Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση - παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαίδευση - παιδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

"Κώστας Γαβρόγλου στο tvxs : "Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα οδηγήσουν μάζες πληθυσμού σε ακραία αποκοινωνικοποίηση" τη συνέντευξη πήρε η Φωτεινή Λαμπρίδη (tvxs. gr, 25.8.2026)

 ...............................................................


Κώστας Γαβρόγλου στο tvxs :  Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα οδηγήσουν μάζες πληθυσμού σε ακραία αποκοινωνικοποίηση

τη συνέντευξη πήρε η Φωτεινή Λαμπρίδη (tvxs. gr, 25.8.2026)

Με αφορμή το βιβλίο του «Ψηφιακότητα και Πανεπιστήμια, όψεις ενός νέου καθεστώτος» (Εκδόσεις Ασίνη, 2026), ο πανεπιστημιακός και πρώην υπουργός Παιδείας κ. Κώστας Γιαβρόγλου εξηγεί στο tvxs γιατί η ψηφιακή συνθήκη είναι το νέο καθεστώς, ποια είναι τα σημάδια της δυστοπίας που ήδη βιώνουμε κοινωνικά και ποια εμπόδια θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο άμεσο μέλλον.


Μελετώντας τις αλλαγές στην πανεπιστημιακή κοινότητα, ο Κ. Γιαβρόγλου μέσα από το βιβλίο μας προϊδεάζει για την επίδραση του νέου καθεστώτος σε κάθε πτυχή της ζωής. Αναφέρεται στον μετασχηματισμό του έντυπου λόγου, στις νέες υλικότητες στην ανάγνωση και στη γραφή, στη βαθμιαία υποβάθμιση της διδασκαλίας, στη ραγδαία εξέλιξη των προγραμμάτων LLM (Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα) υπογραμμίζοντας πως:


«Η καθολικότητα της Ψηφιακής Συνθήκης ως καθεστώτος υπερβαίνει την ΤΝ, όπως και η καθολικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπερέβαινε τις εφαρμογές του ατμού και του ηλεκτρισμού. Και όπως έγινε στη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, έτσι και σήμερα μετασχηματίζονται ο χαρακτήρας της εργασίας, οι δομές της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η ζωή στις πόλεις, οι επικοινωνίες των πολιτών και δημιουργούνται νέες κοινωνικές τάξεις».





Στον πρόλογο του βιβλίου σας κάνετε σαφές το ότι η καθολικότητα της ψηφιακής συνθήκης – η οποία είναι το νέο καθεστώς- υπερβαίνει την ΤΝ όπως η καθολικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπερέβαινε τις εφαρμογές ατμού και ηλεκτρισμού. Γιατί χρησιμοποιείτε τη λέξη καθεστώς, τι διαφοροποιεί αυτό το καθεστώς από το προηγούμενο, ποια είναι δηλαδή τα χαρακτηριστικά του;


Η Ψηφιακή Συνθήκη συνιστά καθεστώς στη νέα φάση του καπιταλιστικού συστήματος, επειδή ουσιαστικά διαμορφώνει τους κανόνες, τις σχέσεις και την ιδεολογία που συγκροτούν την οργάνωση και τη λειτουργία της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας στις μέρες μας. Η Ψηφιακή Συνθήκη δεν είναι ούτε η ΤΝ ούτε οι υπολογιστές ούτε τα smartphones ούτε οι τεχνολογίες επιτήρησης. Δεν είναι ούτε οι αλγόριθμοι. Είναι όλα μαζί.

Ας δούμε κάτι ιστορικά. Ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ατμού και του ηλεκτρισμού. Είναι η Βιομηχανική Εποχή, ένας όρος που σηματοδοτεί την κυριαρχία ενός νέου καθεστώτος, το οποίο αναδιατάσσει και αναμορφώνει σχεδόν τα πάντα στην κοινωνία: τα μέσα παραγωγής και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, τον χαρακτήρα της εργασίας, τη ζωή στις πόλεις, τους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, τη βασική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, την έρευνα. Δημιουργείται μια νέα κοινωνική τάξη, το προλεταριάτο. Και μαζί με αυτά, αναδιαρθρώνονται αξίες, πρακτικές και συνήθειες που είχαν εδραιωθεί στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών.

Έτσι και σήμερα, η Ψηφιακή Συνθήκη αποτελεί το νέο καθεστώς και συνιστά μία περίοδο που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ΤΝ. Και αυτό το καθεστώς χαρακτηρίζεται από τους ριζικούς μετασχηματισμούς στα ίδια πεδία με αυτά της Βιομηχανικής Εποχής: στα μέσα της παραγωγής και στο ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, στον χαρακτήρα της εργασίας, στη ζωή στις πόλεις, στους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, στη βασική εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στην έρευνα, στη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής κατηγορίας, των πρεκαριούχων, όσων δηλαδή ζουν σε μια απόλυτη εργασιακή ανασφάλεια, και βέβαια στο νέο καθεστώς διαμορφώνονται νέες αξίες, νέες πρακτικές και νέες συνήθειες, που αργά αλλά σταθερά εκτοπίζουν όσες νομίζαμε ότι θα ίσχυαν για πάντα. 


Δώστε μας κάποια παραδείγματα της ηγεμονίας της Ψηφιακής Συνθήκης σήμερα.

Για να συνειδητοποιήσουμε την ηγεμονία της Ψηφιακής Συνθήκης σήμερα, αρκεί να αναλογιστούμε τι ίσχυε, ας πούμε, γύρω στο 2010, στην αρχή της οικονομικής κρίσης. Στη χώρα μας τότε υπήρχαν 20.000 σημεία πωλήσεων εφημερίδων, σήμερα αυτά είναι 3.500, με κατακόρυφη μείωση όσων αγοράζουν και διαβάζουν εφημερίδες.

Το Instagram ήταν μία απλή τεχνική δυνατότητα, δεν είχε ακόμη μαζικοποιηθεί όπως έγινε μετά το 2018, το Tik Tok ήταν παντελώς άγνωστο και το Zoom ήταν ανύπαρκτο στην καθημερινότητά μας. Ούτε το WhatsApp υπήρχε ούτε και το X (πρώην Twitter). To Palandir, το PayPal και τα smartphones ήταν ακόμη στα σπάργανα, η Cambridge Analytica και οι διαδικασίες διαμόρφωσης εκλογικών συμπεριφορών δεν υπήρχαν ούτε καν στα χαρτιά. Η ανοικτή πρόσβαση στα βιβλία και στα άρθρα ήταν μεν στην ημερήσια διάταξη, αλλά η πρόσβαση περιορισμένη, ενώ ο άγιος προστάτης των ελληνικών μεταπτυχιακών σπουδών, ο λεγόμενος ρωσικός ιστότοπος libgen είχε λίγα βιβλία, συγκρινόμενος με τον πρόσφατα αναρτημένο ιστότοπο Anna’s Archive, με τα 61 εκατομμύρια βιβλία και τα 95 εκατομμύρια άρθρα, δεν είχε ακόμη αρχίσει να λειτουργεί. Δεν υπήρχαν ούτε τα λεγόμενα predator περιοδικά. Και ο όρος fake news, που χρησιμοποιούσε ένας μικρός αριθμός ακαδημαϊκών, δεν είχε μπει ακόμα στο Oxford English Dictionary.

Και βέβαια κανείς δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί το ChatGPT, το οποίο είναι ένα από τα πολλά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLM) που ήδη χρησιμοποιούνται από σχεδόν 1 δισεκατομμύριο χρήστες και στα οποία υποβάλλονται περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ερωτήσεις ημερησίως.

Στα, δε, χρόνια που μεσολάβησαν, η αξία των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών (Microsoft, Nvidia, Apple, Amazon, Alphabet, Meta, Tesla) υπερδιπλασιαζόταν κάθε χρόνο: το 2010 έφτανε τα 711 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ σήμερα είναι μεγαλύτερη από 19 τρισεκατομμύρια δολάρια, και μαζί με τις συνεργαζόμενες μικρότερες εταιρείες αγγίζουν τα 22-23 τρις· να σημειωθεί ότι το σύνολο του ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ είναι λίγο πιο κάτω από 20 τρις. Και οι αριθμοί αυτοί συνεχώς αυξάνονται.

Αυτά όλα είναι λίγα από τα κομμάτια του παζλ του νέου καθεστώτος.

Αμφισβητείτε την έννοια περί οικονομίας της γνώσης που έχει τόσο πολύ προβληθεί τα τελευταία χρόνια ως κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Ένα από τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τον δημόσιο λόγο περί ψηφιακότητας είναι η έννοια της «οικονομίας της γνώσης»· ότι, δηλαδή, κινητήριος μοχλός της προόδου μιας κοινωνίας στις μέρες μας (και έχει σημασία ότι αυτό το στοιχείο υπερτονίζεται) και της ευημερίας της είναι να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που δίνει η γνώση. Υποστηρίζεται πως οι σύγχρονοι θεσμοί και οι υποδομές, η αύξηση της παραγωγικότητας και η υγιής επιχειρηματικότητα εξαρτώνται από την υιοθέτηση διεργασιών «έντασης γνώσης».

Οι θιασώτες, όμως, της άνευ όρων τεχνολογικής προόδου αρνούνται να δεχτούν το ότι η «κοινωνία της γνώσης» δεν είναι γνώρισμα μονάχα της εποχής μας και δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Ιστορικά όλες οι κοινωνίες ήταν «κοινωνίες της γνώσης». Επί εκατοντάδες χρόνια, οι πιο προχωρημένες για την εποχή γνώσεις αξιοποιήθηκαν, ώστε να προφυλαχτούν οι κοινωνίες από τα φυσικά φαινόμενα, να κατασκευάσουν τους ναούς και τα καταλύματα τους, να κατασκευάσουν πλοία και άλλα μεταφορικά μέσα για να ενισχυθεί το εμπόριο, για τις αμυντικές ανάγκες και τις πολεμικές προετοιμασίες και εκστρατείες, και, βεβαίως, για την κυβερνησιμότητα των κοινωνιών.


Οι πιο εξειδικευμένες γνώσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη των λεπτομερών καταλόγων από τους Βαβυλώνιους, οι οποίοι ήταν σε θέση να προβλέψουν ακόμη και τον καιρό, από τους Αιγύπτιους, για την κατασκευή των πηγαδιών στις όχθες του Νείλου, όπου μετρώντας το ύψος του νερού στη διάρκεια των πλημμυρών μπορούσαν να υπολογίσουν πόσο φόρο έπρεπε να πληρώσουν όσοι είχαν ευεργετηθεί από τις πλημμύρες, από τους αλχημιστές του ύστερου Μεσαίωνα, για την παρασκευή και εμπορία φαρμάκων, από τον Γαλιλαίο, για τα μαθήματα που παρέδιδε στους αξιωματικούς του στρατού, και από τους μηχανικούς του 19ου αιώνα, για την κατασκευή των τρένων και των ηλεκτροκίνητων βιομηχανικών μονάδων.

