Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα με χαρακτήρα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα με χαρακτήρα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026

"ΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ" - Νίκος Ζ - ελληνική διασκευή του Les Passantes του Georges Brassens(youtube, 2.11.2026) Από τον φίλο στο fb Νίκο Ζαρταμόπουλο (facebook, 8.11.2026)

..............................................................



"ΟΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΕΣ" - Νίκος Ζ - ελληνική διασκευή του Les Passantes του Georges Brassens

«Οι Περαστικές»
Ελληνική διασκευή του Les Passantes
Στίχοι: από ένα ποίημα του
Αντουάν Πολ (Antoine Pol) (1918)
Μουσική και πρώτη εκτέλεση: Ζωρζ Μπρασένς (1972)
Διασκευή και τραγούδι: Νίκος Ζ (2026)




Τι είναι οι Περαστικές (Les passantes); Κατά γενική ομολογία είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Μπρασένς και του γαλλικού ρεπερτορίου. Στο ελληνικό αφτί το πρωτότυπο είναι μάλλον άγνωστο, αν και έχει κατ’ επανάληψιν γοητεύσει και εκτός γαλλικών συνόρων, με γνωστότερη την επανεκτέλεσή του στα γαλλικά από τον Ίγκυ Ποπ, ενώ έχει διασκευαστεί ήδη σε 18 γλώσσες. 
Κάποιοι ίσως αναγνωρίσουν τη μελωδία, καθώς το 2024 οι Περαστικές απέκτησαν εκ νέου παγκόσμια φήμη χάρη στην ισπανόφωνη και ιδιαίτερη διασκευή «Las Damas que passan», που τραγουδήθηκε από την Adriana Paz στην ταινία Εμίλια Πέρεζ. 
Είναι ένα τραγούδι χωρίς ρεφρέν, διαδοχικών εικόνων που φέρνουν στην επιφάνεια (ή καταβυθίζουν σε αβύσσους μάταιης δικαίωσης) κάποια αισθήματα καθολικά ίσως αλλά φευγαλέα. Είναι επίσης ένα τραγούδι για τις ματαιωμένες συναντήσεις. 
Μια ιστορία ματαιωμένων συναντήσεων είναι τρόπον τινά και η ίδια η 60χρονη πορεία από την πρώτη γραφή του ποιήματος, από τον άσημο Γάλλο ποιητή Αντουάν Πολ (Antoine Pol) το 1911, έως τη μελοποίηση και την κυκλοφορία του σαν τραγούδι από τον Μπρασένς το 1972. 
Πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορία, με πολλά επεισόδια και παράδοξα (ένα από αυτά μάλιστα έχει και μια ελληνική πτυχή φιλολογικού ενδιαφέροντος…), ιστορία που αξίζει να την αφηγηθούμε σε χωριστό σημείωμα. 
Σε σύγκριση με τη γαλλική βερσιόν προστέθηκε και η στροφή με την ντάμα του χορού, που στη μελοποίηση του Μπρασένς είχε παραλειφθεί. Αλλά είναι κι αυτό κομμάτι της ιστορίας που έχουμε να αφηγηθούμε. Πιστεύουμε πάντως ότι άξιζε τον κόπο κι αυτή η επιμήκυνση για να ολοκληρωθεί η πιστή όσο γίνεται παρακολούθηση του πνεύματος του πρωτότυπου. 
Ας αφεθεί προς το παρόν το ίδιο το τραγούδι να μιλήσει σ’ όποιον έχει κάτι να πει… 

Ευχαριστούμε θερμά τον Γάλλο καλλιτέχνη Tchofri του οποίου την πολύ όμορφη μουσική επανεκτέλεση χρησιμοποιήσαμε εδώ ως πηγή έμπνευσης για τη δική μας*. 
Θερμές ευχαριστίες στον Νίκο Φλαμουράκη, πιστό και σεμνό θεράποντα της τέχνης του παραδοσιακού βιολιού της Κρήτης, που μας συνέδραμε για να υπογραμμίσει με τις ωραίες του δοξαριές τα βάθη και τα πάθη των Περαστικών μας. 
Θερμές ευχαριστίες και στον Άκη Κώττα , που πέραν του επαγγελματισμού του βοήθησε τα μέγιστα να στηθεί μουσικά το κομμάτι και συνέδραμε με το μπάσο του. 
Ηχογράφηση/Μίξη: Studio Terra Βίντεο: Νίκος Ζ 

Καλή ακρόαση Νίκος Ζ

(youtube, 2.11.2026)


Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

"ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ Σ' ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ" ποίημα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) Από τη συλλογή "Αργό Πετρέλαιο" και "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ" 1978)

 ...............................................................



Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)



ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ Σ' ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ


Πάνω στη χλόη αποθέτω τα νωπά του ποιήματα

λουλούδια και μίσχοι από φύλλα νεκρά

μια σκέψη που έσβησε προτού καν ανθίσει.

Θρηνώντας στην ξώπορτα, τριγυρνώντας ως το πρωί


ποιος θα κλάψει τα δυο του φθαρμένα τετράδια

μια μπούκλα ή έναν ανθισμένο σταυρό


Κανένα τηλέτυπο μέσα στην πόλη, καμιά συντροφιά

από κιθάρες μες στους λειμώνες δε θα κρατήσει

τη χαμένη βουή του. Γιατί μ' εγκατέλειψε κι έφυγε

μες στους ατμούς μεσημεριάτικης θάλασσας


Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)


Από τη συλλογή "Αργό Πετρέλαιο" και "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ" 1978)



Beethoven: Piano Sonata No. 3 in C Major, Op. 2 No. 3: II. Adagio (Live at Mozart Hall of the Zaragoza Auditorium / 2019) · Grigory Sokolov (youtube, 7.5.2020)

 ...............................................................


Beethoven: Piano Sonata No. 3 in C Major, Op. 2 No. 3: II. Adagio (Live at Mozart Hall of the Zaragoza Auditorium / 2019) · Grigory Sokolov

(youtube, 7.5.2020)


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

"Τι είναι ποίηση;..." ποίημα του ποιητή και φίλου στο fb Αλέξανδρου Αραμπατζή (facebook, 2.11.2026)

...............................................................






Τι είναι ποίηση;
Σκοτάδι τόσο πυκνό και πνιγηρό

Που όλα τα όντα μέσα του τυφλά κι αγριεμένα
Πασχίζουν στο φως να δραπετεύσουν και στον ήλιο να καούν
Λιωμένα μέσα στη φωτιά και λυτρωμένα


Αλ.Αρ.

"Λουίτζι Πιραντέλο (1867-1936) : Ο κάθε ένας και η αλήθεια του" Της Σοφίας Ιορδανίδου (https://dimosiografia.com, 17.8.2020)

 ...............................................................



Λουίτζι Πιραντέλο: Ο κάθε ένας και η αλήθεια του

Κατά τον Πιραντέλο, δεν υπάρχει μία πραγματική αλήθεια, ο καθένας από μας κουβαλάει τη δική του





Της Σοφίας Ιορδανίδου* (https://dimosiografia.com,  17.8.2020)




«Νομίζω πως η ζωή είναι μία πολύ θλιβερή φάρσα. Γιατί έχουμε μέσα μας – χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε πώς, γιατί κι από πού- την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μία πραγματικότητα – μία για τον καθέναν και ποτέ την ίδια για όλους- που κάθε τόσο αποδεικνύεται μάταιη και φανταστική».

H καλλιτεχνική ψυχή του Πιραντέλλο διαμορφώνεται από τη σύνθεση δύο διαφορετικών πολιτισμικών ρευμάτων. Αν σκεφθεί κανείς τον Πιραντέλο μόνο ως έναν λαμπερό Σικελό θεατρικό συγγραφέα, τον αδικεί, γιατί είναι ταυτόχρονα και ένας σπουδαίος Eυρωπαίος διανοούμενος και πολιτικός στοχαστής. Είναι φορέας αυτών των διαφορετικών προσωπικοτήτων και προσπαθεί να τις συνενώσει σε ένα ενιαίο σύνολο. Αποτέλεσμα της γοητείας που του ασκεί η αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η σύγχυση της φαντασίας με την πραγματικότητα.

Και τα κείμενά του το περιγράφουν με αποκαλυπτικό τρόπο: «Όταν ένας άνθρωπος ζει, ζει και δεν φαίνεται». Βάλτε έναν άνθρωπο μπροστά σε έναν καθρέφτη, παρακινεί ο Πιραντέλο. «Τότε ή μένει κατάπληκτος από την όψη του ή στριφογυρίζει τα μάτια του για να μην δει τον εαυτό του ή, έξω φρενών, φτύνει την εικόνα του ή, οργισμένος, δίνει μία γροθιά για να την καταστρέψει». Κάτι δυσάρεστο θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας, τονίζει ο Σικελός συγγραφέας. Και αυτό το δυσάρεστο είναι η ουσία του θεάτρου του.

Το δυσάρεστο στο θεατρικό σύμπαν του Πιραντέλλο είναι η αποκάλυψη της αδυναμίας εξεύρεσης της αλήθειας και η συνακόλουθη σαδιστική βία που αυτή η αποκάλυψη προκαλεί. Το έργο του βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με τις επιταγές που τίθενται σήμερα, άλλοτε από τις «προηγμένες» κοινωνίες σε σχέση με την αποδοχή και την ένταξη στα γενικά κοινωνικά πλαίσια «νεότερων» πρακτικών κι επιλογών συμπεριφοράς και άλλοτε από τις περισσότερο «παραδοσιακές» κοινωνίες, με το αίτημα να γίνονται σεβαστές οι δικές τους αξίες από το παγκόσμιο περιβάλλον. Και στην προσπάθεια επιβολής της «αλήθειας» και του εξ αυτής εκπορευόμενου «δικαίου», αμφότερες οι πλευρές δεν διστάζουν να μετέλθουν βία, σωματική ή ψυχολογική. Αυτού του είδους η βία, στην ουσία της απροκάλυπτα κυνική και ωμή, ενεργεί πάνω στον πόνο του άλλου, στην αδυναμία του και στη στιγμή που αυτή εκδηλώνεται. Η κατ’ επίφαση καλοσύνη του κοινωνικού περίγυρου, περιέργεια, φόβος, κίνδυνος.

Στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», ο Πιραντέλλο τοποθετεί τη δράση σε ένα κλειστοφοβικό σύμπαν με τους κατοίκους να αισθάνονται ότι η κοινωνική τους πραγματικότητα απειλείται από την παρουσία του Πόντζα και της ιδιότυπης οικογένειάς του. Και αρχίζει ένας αγώνας για την εύρεση της αλήθειας, για την αποκατάσταση της «τάξης» και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής: οι «παρεκκλίνοντες» καλούνται από τους ανωτέρους τους να αποδώσουν τα «θεσμοθετημένα» δέοντα, τις επιβεβλημένες αβρότητες. Και όταν η «παρέκκλιση» μένει χωρίς εξηγήσεις, όταν η «αλήθεια» διακυβεύεται από προσωπικές επιλογές, τότε στήνεται παρουσία του Νομάρχη, εκπροσώπου της πολιτικής εξουσίας, ένα λαϊκό δικαστήριο, με κατ’ επίφαση στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας. Ή, έστω, μίας αλήθειας.

Αυτή η αντίληψη της υποκειμενικότητας και οι έννοιες της αλήθειας και του πραγματικού (γνώσεις που αποτελούν σημαντικές φιλοσοφικές αναζητήσεις από καταβολής κόσμου), βρίσκονται στο κέντρο της πιραντελλικής δραματουργίας, η οποία, εν προκειμένω, θέτει κάτω από το μικροσκόπιό της τη χωρίς όρια αδιακρισία, την αδηφάγα περιέργεια, την απροκάλυπτη ωμότητα, την ηδονική βία, με τις οποίες αντιμετωπίζε- ται η όποια διαφορετική συμπεριφορά. Ακόμη καλύτε- ρα, μάλιστα, αν ο «διαφορετικός» πονάει – τότε είναι το ιδανικό θήραμα της κοινής γνώμης. «Αρωγός» και «συμπαραστάτης» της κοινής γνώμης σήμερα, και οι βασικές πηγές ενημέρωσής της, τα ΜΜΕ και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, που επίσης ισχυρίζονται ότι κατέχουν την αλήθεια.

Τι είναι αληθινό όμως στην αφήγηση ενός γεγονότος; Πόσο αποδεσμευμένοι μπορούν να είναι οι αφηγητές από τις προκαταλήψεις, τα προσωπικά τους βιώματα, ή ακόμη-ακόμη και από πιέσεις που δέχονται από το περιβάλλον τους, όταν καλούνται να περιγράψουν ένα γεγονός; Έντονοι προβληματισμοί και περίπλοκοι οι δρόμοι της «αλήθειας» και της «αντικειμενικότητας», όταν πρέπει κάποιος να «διαχειριστεί» τις έννοιες αυτές και να τις «διοχετεύσει» στην κοινή γνώμη. Από τη στιγμή που οποιοσδήποτε από εμάς αποτολμήσει την ερμηνεία των γεγονότων, αρχίζει και ο κατακερματισμός της αλήθειας. Τότε, ο αφηγητής γίνεται τρεις Γιάννηδες, σύμφωνα με τον αφορισμό του Αμερικανού συγγραφέα Γουέντελ Χολμς, και αναπαράγει/μεταφέρει στο κοινό του τη δική του υποκειμενική ματιά-ερμη- νεία, και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν αυτό γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα. Έτσι, πομποί και δέκτες, εμφανίζονται κυριολεκτικά αδύναμοι να συλλάβουν, να επεξεργαστούν, να μεταφέρουν και να αποδεχθούν με σαφήνεια την πραγματικότητα.

Αυτή ακριβώς η αδυναμία σύλληψης και μεταφοράς της πραγματικότητας, που αποτελεί όχι μόνο το πλαίσιο, αλλά και τον πυρήνα του συνολικού πιραντελλικού έργου, αποκτά στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» τη σημασία διακήρυξης περί του ανέφικτου της αντικειμενικότητας.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η αντικειμενικότητα είναι μία διαδικασία ανέφικτη και ότι η πραγματικότητα δεν μπορεί να νοηθεί, παρά μόνο ως ανθρώπινο δημιούργημα, οδηγούμαστε ανεπιφύλακτα στο συμπέρασμα ότι η πραγματικότητα είναι μία κοινωνική κατασκευή, άρα υπάρχουν τόσες πραγματικότητες, όσες και οι προσεγγίσεις ξεχωριστά των υποκειμένων. Σαν να λέμε δηλαδή “non c’ e’ una realta’ vera. Ognuno di noi ha la sua realta”. Δεν υπάρχει μία πραγματική αλήθεια, ο καθένας από μας κουβαλάει τη δική του. Άλλη η αλή- θεια του Λαουντίζι, διαφορετική η αλήθεια της κυρίας Φρόλα, αλλιώτικη η αλήθεια του κυρίου Πόντζα. Αλλά το ζητούμενο ένα. Όπως το καταγράφει η πένα του ιδιοφυούς Πιραντέλλο:

Λαουντίζι: Ορίστε, κυρίες και κύριοι, πώς μιλάει η αλήθεια.

(Τους κοιτάζει ειρωνικά και προκλητικά) Ικανοποιηθήκατε;

Ένα «παιχνίδι ρόλων» αποτελεί το θεατρικό σύμπαν του Λουίτζι Πιραντέλλο. Ένα «παιχνίδι ρόλων» απο- τελεί και η συνολική ύπαρξη του ανθρώπου, ο οποίος στο νέο, γεμάτο προκλήσεις κι απαιτήσεις, παγκοσμι- οποιημένο περιβάλλον καλείται να αναλάβει ακόμη περισσότερους ρόλους, άρα να είναι ανοικτός σε ακόμη περισσότερους κινδύνους. Οι αντιστοιχίες πάμπολλες, αναγνωρίσιμες παντού γύρω μας. Γεγονός που ανταποκρίνεται σε αυτό που ανέκαθεν ευχόταν ο Πιραντέλλο: να προκαλέσει την αντίδραση του κοινού, είτε θετική είτε αρνητική, καθώς ταύτιζε την αντίδραση με τη συμμετοχή στη ζωή και κατ’ επέκταση με τη ζωή την ίδια.

*Αναπληρώτρια καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και πρόεδρος του Advanced Media Institute

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

ANTONIO VIVALDI (1678-1741) Concerto for oboe, strings, and basso continuo RV454 / Performed by Orchestra Barocca Zefiro Featuring Alfredo Bernardini, oboe (youtube, 4.3.2008)

 ...............................................................



ANTONIO VIVALDI (1678-1741)

Concerto for oboe, strings, and basso continuo RV454

1. Allegro

2. Largo

3. Allegro

Performed by Orchestra Barocca Zefiro

Featuring Alfredo Bernardini, oboe

(youtube, 4.3.2008)


Vivaldi: Concerto for 3 Violins in A Major, RV 552 "Per eco in lontano" (1740) by Conductor: Nicholas McGegan & Orchestra: Philharmonia Baroque Orchestra (youtube, 7.1.2022)

 .............................................................



Vivaldi: Concerto for 3 Violins in A Major, RV 552 "Per eco in lontano" (1740)

I. Allegro (00:00) 

II. Larghetto (6:38) 

III. Allegro (11:27) 

Conductor: Nicholas McGegan 

Orchestra: Philharmonia Baroque Orchestra

(youtube, 7.1.2022)

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Schubert | Notturno for piano trio | (Lucas Jussen | Gordan Nikolić | Sietse-Jan Weijenberg) Recorded live on January 15 2018 at the Concertgebouw in Amsterdam.

...............................................................


Schubert | Notturno for piano trio | Lucas Jussen | Gordan Nikolić | Sietse-Jan Weijenberg

Recorded live on January 15 2018 at the Concertgebouw in Amsterdam.

Netherlands Chamber Orchestra

Gordan Nikolić, concert master
Lucas Jussen, piano
Sietse-Jan Weijenberg, cello

(youtube, 26.1.2018)



 

«ΘΕΟΦΙΛΟΣ» του Θανάση Σκρουμπέλου την 1.11.26 στον Χώρο Τέχνης "Ιδιόμελο" στο Μαρούσι

 ..............................................................



«ΘΕΟΦΙΛΟΣ» του Θανάση Σκρουμπέλου την 1.11.26 



«ΘΕΟΦΙΛΟΣ»

του Θανάση Σκρουμπέλου


(Μονόλογος)


με τον Θοδωρή Προκοπίου


σε σκηνοθεσία Νίκου Βερλέκη




Ο "Θεόφιλος" έρχεται στο "Ιδιόμελο" για μια μοναδική παράσταση την 1.11.26

Η παράσταση έχει παιχτεί για έξι συνεχόμενες επιτυχημένες θεατρικές σαιζόν, αφού κέρδισε το κοινό στην Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα αλλά και στη Βουλή των Ελλήνων… Και συνεχίζει το ταξίδι της: παρουσιάστηκε σε θέατρα, σε σχολεία, σε συλλόγους, σε μουσεία, σε πανεπιστήμια. σε όλη την Ελλάδα και στην Κυπρο από 5/3/2020 έως 22/5/2026. Και συνεχίζει.....

Λίγα λόγια για το έργο

Παρακολουθούμε τα βήματα του Θεόφιλου:
Η εφηβεία και το πρώτο του ταξίδι από την Μυτιλήνη στη Σμύρνη για να βρει το δρόμο του.Ακολουθώντας το όνειρο για την “ζωγραφιά” θα φτάσει μέχρι το Βόλο.... το Πήλιο … να πολεμήσει για την πατρίδα, τα οράματά του…Ο ανεκπλήρωτος έρωτας για την Αθηνά..... η απόρριψη.... ο χλευασμός... η φτώχεια... είναι η καθημερινότητα του.

Η επιστροφή στη γενέτειρα και η λυτρωτική συνάντηση με τον Στρατή Ελευθεριάδη θα είναι η πρώτη αναγνώριση.... η ουσιαστική δικαίωση όμως θα έρθει μέσα από τα ίδια του τα έργα.
Εικόνες και παραστάσεις από την επανάσταση και τα γεγονότα περνούν μπροστά από τον "θεατή", που επικοινωνεί μέσα από τα έργα με τον σπουδαίο αυτό καλλιτέχνη και φιγούρες όπως ο Αθανάσιος Διάκος, ο Ρήγας Φεραίος, ο Παύλος Μελάς κ.α. λαμβάνουν άλλη διάσταση στον δικό του καμβά.


"Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις."


