Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011: Έτος Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011: Έτος Παπαδιαμάντη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

Απόσπασμα Ε' από το μυθιστόρημα "Η Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 - 1911) ("Πάπυρος"-"ΒΙΠΕΡ" Νο 13 - 1975)

 ...............................................................


Απόσπασμα Ε' από το μυθιστόρημα "Η Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 - 1911)




"...Άμα απήλθεν η Αμέρσα, η Φραγκογιαννού, ζαρωμένη πλησίον της γωνίας, μεταξύ της εστίας και του λίκνου, έχασεν εκ νέου τον ύπνον της, και ήρχισε να συνεχίζη τους πικρούς και πόρρω πλανωμένους διαλογισμούς της. Όταν λοιπόν εξενιτεύθησαν εις την Αμερικήν οι δύο μεγαλύτεροι υιοί, και η Δελχαρώ εμεγάλωσεν, ανάγκη ήτο αυτή η μήτηρ να φροντίση διά την αποκατάστασιν της κόρης, καθότι ο γέρων, ο «Λογαριασμός», δεν διέπρεπεν επί δραστηριότητι. Λοιπόν ηξεύρει όλος ο κόσμος τι σημαίνει μία μήτηρ να είναι συγχρόνως και πατήρ διά τας κόρας της, και να μην είναι τουλάχιστον μήτε χήρα. Οφείλει η ιδία και να υπανδρεύση και να προικίση και προξενήτρια και πανδρολόγισσα να γίνη. Ως ανήρ οφείλει να δώση οικίαν, άμπελον, αγρόν, ελαιώνα, να δανεισθή μετρητά, να τρέξη εις του συμβολαιογράφου, να υποθήκευση. Ως γυνή, πρέπει να κατασκευάση ή να προμηθευθή «προίκα», τουτέστι παράφερνα, ήτοι σινδόνας, χιτώνια κεντητά, μεταξωτάς εσθήτας με χρυσοΰφαντα ποδογύρια. Ως προξενήτρια πρέπει ν’ ανιχνεύση γαμβρόν, να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση. Και οποίον γαμβρόν!
Ένα ωσάν τον Κωνσταντήν, όστις ερρογχάλιζε τώρα, πέραν του μεσοτοίχου, εις τον πλαγινόν θαλαμίσκον, άνθρωπον σπανόν, «αΐσκιωτον», άγαρμπον. Και ο τοιούτος να έχη «καπρίτσια», απαιτήσεις, πείσματα· σήμερον να ζητή τούτο και αύριον εκείνο· την μίαν ημέραν να ζητή τόσα, την άλλην περισσότερα και συχνά «να τον βάζουν στα λόγια» άλλοι ιδιοτελείς ή φθονεροί, ν’ ακούη εντεύθεν κ’ εκείθεν διαβολάς, ραδιουργίας, «μαναφούκια» και να μη θέλη «να ταιριασθή». Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι όλον τον καιρόν «κόττα-πίττα».
Κι αυτόν τον γαμβρόν, με μυρίους κόπους, με ανεκδιήγητα βάσανα, μόλις, μετά πολύν καιρόν, να τον πείθη τις να στεφανωθή επί τέλους. Κ’ η νύφη να καμαρώνη, φέρουσα στολισμόν πολυτελή, καρπόν πολλής νηστείας και οικονομίας, κ’ η νύφη να μην έχη πλέον μέση, διά ν’ αναδεικνύεται το πάλαι λιγυρόν ανάστημά της.
Και τρεις μήνας μετά τον γάμον να γεννά κόρην – μετά τρία ακόμη έτη έναν υιόν – μετά δύο έτη πάλιν κόρην – αυτήν την νεογέννητον, χάριν της οποίας ηγρύπνει τώρα τόσας νύκτας η γηραιά μάμμη.
Και δι’ όλ’ αυτά τα θυγάτρια να μέλλη να υποφέρη η μήτηρ των τόσα – κι άλλα τόσα – κι άλλα τόσα, από όσα έχει υποφέρει η μάννα της δι’ αυτήν.