Όσοι άκριτα υποστηρίζουν ότι ειδικά η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζει μια «κοινωνία της γνώσης», δεν εννοούν ότι σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερες γνώσεις, αλλά ότι κάτι ποιοτικά διαφορετικό χαρακτηρίζει την εποχή μας. Αυτό είναι καταφανώς λάθος. Έχει δε ενδιαφέρον, γιατί ένα τέτοιο ιδεολόγημα, που αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης σκέψης, υιοθετήθηκε τόσο άκριτα και από πολλούς στην Αριστερά.

Κάνετε λόγο για τη συμβιωτική σχέση μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας στη νέα συνθήκη. Μπορείτε να εικάσετε με βάση την επιστήμη σας πως θα μεταξελιχθούμε μέσα από την αλληλεπίδραση αυτή; Έχει δυστοπία το μέλλον ή είστε αισιόδοξος;

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει δυστοπία με όρους ενός έστω και κοντινού μέλλοντος. Γιατί πολλά που σήμερα ζούμε και αποδεχόμαστε, θα μπορούσαν να θεωρηθούν δυστοπικά από τους πολίτες που είχαν γεννηθεί ακόμη και στα μέσα του 20 αιώνα.

Υπάρχει, όμως, κάτι που είναι εξαιρετικά ανησυχητικό και αυτό είναι η σχέση που αναπτύσσουν πολλοί, και όχι μόνον άτομα που ανήκουν στις νεότερες γενιές, με τα LLM. Νομίζω ότι τα LLM μαζί τα προγράμματα ενισχυμένης πραγματικότητας όπως αποκαλούνται, θα δημιουργήσουν εξαρτήσεις και αλλαγές συμπεριφοράς, οδηγώντας τεράστιες μάζες πληθυσμού σε μία ακραία αποκοινωνικοποίηση.

Ένα από τα συγκλονιστικά στοιχεία του ChatGPT είναι πως σε υποδέχεται με τη φράση «Ask anything»! Οτιδήποτε; Κανείς και τίποτα στο παρελθόν δεν είχε αυτήν την αυθάδεια, αυτήν τη στάση, η οποία αμέσως καθορίζει μια σχέση εξουσίας ανάμεσα στο ChatGPT και τον χρήστη.

Μου έχει κάνει εντύπωση πόσο ευγενικά απευθύνονται στο ChatGPT διάφοροι που το χρησιμοποιούν: «Σε παρακαλώ, μπορείς να…;». Μετά το τέλος της συνομιλίας, σχεδόν όλοι γράφουν «ευχαριστώ». Είναι όντως επειδή θέλουν να «το» ευχαριστήσουν; Ή μήπως για να το «καλοπιάσουν», να ευνοηθούν από ένα πλέγμα που νιώθουμε ότι μας εξουσιάζει, χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό; Το ChatGPT σιγά-σιγά γίνεται η μόνιμη και πολύπλευρη παρουσία ενός υπολογιστικού προγράμματος που μετατρέπεται σε «παρουσία ενός Άλλου». 


Το 34% των πολιτών αισθάνεται πιο άνετα να μοιραστεί την οικονομική του κατάσταση με κάποιο μοντέλο ΤΝ παρά με άνθρωπο, ενώ το 38% δηλώνει ότι θα αισθανόταν ότι υπάρχει λιγότερο επικριτική διάθεση, αν συζητούσε για τις καθυστερημένες οφειλές του με ένα ρομπότ ΤΝ απ’ ό,τι αν το συζητούσε με έναν άνθρωπο, ποσοστό κατά 10 μονάδες αυξημένο σε σχέση με το 2024. Σύμφωνα δε με μια πρόσφατη έρευνα, το 40% των νέων από 15 μέχρι 18 ετών συμβουλεύονται κάποιο LLM για το τι θα φορέσουν και μοιράζονται μαζί του τα προβλήματά τους. Το 25% θεωρεί πως το ChatGPT τους φέρεται καλύτερα και πιο φιλικά από τους κολλητούς τους.

Και πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει τη βαθιά συναισθηματική εμπλοκή και εξάρτηση –όχι μόνο των νέων– από τα LLM. Το έγκυρο περιοδικό MIT Technology Review κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις προβλεπόμενες αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις λόγω της εκθετικής αύξησης των πορνογραφικών σάιτ με βίντεο και φωτογραφίες που έχουν κατασκευαστεί από ΤΝ. Σε ένα άλλο επίπεδο, ιδιαίτερα σοβαρό ως προς τις γενικότερες συνέπειές του, είναι το δημοφιλές «Text with Jesus», μέσα από το οποίο παρέχεται η δυνατότητα «επικοινωνίας» με τον Ιησού, τους Αποστόλους και άλλα πρόσωπα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση των LLM, η οποία θα παίξει καθοριστικό ρόλο στις κοινωνικές σχέσεις. Εδραιώνεται προοδευτικά η αίσθηση πως τα LLM ανταποκρίνονται ακριβώς και πλήρως στις ανάγκες μας. Αυτό το «ακριβώς και πλήρως» δεν είναι κάτι που συναντάμε στις ανθρώπινες σχέσεις. Κανείς μας δεν μπορεί να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του «Άλλου» άμεσα και με τρόπους που ο «Άλλος» θέλει· ενώ τα LLM προσφέρουν σχεδόν όλα και είναι πάντα διαθέσιμα. Όλα γρήγορα, τέλεια και τη στιγμή που εμείς τα θέλουμε! Η εξοικείωσή μας με τα LLM του «τώρα και για ό,τι θέλεις να ρωτήσεις» θα βάλει σε δοκιμασία τις σχέσεις και λειτουργίες στο εκπαιδευτικό οικοσύστημα. Με άλλα λόγια, οι διάφορες εκδοχές των LLM ουσιαστικά δηλώνουν πως τα «ξέρω όλα, μπορώ να απαντήσω τα πάντα και είμαι εδώ για σένα χωρίς όρους», κάτι που σίγουρα δεν υπάρχει σε καμία ανθρώπινη κατάσταση. Είναι διαθέσιμα, όταν το θέλουμε και το εγκαταλείπουμε όποτε εμείς θέλουμε –χωρίς καμία απολύτως συνέπεια στη σχέση μας με αυτό.

Και ας μην ξεχνάμε πως η χρήση του ChatGPT έχει και μια άλλη, ιδιαίτερα σκοτεινή πλευρά: κάθε μέρα η ενέργεια που απαιτείται για να λειτουργεί και να απαντάει στις ερωτήσεις, ισοδυναμεί με την καθημερινή ανάγκη σε ενέργεια μιας ευρωπαϊκής πόλης των 50.000 κατοίκων. Η χρήση και των LLM οδηγεί στη δημιουργία τεράστιων όγκων διοξειδίου του άνθρακα, και έτσι, μαζί με τις συνολικότερες επιβαρύνσεις της ψηφιακότητας στο περιβάλλον, η εξάρτησή μας από το ChatGPT συμβάλλει στην παραπέρα επιδείνωση μιας τόσο προβληματικής κατάστασης με την κλιματική κρίση.

Ποιο είναι το νέο οικοσύστημα που έφερε στα πανεπιστήμια η ψηφιακή συνθήκη; Στον δημόσιο διάλογο αυτό που προβάλλεται περισσότερο είναι η ανάθεση εργασιών στο chat GPT. Είναι όντως τόσο καταλυτικές οι συνέπειες για τη διδασκαλία;

Στα πανεπιστήμια σήμερα συντελούνται οι πιο βαθιές αλλαγές εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια. Ας πάρουμε την θεμελιώδη λειτουργία των πανεπιστημίων που είναι η διδασκαλία: ανεξάρτητα από το τι επιδιώκουμε και τι πιστεύουμε, όσοι διδάσκουμε –θέλουμε, δεν θέλουμε– έχουμε έναν ιδιόμορφο και απρόσκλητο βοηθό, ή μάλλον μας ακολουθεί μια ιδιότυπη οντότητα. Η οντότητα αυτή, την ίδια στιγμή που με προθυμία υποτάσσεται στις ανάγκες μας, μας απειλεί και μας εκτοπίζει. Αναφέρομαι στο ChatGPT και όλα τα υπόλοιπα LLM.

Πρώτη φορά στην ιστορία της εκπαίδευσης οι διδάσκοντες έχουμε έναν βοηθό που κατέχει απείρως περισσότερες πληροφορίες από εμάς, αναπτύσσει ικανότητες σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα από ό,τι εμείς χρειαστήκαμε για να τις εμπεδώσουμε, όπως είναι η λύση μαθηματικών ή άλλων προβλημάτων, το γράψιμο ενός κώδικα κ.λπ. Ταυτοχρόνως, τον ίδιο ακριβώς βοηθό έχουν και τα ακροατήρια των αμφιθεάτρων ή και των σεμιναρίων, τα οποία κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας έχουν τη δυνατότητα της άμεσης πρόσβασης σε διαφορετικές εκδοχές του ChatGPT. Και εδώ ας μην επικεντρωθούμε στις εξαιρέσεις, αλλά στις τάσεις που καθημερινά κερδίζουν έδαφος.

Αυτή η οντότητα, λοιπόν, έχει έτοιμες απαντήσεις σε ό,τι ρωτηθεί, παρέχει καλογραμμένες περιλήψεις ερευνητικών εργασιών και μονογραφιών, μπορεί να ετοιμάσει εργασίες γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα, αναλύει διδακτορικές διατριβές, μπορεί να ετοιμάσει ερωτήσεις με πολλαπλές απαντήσεις για διάφορα τεστ, κάνει μεταφράσεις, είναι έτοιμη να παραδεχτεί τις παραλείψεις της και, επιπλέον, αντιδρά με ευγενικούς τρόπους. Όλοι και όλες, λοιπόν, μοιραζόμαστε τον ίδιο βοηθό. Απρόσκλητο, πρόθυμο και σχεδόν παντογνώστη. Προφανώς και κάνει λάθη. Είναι, όμως, θέμα χρόνου να μην τα κάνει και δεν πρέπει αυτό να είναι μια δικαιολογία για να μην αναμετρηθούμε με αυτήν τη νέα πραγματικότητα που μεταμορφώνει το εκπαιδευτικό –και όχι μόνον– γίγνεσθαι. Μην ξεχνάμε πως είναι ακόμη σε νηπιακή ηλικία, μιας και πρωτοεμφανίστηκε τον Νοέμβριο του 2022.


