Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζολογώντας.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζολογώντας.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

"Μουσειοποίηση της ζωής" έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)

 ...............................................................



"Μουσειοποίηση της ζωής"

Βρισκόμαστε στο 2038. Οι κάτοικοι της Hellas Corporation είναι καθημαγμένοι από τη φτώχεια, τη μοναξιά και την τρέλα


έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)


Bρισκόμαστε στο 2038. Οι κάτοικοι της Hellas Corporation είναι καθημαγμένοι από τη φτώχεια, τη μοναξιά και την τρέλα. Προκύπτει το φαινόμενο των κοιμώμενων στους δρόμους: όπως περπατάν οι άνθρωποι, ξαφνικά πέφτουν κάτω και κοιμούνται στα πεζοδρόμια ή στην άκρη ενός πάρκου, σε κάθε περίπτωση αρνούνται να σηκωθούν από εκεί.


Η εσωτερίκευση μιας παρατεταμένης κούρασης και παραίτησης τους οδηγεί σε μια μορφή αναβαλλόμενης αυτοχειρίας. Μόνο ένα 5% του πληθυσμού διαβιοί με μια κάποια κανονικότητα, αυτός ο πληθυσμός έχει το προνόμιο να απολαμβάνει τέχνη και θεάματα. Φυσικά υπάρχει και το ένα τοις εκατό που κατέχει και διαχειρίζεται τα πάντα, μέχρι και όλη την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Το μουσείο που θα περιγραφεί παρακάτω το διαχειρίζεται η Helenic Heritage Organization SA, εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον. Η θεματική του μουσείου είναι «Η ζωή και ο κόσμος όπως ήταν κάποτε». Εκεί συρρέουν εκλεκτοί επισκέπτες.

Στις οθόνες αυτού του φανταστικού μουσείου, μεταδίδονται σε διαρκή ροή: ένα δάκρυ που κυλάει πάνω σε ένα ανθρώπινο μάγουλο. Η πτήση μιας μέλισσας. Ο ήχος ενός λυγμού. Το παλαμοσχιδές φύλλο ενός πλάτανου. Το γέλιο ενός σαλτιμπάγκου. Ενα παρατεταμένο ουρλιαχτό. Μετά άλλο ένα. Μετά, ένα pop τραγουδάκι.

Και κάπου εκεί, στη βουβή παρακολούθηση όλων αυτών, εμφανίζεται σε μια άλλη οθόνη η εικόνα δύο ανθρώπινων στομάτων που ενώνονται ηδονικά. Η ένωσή τους είναι ζ ω ν τ α ν ή, το φιλί υποστασιοποιείται σε ένα ον πλήρες, ένα ον φιλί που σπρώχνει την οθόνη όπως ένα έμβρυο την κοιλιά της μάνας του, ένα φιλί που καμπυλώνει ανυπόμονα την επίπεδη μεμβράνη και σκάει έξω από αυτή σαν ωστικό κύμα. Οι επισκέπτες του μουσείου αναστατώνονται και τρομάζουν, το φιλί χορεύει, ευωδιάζει, αγγίζει, η μεγάλη ηδονή της ψυχικής ένωσης είναι αυτή που το παρακινεί, αυτού του είδους η εκστατική χαρά τούς είναι απόλυτα ξένη.


Ακούγεται η σειρήνα του συναγερμού. Από τα μεγάφωνα ανακοινώνεται πως σύντομα θα συλληφθεί ο υποκινητής του ζωντανού φιλιού καθώς και το ίδιο το φιλί. Στις κατηγορίες θα προστεθεί η διατάραξη της ησυχίας των επισκεπτών, η ηθική και ψυχική εγρήγορση που έχουν ήδη ποινικοποιηθεί, η λανθάνουσα ενεργοποίηση της επιθυμίας για ζωή που πρέπει να αδρανοποιηθεί πάραυτα.

Ο ήχος από τη σειρήνα του συναγερμού παύει ξαφνικά και οι οθόνες σβήνουν. Τότε εμφανίζεται ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ Κ.Μ. σε όλες τις οθόνες ταυτόχρονα. Είναι το βλέμμα του πρωθυπουργού. Αυτό το μοναδικό βλέμμα-ανάβλεμμα που κοιτάζει προς τα πάνω, το βλέμμα εκείνο που κατά τη γνώμη των ψηφοφόρων του είναι ένα βλέμμα-προσευχή που αιτείται στον επουράνιο πατέρα με την πορτοκαλί κόμη την εξέλιξη του οράματος της Αριστείας του ιδίου και του επιτελείου του.

Το πλήθος καθηλώνεται από αυτό το βλέμμα. Ολοι γονατίζουν, ενώνονται και συγχωνεύονται σε ένα ομοούσιο σώμα που μοιάζει με αφράτο ζυμάρι. Τα εγώ αίρονται. Οι αποστάσεις καταλύονται. Ο ανθρώπινος πολτός απλώνεται σε όλη την έκταση του μουσείου. Ξεχειλίζει έξω από αυτό, καταλαμβάνει την πόλη, καταπίνει τα πάντα, μαζί με τα franchise μνημεία της και τα άπειρα σουβλατζίδικά της.

*Συγγραφέας

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

«Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 ...............................................................







·      «Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 

ΜΙΑ ΑΠ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΒΑΡΚΕΣ των ντόπιων που θυμίζουν φέρετρα κινούνταν ολοταχώς. Πήγαινε παράλληλα με την ακτή καμιά εκατοστή μέτρα κι έπειτα, κάνοντας στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, τραβούσε αντίθετα. Θέαμα παράξενο παρουσίαζε η πλώρη της. Ένας άντρας μ’ ένα ξύλο μακρύ και παχύ έδερνε τα νερά, ένας σύγχρονος Ξέρξης. Εξόχως αρμονικές οι κινήσεις του. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή κι αχνά ακουγόταν ο βόμβος της μηχανής και του νερού το δάρσιμο, το θέαμα έγινε άκρως υποβλητικό, έπειτα κάθε ήχος έσβησε, σαν σκηνή ονείρου. Παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη σκληρότητα, του θηρευτή της μανία. Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από τους δυο με ηρεμία τρομακτική κι αποσκοπούσε στο να «ξυπνήσουν», όπως λένε, τα ψάρια. Να τα ταράξουν ήθελαν, να κινηθούν για να πιαστούν στα δίχτυα που πόντισαν από νωρίς. Ο πηδαλιούχος άρχισε να τα ανεβάζει, ενώ ο δάρτης των νερών, λάμνοντας ελαφρά, κρατούσε σταθερή τη βάρκα όσο να ξεσκαλώσει τα ψάρια ο άλλος. Μικρές εκρήξεις φωτός, σπαρτάρισμα χρωμάτων στον βασανιστικό ρυθμό της ασφυξίας, με αργές κινήσεις πρώτα, κι έπειτα πιο ζωηρά, από της λίμνης τον βούρκο σηκώνονται, σαν ζαλισμένα στην αρχή κι έπειτα με πανικό, προσπαθώντας να απομακρυνθούν από την πηγή που μετατοπιζόταν και ανανέωνε αδιάλειπτα την ταραχή τους, ανηφορίζουν προς τα δίχτυα και πιάνονται, πλάι στα άλλα, τα αιχμαλωτισμένα στο ανύποπτο διάβα τους. Και μπρος απ’ αυτό, θέαμα ευθέως ανάλογο εκτυλισσόταν, όπως στους πίνακες του Μπρέχελ, όπου το δευτερεύον γίνεται πρωτεύον: στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους, με  κινήσεις αργές απελευθερώνονταν από του ύπνου το βρόχι, ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα, άλλοι συζητώντας κι άλλοι, μοναχικοί αυτοί, σαν ζαλισμένοι· φαίνονταν τόσο αθώοι όλοι τους, τόσο ανυποψίαστοι· ήταν να τους λυπάσαι. Τι με πόθους, τι μ’ ανάγκες, τι μ’ επιθυμίες ταράζοντας τον ύπνο τους τούς ξύπνησε άραγε, τι με πάθος ψυχρό αχάραγα τα δίχτυα του άπλωσε και τώρα με φως και με γαλάζιο τα έκρυβε;  

Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν» τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)

 ...............................................................



Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»


Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.




τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)


Συναντηθήκαμε λίγα μέτρα από την οδό Ελπίδος 5, έναν κάθετο δρόμο της πλατείας Βικτωρίας, εκεί που κάποτε βρισκόταν το ξενοδοχείο Κρυστάλ, το κολαστήριο της Ειδικής Ασφάλειας, όπου την περίοδο 1943-1944 βασανίζονταν μέχρι θανάτου αντιστασιακοί, κομμουνιστές και γενικότερα θύματα του κατοχικού καθεστώτος – τα γραφεία της βρίσκονταν ακριβώς δίπλα, στο νούμερο 3, σε ένα κτίριο που στέκει ακόμα όρθιο.

Η συγγραφέας του βιβλίου «επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδόσεις Πόλις), σκηνοθέτιδα και πεζογράφος Ελισάβετ Χρονοπούλου, μπήκε στα άδυτα των Αρχείων του Κράτους, εντρύφησε σε μια σειρά συγκλονιστικών μαρτυριών από δίκες δωσίλογων και έγραψε ένα μυθιστόρημα που δυστυχώς δεν απέχει καθόλου από την αλήθεια και τα ανατριχιαστικά γεγονότα της πιο σκοτεινής περιόδου της νεότερης Ιστορίας μας.

Πρόκειται για ένα συλλογικό τραύμα που πλέον μελετάμε σε βάθος, και το συζητάμε. Άραγε πού θα μας οδηγήσει η αναμόχλευση αυτή; Η ίδια είναι βέβαιη ότι αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσουμε ως κοινωνία και ως χώρα.

— Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το βιβλίο σας;
- Αφορμή στάθηκε η έρευνα που είχα κάνει το 2017 για το βιβλίο μου «Ο έτερος εχθρός», μια συλλογή διηγημάτων τα οποία διαδραματίζονται στην Κατοχή. Είχα μελετήσει σε βάθος την περίοδο αλλά ήθελα να πιστοποιήσω πληροφορίες που είχα από τη βιβλιογραφία και να βεβαιωθώ για την ιστορική τους ακρίβεια, κι έτσι επισκέφθηκα πολλά αρχεία. Ένα από τα διηγήματα αφορούσε έναν μαυραγορίτη ο οποίος είχε αγοράσει κοψοχρονιά ένα σπίτι. Με αυτή την αφορμή οδηγήθηκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να διαβάσω τα πρακτικά μιας συγκεκριμένης δίκης μαυραγορίτη που είχα εντοπίσει. Εκτός από την πληροφορία για το ποσό που έδωσε για να αγοράσει το σπίτι, ήθελα να πάρω και την αίσθηση της εποχής, να «ακούσω» τη φωνή του. Διαβάζοντας τα πρακτικά, κυριολεκτικά συγκλονίστηκα, όχι μόνο λόγω των γεγονότων αλλά και λόγω της λογοτεχνικότητας με την οποία αποκαλύπτονταν. Το κείμενο του γραμματέα της δίκης εναλλασσόταν μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, κάτι που μου φάνηκε συναρπαστικό, επειδή με έναν τρόπο απηχεί και τον γενικότερο διχασμό που μας διαιρεί ως κοινωνία και κάθε τόσο αναζωπυρώνεται, από το 1821 μέχρι σήμερα. Αυτές οι δίκες μαγνήτισαν το ενδιαφέρον μου, όσα έλεγαν, ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες. Συναντούσα την πολύ ψυχρή καθαρεύουσα του δημόσιου λόγου ταυτόχρονα με τα λεγόμενα του μάρτυρα που κατέθετε – το θυμικό του έβγαζε ένα συναίσθημα τρομερά συγκινητικό. Ήταν σαν να ήμουν παρούσα στο Πρωτοδικείο. Κατάλαβα πως μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μία πολύ τραυματική και αποσιωπημένη σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις.


«Προσωπικά, δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν».

— Το δικό σας μυθιστόρημα βασίζεται σε μία πράξη αυτοδικίας. Πόσο συνηθισμένο φαινόμενο ήταν αυτό;

- Δεν είμαι ιστορικός, ούτε αρμόδια να δώσω έγκυρες απαντήσεις, και επειδή πρόκειται για μια ιδιαίτερα τραυματική περίοδο της Ιστορίας μας, θέλω να είμαι πολύ προσεκτική. Έχοντας ωστόσο μελετήσει πολύ την περίοδο, με τα εργαλεία της λογοτεχνικής έρευνας όμως, η αίσθηση που έχω είναι ότι μετά τη δίνη της Κατοχής και του Εμφυλίου, το 1951, οπότε τοποθετώ το έγκλημα αυτοδικίας του χαρακτήρα μου, η εικόνα ενός δολοφονημένου άνδρα σ’ ένα ερημικό δρομάκι μιας γειτονιάς προφανώς και θα κινούσε την υποψία ότι ήταν δωσίλογος. Ο Εμφύλιος είχε μόλις λήξει αφήνοντας χαώδεις πληγές, οι δίκες των δωσίλογων της κατοχικής περιόδου είχαν λήξει, με την εξωφρενική ατιμωρησία τους να αφήνει αδικαίωτο το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν πιστεύω πως η αυτοδικία μπορεί να επουλώσει αυτό το τραύμα, ο χαρακτήρας μου δεν δικαιώνεται τελικά.

 
«Μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μια πολύ τραυματική και αποσιωπημένη 
σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου 
υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά 
δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Τα ντοκουμέντα της δίκης που συμπεριλαμβάνετε δεν είναι αυθεντικά; Πρόκειται για μυθοπλασία;

- Είναι όλα μυθοπλαστικά. Απλώς τα έγραψα έχοντας ως πρότυπο τα αυθεντικά πρακτικά, δηλαδή κρατώντας το ύφος και τη γλώσσα τους. Για να είμαι ξεκάθαρη, έγραψα ένα βιβλίο επάνω σε ένα συλλογικό μας τραύμα έχοντας συναίσθηση ότι αγγίζω κάτι πάρα πολύ ευαίσθητο. Γι’ αυτό ήμουν πάρα πολύ προσεκτική και έκανα τόσο μεγάλη έρευνα. Αν και γενικά δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία οφείλει να μεταφέρει ακριβείς πληροφορίες, επειδή το θέμα είναι ευαίσθητο, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήθελα να υπάρχει ούτε μία πληροφορία που να μην είναι πραγματικά τεκμηριωμένη. Με αυτήν τη λογική έγραψα τα πρακτικά της δίκης αυτού του χαρακτήρα, του δωσίλογου, πλάθοντας μεν τη δράση του με τη φαντασία μου αλλά αντλώντας το υλικό από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συνάντησα σε αρκετές δίκες καταθέσεις μαρτύρων που αφηγούνταν ότι χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας συνελάμβαναν τα παιδιά τους ως επονίτες ζητώντας τους χρήματα για να τα αφήσουν ελεύθερα και απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.


— Υπάρχει ένας τραγικός πατέρας στο βιβλίο που αναγκάζεται να συμπλεύσει με τους ασφαλίτες ώστε να σώσει το ένα από τα δύο του παιδιά.


- Έπρεπε να απαρνηθεί τη δολοφονημένη κόρη του, δηλώνοντας εγγράφως ότι αποκηρύσσει την αντιστασιακή δράση και τις ιδέες της, για να μην υποστεί τις συνέπειες της δράσης της ο μικρότερος γιος του. Πρόκειται για την αρχή της οικογενειακής ευθύνης που ίσχυε τότε. Ο γιος του θα αποκτούσε φάκελο κοινωνικών φρονημάτων, θα συναντούσε εμπόδια μεγαλώνοντας, δεν θα είχε δικαίωμα να σπουδάσει, δεν θα μπορούσε να εργαστεί ούτε στον δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα, θα κληρονομούσε την «αμαρτία» της ιδεολογίας της αδελφής του. Είναι μια σελίδα της Ιστορίας μας κι αυτή.

