...............................................................
·
«Η
γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ.
Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη
συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)
ΜΙΑ
ΑΠ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΒΑΡΚΕΣ των ντόπιων που θυμίζουν φέρετρα κινούνταν ολοταχώς.
Πήγαινε παράλληλα με την ακτή καμιά εκατοστή μέτρα κι έπειτα, κάνοντας στροφή
εκατόν ογδόντα μοιρών, τραβούσε αντίθετα. Θέαμα παράξενο παρουσίαζε η πλώρη
της. Ένας άντρας μ’ ένα ξύλο μακρύ και παχύ έδερνε τα νερά, ένας σύγχρονος
Ξέρξης. Εξόχως αρμονικές οι κινήσεις του. Όταν
απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή κι αχνά ακουγόταν ο βόμβος της μηχανής και
του νερού το δάρσιμο, το θέαμα έγινε άκρως υποβλητικό, έπειτα κάθε ήχος έσβησε,
σαν σκηνή ονείρου. Παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του
πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη
σκληρότητα, του θηρευτή της μανία. Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από
τους δυο με ηρεμία τρομακτική κι αποσκοπούσε στο να «ξυπνήσουν», όπως λένε, τα
ψάρια. Να τα ταράξουν ήθελαν, να κινηθούν για να πιαστούν στα δίχτυα που
πόντισαν από νωρίς. Ο πηδαλιούχος άρχισε να τα ανεβάζει, ενώ ο δάρτης των
νερών, λάμνοντας ελαφρά, κρατούσε σταθερή τη βάρκα όσο να ξεσκαλώσει τα ψάρια ο
άλλος. Μικρές εκρήξεις φωτός, σπαρτάρισμα χρωμάτων στον βασανιστικό ρυθμό της
ασφυξίας, με αργές κινήσεις πρώτα, κι έπειτα πιο ζωηρά, από της λίμνης τον
βούρκο σηκώνονται, σαν ζαλισμένα στην αρχή κι έπειτα με πανικό, προσπαθώντας να
απομακρυνθούν από την πηγή που μετατοπιζόταν και ανανέωνε αδιάλειπτα την ταραχή
τους, ανηφορίζουν προς τα δίχτυα και πιάνονται, πλάι στα άλλα, τα
αιχμαλωτισμένα στο ανύποπτο διάβα τους. Και μπρος απ’ αυτό, θέαμα ευθέως
ανάλογο εκτυλισσόταν, όπως στους πίνακες του Μπρέχελ, όπου το δευτερεύον
γίνεται πρωτεύον: στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους, με κινήσεις αργές απελευθερώνονταν από του ύπνου
το βρόχι, ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα, άλλοι
συζητώντας κι άλλοι, μοναχικοί αυτοί, σαν ζαλισμένοι· φαίνονταν τόσο αθώοι όλοι
τους, τόσο ανυποψίαστοι· ήταν να τους λυπάσαι. Τι με πόθους, τι μ’ ανάγκες, τι
μ’ επιθυμίες ταράζοντας τον ύπνο τους τούς ξύπνησε άραγε, τι με πάθος ψυχρό
αχάραγα τα δίχτυα του άπλωσε και τώρα με φως και με γαλάζιο τα έκρυβε;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου