαμάχη συμφερόντων, η οποία έχει σχέση και με τις διαμάχες ιδεών και γλώσσας, ανάμεσα στις γενιές των εξασφαλισμένων και στις γενιές της επισφάλειας και των αλλεπάλληλων κρίσεων. Σε αυτή την αντικειμενική σύγκρουση, το δίκιο το έχουν οι νεότεροι/-ες. Διότι, πολύ απλά, σε αυτήν τη χώρα (περισσότερο από άλλες κοινωνίες) το κοινωνικό συμβόλαιο φαίνεται ρυθμισμένο σε βάρος των νεότερων, ιδίως εκείνων που δεν διαθέτουν κληρονομημένα προνόμια. Σαν να ξεχνάμε δηλαδή ότι η επιτρεπτική, φιλελεύθερη πολιτισμικά και πιο «κοσμοπολίτικα» εξωστρεφής ζωή των τελευταίων δεκαετιών συνοδεύεται από χαμηλότερα εισοδήματα, άχαρο και ψυχοφθόρο τρέξιμο για σώρευση προσόντων και τίτλων (με εξαιρετικά αβέβαιο τίμημα), στεγαστική κρίση και πολλές άλλες εμπειρίες υποβάθμισης. Οι νεότεροι περνούν «χειρότερα» από τους εικοσάρηδες του ’80 που μπορούσαν να κάνουν ένα ή δύο μήνες διακοπές στα νησιά ή διοριζόταν στην τράπεζα με έναν διαγωνισμό.


Είναι φανερό έτσι ότι και η εύκολη επίθεση στο woke –που στην ελληνική πραγματικότητα έχει πολύ μειοψηφικό αποτύπωμα– αποσιωπά συστηματικά αυτή την υποβάθμιση και τις πολλαπλές βλάβες που έχει φέρει ένα κοινωνικό μοντέλο που συγκροτήθηκε από δεκαετίες και έχει στραφεί κατά των «συμφερόντων» των νεότερων. Μπορεί, φυσικά, να καταδικάζει κανείς τις ιδεολογικές προγραφές και ορισμένα στυλ ριζοσπαστικού μοραλισμού που εμφανίζονται εδώ κι εκεί, «αποδομώντας» κάποια παλαιά είδωλα· να πιστεύουμε, επίσης, ότι είναι σοβαρό λάθος η λογική της αποκαθήλωσης προσώπων με όρους διαγραφής. Είναι όμως έκθετη και αυτο-υπονομεύεται και εκείνη η υπεράσπιση μιας αυτόνομης και τάχα ανεξίθρησκης λογοτεχνίας που όσοι σηκώνουν τα λάβαρά της δεν έχουν πάρει είδηση πως πολλοί νεότεροι πνίγονται κάτω από το βάρος κληρονομημένων και υπερβολικά αυτάρεσκων ερμηνειών, των καπελωμένων θέσεων και της θεσμικής αναπαραγωγής τους. Υπάρχει δηλαδή ένα μπλοκάρισμα στη «κυκλοφορία των ελίτ» και μια ευρύτερη γενεακή αδικία που συνδέεται με μια πολύ άνιση κατανομή ευκαιριών και πόρων.

Το πρόβλημα με κάποιους μεταμοντέρνους πολιτισμικούς πολέμους είναι ότι φτιάχνουν θερμά στρατόπεδα για ζητήματα που δεν είναι και τόσο σημαντικά. Θα ήταν πιο επείγον να αλλάξουν κάποιοι όροι της σημερινής πολιτισμικής και κοινωνικής συνθήκης από το να «αποδομηθούν» κάποιοι πεθαμένοι λογοτέχνες ή κείμενα του Μεσοπολέμου. Και δεν ισχύει ότι το ένα μπορεί να γίνεται παράλληλα με το άλλο. Διότι οι πολιτισμικοί πόλεμοι του πληκτρολογίου απορροφούν τεράστια ενέργεια και περιορίζουν τις μάχες των ιδεών και των αξιών σε ειδικά θέματα και περιορισμένες ζώνες (με λεξιλόγια προσαρμοσμένα για τους μυημένους κάθε πολιτισμικής φυλής).

Τι έχουμε ανάγκη σήμερα; Τη ελεύθερη εξέταση των πηγών και των κωδίκων που μας έρχονται από το παρελθόν. Να ξαναδούμε δηλαδή και τους «δεξιούς» βιολογισμούς και τους «αριστερούς» κοινωνιολογισμούς. Και τις αυταπάτες περί ιδεολογικά απαλλαγμένης λογοτεχνίας και τα καλέσματα περί ηθικοκοινωνικής αφύπνισης που συχνά νομιμοποιούν με τη σειρά τους μια μέτρια λογοτεχνία. Όλα να συζητηθούν όμως δίχως το φόβο της βεβήλωσης ή κάποιας κατά φαντασία woke συνωμοσίας.

Κυρίως όμως να καταλάβουμε ότι «Καραγάτσης» είναι το όνομα ενός συμπτώματος. Για εκκρεμή ζητήματα εξουσίας και ιεραρχικών παγιώσεων μαζί με την κόπωση πολλών νεότερων από μια ρητορική θεσμικής ευπρέπειας και δημοκρατικών κεκτημένων. Όλο και πιο συχνά άλλωστε ο λόγος που τώρα ας πούμε βρέθηκε να υπερασπίζεται με πάθος τον «Καραγάτση» δύσκολα κρύβει την ικανοποίησή του από τον εαυτό του: σαν να έχει κληροδοτήσει μεγαλόθυμα στους νεότερους τον καλύτερο δυνατό κόσμο, την πιο ώριμη και σφριγηλή δημοκρατία μαζί με μια κοινωνία που δεν επιτρέπεται να θέτει ερωτήματα για τις αξίες και τις πνευματικές ιεραρχίες της. Αυτή όμως η στάση αγνοεί τις σύγχρονες μορφές κοινωνικής ευπάθειας και προσωπικής ασφυξίας. Δεν ασκεί κριτική στις δογματικές υπερβολές των ταυτοτήτων, αρνείται απλώς το γεγονός πως υπάρχει πρόβλημα με διάφορα σχήματα πολιτισμικής και κοινωνικής εξουσίας στη χώρα μας. Και αυτή η άρνηση αναγνώρισης είναι λάθος.

Η δική μου αίσθηση είναι πως μόνο ένας άλλος διαγενεακός διάλογος με τόλμη και αμοιβαία διάθεση αλήθειας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια καλύτερη εικόνα για τις υπερτιμημένες και τις υποτιμημένες πλευρές της κουλτούρας και των λογοτεχνικών μας ειδώλων.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κουτσουρέλη "Η τέχνη που αυτοκτονεί: για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας", Μικρή Άρκτος, 2019) γράφει ο Σωτήρης Γουνελάς (https://neoplanodion.gr, Απρίλιος 2020)

............................................................



Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κουτσουρέλη "Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας", Μικρή Άρκτος, 2019) 






γράφει ο Σωτήρης Γουνελάς (https://neoplanodion.gr, Απρίλιος 2020)




~ . ~ 

Δεν μπορώ να μπω στην τεχνική των στίχων σας: κάθε είδους κριτική βλέψη είναι κάτι τόσο ξένο από μένα … η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα, σε πετυχημένες, λίγο πολύ παρανοήσεις.

                                                         ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ 



ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΕΠΕΙ να ομολογήσω ότι το βιβλίο σου αυτό θέτει πλείστα ζητήματα που αφορούν την περιοχή της ποίησης. Ταξιδεύει στο παρελθόν, αναδιφά τους αιώνες, συγκεντρώνεται στη σημερινή αδιέξοδη, όπως την λες, κατάσταση. Διασταυρώνεσαι για να εκφέρεις τις κρίσεις σου με πρόσωπα και έργα βαρυσήμαντα, πρόσωπα που έχουν διατυπώσει κατά καιρούς κρίσεις για τα ίδια θέματα ή που έχουν τοποθετηθεί αρνητικά για τη σημερινή κατάσταση της ποίησης. Προσπαθείς να καλύψεις κριτικά την ευρύτερη ποιητική πραγματικότητα, έχοντας ο ίδιος ‒ως ποιητής και κριτικός‒ μελετήσει και εντοπίσει τα προβλήματα. Αναζητάς λύσεις. Αναζητάς μια ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ πρέπει να πω σε τρόπους (και καιρούς) που η ποίηση δεν παρουσίαζε τη σημερινή όψη. 

Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα πόσο ενιαία μπορεί να αντιμετωπιστεί η ποίηση, πόσο δηλαδή μπορούμε να την συλλάβουμε σε μια γενική διάσταση. Εσύ θεωρείς ότι σε όλες τις εποχές υπάρχουν κοινά γνωρίσματα μέσα από τα οποία μπορούν να αναδειχθούν τα θετικά και τα αρνητικά κάθε ποιητικής πρότασης. 

Σε απασχολεί ιδιαίτερα ο τρόπος για να ξαναβρεί η ποίηση ανταπόκριση στην κοινωνία, να σπάσει ο στενός κύκλος ποιητών και αναγνωστών. Θα συνέχιζα λοιπόν ρωτώντας: δεν πρέπει πρωτίστως να μας ενδιαφέρει τί κομίζουν τα σημαντικά ποιητικά έργα; Προτού αναζητήσουμε τρόπους διάδοσης του ποιητικού λόγου; Τι μας μαθαίνουν τα γνωστά ποιητικά έργα; Τί ζητούν; Τί ερωτήματα θέτουν; 

Και βέβαια υπάρχει το ερώτημα: ποιο είναι το αίτημα της ποίησης; Ακόμη: το αίτημα αυτό ισχύει σε όλες τις εποχές; Και ακόμη: το αίτημα αυτό, σήμερα, σε μια εποχή μηδενισμού και διάλυσης, ισχύει εκ νέου; 

Σε αυτά τα ερωτήματα δεν φαίνεται να απαντά το βιβλίο ίσως γιατί συνεπαίρνεσαι από τον ζήλο να θέσεις τα γενικά προβλήματα και να ζητήσεις επειγόντως λύσεις. Δεν αποκλείεται αυτό να συμβαίνει γιατί μέσα στην μοναξιά του ποιητή κατοικεί μια μεγάλη κοινωνικότητα. Μπορεί ένας ποιητής να μην τρέχει σε εκδηλώσεις, να μην παίρνει μέρος σε κοινωνικές δράσεις κλπ. αλλά αυτό δεν σημαίνει απουσία κοινωνικότητας. Ίσα-ίσα μπορεί να σημαίνει απαίτηση για αληθινή κοινωνικότητα. 

Αλλά ξαναγυρνώ στο αίτημα. Ποιο είναι αυτό; Ο Μπωντλαίρ λόγου χάρη, για να πάμε κάπως παλιότερα, γράφει: 

Έτσι η αρχή της ποίησης είναι αυστηρά και απλά η ανθρώπινη τάση προς μιαν ανώτερη Ομορφιά, κι η εκδήλωση αυτής της αρχής βρίσκεται σ’ έναν ενθουσιασμό, σε μια διέγερση της ψυχής ‒ ενθουσιασμό εντελώς ανεξάρτητο από το πάθος που είναι η μέθη της καρδιάς, κι από την αλήθεια που είναι η νομή της λογικής. Γιατί το πάθος είναι φυσικό, πολύ φυσικό για να μην εισαγάγει έναν πληγωμένο, κακόηχο τόνο μέσα στο πεδίο της καθαρής ομορφιάς, πολύ οικείο και πολύ βίαιο για να μην σκανδαλίσει τις καθαρές Επιθυμίες, τις θελκτικές μελαγχολίες και τις ευγενείς απελπισίες που κατοικούν στις υπερφυσικές περιοχές της Ποίησης. 

(Αισθητικές περιέργειες, μτφρ. Νατάσα Ξεπουλιά, Βάνιας 1991, σ. 126.) 

Ο Λορεντζάτος παραθέτει την διατύπωση του Κάλβου ότι με την ποίηση «χαρακτηρίζομεν τα όσα ή ο νους, ή αι του ανθρώπου αισθήσεις απαντώσιν εις την φυσικήν και εις την φανταστήν οικουμένην». Και σχολιάζοντας τα λόγια αυτά γράφει: 

Τα όσα ή ο νους ή οι αισθήσεις ανταμώνουν στην οικουμένη ή στον κόσμο, η ποίηση σταματάει το απρόσωπο ή την αοριστία τους, τα χαρακτηρίζει, τους δίνει, δηλαδή, χαρακτήρα (αρχαίο χαράσσω), κάνει, αν προτιμάτε, μια χάραξη μέσα στον κόσμο και κατορθώνει το μεγάλο θαύμα (παρά λίγο να γράψω άφραστον θαύμα), ήγουν την ανάδυση μέσα στον κόσμο ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ποίησης. 

(Ζ. Λορεντζάτος, “Δοκίμιο ΙΙ (Κάλβος)” = Μελέτες, τόμος Γ΄, Δόμος 2007, σ. 440-41) 

Στον Ρίλκε μάς σταματά η παρακάτω διατύπωση: 

Για να γεννηθεί ένας στίχος, θα πρέπει να έχεις δει πολλές πολιτείες, πολλά πράγματα και ανθρώπους, πρέπει να γνωρίσεις τα ζώα, να νιώσεις πως πετούν τα πουλιά, να ξέρεις τη χειρονομία που κάνουν τα μικρά άνθη όταν ανοίγουν το πρωί. […] Πρέπει να έχεις δει ανθρώπους να ξεψυχούν, να έχεις ξενυχτήσει πεθαμένους σε κάποιο δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο και θορύβους κατά διαστήματα. Όμως δεν αρκεί να έχεις απλώς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορείς να τις ξεχάσεις όταν είναι πολλές και πρέπει να περιμένεις υπομονετικά να ξανάρθουν. Γιατί αυτές δεν είναι ακόμα οι πραγματικές αναμνήσεις. Μόνο όταν μετουσιωθούν μέσα μας σε αίμα, βλέμματα και χειρονομίες, όταν γίνουν ανώνυμες και μη αναγνωρίσιμες από εμάς τους ίδιους, μόνο τότε μπορεί να έρθει κάποια σπάνια στιγμή που θα ξεπηδήσει από μέσα τους η πρώτη λέξη κάποιου στίχου. 

(Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, μτφρ. Α. Ίσαρης, Κίχλη 2018, σ. 25-26.) 

Και να πω ακόμη ότι ο Ρίλκε, που ονόμαζε τον εαυτό του ερημίτη (μοιάζει υποταγμένος στους βαθύτερους νόμους της ζωής), τα περίμενε όλα από μέσα, ήταν η προσωποποίηση της εσωστρέφειας, γιατί θεωρούσε, χωρίς ίσως να το ξέρει, ότι ενεργεί ως δημιουργημένος “κατ’ εικόνα”, οπότε έχει όλο τον κόσμο μέσα του και δεν του μένει παρά να τον κάνει ποίηση. 

Ρωτάω τώρα: Μήπως θα έπρεπε προτού περάσουμε στην κριτική και στις αξιολογήσεις στις οποίες προβαίνεις, να εξετάζαμε τι συμβαίνει γύρω μας, ποια είναι η κατάσταση της κοινωνίας, ποια είναι τα κύρια γνωρίσματα του δυτικού πολιτισμού ο οποίος κυριαρχεί σήμερα παγκοσμίως, ποιές είναι οι ιδιαιτερότητες του λαού εδώ στην Ελλάδα και πως όλα αυτά εισέρχονται στην περιοχή της ποίησης; 

Έχω την αίσθηση ότι αυτονομείς κάπως την ποιητική περιοχή ή αν θέλεις και τους ποιητές, είτε συμφωνείς με την αυτονόμηση αυτή, είτε δεν συμφωνείς, θεωρώντας ότι αυτό είναι εξέλιξη στον κόσμο της Νεωτερικότητας που τροφοδοτήθηκε από ρομαντικούς και ‘καταραμένους’ και επιτέλους πρέπει να σταματήσει. 

Εδώ χρειάζεται να σταθούμε. Και να πιάσουμε την διατύπωση του Έλιοτ για τον πολιτισμό. Γράφει: 

Ο Κόσμος πειραματίζεται δοκιμάζοντας να διαμορφώσει μια πολιτισμένη αλλά μη χριστιανική νοοτροπία. Το πείραμα θα αποτύχει: όμως πρέπει να δείξομε μεγάλη υπομονή περιμένοντας το γκρέμισμά του· στο αναμεταξύ να επωφεληθούμε το διάστημα αυτό: ώστε η Πίστη να κρατηθεί ζωντανή στους σκοτεινούς αιώνες που έχουμε μπροστά μας, ώστε να ανανεώσομε και να ξαναχτίσομε τον πολιτισμό και να σώσομε τον Κόσμο από την αυτοχτονία. 

(“Thoughts after Lambeth”, 1931 = Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, τόμος Β΄, Δόμος 1994, σ. 311.) 

