Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

«Η Δοκιμασία» μικρό διήγημα του Φραντς Κάφκα (3 Ιουλίου 1883, Πράγα, Τσεχία - 3 Ιουνίου 1924, Klosterneuburg, Αυστρία) (μτφ. Σταμάτης Τσερτσής, «Ο ξαφνικός περίπατος» - «Εκλεκτές ιστορίες», εκδ. Πατάκης, 1997)

 ...............................................................



               Φράντς Κάφκα (1883 - 1924)


·        «Η Δοκιμασία» μικρό διήγημα του Φραντς Κάφκα (3 Ιουλίου 1883, Πράγα, Τσεχία - 3 Ιουνίου 1924,  Klosterneuburg, Αυστρία) (μτφ. Σταμάτης Τσερτσής, «Ο ξαφνικός περίπατος» - «Εκλεκτές ιστορίες», εκδ. Πατάκης, 1997)

 

   Είμαι ένας υπηρέτης, μα δεν υπάρχει δουλειά για μένα. Είμαι δειλός και δε σπρώχνομαι μπροστά από άλλους, μάλιστα δε σπρώχνομαι μήτε για να μπω σε μια σειρά με τους άλλους, όμως αυτό είναι μόνο η μία αιτία της ανεργίας μου· μπορεί και να μην έχει αυτό καμία σχέση με την ανεργία μου, το βασικό είναι πάντως ότι δε με κάλεσαν για υπηρεσία, άλλους τους κάλεσαν χωρίς να το επιδιώξουν περισσότερο από μένα, μάλιστα δεν είχαν καν την επιθυμία να τους καλέσουν, ενώ εγώ, τουλάχιστον μερικές φορές, το επιθυμώ πολύ έντονα.

   Έτσι, ξαπλώνω λοιπόν πάνω στο ξυλοκρέβατο, μέσα στην κάμαρη του υπηρέτη, κοιτώ προς τα πάνω τα δοκάρια στο ταβάνι, αποκοιμιέμαι, ξυπνώ και αποκοιμιέμαι κιόλας πάλι. Μερικές φορές πηγαίνω πέρα στην ταβέρνα, όπου κερνούν ξινή μπίρα· καμιά φορά χύνω από αποστροφή ένα ποτήρι, όμως μετά ξαναπίνω. Κάθομαι μ’ ευχαρίστηση εκεί, επειδή πίσω από ένα μικρό κλειστό παράθυρο μπορώ να βλέπω πέρα, στα παράθυρα του σπιτιού μας, χωρίς να μπορεί να με ανακαλύψει κανείς. Όμως από κει δε βλέπει κανείς πολλά, όταν κάθεται δώθε, προς το δρόμο, πιστεύω, μόνο τα παράθυρα των διαδρόμων και μάλιστα όχι εκείνων των διαδρόμων που οδηγούν στα διαμερίσματα των κυρίων. Μπορεί όμως και να κάνω λάθος, κάποιος το ισχυρίστηκε κάποτε χωρίς να τον ρωτήσω, μα και η γενική εντύπωση τούτης της πρόσοψης το επιβεβαιώνει. Σπανίως μόνο ανοίγουν τα παράθυρα, κι όταν συμβαίνει αυτό, το κάνει ένας υπηρέτης, που στηρίζεται καμιά φορά και στο παραπέτο, για να κοιτάξει μια στιγμή κάτω. Είναι λοιπόν διάδρομοι, όπου δεν μπορούν να τον αιφνιδιάσουν. Άλλωστε, δεν τους γνωρίζω αυτούς τους υπηρέτες, οι απασχολημένοι μονίμως πάνω  υπηρέτες κοιμούνται αλλού, όχι στη δική μου κάμαρη.

   Μια φορά, όταν μπήκα στην ταβέρνα καθόταν στο παρατηρητήριό μου ένας πελάτης. Δεν τόλμησα να καλοκοιτάξω προς τα κει και θέλησα να γυρίσω αμέσως προς την πόρτα και να φύγω. Μα ο πελάτης με φώναξε κοντά του. Έμοιαζε κι αυτός μ’ έναν υπηρέτη που είχα δει μια φορά κάπου, όμως δεν είχα μιλήσει ίσαμε τώρα μαζί του. «Γιατί θέλεις να φύγεις; Κάθισε εδώ και πιες! Πληρώνω εγώ». Έτσι, λοιπόν, κάθισα. Μου υπέβαλε μερικές ερωτήσεις, μα δεν μπόρεσα να τις απαντήσω, μάλιστα μήτε που τις κατάλαβα. Γι’ αυτό του είπα: «Ίσως το μετανιώνεις τώρα που με κάλεσες, καλύτερα να πηγαίνω» και θέλησα κιόλας να σηκωθώ. Μα αυτός άπλωσε το χέρι του πάνω απ’ το τραπέζι προς εμένα και μ’ έσπρωξε κάτω: «Μείνε» είπε «αυτό ήταν δα μόνο μια δοκιμασία. Όποιος δεν απαντά στις ερωτήσεις την περνά».

 


"Από τη λαιμητόμο στο άζωτο" έγραψε ο Ηλίας Μαγκλίνης ("Καθημερινή, 27.1.2024)

 ..............................................................



Από τη λαιμητόμο στο άζωτο





έγραψε ο Ηλίας Μαγκλίνης ("Καθημερινή, 27.1.2024)



Είναι τρομακτικό όταν το κράτος σκοτώνει. Όταν ένα κράτος προβλέπει στο σύνταγμά του τον θεσμοθετημένο φόνο ενός παραβάτη. Η ψυχρή, ιατρική και τεχνοκρατική εκτέλεση, το όλο τελετουργικό που υποτίθεται ότι αποτελεί «φροντίδα» προς τον θανατοποινίτη, όλα είναι ιδιαζόντως τρομακτικά.

Μιλάμε –και δικαίως– για τη βαρβαρότητα κρατών όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν ή η Βόρειος Κορέα, αλλά κάθε φορά που εκτελείται ένας άνθρωπος στις Ηνωμένες Πολιτείες, την κατεξοχήν χώρα του δυτικού κόσμου, το σοκ εντείνεται.

Προχθές εκτελέστηκε στην Αλαμπάμα ο Κένεθ Γιουτζίν Σμιθ, για πρώτη φορά με τη χρήση αερίου αζώτου. Οι πρώτες μαρτυρίες λένε πως ο Σμιθ ξεψυχούσε επί είκοσι ολόκληρα λεπτά και ότι το σώμα του «σπαρταρούσε».

Υποτίθεται ότι ως μέθοδοι οι εκτελέσεις που γίνονται στην Αμερική διακρίνονται για τον «ανθρωπισμό» τους. Δηλαδή, είναι ανώδυνες. Η Δύση είχε από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης μανία με τις «ανθρωπιστικές» εκτελέσεις. Ως τέτοια μέθοδος λανσαρίστηκε η λαιμητόμος στη Γαλλία το 1792. Ο δρ Γκιγιοτέν εισηγήθηκε τη χρήση της επειδή εξασφάλιζε τον ακαριαίο θάνατο. Ετσι, η γκιλοτίνα, βελτιωμένη εκδοχή της μεσαιωνικής «κόρης του Χάλιφαξ» (όπου το λεπίδι δεν ήταν λοξό αλλά οριζόντιο), τέθηκε σε λειτουργία πάνω σε κάτι ανυποψίαστα πρόβατα και ακολούθως σ’ ένα ληστή του κοινού ποινικού δικαίου. Τη συνέχεια την ξέρουμε: το 1793-94, την περίοδο της λεγόμενης Τρομοκρατίας, η γκιλοτίνα έκανε υπερωρίες στο Παρίσι…

Υπάρχουν, ωστόσο, καταγεγραμμένες μαρτυρίες του πλήθους από εκείνη την εποχή, ότι οι αποκομμένες κεφαλές έκαναν… γκριμάτσες μέσα στον ματωμένο ντορβά. Ή πως όταν ο διαβόητος δήμιος της Επανάστασης Σανσόν χαστούκισε το κεφάλι της Σαρλότ Κορντέ, της ηρωικής δολοφόνου του χυδαίου Μαρά, η κεφαλή μόρφασε.

