...............................................................
"Μουσειοποίηση της ζωής"
έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)
...............................................................
έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)
...............................................................
·
«Η
γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ.
Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη
συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)
ΜΙΑ
ΑΠ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΒΑΡΚΕΣ των ντόπιων που θυμίζουν φέρετρα κινούνταν ολοταχώς.
Πήγαινε παράλληλα με την ακτή καμιά εκατοστή μέτρα κι έπειτα, κάνοντας στροφή
εκατόν ογδόντα μοιρών, τραβούσε αντίθετα. Θέαμα παράξενο παρουσίαζε η πλώρη
της. Ένας άντρας μ’ ένα ξύλο μακρύ και παχύ έδερνε τα νερά, ένας σύγχρονος
Ξέρξης. Εξόχως αρμονικές οι κινήσεις του. Όταν
απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή κι αχνά ακουγόταν ο βόμβος της μηχανής και
του νερού το δάρσιμο, το θέαμα έγινε άκρως υποβλητικό, έπειτα κάθε ήχος έσβησε,
σαν σκηνή ονείρου. Παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του
πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη
σκληρότητα, του θηρευτή της μανία. Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από
τους δυο με ηρεμία τρομακτική κι αποσκοπούσε στο να «ξυπνήσουν», όπως λένε, τα
ψάρια. Να τα ταράξουν ήθελαν, να κινηθούν για να πιαστούν στα δίχτυα που
πόντισαν από νωρίς. Ο πηδαλιούχος άρχισε να τα ανεβάζει, ενώ ο δάρτης των
νερών, λάμνοντας ελαφρά, κρατούσε σταθερή τη βάρκα όσο να ξεσκαλώσει τα ψάρια ο
άλλος. Μικρές εκρήξεις φωτός, σπαρτάρισμα χρωμάτων στον βασανιστικό ρυθμό της
ασφυξίας, με αργές κινήσεις πρώτα, κι έπειτα πιο ζωηρά, από της λίμνης τον
βούρκο σηκώνονται, σαν ζαλισμένα στην αρχή κι έπειτα με πανικό, προσπαθώντας να
απομακρυνθούν από την πηγή που μετατοπιζόταν και ανανέωνε αδιάλειπτα την ταραχή
τους, ανηφορίζουν προς τα δίχτυα και πιάνονται, πλάι στα άλλα, τα
αιχμαλωτισμένα στο ανύποπτο διάβα τους. Και μπρος απ’ αυτό, θέαμα ευθέως
ανάλογο εκτυλισσόταν, όπως στους πίνακες του Μπρέχελ, όπου το δευτερεύον
γίνεται πρωτεύον: στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους, με κινήσεις αργές απελευθερώνονταν από του ύπνου
το βρόχι, ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα, άλλοι
συζητώντας κι άλλοι, μοναχικοί αυτοί, σαν ζαλισμένοι· φαίνονταν τόσο αθώοι όλοι
τους, τόσο ανυποψίαστοι· ήταν να τους λυπάσαι. Τι με πόθους, τι μ’ ανάγκες, τι
μ’ επιθυμίες ταράζοντας τον ύπνο τους τούς ξύπνησε άραγε, τι με πάθος ψυχρό
αχάραγα τα δίχτυα του άπλωσε και τώρα με φως και με γαλάζιο τα έκρυβε;
...............................................................

..............................................................
...............................................................
"Τα σταφύλια της οργής"
...............................................................
Μάριος Χάκκας (1931-1972)
«Περίπτωση θανάτου» διήγημα
του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ.
«Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)
Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια
σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.
Νάμουν στη
θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο
πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα
καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε
θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του
εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.
Εμένα μου
λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει
ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που
τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που
κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.
Αν ήμουν η
κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους
ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια
τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το
κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο
επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς
φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε
συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους
ζωντανούς...".
Αυτοί, και οι
δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την
αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές
τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα
ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή
ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.
Εκείνον που
δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι
έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα
κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το
δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου
κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα
μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν
είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου
περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα
μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω
τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό
είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα
φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.
Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν
πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’
αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο
λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι
απέ να τελειώνει.
Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο
μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και
μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο
του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να
πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι»,
απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα
χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές
διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο
αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο
χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος
της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον
ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη
φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει
ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.
Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού
μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει
μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε
και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε,
τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, -
όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο
πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις
ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με
επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που
ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην
τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων,
κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.
..............................................................
Άννα Ζέγκερς (1900 - 1983)
·
Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η
Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ.
Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)
«…Το
γαλάζιο σύννεφο της καταχνιάς που .ανέβαινε από τον Ρήνο, ή από τα κατάκοπα
μάτια μου, σκέπασε σαν ομίχλη όλα τα τραπέζια με τα κορίτσια, έτσι που δεν
ξεχώριζα πια καθαρά τα πρόσωπα της Νόρας, της Λένι και της Μαριάννε, ή όπως
αλλιώς τις έλεγαν – κανένα αγριολούλουδο δεν ξεχωρίζει μέσα σε ένα πλήθος
λουλούδια του αγρού. Τις άκουσα λίγη ώρα να τσακώνονται πού θα ήταν καλύτερα να
καθίσει η δεσποινίς Ζίχελ, η νεαρή δασκάλα. Η ομίχλη μπροστά από τα μάτια μου
διαλύθηκε και αναγνώρισα ολοκάθαρα τη δεσποινίδα Ζίχελ, που παρουσιάστηκε
δροσερή, ντυμένη με φωτεινά χρώματα σαν τις μαθήτριές της.
Κάθισε δίπλα μου, και
η άγρυπνη Νόρα σέρβιρε στην αγαπημένη της δασκάλα τον καφέ. Πάντα εξυπηρετική
και πρόθυμη, είχε στολίσει μάλιστα στο άψε-σβήσε τη θέση της δεσποινίδος Ζίχελ
με λίγα κλαδάκια γιασεμί.
Γι’ αυτό σίγουρα θα μετάνιωνε αργότερα η
Νόρα, ως αρχηγός των εθνικοσοσιαλιστριών της πόλης μας, αν η μνήμη της δεν ήταν
τόσο αδύνατη όσο και η φωνή της. Τώρα παρακολουθούσε με υπερηφάνεια, σχεδόν
ερωτικά θα έλεγα, τη δεσποινίδα Ζίχελ που έχωνε ένα κλαδάκι γιασεμί στην κουμπότρυπα της ζακέτας της. Και στον
Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα θα χαιρόταν που είχε υπηρεσία στην ίδια ώρα με τη
δεσποινίδα Ζίχελ σε μια οργάνωση γυναικών που πρόσφερε τροφή και νερό στους
περαστικούς στρατιώτες. Αργότερα όμως, αυτή την ίδια δασκάλα που έτρεμε πια σαν
γριούλα, θα την έδιωχνε βάναυσα από ένα παγκάκι στην όχθη του Ρήνου, επειδή δεν
ήθελε να καθίσει δίπλα σε μια Εβραία. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα της θυμήθηκα
ξαφνικά – και ένιωσα σαν να ήταν μια σοβαρή παράλειψη της μνήμης μου, σαν να
είχα την υψηλή υποχρέωση να θυμάμαι πάντα ακόμα και τις πιο ασήμαντες
λεπτομέρειες – πως τα μαλλιά της δεσποινίδος Ζίχελ δεν ήταν ανέκαθεν άσπρα σαν
το χιόνι, όπως τα θυμόμουν, πως την εποχή της σχολικής μας εκδρομής μας ήταν
καστανόξανθα, εκτός από μερικές γκρίζες τούφες στους κροτάφους της. Τώρα οι
άσπρες τρίχες ήταν ακόμα τόσο λίγες που θα μπορούσε κανείς να τις μετρήσει, κι
όμως ξαφνιάστηκα, σαν να αντίκριζα ξαφνικά εδώ, σήμερα για πρώτη φορά, τα ίχνη
των γερατειών. Όλα τα άλλα κορίτσια στο τραπέζι μας χαίρονταν μαζί με τη Νόρα
που είχαν κοντά τους τη νεαρή δασκάλα, χωρίς να υποψιάζονται πως αργότερα θα
έφτυναν τη δεσποινίδα Ζίχελ και θα την αποκαλούσαν υβριστικά βρωμοεβραία.