Ο Έλιοτ είναι ένας άνθρωπος που ζούσε ήδη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και είχε αφομοιώσει την πεποίθηση ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός χωρίς αρχαία Ελλάδα, Ρώμη και Χριστιανική παράδοση δεν νοείται. Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι σημερινοί σύγχρονοι άνθρωποι αυτό το ζήτημα που βάζει ο Έλιοτ μάλλον δεν το καταλαβαίνουν, όχι διότι δεν πιστεύουν αλλά γιατί αγνοούν την πνευματική ιστορία του κόσμου και μάλιστα της Ευρώπης για να μην πω τίποτα για το Βυζάντιο και τους δέκα αιώνες βυζαντινού ή ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. 

Όταν λοιπόν αγγίζουμε μια περιοχή όπως είναι αυτή της ποίησης, πρέπει να τα λάβουμε υπ’ όψη μας αυτά και να φέρουμε μπροστά μας την εικόνα των εκατομμυρίων σημερινών ανθρώπων οι οποίοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα στο βιοπορισμό τους, είναι μέλη μαζικών κοινωνιών με έντονο το στοιχείο του μιμητισμού μη αφήνοντας περιθώριο ζωής, έξω από την δουλειά και τις αμοιβές τους αλλά και τις διεκδικήσεις των αμοιβών τους, παρά μια υποτυπώδη διασκέδαση που, αν την καλοεξετάσεις, κάθε άλλο παρά διασκέδαση είναι και μέσα στην οποία όλα καταντούν αγοραία, οι σημαντικότερες όψεις της ζωής είτε γελοιοποιούνται, είτε παραμορφώνεται η σημασία τους. Πως λοιπόν ζητούμε από ένα τέτοιο κόσμο να συγκινείται από την ποίηση και βεβαίως την αληθινή ποίηση; 

Και υπάρχει εδώ ένα ζήτημα γλώσσας. Μιλώ για την Ελλάδα. Το γεγονός ότι ερχόμαστε από μακριά έχει δώσει στη γλώσσα μας μια πολυδιάσταση θα την πω καθώς είναι αρχαία, καθαρεύουσα και δημοτική αλλά και το λεγόμενο μεικτόν είδος. Από χρόνια έχει διαπιστωθεί ότι οι περισσότεροι και δη οι νεώτερες γενιές αδυνατούν να παρακολουθήσουν ποιητές όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Σικελιανός και άλλοι λόγω της συνθετικής γλώσσας στην οποία γράφουν (εδώ λογαριάστε και το είδος των επιδράσεων από ξένα πρότυπα) και όπου βέβαια πρωτοστατεί η ποιητική δημιουργία. Γιατί αυτό το “κάτι” που κάνει την ποίηση, χύνεται μέσα σε γλωσσικές μορφές δυσνόητες ή δυσκολοδιάβαστες. 

Οπότε τίθεται αμέσως ζήτημα παιδείας. Η παιδεία που παρέχεται δεν βοηθάει την ανάγνωση της ποίησης. Επομένως το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τους ποιητές και τον εγκλεισμό τους σ’ ένα είδος γυάλινου πύργου ας πούμε, αλλά και την άλλη πλευρά, είτε απλώς των αναγνωστών, είτε της όλης νεοελληνικής πραγματικότητας και δυστοκίας. Φτάνουμε έτσι να πούμε και τούτο: Η αληθινή ποίηση βγάζει στο φως και τα κακώς κείμενα, φανερώνει όψεις της ζωής, της ύπαρξης, της κοινωνίας που στενεύουν τα όρια της ανθρώπινης ψυχής και παρασύρουν τους ανθρώπους σε ανόητη και στείρα ζωή. Αυτό το κοινό, που φαίνεται να αναζητάς, εν μέσω της γενικής έκπτωσης των κοινωνιών και των λαών, έχει διάθεση να διαβάσει αυτές τις αλήθειες; Μήπως ένας λόγος που αποστρέφεται την ποίηση είναι και αυτός; Καθώς στην ποίηση δεν χρειάζεται να διαβάσεις σελίδες επί σελίδων για να πάρεις είδηση μερικά δυνατά σημεία-έστω κι αν δεν είναι τόσο ρητά ειπωμένα- ο αναγνώστης θα καταλάβει σχετικά γρήγορα περί τίνος πρόκειται ακόμη κι αν δεν επιμείνει να διατρέξει όλο το ποίημα ή όλο το ποιητικό βιβλίο. 

Οπότε μετά από όλα αυτά καταλήγουμε να ρωτήσουμε και να αναρωτηθούμε: Φταίει η ποίηση και οι ποιητές ή φταίει ο τρόπος ζωής των ανθρώπων και των κοινωνιών; Θέτοντας αυτό το ερώτημα γυρνώ στο περίφημο δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου “Το χαμένο κέντρο”, ο οποίος πριν πολλά χρόνια, κάπου στο ’61, έγραψε για θέματα παραπλήσια αν όχι ίδια με αυτά που θίγεις εσύ σ’ αυτό εδώ βιβλίο. Η μεγάλη διαφορά που υπάρχει είναι ότι εκεί το ζήτημα τίθεται στην μεταφυσική του διάσταση και μάλιστα την χριστιανική χωρίς να εξαντλείται σ’ αυτήν. Ο Λορεντζάτος μας λέει ότι το ζήτημα δεν είναι ζήτημα ποιητικής, οπότε αλλάζεις κάθε φορά και εκσυγχρονίζεις την τεχνική σου, αλλά είναι ζήτημα ποίησης, είναι ζήτημα κρίσης της ποίησης. 

Αναφερόμενος στον κόσμο της Ευρώπης δίνει ιδιαίτερη σημασία σε τρία πρόσωπα, όχι γιατί ανανεώνουν ή ζητούν ανανέωση μόνο αισθητική, αλλά γιατί θέτουν το ζήτημα στην μεταφυσική του βάση. Χαρακτηριστικές διατυπώσεις τους: 

‒ «Η ποίηση οφείλει να έχει για σκοπό της την πρακτική αλήθεια» (Λωτρεαμόν). 

‒ «Να γίνεις κάτοχος της αλήθειας με την ψυχή και με το σώμα» (Ρεμπώ). 

‒ «Η αληθινή ποίηση, βλέπεις, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι μεταφυσική και μάλιστα, την αληθινή αξία της, θα μπορούσα να πω, την κάνουν η μεταφυσική σημασία της και ο βαθμός της μεταφυσικής αποτελεσματικότητας που παρουσιάζει» (Αρτώ). 

Καθώς συνάπτει την ποίηση με την ζωή καταλήγει να πει ότι: η ψεύτικη ζωή έκανε ψεύτικη και την ποίηση. Πως θα προκύψουν λοιπόν οι ποιητές που θέλεις, θα προκύψουν επειδή θα γράφουν με το παλιό μέτρο και τις ομοιοκαταληξίες; 

Εδώ πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν δύο πράγματα. Το πρώτο: η κατάσταση του κόσμου, ιλιγγιώδης, μηδενιστική, διαλυτική δεν χωράει σε ρίμες που δοκιμάστηκαν σε παλιότερους ποιητές. Δεύτερο: είτε είναι με ρίμα το ποίημα είτε όχι, σημασία έχει να είναι ποίημα. 

Έρχομαι τώρα σε κάτι άλλο: 

Ποιητής μοντέρνος! Τι με γνοιάζει εμένα αν είσαι Ουγκώ και γράφεις τον Κοιμισμένο Βοόζ ή αν είσαι Πικασσό; Τι με γνοιάζει αν γράφεις ανάποδα ή αν δε βάζεις καθόλου τελείες, αν ακολουθάς μια μουσική πρωτόβρετη, αν είσαι παλιός ή νέος; […] Από κει και πέρα τι γίνεται. Δείξε μου την ψυχή σου ‒αν έχεις‒ και βόηθα με να καλυτερέψω τη ζωή μου. Δείξε μου το θησαυρό, μικρό ή μεγάλο, που ανάσυρες μέσαθέ σου. Κάμε να πιστέψω στην Ομορφιά που θα λατρέψομε μαζί. Και μη ζητάς να γελάσεις τους άλλους γιατί θα βγεις ζημιωμένος και γιατί, ως τα σήμερα, σώθηκε μονάχα ότι άξιζε να σωθεί. Υπάρχει μια δύναμη μεγάλη, μυστικιά που προστατεύει τους αιώνες και ξεσκεπάζει μια μέρα τους πρώτους. 

(Ζ. Λορεντζάτος, “Δ. Ι. Αντωνίου”, 1938 = Μελέτες, τόμος Α΄, Δόμος 1994, σ. 312) 

Σε προέκταση των παραπάνω μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα: Η ζωή δεν αρέσκεται να αποκαλύπτεται ανά πάσα στιγμή, δεν είναι κάτι χύμα όπως νομίζουν ‒η ζωή συχνά κρύβεται και προπαντός κρύβει τα πιο ωραία και γόνιμα μέρη της‒ επομένως πρέπει να την ψάξεις, θέλει αναζήτηση, θέλει μελέτη με την έννοια και της άσκησης, της αφοσίωσης σε αυτό που κάνεις. Δεν είναι ασίγαστη ροή, αν και έχει και αυτό το στοιχείο. Αλλά το κύριο γνώρισμά της είναι πέραν των αισθητών. Η κύρια διάστασή της είναι μυστική, όπως στην περίφημη φράση του Ηράκλειτου για την φύση: φύσις κρύπτεσθαι φιλεί, η φύση αγαπάει να κρύβεται. Μπορούμε θαυμάσια στη θέση της φύσης να βάλουμε και την ζωή και την ποίηση. 

Το γράψιμο της ποίησης και η ανάγνωση της ποίησης έχουν ένα κοινό σημείο: απαιτούν συγκέντρωση και μόνωση. Η εποχή αυτή δεν έχει σχέση ούτε με το ένα ούτε με το άλλο. Η εποχή αυτή είναι Μαρινέττι! Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει καταστροφή κάθε παραδοσιακού στοιχείου, αποθέωσης της μηχανής και της ταχύτητας, πολυτέλεια. Αυτό προωθείται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Πώς να ζητήσεις αναγέννηση του ποιητικού λόγου μέσα σε τέτοια κατάσταση; Και υπάρχει εδώ και κάτι άλλο. Εκτός από τα δύο που ανέφερα συγκέντρωση και μόνωση χρειάζεται και άργητα. Όχι βιασύνη, όχι τρέχω να προλάβω, αφήνω το ένα βιβλίο και περνώ στο άλλο: αλλά στέκομαι, καθυστερώ και αφομοιώνω. Αυτά δεν μπορούν να συμβούν γιατί οι νεώτερες γενιές ειδικά, έμπλεξαν με την εικονική ηλεκτρονική πραγματικότητα και κινδυνεύουν να χαθούν μέσαθέ της. Το πρόβλημα είναι τεράστιο και εδώ έχει λόγο η ποίηση με την έννοια ότι σε καλεί να πας κόντρα στο ρεύμα. Ένα ποιητικό βιβλίο πρέπει να το ξεμοναχιάσεις. Κάπως να σταθείς πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Μπορεί να μην έχει κρυμμένα νοήματα η ποίηση αφού φέρνει στο φως βαθιοχωμένα μυστικά; Σε τέτοια ποίηση αναφέρομαι. Αυτή η ποίηση δεν κοινωνικοποιείται. Καθώς ο κόσμος έχει εξελιχτεί έτσι ώστε ο άνθρωπος περισσότερο είναι καθιστός παρά όρθιος, η ποίηση τον καλεί να συναντηθεί προσωπικά μαζί της, να είναι αυτός κάπου μόνος του και να διαβάζει το ή τα ποιήματα. Δεν γίνεται να ακούει το ποίημα από μεγάφωνο. Είναι σαν να το εντάσεις στην ασίγαστη ροή των σημερινών κοινωνιών. 