Έμεινεν η καημένη, η ανδροκόρη, η Αμέρσα, ανύπανδρη (ας έχη την ευχήν της). Είδε την γλύκα. Τω όντι, φρόνιμη νέα. Τί θ’ απήλαυεν από τα βάσανα του κόσμου; Και ούτ’ εζήλευε καν! Τί να ζηλέψη; Έβλεπε την μεγάλην αδελφήν της και την ελυπείτο – την εκαίετο.
Όσον διά την μικράν, την Κρινιώ, άμποτε κι αυτήν ο Θεός να την φωτίση! Όπως και αν έχη, η μάννα της δεν έχει σκοπόν – δεν βαστά πλέον, δεν αντέχει – να υποφέρη διά να την υπανδρεύση και το πολλοστημόριον όσων διά την μεγάλην αδελφήν της υπέφερε. Αλλά σας ερωτώ, έπρεπε πράγματι να γεννώνται τόσα κοράσια; Και αν γεννώνται, αξίζει τον κόπον ν’ ανατρέφωνται; «Δεν είναι», έλεγεν η Φραγκογιαννού, «δεν είναι χάρος, δεν είναι βράχος;» Καλύτερα «να μη σώνουν να πάνε παραπάνω». «Σα σ’ ακούω γειτόνισσα!»
Μεγάλην και ιεράν ανακούφισιν ησθάνετο η πολυπαθής γυνή, όταν συνέβαινε, μετά της μικράς πομπής του ιερέως, προπορευομένου του Σταυρού, ν’ ακολουθή βαστάζουσα εις τας χείρας της η ιδία, ως φιλεύσπλαγχνος και συμπονετική οπού ήτον, το εν είδει λίκνου μικρόν φέρετρον. Προέπεμπε το θυγάτριον μιας γειτόνισσας, ή μακρινής συγγενούς, μέχρι του τάφου. Δεν ημπορούσε να καταλαμβάνη τι εμορμύριζεν ο ιερεύς μασών τας λέξεις με τους οδόντας του. «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον... Πολλάκις γαρ του μνήματος έμπροσθεν τους μαστούς συγκροτούσι και λέγουσιν· Ω υιέ μου και τέκνον γλυκύτατον, ουκ ακούεις μητρός σου τι φθέγγεται; Ιδού και η γαστήρ η βαστάσασά σε. Ίνα τι ου λαλείς ως ελάλεις ημίν. Αλληλούια!» Και πάλιν. «Ω τέκνον, τίς ποτέ μη θρηνήσει βλέπων σου το εμφανές, πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν!»
Αλλά μεγάλως ευφραίνετο όταν η μικρά πομπή, μετά δέκα λεπτών της ώρας δρόμον έφθανεν εις τα «Μνημούρια». Ωραία εξοχή, παντοτινή άνοιξις, θάλλουσα βλάστη, αγριολούλουδα, εμύριζε κήπος. Ιδού ο περίβολος των νεκρών! Ω! ο Παράδεισος, απ’ αυτόν τον κόσμον ήδη, ήνοιγε τας πύλας διά να δεχθή το μικρόν άκακον πλάσμα, το οποίον ηυτύχησε να λύτρωση τους γονείς του από τόσα βάσανα. Χαρήτε, αγγελούδια, που πετάτε γύρω-τριγύρω με τα φτερά σας τα χρυσόλευκα, και σεις, ψυχαί των Αγίων, υποδεχθήτε το!
Όταν επέστρεφεν εις την νεκρώσιμον οικίαν η γραία Χαδούλα, διά να παρευρεθή την εσπέραν εις την παρηγορίαν, –παρηγορίαν καμμίαν δεν εύρισκε να είπη, μόνον ήτο χαρωπή όλη κ’ εμακάριζεν το αθώον βρέφος και τους γονείς του. Και η λύπη ήτο χαρά, και η θανή ήτο ζωή, και όλα ήσαν άλλα εξ άλλων.
Α! ιδού... Κανέν πράγμα δεν είναι ακριβώς ό,τι φαίνεται, αλλά παν άλλο – μάλλον το εναντίον.
Αφού η λύπη είναι χαρά, και ο θάνατος είναι ζωή και ανάστασις, τότε και η συμφορά ευτυχία είναι και η νόσος υγίεια. Άρα όλαι αι μάστιγες εκείνες, αι κατά το φαινόμενον τόσον άσχημοι, όσαι θερίζουν τα άωρα βρέφη, η ευλογιά κ’ η οστρακιά κ’ η διφθερίτις, και άλλαι νόσοι, δεν είναι μάλλον ευτυχήματα, δεν είναι θωπεύματα και πλήγματα των πτερών των μικρών Αγγέλων, οίτινες χαίρουν εις τους ουρανούς όταν υποδέχωνται τας ψυχάς των νηπίων; Και ημείς οι άνθρωποι, εν τη τυφλώσει μας, νομίζομεν ταύτα ως δυστυχήματα, ως πληγάς, ως κακόν πράγμα.