— Στα αρχεία διαφαίνεται αν οι δικαστές ήταν δίκαιοι ή μεροληπτούσαν υπέρ των δωσίλογων;

Σκεφτείτε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δικών έγινε τα χρόνια του Εμφυλίου. Προφανώς και μεροληπτούσαν. Αρχικά, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η κοινωνία προέβαλε ισχυρή απαίτηση να τιμωρηθούν οι δωσίλογοι. Ολόκληρη η κοινωνία περίμενε ηθική αποκατάσταση. Στις πρώτες δίκες το κλίμα στο δικαστήριο ήταν αυστηρότερο απέναντι στους δωσίλογους, αλλά και το νομικό πλαίσιο επίσης. Σταδιακά και μπαίνοντας στον Εμφύλιο, το νομικό πλαίσιο τροποποιήθηκε υπέρ τους. Αρχικά, αρκούσε να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με οποιονδήποτε τρόπο με τον κατακτητή. Στη συνέχεια όμως έπρεπε να αποδειχτεί κυρίως ότι αποκόμισε οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία, δηλαδή ότι συνεργάστηκε με σκοπό τον πλουτισμό, «επί σκοπώ πλουτισμού». Αν λ.χ. είχε καταδώσει έναν κομμουνιστή στους Γερμανούς με σκοπό να σώσει την πατρίδα του από τον κομμουνισμό, τότε δεν ήταν προδότης αλλά πατριώτης.


Ελισάβετ Χρονοπούλου, 
«επί σκοπώ πλουτισμού»,
επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, εκδόσεις "Πόλις"

— Οπότε αυτή ήταν και η δικαιολογία όλων όσοι διέπραξαν τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος αντιστασιακών, ότι υπερασπίζονταν την πατρίδα από τον κομμουνισμό; Ο δωσίλογος του βιβλίου σας κάνει όσα κάνει μόνο για τον προσωπικό του πλουτισμό.

- Μόνο για προσωπικό πλουτισμό! Αυτή είναι για μένα και η πιο ποταπή εκδοχή του δωσιλογισμού. Ο αμοραλιστής, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς ιδεολογικό κίνητρο, που εκμεταλλεύεται μια εθνική, συλλογική δοκιμασία για προσωπικό του όφελος και μόνο. Δυστυχώς ήταν πολλοί αυτοί. Συνελάμβαναν, κατέδιδαν στους Γερμανούς, βασάνιζαν οι ίδιοι, σκότωναν. Σε αυτό στάθηκα, στο πώς διχάζεται μια κοινωνία και πώς σπαράσσεται, πώς ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται όταν, υπό ξένη κατοχή, Έλληνες συνεργάζονταν με τον κατακτητή εναντίον Ελλήνων.

— Σοκαριστικό είναι το μέγεθος της βίας που περιγράφετε μέσα στο ξενοδοχείο Κρυστάλ.

- Οι καταθέσεις των μαρτύρων στα πρακτικά των δικών για όσα συνέβησαν σ’ αυτόν τον τόπο μαρτυρίου ξεπερνούν τη χειρότερη φαντασία. Αλλά έχουμε και μαρτυρίες μεταγενέστερες, θυμάτων που βασανίστηκαν εκεί και αφηγήθηκαν την εμπειρία τους σε ερευνητές. Ειλικρινά, δεν το χωράει ο νους το μέγεθος της βίας και του μίσους αυτών των ανθρώπων εναντίον μάλιστα μικρών παιδιών, 16 και 17 ετών, που μπήκαν στην αντίσταση με την παιδική τους αγνότητα, με ιδανικά, με άγνοια κινδύνου, από ανάγκη να απελευθερώσουν την πατρίδα τους.

— Άρα, ήταν Έλληνες οι βασανιστές στην Γκεστάπο, όχι μόνο Γερμανοί;

- Ακριβώς. Και ήταν ευρύ το φαινόμενο, δεν το γνωρίζουμε. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον «καλοί», είτε αντιστασιακοί είτε ουδέτεροι που περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι, διάσπαρτοι μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν.



«Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον "καλοί", που 
περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι 
μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν 
πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Οι οποίοι υπηρετούσαν στην Ειδική Ασφάλεια της οδού Ελπίδος;

- Όχι μόνο. Η Ειδική Ασφάλεια, που ήταν υπηρεσία της Χωροφυλακής με αρμοδιότητα τη δίωξη των κομμουνιστών, στρατολόγησε, κυρίως από το 1943 και μετά, έναν συρφετό αλητών ως «χωροφύλακες άνευ θητείας». Η αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν και να καταδίδουν κομμουνιστές, ουσιαστικά αντιστασιακούς. Τους δόθηκε μισθός, οπλισμός, εξουσία και απόλυτη ασυλία. Αρκετοί έκαναν κατάχρηση αυτής της εξουσίας, αναπτύχθηκε ένα δίκτυο εκβιαστών που αποσπούσαν από γονείς και συγγενείς λίρες για να απελευθερώσουν τους δικούς τους. Τρομοκρατούσαν τις γειτονιές, εισέβαλλαν στα σπίτια μέσα στη νύχτα και συνελάμβαναν χωρίς εντάλματα, χωρίς καν στοιχεία. Και μετά τους απειλούσαν και τους εκβίαζαν. Το ανατριχιαστικό είναι ότι αυτό γινόταν με θεσμική κάλυψη. Η αίσθηση της κοινωνίας για την Ειδική Ασφάλεια, ξέρετε, αποτυπώνεται και στον μετακατοχικό Τύπο. Η εφημερίδα «Ελευθερία», όταν άρχισαν οι δίκες της Ειδικής Ασφάλειας, έβαζε καθημερινά στο σχετικό άρθρο τίτλους όπως: «Τα κτήνη της Ειδικής στο εδώλιο».

— Μια από τις γυναίκες του μυθιστορήματος λέει στο εγγόνι της «μην τα σκαλίζεις τα παλιά». Εσείς γιατί τα «σκαλίζετε» όλα αυτά τα θλιβερά;

- Θα απαντήσω με μια μεταφορά. Αν η ζωή μου κυλάει μια χαρά, διαχειρίζομαι αποτελεσματικά τις δυσκολίες και η σχέση μου με τον εαυτό μου και τους άλλους είναι ισορροπημένη, δεν έχω κανέναν λόγο να αναμοχλεύσω το παρελθόν. Αν όμως η ζωή μου διαταράσσεται από δυσκολίες που δεν μπορώ να διαχειριστώ και τα προβλήματα αντί να λύνονται περιπλέκονται όλο και περισσότερο, τότε θα μου είναι χρήσιμη η ψυχοθεραπεία· συνήθως, όταν μπαίνουμε στην ψυχοθεραπεία ανατρέχουμε στο παρελθόν για να βρούμε τις αιτίες της δυσλειτουργίας μας, να δούμε τι μας έφερε ως εδώ. Αντίστοιχα λοιπόν, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σκαλίζουμε το παρελθόν επί ματαίω, μόνο αν αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να λύσουμε τους κόμπους που μας εμποδίζουν να πάμε μπροστά. Ζήσαμε τα χρόνια της πλάνης, της «φούσκας» που νομίζαμε ότι θα πηγαίνουμε μόνο μπροστά, ότι η πρόοδος είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοιτάξουμε προς τα πίσω, ότι τα έχουμε όλα ξεπεράσει. Έχουν όμως περάσει τόσα χρόνια από την κρίση του 2009 και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις παθογένειες του παρελθόντος.