Και τώρα το αποκορύφωμα: 

Αυτό το ενδογλωσσικό παιχνίδι ορισμένων δεν το καταλαβαίνω. Η ποίηση είναι ζήτημα καρδιάς. Όπως ανέφερε συχνά ο Εγγονόπουλος, αυτό που λένε οι Ζακυνθινοί: «τση καρδίας». Αν δεν βγαίνουν από ένα βαθύ πάθος, μια «ιερή μανία», που λέγαν και οι Βυζαντινοί …τότε τι ποίηση μπορεί να βγει; Για μένα είναι τελείως ακατανόητη αυτή η αντίληψη. 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιός είναι ο τρελός λαγός, Συνομιλίες, Καστανιώτης, 2000, σ. 44.) 

Το απόσπασμα αυτό είναι η απόκριση του ποιητή στην ερώτηση του Μισέλ Φάις (περ. Ταχυδρόμος, 3 Ιανουαρίου 1991): «Τελευταία πληθαίνουν οι ομότεχνοί σας ‒κυρίως των νεότερων γενιών‒ που θεωρούν την ποίηση υπόθεση γλωσσική». 

Ώς εδώ φτάνει. Μου φαίνεται πως στους καιρούς μας πιο πολύ χρειάζεται να αφουγκραστούμε την αληθινή ποίηση παρά να κάνουμε κριτική. Σήμερα που ο κόσμος υφίσταται γενναία καθίζηση παγκοσμίως και η Οικονομία σέρνει τους ανθρώπους από την μύτη, περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχουμε ανάγκη να αντλήσουμε από τους πνευματικούς θησαυρούς που έχουν συγκεντρωθεί στη διάρκεια των αιώνων καταγγέλλοντας ταυτόχρονα το ξεστράτισμα του σύγχρονου κόσμου από τις πνευματικές αλήθειες της ζωής, καταγγέλλοντας ή επισημαίνοντας την βαθιά αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και από τη σημασία της προσωπικής ύπαρξης για τον ίδιο και για τους άλλους. 

Ταύτα, όχι ως κριτική αλλά ως συνομιλία με το βιβλίο σου. 

Για την περίοδο που διανύεται, με ή χωρίς κορωνοϊό, η ευχή είναι Καλή Ανάσταση. 

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ
Απρίλιος 2020

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

"Το πολιτικό κιτς στην Ελλάδα, με αφορμή την περίπτωση Πατούλη" Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΜΒΑΚΑΣ (www.lifo.gr, 6.6.2019)

................................................................
 


Το πολιτικό κιτς στην Ελλάδα, με αφορμή την περίπτωση Πατούλη

Στην εκλογική αναμέτρηση στην περιφέρεια Αττικής εμφανίστηκαν δύο είδη πολιτικού κιτς








Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΜΒΑΚΑΣ (www.lifo.gr, 6.6.2019) 






Με αφορμή την εκλογική αναμέτρηση του δεύτερου γύρου στην περιφέρεια Αττικής ακούστηκε τόσο από πολιτικούς αντιπάλους όσο και από ψηφοφόρους του συνδυασμού του κ. Πατούλη μια βασική κριτική, η οποία αφορούσε το παρουσιαστικό της συζύγου του. Το επιχείρημα που ακούστηκε εναντίον του δεν ήταν τόσο σχετικά με την πολιτική ή επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά με το ότι η «ξανθιά» γυναίκα του, η οποία είναι σαν να μιμείται σταρ της αμερικανικής σαπουνόπερας της δεκαετίας του '80, και γενικότερα η προβολή της οικογενειακής του κατάστασης αποτελεί μια αντιαισθητική πολιτική επιλογή, μια επιλογή που, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την περίπτωση Τραμπ.

Όμως η κιτς επιλογή, δηλαδή αυτό που έχει ταυτιστεί στην καθομιλουμένη με το επιτηδευμένο, το ψεύτικο, το επιφανειακό και το ευτελές που εξυπηρετεί μόνο οικονομικούς και εντυπωσιοθηρικούς λόγους, νίκησε. Είτε επειδή υπήρξε επιθυμία κυβερνητικής αποδοκιμασίας είτε επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική οδός έκφρασης της δυσφορίας στην απερχόμενη περιφερειακή αρχή, αυτό που θεωρείται σήμερα ο ιδεότυπος του πολιτικού κιτς ‒και σατιρίζεται ποικιλοτρόπως στα social media‒ ουσιαστικά θριάμβευσε.

Είναι όμως το παράδειγμα της οικογένειας Πατούλη το μοναδικό παράδειγμα πολιτικού κιτς που έχουμε δει στην Ελλάδα; Ήταν η μόνη περίπτωση που είδαμε στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο;

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι δίπλα στον παλιομοδίτικο (δεξιό) κιτς Πατούλη, στις τελευταίες εκλογές έκανε την εμφάνισή του και ένα καινούργιο είδος, το αριστερό κιτς.