Τέτοιες μαρτυρίες ώθησαν τον 19ο αιώνα έναν Γάλλο γιατρό ονόματι Ντεσέν να προβεί σε πειράματα. Με την άδεια της αστυνομίας άρχισε να παρευρίσκεται σε εκτελέσεις με γκιλοτίνα. Ο Γάλλος γιατρός είχε στην κατοχή του δημοσιευμένη επιστολή σε παριζιάνικη εφημερίδα, όπου αναφερόταν πως τα θύματα της γκιλοτίνας το 1794 δεν πέθαιναν ακαριαία. Η φήμη αυτή είχε σοκάρει ακόμα και τον δρα Γκιγιοτέν. Ο καλός γιατρός αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στον αγώνα υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής χωρίς επιτυχία. Προσπάθησε επιπλέον να αλλάξει το όνομά του που είχε πάρει ο μηχανισμός τον οποίο ο ίδιος εισηγήθηκε (Γκιγιοτέν – γκιλοτίνα), επίσης χωρίς επιτυχία.

Τα πειράματα του άλλου γιατρού, του Ντεσέν, πραγματοποιήθηκαν πάντως. Περιμένοντας να ολοκληρωθεί η συνοπτική διαδικασία της καρατόμησης, αμέσως μετά απευθυνόταν στα κομμένα κεφάλια, φρέσκα ακόμη από το λεπίδι. Στα αρχεία του βρίσκονται καταγεγραμμένες δύο περιπτώσεις όπου η κομμένη κεφαλή ανοίγει τα μάτια της μετά το βροντερό κάλεσμα του γιατρού, αλλά, αλίμονο, τα ξανακλείνει πολύ γρήγορα. Δεν υπήρχε, φυσικά, πιθανότητα να λάβει λεκτική απόκριση, διότι η λεπίδα είχε σακατέψει τις φωνητικές χορδές. (Ενας σύγχρονος γιατρός, ωστόσο, θα επιβεβαιώσει ότι αποκεφαλισμός σημαίνει ακαριαίο θάνατο…)

Μακάβριες ιστορίες· όχι περισσότερο, όμως, από αυτό που γίνεται στην Αμερική το 2024…

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

«Το Λαχείο» διήγημα του Άντον Τσέχωφ (1860 – 1904) (μτφ. Λουκάς Καστανάκης (1890-1956), εκδ. «Κραναός»)

 ..............................................................




             Άντον Τσέχωφ (1860 - 1904)


·         «Το Λαχείο» διήγημα του Άντον Τσέχωφ (1860 – 1904) (μτφ. Λουκάς Καστανάκης (1890-1956), εκδ. «Κραναός»)*

 

Ο ΙΒΑΝ ΔΗΜΗΤΡΙΤΣ, ένας μέσος πολίτης, με ετήσιο οικογενειακό προϋπολογισμό 1200 ρούβλια και πολύ ευχαριστημένος από τη μοίρα του, κάθισε μετά το δείπνο στο ντιβάνι και διάβαζε την εφημερίδα του.

   -Ξέχασα να κοιτάξω σήμερα την εφημερίδα – είπε η γυναίκα του ενώ μάζευε το τραπέζι. – Για κοίτα δεν έχει την κλήρωση του λαχείου;

   - Την έχει – απάντησε ο Ιβάν Δημήτριτς. – Μα το δικό σου δε χάθηκε στο ενεχυροδανειστήριο;

   - Όχι την Τρίτη πήγα και πλήρωσα τους τόκους.

   - Τι αριθμός;   - Σειρά 26, λαχνός 9499

   - Μάλιστα… Τώρα θα δούμε… 9499 και 26.

   Ο Ιβάν Δημήτριτς δεν πίστευε στην τύχη των λαχείων και αν ήταν άλλη φορά, ποτέ του δεν κοίταζε τον πίνακα των κληρώσεων, αλλά τώρα που δεν ήξερε τι να κάνει, και κατά καλή τύχη είχε και την εφημερίδα μπρος στα μάτια του, πήρε το δάχτυλό του γραμμή τους αριθμούς των σειρών από πάνω προς τα κάτω. Και αμέσως, λες πράγματι η τύχη θέλησε να ειρωνευτεί την απιστία του, αμέσως στη δεύτερη γραμμή από πάνω, ξάφνιασε τη ματιά του ο αριθμός 9499! Χωρίς να κοιτάξει τον αριθμό του λαχνού, χωρίς να ελέγξει τον εαυτό του, γρήγορα κατέβασε την εφημερίδα πάνω στα γόνατα, και σαν να του έχυσαν νερό στην κοιλιά, ένιωσε στον αφαλό του μια ευχάριστη δροσιά: κάτι που τον γαργάλαγε, και τον τρόμαζε και τον γλύκαινε!

   Η γυναίκα του κοίταξε το ξαφνιασμένο και λίγο παραζαλισμένο πρόσωπό του, και κατάλαβε πως δεν αστειεύεται.

   -9499; - ρώτησε χλωμή και αφήνοντας πάνω στο τραπέζι το διπλωμένο τραπεζομάντηλο.

   - Ναι, ναι… Μιλάω σοβαρά.

   - Και η σειρά του λαχνού;

   - Αχ, ναι! Πρέπει να δούμε και τη σειρά του λαχνού. Αλλά σε παρακαλώ… περίμενε. Μην είσαι περίεργη. Ωστόσο ο αριθμός του λαχνού είναι ο ίδιος! Καταλαβαίνεις…

   Ο Ιβάν Δημήτριτς, κοίταξε τη γυναίκα του και χαμογελούσε, ένα πλατύ και ανόητο χαμόγελο σαν το μωρό όταν του δείχνουνε κάποιο αστραφτερό αντικείμενο. Η σύζυγος χαμογελούσε  κι αυτή:  τόσο αυτή όσο κι εκείνος ήταν ευχαριστημένη που είχε πει τον αριθμό  μόνο του τυχερού λαχνού και δε βιάζεται να μάθει τον αριθμό της σειράς . Να γλυκαίνεις και να βασανίζεις τον εαυτό σου με την ελπίδα μιας πιθανής ευτυχίας, είναι κάτι το πολύ γλυκό και παράξενο!

   -Ε, τώρα κοίταξε.

   - Περίμενε. Έχουμε όλο τον καιρό να απογοητευθούμε. Ο αριθμός της σειράς αναφέρεται στη δεύτερη σειρά από πάνω, επομένως κερδίζει 75.000. Αυτό δεν είναι χρήματα, είναι δύναμη, ολόκληρα κεφάλαια. Και τώρα για φαντάσου να κοιτάξω στον πίνακα και να βρω το 26! Ε; Πες μου σε παρακαλώ, και αν πραγματικά κερδίσαμε;

   Οι δυο σύζυγοι άρχισαν να γελάνε, και πολλήν ώρα κοίταζαν σιωπηλοί ο ένας τον άλλο. Η πιθανότητα της ευτυχίας τους είχε ζαλίσει, δεν ήτανε σε θέση ούτε να ονειροπολήσουνε, να σκεφτούνε και να πούνε τι τους χρειάζονται αυτές οι 75.000 ρούβλια, τι θα αγοράσουνε, πού θα ταξιδέψουνε. Το μόνο που είχε καρφωθεί στο μυαλό τους ήταν οι αριθμοί 9.499 και 75.000. Τους ζωγραφίζανε μέσα στη φαντασία τους, αλλά την πραγματική τους ευτυχία που ήταν τόσο δυνατή, δεν μπορούσανε να την διανοηθούν.

   Ο Ιβάν Δημήτριτς κρατώντας την εφημερίδα έκανε ένα-δυο γύρους μέσα στο δωμάτιο, και μόνο όταν ησύχασε κάπως από την πρώτη ταραχή άρχισε λίγο να ονειροπολεί.