Η παράσταση τελεί υπό την αιγίδα του Μουσείου Θεόφιλος και του Δήμου Μυτιλήνης.
Το έργο «Θεόφιλος» παρουσιάστηκε στην Βουλή των Ελλήνων, το Δεκέμβριο του 2021, στα πλαίσια των εορτασμών των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία Νίκος Βερλέκης

Σκηνικά – Κοστούμια Ανθή Σοφοκλέους

Μουσική επιμέλεια Δημήτρης Κοντογιάννης

Φωτογραφίες Τσβετομίρ Τσάνκοβ / Τέρπος Παπαθεοδωρου

Official Trailer Μαρίνα Λεοντάρη, Γιάννης Σαρηγιάννης

Επικοινωνία Κατερίνα Ζαχαριουδάκη

Ερμηνεία Θοδωρής Προκοπίου


Info
Κυριακή 1.11.26
Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο, Ελευθερίου Βενιζέλου 17, Μαρούσι (κοντά στον ΗΣΑΠ)
Έναρξη: 19.30
Είσοδος: 10 €
Διάρκεια: 55'
Επικοινωνία - κρατήσεις θέσεων: 2106817042
Αγορά: more.com



Official Video Linkhttps://www.youtube.com/watch?v=MK3tJQma1uc&t=50s
https://www.youtube.com/watch?v=3eE0ue72j0w
Ιστότοποςhttps://www.facebook.com/profile.php?id=100079856648076


Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

"Από μέσα πεθαμένος" Στίχοι - Μουσική : Αττίκ Τραγούδι : Δανάη (youtube, 2.5.2026)

...............................................................


"Από μέσα πεθαμένος"

 Στίχοι - Μουσική : Αττίκ

Τραγούδι : Δανάη

Τον καιρό που μ’ αγαπούσες με ρωτάς ένα πρωί
στην κουβέντα μας επάνω τ’ είναι άραγε η ζωή
τότε γύρισα και σού ’πα γι’ άλλους είναι το κρασί
(γι’ άλλους δόξα γι’ άλλους πλούτη μα για μένα είσαι εσύ)χ2


Τώρα που άλλαξε η καρδιά σου κι έναν άλλο αγαπάς
απορείς μου λεν ακόμη η δική μου πως χτυπά
μήπως τάχα σαν κι εμένα δεν είν’ άνθρωποι πολλοί
(από μέσα πεθαμένοι και απόξω ζωντανοί) χ2



"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ) Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebook, 22.10.2026)

............................................................... 


"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ)

                      Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





Είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα πόσο και πώς επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης τούς ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Περνώντας στις νεότερες γενιές, τη γενιά του 1970 και τη γενιά του 1980, εκείνοι που θα επανασυνδέσουν τον λυρισμό του με τον υπερρεαλισμό, για τον εκτρέψουν εν συνεχεία προς μια γλωσσοκεντρική, μεταμοντερνιστικής απόληξης τροχιά, είναι δίχως την παραμικρή αμφιβολία ο Δημήτρης Καλοκύρης και ο Ευγένιος Αρανίτσης: ο Αρανίτσης, τον οποίο μνημονεύω πρόωρα, μια και ανήκει στους επιγόνους της γενιάς του 1970, με τη μουσικότητα του στίχου του και τη ροπή του προς το παράλογο και το ακατανόητο (το ακατανόητο και η απροσδιοριστία ως ριζικές συνθήκες της ύπαρξης), ο Καλοκύρης με τη συνειρμική του προσωδία και τη φαντασμαγορική ανασκαφή του θρύλου, σ’ ένα ποιητικό διακείμενο με μπορχεσιανή πολυσυλλεκτικότητα.