Σε λίγα χρόνια, η διδασκαλία όπως τη γνωρίζαμε ώς τώρα θα έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια άλλη, εντελώς διαφορετική, διαδικασία. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα είναι. Το ίδιο θα ήταν αν το 2019, τη χρονιά πριν τον COVID, είχαμε ρωτηθεί πώς θα ήταν η καθημερινότητα στα πανεπιστήμια, παρά το ότι ήδη από τότε οι τεχνικές δυνατότητες των αντίστοιχων zoom ήδη υπήρχαν. Ποιοι, αλήθεια θα προέβλεπαν τη ριζική αναδιαμόρφωση των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, των εκλογών καθηγητών, της διδασκαλίας τόσων πολλών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, της επίβλεψης των διδακτορικών διατριβών και άλλων πολλών ακαδημαϊκών διεργασιών, στις οποίες έχουν σχεδόν καταργηθεί οι διά ζώσης συναντήσεις; Δείτε πόσα πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών διαφημίζονται ότι είναι αποκλειστικά διαδικτυακά.

Πολλοί έχουν την αυταπάτη πως δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό, μιας και οι τεχνικές δυνατότητες που μας παρέχονται, μας διευκολύνουν και επιπλέον δεν χάνουμε και χρόνο στις μετακινήσεις. Π.χ. με αυτήν τη βολική διαπίστωση παραβλέπεται το γεγονός ότι στη νέα καθημερινότητά μας με τις τόσες πολλές «συναντήσεις», την παρακολούθηση ομιλιών στο YouTube, τη συμμετοχή σε συνέδρια και άλλα πολλά, έχει συρρικνωθεί με δραματικό τρόπο ο χρόνος που μας είναι τόσο απαραίτητος για την προετοιμασία της διδασκαλίας και την υλοποίηση των ερευνητικών μας εργασιών. Απομακρυνόμαστε δε και από τις προσωπικές επαφές που ήταν η απολύτως αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργική συγκρότηση των επιστημονικών κοινοτήτων. Τα αποκαλούμενα εργαλεία που υποτίθεται θα διευκόλυναν την διδασκαλία και έρευνα, μέσα σε ελάχιστα χρόνια άλλαξαν τις συμπεριφορές μας και ήδη διαμορφώνουν ένα ριζικά διαφορετικό προφίλ εκπαιδευτικού σε σχέση με λίγα χρόνια πριν.

Οι αλλαγές συντελούνται μονάχα στην διδασκαλία; Εσείς ανοίγετε τη βεντάλια και σε άλλα πεδία που μετασχηματίζονται βίαια. Σύμφωνα με την πανεπιστημιακή κοινότητα η ΤΝ μπορεί να παράξει επιστημονική γνώση μεθοδολογία κλπ;

Οι αλλαγές που συντελούνται είναι σε όλα σχεδόν τα επίπεδα της πανεπιστημιακής ζωής: ο μετασχηματισμός του έντυπου λόγου, οι νέες υλικότητες στην ανάγνωση και στη γραφή, η βαθμιαία υποβάθμιση της διδασκαλίας, η ραγδαία εξέλιξη των προγραμμάτων LLM και ο κυρίαρχος ρόλος τους στην καθημερινότητα των πολιτών και, βέβαια, των πανεπιστημιακών και των φοιτητών, η χρηματοδοτούμενη αποκλειστικά από εξωτερικούς φορείς έρευνα, οι διαδικασίες αξιολόγησης των αιτήσεων, η παραγωγή νέας γνώσης, η ελευθερία της έκφρασης, ο νέος κόσμος των επιστημονικών περιοδικών και οι διαδικασίες κοινοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, η ποσοτικοποίηση των ποιοτικών στοιχείων της καθημερινότητάς μας στα πανεπιστήμια, η αλγοριθμοποίηση της καθημερινότητάς μας, η γενικευμένη επιτήρηση των πολιτών όλα αυτά εκφράζουν τα χαρακτηριστικά ενός νέου καθεστώτος και ορίζουν νέους τόπους κοινωνικών συγκρούσεων και ακαδημαϊκών διαπραγματεύσεων.

Η νέα πραγματικότητα που αφορά στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, δεν προκύπτει αποκλειστικά από την Ψηφιακή Συνθήκη. Ούτε και είναι σωστό να αποδίδουμε τα νέα αυτά χαρακτηριστικά στην «φυσιολογική» εξέλιξη όσων ίσχυαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Ορισμένες παράμετροι του νέου οικοσυστήματος υπήρχαν και πριν, η διαμόρφωση ορισμένων άλλων έχει επιταχυνθεί λόγω της Ψηφιακής Συνθήκης και πολλές παράμετροι συνδιαμορφώθηκαν από την Ψηφιακή Συνθήκη. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνύπαρξη όλων ως ενιαίο σύνολο και η βαθμιαία μορφοποίηση ενός πλαισίου, στο οποίο μετασχηματίζονται τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και σχεδόν το σύνολο των γνωστικών πεδίων που θεραπεύονται σε αυτά.

Η Ψηφιακή Συνθήκη, ως νέο καθεστώς, περιέχει τις εξελίξεις των ήδη καθιερωμένων πρακτικών και μαζί την ανάδειξη και εδραίωση εντελώς νέων. Και οι αλληλεπιδράσεις των δύο παγιώνουν ακόμη περισσότερο το νέο καθεστώς, διαμορφώνοντας νέα νομιμοποιητικά πλαίσια και την εμπέδωση των νέων κανονικοτήτων. Οι κανονικότητες που αναδύονταν από την εξόρυξη των big data δεν ήταν αποδεκτές ως ένα είδος νέας γνώσης, ενώ τώρα ερευνητικά προγράμματα εκατομμυρίων ευρώ προσπαθούν να εντοπίσουν τα «νέα φαινόμενα» που είναι εντυπωμένα στον ωκεανό των big data. Ελάχιστοι ήθελαν να δημοσιεύουν μονάχα σε open access, ενώ σύντομα η αποδοχή του open science, του open review αλλά και του Academia αυξήθηκε εκθετικά.

Οι αλλαγές και οι ανατροπές δεν έγιναν επειδή υπήρξε μια αυστηρή και δικτατορική επιβολή τους, αλλά επειδή οι αλληλεπιδράσεις τεχνουργημάτων και πολιτών κατασκεύασαν νέες κανονικότητες, χαρακτηριστικές του νέου καθεστώτος. Δεν σας τα λέω όλα αυτά ως τεχνολάτρης. Όμως, αν δεν δούμε κατάματα τις συνήθειες, κανονικότητες, αξίες και πρακτικές που χάνονται και ταυτόχρονα αυτές που τις εκτοπίζουν, θα είναι δύσκολο να ορίσουμε μια ατζέντα επιβίωσης στο νέο καθεστώς που μας περιβάλλει. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι να επαναφέρουμε τον παλιό κόσμο, αλλά να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε και να καθιερώνουμε τις πολλαπλές εκφάνσεις μια δημοκρατικής και άρα αξιοπρεπούς καθημερινότητας στις νέες αυτές συνθήκες.

Η συρρίκνωση αν όχι ο εκτοπισμός των κοινωνικών επιστημών από τα πανεπιστήμια σε συνδυασμό με το ψηφιακό καθεστώς δεν δημιουργούν μια δυστοπία στην πανεπιστημιακή κοινότητα; Ή αλλάζει αυτό με κάποιον τρόπο;

Η επίθεση εναντίων των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών εντάθηκε τα τελευταία χρόνια και δεν είναι μονάχα αποτέλεσμα της προεδρίας Τράμπ στις ΗΠΑ. Συνήθως οι διοικήσεις των πανεπιστημίων επικαλούνται οικονομικούς λόγους ή το μειωμένο ενδιαφέρον από φοιτητές και φοιτήτριες για περικοπή κονδυλίων για τις επιστήμες αυτές. Τις προάλλες η Διοίκηση του Πανεπιστημίου Exeter στην Αγγλία, αποφάσισε να κλείσει τη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών, παρά το ότι είναι από τα πανεπιστήμια που δεν αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και η Σχολή ήταν μία από τις πιο γνωστές στη Αγγλία.

Στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς που χρηματοδοτούν με τεράστια ποσά την έρευνα, ο προσανατολισμός είναι η εξυπηρέτηση της νέας αμυντικής πολιτικής της ΕΕ, και η συγκρότηση ενός νέου πλέγματος πολεμικής βιομηχανίας. Πολλοί, ακόμη και στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες θα αναγκαστούν να «προσαρμόσουν» τις ερευνητικές προτάσεις τους ώστε να έχουν κάποια ελπίδα να χρηματοδοτηθούν. Αυτό σιγά σιγά θα αλλάξει και την ατζέντα αυτών των επιστημών, θα εργαλειοποιηθούν ακόμη περισσότερο κοκ.

«Τιμωρούνται» οι ανθρωπιστικές επιστήμες, αφού η καλλιέργεια τους είναι εγγενώς συνδεδεμένη με τις δυνατότητες που δίνει η δημοκρατία στα πανεπιστήμια για τη δημιουργία ζωτικών χώρων. Γι’ αυτό και οι τιμωρητικές πολιτικές στοχεύουν στην εξαφάνιση των ζωτικών χώρων που η ίδια η δημοκρατία έχει επιτρέψει να οικοδομηθούν στα πανεπιστήμια. Έτσι σιγά σιγά αναμορφώνεται ο χαρακτήρας των ανθρωπιστικών επιστημών· εργαλειοποιούνται· καθίστανται «χρήσιμες». Τα πανεπιστήμια, παρά τον ελιτίστικο χαρακτήρα τους, εξελίχθηκαν σε έναν από τους πιο ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς. Το διακύβευμα, λοιπόν, σήμερα είναι με ποιους όρους θα επαναδιατυπωθούν οι καταστατικές αρχές των πανεπιστημίων.

Η συνεχώς μειούμενη χρηματοδότηση των ερευνών στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες ήδη οδηγεί στην αλλαγή και στο στένεμα της ερευνητικής θεματογραφίας τους, προσαρμοζόμενοι πολλοί στις επιταγές των φορέων χρηματοδότησης. Γι’ αυτό και έχει σημασία να διαμορφωθούν τα στοιχεία μιας νέας ατζέντας και μιας νέας θεματογραφίας. Αυτό δεν θα είναι ούτε εύκολο και ούτε θα υπάρχει πλατιά συναίνεση από τα διαφορετικά μέλη των κοινοτήτων. Μια τέτοια ατζέντα, όμως, είναι ακόμη πιο επιτακτική για τις ανθρωπιστικές επιστήμες σήμερα, που τίθεται υπό συζήτηση το περιεχόμενο τους και το εύρος της κριτικής τους διάστασης μέσα από νέες προσεγγίσεις.