   -Τι θα γίνει πράγματι αν κερδίζαμε; - ρώτησε εκείνος. – Καταλαβαίνεις, καινούργια ζωή, καταστροφή! Ο λαχνός είναι δικός σου, αν ήταν όμως δικός μου, πρώτ’ απ’ όλα θα αγόραζα για καμιά εικοσαριά χιλιάδες κανένα ακίνητο, κανένα κτήμα. Καμιά δεκαριά χιλιάδες θα τα ξόδευα μια κι έξω: καινούργια έπιπλα… κανένα ταξιδάκι, να πληρώσουμε τα χρέη και τα παρόμοια… Τις υπόλοιπες σαράντα χιλιάδες θα τις έβαζα στην τράπεζα για να παίρνουμε τους τόκους…

   - Ναι, κανένα κτήμα, αυτό αξίζει – είπε η σύζυγος και κάθισε ακουμπώντας τα χέρια πάνω στα γόνατα.

    - Κάπου εκεί στο κυβερνείο της Τούλας ή του Ορλόβσκ… Πρώτ’ απ’ όλα δεν χρειάζονται επαύλεις, αλλά το χτήμα είναι πάντα χτήμα, ένα καλό έσοδο.

    Και στη φαντασία του σωριάστηκαν εικόνες η μια ελκυστικότερη και ποιητικότερη από την άλλη, και σε όλες αυτές τις εικόνες έβλεπε τον εαυτό του χορτάτο, ήρεμο, γερό, μέσα στα ζεστά, έκανε μάλιστα υπερβολική ζέστη! Έβλεπε τον εαυτό του που είχε φάει κρύο, σαν τον πάγο, φαγητό «οκορόσκι», ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στην καυτή άμμο, ακριβώς στην όχθη του ποταμού, ή στον κήπο κάτω από τη φλαμουριά… Κάνει μεγάλη ζέστη… Ο γιος του και το κοριτσάκι του σέρνονται εκεί δίπλα, τρυπώνουν μέσα στην άμμο ή πιάνουνε μικρά σκαθάρια. Γλυκά μισοκοιμάται, δε σκέφτεται τίποτε, και με ολόκληρο το σώμα του αισθάνεται πως δεν έχει ανάγκη να πάει στη δουλειά του ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο. Βαρέθηκε την ξάπλα και πηγαίνει στο θερισμό του χόρτου, ή στο δάσος για να μαζέψει μανιτάρια, ή κοιτάζει και απολαμβάνει πώς οι χωρικοί ψαρεύουνε με τα δίχτυα. Όταν βασιλεύει ο ήλιος, παίρνει ένα σεντόνι, το σαπούνι και τραβά στο μπάνιο, όπου σιγά-σιγά ξεντύνεται, πολλήν ώρα χαϊδεύει με τις παλάμες το γυμνό στήθος του και μπαίνει στο ποτάμι. Στο νερό κοντά στις θολές σαπουνόφουσκες στριφογυρίζουνε μικρά-μικρά ψαράκια, και κινούνται πράσινα χόρτα. Ύστερα από το μπάνιο τσάι με καϊμάκι και γλυκά κουλουράκια… Το βραδάκι περίπατος ή χαρτάκι με τους γείτονες.

   -Ναι, αξίζει ν’ αγοράσει κανείς ένα χτήμα – λέει η σύζυγος ονειροπολώντας κι αυτή, και από το πρόσωπό της φαίνεται πως είναι καταγοητευμένη με τις σκέψεις της.

   Ο Ιβάν Δημήτριτς φαντάζεται το φθινόπωρο βροχερό με κρύες βραδιές από τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου και μετά. Αυτή την εποχή θα κάνει μακρύτερους περιπάτους, στον κήπο, στους αγρούς, στην όχθη του ποταμού για να νιώσει καλά το κρύο ως το κόκκαλο, κι ύστερα να πιεί ένα ποτηράκι βότκα μ’ ένα καλό μεζέ, αλατισμένα μανιτάρια και λίγο αγγουράκι τουρσί με μάλαθρο, και να κατεβάσει και δεύτερο ποτηράκι. Τα μικρά τρέχουν από τους αγρούς και κρατάνε από ένα καρότο κι από ένα ραπάνι, που μοσχοβολάνε φρέσκο χώμα … κι ύστερα να ξαπλώσει κανείς στο ντιβάνι και χωρίς να βιάζεται να χαζέψει κανένα εικονογραφημένο περιοδικό, ύστερα πάλι να σκεπάσει το πρόσωπό του με το περιοδικό, να ξεκουμπώσει το γιλέκο, και να παραδοθεί σ’ ένα γλυκό υπνάκο

  Ύστερα με του Αγίου Δημητρίου ακολουθεί μελαγχολική κακοκαιρία. Μέρα νύχτα βροχές, τα γυμνά δέντρα κλαίνε και ο αέρας είναι υγρός και κρύος. Σκυλιά, άλογα και κότες, τα πάντα είναι βρεγμένα, γενική μελαγχολία. Δεν έχεις πού να πάς περίπατο, δεν μπορείς να ξεμυτίσεις από το σπίτι, και όλη την ημέρα είσαι υποχρεωμένος να πηγαινοέρχεσαι από τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη και να κοιτάζεις με θλίψη τα συννεφιασμένα παράθυρα. Μελαγχολία!

   Ο Ιβάν Δημήτριτς σταμάτησε και κοίταξε τη γυναίκα του.

   -Ξέρεις, Μάσσα, εγώ θα πήγαινα στο εξωτερικό – της είπε.

   Και άρχισε να σκέφτεται ότι καλά θα ήτανε να πήγαινε το φθινόπωρο στο εξωτερικό, στη νότια Γαλλία, στην Ιταλία… στις Ινδίες!

   -Κι εγώ το δίχως άλλο θα πήγαινα στο εξωτερικό – είπε η σύζυγος. – Κοίτα λοιπόν τον αριθμό του λαχνού!

   - Περίμενε μια στιγμή!

     Πηγαινοερχότανε στο δωμάτιο και εξακολουθούσε να σκέφτεται. Σκέφτηκε για μια στιγμή: και τι θα γίνει αν πράγματι η γυναίκα του πάει στο εξωτερικό; Ευχάριστο είναι να ταξιδεύει κανείς μόνος, ή σε κύκλο ελαφρών γυναικών, αμέριμνων που ζούνε για ένα λεπτό της ώρας, και όχι σαν εκείνες που όλο σκέφτονται και μιλάνε μόνο για τα παιδιά τους, αναστενάζουν, φοβούνται και τρέμουνε για κάθε καπίκι. Ο Ιβάν Δημήτριτς φαντάστηκε τη γυναίκα του μέσα στο βαγόνι, μ’ ένα σωρό μπογαλάκια, καλαθάκια και πακέτα. Κάτι την ενοχλεί, αναστενάζει και παραπονιέται, πως της πόνεσε το κεφάλι από το ταξίδι, πως ξόδεψε πολλά λεφτά. Πρέπει να τρέξει στο σταθμό για να πάρει βραστό νερό, για το τσάι, σάντουιτς, νερό… Δεν μπορεί να πάει και να φάει η σύζυγος, γιατί όλα της φαίνονται ακριβά…

   «Σίγουρα θα μου λογαριάζει το κάθε καπίκι – σκέφτηκε κοιτάζοντας τη σύζυγο – Ο λαχνός δεν είναι δικός μου, αλλά δικός της! Και ποιος ο λόγος να πάει αυτή στο εξωτερικό; Θα κάθεται μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και δε θα μ’ αφήνει να ξεμυτίσω… Τα ξέρω αυτά εγώ!

   Και για πρώτη φορά παρατήρησε πως η γυναίκα του γέρασε, ασχήμυνε, μύριζε κουζίνα, ενώ αυτός ήταν ακόμη νέος, γερός, φρέσκος, ικανός να παντρευτεί δεύτερη φορά.

   «Φυσικά όλα αυτά είναι μικροπράγματα και ανοησίες – σκεφτότανε. – Αλλά γιατί να πάει εκείνη στο εξωτερικό; Τι καταλαβαίνει αυτή από εξωτερικό; Και αν πράγματι σηκωθεί και πάει;… Τη φαντάζομαι… Μα την αλήθεια γι’ αυτήν τι διαφορά υπάρχει αν πάει στη Νάπολη ή στο Κλιν; - ένα και το αυτό. Μόνο που θα με εμποδίζει, όλο τον καιρό θα με τραβάει από τη μύτη. Φαντάζομαι, μόλις πάρει τα λεφτά, αμέσως θα τα χώσει κάπου και θα τα κλειδώσει με έξι κλειδαριές… Θα μου τα κρύψει… Θ’ αρχίσει τα φιλοδωρήματα στο σόι της, ενώ σε μένα θα μου μετράει το κάθε καπίκι.»