— Αναφέρεστε σε μια ολόκληρη κοινωνία που χτίστηκε επάνω σε αυτές τις «παθογένειες του παρελθόντος», οπότε πού οδηγεί η αναμόχλευση των παθών εκείνης της εποχής;

- Δεν με ενδιαφέρει το τραύμα κάθε μεμονωμένης οικογένειας, αλλά ότι όταν πλημμυρίζει το σπίτι μου, τα απόνερά του γεμίζουν και το υπόγειο του γείτονα. Διαταράσσεται όλος ο κοινωνικός ιστός. Οι άνθρωποι που απαίτησαν με την Απελευθέρωση να τιμωρηθούν οι βασανιστές και εκτελεστές των παιδιών τους δεν ήταν μόνο οι γονείς αυτών των παιδιών, αλλά και οι δάσκαλοί τους, οι γείτονές τους, που μπορεί να ήταν και διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Είχαν δει αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, τα είχαν αγαπήσει, τα είχαν χαρεί. Ο σκοπός δεν είναι να δώσουμε συνέχεια στον διχασμό. Πρόγονοί μας είναι και οι μεν και οι δε, είμαστε όλοι απόγονοι αυτού που συνέβη, απόγονοι της Ιστορίας μας. Ίσως έτσι πρέπει να το δούμε, αν θέλουμε να φτιάξουμε τη χώρα μας και να την κάνουμε μια κανονική χώρα, στην οποία δεν χρειάζεται ένας δεκατριάχρονος να φτάσει στην αυτοδικία επειδή δεν τιμωρήθηκε ο δωσίλογος φονιάς της αδελφής του.

Προσωπικά δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν. Κουβαλάει τον αδικαίωτο πόνο του και νιώθει μόνος, αβοήθητος μπροστά στο ηθικό του χρέος να δικαιώσει τη μνήμη της αδελφής του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη μιας αυτοδικίας δεν βαρύνει μόνο το άτομο αλλά όλη την κοινωνία που δεν κατάφερε να ισχυροποιήσει τους θεσμούς που θα την αποτρέψουν από το να γίνει ζούγκλα. Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, έχουμε ακόμα πολλά να λύσουμε. Ίσως βοηθήσει να κοιτάξουμε πίσω, στα τραύματα του παρελθόντος, όχι για να τσακωθούμε, αλλά για να δούμε ποιοι είμαστε τελικά. Για τον αφηγητή του βιβλίου, το ταξίδι στο παρελθόν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ίσως ένα ταξίδι στο κοινό μας παρελθόν, να γίνει ένα συλλογικό ταξίδι αυτογνωσίας που θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

"Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" Διήγημα του συγγραφέα και φίλου στο fb Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)

 ..............................................................



            Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ





Διήγημα του Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)



Κάποτε, πάνε χρόνια τώρα, η Βασιλική, μια παιδική φίλη, μου είχε εκμυστηρευτεί πως κάποια από τα προσεχή χρόνια, όχι πολύ μακριά, την ημέρα της γέννησής της, ένα μαγιάτικο απόγευμα που ο μήνας θα μετρούσε την 23η ημέρα του, θα ήθελε να βάλει τέλος στην ζωή της. Θυμάμαι πως είχα παγώσει. Όχι με εκείνο καθαυτό που είχα ακούσει αλλά περισσότερο με την ανατριχιαστική αλήθεια της εκφοράς του. Πρόλαβε να διευκρινίσει πως, αυτή η πράξη, φυσικά, δεν θα ήταν με τον υστερικό τρόπο που πεθαίνουμε κάθε μέρα, τον τόσο φτωχό σε φαντασία, αλλά με εκείνον τον μύχιο τρόπο κάποιου που παραιτείται από μια διεστραμμένη φαινομενολογία και έναν ανούσιο κτητικό ίλιγγο.

«Θα είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα», έλεγε, «που η ύπαιθρος θα είναι θαυμαστή και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις και που, έκτοτε, στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες σου».

«Η αλήθεια», συνέχισε, «είναι αυτή που διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού αν ποτέ προλάβεις να δεις τα μάτια ενός παιδιού σε εκείνες τις ιερές στιγμές της βουβής απορίας». Ή, άλλοτε, «αν στα ρηχά μιας παραλίας αντικρίσεις τα απύθμενα βάθη ενός ωκεανού. Τότε όλες οι λείες επιφάνειες θα έχουν κατακόρυφες αποστάσεις. Το βλέμμα δεν θα εστίαζε στο κεντρικό αντικείμενο αλλά στο φόντο της σκιάς του, ακριβώς εκεί που το εσώτερο θα γινόταν εσώτατο». Κι έπειτα, σταματούσε σκύβοντας το κεφάλι της μένοντας αμίλητη.

Ποτέ δεν μιλούσε πολύ. Το μόνιμο χαμόγελό της ήταν σαν να κάλυπτε επαρκώς τα λόγια της. Χαμογελούσε με μιαν ανέκφραστη γλυκύτητα. Ένα χαμόγελο αναίτιο και γι’ αυτό, τόσο απορητικό. Το βλέμμα της μακρινό, αφηρημένο και απόμακρο. Πάντα διστακτική και ήρεμη η φωνή της. Σαν να μην ήταν σίγουρη για αυτά που έλεγε.

Έμενε σε κάποιο νησί που κάθε χρόνο παραθέριζα με την οικογένειά μου. Ποτέ δεν έπαψα να την βλέπω. Οι ντόπιοι, χαριτολογώντας, έλεγαν πως θα με κάνουν επίτιμο δημότη του τόπου τους.

Η οικογένειά μου, ένεκα των συχνών επισκέψεων στο νησί, γνώριζε αρκετά καλά τους γονείς της. Γειτόνευαν με το σπίτι της. Ήταν πολύτεκνη οικογένεια και τα αδέλφια της ήταν τέσσερα μικρότερα αγόρια. Με είχε φιλοξενήσει κάποιες φορές. Τις ώρες που δεν ήταν στο μαγαζί είχε αναλάβει την κηδεμονία τους. Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω πως, όσο η παρουσία της κοσμούσε εκείνο το μέρος, τόσο οι επισκέψεις μου γίνονταν και συχνότερες. Πάντα στο ίδιο χωριό σε εκείνη την πεδιάδα.

Σε μία από αυτές, μιαν άνοιξη, την συνάντησα και πάλι. Με καλωσόρισε χαμογελώντας. Με ρώτησε, όπως κάθε φορά, για την ζωή στην πόλη. «Θα μ’ άρεσε να κάνω μια βόλτα στην πόλη», μου έλεγε, «να σεργιανίσω στα μεγάλα μαγαζιά». Απαντούσα πως η άνοιξη εκεί δεν είναι τόσο ορατή. Και συμφωνούσε συγκατανεύοντας. Έλεγε πως «ο κόσμος μεγάλωσε πολύ» δείχνοντάς μου την ύπαιθρο.

Τις σεζόν που το νησί έσφυζε από κόσμο δούλευε σερβιτόρα στην ταβέρνα του πατέρα της. Ψησταριά ‘Η Θράκα’ λεγόταν. Το μαγαζί ήταν στον κάμπο, σε ένα μάλλον αντιτουριστικό χωριό κι έτσι ήταν ανοιχτό μόνο τα βράδια. Είχε έναν ελαφρύ αέρα η ατμόσφαιρα εκεί στην γούβα που μύριζε χώμα και υγρές ρίζες. Η μάνα της, μια δύστυχη Φινλανδή, αρκετά σπασμένη στο πρόσωπο, πάντα ήταν μέσα στο μαγειρείο. Σπανίως εμφανιζόταν. Δυσκολευόταν αρκετά να μιλήσει την γλώσσα μας. Προφανώς σε αυτήν οφείλονταν τα κατάξανθα μαλλιά της Βασιλικής, τα λεπτά της χαρακτηριστικά και το τόσο ξέθωρο χρώμα του προσώπου της. Το τελευταίο ήταν πάντα ανέκφραστο και, εξαιτίας αυτού, οι αψεγάδιαστες αναλογίες του, ελάχιστα διακριτές.

Πάντα η Βασιλική όταν με σέρβιρε μου άφηνε την εντύπωση πως το χαμόγελό της ήταν κάτι που με αφορούσε προσωπικά. Βάδιζε αργά, αιθέρια και φορούσε συνήθως ένα θαλασσί σακάκι. Όταν σέρβιρε, που και που, γύριζε το κεφάλι της και με κοιτούσε. Πάντα με εκείνο το ίδιο χαμόγελο. Σκεφτόμουν τα λόγια της, «και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις». Λες να ζούσα μια τέτοια αλήθεια; Αναριγούσα. Ζαλιζόμουν και μόνο με την σκέψη.