Δεν υποστηρίζω πως τα παραπάνω θα διαμορφώσουν μονοσήμαντα μια συγκεκριμένη δομή των πανεπιστημίων. Οι ενδεχομενικότητες είναι εγγενές στοιχείο τέτοιων κοσμογονικών αλλαγών. Στο πλαίσιο πάντα της Ψηφιακής Συνθήκης, πολλά θα καθοριστούν από τοπικές ιδιαιτερότητες, συσχετισμούς δυνάμεων, κυβερνητικές αλλαγές και προσωπικότητες που θα εμπλακούν σε αυτούς τους μετασχηματισμούς. Και είναι πολύ νωρίς για να είμαστε σε θέση να περιγράψουμε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, τις λειτουργίες τους και τι θα απαιτήσουν από εμάς. Ωστόσο, το σίγουρο είναι πως, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες θεσμικές μορφές που θα πάρουν οι μετασχηματισμοί αυτοί, πολλές από τις «σταθερές» μας –όπως είναι οι πρακτικές ανάγνωσης, διδασκαλίας και έρευνας– θα αναχθούν σε κανονικότητες, μεταλλαγμένες όμως τόσο πολύ ώστε θα είναι αγνώριστες.

Ποιο είναι το πρόταγμα για τα πανεπιστήμια και την κοινωνία στο νέο αυτό καθεστώς;

Το πρόταγμα για όλη την κοινωνία είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, στα πανεπιστήμια, δε, αυτό αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο δημόσιος λόγος για τα πανεπιστήμια είναι γεμάτος από όρους όπως αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα, οικονομική αποδοτικότητα, σχέση με την αγορά, εξωστρέφεια και παραγωγή χρήσιμης γνώσης –όροι που φαίνονται ουδέτεροι αλλά εκφράζουν συγκεκριμένα ιδεολογικά προτάγματα.

Ταυτόχρονα, οργανώνεται μια πολύπλευρη επιχείρηση, για να πειστεί η κοινωνία ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι ούτε αποτελεσματικά ούτε παραγωγικά. Όμως οι ίδιοι που θέλουν να εδραιώσουν αυτές τις αντιλήψεις αποφεύγουν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως: τι ακριβώς σημαίνει αποτελεσματικότητα των πανεπιστημίων; Τι ακριβώς σημαίνει αποτελεσματική παραγωγή γνώσης; Σε τι ακριβώς καλούνται να είναι πιο αποδοτικοί οι πανεπιστημιακοί; Γιατί ο προσανατολισμός της διδασκαλίας και της έρευνας «προς την αγορά» είναι ευεργετικός για την κοινωνία; Πώς και ποιος αποφασίζει τι είναι χρήσιμο;

Αν μελετήσουμε και αξιολογήσουμε την τόσο πλούσια εμπειρία των πανεπιστημίων, διαπιστώνουμε πως η δημοκρατία και οι δημοκρατικές διαδικασίες όντως δεν είναι αποτελεσματικές, αν ως παράδειγμα αποτελεσματικότητας συγκρίνει κανείς το πανεπιστήμιο με ένα πλυντήριο πιάτων ή μία μηχανή παραγωγής παγωτού ή ακόμη και με μία μεγάλη εταιρεία παραγωγής και εμπορίας καταναλωτικών προϊόντων. Η αποτελεσματικότητα, η παραγωγικότητα και η οικονομική αποδοτικότητα, έτσι όπως την εννοούν όσοι θέλουν να την επιβάλουν, είναι κάτι που δεν έχει νόημα για τα πανεπιστήμια.

Μάλιστα, υπό αυτήν την έννοια, τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικά –ενδεχομένως και να μην πρέπει να είναι αποτελεσματικά. Είναι –ή, τουλάχιστον, ήταν μέχρι πρόσφατα–, όμως, αποτελεσματικά μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, επειδή καθημερινά επιλύονται πολλά και σοβαρά προβλήματα –εκπαιδευτικά, ερευνητικά, διοικητικά, άλλα που σχετίζονται με συμπεριφορές φοιτητών και καθηγητών, άλλα με την κατανομή πόρων–, για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, και τα προβλήματα αυτά επιλύονται γιατί η πανεπιστημιακή κοινότητα δέχεται να τα συζητάει εξαντλητικά και δεν θεωρεί τις χρονοβόρες διαδικασίες ως κάτι αναποτελεσματικό.

Αυτό δεν είναι η δημοκρατία; Ότι, δηλαδή, τίποτα δεν είναι δεδομένο για το αποτέλεσμα, παρά μόνο η αποδοχή πως υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να λύνονται συναινετικά μέσα από συζητήσεις; Βεβαίως και υπάρχουν πολύωρες συνεδριάσεις που δεν οδηγούν πουθενά, εκφυλιστικά φαινόμενα στη διάρκεια των συνεδριάσεων, πανεπιστημιακοί που αρέσκονται να ακούν τη φωνή τους και θεωρούν πως οι απόψεις τους είναι οι απολύτως ορθές, και λύσεις που αποδεικνύονται να είναι αδιέξοδες. Όπως υπάρχουν και τα απαράδεκτα φαινόμενα πρυτάνεων και καθηγητών οι οποίοι έχουν συνειδητά καταχραστεί την (όποια) εξουσία έχουν, αυθαιρετούν και στη συνέχεια εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες. Συναντάμε όμως αυτά τα φαινόμενα αποκλειστικά στα πανεπιστήμια; Δεν νομίζω.

Δεν αναφερόμαστε, λοιπόν, σε μια κρίση των πανεπιστημίων γενικά και αόριστα, αλλά σε μια νέα ιστορική συγκυρία, όπου αλλάζει ο χαρακτήρας των πανεπιστημίων. Όπως έγινε σε κάθε κρίσιμη συγκυρία του παρελθόντος, ένα πλέγμα ανθρώπων μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο κατάφεραν να επαναπροσδιορίσει το πανεπιστήμιο τη σχέση του με τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες, να διευρύνει την πολυμορφία του προσωπικού του, να είναι ανεκτικό στους πειραματισμούς και να διαμορφώσει τρόπους συνύπαρξης των μελών του –όχι χωρίς ήττες, όχι χωρίς πικρίες. Έτσι και στη σημερινή συγκυρία με την Ψηφιακή Συνθήκη, υπάρχουν πολλές ενδεχομενικότητες. Και είναι σίγουρο πως με πρωταγωνιστές όσες και όσους ασκούν τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, μέσα από αυτές τις ενδεχομενικότητες, μέσα από δυσκολίες και ακυρώσεις, θα αρχίσουν να προβάλλονται οι νέοι ζωτικοί χώροι, εντός και εκτός των πανεπιστημίων.

Ποια θέση έχει η Αριστερά σε όλο αυτό; Δημιουργεί δυναμικές; Ανοίγει συζητήσεις για το φλέγον ζήτημα; Και που πρέπει να σταθεί κατά τη γνώμη σας;

Γίνονται, ευτυχώς πολλές συζητήσεις. Αρκετές είναι με επίκεντρο την εργαλειοποίηση της ΤΝ, να βρεθούν, δηλαδή, τρόποι ευεργετικής για τους πολλούς χρήση της. Άλλες επικεντρώνονται στις διαδικασίες ρύθμισης των πολλαπλών χρήσεων της. Νομίζω ότι, αν μείνουμε σε αυτές, και οι δύο προσπάθειες αντιμετώπισης της ΤΝ είναι αδιέξοδες. Η αριστερά έχει κακό παρελθόν με το να πιστεύει και η ίδια στην ουδετερότητα της τεχνολογίας, και να θεωρεί πως τα πάντα καθορίζονται από την πολιτική εξουσία που κατευθύνει τη χρήση των τεχνολογιών. Όπως και τα θέματα ρύθμισης, καλό είναι προφανώς να υπάρχουν, αλλά εξαρτάται ποιοι ελέγχουν τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Σκεφτείτε πόσο φτωχά είναι τα πρακτικά αποτελέσματα από τις ρυθμίσεις γύρω από την βιοηθική τα τελευταία 50 χρόνια.

Όμως, υπάρχουν, πολλές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες που αποτελούν αντιστάσεις στην κυρίαρχη κουλτούρα. Τέτοιες είναι ο αγώνας για λογοδοσία και δημοκρατικό έλεγχο των δεδομένων, το ανοιχτό και δωρεάν λογισμικό, η συγκρότηση των κοινών, η ανοιχτή επιστήμη κτλ. Διαμορφώνεται, δε, ένα πλαίσιο σκέψης που επιμένει πως αν όλες οι προσπάθειες μας είναι να επαναφέρουμε τις «παλιές καλές μέρες», τα αδιέξοδα θα πολλαπλασιαστούν.

Σήμερα η αριστερά είναι σε άμυνα. Και η άμυνα αποτελεί ένα είδος πολιτικής ώστε να προετοιμαστούν οι νέες συνθήκες, και να μορφοποιηθούν τα νέα εγχειρήματα. Έτσι δεν έγινε και στο παρελθόν; Οι ακραίες καταστάσεις τιθασεύθηκαν μετά από συχνά και βίαιους αγώνες, και δημιουργήθηκε μία νέα ισορροπία.

Αναφέρετε κάποια στιγμή πως σύμφωνα με τον Γάλλο Charles Richet το «αόρατο» δεν είναι πλέον πεδίο δεισιδαιμονίας αλλά μια νόμιμη επιστημονική θεματογραφία. Θέλετε να μας το εξηγήσετε;

Υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία των επιστημών στη διάρκεια των οποίων πολλοί επιστήμονες άρχισαν να αναρωτιούνται αν έχει φτάσει το «τέλος της επιστήμης» που μελετούσαν. Μία τέτοια περίοδος ήταν το τέλος του 19ου αιώνα και αρκετοί φυσικοί θεωρούσαν πως όλα τα φαινόμενα μπορούσαν πια να ερμηνευτούν με μαθηματικοποιημένες θεωρίες.

Άρχισε, τότε, μία συζήτηση μήπως τώρα που «τελείωσε» η φυσική, οι ίδιοι που είχαν διατυπώσει τις επιτυχημένες θεωρίες, έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους και σε φαινόμενα που μέχρι τότε δεν είχαν συμπεριληφθεί στα ερμηνευτικά σχήματα που αποδείχθηκαν τόσο επιτυχημένα για σχεδόν όλους τους τομείς της φυσικής.

Αυτή η «αίσθηση» συνέπεσε και με την ανακάλυψη φαινομένων που δεν ήταν ορατά στο γυμνό μάτι: τη ραδιενέργεια, το ηλεκτρόνιο, οι ακτίνες Χ. Άρα το αόρατο είχε μπει στα καλά στη φυσική. Πολλοί γνωστοί φυσικοί της εποχής άρχισαν να συμμετέχουν σε σεάνς για να μελετήσουν τα παραψυχολογικά φαινόμενα, αλλά σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα αποχώρησαν, θεωρώντας ότι ήταν αδύνατο να τα μελετήσουν με τους τρόπους που γνώριζαν από τη φυσική. Ο Richet που αναφέρατε, ήταν από τους πρωτοπόρους μελετητές αυτών των «άλλων» δυνάμεων. Ήταν Γάλλος φυσιολόγος, γνωστός κυρίως για την ανακάλυψη της αναφυλαξίας και είχε λάβει το Νόμπελ Φυσιολογίας το 1913. Ταυτόχρονα τον ενδιέφερε πολύ η παραψυχολογία και είχε επινοήσει τον όρο «εκτόπλασμα».

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Παιδεία-καραμπόλα: πώς να αφήσετε μια γειτονιά χωρίς το σχολείο της / Μύθοι και αλήθειες για τα πειραματικά σχολεία, που αρχίζουν τη λειτουργία τους φέτος σε διάφορες περιοχές της χώρας - γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (https://www.news247.gr/26 Ιανουαρίου 2026)

 ..............................................................


Παιδεία-καραμπόλα: πώς να αφήσετε μια γειτονιά χωρίς το σχολείο της
'
Σχολείο (ΑΡΧΕΙΟΥ)



Μύθοι και αλήθειες για τα πειραματικά σχολεία, που αρχίζουν τη λειτουργία τους φέτος σε διάφορες περιοχές της χώρας.

γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  (https://www.news247.gr/26 Ιανουαρίου 2026) 


Δεκατρία Πειραματικά σχολεία αρχίζουν να λειτουργούν φέτος και του χρόνου σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Γιατί έχουν ξεσηκωθεί όμως αντιδράσεις από κάτι που φαινομενικά αποτελεί αναβάθμιση της εκπαίδευσης; Είναι χαζοί εκπαιδευτικοί και γονείς ή κάτι άλλο συμβαίνει;

Μύθος 1: δημιουργούνται νέα σχολεία.

Όχι. Υπάρχοντα σχολεία χαρακτηρίζονται Πειραματικά.

Όταν όμως ένα σχολείο γίνεται Πειραματικό, μειώνονται οι διαθέσιμες θέσεις για τους κατοίκους της περιοχής και καταργούνται οι θέσεις των δασκάλων. Το παλιό σχολείο της γειτονιάς «ξηλώνεται».


Τα παιδιά που φοιτούσαν εκεί μπαίνουν στην κληρωτίδα, ακόμα κι αν το σπίτι τους είναι απέναντι από την αυλή του σχολείου. Το αυτονόητο δικαίωμα να φοιτούν στο σχολείο της γειτονιάς τους γίνεται θέμα τύχης. Όσα ευνοηθούν από την κλήρωση μένουν. Τα υπόλοιπα φεύγουν. Τη θέση τους θα πάρουν παιδιά από άλλες περιοχές που ήταν τυχερά στην κλήρωση. Τα «άτυχα» θα αναζητήσουν θρανίο σε σχολείο όμορης περιοχής.

Η δημιουργία Πειραματικών προκαλεί καραμπόλα: παλιοί μαθητές πάνε σε άλλα σχολεία, τα άλλα σχολεία σωρεύουν περισσότερους μαθητές στα ήδη γεμάτα τμήματά τους.
Ποια είναι η απάντηση των αρμοδίων στις αντιδράσεις; Επιβεβαιώνουν την καραμπόλα ως πολιτική επιλογή: «θα έχουν την ευκαιρία οι γονείς να επιλέξουν σχολείο και τα παιδιά τους να λάβουν καλύτερων ευκαιριών, αφού δε μπορούν όλα τα σχολεία να έχουν την ίδια φροντίδα». Το είπε Διευθυντής Εκπαίδευσης. Τι ντροπιαστική δήλωση από στέλεχος της εκπαίδευσης!

Στον περίπτωση του Ταύρου, όπου θα λειτουργήσει Πειραματικό νηπιαγωγείο και Πειραματικό δημοτικό, δικαιολογία είναι πως «η περιοχή φθίνει πληθυσμιακά και έχει υψηλά ποσοστά ευπαθών ομάδων». Άρα φταίει η υπογεννητικότητα και οι ευπαθείς ομάδες που το νήπιο δε θα έχει πια νηπιαγωγείο στη γειτονιά γιατί έχασε στην κλήρωση! Το ίδιο ισχύει και για τα αδέλφια που δεν έχουν πια εγγυημένη φοίτηση στο ίδιο σχολείο. Λάστιχο οι οικογένειες.

Μύθος 2: τα Πειραματικά σημαίνουν συνολική αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

Όχι, σημαίνουν κατηγοριοποίηση σχολείων, κατάταξη με κλήρωση, υποβάθμιση και υπερπληθυσμό άλλων σχολικών μονάδων. Η κυβερνητική επιλογή είναι τα σχολεία δύο ταχυτήτων. Τα Πειραματικά είναι το επικοινωνιακό αμπαλάζ με «ολίγη από αριστεία».

Στα μέσα της χρονιάς, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συζήτηση ανακοινώθηκαν οι αλλαγές. Ενώ οι ελλείψεις στα σχολεία παραμένουν, με κλειστά δεκάδες Τμήματα Ένταξης, με λίγες Παράλληλες Στηρίξεις, το Υπουργείο ανακοινώνει glamorous Πρότυπα και Πειραματικά. Αφήνει τα σχολεία να διαλύονται από την υποχρηματοδότηση, την υποστελέχωση, την αδιοριστία και σπρώχνει γονείς και παιδιά να κυνηγάνε το «καλό σχολείο», με εξετάσεις στα Ωνάσεια και Πρότυπα, με κλήρωση στα Πειραματικά.

Οι κήρυκες της κανονικότητας διαλύουν ό,τι κανονικό έχει απομείνει στην εκπαίδευση: δε θα έχουμε κανονικό αριθμό παιδιών ανά τάξη, δε θα έχουμε κανονική χρηματοδότηση, δε θα έχουμε κανονική κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών με μόνιμο προσωπικό. Θα έχουμε νησίδες «καλών σχολείων» σε έναν ωκεανό υπολειτουργίας.

Μύθος 3: το σχολείο της γειτονιάς βελτιώνεται.

Όχι, η γειτονιά χάνει το σχολείο της, το σχολείο αποκόπτεται από τη γειτονιά, γίνεται «Shop and go». Όταν καταργούνται τα γεωγραφικά όρια, χάνεται ο δεσμός του σχολείου με τη γειτονιά.

Δεν καταλαβαίνουν οι επιτελικοί οδοστρωτήρες πως σχολείο δεν είναι απλώς ένα μέρος που πάνε τα παιδιά να μάθουν γράμματα. Είναι πόλος συνοχής, είναι βραχίονας συμπερίληψης αδύναμων ομάδων, ειδικά σε περιοχές με ζητήματα υποβάθμισης και φτώχειας. Για να λειτουργεί όμως έτσι η εκπαίδευση, προϋποθέτει σταθερό σχολείο και εκπαιδευτικούς που δεν περιφέρονται σαν πλασιέδες κάθε χρόνο σε διαφορετικά σχολεία. Ποια παιδιά πλήττονται περισσότερο από το ασταθές παιδαγωγικό πλαίσιο; Τα πιο αδύναμα φυσικά. Οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται για τα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.

Μύθος 4: ο πειραματικός χαρακτήρας των σχολείων είναι δοκιμασμένος στο χρόνο.

Πότε ανακοινώθηκε το αντικείμενο του παιδαγωγικού πειραματισμού στα πειραματικά σχολεία;

Με ποιες διαδικασίες επιστημονικές σχεδιάστηκε, σε ποια δεδομένα και τεκμηρίωση βασίστηκε; Και κυρίως, ποια είναι η διαδικασία διάχυσης της γνώσης, της εμπειρίας και των αποτελεσμάτων στο σύνολο των σχολείων της χώρας; Οι σύλλογοι των εκπαιδευτικών βεβαιώνουν πως δεν έχει δημοσιευθεί ποτέ, ούτε από το υπουργείο Παιδείας ούτε από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη έκθεση, που να παρουσιάζει τα αποτελέσματα του θεσμού, τα οφέλη για τη δημόσια εκπαίδευση, την παιδαγωγική τεκμηρίωση των παρεμβάσεων που υλοποιούνται.

Εάν το Υπουργείο Παιδείας ήταν ειλικρινές θα εξέταζε τη σύνδεση Πειραματικών σχολείων με τα Πανεπιστημιακά ιδρύματα. Έτσι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν καινοτόμα προγράμματα, προσδιορισμένα χρονικά, σε τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών. Αυτό σημαίνει Πειραματικό. Επίσης θα εξέταζε τη δημιουργία νέων σχολείων που δε θα προκαλούσαν μετακινήσεις από τα παλιά και υπερπληθυσμό στα όμορα σχολεία.

Μύθος 5: Όσοι αντιδρούν στέκονται εναντίον της καινοτομίας και δεν έχουν αντιπρόταση.

Η εκπαιδευτική καινοτομία δεν επιβάλλεται διοικητικά, δεν ανακοινώνεται μονομερώς χωρίς την οικοδόμηση στοιχειώδους συναίνεσης της εκπαιδευτικής κοινότητας, δεν προχωράει χωρίς ενημέρωση και διάλογο με τις οικογένειες και τις τοπικές κοινωνίες. Δεν γεννιέται καινοτομία από την αποδόμηση σταθερών παιδαγωγικών ή εργασιακών σχέσεων. Η καινοτομία θέλει συμμετοχή.

Το Υπουργείο Παιδείας είναι μικρός Όργουελ: παίρνει έννοιες με θετικό πρόσημο και τις αδειάζει από κάθε περιεχόμενο για να τις κάνει εργαλεία πειθάρχησης. Κραδαίνει αξιολόγηση, αριστεία, καινοτομία, πειραματικό χαρακτήρα για να ευθυγραμμιστούν όλοι στην πολιτική διεύρυνσης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Η νέα εκπαιδευτική αρχιτεκτονική περιλαμβάνει την αναζήτηση εσωτερικών εχθρών και τη διάχυση του φόβου. Να γιατί η πολιτεία αφήνει ακάλυπτους τους εκπαιδευτικούς και απέναντι σε επιθέσεις και κακοποιητικές συμπεριφορές γονέων. Και μάλιστα, όποιος και όποια εκπαιδευτικός αντιδρά γίνεται στόχος επιθέσεων και διώξεων.