   Θυμήθηκε ο Ιβάν Δημήτριτς το σόι της, εκείνο το συγγενολόι. Όλους εκείνους τους αδελφούς της, τις αδελφούλες της, τις θείτσες και τους μπαρμπάδες της, που άμα μάθουνε για το λαχείο, θ’ αρχίσουνε να ζητιανεύουνε κακομοίρικα, να γλυκοχαμογελάνε με χίλιες υποκρισίες. Αντιπαθητικοί και απαίσιοι όλοι τους! Αν τους δώσει θα ζητάνε κι άλλα, κι αν δεν τους δώσει θ’ αρχίσουνε τις κατάρες, τα κουτσομπολιά και τις βρισιές.

   Ο Ιβάν Δημήτριτς θυμήθηκε τους δικούς του συγγενείς, και τα πρόσωπά τους που πριν του ήταν αδιάφορα, τώρα του φαινόντουσαν αντιπαθητικά και μισητά.

   «Σωστά φίδια!» - σκεφτόταν.

   Και το πρόσωπο της γυναίκας του άρχισε να του φαίνεται εχθρικό και μισητό. Μέσα στην ψυχή του φούντωνε αληθινή έχθρα, και με χαιρεκακία σκεφτότανε:

   «Τίποτα δεν καταλαβαίνει από χρήματα, γι’ αυτό είναι φιλάργυρη. Αν πράγματι κέρδιζε, θα μου ‘δινε μόνο εκατό ρούβλια, και τ’ άλλα θα τα κλείδωνε σε κανένα συρτάρι, σε κανένα κουμπαρά».

   Τώρα πια τη γυναίκα του την κοίταζε όχι όπως πριν με χαμόγελο, αλλά με μίσος. Κι αυτή επίσης του ‘ριξε μια ματιά γεμάτη μίσος και κακία. Είχε τώρα αυτή τα δικά της ευχάριστα όνειρα, τα σχέδιά της, τους υπολογισμούς της. Καταλάβαινε πολύ καλά τι είχε βάλει στο νου του ο άντρας της. Ήξερε ότι αυτός πρώτος θ’ άπλωνε το αρπακτικό χέρι του στα κέρδη από το λαχείο της.

   «Εύκολο είναι να κάνεις όνειρα με ξένο λογαριασμό! – έλεγε καθαρά η ματιά της. – Α, όχι, αγαπητέ μου, δε θα σου το επιτρέψω! Αλίμονό σου αν τολμήσεις!»

   Ο σύζυγος κατάλαβε πολύ καλά τι έλεγε η ματιά της. Το μίσος φούντωσε μέσα του, και για να την κάψει, κοίταξε βιαστικά και γρήγορα την τέταρτη σελίδα της εφημερίδας, όπου ήτανε ο αριθμός του λαχείου, και της ανήγγειλε θριαμβευτικά:

    -Λαχνός 9499, σειρά 46! Οχι 26!

   Η ελπίδα και το μίσος εξανεμιστήκανε και τα δυο μονομιάς, και αμέσως και για τους δυο τους τα δωμάτια αρχίσανε να φαντάζουνε σκοτεινά, μικρά και χαμηλά, πως το δείπνο που φάγανε δεν ήταν χορταστικό, αλλά μόνο βάρυνε το στομάχι τους, και πως οι βραδιές τους κρατάνε πολύ και είναι βαρετές και ανιαρές…

   -Που να πάρει ο διάολος! – είπε ο Ιβάν Δημήτριτς που άρχισε να γίνεται ιδιότροπος. – Όπου και να πατήσεις παντού σκουπίδια και ψίχουλα! Πότε θα σκουπίσουνε τα δωμάτια! Να δεις που θα φύγω από δω μέσα και θα πάω στου διαβόλου την άκρη… Θα φύγω και θα πάω να κρεμαστώ στο πρώτο δέντρο που θα βρω…



*Σημείωση: Οι λέξεις και οι φράσεις σε πλάγια γραμματοσειρά είναι από εμένα για την με μέτρο προσαρμογή στη σημερινή δική μας έκφραση και γλώσσα.

"πώς σκουριάζει το ατσάλι..." - Ξανά ένα κείμενο του γελοιογράφου Στάθη Σ. Σταυρόπουλου (γ. 1955) μαζί μ' ένα σχόλιο του "Είμαι στα Χάη μου" (Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010)

............................................................... 



"πώς σκουριάζει το ατσάλι..."




ΣΤΑΘΗΣ Σ.  (Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010)





"Επειδή είμαι αριστερός και θα πεθάνω αριστερός, αρχίζω να μην ανέχομαι μια Αριστερά που αρχίζει να με πεθαίνει...

Όταν γράφει κανείς περί Αριστεράς, αν είναι αριστερός όπως και η αφεντιά μου, γράφει ταυτοχρόνως και υπέρ Αριστεράς - ενίοτε κι αθέλητα, αλλά συνήθως εκούσια. Τουλάχιστον υπέρ της Αριστεράς έτσι όπως ο καθένας εννοεί τη δόκιμη εκδοχή της, μιας και πλέον, σκόρπιοι έτσι όπως πολλοί φθάσαμε να 'μαστε, ο καθένας μπορεί να διατηρεί την πολυτέλεια του «προσωπικού του κομμουνισμού» - αριστοκρατικό μεν, αλλά καμμιά φορά ψυχοσωτήριο...

Με έναν λόγο, πολλοί αριστεροί τα τελευταία χρόνια διάγουμε εν αναμονή. Για αυτούς ο λόγος σήμερα, για εμάς - οι οργανωμένοι στα κόμματα της Αριστεράς είναι άλλη υπόθεση, μάλλον ανώτερη, οι σύντροφοι αυτοί την αντέχουν ακόμα την καλογερική και μπράβο τους, ότι βαρειά. Τους βγάζω το καπέλο κι επικαλούμαι τη συμπάθειά τους (όπως άλλωστε και τη δική σας, όσοι είσθε αριστεροί κι όσοι δεν είσθε) για όσα θα πω παρακάτω.
Όταν, προ ετών, δημιουργήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί αριστεροί, άλλοι διστακτικά κι άλλοι με ενθουσιασμό, έσπευσαν σε έναν «κοινό τόπο» όπου θα μπορούσαν να ζυμωθούν ιδέες, να γεννηθούν προτάσεις -κυρίως αυτό- και να βγάλουν την Αριστερά, σε μια
εποχή που ο λαός και η κοινωνία την είχαν ανάγκη περισσότερο από ποτέ, από το σύνδρομο της ιστορικής πολιτικής (αλλά όχι ιδεολογικής) ήττας.
Σιγά σιγά ο κόσμος που προσήλθε σε αυτό το φόρουμ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι έχει να κάνει απλώς με μια νεκρανάσταση της παλιάς αριστερής παθολογίας, μάλιστα σε μορφές της -αριστερίστικες- από τις πλέον επαχθείς κι απεχθείς. Ανθρωποι συνηθισμένοι να ζουν στο πλαίσιο του μικρόκοσμου-γκρουπούσκουλου, ιδρυματικοί, που στην «εποχή τους» είχαν στείλει κόσμο στο σπίτι του (παρά τις φιλοδοξίες τους να τον στείλουν στα ψυχιατρεία), άρχισαν εκ νέου να δίνουν τον τόνο στο πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα αντί το νέο σχήμα να εξελιχθεί σε συνάντηση κι ώσμωση ανθρώπων, συλλογικοτήτων και κομμάτων, να ξεπέσει σε ένα τεραίν διαρκούς καταμέτρησης και αναμέτρησης των εσωτερικών του συσχετισμών. Μάλιστα, ούτε καν για την παραγωγή πολιτικής (πόσω μάλλον ιδεολογίας και ήθους), αλλά μόνον για τη νομή της (μικρο)εξουσίας.
Κι έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν απ' τον ΣΥΡΙΖΑ και να μένουν τα γκρουπούσκουλα. Η επιρροή του σχήματος στην κοινωνία ξεφούσκωσε και τις ελπίδες διαδέχθηκαν η κριτική και επικριτική στάση.
Προσωπικώς ομνύω στην Αριστερά του καλού, τη λαϊκή Αριστερά, με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό της, την ταξική Αριστερά ενός δημοκρατικού κομμουνισμού, ανοιχτόκαρδου, ανοιχτόμυαλου, πειθαρχικά οργανωμένου, ανεκτικού με τα παιδιαρίσματα των ανθρώπων, ικανού να προστατεύει τα πρόσωπα απ' τη βαρβαρότητα των συλλογικοτήτων, όταν εκφυλίζονται σε θρησκευτικά τάγματα. Ουτοπίες, θα μου πείτε, μεγάλο το δίκιο σας...