Την ώρα που δεν είχε δουλειά καθόταν μαζί μου. Μου έλεγε ασθμαίνοντας πως η κοιλάδα είναι ονειρική. Γοητεύει την Άνοιξη έτσι όπως απλώνεται ανθισμένη. «Είναι όμως θνητή» και χαμηλώνοντας τα μάτια συνέχιζε: «κάθε τι εφήμερο είναι γοητευτικό. Ίσως αυτή η γνώση να μας θλίβει. Θλίψη και γοητεία, μοναξιά και πνευματική κλίση, ύλη και ποίηση, συνιστούν από κοινού το όριο που τίθεται στην εκστατική ενατένιση του φυσικού μας κόσμου. Για να αποκτήσεις πρέπει να χάσεις, για να πάρεις πρέπει να προσφέρεις και για να ζήσεις πρέπει να πεθάνεις». Κι έτσι σκυφτή όπως ήταν σηκωνόταν για την επόμενη παραγγελία.

Είχε κάτι άτονο η ομιλία της. Μιλούσε κουρασμένα. «Θέλουμε μόνο να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε», θυμόμουν τα μακρόσυρτα λόγια της. Άλλες φορές ανέφερε με την γνώριμη ξεψυχισμένη βραχνάδα στην φωνή πως, «μέσα στο αίμα μας υπάρχει ένα ρεύμα, μια παιδική θαλάσσια παλίρροια που με έναν θαυμαστό τρόπο ανασύρει μνήμες από πολύ παλιά, μνήμες όμορφες που κατοικούν μακριά όπως τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα από νησιά που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη». «Ο καθένας από εμάς», συνέχιζε, «σαν πεζός και πρακτικός άνθρωπος, διαλέγει να ακολουθήσει τον δρόμο κάποιας ατέρμονης μονοτονίας, μιας αγχώδους και ασυνάρτητης εγωπάθειας και, εντέλει, εκείνης της επιλεκτικής κουφαμάρας που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή».

Και μετά πάλι σέρβιρε καθοδηγούμενη από τον πατέρα της.

Περίμενα την επερχόμενη άνοιξη να την συναντήσω και πάλι μετά από τις διακοπές του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι ο χρόνος της ήταν πάντα γεμάτος. Όταν δεν ήταν στο μαγαζί είχε την επιμέλεια των παιδιών. Στο σπίτι, σχεδόν όλα τα πρωινά. Παρατηρούσα τις κινήσεις της. Γλιστρούσε αθόρυβα σαν ίσκιος στον χώρο δίνοντας την αίσθηση πως είναι ξένη. Μου είχε δείξει και κάποια κεντήματά της. Έπλεκε και μερικές φορές σκιτσάριζε κάτι περίεργες μορφές. Κλωστές και μπογιές αχνές, χωρίς χρωματικές εντάσεις, καθρέφτισμα της ηρεμίας της.

Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόμουν μόνος το νησί. Οι γονείς μου, φιλάσθενοι αμφότεροι, βολεύονταν σε κοντινότερες αποστάσεις τα καλοκαίρια που ήταν προσβάσιμες οδικώς. Διατηρούσαν ωστόσο επαφές με αρκετούς ντόπιους. Σε μία από αυτές, ήταν Απρίλιος, η μητέρα μου μιλούσε στο τηλέφωνο με την κυρία Τασία, μια πολύ καλή γυναίκα που ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που νοικιάζαμε κάθε χρόνο: «...ο Μπάμπης μας πάει καλά με την πιτσαρία. Η Μαρία παντρεύεται το Πάσχα! Να έρθετε όλοι. Παίρνει ένα πολύ καλό παλικάρι. Μάγειρας στο ‘Αλεξάνδρεια’. Στέκεται καλά. Τον περασμένο μήνα πέθανε η ανιψιά μου η Βασούλα του Αγαλιώτη που κάθεται δύο σπίτια πιο πέρα. Ο γιος σου την ήξερε. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο πολύ. Όλος ο κάμπος την έκλαψε. Οι γιατροί είπαν πως είχε κάτι στον πνεύμονα. Ανεπάρκεια, δύσπνοια κάτι τέτοιο. Κρίμα μωρέ το κορίτσι από τα 29 του».

Ήταν 23 Απριλίου. Ένα χρόνο πριν τα τριακοστά γενέθλιά της. Μεγάλη Εβδομάδα.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)

 ...............................................................


             "Τα σταφύλια της οργής" 




γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)


«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ: το βιβλίο του 1939, που βραβεύτηκε το 1940, το διάβασα στην ελληνική του μετάφραση στα μακρινά χρόνια της xούντας, όταν ψάχναμε στα καροτσάκια των αυτοσχέδιων βιβλιοπωλών, πολλοί από αυτούς πρώην εξόριστοι με πρόβλημα εργασίας. Ενα βιβλίο «σηματωρός και κήρυκας» για να πλεύσουμε μέσα στην άπνοια που επέβαλε η δικτατορία.

Ξαναβρίσκω το φθαρμένο του αντίτυπο στην ίδια πάντοτε θυρίδα στο καλοκαιρινό μου καταφύγιο στη Σίφνο. Την ταινία με τον ίδιο τίτλο -που θεωρείται σταθμός στην Ιστορία του κινηματογράφου- την είδα πολύ αργότερα και συνεχίζω να επιστρέφω σ’ αυτήν σε πλατφόρμες στο διαδίκτυο που δεν απαιτούν προσωπικά δεδομένα.

Θέμα του βιβλίου και της ταινίας είναι η Οδύσσεια μιας οικογένειας, πρώην νοικοκυραίων αγροτών. Ενα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα του ποταμού των ξεριζωμένων που δεν διώχτηκαν από τα σπίτια, τη γη και τις δουλειές τους λόγω κάποιου δήθεν άμωμου και αθώου «εκσυγχρονισμού» – για την ακρίβεια τη βάναυση εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής που καθιστά άχρηστο τον άνθρωπο- ούτε λόγω των αντίξοων κλιματικών συνθηκών. Αλλά λόγω της απανθρωπιάς των κεφαλαιούχων που με τη σύμπραξη διεφθαρμένων αστυνομικών και τις ευλογίες αντίθεων ιερέων προχωρούσαν στα ανελέητα σχέδιά τους.

Καθώς το καμιόνι με την ξεριζωμένη οικογένεια προχωρεί προς τη Γη της Επαγγελίας που είναι η Καλιφόρνια καίγοντας τα τελευταία αποθέματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης, οι πλάνητες ανακαλύπτουν με αγωνία ότι ο κυνισμός που τους ξερίζωσε εξαπλώνεται σαν επιδημία. Κάποτε μάλιστα ανάμεσα και στους ξεριζωμένους, που μέσα στην αγωνία της επιβίωσης φτάνουν να χτυπηθούν μεταξύ τους για το εξευτελιστικό ημερομίσθιο που οι κάθε λογής κομπιναδόροι προσφέρουν σε λίγους από τους πολλούς, αυτούς που είναι τόσο απελπισμένοι, ώστε να δεχτούν κάθε ταπείνωση και εκμετάλλευση.

Απάντηση στην επιδημία αυτή που χτύπησε την Αμερική και τον κόσμο και τότε, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης του ’28-’32, και που κάθε τόσο επανέρχεται με ή χωρίς προσωπείο μέχρι τις μέρες μας, ήταν και είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Στο βιβλίο εκφράζεται αυτό τολμηρά όταν στο συγκλονιστικό φινάλε η μάνα που έχασε το μωρό της δίνει τον μαστό της σε έναν ετοιμοθάνατο από την πείνα.