Η πιο μεγάλη απ’ όλες μας, η Λόρε – φορούσε
φούστα και μπλούζα, είχε κοκκινωπά κατσαρωμένα μαλλιά και ήδη από καιρό σωστές
ερωτικές σχέσεις -, πήγαινε στο μεταξύ από το ένα τραπέζι στο άλλο για να
μοιράσει το κέηκ που είχε ψήσει η ίδια. Αυτό το κορίτσι διέθετε όλα τα πολύτιμα
χαρίσματα μιας νοικοκυράς, τα σχετικά εν μέρει με την ερωτική και εν μέρει με
τη μαγειρική τέχνη. Η Λόρε ήταν πάντα υπερβολικά εύθυμη, εξυπηρετική και
πρόθυμη για αστεία και φάρσες. Η ερωτική της ζωή, που είχε αρχίσει ασυνήθιστα
πρώιμα – μια επιπολαιότητα για την οποία τη μάλωναν αυστηρά οι δασκάλες -, δεν
την οδήγησε σε γάμο αλλά ούτε και σε κανένα σοβαρό δεσμό, έτσι ώστε όταν οι περισσότερες ήταν από καιρό σεβάσμιες
μητέρες, εκείνη είχε ακόμα τη σημερινή εμφάνιση της μαθήτριας του γυμνασίου, με
κοντή φούστα κι ένα μεγάλο, κόκκινο λαίμαργο στόμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει
ένα τόσο θλιβερό τέλος; Να επιδιώξει το θάνατο με ένα σωληνάριο υπνωτικά; Ένας
οργισμένος εραστής της, ένας Ναζί, την είχε απειλήσει με το στρατόπεδο
συγκεντρώσεως, επειδή η απιστία της ήταν, λέει, ατίμωση για τη φυλή της. Πολύ
καιρό παραμόνευε μάταια για να την αιφνιδιάσει με τον απαγορευμένο, παράνομο
εραστή. Ωστόσο, παρά τη ζήλια και τη δίψα του για εκδίκηση, μόνο λίγο πριν από
την αρχή του πολέμου κατάφερε να βρει αποδείξεις, όταν ένας δοκιμαστικός
συναγερμός της αεράμυνας έστειλε υποχρεωτικά όλους τους κατοίκους της πόλης από
τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους στο καταφύγιο – μαζί μ’ αυτούς και τη Λόρε με
τον παράνομο αγαπημένο της.
Τώρα πρόσφερε κρυφά, πράγμα που όμως δεν μας
διέφυγε, ένα περισσευούμενο γλυκάκι κανέλας στην επίσης εντυπωσιακά όμορφη και
παμπόνηρη Ίντα, με τα αμέτρητα φυσικά μπουκλάκια στα μαλλιά. Στην τάξη ήταν η
μοναδική της φίλη, αφού όλες στραβοκοίταζαν τη Λόρε για τα αστεία της.