Και χάνουν τον νουν των οι ταλαίπωροι γονείς, και πληρώνουν τόσον ακριβά τους ημιαγύρτας ιατρούς και τα τριωβολιμαία φάρμακα, διά να σώσουν το παιδί τους. Δεν υποπτεύονται ότι, όταν νομίζουν ότι «σώζουν», τότε πράγματι «χάνουν» το τεκνίον. Και ο Χριστός είπεν, όπως είχεν ακούσει η Φραγκογιαννού να της εξηγή ο πνευματικός της, ότι όποιος αγαπά την ψυχήν του, θα την χάση, κι όποιος μισεί την ψυχήν του, εις ζωήν αιώνιον θα την φύλαξη.
Δεν έπρεπε τω όντι, αν δεν ήσαν τυφλοί οι άνθρωποι, να βοηθούν την μάστιγα, την διά πτερών Αγγέλων πλήττουσαν, αντί να ζητούν να την εξορκίσουν; Αλλ’ ιδού, τ’ Αγγελούδια δεν μεροληπτούν ούτε χαρίζονται, και παίρνουν αδιακρίτως εις τον Παράδεισον αγόρια και κοράσια. Περισσότερα μάλιστα αγόρια –πόσα χαδευμένα και μοναχογέννητα!– αποθνήσκουν άωρα. Τα κορίτσια είν’ εφτάψυχα, εφρόνει η γραία. Δυσκόλως αρρωστούν και σπανίως αποθνήσκουν. Δεν έπρεπεν ημείς ως καλοί χριστιανοί, να βοηθώμεν το έργον των Αγγέλων; Ω, πόσα αγόρια, και αρχοντόπουλα μάλιστα, αρπάζονται άωρα. Ακόμη και τ’ αρχοντοκόριτσα ευκολώτερον αποθνήσκουν –αν και τόσον σπάνια μεταξύ του φύλου– παρ’ όσον τα απειράριθμα θηλυκά της φτωχολογιάς. Τα κορίτσια της τάξεως ταύτης είναι τα μόνα εφτάψυχα! Φαίνονται ως να πληθύνωνται επίτηδες, διά να κολάζουν τους γονείς των, απ’ αυτόν τον κόσμον ήδη. Α! όσον το συλλογίζεται κανείς, «ψηλώνει ο νους του»!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Την στιγμήν εκείνην, άρχισε το θυγάτριον να βήχη και να κλαυθμυρίζη. Η γραία αφού είχε συλλογισθή όλα τ’ ανωτέρω, όσον και αν είχεν εξαφθή από τα κύματα των αναμνήσεων, ησθάνθη αίφνης ζάλην, από τον σάλον οιονεί και την ναυτίαν της ζωής της και άρχισε να ναρκώνεται, κ’ ενύσταζεν ακρατήτως.
Το μικρόν κοράσιον έβηχε κ’ έκλαιε κ’ εθορύβει «ως να ήτον μεγάλος άνθρωπος». Η μάμμη του εσκίρτησεν, εστράφη, κ’ έχανε πάλιν τον ύπνον της.
Η λεχώνα εκοιμάτο βαθέως, και ούτε ήκουσε τον βήχα και τα κλαύματα.
Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ’ έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής.
– Ε! θα σκάσης; είπε.
Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους. Επόμενον ήτο, διότι είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση».
Ήξευρον ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδία. Αλλ’ είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τί έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.
Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν· είτα εξάγουσα τους δακτύλους της από το μικρόν του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ’ ολίγα δευτερόλεπτα.
Αυτό ήτο όλον.
Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνη το όνειρον της Αμέρσας, το οποίον αύτη ελθούσα προ μιας ώρας, μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθή εις την μητέρα της!
 Είχε «ψηλώσει» ο νους της!..."

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

"Γουτοῦ Γουπατοῦ" (1899) διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851-3.1.1911)

...............................................................

 



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (4.3.1851-3.1.1911)




"Γουτοῦ Γουπατοῦ" (1899)


Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τὸν ἐχλεύαζον τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς, τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».

―Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…

Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες τῶν μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν πειράζουν.

― Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.

Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:

― Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι. (Ναί, εἶμαι χταπόδι. Ἐσὺ εἶσαι χταπόδι.)

Εἶχε φίλους τόσον ὀλίγους καὶ τόσον ἀμετρήτους ἐχθρούς, εἰς μέρος τόσον ὀλιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ἢ διακριτικός τις τὸν ὑπερήσπιζεν ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀγυιοπαίδων. Εἰς ἐκεῖνον ἐγίνετο σκλάβος ἰσόβιος, κ᾽ ἐξετέλει δι᾽ αὐτὸν διακονήματα προθύμως, μετὰ βίας δεχόμενος φίλευμα ἢ κέρασμα. Πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ὑπῆρχε φιλία οὔτε σπονδή.

Μόνον τὴν μητέρα του εἶχεν εἰς τὸν κόσμον. Ἐκείνη τὸν ἐπόνει, τὸν ἠγάπα περιπαθῶς, καὶ αὐτὸς τὴν ἐλάτρευεν. Ἀδελφὴν δὲν εἶχεν. Ὁ ἕνας ἀδελφός του εἶχε χαθῆ εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸ χρόνων καὶ δὲν ἠκούσθη. Ὁ ἄλλος, χασομέρης ἄχρηστος, ὡς μόνον ἐπάγγελμα εἶχε τὸ νὰ πηγαίνῃ κάθε χρόνον μέσα εἰς τὴν μεγάλην στερεάν, ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχον ἄφθονα θέρη, καὶ νὰ κάμνῃ τὸ ἔργον τῆς σβάρνας· ἦτο δὲ ἡ σβάρνα βαρεῖα σανίς, τὴν ὁποίαν ἔσυρον ἄλογα ἢ βόδια εἰς τὸ ἁλώνι· καὶ αὐτὸς ἐκάθητο ἐπάνω εἰς τὴν σανίδα, ἔμψυχον βάρος, διὰ νὰ γίνεται τέλειον τὸ ἁλώνισμα· ἐκεῖ εἶχεν ἀποθάνει. Ὁ τρίτος ἐγύριζε ναυτικὸς εἰς τὰ ξένα. Ὁ Μανώλης ἄλλην στοργὴν δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν μητέρα του. Αὕτη ἦτο ἤδη γραῖα, καὶ αὐτὸς εἶχε μεγαλώσει πολύ.

Οἱ ὀλίγοι φίλοι του, ἐκεῖνοι οἵτινες συνεπάθουν πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ, τὸν εἶχον ἀκούσει ἐπανειλημμένως ν᾽ ἀπειλῇ καὶ νὰ λέγῃ μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν νηπιώδη:

― Τάνῃ Γιὰ πέτου ᾽γὼ πιιγῶ μέτα Μπούτι! (Σὰν πεθάνῃ ἡ Γριά, θὰ πέσω ἐγὼ νὰ πνιγῶ μὲς στὸ Μπούρτσι.)

Ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄχρηστον. Ἐξαιρουμένης τῆς γλώσσης τὸ ἥμισυ τοῦ ἀνθρώπου ἦτο ὑγιές. Ὁ δεξιὸς ποὺς ἐσύρετο κατόπιν τοῦ ἀριστεροῦ, δὲν ἐκινεῖτο ἐλευθέρως. Ἡ δεξιὰ χεὶρ ἂν καὶ χονδρὴ καὶ δυσανάλογος, καὶ σχεδὸν παράλυτος φαινομένη, εἶχε τεραστίαν ρώμην. Ὡμοίαζε μὲ μάγγανον ἢ μὲ ὀδόντας ταυροσκύλου. Διὰ νὰ δράξῃ ἓν πρᾶγμα, συνήθως βραχίονα ἢ πλάτην κανενὸς παιδίου ὀχληροῦ, ἐχρειάζετο κόπον· ἔπρεπε νὰ τὴν βοηθήσῃ ἡ ἄλλη χείρ, νὰ ψαύσῃ δηλαδὴ τὸν γρόνθον τῆς δεξιᾶς, καὶ νὰ τὸν διευθύνῃ· ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἔδραττε τὸ ἀντικείμενον, ἡ τεραστία χεὶρ δὲν τὸ ἄφηνε πλέον, σχεδὸν καὶ ἂν ἤθελε νὰ τὸ ἀφήσῃ. Ἀλλοίμονον τότε εἰς τὸν βραχίονα, εἰς τὴν ὠμοπλάτην, ἀλλοίμονον εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ αὐθάδους!