Η ταινία, φοβούμενη ότι θα σοκάρει το κινηματογραφικό κοινό, απάλειψε τη σκηνή αυτή, αποπνέει όμως την αισιοδοξία που γέννησε το Νιου Ντιλ του 1932 του Ρούσβελτ και την άνοδο του αντιφασισμού, καθώς ο κόσμος βρισκόταν όλο και πιο πολύ αντιμέτωπος με τον ζόφο του Χίτλερ και των συνενόχων του.

Μέσα στον Ιούλιο τα σταφύλια ωριμάζουν για να μας δροσίσουν από τον καύσωνα και για να δώσουν το κρασί της επόμενης χρονιάς. Μακάρι εδώ και τώρα, αλλού και πάντοτε, να μην είναι τα σταφύλια της οργής.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

 ...............................................................



             Μάριος Χάκκας (1931-1972) 


«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

    Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

   Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

   Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

   Αν ήμουν η κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους ζωντανούς...".

   Αυτοί, και οι δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.

   Εκείνον που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.

   Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’ αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι απέ να τελειώνει.

   Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι», απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.

   Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε, τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, - όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.   

 


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 ..............................................................




          Άννα Ζέγκερς (1900 - 1983)


·      Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 

«…Το γαλάζιο σύννεφο της καταχνιάς που .ανέβαινε από τον Ρήνο, ή από τα κατάκοπα μάτια μου, σκέπασε σαν ομίχλη όλα τα τραπέζια με τα κορίτσια, έτσι που δεν ξεχώριζα πια καθαρά τα πρόσωπα της Νόρας, της Λένι και της Μαριάννε, ή όπως αλλιώς τις έλεγαν – κανένα αγριολούλουδο δεν ξεχωρίζει μέσα σε ένα πλήθος λουλούδια του αγρού. Τις άκουσα λίγη ώρα να τσακώνονται πού θα ήταν καλύτερα να καθίσει η δεσποινίς Ζίχελ, η νεαρή δασκάλα. Η ομίχλη μπροστά από τα μάτια μου διαλύθηκε και αναγνώρισα ολοκάθαρα τη δεσποινίδα Ζίχελ, που παρουσιάστηκε δροσερή, ντυμένη με φωτεινά χρώματα σαν τις μαθήτριές της.

   Κάθισε δίπλα μου, και η άγρυπνη Νόρα σέρβιρε στην αγαπημένη της δασκάλα τον καφέ. Πάντα εξυπηρετική και πρόθυμη, είχε στολίσει μάλιστα στο άψε-σβήσε τη θέση της δεσποινίδος Ζίχελ με λίγα κλαδάκια γιασεμί.

   Γι’ αυτό σίγουρα θα μετάνιωνε αργότερα η Νόρα, ως αρχηγός των εθνικοσοσιαλιστριών της πόλης μας, αν η μνήμη της δεν ήταν τόσο αδύνατη όσο και η φωνή της. Τώρα παρακολουθούσε με υπερηφάνεια, σχεδόν ερωτικά θα έλεγα, τη δεσποινίδα Ζίχελ που έχωνε ένα κλαδάκι γιασεμί  στην κουμπότρυπα της ζακέτας της. Και στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα θα χαιρόταν που είχε υπηρεσία στην ίδια ώρα με τη δεσποινίδα Ζίχελ σε μια οργάνωση γυναικών που πρόσφερε τροφή και νερό στους περαστικούς στρατιώτες. Αργότερα όμως, αυτή την ίδια δασκάλα που έτρεμε πια σαν γριούλα, θα την έδιωχνε βάναυσα από ένα παγκάκι στην όχθη του Ρήνου, επειδή δεν ήθελε να καθίσει δίπλα σε μια Εβραία. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα της θυμήθηκα ξαφνικά – και ένιωσα σαν να ήταν μια σοβαρή παράλειψη της μνήμης μου, σαν να είχα την υψηλή υποχρέωση να θυμάμαι πάντα ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες – πως τα μαλλιά της δεσποινίδος Ζίχελ δεν ήταν ανέκαθεν άσπρα σαν το χιόνι, όπως τα θυμόμουν, πως την εποχή της σχολικής μας εκδρομής μας ήταν καστανόξανθα, εκτός από μερικές γκρίζες τούφες στους κροτάφους της. Τώρα οι άσπρες τρίχες ήταν ακόμα τόσο λίγες που θα μπορούσε κανείς να τις μετρήσει, κι όμως ξαφνιάστηκα, σαν να αντίκριζα ξαφνικά εδώ, σήμερα για πρώτη φορά, τα ίχνη των γερατειών. Όλα τα άλλα κορίτσια στο τραπέζι μας χαίρονταν μαζί με τη Νόρα που είχαν κοντά τους τη νεαρή δασκάλα, χωρίς να υποψιάζονται πως αργότερα θα έφτυναν τη δεσποινίδα Ζίχελ και θα την αποκαλούσαν υβριστικά βρωμοεβραία.

   Η πιο μεγάλη απ’ όλες μας, η Λόρε – φορούσε φούστα και μπλούζα, είχε κοκκινωπά κατσαρωμένα μαλλιά και ήδη από καιρό σωστές ερωτικές σχέσεις -, πήγαινε στο μεταξύ από το ένα τραπέζι στο άλλο για να μοιράσει το κέηκ που είχε ψήσει η ίδια. Αυτό το κορίτσι διέθετε όλα τα πολύτιμα χαρίσματα μιας νοικοκυράς, τα σχετικά εν μέρει με την ερωτική και εν μέρει με τη μαγειρική τέχνη. Η Λόρε ήταν πάντα υπερβολικά εύθυμη, εξυπηρετική και πρόθυμη για αστεία και φάρσες. Η ερωτική της ζωή, που είχε αρχίσει ασυνήθιστα πρώιμα – μια επιπολαιότητα για την οποία τη μάλωναν αυστηρά οι δασκάλες -, δεν την οδήγησε σε γάμο αλλά ούτε και σε κανένα σοβαρό δεσμό, έτσι ώστε  όταν οι περισσότερες ήταν από καιρό σεβάσμιες μητέρες, εκείνη είχε ακόμα τη σημερινή εμφάνιση της μαθήτριας του γυμνασίου, με κοντή φούστα κι ένα μεγάλο, κόκκινο λαίμαργο στόμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει ένα τόσο θλιβερό τέλος; Να επιδιώξει το θάνατο με ένα σωληνάριο υπνωτικά; Ένας οργισμένος εραστής της, ένας Ναζί, την είχε απειλήσει με το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, επειδή η απιστία της ήταν, λέει, ατίμωση για τη φυλή της. Πολύ καιρό παραμόνευε μάταια για να την αιφνιδιάσει με τον απαγορευμένο, παράνομο εραστή. Ωστόσο, παρά τη ζήλια και τη δίψα του για εκδίκηση, μόνο λίγο πριν από την αρχή του πολέμου κατάφερε να βρει αποδείξεις, όταν ένας δοκιμαστικός συναγερμός της αεράμυνας έστειλε υποχρεωτικά όλους τους κατοίκους της πόλης από τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους στο καταφύγιο – μαζί μ’ αυτούς και τη Λόρε με τον παράνομο αγαπημένο της.