Σε όλες τις περιοχές όπου σχεδιάζεται η αντικατάσταση του σχολείου της γειτονιάς από Πειραματικά γονείς και δάσκαλοι αντιδρούν. Προφανώς δεν καταλαβαίνουν το συμφέρον τους. Πριν λίγους μήνες αντέδρασαν επίσης στις συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων και αντιμετώπισαν, μαζί με τα παιδιά, τα χημικά της αστυνομίας. Είναι κι ο ψεκασμός μια εκπαιδευτική καινοτομία πειραματικού χαρακτήρα.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

"Η άποψή μας / Το αγύριστο κεφάλι" έγραψε η tvxs.team (tvxs.gr, 10.3.2025)

 ...............................................................



Η άποψή μας / Το αγύριστο κεφάλι



                             έγραψε η tvxs.team (tvxs.gr, 10.3.2025)


Σε ένα σχολείο στη Σίφνο, λίγες μέρες πριν ο (πρώην) βουλευτής της ΝΔ διατάξει την Ζωή Κωνσταντοπούλου «να πάει να κάνει κανένα παιδί», ένας σχολικός πίνακας αποκολλήθηκε και έπεσε στο κεφάλι καθηγήτριας. Η παθούσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις και διαγνώστηκε με διάσειση και αγχώδη διαταραχή λόγω του επεισοδίου.

Τα περισσότερα για τα λεγόμενα του κ. Κυριαζίδη, που συνεχίζει να λέει μπαρούφες («Η συμπεριφορά μου ήταν προϊόν συσσωρευμένου θυμού») έχουν ήδη λεχθεί: κάθε γυναίκα κατέχει το απόλυτο δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει με το σώμα της. Μόνο αυτήν και κανείς Κυριαζίδης.

Η δουλειά του, αν δεν ζούσε στον Μεσαίωνα, θα έπρεπε να είναι άλλη: να συμβάλλει, ως βουλευτής, στη βελτίωση των συνθηκών μέσα στις οποίες οι Ελληνίδες γυναίκες καλούνται να γεννήσουν, όσες θέλουν, παιδιά. Και να τα αναθρέψουν μαζί με τους συμβίους, μόνες τους ή όπως αυτές επιθυμούν.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για τη γονιμότητα, η Ελλάδα βρέθηκε το 2023 στην 21η θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 1,26 γεννήσεις ανά γυναίκα. έναντι 1,38 που είναι ο μέσος όρος της Ε.Ε.

Την ίδια χρονιά, η ΕΕ κατέγραψε αρνητικό ρεκόρ στις γεννήσεις. Γεννήθηκαν 3,67 εκατ. παιδιά, λιγότερα από το 2022! Οι αιτίες της πτώσης, της μεγαλύτερης από το 1961, είναι κοινές για την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ΕΕ: λόγω της οικονομικής κρίσης, των περικοπών στο κοινωνικό κράτος και των αλλαγών στον τρόπο ζωής, η απόκτηση ενός παιδιού γίνεται όλο και πιο δύσκολη υπόθεση.

Έτσι και στην Ελλάδα, τα νεαρά ζευγάρια (ή η μονογονέας) δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν στέγη, την ίδια ώρα που τα έξοδα διαβίωσης αυξάνονται ενώ οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι.

Η διάλυση της δημόσιας υγείας οδηγεί - συχνά υποχρεωτικά - στην επιλογή ιδιώτη γιατρού και ιδιωτικού μαιευτηρίου, για να μην αναφερθεί κανείς στην έλλειψη προσχολικών δομών ή πολύ περισσότερο στη στιγμή που τα παιδιά θα πάνε σχολείο: λόγω της κυβερνητικής πολιτικής και της διεθνούς πατέντας των φροντιστηρίων, τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν (πολύ) περισσότερα από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη για τη μόρφωση των παιδιών τους.

Έχουν βεβαίως το δικαίωμα να πάνε τα παιδιά τους στα δημόσια σχολεία, όπως αυτό της Σίφνου, για το οποίο ο Σύλλογος Διδασκόντων είχε ήδη εκφράσει ανησυχίες για την καταληλλότητα του. Με τον κίνδυνο να πέσει ο πίνακας στο κεφάλι του παιδιού ή της καθηγήτριας του. Αλλά ποτέ στο αγύριστο κεφάλι του κ. Κυριαζίδη…



Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

"Ξυλόλιο, αιώνιοι φοιτητές, μισθοί φτώχειας: μπαζώματα και διαγραφές της πραγματικότητας" γράφει ο Γιώργος Αγγελόπουλος* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.02.25)

 ...............................................................



Ξυλόλιο, αιώνιοι φοιτητές, μισθοί φτώχειας: μπαζώματα και διαγραφές της πραγματικότητας




γράφει ο Γιώργος Αγγελόπουλος*  ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.02.25)  



Οι πολιτικές εξουσίες ανέκαθεν φτιάχνουν καθεστώτα αλήθειας: συστήματα σκέψης που προσπαθούν να επιβάλουν το δικό τους νόημα σε όσα ζούμε, να μας πουν τι είναι φυσιολογικό και ρεαλιστικό να σκεφτόμαστε και να επιθυμούμε. Ο,τι δεν συμφέρει την εξουσία, καταδικάζεται ως ανεδαφικό, ανεφάρμοστο, επικίνδυνο και μιαρό.


Η πιο ακραία μορφή αυτής της πρακτικής δεν αφορά την απόδοση νοήματος σε όσα ζούμε αλλά τον ορισμό αυτών που ζούμε. Μ’ άλλα λόγια, ό,τι δεν ταιριάζει με τις επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας, απλά διαγράφεται από τον κόσμο μας, μπαζώνεται. Παύει να υπάρχει, ακόμα και αν είναι εξόφθαλμα ορατό.

Αυτή η πρακτική διαγραφής συνήθως επικρατεί σε ολοκληρωτικά πολιτικά καθεστώτα που επιδιώκουν την επιβολή της αλήθειας μέσω της πράξης. Στην κλασική του μελέτη περί της ανατομίας του φασισμού ο Ρόμπερτ Πάξτον εξηγεί ότι αυτά τα καθεστώτα στον Μεσοπόλεμο δεν νοιάζονταν για την ιδεολογική στήριξη της θέσης τους, καθώς «κάθε πράξη που έκαναν δικαιολογούνταν λόγω του γεγονότος ότι ήταν η πράξη που έκαναν». Για να πετύχουν αυτό το πλαίσιο εξουσιαστικής κυριαρχίας χρειάστηκε «να εξασφαλίσουν τη συνεργασία, ή τουλάχιστον τη συναίνεση, των αποφασιστικών φορέων της εξουσίας -του στρατού, της αστυνομίας, της Δικαιοσύνης, των ανώτερων δημόσιων υπαλλήλων- και των ισχυρών κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων».

Υπάρχει ένα κοινό νήμα που συνδέει το βαγόνι με τις παράνομες ουσίες, τους/ις αιώνιους/ες φοιτητές/τριες, τους μισθούς φτώχειας, τον αφανισμό της κτηνοτροφίας, τα κατεστραμμένα χωράφια της Θεσσαλίας, τις υποκλοπές των πολιτικών, την αστυνομική βία και ασύστολη καταστολή, τους αριθμούς των νεκρών της πανδημίας, την απέχθεια και υποβάθμιση της δημόσιας Υγείας και Παιδείας, τα παιδιά που θα μείνουν εκτός των σχολείων της γειτονιάς τους γιατί θα δημιουργηθούν τα Ωνάσεια Σχολεία για «άριστους», τις επαναπροωθήσεις προσφύγων στο Αιγαίο, την αισχροκέρδεια των τραπεζών και των εταιρειών ενέργειας, τις συνέπειες των καλοκαιρινών πυρκαγιών, τις απευθείας αναθέσεις σε ημετέρους, την κατάργηση του οκταώρου και την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, την κατασπατάληση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, τον Πτωχευτικό Κώδικα και την υπερχρέωση των νοικοκυριών, την εκτόξευση του δημόσιου χρέους και τόσα άλλα. Το κοινό νήμα είναι ότι για την κυβέρνηση δεν πρέπει να υπάρχουν.

Αφού δεν πρέπει να υπάρχουν, η λύση είναι η διαγραφή: μπάζωμα, κυριολεκτικό ή μεταφορικό. Μπαζώθηκαν τα Τέμπη και άρα το παράνομο φορτίο δεν υπήρξε ποτέ. «Μπαζώνονται» οι κατάλογοι των φοιτητών/τριών και άρα δεν υπάρχει ανάγκη να ενισχύουμε όσους/ες λόγω αντικειμενικών δυσκολιών αδυνατούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους («αιώνιοι»). «Μπαζώνονται», στα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση κανάλια, τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας που δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην Ε.Ε. στον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης, προσαρμοσμένο ως προς την αγοραστική αξία. Αρα, δεν είμαστε οι πιο φτωχοί στην Ε.Ε. και δεν υπάρχει ανάγκη μέτρων ενίσχυσης των κοινωνικά ευάλωτων.

Αν εξετάσουμε αυτές τις διαγραφές-μπαζώματα, θα διαπιστώσουμε το παράλογο. Για παράδειγμα, οι φοιτητές/τριες που καθυστερούν τις σπουδές τους ούτε δωρεάν συγγράμματα παίρνουν, ούτε σίτιση και στέγαση δικαιούνται, ούτε παίρνουν τη θέση κάποιου/ας άλλου/ης. Αρα, είναι παράλογη και άσκοπη η διαγραφή τους. Σημασία όμως δεν έχει αν κάτι είναι ή όχι παράλογο. Το μπάζωμα ως πράξη, μεταφορικό ή κυριολεκτικό, τελειώνει τη συζήτηση. Τα παραπάνω δεν γράφονται για να υποστηριχτεί ότι ζούμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Επισημαίνεται όμως το επικίνδυνο μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης που υιοθετεί ολοκληρωτικές πρακτικές. Επισημαίνεται επίσης ότι η αποτελεσματικότητα αυτών των πρακτικών δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα την Κυριακή 26 Ιανουαρίου.

*Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ

"Η εκπαιδευτική πολιτική και οι e-blakeies" γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.02.25)

 ..............................................................



Η εκπαιδευτική πολιτική και οι e-blakeies






γράφει ο Χρήστος Λάσκος  ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.02.25) 






Στη θέση του υπουργείου Παιδείας βρίσκεται, λέει, ένας τεχνοκράτης εκσυγχρονιστής.