Όμως μεγάλο και το άδικο. Και για τον κόσμο της Αριστεράς και για την κοινωνία που περιμένει την Αριστερά τουλάχιστον πρόμαχο στα δίκια της.

Όπως απεδείχθη, αυτό που κυρίως παράγουν τα γκρουπούσκουλα, άλλοτε συνιστώσες κι άλλοτε υποσύνολα μέσα στις συνιστώσες, είναι το ένδον μίσος. Ενα μίσος μεταξύ τους και προς όποιον άλλον στοχοποιήσουν, που βγάζει μάτια, ανυπόφορο, αδυσώπητο κι ανισόρροπο. Ατελεύτητο.
Όμως η Αριστερά που μισεί τα άλλα της μισά, δεν αγαπάει τον κόσμο. Ο κόσμος το νοιώθει αυτό, πικραίνεται στην αρχή κι ύστερα αηδιάζει και βδελύσσεται.
Λόγος, με τέτοιους όρους, για πολιτική (θέμα κομματικής δεν τίθεται) ενότητα της Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να 'ναι από χέρι απελπισμένος. Διότι όσοι προσπαθούν να διαλεχθούν, χαρακτηρίζονται συχνά από λογής ταμπέλες που αφειδώς κοτσάρουν οι πάντες στους πάντες, χωρίς αιδώ, δεύτερη σκέψη και συχνά με άκραν δολιότητα.
Οι κλασικές αρετές που οι πάντες αναγνώριζαν σε έναν αριστερό, της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της ανιδιοτέλειας, έχουν γίνει για πολλούς από μας καπνός και κατά τον εξυπνακισμό, τον κυνισμό και την αποηθικοποίηση της καθημερινής μας στάσης απέναντι στα πράγματα, μοιάζουμε ήδη από καιρό σε αυτούς που κατηγορούσαμε, τους συστημικούς, τους καριερίστες και τους αριβίστες.
Κι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται τώρα να διαλύεται στον εσωτερικό μικρόκοσμο των γκρουπούσκουλων. Δεν ξέρω αν πνέει τα λοίσθια, αλλά ξέρω ότι η ταπεινότης μου, όπως και πολλοί άλλοι αριστεροί δεν μπορούν πια να διαλέγουν απ' την Κική και τη Φωφώ ποια θα τους τη φέρει καλύτερα. Κι αν κι αυτήν τη φορά ψηφίσουμε κάποιοι από μας αυτήν την Αριστερά, θα το κάνουμε με κρύα καρδιά και χωρίς καμμιά ελπίδα.
Η μόνη ελπίδα πλέον (για πολλούς από μας) είναι οι νέες γενιές να υπερβούν τη δική μας παθογένεια, ξαναδίνοντας στην Αριστερά τα νοήματά της...
ΥΓ.: Υπάρχουν ακόμα και πάντα θα υπάρχουν πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς, των οποίων τον αγώνα και την προσωπική στάση εκτιμώ και σέβομαι. Το πολιτικό όμως αποτέλεσμα της συλλογικής τους δράσης είναι δραματικά κατώτερο (κι επί μακρόν πλέον διάστημα) των απαιτήσεων της συγκυρίας. Ανήκω σε 'κείνους που εμφορούνται από «ιστορική αισιοδοξία», ξέρω ότι «η Γη θα γίνει κόκκινη», ήλπιζα όμως αυτό να συμβεί πριν να πάμε στα άστρα..."


ΣΤΑΘΗΣ Σ. 20.ΙΧ.2010 stathis@enet.gr




"...Όμως η Αριστερά που μισεί τα άλλα της μισά, δεν αγαπάει τον κόσμο. Ο κόσμος το νοιώθει αυτό, πικραίνεται στην αρχή κι ύστερα αηδιάζει και βδελύσσεται..."




Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

"ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ" από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Πάνο Σταθόγιαννη (facebook, 25.1.2024)

 ...........................................................


ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ



Αχ, είναι τόσο παλαιοί, που πια μονάχα η βούληση τούς ανασύρει στο παρόν, όχι η μνήμη. Πρόφτασαν κόσμο πια ανύπαρκτο. Σε παραλίμνιους οικισμούς γύρω απ’ την Κάρλα, μία βάβω έτριβε το κινίνο με τη ζαχαρίτσα, έτσι όπως, δωδεκάχρονοι, φλέγονταν απ’ την ελονοσία· λάσπες καθάριζαν προσφυγοπούλες στην Καισαριανή· στη Λακωνία ακόμα ούτε μια πορτοκαλιά. Αχ, τόσο, τόσο παλαιοί, τόσο ακυρωμένοι.

Όμως εγώ τους πρόλαβα ακόμα εν ζωή – παροπλισμένους ασφαλώς, μακριά απ’ τα διάσελα. Ένας τους, μάλιστα, με σήκωσε ψηλά, για να τον δω ταπεινωμένο κάτω μου. Με είπε “γιε μου”.
Να, τρία πράγματα γαλάζια που είδα πάνω τους, τρία σουσούμια ακαταχώρητα στους παραφουσκωμένους τους φακέλους:

Στο καφενείο, Κυριακή, φορούν πουκάμισο γαλαζωπό. Το πάνω-πάνω του κουμπάκι μάλλον λείπει. Σαν νυχτερίδα κλείνει η μαύρη τους ομπρέλα. (Στην τζαμαρία η βροχή, τσαλακωμένες κολιτσίνες στα τραπέζια. Είναι οι πιο σεμνοί και λιγομίλητοι απ’ όλους τους θαμώνες, είναι οι ηττημένοι).
Γαλάζια, ασφαλώς, και η ματιά που σέρνουνε στο πάτωμα με το αμμοχάλικο – λέει ψέματα η ταυτότητα, λέει ψέματα το κράτος. Μόνο σηκώνοντας το φλιτζανάκι με τον σκέτο κοιτάζουν γύρω τους αληθινά. (Βλέπουνε ερμηνείες γύρω τους, όχι τα πράγματα και τους ανθρώπους. Συχνά πετούν έναν δυσνόητο χρησμό κι ευθύς αλλάζουνε κουβέντα).
 
Μα πιο πολύ γαλάζιο συνωθείται στα μάγουλά τους. Τα βαθουλωμένα. Με το σκληρό πετσί από τον ήλιο – πιο σκούρο το γαλάζιο εδώ, αν κι όλοι πάντα φρεσκοξυρισμένοι. (Σπάνια αφήνουνε μουστάκι. Στη Γυάρο, όσοι το τόλμησαν, τους έπιαναν από εκεί, τους το ξερίζωναν).

Λίγο πριν βγουν από το καφενείο, πετάγονται μέχρι την τουαλέτα. Ουρούν εκεί, σταγόνα τη σταγόνα, όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Με περιφρόνηση, αν και υποφέρουν. Κουμπώνουνε μετά το παντελόνι τους, όρθιοι μπρος στη λεκανίτσα του νιπτήρα. Κοιτάζονται στον ψωραλέο καθρέφτη και ξεροβήχουν.
Μπορεί και να μην πλύνουνε τα χέρια τους, αλλά απαραιτήτως βγάζουνε από τη μέσα τσέπη μια τσατσάρα. Της λείπουν τόσα δόντια όσα κι από τους ίδιους. Χτενίζουν με επιμέλεια τα λιγοστά μαλλιά τους.
 