Ψιθυρίζαμε πολλά για τις ζωηρές συναντήσεις της Ίντα και της Λόρε, αλλά για τις
επισκέψεις τους σε κολυμβητήρια όπου γνώριζαν ευλύγιστους συντρόφους για
ελεύθερη κολύμβηση. Δεν καταλαβαίνω μόνο γιατί την Ίντα, που μασούλαγε κρυφά το
γλυκό της κανέλας, δεν την είχαν πιάσει ποτέ στη γλώσσα τους οι μάνες και οι
κόρες. Ίσως επειδή ήταν κόρη καθηγητού, ενώ η Λόρε ήταν κόρη κουρέα. Η Ίντα
έβαλε εγκαίρως τέλος στην επιπόλαιη ζωή της, αλλά ούτε κι αυτή δεν έφτασε στο
γάμο, γιατί ο μνηστήρας της έπεσε στο Βερντέν. Από ραγισμένη καρδιά έγινε
νοσοκόμα, για να μπορεί τουλάχιστον να είναι χρήσιμη στους τραυματίες. Καθώς
δεν θέλησε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της μετά τη συνθηκολόγηση του 1918,
προσχώρησε στο τάγμα των αδελφών του Ελέους. Η ομορφιά της κόντευε πια να
μαραθεί και τα μπουκλάκια της ήταν ήδη ελαφρώς γκρίζα, σαν να ήταν πασπαλισμένα
με στάχτη, όταν η Ίντα έγινε αξιωματούχος των εθνικοσοσιαλιστριών νοσοκόμων
και, παρόλο που σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν είχε μνηστήρα, ήταν ακόμα ξύπνια η
επιθυμία της για εκδίκηση και η πικρία της. Επέβαλλε στις πιο νέες νοσοκόμες
τις κρατικές οδηγίες, που υπαγόρευαν την αποφυγή συνομιλιών και λανθασμένης
συμπόνιας κατά την περιποίηση αιχμαλώτων πολέμου. Εντούτοις η εντολή της, όταν
παραλάμβαναν φρέσκους επιδέσμους να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τους
συμπατριώτες, δεν ωφέλησε διόλου. Γιατί στον τόπο της νέας της απασχόλησης, στο
νοσοκομείο πολύ πίσω από το μέτωπο, έσκασε μια βόμβα που τίναξε στον αέρα
φίλους και εχθρούς και, φυσικά, το κατσαρό κεφάλι της που τώρα το χάιδευε ακόμα
με τα περιποιημένα δάχτυλα η Λόρε, η μόνη στην τάξη που έκανε μανικιούρ…»
Από το οπισθόφυλλο
του βιβλίου
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ της
Γερμανίδας ΑΝΝΑ ΖΕΓΚΕΡΣ (1900-1983) γράφτηκε στο Μεξικό, στην εξορία, το 1943.
Η ιδιαιτερότητά της είναι ο κυρίαρχος τόνος της, που είναι ο τόνος της
ελεγείας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την εφηβεία, τους φίλους που συντρίφτηκαν, τους
συγγενείς, την ίδια τη νεότητα της Ζέγκερς, που μελαγχολικά αναζητεί τον χαμένο
χρόνο.
Οι δεκαπέντε αυτές κοπέλες, στο άνθος της
ηλικίας τους υπέκυψαν στη γερμανική τραγωδία: εκτοπίσεις, αυτοκτονίες,
βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις. Η Λένι, η Μαριάννα, η Νόρα, η Γκέρντα,
η Λόρε, η Έλζε, η Ίντα, η Έλλι, η Σοφία, η Λόττε… όλες χάθηκαν σ’ ένα δρόμο
χωρίς επιστροφή.
Η αφηγηματική μέθοδος δίνει εντυπωσιακή
δύναμη στο δράμα: το αφήγημα καλύπτει ταυτόχρονα δύο εποχές, που συνέχεια
συγκρούονται. Ο ειδυλλιακός χαρακτήρας του παρελθόντος, που μόλις έχει
παρέλθει, ποδοπατείται αδυσώπητα από τη βιαιότητα του παρόντος. Επιπλέον: η
ειδυλλιακή κατάσταση σκοτεινιάζει από τη γέννησή της, γιατί τη σκεπάζει η σκιά
της μοίρας, Τα ειλικρινή σκιρτήματα, τα ευαίσθητα συναισθήματα της εφηβείας,
διαψεύδονται και υπονομεύονται από τα ύπουλα πλήγματα, τους συμβιβασμούς και
της ωμότητες της ωριμότητας.
Η
έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγή της ΚΡΙΣΤΑ ΒΟΛΦ και επίμετρο με μία συνέντευξη
του ΠΙΕΡ ΡΑΝΤΒΑΝΥ, του γιου της Άννα Ζέγκερς, για τα χρόνια της εξορίας της
συγγραφέως (1933-1947).
..............................................................
Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939)
·
Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939) «Ο
ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΦΑΛΛΜΕΡΑΫΕΡ» (μτφ. Μαρία
Αγγελίδου, εκδ. «ΑΓΡΑ», 2021)
…Κεφ. 10
ΩΣΠΟΥ ΗΡΘΑΝ ΕΤΣΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ και ο στρατός
ετοιμάστηκε να μεταθέσει τον υπολοχαγό Φαλλμεράυερ στη Σμέρινκα. Με πολύ κόπο
τα κατάφερε εκείνος να μείνει. Ήταν αποφασισμένος να μείνει. Κάθε πρωί και κάθε
βράδυ ευλόγούσε τον πόλεμο και την κατοχή. Τίποτε δεν τον φόβιζε περισσότερο
από μια αναπάντεχη ειρήνη. Για κείνον ο κόμης Βαλέβσκι ήταν προ πολλού
πεθαμένος· μπορεί να ‘χε πέσει στο μέτωπο, μπορεί να τον είχαν σκοτώσει
λιποτάκτες κομμουνιστές. Ας κρατούσε ο πόλεμος για πάντα, για πάντα ας έμενε
εκεί ο Φαλλμεράυερ, σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτό το πόστο.
Ας μην ειρήνευε ποτέ ξανά η γη.
Η έπαρση είχε
κυριεύσει τον Φαλλμεράυερ. Συμβαίνει αυτό σε κάποιους ανθρώπους, όταν η
υπερβολή του πάθους μεθά τις αισθήσεις τους, παραλύει την αντίληψή τους,
ναρκώνει τη σκέψη τους. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στη γη, αυτός και το
αντικείμενο της αγάπης του. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο πως – αδιαφορώντας γι’
αυτόν – ο μεγάλος κόσμος τραβούσε τους ανεξιχνίαστους δρόμους του. Ήρθε η
επανάσταση. Ο υπολοχαγός, ο ερωτευμένος Φαλλμεράυερ, καθόλου δεν την περίμενε.
Αλλά η αναπάντεχη τροπή της μοίρας, όπως
συμβαίνει συχνά σε στιγμές μεγάλου κινδύνου, ξύπνησε το κοιμισμένο του μυαλό·
και ξαφνικά με διπλή διαύγεια κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι έπρεπε πάση θυσία να
σώσει τη ζωή της αγαπημένης του γυναίκας, τη ζωή τη δική του και προπάντων τη
ζωή της αγάπης τους. Κι αφού χάρη στο βαθμό του και στις ιδιαίτερες
αρμοδιότητές του – και παρά την αναταραχή και τη σύγχυση που προκάλεσαν οι
αιφνιδιαστικές εξελίξεις – είχε ακόμα αρκετά μέσα στη διάθεσή του, αποφάσισε
αμέσως να τα αξιοποιήσει· κατάφερε, λοιπόν, τις πρώτες κιόλας μέρες του χαμού,
κι ενώ ο Αυστριακός Στρατός διαλυόταν, ο Γερμανικός αποχωρούσε από την
Ουκρανία, ο Κόκκινος των Ρώσων άρχιζε την επέλασή του και οι ξεσηκωμένοι
μουζίκοι ετοιμάζονταν να κάψουν και να ληστέψουν τ’ αρχοντικά των μέχρι τότε
αφεντάδων τους, ο Φαλλμεράυερ κατάφερε να εξασφαλίσει στην κόμησσα Βαλέβσκα δύο
αυτοκίνητα, μισή ντουζίνα αφοσιωμένους άντρες με όπλα και πυρομαχικά, και
τρόφιμα αρκετά για μία βδομάδα τουλάχιστον.