   Τώρα πρόσφερε κρυφά, πράγμα που όμως δεν μας διέφυγε, ένα περισσευούμενο γλυκάκι κανέλας στην επίσης εντυπωσιακά όμορφη και παμπόνηρη Ίντα, με τα αμέτρητα φυσικά μπουκλάκια στα μαλλιά. Στην τάξη ήταν η μοναδική της φίλη, αφού όλες στραβοκοίταζαν τη Λόρε για τα αστεία της. Ψιθυρίζαμε πολλά για τις ζωηρές συναντήσεις της Ίντα και της Λόρε, αλλά για τις επισκέψεις τους σε κολυμβητήρια όπου γνώριζαν ευλύγιστους συντρόφους για ελεύθερη κολύμβηση. Δεν καταλαβαίνω μόνο γιατί την Ίντα, που μασούλαγε κρυφά το γλυκό της κανέλας, δεν την είχαν πιάσει ποτέ στη γλώσσα τους οι μάνες και οι κόρες. Ίσως επειδή ήταν κόρη καθηγητού, ενώ η Λόρε ήταν κόρη κουρέα. Η Ίντα έβαλε εγκαίρως τέλος στην επιπόλαιη ζωή της, αλλά ούτε κι αυτή δεν έφτασε στο γάμο, γιατί ο μνηστήρας της έπεσε στο Βερντέν. Από ραγισμένη καρδιά έγινε νοσοκόμα, για να μπορεί τουλάχιστον να είναι χρήσιμη στους τραυματίες. Καθώς δεν θέλησε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της μετά τη συνθηκολόγηση του 1918, προσχώρησε στο τάγμα των αδελφών του Ελέους. Η ομορφιά της κόντευε πια να μαραθεί και τα μπουκλάκια της ήταν ήδη ελαφρώς γκρίζα, σαν να ήταν πασπαλισμένα με στάχτη, όταν η Ίντα έγινε αξιωματούχος των εθνικοσοσιαλιστριών νοσοκόμων και, παρόλο που σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν είχε μνηστήρα, ήταν ακόμα ξύπνια η επιθυμία της για εκδίκηση και η πικρία της. Επέβαλλε στις πιο νέες νοσοκόμες τις κρατικές οδηγίες, που υπαγόρευαν την αποφυγή συνομιλιών και λανθασμένης συμπόνιας κατά την περιποίηση αιχμαλώτων πολέμου. Εντούτοις η εντολή της, όταν παραλάμβαναν φρέσκους επιδέσμους να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τους συμπατριώτες, δεν ωφέλησε διόλου. Γιατί στον τόπο της νέας της απασχόλησης, στο νοσοκομείο πολύ πίσω από το μέτωπο, έσκασε μια βόμβα που τίναξε στον αέρα φίλους και εχθρούς και, φυσικά, το κατσαρό κεφάλι της που τώρα το χάιδευε ακόμα με τα περιποιημένα δάχτυλα η Λόρε, η μόνη στην τάξη που έκανε μανικιούρ…»

 

       Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ της Γερμανίδας ΑΝΝΑ ΖΕΓΚΕΡΣ (1900-1983) γράφτηκε στο Μεξικό, στην εξορία, το 1943. Η ιδιαιτερότητά της είναι ο κυρίαρχος τόνος της, που είναι ο τόνος της ελεγείας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την εφηβεία, τους φίλους που συντρίφτηκαν, τους συγγενείς, την ίδια τη νεότητα της Ζέγκερς, που μελαγχολικά αναζητεί τον χαμένο χρόνο.

   Οι δεκαπέντε αυτές κοπέλες, στο άνθος της ηλικίας τους υπέκυψαν στη γερμανική τραγωδία: εκτοπίσεις, αυτοκτονίες, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις. Η Λένι, η Μαριάννα, η Νόρα, η Γκέρντα, η Λόρε, η Έλζε, η Ίντα, η Έλλι, η Σοφία, η Λόττε… όλες χάθηκαν σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

   Η αφηγηματική μέθοδος δίνει εντυπωσιακή δύναμη στο δράμα: το αφήγημα καλύπτει ταυτόχρονα δύο εποχές, που συνέχεια συγκρούονται. Ο ειδυλλιακός χαρακτήρας του παρελθόντος, που μόλις έχει παρέλθει, ποδοπατείται αδυσώπητα από τη βιαιότητα του παρόντος. Επιπλέον: η ειδυλλιακή κατάσταση σκοτεινιάζει από τη γέννησή της, γιατί τη σκεπάζει η σκιά της μοίρας, Τα ειλικρινή σκιρτήματα, τα ευαίσθητα συναισθήματα της εφηβείας, διαψεύδονται και υπονομεύονται από τα ύπουλα πλήγματα, τους συμβιβασμούς και της ωμότητες της ωριμότητας.

 

Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγή της ΚΡΙΣΤΑ ΒΟΛΦ και επίμετρο με μία συνέντευξη του ΠΙΕΡ ΡΑΝΤΒΑΝΥ, του γιου της Άννα Ζέγκερς, για τα χρόνια της εξορίας της συγγραφέως (1933-1947).  





Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939) «Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΦΑΛΛΜΕΡΑΫΕΡ» (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. «ΑΓΡΑ», 2021)

 ..............................................................




                 Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939)


·       Απόσπασμα από τη νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ (1894 – 1939) «Ο ΣΤΑΘΜΑΡΧΗΣ ΦΑΛΛΜΕΡΑΫΕΡ» (μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. «ΑΓΡΑ», 2021)

 

…Κεφ. 10

    ΩΣΠΟΥ ΗΡΘΑΝ ΕΤΣΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ και ο στρατός ετοιμάστηκε να μεταθέσει τον υπολοχαγό Φαλλμεράυερ στη Σμέρινκα. Με πολύ κόπο τα κατάφερε εκείνος να μείνει. Ήταν αποφασισμένος να μείνει. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ ευλόγούσε τον πόλεμο και την κατοχή. Τίποτε δεν τον φόβιζε περισσότερο από μια αναπάντεχη ειρήνη. Για κείνον ο κόμης Βαλέβσκι ήταν προ πολλού πεθαμένος· μπορεί να ‘χε πέσει στο μέτωπο, μπορεί να τον είχαν σκοτώσει λιποτάκτες κομμουνιστές. Ας κρατούσε ο πόλεμος για πάντα, για πάντα ας έμενε εκεί ο Φαλλμεράυερ, σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτό το πόστο.

   Ας μην ειρήνευε ποτέ ξανά η γη.

   Η έπαρση είχε κυριεύσει τον Φαλλμεράυερ. Συμβαίνει αυτό σε κάποιους ανθρώπους, όταν η υπερβολή του πάθους μεθά τις αισθήσεις τους, παραλύει την αντίληψή τους, ναρκώνει τη σκέψη τους. Του φαινόταν πως ήταν μόνος στη γη, αυτός και το αντικείμενο της αγάπης του. Είναι, ωστόσο, αυτονόητο πως – αδιαφορώντας γι’ αυτόν – ο μεγάλος κόσμος τραβούσε τους ανεξιχνίαστους δρόμους του. Ήρθε η επανάσταση. Ο υπολοχαγός, ο ερωτευμένος Φαλλμεράυερ, καθόλου δεν την περίμενε.

   Αλλά η αναπάντεχη τροπή της μοίρας, όπως συμβαίνει συχνά σε στιγμές μεγάλου κινδύνου, ξύπνησε το κοιμισμένο του μυαλό· και ξαφνικά με διπλή διαύγεια κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι έπρεπε πάση θυσία να σώσει τη ζωή της αγαπημένης του γυναίκας, τη ζωή τη δική του και προπάντων τη ζωή της αγάπης τους. Κι αφού χάρη στο βαθμό του και στις ιδιαίτερες αρμοδιότητές του – και παρά την αναταραχή και τη σύγχυση που προκάλεσαν οι αιφνιδιαστικές εξελίξεις – είχε ακόμα αρκετά μέσα στη διάθεσή του, αποφάσισε αμέσως να τα αξιοποιήσει· κατάφερε, λοιπόν, τις πρώτες κιόλας μέρες του χαμού, κι ενώ ο Αυστριακός Στρατός διαλυόταν, ο Γερμανικός αποχωρούσε από την Ουκρανία, ο Κόκκινος των Ρώσων άρχιζε την επέλασή του και οι ξεσηκωμένοι μουζίκοι ετοιμάζονταν να κάψουν και να ληστέψουν τ’ αρχοντικά των μέχρι τότε αφεντάδων τους, ο Φαλλμεράυερ κατάφερε να εξασφαλίσει στην κόμησσα Βαλέβσκα δύο αυτοκίνητα, μισή ντουζίνα αφοσιωμένους άντρες με όπλα και πυρομαχικά, και τρόφιμα αρκετά για μία βδομάδα τουλάχιστον.   