Τέλος, πετάνε ένα “γεια” και, με τη νυχτερίδα πάνω απ’ το κεφάλι τους, χάνονται μέσα στη βροχή που δυναμώνει. Χάνονται από τα μάτια μου.
 
***

Είναι βαθιά μετανιωμένοι και υπερήφανοι. Ακόμα και οι δηλωσίες. Αυτοί οι τελευταίοι περισσότερο. Όμως γνωρίζουνε καλά ότι δεν λείπουν πλέον σε κανέναν. Κι ας έχουνε πεθάνει προ πολλού. Ούτε σ’ αυτούς λείπει κανείς – είναι ασυσχέτιστοι με τις κραυγές, την έπαρση και τα στυλιάρια. Σωπαίνουνε δογματικά. Δογματικά χαμογελάνε στα κωλόπαιδα της σήμερον.
________________

Ακροναυπλία, 1946 ή 1947. Ανάμεσα στους κρατούμενους βρίσκεται και ο πατέρας μου.




Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Μικρό επετειακό αφιέρωμα στην ποιήτρια, πεζογράφο και μεραφράστρια Νατάσα Χατζιδάκι (1946 - 24.1.2017) (Από το "Συνέβη σαν σήμερα" 24.1.2024)

 ...............................................................




          Νατάσα Χατζιδάκι (1946 - 2017)



"ΧΛΩΡΟΦΥΛΛΗ"


Επινοώ τον εαυτό μου
αλλά γιά την συντήρησή του
σε χρειάζομαι
Αγάπησε με
είναι πρωταρχικό
για την επιχορήγηση των ονείρων μου
και την καταφυγή τους
στα εκτροφεία θηραμάτων
Αγάπησε με
Αγάπησε με
Αγάπησε με
Κι αύριο,
θά ’χω για σένα
μια σύριγγα
πράσινο αίμα

Σεξουαλικές αέναες ανταποκρίσεις

Κατέβασε γρήγορα το πουκάμισο
και μου έδειξε μια βρωμερή πληγή στην μασχάλη
—Μην περιμένεις τίποτα από μένα μου είπε
θα σαπίσω απάνω σου όπως αυτό το έκζεμα με κατατρώει
Όταν όμως του έδειξα εκείνους που φωτογράφισαν
τα ιπποδρόμια
τα στάδια
τους παρθενώνες
άλλαξε γνώμη
έσκυψε αργά το κεφάλι
και βύθισε τα δόντια του στον μαστό μου.
Καθώς έτρεχε το αίμα γράφοντας πολύ ωραία έντονα
σχέδια στον αέρα
σταθήκαμε στις βιτρίνες πιασμένοι από το χέρι
και θαυμάζαμε κάτι γεωργικά μηχανήματα ως το πρωί.


Σχέδιο δολοφονίας

Όπως σκύβουν οι παντοπώλες
στα βρεγματικά των μικρών παιδιών
καί τα παρασύρουν πίσω από το τραπέζι του ταμείου
με μια φούχτα χρωματιστές καραμέλλες
και κείτονται
στις προκροταφικές εντομές
των περιπτέρων
τα εβδομαδιαία περιοδικά
και η υπέροχη σκόνη
ωσάν κυκλάμινα μέσα στα νεκρικά τους κρεββάτια
έτσι
η ωραία κόρη
που αγαπούσατε κύριε εσείς και οι άλλοι
η ωραία κόρη και ημίγυμνη τίγρισσα
ήταν ωσάν κυκλάμινο από κασσίτερο
μέσα στό νεκρικό της κρεββάτι
γιατί το αύριο ήταν μια μέρα που κράτησε πολύ
ήταν μια μέρα που δεν ήρθε καθόλου
γιατί ένας αυτόχειρ ωροσκόπος
σ’ ένα δηλητηριασμένο κάμπο δημητριακών
τεκμηριώνει
και το πιο επισφαλές άλλοθι
τις πιο αποδυναμωμένες παραληρητικές ονειρώξεις
προ πάντων αν

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

"ΣΤΟ ΣΥΝΟΡΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ" τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (https://neoplanodion.gr, 22.1.2024)

 ..............................................................


         ΣΤΟ ΣΥΝΟΡΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ





τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὧρες μόνο μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ σύνορο τῶν δυὸ χρόνων. Σὰν τὸ συλλογιζόμαστε νιώθομε νὰ χτυπᾶ πιὸ γρήγορα ἡ καρδιά μας. Ἕνα μυστικιστικὸ δέος ἀναρριχᾶται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι μας ἴσαμε τὴ σκέψη μας καὶ τήνε μουδιάζει γιὰ λίγες στιγμές. Οἱ τελευταῖες ὧρες ἑνὸς χρόνου ποὺ φεύγει εἶναι πάντα κάτι τὸ ξεχωριστό. Εἶναι φορτωμένες ἀπὸ σημασία.

Κι ὅμως ἐξωτερικά, ἀντικειμενικά, εἶν’ ὅμοιες μὲ τὶς ὧρες ὁποιασδήποτε μέρας. Ἡ γῆ ἐξακολουθεῖ τὴν πορεία της μὲ τὴν ἴδια ταχύτητα κι ὁ ἥλιος της φέγγει μὲ τὴν ἴδια ἀδιαφορία, ὅπως πάντα. Οἱ δεῖχτες τοῦ ρολογιοῦ προχωροῦνε στρωτὰ πάνω στὴν ἄσπρη πλάκα δίχως νὰ ταράζουνται ἀπὸ τίποτα. Καμιὰ ἐντυπωσιακὴ ἀλλαγὴ στὴ ροὴ τοῦ χρόνου.

Μὰ ποιός μιλεῖ γιὰ ἀντικειμενικότητα μιὰ τέτοια μέρα; Σ’ αὐτὲς τὶς ὧρες τὸ μηχανικὸ ρολόι δὲ λέει τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἄλλο ρολόι, ἐκεῖνο πού ’χομε μέσα μας, εἶναι τὸ μόνο ποὺ μετρᾶ σωστά, ἀφοῦ εἶναι σύμφωνο μὲ τὰ αἰστήματα καὶ τοὺς στοχασμούς μας. Κι αὐτὸ βρίσκει πὼς τὸ κάθε λεφτὸ τῆς τελευταίας μέρας τοῦ Δεκέμβρη εἶναι πολὺ πιὸ σύντομης διάρκειας ἀπὸ τὰ συνηθισμένα λεφτά. Τόσο σύντομο ποὺ δὲ θὰ πρέπει νά ’χει παραπάνω ἀπὸ εἴκοσι τριάντα δεφτερόλεφτα.


Ἡ πιὸ ἀπάνθρωπη ἐφεύρεση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ μέτρημα τοῦ χρόνου. Μπορεῖ νὰ τοῦ εἶναι χρήσιμη πραχτικά, κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει. Ὅμως αὐτὸ δὲν τήνε κάνει λιγότερο ἀπάνθρωπη. Ἐκείνη ἡ μονάδα ποὺ θὰ προστέσομε αὔριο στὸ γνωστὸ τετραψήφιο ἀριθμὸ πόσες μελαγχολικὲς σκέψεις δὲ μᾶς φέρνει! Ἕνα χρόνο πιὸ κοντὰ στὰ γεράματα. Ἕνα χρόνο πιὸ κοντὰ στὸ τέρμα τῶν φιλοδοξιῶν, στὸ τέρμα τῆς δράσης, στὸ τέρμα τῆς ἔντονης ψυχικῆς ζωῆς. Ἕνα χρόνο πιὸ κοντὰ στὸ Μεγάλο Ἄγνωστο. Δὲ θά ’τανε καλύτερα νὰ μὴν καταγράψομε καὶ τούτους τοὺς δώδεκα μῆνες ποὺ ἔχουν γίνει πιὰ παρελθόν; Τώρα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀλλαγῆς μιᾶς χρονολογίας θὰ σταματήσομε τὸ πρωὶ μπροστὰ στὸν καθρέφτη, μὲ τὸ χέρι ποὺ θὰ κρατᾶ τὸ χτένι μετέωρο γιὰ μιὰ στιγμή, καθὼς θὰ κοιτάζομε στὸ γυαλὶ τὴν εἰκόνα μας καὶ θὰ διαπιστώνομε τὰ χνάρια τῆς φθορᾶς πάνω της. Μιᾶς φθορᾶς ποὺ δὲν τὴν εἴχαμε ξαναπροσέξει. Καὶ θὰ νιώσομε τὴν ἴδια «πληγὴ ἀπὸ φριχτὸ μαχαίρι» ποὺ ἔνιωσε κι ὁ Ἰάσονας Κλεάνδρου τοῦ Καβάφη.