Η απάντηση είναι «όχι». Το πολιτικό κιτς έχει μια πλούσια και ενδιαφέρουσα ιστορία που θα πρέπει κάποια στιγμή να μας απασχολήσει σοβαρά. Συνήθως, όταν συνδέουμε το κιτς με την εγχώρια πολιτική, κάνουμε την εύκολη αναγωγή στην εποχή της δικτατορίας και στις απίθανες τελετές της αρχαιολατρίας και αναβίωσης της παραδοσιακής κουλτούρας που οργάνωνε. Ο απόηχος αυτού του κιτς παραμένει αισθητός. Οι αγανακτισμένοι με τα μνημόνια ή τη Συμφωνία των Πρεσπών συχνά μετήλθαν ανάλογες στυλιστικές επιλογές.

Ο Πάνος Καμμένος, άλλωστε, ως υπουργός Εθνικής Άμυνας επιδόθηκε συχνά στην άσκηση μιας τέτοιας επικοινωνιακής σκηνογραφίας, με κορυφαία στιγμή το προσκύνημα στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, περιστοιχισμένος από κοπέλες με χιτώνες και παραδοσιακές φορεσιές. Η ακροδεξιά αυτή επικοινωνιακή ατζέντα συνάντησε ελάχιστες αντιδράσεις από τους συνήθεις φορείς καταγγελίας της κιτς αισθητικής, μια και οι περισσότεροι κάνανε τα στραβά (αριστερά) μάτια.




Κορυφαία στιγμή πολιτικού κιτς το προσκύνημα του Πάνου Καμμένου στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Κορυφαία στιγμή πολιτικού κιτς το προσκύνημα του Πάνου Καμμένου στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Πέρα, όμως, από τη δικτατορική διάσταση, το πολιτικό κιτς έχει στην Ελλάδα και μια δημοκρατική εκδοχή που λανθασμένα συγχέεται συχνά με την πρώτη. Τη δεκαετία του '80, ο μεσσιανισμός των προεκλογικών συγκεντρώσεων, τα ζεϊμπέκικα και οι «σκυλάδικες» επιλογές που συχνά-πυκνά έκαναν την εποχή της ευημερίας οι πολιτικοί, ο γάμος Παπανδρέου - Λιάνη, η εν Μπαϊρακτάρη καταγγελία των νταβατζήδων από τον Κ. Καραμανλή, η ιστορική στιγμή που η Έφη Σαρρή τραγούδησε το «σταυρώστε με» ως υποψήφια του ΛΑΟΣ και ο Απόστολος Γκλέτσος απείλησε να ανατινάξει τα διόδια, όλα αυτά και άλλα πολλά περιλαμβάνονται σε έναν μακρύ κατάλογο μέσα από τον οποίο θα μπορούσαμε πράγματι να σταχυολογήσουμε και να κατανοήσουμε το εγχώριο πολιτικό κιτς. Δηλαδή την τάση διαφόρων πολιτικών πρωταγωνιστών να έρθουν επιτυχημένα ή αποτυχημένα σε πλήρη σύμπνοια με σύγχρονα λαϊκά τερτίπια και να ταυτιστούν με γούστα δημοφιλή, τα οποία προκύπτουν κυρίως μέσα από τον κόσμο των μίντια και της διασκέδασης και συγχέουν (συχνά τραγελαφικά) το εθνικό με το παγκόσμιο, το ελληνικό με το αμερικανικό.

Η κοινωνική κινητικότητα, άλλωστε, που κυριάρχησε τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης έφερε στο προσκήνιο κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν, με χαμηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, να καταναλώσουν πλούσια και άγαρμπα, με αποτέλεσμα να στιγματιστούν από τις παλαιότερες ελίτ ως «κιτσάτοι», ως χυδαίοι εισβολείς αλλοίωσης της υψηλής κουλτούρας.

Σήμερα, αυτή η κιτς τάση σε μεγάλο βαθμό έχει παρέλθει, αφού ο κόσμος των μίντια έχει «εκπαιδεύσει» μεγάλες μερίδες του αγοραστικού κοινού σε μια mainstream κατανάλωση που συχνά απλώνεται και στην αναζήτηση του εναλλακτικά όμορφου και υγιεινού. Οι άτεχνες στυλιστικές ακροβασίες ή οι αστείες μιμήσεις προτύπων εύπορης ζωής εκλείπουν όλο και περισσότερο στις νεότερες γενιές, αφού και η κοινωνική άνοδος είναι είδος προς εξαφάνιση. Γι' αυτό η περίπτωση Πατούλη φαντάζει σήμερα σχεδόν εξωπραγματική.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι δίπλα στον παλιομοδίτικο (δεξιό) κιτς Πατούλη, στις τελευταίες εκλογές έκανε την εμφάνισή του και ένα καινούργιο είδος, το αριστερό κιτς. Το προεκλογικό σποτ του συνδυασμού της Ρένας Δούρου με φόντο τον τόπο της καταστροφής στο Μάτι και ρεπλίκες πληγέντων και συνοδεία του μονολόγου της περιφερειάρχη (βγαλμένου από τη «Λάμψη» του Φώσκολου και ερασιτεχνική παράσταση Μπρεχτ) είναι δύσκολο να μη θεωρηθεί μια κορυφαία στιγμή κιτς δραματοποίησης στην ιστορία των ελληνικών εκλογών.



Υπό αυτή την έννοια, στην εκλογική αναμέτρηση στην περιφέρεια Αττικής εμφανίστηκαν δύο είδη πολιτικού κιτς. Το ένα, αναγνωρίσιμο από το παρελθόν, έχει να κάνει με την επίδειξη της χλιδής και των στερεοτύπων της ευκατάστατης ελληνικής οικογένειας και της γυναικείας ελκυστικότητας, το άλλο, σοκαριστικά επιτηδευμένο όσον αφορά την έκφραση εικονικής συμπόνιας, την επίκληση στα θεία, τη γυναικεία μαγκιά που δεν κωλώνει πουθενά, την περισπούδαστη κυνικότητα.