Ένα βράδυ – κι επειδή η κόμησσα αρνιόταν
ακόμα να φύγει, δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σπίτι της – ο Φαλλμεράυερ
κατέφθασε με το αμάξι του και τους στρατιώτες του και ανάγκασε (με φωνές και
σχεδόν δια της βίας) την αγαπημένη του να ξεθάψει τα κοσμήματα που είχε
κρυμμένα στον κήπο και να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Όλη νύχτα τους πήρε
αυτή η δουλειά. Σαν χάραξε η γκρίζα και
φθινοπωρινή αυγή, ήταν πια έτοιμοι να φύγουν. Στο καμιόνι, στην καρότσα του με
την πάνινη τέντα, ανέβηκαν οι φαντάροι. Στο μικρότερο αυτοκίνητο, που οδηγούσε
ένας στρατιώτης ακολουθώντας το καμιόνι, μπήκαν η κόμησσα και ο Φαλλμεράυερ.
Είχαν αποφασίσει να μην τραβήξουν δυτικά, όπως έκαναν όλοι τότε, αλλά νότια.
Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς πως όλοι οι δρόμοι προς τα δυτικά θα ‘ταν
μπλοκαρισμένοι από το ρεύμα των στρατιωτικών μονάδων που υποχωρούσαν. Και ποιος
ξέρει τι θα συναντούσαν στα σύνορα των νεοσύστατων κρατών της Δύσης! Ήταν
πιθανό – και όπως αποδείχθηκε αργότερα αυτό συνέβη πράγματι – στα δυτικά σύνορα
της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να ‘χουν ξεσπάσει νέοι πόλεμοι. Στην Κριμαία,
άλλωστε, και στον Καύκασο η κόμησσα Βαλέβσκα είχε πλούσιους και ισχυρούς
συγγενείς. Ακόμα και στο χαμό της επανάστασης μπορούσαν να ελπίζουν στη βοήθειά
τους, αν τυχόν τη χρειάζονταν. Και το κυριότερο, ένα βαθύτερο ένστικτο έλεγε
στους δύο εραστές πως όταν όλα γύρω τους κατέρρεαν, όταν το χάος απλωνόταν σε
όλη τη γη, η μόνη ελπίδα ελευθερίας και σωτηρίας βρισκόταν στην αιώνια
απεραντοσύνη της θάλασσας. Στη θάλασσα, λοιπόν, ήθελαν να φτάσουν. Υποσχέθηκαν
στους άντρες, που θα τους συνόδευαν ως τον Καύκασο, πολλά λεφτά – σε καθαρό
χρυσάφι. Και αναστατωμένοι, αλλά αισιόδοξοι, ξεκίνησαν.
Ο Φαλλμεράυερ τα είχε ετοιμάσει όλα πολύ
προσεκτικά, είχε προβλέψει εκ των προτέρων πιθανά και απίθανα εμπόδια. Κι έτσι
κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρόνο – τέσσερις μέρες συνολικά – να φτάσουν στην
Τιφλίδα. Εκεί πλήρωσαν τους άντρες που τους είχαν συνοδεύσει τον συμφωνημένο
τους μισθό, κράτησαν μόνο τον οδηγό και συνέχισαν ως το Μπακού. Πολλοί Ρώσοι της αριστοκρατίας
και της ανώτερης αστικής τάξης είχαν επίσης καταφύγει στον Νότο και στην
Κριμαία. Παρότι αυτό ήταν το αρχικό τους σχέδιο, απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με
τους συγγενείς της κόμησσας – δεν ήθελαν να τους πάρει το μάτι κανενός γνωστού.
Ο Φαλλμεράυερ βάλθηκε να βρει καράβι που θα οδηγούσε την αγαπημένη του και τον
ίδιον από το Μπακού σ’ ένα λιμάνι λιγότερο επικίνδυνο. Εκεί βέβαια στάθηκε
αδύνατον να μην πέσουν σε άλλους, λίγο-πολύ γνωστούς των Βαλέβσκι, που έψαχναν
όπως και αυτός όλο αγωνία ένα καράβι για να γλιτώσουν – και η κόμησσα
αναγκάστηκε να πει ένα σωρό ψέματα για τον Φαλλμεράυερ και τη σχέση της μαζί
του. Τελικά κατάλαβαν πως μόνοι τους δεν θα κατόρθωναν να διαφύγουν. Κι έτσι
συνεννοήθηκαν μ’ άλλους οχτώ, που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Ρωσία δια
θαλάσσης, βρήκαν τον έμπιστο καπετάνιο ενός μάλλον σαραβαλιασμένου ατμόπλοιου
και ταξίδεψαν αρχικά ως την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου εξακολουθούσαν να
φεύγουν κανονικά τα πλοία για την Ιταλία και τη Γαλλία.
Τρεις βδομάδες αργότερα ο Φαλλμεράυερ και η
αγαπημένη του γυναίκα έφταναν στο Μόντε Κάρλο, όπου οι Βαλέβσκι είχαν αγοράσει
πριν από τον πόλεμο μια μικρή έπαυλη. Ο Φαλλμεράυερ ένιωθε στην κορυφή της
ευτυχίας του, στην κορυφή της ζωής του. Τον αγαπούσε η ωραιότερη γυναίκα του
κόσμου. Πιο σπουδαίο ακόμα: Αγαπούσε αυτός την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου.
Την είχε συνέχεια δίπλα του, όπως χρόνια ολόκληρα πριν την είχε μέσα του. Τώρα
ζούσε ο ίδιος μέσα σ’ εκείνη. Στα μάτια της έβλεπε κάθε ώρα και στιγμή τον
εαυτό του, όποτε ήταν κοντά της – και δεν υπήρχε ώρα της ημέρας που να μην
είναι κοντά οι δυο τους. Αυτή η γυναίκα, που λίγο καιρό πριν δεν την άφηνε η
περηφάνια της να υπακούσει στις επιθυμίες της καρδιάς και του κορμιού της· αυτή
η γυναίκα τώρα ήταν παραδομένη χωρίς όρους και χωρίς δική της θέληση στο πάθος
του Φαλλμεράυερ, ενός σταθμάρχη του Νότιου Αυστριακού Σιδηροδρόμου. Ήταν το
παιδί του, η ερωμένη του, ο κόσμος του. Και σαν τον Φαλλμεράυερ, έτσι κι η
κόμησσα Βαλέβσκα: Άλλο τίποτα δεν ήθελε. Η θύελλα της αγάπης, που από τη
μοιραία νύχτα στο σταθμό του Λ. είχε αρχίσει να φουντώνει στην καρδιά του
Φαλλμεράυερ, είχε πια συνεπάρει και τη γυναίκα, την είχε ξεσηκώσει και την είχε
πάρει χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι και τη ζωή της, από την πραγματικότητα
που ήξερε και ζούσε. Την είχε παρασύρει στον άγριο και άγνωστο τόπο των
συναισθημάτων και των σκέψεων. Αυτός ο τόπος ήταν πια η πατρίδα της. Ό,τι κι αν
γινόταν στον μεγάλο ανάστατο κόσμο δεν τους ένοιαζε τους δυο τους. Η περιουσία
που είχαν πάρει μαζί τους φεύγοντας τους εξασφάλιζε αρκετά χρόνια, χωρίς να
χρειαστεί να δουλέψουν. Για το μέλλον δεν ανησυχούσαν. Όταν πήγαιναν στο
καζίνο, το έκαναν με μια αίσθηση πλουσιοπάροχης άνεσης και ευχέρειας. Είχαν το
περιθώριο να χάνουν χρήματα – και πράγματι έχαναν, λες και ήθελαν να
επιβεβαιώσουν την αλήθεια του ρητού: Όποιος κερδίζει στην αγάπη χάνει στα
λεφτά. Χαίρονταν και οι δυο μ’ αυτές τις χασούρες· σαν να τους έδινε η
δεισιδαιμονία την επιβεβαίωση που χρειάζονταν για να ‘ναι σίγουροι για την
αγάπη τους. Μα σαν όλους τους ευτυχισμένους δεν μπορούσαν να κρατηθούν και την
έβαζαν συνέχεια σε δοκιμασία την ευτυχία τους· για να χαίρονται βλέποντάς τη να
περνάει τις δοκιμασίες αυτές, και χάρη σ’ αυτές – ει δυνατόν – να μεγαλώνει κι
άλλο...