Ὁ χρόνος εἶν’ ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῆς μορφῆς. Κι ἂν δὲ μᾶς νοιάζει ἡ καταστροφὴ τῆς δικῆς μας μορφῆς —καὶ ποιόν δὲν τόνε νοιάζει— κι ἂν δὲ μᾶς φέρνει ὣς τὴν ἀπόγνωση ποὺ ἔφερνε τὸν Ἀλεξανδρινό, ὁπωσδήποτε ἡ παρακμὴ τῆς ὀμορφιᾶς κάποιου προσώπου ποὺ ἀγαπήσαμε θὰ μᾶς γεμίζει πόνο. Ἡ φύση παίζει. Δὲ σκοτίζεται γιὰ τὴ φθορὰ τῶν μορφῶν γιατὶ διαρκῶς κατασκευάζει καινούργιες. Ἡ ὀμορφιὰ ὁλοένα ἀνανεώνεται μέσα στὴ φύση. Μὰ γιὰ μᾶς ποὺ δεθήκαμε μὲ μιὰ ὁρισμένη μορφή, ποὺ τὴ βλέπομε σιγὰ σιγὰ νὰ λειώνει καθὼς τὴ γλύφουνε τὰ κύματα τοῦ χρόνου, ἡ ὀμορφιὰ γίνεται βαθιὰ τραγική.

Μήπως τὸ ἴδιο τραγικὴ δὲ γίνεται κι ἡ ὕπαρξή μας; Σὰ σκεφτοῦμε πὼς χιλιάδες χρόνια πρὶν γεννηθοῦμε ἐμεῖς, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι σ’ ἐτούτη τὴ γῆ ποὺ ζούσανε, ποὺ δημιουργούσανε, ποὺ ἀγαπιούντανε καὶ πεθαίνανε, σὰ συλλογιστοῦμε πὼς ὅλα ὅσα γράφουν οἱ ὀγκώδεις τόμοι τῆς Ἱστορίας γινήκανε πρὶν νὰ ὑπάρξει ἔστω κι ἕνα κύτταρο δικό μας, μᾶς πιάνει ἕνας ἴλιγγος. Μᾶς φαίνεται ἀκατανόητο νὰ ὑπάρχει ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ Ἱστορία πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή μας. Καὶ τὸ ἴδιο καὶ περισσότερο ἀκατανόητο μᾶς φαίνεται τὸ ὅτι θὰ συνεχιστεῖ ποιός ξέρει γιὰ πόσες χιλιάδες, ἴσως ἑκατομμύρια, χρόνια, ὕστερ’ ἀπὸ τὸ θάνατό μας. Ἀπὸ τὴν ἀνωτερότητα τῶν Θεῶν καὶ τὴ χρονιότητα τῆς φύσης ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει πάρει ἕνα μικρὸ κουρελάκι χρόνου. Μέσα σ’ αὐτὸ πρέπει νὰ ζήσει καὶ νὰ στοχαστεῖ καὶ νὰ δημιουργήσει. Καὶ πρὶν καλὰ καλὰ προλάβει νὰ συνειδητοποιήσει τοὺς πόθους του καὶ τὶς ἱκανότητές του, πρὶν μπορέσει νὰ λύσει ἔστω κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ αἰνίγματα ποὺ κονταροχτυπιοῦνται στὸ μυαλό του, ἔχει ἐξαντλήσει τὸ κουρελάκι του.

Σκέφτομαι τούτη τὴ στιγμὴ τοὺς γέρους. Αὐτοὺς ποὺ πλησιάζουνε στὸ Τέρμα. Ἡ δική μας μελαγχολία γιὰ τὸ πέρασμα ἑνὸς χρόνου πρέπει νὰ γίνεται γι’ αὐτοὺς ἀληθινὸς τρόμος. Γιατὶ ἐκεῖνο ποὺ γιὰ μᾶς εἶναι κάτι μακρινὸ αὐτοὶ τ’ ἀκοῦνε νὰ σιμώνει κάθε μέρα, κάθε ὥρα καὶ πιὸ πολύ. Σχεδὸν τ’ ἀγγίζουνε σὰ νά ’τανε κάτι ὑλικό. Ὁ θάνατος κατοικεῖ μαζί τους, στὸ ἴδιο δωμάτιο. Ἄραγε θὰ τοὺς ἀφήσει νὰ συμπληρώσουνε τὸν κύκλο τῶν δώδεκα καινούργιων μηνῶν; Ἢ θὰ βαρεθεῖ νὰ περιμένει καὶ θ’ ἁπλώσει τὸ χέρι του πάνω τους;

Ὧρες μόνο μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ σύνορο τῶν δυὸ χρόνων. Τὶς μελαγχολικὲς σκέψεις ποὺ κάμαμε μ’ ἀφορμὴ τὸ ξεπροβόδισμα τοῦ 1961 τὶς ἔκαμαν χιλιάδες ἄλλοι πρὶν ἀπὸ μᾶς δίχως κανένα κέρδος. Τίποτα δὲ μπορεῖ νὰ σταματήσει τὴ ροὴ τοῦ χρόνου. Ἂς γυρέψομε τὴν ἀπόκριση στὰ Μεγάλα Αἰνίγματα,[1] τουλάχιστο γι’ ἀπόψε, στὰ χείλια τοῦ τασιοῦ,[2] σὰν ἐκεῖνον τὸν παλιὸ «εὔθυμο μελαγχολικό», τὸν Ὀμὰρ Καγιάμ.[3]

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ

Πρώτη δημοσίευση Κῆρυξ Χανίων 31.12.1961. Ἡ ἐπιφυλλίδα ἀναδημοσιεύτηκε στὸν τόμο Ἀνθολογία ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, μὲ ἐπιμέλεια Κώστα Μπουρναζάκη, ἐκδ. Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ἡράκλειο 2012.

[1] Τὰ Μεγάλα Αἰνίγματα γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴ ζωή· ὑπόκειται καὶ ἡ Ἀσκητικὴ τοῦ Καζαντάκη, ποὺ διερωτᾶται ἐκεῖ: «Ἀπὸ ποῦ ἐρχόμαστε; Ποῦ πηγαίνουμε; Τί νόημα ἔχει τούτη ἡ ζωή;». Ἂς θυμηθοῦμε ὅμως ὅτι ὁ Μανουσάκης εἶχε δώσει τὸν τίτλο «Τὰ αἰνίγματα τοῦ κόσμου» σὲ μιὰ ἑνότητα τῆς ποιητικῆς συλλογῆς του Στ’ ἀκρωτήρια τῆς ὕπαρξης (2003).

[2] Τάσι: μεταλλικὸ κύπελο, ποὺ χρησιμοποεῖται ὡς ποτήρι.

[3] Ὀμὰρ Καγιάμ, 1048‒1131 μ.Χ. (ἢ 1135 ἢ 1123), πέρσης μαθηματικός, ἀστρονόμος, φιλόσοφος καὶ ποιητὴς ρουμπαγιάτ (τετράστιχων ποιημάτων). Τὸ κρασὶ ὡς σύμβολο χαρᾶς μπροστὰ στὰ ἀναπάντητα Μεγάλα Αἰνίγματα, ἀναφέρεται σὲ πολλὰ ρουμπαγιάτ του· ἐνδεικτικὰ ἀντιγράφω τὸ πρῶτο δίστιχο τοῦ 35ου καὶ τὸ τετράστιχο ἀρ. 85, ἀπὸ τὸ βιβλίο Ρουμπαγιὰτ τοῦ Ὀμὰρ Καγιάμ, μετφρ. Π. Α. Χρονόπουλου, 2η ἔκδοση 1953, ἐκδ. οἶκος Χ. καὶ Ἰω. Καγιάφα, Ἀθῆναι ‒Πάτραι:

Νὰ πνίξω κάθε πίκρα μου, λίγο πιοτὸ μοῦ φτάνει
καὶ μιὰ βαρέλα μὲ κρασὶ βαθύπλουτο μὲ κάνει.
[…]
Γιὰ τῆς ζωῆς τὰ μυστικά, ζητώντας κάποια λύση,
ρώτησα τὴν κανάτα μου νὰ ἰδῶ τί θ᾽ ἀπαντήσει,
κι’ ἐκείνη μοῦ ψιθύρισε ‒χείλη μὲ χείλη‒: «Πίνε
κι’ ἀπὸ τὰ μνήματα ποτὲ κανεὶς δὲ θὰ γυρίσει!»