Από τη στιγμή που έχουμε μπει οριστικά και αμετάκλητα στον πολιτισμό των ειδώλων και της διαμεσολαβημένης εικόνας, το κιτς είναι δύσκολο να εκλείψει. Το θέμα, άλλωστε, δεν είναι το τέλος του πολιτικού κιτς αλλά να μπορούμε να διακρίνουμε τις δημοκρατικές από τις αντιδημοκρατικές, τις ευτράπελες από τις αυταρχικές, τις αυθόρμητες από τις δημαγωγικές εκφάνσεις του. τις ιδεολογικές αποχρώσεις του ξανθού που ήρθε για να μείνει...


Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

"...Η ιστορία που αξίζει να ειπωθεί θα ειπωθεί..." από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Γιώργο Τυρίκο-Εργά (facebook, 23.3.2019)

...............................................................














Γιώργος Τυρίκος-Εργάς (γ.1982)






...Η ιστορία που αξίζει να ειπωθεί θα ειπωθεί...


Ένας από τους καλύτερους λόγους να μη δημοσιεύσεις ποτέ τα βιβλία σου είναι για να μην ακούς τη γνώμη κάθε μπούρδα, του κάθε άσχετου ή του κάθε κήνσορα τάχα ειδικού. Εκτός κι αν τα έχεις ξεπεράσει αυτά και απλά δε δίνεις δεκάρα. Πρέπει όμως να μην δίνες δεκάρα και για τα πολλά μπράβο. Να γράφεις κυρίως για να σωθείς από την ιστορία που θέλει να βγει από μέσα σου, γιατί κάτι ξέρεις και πρέπει να το πεις και από εκει και πέρα όποιον αγγίξεις καλώς. Ένας -επίσης τέλειος- λόγος να μη μπλέξεις σε καμιά βιβλιοφιλική ομάδα είναι η ορδή των πανάσχετων αναγνωστών και επίδοξων συγγραφέων που βρίσκουν τον Ντοστογιέφσκυ "κάπως υπερτιμημένο", τον Τζόυς "λίγο υπερόπτη", τον Τόλκιν "φαντασμένο" και άλλα τέτοια που πραγματικά, μια ζωή την έχουμε γιατί να περάσουμε ένα κλάσμα του δεφτερολέπτου από αυτήν για να βρομίσουμε τα ματάκια μας διαβάζοντας τέτοιες μαλακίες. Ξεγράφτηκα από πέντε έξι ομάδες που με είχαν χώσει δίχως να πάρω χαμπάρι, να είναι καλά τα παιδιά. Γενικά το βιβλίο στην Ελλάδα, μεγάλη πονεμένη ιστορία, ο Έλληνας δε διαβάζει τα ξέρει ήδη, πανεπιστήμιο της ζωής να 'ουμ. Βέβαια στο κόλπο είναι να μη διαβάζει, να μη θέλει και να μη μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση, να θεωρεί το συγγραφιλίκι ο,τιδήποτε εκτός από σοβαρό επάγγελμα : του το έχουν μάθει οι τσομπάνηδες που τον θέλουν ποίμνιο. την απαξίωση την έχουν θρέψει και οι ίδιοι οι συγγραφείς που δεν αρκούνται σε αυτό που πραγματικά είναι αλλά πάντα θέλουν να την βλέπουν άγιοι, σωτήρες, σοφοί, προφήτες, τριάντα σκαλοπάτια απάνω από το πόπολο κοντολογίς.... Όσο για το σινάφι των συγγραφέων (και ειδικότατα) του φανταστικού που πριν δέκα τόσα χρόνια ήθελα να γίνω μέρος, υπάρχουν παιδιά που γράφουν καλά, που έχουν πάρει χαμπάρι τον πλούτο κάτω από το υπόστρωμα κοπριάς αυτού του τόπου, τα χαίρομαι και διπλή χαρά σε όποιον καταφέρνει να βγει και έξω. Οι υπόλοιποι, η πλεινότητα, κάτι αμέτοχα ασπόνδυλα, ψιλοφασιστάκια, κρυφορατσιστές, κάποιοι καβλώνουν γράφοντας συνεχώς αρνητικές κριτικές και θεωρούν ότι έχουν γίνει κριτικοί, κάποιοι έχουν σκαρώσει μικρά κλαμπάκια όπου αλληλοευλογούμαστε και όλο γκρινιάζουμε που δε μας εκδίδει ο μεγάλος εκδότης...Οι περισσότεροι μάλιστα μπροστά στα σπουδαία της εποχής μας, προσφυγικό, φτώχεια, περιβάλλον, μούγκα γιατί δε συμφέρει, πρέπει να τα έχουμε καλά με όλους, να μωρέ ο συγγραφέας κάνει λογοτεχνία και τέτοια διάφορα. Υπάρχουν και αυτοί που δίχως να έχουν δώσει ένα μπουκάλι νερό σε άνθρωπο στο δρόμο επειδή πουλάει θα γράψουν και για πρόσφυγες και θα το διαλαλούν για προσφορά στην ανθρωπότητα. Σκατά όπως παντού δηλαδή πάνω κάτω. Τι τα γράφω αυτά; Ψυχοθεραπεία. Καλό είναι κανένα καντήλι που και που. Καλό είναι και να υπάρχει κάπου ένα κειμενάκι ότι δε σας έκανα πλάτες. Βάλτε την άποψη, τα βραβεία, τα κλαμπάκια, βάλτε τα πάντα στον πάτο σας. Η ιστορία που αξίζει να ειπωθεί θα ειπωθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και θα φτάσει εκεί που μπορεί να φτάσει. Δεν ήταν ποτέ στο χέρι σας. Μόνο ξεκολλάτε λίγο και μην κάνετε φασαρία, ήδη υπάρχει αρκετή τριγύρω. Κάποιοι προσπαθούμε να γράψουμε.