Ἦτο χωλὸς καὶ κυλλὸς καὶ μογιλάλος. Ἦτο ὁ Μανωλιὸς τὸ Ταπόι.

*
* *

Τέσσαρες ἢ πέντε ἄνθρωποι ἐγνώριζον καλῶς τὴν γλῶσσάν του εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Οὗτοι ἐκαλοῦντο, καθὼς τοὺς εἶχεν ὀνοματίσει ὁ ἴδιος, ὁ Γωμέος, ὁ Παγιώτας καὶ ὁ Παπαγᾶς. Τὰ καθαυτὸ ὀνόματά των ἦσαν, Λαμιαῖος καὶ Μιχαλιὸς καὶ Παπαγιάννης. Ἀλλὰ πῶς ἐκ τοῦ Μιχαλιός, ἐσχημάτισε τὸ Παγιώτας; Ἄπορον. Σπανίως προσέθετε συλλαβὴν ἢ μετέθετε τὸν τόνον. Ἡ φθογγολογία του ἦτο περιεργοτάτη, καὶ ἐν αὐτῇ ἐπλεόναζον τὰ λαρυγγόφωνα, ὡς καὶ τὰ σκληρὰ καὶ ψιλὰ ἐκ τῶν ἀφώνων.

Γατὶ ὠνόμαζε τὸ γαττί, γατὶ τὸ γιατί, γατὶ τὸ χαρτί.

Ἀλλ᾽ ἔξαφνα μίαν ἡμέραν ἐξέφερε φράσιν ἐν ᾗ ὑπῆρχεν ἡ λέξις αὕτη, πλὴν δὲν ἔβγαινε νόημα οὔτε ὡς γαττί, οὔτε ὡς γιατί, οὔτε ὡς χαρτί. Ἡ φράσις ἦτο:

«Πότε τῇ Γουτοῦ, Γουπατοῦ, μὰμ γατί». (Πότε νὰ ᾽ρθῇ τοῦ Χριστοῦ, τ᾽ Ἁιβασιλειοῦ, νὰ φᾶμε…) Καταρχὰς οἱ τρεῖς γνῶσται τῆς γλώσσης ἐνόμισαν ὅτι ἀπεκάλει μυκτηριστικῶς γαττιὰ τὰ κρέατα τὰ ὁποῖα ἐπωλοῦσαν οἱ κρεοπῶλαι τοῦ χωρίου. Οἱ τρεῖς προειρημένοι, καὶ μάλιστα ὁ Παγιώτας, ἦσαν δυνατοὶ εἰς τὴν γλῶσσαν, καὶ τὴν ὡμίλουν οἱ ἴδιοι. Ἀλλ᾽ ὅταν προσέτρεξαν εἰς τὰ ἀνώτερα φῶτα τοῦ κὺρ Γιωργῆ τοῦ Λαυκιώτη, διευθυντοῦ τοῦ μεγάλου καφενείου, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ἐπίσημος προστάτης τοῦ Ταπόη, καὶ οἱονεὶ ἐπίτιμος καθηγητὴς τῆς ἰδιαιτέρας γλώσσης, χωρὶς νὰ τὴν ὁμιλῇ ὁ ἴδιος, οὗτος ἀπεφάνθη ὅτι τοιαύτη πικρὰ εἰρωνεία δὲν θὰ ἥρμοζεν εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ πτωχοῦ, τοῦ Μανώλη, ἀλλ᾽ ὅτι ἴσως ὠνόμαζεν ἁπλῶς γατὶ καὶ τὸ κατσίκι, καὶ τὸ ἀρνί. Ὣς τόσον τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν ἀμφίβολον ἄχρι τῆς ὥρας ταύτης.

*
* *

Ἐπερίμενε πράγματι ἀνυπομόνως «πότε νά ᾽ρθῃ τοῦ Χριστοῦ, τ᾽ Ἁιβασιλειοῦ», καὶ ἅμα ἔμβαινε τὸ Σαρανταήμερον, ὄπισθεν τῆς θύρας τοῦ καφενείου τοῦ κὺρ Γιωργῆ, ἐσημείωνεν ἰδιοχείρως, μὲ ἓν τεμάχιον κιμωλίας, τόσες γιῶτες, ὅσας ἡμέρας ἔχει ἡ Σαρακοστή· καὶ κάθε πρωί, πρὶν τοῦ δώσῃ ὁ Γιωργὴς τσιγάρον νὰ καπνίσῃ, ἢ καφὲν νὰ πίῃ, ἔσπευδε νὰ σβήσῃ μίαν ἰῶτα, καὶ τὰς ἔβλεπε μὲ χαρὰν νὰ ὀλιγοστεύουν. Πλὴν οἱ μοσχομάγκες τῆς ἀγορᾶς, λαθραίως, ἐπήγαιναν κ᾽ ἔγραφαν ἄλλες τόσες γιῶτες, ὅσες εἶχε σβήσει ἐκεῖνος, κ᾽ ἔτσι ἡ Σαρακοστὴ ἐφαίνετο ὅτι δὲν θὰ εἶχε ποτὲ τελειωμόν.

Ὁ Ἅις Νικόλας εἶχεν ἀσπρίσει ἤδη τὰ γένεια του πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἦτον ἡ σειρὰ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ν᾽ ἀσπρίσῃ τὰ ἰδικά του· δὲν ἔμενον πλέον εἰμὴ δώδεκα ἡμέραι ἕως τὰ Χριστούγεννα.

―Ἔχουμε χαβὰ ἀκόμα, βρὲ χταπόδι! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Νικολὸς ὁ Μπαλαλᾶς· εἰκοσιδυὸ μέρες ἀκόμα θέλουμε.

― Ναί, ταπόι! ἐψέλλιζεν ὁ Μανώλης· τὰ κότη κότα τύ. (Νὰ μαζώξῃς τὴ γλῶσσά σου σύ.)

― Σὲ γελοῦν, βρὲ Μανιέ· δώδεκα μέρες ἀκόμα, τὸν ἐπαρηγόρει ὁ Γιωργής.

Καὶ ἤρχετο ἡ καρδιὰ τοῦ Μανώλη στὸν τόπον της. Εἶχεν ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὰς ἑορτάς. Ἐπρόκειτο νὰ συνοδεύῃ μερικὰ ἐκ τῶν παιδίων τῆς Κάτω Γειτονιᾶς, ὅσα ἦσαν τέκνα ἢ ἀνεψίδια φίλων καὶ προστατῶν του, ὅταν θ᾽ ἀνήρχοντο πρὸς τὰ ἐπάνω, ἀφ᾽ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ τῶν Φώτων, ἀνὰ δύο καὶ τρία, διὰ νὰ τραγουδήσουν τὰ χαρμόσυνα τραγούδια εἰς τὰ σπίτια καὶ εἰς τὰ μαγαζειὰ τῆς Ἐπάνω Ἐνορίας. Διότι δὲν θὰ ἐτόλμων ποτὲ νὰ ἀνέλθουν μοναχά των ἐκεῖ ἐπάνω.

Ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ χωρίου ἦσαν διῃρημένα εἰς δύο μεγάλα πάνοπλα στρατόπεδα. Αἱ ἐχθροπραξίαι ἤρχιζον ἀπὸ τὸ φθινόπωρον, διήρκουν καθ᾽ ὅλον τὸν χειμῶνα, ἐξηκολούθουν τὴν ἄνοιξιν, καὶ δὲν ἔπαυον τὸ θέρος ― εἰμὴ ἐφ᾽ ὅσον μετεφέροντο εἰς τὸν ἐλεύθερον κάμπον, ὅπου ἐκοκκίνιζον ἄωρα καὶ ᾑμωδίαζον τοὺς ὀδόντας προκλητικὰ τὰ μῆλα, τὰ κεράσια, τὰ ἀπίδια, καὶ ὕστερον τὰ σταφύλια. Ὁ ἐπίσημος πετροπόλεμος διεξήγετο ἰδίως τὴν Κυριακὴν τῶν Βαΐων, ἀλλ᾽ ὅμως ὁ πετροπόλεμος ὁ καθημερινὸς ποτὲ δὲν ἐκόπαζε μεταξὺ τῶν δύο φουσάτων.