Προς τη διακειμενικότητα θα στραφεί και ο ερωτικός λόγος του Διονύση Καψάλη, που θα περιβάλει την ελυτική καταγωγή του με έναν αλληλοϋπονομευτικό συνδυασμό ελεύθερου στίχου και παραδοσιακής φόρμας. Με τον Χριστόφορο Λιοντάκη ο ελυτικός έρωτας θα μυθολογηθεί μέσω του κρητικού Λαβύρινθου και του Μινώταυρου, σ΄ένα δραματικά φορτισμένο αντιθετικό ζεύγος σκότους-φωτός. Η ερωτική πλησμονή του Γιώργου Βέη θα κορφολογήσει τα αισθησιακά διαθέσιμα του ελυτικού λυρισμού, για να τα διακοσμήσει με μια πανδαισία γεωγραφικής παγχρωμίας. Σ΄ έναν τύπο άδολου ερωτισμού θα ακουμπήσει, αντίθετα, ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης, που θα αποσπάσει από τον λυρισμό του Ελύτη μόνο την εξωστρεφή μουσική του.
Και οι επίγονοι της γενιάς του 1970 τι θα κληθούν κάνουν με τον Ελύτη; Το μεταμοντερνιστικό παιγνιώδες και ο διακειμενικός συμφυρμός θα δώσουν κι εν προκειμένω το παρών. Ο Στρατής Πασχάλης θα ενοφθαλμίσει στη φαντασιακή υψηγορία και την ποιητική ουτοπία της ελυτικής διαύγειας την παράδοση του γαλλικού συμβολισμού, ο Θανάσης Χατζόπουλος θα συμπλέξει την ελυτική φαντασία και ενόραση με την ψυχαναλυτική εικονογράφηση των ονειρικών του θραυσμάτων και ο Γιώργος Κοροπούλης θα διεμβολίσει την ελυτική ερωτική ανάταση με τη μελαγχολία και τα ποιητικά μέτρα του μεσοπολέμου σ’ ένα κράμα ειρωνείας, παρωδίας και σαρκασμού.
Ο κύκλος κλείνει και οι επιδράσεις του Ελύτη οδηγούνται στο πέρας τους (δεν θα αναφερθώ στους ποιητές που έπονται της γενιάς του 1970 και των επιγόνων της και γιατί κάποιες ομάδες τελούν ακόμη υπό διαμόρφωση και γιατί δεν ελέγχω καλά το συγκριτολογικό τους πεδίο). Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως μολονότι αυξάνουν σημαντικά στις μεταπολιτευτικές ποιητικές γενιές, οι ελυτικές επιδράσεις δεν αποκτούν ποτέ εντυπωσιακό όγκο στους κόλπους τους. Πιθανόν επειδή με την εξαίρεση των τάσεων που παρακολουθήσαμε και αυτές οι γενιές θητεύουν σ΄έναν κόσμο ασύμβατο με τον κόσμο του Ελύτη: όχι πια γιατί αντί να συνεγείρονται από τη δυνατότητα της τέχνης για μιαν οντολογική υπέρβαση του παρόντος, παραμένουν βυθισμένες στη ζώσα Ιστορία, όπως οι αμέσως προηγούμενες, αλλά επειδή ο ατομικισμός, ο κυνισμός και η μυθολογική αποσάρθρωση του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα κατάφεραν να τους εμπνεύσουν μιαν εγγενώς αντιλυρική στάση, που αν πρόκειται να συμπεριλάβει κάποτε στις παρακαταθήκες της τον υπερρεαλισμό, δεν θα το αποπειραθεί μέσω του Ελύτη.
Γιατί, εντούτοις, τα λέω όλα αυτά; Θα έπρεπε τάχα να δημιουργήσει υποχρεωτικά σχολή ο Ελύτης και θα έπρεπε επιπροσθέτως να συνωστίζονται εκόντες άκοντες οι νεότεροι στην ποιητική του αυλή προκειμένου να προμηθευτούν υποδείξεις και διδάγματα; Εννοείται πως όχι. Στη λογοτεχνία ουδείς εκ των άνω κανόνας μπορεί να ισχύσει και τα πράγματα πάντα αυτορυθμίζονται. Αξίζει, νομίζω, παρ' όλα αυτά, τον κόπο να τελειώσω με την υπόμνηση πως ένας ποιητής ο οποίος είναι ταυτισμένος στην κοινή συνείδηση με την περίσσεια των ερωτικών αισθημάτων και την ελληνική του λαμπρότητα (το κοστούμι που δεν έχει πάψει μέχρι σήμερα να ράβει για τον Ελύτη η δημόσια προσληψή του), παραμένει μέχρι και τώρα που συζητάμε δύστοκος ως προς την ενδοποιητική του διάχυση και οικειοποίηση. Κι αυτό γιατί οι λέξεις και οι παραστάσεις του, τα οπτικά και τα ηχητικά του σχήματα, αλλά και ολόκληρη η ποιητική του ανατρέπουν ευθύς εξαρχής την έξωθεν υποδοχή και αποδοχή του έργου του: έργο το οποίο εξακολουθεί να κοιτάζει με προσήλωση στον εσωτερικό του καθρέφτη και να αντλεί από εκεί τη μοναδική και σπάνια αύρα του.