Ο «εκσυγχρονισμός» είναι όρος δυσώνυμος για τους απλούς ανθρώπους. Η βαλκανική εκδοχή του, υπό τον κ. Σημίτη, δεν άφησε καλά για τη χώρα. Σε σημαντικό βαθμό, μάλιστα, συνέργησε στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων της χρεοκοπίας. Οι ανοησίες περί της σωτήριας παρέμβασης του κ. Γιαννίτση στο ασφαλιστικό, που εμπόδισαν οι «συντεχνίες», δεν αντέχουν ούτε και στην πιο επιφανειακή κριτική. Θα το βεβαίωνε, πλέον, ακόμη και ο Πέτρος Κωστόπουλος.

Οι «εκσυγχρονιστές» υπήρξαν πραγματική λαίλαπα. Και παραμένουν τέτοιοι. Αποτελούν τον πυρήνα του σημερινού αγριανθρωπικού ακραίου Κέντρου και έχουν αναλάβει μεγάλο μέρος της βρόμικης δουλειάς του μητσοτακισμού.

Ο κ. Πιερρακάκης είναι μεταρρυθμιστής. Συνεχίζει, μέχρι κεραίας, το έργο της προηγούμενης μεταρρυθμίστριας, της κ. Κεραμέως. Βασική του συμβολή είναι η παραγωγή δεκάδων ηλεκτρονικών «βοηθημάτων». Εχουμε e-parents, e-class… και οσονούπω, ίσως, e-ballesvoley, e-sfuggaristres, e-lekanes κ.λπ.

Ο κ. Πιερρακάκης είναι τεχνοκράτης. Βέβαια, όλοι οι παιδαγωγοί ξέρουν ότι η εκπαίδευση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να ανατεθεί σε «τεχνοκράτες». Οι τεχνοκράτες, όμως, δεν το ξέρουν. Γι’ αυτό και είναι στρατευμένοι στο να μας «εκσυγχρονίσουν». Την προηγούμενη φορά, άλλωστε, όπως προείπα, μια χαρά πήγε το πράγμα. Με τη συμβολή του «εκσυγχρονισμού» όσο και της «επανίδρυσης του κράτους», οι μισθοί από 80% του μέσου όρου της Ε.Ε. βρίσκονται σήμερα στο 44%.

Η εκπαίδευση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να ανατεθεί σε ακροκεντρώους. Πέρα από όλα τα άλλα, γιατί είναι παροιμιώδης η παιδαγωγική τους αδιαφορία. Ενας δεξιός μπορεί και να ενδιαφέρεται για ζητήματα ηθικής και φιλοσοφικής εκπαίδευσης. Μπορεί να διαφωνείς ριζικά μαζί του, αλλά υπάρχει μια βάση έλλογης αντιπαράθεσης.

Ο «τεχνοκράτης» ακροκεντρώος ενδιαφέρεται μόνο για «μετρήσιμα» αποτελέσματα. Που μπορεί να είναι οι βαθμοί των μαθητών σε ανταγωνιστική σύγκριση με άλλα σχολεία - χωρίς να δίνουν καμιά σημασία στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό υπόβαθρο των περιοχών ή των οικογενειών. Ακόμη καλύτερο «μετρήσιμο» στοιχείο, φυσικά, είναι το μέγεθος των «χορηγιών», που θα εξασφαλίζει ο μάνατζερ-διευθυντής. Γι’ αυτό και οι «τεχνοκράτες» αποδίδουν τόση σημασία στην «αξιολόγηση».

Ενα μάτσο «επόπτες» και «σύμβουλοι» «αξιολογούν», σήμερα, τους εκπαιδευτικούς. Οι περισσότεροι από αυτούς είμαι σε θέση να ξέρω πως δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για ζητήματα παιδαγωγικής, εκπαιδευτικής ψυχολογίας, ιστορίας της εκπαίδευσης, φιλοσοφίας της παιδείας, εκπαιδευτικής κοινωνιολογίας και κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης. Δεν έχουν εκπαιδευτεί ποτέ σε αυτά τα καθοριστικά για την παιδεία αντικείμενα. Τότε τι στον διάολο «αξιολογούν»; Ως επί το πλείστον, τον κακό τους τον φλάρο. Λειτουργούν όχι ως εκπαιδευτικοί οι ίδιοι, αλλά ως τεχνικοί της εξουσίας. Στόχος είναι ο έλεγχος και η πειθάρχηση.

Ο κ. Πιερρακάκης είναι, βέβαια, ακόμη πιο άσχετος από τους «επόπτες» και τους «συμβούλους» σε όλα όσα είναι ουσιώδη για την εκπαίδευση. Νομίζω, δε, πως αυτή του η ασχετοσύνη είναι το βασικότερο προσόν του, για «να κάνει τη δουλειά». Η γνώση σε υποψιάζει, έστω λίγο. Η άγνοια σε «εκτοξεύει» - και γαία πυρί μιχθήτω.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Αδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος παίζει τα «οικονομικά» στα δάχτυλα, αρκεί να μην περιλαμβάνουν πρωτοβάθμιες εξισώσεις ή δύσκολες διαιρέσεις. Για να ξαναγυρίσω στα εκπαιδευτικά, είχα βρεθεί, εκεί κοντά στο 2015, σε εκπομπή του «Σκάι», μαζί με τον Θάνο Πλεύρη. Μου εξηγούσε πως είχε γνώσεις για την εκπαιδευτική πολιτική, αφού κι αυτός έδωσε πανελλαδικές! Δεν αστειεύομαι.

Οι δεξιοί και ακροκεντρώοι «μεταρρυθμιστές», συχνά, στις εγκυκλίους τους, αναφέρονται στους στόχους της «διαθεματικότητας», της «ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας» και άλλων παιδαγωγικών προτάσεων, οι οποίες προέρχονται από την αριστερή-προοδευτική παιδαγωγική. Πρόκειται για ξεκάρφωμα στεγνό. Ανταγωνισμός και συνεργατική μάθηση είναι αντίφαση εν τοις όροις. Απλή βλακεία. Αλλά τι να κάνουν και αυτοί. Η μόνη παιδαγωγική, που έρχεται από την παράδοσή τους, είναι αυτή του κομμουνιστοφάγου επιθεωρητή των δεκαετιών μέχρι το ’80.

Κάνω μια παρέκβαση. Δείτε τι έγραφε ο Τάσος Λιγνάδης, γνωστός δημόσιος διανοούμενος και μπαμπάς του Δημήτρη Λιγνάδη, εν έτει 1989:

«Οπωσδήποτε, τεράστια, κυρίως ως προς τα υποδείγματα [είναι η καταστροφή που επέρχεται με την κατάργηση των αρχαίων κειμένων από το Γυμνάσιο]. Δηλαδή, σε κάποιον θα πρέπει να μοιάσουμε. Ειδεμή τα παιδιά θα μοιάσουν με αυτούς της εταιρείας “δολοφόνων”. Τι να σου κάνουν τα παιδιά; Με ποιους να μοιάσουν;».

Βέβαια, αυτό δεν πήγε πολύ καλά. Θα ήταν δύσκολο, σήμερα, να προτείνει στα παιδιά να μοιάσουν στον αρχαιογνώστη γιο του!

Τότε ήταν ο ηθικός πανικός.

Σήμερα είναι ο «μετρητικός» πανικός. Αυτός που καταργεί ολοκληρωτικά την παιδαγωγική ελευθερία, για δασκάλους και μαθητές, και έτσι καταργεί και την παιδαγωγική πράξη. Πράγμα που εξηγεί την πλήρη εξαφάνιση των κοινωνικών και πολιτικών μαθημάτων από το Λύκειο.

Ο κ. Πιερρακάκης θεωρεί πως με τα διάφορα ηλεκτρονικά τζιτζιμπλίκια του «εκσυγχρονίζει» την εκπαίδευση. Θα μπορούσε κάποιος να πει «τόσα ξέρει τόσα κάνει». Θα ήταν απλό, αν δεν έβλαπτε σοβαρά την ελληνική κοινωνία.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

"Κεντρώα τεχνοκρατία ως «σοσιαλδημοκρατία»" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 18.7.2024)

 ...............................................................



Κεντρώα τεχνοκρατία ως «σοσιαλδημοκρατία»



Παρά την ανανεωτική φιλοδοξία του, ο κεντρώος τεχνοκρατικός παραινετικός λόγος εκφράζει απλώς μια συμμαχία συντηρητικών προνομίων της θέσης, της γνώσης και του πλούτου.




γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 18.7.2024)




ΕΧΟΝΤΑΣ ΔΙΑΤΡΕΞΕΙ ΑΠΟΨΕΙΣ και σχόλια ενός κόσμου που φαίνεται να δείχνει ενθουσιασμό με την υποψηφιότητα της Άννας Διαμαντοπούλου για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, μένω με μια παράξενη εντύπωση. Πολλοί/-ές αντιλαμβάνονται ως μεταρρυθμιστικό ή και προοδευτικό «σπάσιμο αυγών» κάποια, τουλάχιστον αμφιλεγόμενα αν όχι μάλλον ανατριχιαστικά, πράγματα. Λόγου χάρη:

1. Και άλλη επέκταση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης προς τα άνω ή την εξαήμερη εργασία αντί της τετραήμερης και δίχως μείωση αποδοχών απασχόλησης, που είναι πλέον βασικό σημείο αναφοράς όλων σχεδόν των σοβαρών ερευνών και σχεδίων για τους πολίτες-εργαζόμενους, την οικολογική ανθεκτικότητα και το συλλογικό ευ ζην.

2. Διάφορα μεγαλεπήβολα σχήματα που η κατάληξή τους είναι τελικά κοινωνίες τουριστών και προνομιούχων digital nomads που «ζουν το όνειρό τους» ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων στις περισσότερες γειτονιές βιώνει υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής της.


Θεωρούν κουλτούρα αριστείας την εμπέδωση του ανταγωνιστικού-ωφελιμιστικού πνεύματος προσοντοθηρίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μαγεμένοι από τα ψηφιακά νηπιαγωγεία και τις υπόλοιπες εκδοχές μιας εκπαίδευσης στην υπηρεσία των λογισμικών.

3. Κάθε είδους φορολογική και χωροταξική διευκόλυνση των εταιρειών της Big Tech ή των real estate εξαγορών και εξευγενισμών. Χαιρετίζεται η λεγόμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση» χωρίς προηγουμένως να έχει ληφθεί κάποια ουσιαστική μέριμνα για τα πνευματικά δικαιώματα και την εξασφάλισή τους, για τις θέσεις εργασίας και το ύψος των μισθών αλλά και για τους υπαρξιακούς, ψυχολογικούς και πολιτισμικούς κινδύνους που φέρει μαζί της η απερίσκεπτη εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης (στην εκπαίδευση, στη δημοσιογραφία και αλλού).