Martha Argerich & Mikhail Pletnev. Schubert, Chopin, Mozart at Lucerne Festival Hall 16.01.2024 (youtube, 17.1.2024)

 ...............................................................


Martha Argerich & Mikhail Pletnev. Schubert, Chopin, Mozart at Lucerne Festival Hall 16.01.2024

Live from Lucerne Festival Hall 16.01.2024
Program



Franz Schubert, Piano Sonata No. 4 in A Minor, D. 537


I. Allegro ma non troppo II. Allegretto quasi andantino III. Allegro vivace


Frédéric Chopin, 24 Preludes, Op. 28

No. 1 in C major No. 2 in A minor No. 3 in G major No. 4 in E minor No. 5 in D major No. 6 in B minor No. 7 in A major No. 8 in F-sharp minor No. 9 in E major No. 10 in C sharp minor No. 11 in B major No. 12 in G sharp minor No. 13 in F sharp major No. 14 in E flat minor No. 15 in D flat major 'Raindrop' No. 16 in B flat minor No. 17 in A flat major No. 18 in F minor No. 19 in E flat major No. 20 in C minor No. 21 in B flat major No. 22 in G minor No. 23 in F major No. 24 in D minor


Wolfgang Amadeus Mozart, Andante and Five Variations for piano four hands in G Major, K. 501

Franz Schubert, Fantasie in F Minor for piano four hands, Op. 103, D. 940


Johann Sebastian Bach/Ferruccio Busoni, Toccata and Fugue in D Minor, BWV 565

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

"Σχινιάτικος" - "Ξύπνησε πετροπέρδικα" / Μαρία Αναματερού - Μουσικό Εργαστήρι Νέων Χίου 2022 (youtube, 20.5.2022)

 ..............................................................


"Σχινιάτικος" - "Ξύπνησε πετροπέρδικα" / Μαρία Αναματερού - Μουσικό Εργαστήρι Νέων Χίου 2022


Στις Αυλές του Αιγαίου και της Μεσογείου
Μουσικό Εργαστήρι Νέων Χίου
Ομήρειο Πν. Κέντρο Χίου 16/4/2022


- - - - - - - - - - - - - - -
Σχινιάτικος Ξύπνησε πετροπέρδικα
- - - - - - - - - - - - - - -
Διεύθυνση - διδασκαλία Θεολόγος Μιχελλής
Συνδιδασκαλία Παπασταύρου Σταύρος
Παρουσίαση Λάμπρος Λιάβας
Φιλική συμμετοχή Μαρία Αναματερού, Σάκης Πιππίδης
- - - - - - - - - - - - - -
Βιολί
Θεολόγος Μιχελλής
Κλαρίνο
Πιππίδη Κυριακή, Πιππίδη Βερονίκη, Φραντζέσκος Αργύρης
Λαούτο
Σταύρος Παπασταύρου, Βενέτης Μάριος, Μαυρίκου Ισιδώρα
Ούτι
Στακιάς Πολύδωρος
Κανονάκι
Σάββας Μουδούρογλου
Ακορντεόν
Τομάζου Αργυρώ
Σαντούρι
Βενέτης Γιώργος, Στυλιανοπούλου Αφροδίτη & Παναγιώτα, Φιλιμάκη Χριστιάννα, Κιθάρα
Κλαδιάς Κωνσταντίνος
Μπάσο Κιθάρα
Ατσάλης Χρήστος
Κρουστά
Αναγνώστου Ιγνάτιος, Σαλτζίδη Παρασκευή



"ΤΟ ΕΣΙΤΗΡΙΟ" ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα (28.9.1893 - 21.1.1984)

 .............................................................




               Γιάννης Σκαρίμπας (28.9.1893 - 21.1.1984)


ΤΟ ΕΣΙΤΗΡΙΟ


Νά 'ναι σα νά 'μουν έτοιμος. Και νά 'ναι
σα νά 'χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
μεσ’ στους καπνούς του - όρνιο - ένα καράβι


Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο
το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!...
Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,
να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι...


Οι βαρκαρέοι!... Το εισιτήριο!... Να τρέμει
- ζαγάρι εντός μου - η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
μετέωρο - μες στις αχλές του - το βαπόρι...


Ω διάολε!... Όλα νά 'χουν χαθεί και νά 'χουν πάει
κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,
κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους...


Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο
να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
- κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω...


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

Αποχαιρετιστήριο αφιέρωμα στον ποιητή Γιώργο Λ. Οικονόμου (1960-2024) από τον ποιητή και φίλο Γι'ωργο Χ. Θεοχάρη. (facebook, 21.1 2024)

 .............................................................



ΓΙΩΡΓΟΣ Λ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1960-2024)*



ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Αυτός ο άνθρωπος που σε κοιτά κατάματα
μάτια δεν έχει
αυτός ο άνθρωπος που σ' αγκαλιάζει
χέρια δεν έχει
ούτε αυτός που τρέχει έχει πόδια
μην ελπίζεις λοιπόν να του κλείσεις με μαύρο πανί τα μάτια
ούτε χειροπέδες μπορείς να του περάσεις
πόσο μάλλον αλυσίδες στα ανύπαρκτα πόδια του
είναι γιατί
αυτόν τον άνθρωπο
λίγο πριν πέσει στα χέρια σου
πρόλαβε και τον αγάπησε
ένα κορίτσι
Δώρα τη λέγανε Φωτεινή
θα σε γελάσω


*


Δεν έχουν γλώσσα οι τρελοί
μόνο κιτρινισμένα δάχτυλα
απ' τον καπνό και την πικρίλα
που τους κληρονόμησε η μάνα τους .
Γόνατα τσακισμένα απ' τον πυρετό της απουσίας
φεύγουν νωρίς κι όσοι αργούν
μένουν με την ελπίδα
πως κάποιο χέρι στοργικό
κερί θα τους ανάψει.
Μην τους φοβάστε
έχουν ξεχάσει πως είναι
να τους χαϊδεύεις τα μαλλιά
Δεν έχουν γλώσσα οι τρελοί.
Πιστέψτε με!
Τη γλώσσα τους μιλάω.


*


Ένας άχρηστος είμαι
η γυναίκα μου θέλει ψωμί
κι εγώ στο τραπέζι
ακουμπάω λέξεις
ένας άχρηστος είμαι
κάποιοι με λένε ποιητή
κι αυτό μεγαλώνει τη ντροπή μου...
Αν ήμουν ποιητής
το τραπέζι μου θα' ταν γεμάτο
μ' όλου του κόσμου τα θαύματα


*


Ανεπίδοτο
Όταν βρέχει βρέχεσαι ;
Κι όταν διψάς ;
Μου’ μειναν κάτι χαρτιά
μου μείναν και μελάνια
μα να τα κάνω τι ;


*


Όλες μου οι λέξεις
μια κραυγή
είμαι κι εγώ εδώ!
ρωτήστε πως με λένε
τίνος παιδί είμαι
αφήστε με να σας πω
για το μέρος που γεννήθηκα
κι ύστερα
πάρτε με μαζί σας
να πλέκω καρέκλες
κατσαρόλες να γανώνω
και τα βράδια γύρω απ' τη φωτιά
στο τραγούδι σας να καίγομαι

*Σημείωση: [Ο ποιητής Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960-2024) δεν είναι πια μαζί μας... Συνεργάστηκε με το περιοδικό "Εμβόλιμον" στο τεύχος 89-90 (2019) με τα ποιήματα που ακολουθούν] Γιώργος Χ. Θεοχάρης (facebook, 21.1.2024)