"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του" (α' μέρος) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebooK, 19.10. 2026)

 ...............................................................


"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του"

              Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





έγραψε ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (facebook, 19. 10. 2026)

Πώς να σκεφτούμε τις επιδράσεις του Οδυσσέα Ελύτη; Δεν εννοώ τις επιδράσεις που δέχτηκε: Αυτές έχουν διερευνηθεί κατ΄επανάληψη στο παρελθόν, συνεχίζονται με πάσα επιμέλεια στις ημέρες μας και είναι πιθανόν να συνεχιστούν με την ίδια φροντίδα και μελλοντικά. Εννοώ τις επιδράσεις που άσκησε: γιατί κάποιες επιδράσεις έχει ασκήσει σίγουρα ο Ελύτης στις νεότερες γενιές κι αυτές θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω προχωρώντας, σ΄ένα πεδίο που όπως κι να το κοιτάξουμε δεν μοιάζει ιδιαίτερα διερευνημένο.
Ποιες ακριβώς, όμως, είναι οι νεότερες γενιές; Είναι, βέβαια, οι γενιές που θα καλλιεργήσουν την ποίηση από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα μέχρι και τα σημερινά χρόνια. Είναι η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά: μια χορεία ποιητών την οποία ο Ελύτης, φεύγοντας από τη ζωή λίγο πριν από την εκπνοή του 20ου αιώνα, θα προλάβει να τη δει να φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της. Κι είναι επιπροσθέτως η γενιά του 1970 και οι επίγονοί της. Τη γενιά του 1970 ο Ελύτηςθα προλάβει επίσης να τη δει μεστή ενώ και οι επίγονοί της δεν θα είναι στα σπάργανα της νιότης τους όταν θα πεθάνει ο ποιητής.
Μιλάμε, λοιπόν, για τέσσερις γενιές με τις οποίες συμπορεύτηκε επί μακρόν ο Ελύτης (μια πεντηκονταετία στο σύνολο της διαδρομής), διαμορφώνοντας με κάποιον τρόπο ένα μέρος της ταυτότητάς τους (ξέρω πως ο όρος γενιά έχει πέσει θύμα ποικίλων καταχρήσεων μα στα μακροσκελή, όπως το προκείμενο, διαγράμματα δεν έχει πάψει να διατηρεί τη λειτουργικότητά του, ακόμα κι αν επιστρατεύεται περισσότερο για να οριοθετήσει κάποιες γραμματειακές υποπεριόδους και λιγότερο για να αναδείξει λογοτεχνικές συσσωματώσεις με συμπαγή χαρακτηριστικά.
Εκκινώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, τι συνέβη καταρχάς με την υπερρεαλιστική της ομάδα; Πόσο συναναστράφηκε το κλίμα του Ελύτη και σε ποιον βαθμό επικοινώνησε με την τεχνική του; Ας εξετάσουμε τα ευρήματα. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ακολούθησε έναν εξαιρετικά ορθόδοξο υπερρεαλιστικό δρόμο, με μεγάλες λογικές υπερβάσεις και πλήθος εικονοποιητικά και ακουστικά απροσδόκητα, συνδυασμένα με μιαν ιδιαιτέρως αναστατωμένη και διαταραγμένη γραφή. Πρόκειται για έναν υπερρεαλισμό που δεν υιοθέτησε και δεν υπερασπίστηκε ποτέ ο Ελύτης, ο οποίος αν κληροδότησε κάτι στον Κακναβάτο, αυτό είναι το ανυψωτικό και το ενορατικό στοιχείο της έκφρασης. Ο Μίλτος Σαχτούρης, πάλι, συνταίριαξε από την πρώτη στιγμή τον υπερρεαλισμό του με μια σαφώς εξπρεσιονιστική παράμετρο, ανασύροντας στην επιφάνεια μιαν επικράτεια παραλόγου και τρόμου που επίσης δεν ανήκει στην ατμόσφαιρα του Ελύτη. Ο Δ. Π. Παπαδίτσας, από τη μεριά του, ταίριαξε στο ξεκίνημά του πιο πολύ με το ρηξικέλευθο, αποθεμελιωτικό στυλ του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, κρατώντας μακριά από τον λόγο του τη μεταστοιχειωτική φαντασία του Ελύτη, που αργότερα θα σκοντάψει και στο επίβουλο υπαρξιακό σύμπαν το οποίο θα χτίσει βαθμιαία ο ποιητής. Και η Μαντώ Αραβαντινού, ωστόσο, θα σταθεί μακριά από τον Ελύτη, τόσο εξαιτίας της σταθερά αφαιρετικής (έως και γεωμετρικής) γραφής της όσο και λόγω της έκδηλης τάσης της προς το σύμβολο και την αλληγορία.
Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, από τη άλλη πλευρά, θα μπορούσα να πω ότι πλησιάζει περισσότερο τον Ελύτη, χάρη στη διάχυτη ερωτική της διάθεση. Κι εδώ, εντούτοις, η σχέση θα παραμείνει εντέλει χαλαρή μια και η Χατζηλαζάρου έχει έναν εξομολογητικό τόνο και μια λογική στιχουργική δομή που την απομακρύνουν ευθύς εξαρχής από την περίτεχνη κρυπτικότητα του Ελύτη. Σκέφτομαι πως ο εγγύτερος ίσως στον Ελύτη μεταπολεμικός υπερρεαλιστής είναι ο Γιώργος Λίκος: με τη μυστηριακή ομολογία της φύσης, που διαπερνά απ’ άκρου εις άκρον τον στίχο του, με τα λαμπερά (κάποτε εκτυφλωτικά) του χρώματα, παρά τη μαύρη αχλή που συχνά προϋποθέτουν, αλλά και με τη μουσικότητα των εικόνων του. Και ο Νάνος Βαλαωρίτης, όμως, που δεν είναι ακριβώς υπερρεαλιστής, δεν στέκει εκτός τροχιάς Ελύτη, συγκεράζοντας, στις πρώτες τουλάχιστον ποιητικές του προσπάθειες, την καταφυγή στον μύθο και στο αρχέτυπο με μιαν ισχυρή μεταμορφωτική φαντασία. Για τον Ε. Χ. Γονατά, που έχει κάποιες μακρινές υπερρεαλιστικές καταβολές, παραμένοντας στη μεθόριο ποίησης και πεζογραφίας, ο Ελύτης είναι πιθανόν να έχει παίξει κάποιον ρόλο ως προς την αποσπασματική ονειρική του αφήγηση. Ο Τάκης Βαρβιτισώτης, τέλος, μολονότι δύσκολα θα κατατασσόταν στους μεταπολεμικούς υπερρεαλιστές, εμφανίζεται στα νιάτα του με μιαν υπερρεαλιστική μετριοπάθεια πολύ γνώριμη στον Ελύτη.
Τα συμπεράσματα δεν είναι πλούσια: Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές δεν διασταυρώνονται σε κεντρική λεωφόρο με τον Ελύτη: τον βρίσκουν οπωσδήποτε μπροστά τους, βρίσκουν και κάποιους τρόπους να συνεννοηθούν με τη γλώσσα και την εικονογραφία του, αλλά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κληρονόμους του ούτε, έστω, έμμεσους μεταβιβαστές του στη γενιά τους ή και στις επόμενες. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Επειδή οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές είναι είτε πολύ ορθόδοξοι (Κακναβάτος) είτε πολύ ανορθόδοξοι (Χατζηλαζάρου) στις επιλογές τους; Επειδή ο υπερρεαλισμός συνιστά για τους περισσότερους ένα πάτημα για να αναχθούν κατόπιν στη δική τους, αυτόνομη σφαίρα (με τον Παπαδίτσα να βαδίζει προς την υπαρξιακή ποίηση, τον Σαχτούρη να φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό, την Αραβαντινού να καταλήγει στην αφαίρεση και την αλληγορία, τον Βαλαωρίτη να αγκαλιάζει πολλαπλές όψεις του μοντερνισμού, τον Γονατά να παίζει με τους φαντεζίστ και τον Βαρβιτσιώτη να οδεύει προς τον καθαρό λυρισμό); Ή μήπως επειδή γενικότερα η μεταπολεμική αγωγή τους, που αποτυπώνει την εμπειρία της άνδρωσής τους μέσα στη φωτιά της παγκόσμιας σύρραξης (εδώ ας υπολογίσουμε πιο πολύ τον Κακναβάτο, τον Σαχτούρη, τον Παπαδίτσα και τον Λίκο), επιτρέπει στην ποίησή τους μιαν ιστορική σκοτεινιά ασύμπτωτη με τη σκοτεινιά του Ελύτη, η οποία είναι η σκοτεινιά της κρυμμένης τύψης, της συμφιλίωσης του έρωτα και του θανάτου αλλά και της καθαρής θανατολογίας και θανατογραφίας;
Ισχύουν μάλλον και οι τρεις εξηγήσεις, θα πιαστώ, όμως, από την τελευταία για να δώσω μιαν απάντηση στην εύλογη απορία γιατί ο Ελύτης απουσιάζει πανηγυρικά από το υπόλοιπο τοπίο της πρώτης, αλλά και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Το «πανηγυρικά», βέβαια, είναι μια λέξη: μεμονωμένα κάδρα, σπασμένα γυαλάκια στίχων, κρυπτομνησίες και σκόρπιες παραπομπές είμαστε ασφαλώς σε θέση να εντοπίσουμε σε ποικίλα σημεία της ποιητικής παραγωγής τόσο των πρώτων όσο και των δεύτερων μεταπολεμικών. Συντεταγμένο, παρόλα αυτά, μέτωπο επιδράσεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να διακρίνουμε. Και φταίει, νομίζω, γι αυτό η Ιστορία.
Το βάρος της Ιστορίας: Η Ιστορία είναι για τον Ελύτη ένα ανυπόφορο βάρος: μια πολλαπλά παραμορφωμένη και εξαντλημένη πραγματικότητα, που χρειάζεται πρώτα να σβηστεί από τον χάρτη της οικουμένης και μετά να ξαναγραφτεί εξυπαρχής και να ενταχθεί στην προοπτική μιας λυτρωτικής ουτοπίας, την οποία θα αρδεύσουν τα ζείδωρα νάματα της τέχνης. Για τους πρώτους και τους δεύτερους μεταπολεμικούς (ακόμα και για τους πλέον υπαρξιακούς και εξατομικευμένους αναμεταξύ τους), η Ιστορία έχει σιδερένια γόνατα: κουβαλά όλη τη φρίκη με την οποία γέμισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τους ανθρώπους, σκορπίζοντας παντού το αίμα, τον όλεθρο και τον εξανδραποδισμό.
Ο Ελύτης θέλει να κλείσει μια τρύπα που έχει ανοίξει η Ιστορία στο σύμπαν επειδή εξισώνει την Ιστορία με μιαν εν γένει μοχθηρή και ταυτοχρόνως εκκενωμένη πραγματικότητα, η οποία εναντιώνεται πεισματικά στο απελευθερωτικό βλέμμα της ποίησης. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι μεταπολεμικοί βλέπουν στην Ιστορία την ανέκκλητη φθορά και την ασύνορη έρημο που έχει επιφέρει με την αποπνικτική βοή της στις συνειδήσεις. Και στην έρημο δεν υπάρχουν, κακά τα ψέματα, ούτε οράσεις ούτε ουτοπίες. Σε μια τέτοια τροχιά, η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά θα νιώσει σίγουρα καλύτερα με τον ρεαλισμό του Καβάφη, με τη στυφή αμεσότητα του Καρυωτάκη, όπως και με τον περί φθοράς λόγο του Σεφέρη.
Η γύμνια, η ξηρότητα, ο χαμηλός τόνος και η αδιακόσμητη υποβολή του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη στέκουν στους αντίποδες του Ελύτη, που με το ένα του μάτι κοιτάζει προς τα έξω, προς ένα φωτεινό και σωτήριο ουτοπικό μέλλον, ενώ με το άλλο στρέφεται στα ενδότερα της ποιητικής του τέχνης, για να προσέλθει στον ναό της αυτοδύναμης ακτινοβολίας της και να λατρέψει απέραντα τον άμωμο θεό της.
Κατά τα άλλα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι μεταπολεμικοί ποιητές θα στραφούν στον λυρισμό, ο Ελύτης θα είναι, φυσικά, παρών. Τον είδαμε πώς συναντά τον Βαρβιτσιώτη από την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Θα τον δούμε να προκαλεί κάποια έλξη και στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά: ένας λυρικός που θα λατρέψει με τη σειρά του, όσο παραμένει νέος, το κάλλος της ποίησης, επιστρατεύοντας για τα τελετουργικά της λατρείας του μιαν έντονα μυθοποιητική φαντασία. Τελειώνοντας με τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ο Ελύτης δεν αποκλείεται να έχει ένα μερίδιο συμμετοχής και στον δραματικό λυρισμό της Κικής Δημουλά, με τις ξαφνικές γλωσσικές αναφλέξεις και συστροφές που δονούν τα ποιήματά της από την πρώτη μέχρι και την τελευταία συλλογή της.
Σταματώ, στους δύο πρώτους κύκλους επιδράσεων του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατό του κι αν χρειαστεί θα συνεχίσω.