4. Θεωρούν κουλτούρα αριστείας την εμπέδωση του ανταγωνιστικού-ωφελιμιστικού πνεύματος προσοντοθηρίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μαγεμένοι από τα ψηφιακά νηπιαγωγεία και τις υπόλοιπες εκδοχές μιας εκπαίδευσης στην υπηρεσία των λογισμικών.

5. Έχουν σαφή προτίμηση για ένα συρρικνωμένο και «στοχευμένο» κοινωνικό κράτος ως μεικτό σχήμα δημόσιου-ιδιωτικού με επωφελούμενους και μαθητευόμενους/επανακαταρτιζόμενους ή επιδοτούμενους, όχι με πρόσωπα τα οποία διαθέτουν ηθική ακεραιότητα και εργασιακή αξιοπρέπεια. Η εμφύτευση ιδιωτικοοικονομικών μεθόδων μάνατζμεντ σε κάθε δημόσιο θεσμό επιδοκιμάζεται ως χειραφέτηση από τη φθαρμένη δημοσιοϋπαλληλική γραφειοκρατία. Η εργοδοτική αυθαιρεσία και το όνειδος των ταπεινωτικών σχέσεων εξάρτησης δεν προκαλούν κανέναν αποτροπιασμό.

6. Εκφράζουν σχεδόν πάντα απέχθεια για κάθε συνδικαλιστική ή όποια άλλη οργανωμένη έκφραση διεκδίκησης. Έχοντας ως δικαιολογία τις πραγματικά διεφθαρμένες πελατειακές/συντεχνιακές πρακτικές ενός ορισμένου συνδικαλισμού της Μεταπολίτευσης, συμπεραίνουν πως η κοινωνική ειρήνη προκύπτει μόνο από μια διαρκή υποχρέωση… συναίνεσης του πολίτη σε κυβερνητικές αποφάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες. Απορρίπτοντας κάποια αντιδημοκρατικά παραπροϊόντα της κινηματικής κουλτούρας, έχουν φτάσει στην ξινή περιφρόνηση για κάθε έκφραση κινημάτων και «εξωθεσμικής» κοινωνικής ενεργοποίησης.

Όλα τα παραπάνω μπορεί να δει κανείς πως βρίσκονται στους αντίποδες μιας πραγματικής σκέψης για τις κρίσεις της εποχής μας. Μοιάζουν περισσότερο με επιβιώσεις και παραλλαγές στο τέλος του εικοστού αιώνα και στις αυταπάτες μιας ευεργετικής για όλους φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Δεν έχουν σχέση με μια νέα δημόσια φιλοσοφία για το κοινό καλό, ούτε συνδέονται με τα επείγοντα της ριζοσπαστικής αναθεώρησης του μοντέλου κοινωνικής ευημερίας. Σπεύδουν απλώς να αναβιώσουν στη φαντασία τους τις ευκαιρίες, τη γλώσσα και τα σύμβολα μιας εξιδανικευμένης «χρυσής εποχής».

Το 2024, ωστόσο, δεν χρειαζόμαστε έναν επαναφορτισμένο «μπλερισμό», ούτε τις ρητορικές υποσχέσεις των ‘90s. Αν η δεκαετία της μνημονιακής χρεοκοπίας και έπειτα τα χρόνια της συριζαϊκής διακυβέρνησης έφεραν μαζί τους τα δικά τους ηθικά και πολιτικά τραύματα, η «μητσοτακική» υβριδική κεντροδεξιά δοκιμάζει πλέον κάτι άλλο: να δεσμεύσει εκ προοιμίου το πεδίο της διακυβέρνησης προωθώντας ομοιόμορφες πολιτικές και συγγενή μέχρι ταυτίσεως προγράμματα. Πώς; Παίζοντας πάντα με το φετίχ μιας μεγεθυμένης μεσαίας τάξης, με τα συναισθήματα πικρίας και θυμού από πράξεις και λόγια μέσα στην ελληνική αριστερά, με την κόπωση πολλών πολιτών από τις λυρικές μεγαλοστομίες που δεν βοήθησαν πολιτικά μια δικαιότερη και πιο ανθρώπινη ζωή. Έτσι, ο λεγόμενος σοβαρός κεντρώος τεχνοκρατικός λόγος εμφανίζεται ως μοναδικός λόγος κυβερνησιμότητας. Εκμεταλλεύεται τις ανεπάρκειες, τις αποτυχίες, την ιδεολογική ατροφία και τα τοξικά πρόσωπα που συναντάμε σε διάφορες τοποθεσίες της κεντροαριστεράς και της αριστεράς.

Παρά την ανανεωτική φιλοδοξία του, ωστόσο, αυτός ο κεντρώος τεχνοκρατικός παραινετικός λόγος εκφράζει απλώς μια συμμαχία συντηρητικών προνομίων της θέσης, της γνώσης και του πλούτου. Είναι μια φιλοσοφία για υψηλούς αξιωματούχους του κράτους, επιτελείς του επιχειρείν και την ανώτερη, παγκοσμιοποιημένη μερίδα της μεσαίας τάξης και των seniors. Η πιο κεντροαριστερή του έκφανση έχει κάποιες πολιτισμικές και πολιτικές διαφορές από τη φιλελεύθερη δεξιά, όχι όμως τόσες ώστε να δικαιολογείται η αυτόνομη πολιτική έκφραση μιας τέτοιας τεχνοκρατικής συνιστώσας. Όσο, ωστόσο, δεν δημιουργείται μια άλλη διανοητική και κοινωνική συμμαχία, ένα αντίπαλο μέτωπο με τη δική του, αυτόνομη λογική διακυβέρνησης (πέρα από τη συντηρητική «κυβερνησιμότητα»), τόσο θα επανακάμπτουν εξαντλημένα σχήματα ιδεολογίας και οι φυσιογνωμίες που τα ενσαρκώνουν. Και εδώ κάπου βρισκόμαστε σήμερα, με την αμηχανία, την παραζάλη και τις αναβιώσεις, κυρίως όμως με τη συνδρομή του φόβου για το χειρότερο. Και ο φόβος για το χειρότερο είναι ο αιώνιος ψυχολογικός ρυθμιστής μιας κοινωνίας μετριασμένων και ηττημένων προσδοκιών.

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

"Κραυγή αγωνίας" έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 1.4.2024)

 ...............................................................



Κραυγή αγωνίας







έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 1.4.2024)





Το τελευταίο διάστημα πυκνώνουν οι φωνές, ποικίλων πολιτικών προελεύσεων, που επισημαίνουν τη δραματική συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών στη χώρα. Δεν είναι απλώς φωνές, ενίοτε είναι και κραυγές αγωνίας, καθώς σχολές εκτός πρωτεύουσας με εξαιρετικές αξιολογήσεις, με καινοτόμες εκπαιδευτικές πρακτικές, με εμπνευσμένα πεδία έρευνας, βρίσκονται αντιμέτωπες με άδειες φοιτητικές καρέκλες. Ή άλλες σχολές, ακόμη και του κέντρου, παλεύουν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες με τις καθηλωμένες, ακόμα, μνημονιακού επιπέδου χρηματοδοτήσεις.


Οποιον πανεπιστημιακό δάσκαλο και αν ρωτήσεις θα ακούσεις τα ίδια: προσλήψεις με το σταγονόμετρο χρόνια τώρα, μικρά κονδύλια για την έρευνα και, βέβαια, κλειστές πόρτες στη δημόσια εκπαίδευση, τόσο τη Μέση όσο και την Ανώτατη. Διδάκτορες στις ανθρωπιστικές σπουδές που με βάση τα προσόντα τους θα έπρεπε να διδάσκουν στο πανεπιστήμιο από τα τριάντα τους, βολοδέρνουν στα πενήντα τους με διάφορες μικροσυμβάσεις. Απλοί απόφοιτοι αυτών των σχολών βρίσκονται να δουλεύουν σε τομείς άσχετους με τις σπουδές τους.

Θα πει κανείς ότι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 οι πανεπιστημιακοί αυτοί χώροι είχαν υπερκορεστεί. Είναι σωστό. Πώς φτάσαμε όμως από εκεί που χρειαζόσουν 19άρια και 20άρια στις Πανελλαδικές για να μπεις στη Φιλολογία Αθήνας, σήμερα να μη συμπληρώνεται καν ο αριθμός των φοιτητών που μπορεί να υποδεχθεί η ίδια ακριβώς σχολή;

Ολα αυτά έχουν να κάνουν, προφανώς, με τον ολοένα σφιχτότερο εναγκαλισμό της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Εχουν να κάνουν με τη δαμόκλειο σπάθη της ανεργίας και με τη ραγδαία πρόοδο της τεχνολογίας αλλά και των οικονομικών επιστημών όπου οι ανάγκες είναι μεγάλες. Είναι διεθνές το πρόβλημα, αλλά στην Ελλάδα της κρίσης έγινε οξύτερο. Σε άλλες χώρες, μια τάση είναι η παροχή διπλών πτυχίων στον ίδιο τριετή ή τετραετή κύκλο φοίτησης. Στη Γερμανία, μάλιστα, μπορεί να δει κανείς διπλά πτυχία εντελώς άσχετα μεταξύ τους - να τελειώσει κάποιος λ.χ. φυσικός και πολιτικός επιστήμονας ταυτόχρονα. Αυτό έχει ένα νόημα, καθώς δεν αρκεί να έχεις εξειδικευμένη γνώση σε έναν τομέα, χρειάζεται να είσαι και συγκροτημένος άνθρωπος.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν παράγουν άμεσα πλούτο, θέτουν όμως βάσεις για υγιέστερη ανάπτυξη της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια ένα λελογισμένο κόστος θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, με τον ίδιο τρόπο που θεωρούμε -αν τις θεωρούμε πια- αυτονόητες τις συντάξεις ή την περίθαλψη. Μάλιστα η κρίση στην οποία αυτές βυθίζονται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχει δύο σημαντικότατες πτυχές.

Η μία είναι ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη συνέχεια της μεγάλης προόδου που έγινε τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης με άνοιγμα στην έρευνα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, από φρέσκα ακαδημαϊκά μυαλά. Οπως και τη μεγάλη πρόοδο στον γραμματισμό του κοινωνικού μέσου όρου. Η άλλη είναι ότι, καθώς η Ελλάδα δεν διαθέτει τεχνολογίες αιχμής, όσοι καταφέρνουν να ασχοληθούν με αυτές θα φεύγουν έξω, ενώ οι υπόλοιποι θα απασχολούνται στη φούσκα των υπηρεσιών, μαθαίνοντας κυρίως πώς να χαμογελούν σε τουρίστες και λοιπούς πελάτες. Χρήσιμο και αυτό, όχι όμως ενδεικτικό υψηλού επιπέδου ευφυΐας.