   Ένα βράδυ – κι επειδή η κόμησσα αρνιόταν ακόμα να φύγει, δεν ήθελε να εγκαταλείψει το σπίτι της – ο Φαλλμεράυερ κατέφθασε με το αμάξι του και τους στρατιώτες του και ανάγκασε (με φωνές και σχεδόν δια της βίας) την αγαπημένη του να ξεθάψει τα κοσμήματα που είχε κρυμμένα στον κήπο και να ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Όλη νύχτα τους πήρε αυτή η δουλειά. Σαν  χάραξε η γκρίζα και φθινοπωρινή αυγή, ήταν πια έτοιμοι να φύγουν. Στο καμιόνι, στην καρότσα του με την πάνινη τέντα, ανέβηκαν οι φαντάροι. Στο μικρότερο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ένας στρατιώτης ακολουθώντας το καμιόνι, μπήκαν η κόμησσα και ο Φαλλμεράυερ. Είχαν αποφασίσει να μην τραβήξουν δυτικά, όπως έκαναν όλοι τότε, αλλά νότια. Δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς πως όλοι οι δρόμοι προς τα δυτικά θα ‘ταν μπλοκαρισμένοι από το ρεύμα των στρατιωτικών μονάδων που υποχωρούσαν. Και ποιος ξέρει τι θα συναντούσαν στα σύνορα των νεοσύστατων κρατών της Δύσης! Ήταν πιθανό – και όπως αποδείχθηκε αργότερα αυτό συνέβη πράγματι – στα δυτικά σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να ‘χουν ξεσπάσει νέοι πόλεμοι. Στην Κριμαία, άλλωστε, και στον Καύκασο η κόμησσα Βαλέβσκα είχε πλούσιους και ισχυρούς συγγενείς. Ακόμα και στο χαμό της επανάστασης μπορούσαν να ελπίζουν στη βοήθειά τους, αν τυχόν τη χρειάζονταν. Και το κυριότερο, ένα βαθύτερο ένστικτο έλεγε στους δύο εραστές πως όταν όλα γύρω τους κατέρρεαν, όταν το χάος απλωνόταν σε όλη τη γη, η μόνη ελπίδα ελευθερίας και σωτηρίας βρισκόταν στην αιώνια απεραντοσύνη της θάλασσας. Στη θάλασσα, λοιπόν, ήθελαν να φτάσουν. Υποσχέθηκαν στους άντρες, που θα τους συνόδευαν ως τον Καύκασο, πολλά λεφτά – σε καθαρό χρυσάφι. Και αναστατωμένοι, αλλά αισιόδοξοι, ξεκίνησαν.

   Ο Φαλλμεράυερ τα είχε ετοιμάσει όλα πολύ προσεκτικά, είχε προβλέψει εκ των προτέρων πιθανά και απίθανα εμπόδια. Κι έτσι κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρόνο – τέσσερις μέρες συνολικά – να φτάσουν στην Τιφλίδα. Εκεί πλήρωσαν τους άντρες που τους είχαν συνοδεύσει τον συμφωνημένο τους μισθό, κράτησαν μόνο τον οδηγό και συνέχισαν  ως το Μπακού. Πολλοί Ρώσοι της αριστοκρατίας και της ανώτερης αστικής τάξης είχαν επίσης καταφύγει στον Νότο και στην Κριμαία. Παρότι αυτό ήταν το αρχικό τους σχέδιο, απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με τους συγγενείς της κόμησσας – δεν ήθελαν να τους πάρει το μάτι κανενός γνωστού. Ο Φαλλμεράυερ βάλθηκε να βρει καράβι που θα οδηγούσε την αγαπημένη του και τον ίδιον από το Μπακού σ’ ένα λιμάνι λιγότερο επικίνδυνο. Εκεί βέβαια στάθηκε αδύνατον να μην πέσουν σε άλλους, λίγο-πολύ γνωστούς των Βαλέβσκι, που έψαχναν όπως και αυτός όλο αγωνία ένα καράβι για να γλιτώσουν – και η κόμησσα αναγκάστηκε να πει ένα σωρό ψέματα για τον Φαλλμεράυερ και τη σχέση της μαζί του. Τελικά κατάλαβαν πως μόνοι τους δεν θα κατόρθωναν να διαφύγουν. Κι έτσι συνεννοήθηκαν μ’ άλλους οχτώ, που ήθελαν να εγκαταλείψουν τη Ρωσία δια θαλάσσης, βρήκαν τον έμπιστο καπετάνιο ενός μάλλον σαραβαλιασμένου ατμόπλοιου και ταξίδεψαν αρχικά ως την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου εξακολουθούσαν να φεύγουν κανονικά τα πλοία για την Ιταλία και τη Γαλλία.

   Τρεις βδομάδες αργότερα ο Φαλλμεράυερ και η αγαπημένη του γυναίκα έφταναν στο Μόντε Κάρλο, όπου οι Βαλέβσκι είχαν αγοράσει πριν από τον πόλεμο μια μικρή έπαυλη. Ο Φαλλμεράυερ ένιωθε στην κορυφή της ευτυχίας του, στην κορυφή της ζωής του. Τον αγαπούσε η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Πιο σπουδαίο ακόμα: Αγαπούσε αυτός την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Την είχε συνέχεια δίπλα του, όπως χρόνια ολόκληρα πριν την είχε μέσα του. Τώρα ζούσε ο ίδιος μέσα σ’ εκείνη. Στα μάτια της έβλεπε κάθε ώρα και στιγμή τον εαυτό του, όποτε ήταν κοντά της – και δεν υπήρχε ώρα της ημέρας που να μην είναι κοντά οι δυο τους. Αυτή η γυναίκα, που λίγο καιρό πριν δεν την άφηνε η περηφάνια της να υπακούσει στις επιθυμίες της καρδιάς και του κορμιού της· αυτή η γυναίκα τώρα ήταν παραδομένη χωρίς όρους και χωρίς δική της θέληση στο πάθος του Φαλλμεράυερ, ενός σταθμάρχη του Νότιου Αυστριακού Σιδηροδρόμου. Ήταν το παιδί του, η ερωμένη του, ο κόσμος του. Και σαν τον Φαλλμεράυερ, έτσι κι η κόμησσα Βαλέβσκα: Άλλο τίποτα δεν ήθελε. Η θύελλα της αγάπης, που από τη μοιραία νύχτα στο σταθμό του Λ. είχε αρχίσει να φουντώνει στην καρδιά του Φαλλμεράυερ, είχε πια συνεπάρει και τη γυναίκα, την είχε ξεσηκώσει και την είχε πάρει χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι και τη ζωή της, από την πραγματικότητα που ήξερε και ζούσε. Την είχε παρασύρει στον άγριο και άγνωστο τόπο των συναισθημάτων και των σκέψεων. Αυτός ο τόπος ήταν πια η πατρίδα της. Ό,τι κι αν γινόταν στον μεγάλο ανάστατο κόσμο δεν τους ένοιαζε τους δυο τους. Η περιουσία που είχαν πάρει μαζί τους φεύγοντας τους εξασφάλιζε αρκετά χρόνια, χωρίς να χρειαστεί να δουλέψουν. Για το μέλλον δεν ανησυχούσαν. Όταν πήγαιναν στο καζίνο, το έκαναν με μια αίσθηση πλουσιοπάροχης άνεσης και ευχέρειας. Είχαν το περιθώριο να χάνουν χρήματα – και πράγματι έχαναν, λες και ήθελαν να επιβεβαιώσουν την αλήθεια του ρητού: Όποιος κερδίζει στην αγάπη χάνει στα λεφτά. Χαίρονταν και οι δυο μ’ αυτές τις χασούρες· σαν να τους έδινε η δεισιδαιμονία την επιβεβαίωση που χρειάζονταν για να ‘ναι σίγουροι για την αγάπη τους. Μα σαν όλους τους ευτυχισμένους δεν μπορούσαν να κρατηθούν και την έβαζαν συνέχεια σε δοκιμασία την ευτυχία τους· για να χαίρονται βλέποντάς τη να περνάει τις δοκιμασίες αυτές, και χάρη σ’ αυτές – ει δυνατόν – να μεγαλώνει κι άλλο...