Εἰς τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἐκεῖ ἄνωθεν τοῦ Βράχου, ἐβασίλευεν ὁ φοβερὸς Τσηλότατος. Ἦτο ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Βράχος ἐφ᾽ οὗ εἶχε τὸν θρόνον του, σγουρομάλλης, ἀκτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, καὶ ἀποτρόπαιος. Ἦτο αὐτὸς ὁ ἀνεγνωρισμένος ἀρχηγὸς τῶν μαγκῶν τῆς Ἄνω Ἐνορίας καὶ ὅλου τοῦ χωρίου. Τὰ δύο ποδάρια του ἦσαν χονδρά, μελαψὰ καὶ πλατέα, ὡς δύο κατάρτια. Ἐφόρει παρδαλὴν φανέλαν, ἥτις ἦτο ἅμα τὸ ὑποκάμισον καὶ τὸ ἐπανωφόρι του, καὶ κοντὸν πανταλόνι, χειμῶνα καὶ θέρος. Ἄδειαν δὲν εἶχε παιδὶ ἢ νέος ἢ γέρος νὰ περάσῃ ἀπ᾽ ἐκεῖ σιμὰ εἰς τὸν Βράχον, ἐξουσίαν δὲν εἶχε γριὰ ἢ νέα νὰ πάγῃ εἰς τὴν βρύσιν μὲ τὴν στάμναν της. Ἦτο ὡς δεκαεπτὰ ἐτῶν καὶ ἦτο φοβερὸς σκιὰς* ἤδη. Ἐφορολόγει τὰς γραίας, τὰς οἰκοκυράς, τὰς πτωχὰς χήρας. Ἂν δὲν τοῦ ἔδιδε μερδικὸ ἀπὸ τὰ φουρνιάτικα ἡ Γαρουφαλιά, ἡ φουρναρού, δὲν τῆς ἐπέτρεπε νὰ ψήσῃ τὰ ψωμιά. Ἔβαλλε φωτιὰ εἰς τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ ἔκαιεν, εἰς τὸ προαύλιον τοῦ φούρνου· κι ἐφώναζε τ᾽ ἄλλα τὰ παιδιά, νὰ πηδήσουν ἐκ τρίτου ἀπ᾽ ἐπάνω ἀπὸ τὴν λαμπὴν τῆς φωτιᾶς, ὡς νὰ ἦτο ἤδη τ᾽ Ἁι-Γιαννιοῦ στὸ Λιοτρόπι. Ἀπὸ τὴν μίαν γειτόνισσαν ἀπῄτει νὰ τοῦ φέρῃ τυρόπιτταν ποὺ νὰ πλέῃ στὸ βούτυρο διὰ νὰ φάγῃ, ἀπὸ τὴν ἄλλην λαδόπιτταν μὲ λάδι πολύ, ἢ καμμίαν γριὰ (μεγάλην τηγανίταν, ἴσην μὲ τὸ τηγάνι), ἀπὸ τὴν ἄλλην τυλιχτὸ (εἶδος κολοκυθόπιττας) ἢ μπομπότα μὲ πολὺ πολὺ μέλι.

Εἶχεν ἀκούσει τοὺς παλαιοὺς μύθους διὰ τὰ θεριά, τὰ ὁποῖα ἐφώλευαν σιμὰ εἰς τὴν βρύσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑδρεύετο τὸ χωρίον. Ἐὰν ἐπέζη ὥστε νὰ γίνῃ εἴκοσιν ἐτῶν, ἐμελέτα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς κατοίκους, ὡς ἐτήσιον φόρον, ἕνα κορίτσι τοὐλάχιστον. Καὶ ὁ Σουλτάνος, καθὼς ἤκουσε νὰ λέγουν, μίαν φορὰν παντρεύεται τὸν χρόνον.

Δυστυχῶς ὑπῆρξε πολὺ βραχύβιος, δὲν ἐπρόφθασε νὰ φθάσῃ εἰς ἡλικίαν. Καὶ ὑπῆρξεν ὁ τελευταῖος τῆς γενεᾶς του. Παιδίον ὅταν ἦτο, εἰς τὸν ἀνεμόμυλον ὅπου εἶχεν ἀνατραφῆ, εἶχον ἀποθάνει τὰ δύο ἀδελφάκια του. Κατόπιν ἀπέθανεν ἡ γριά, ἡ μάννα του, ὕστερον ὁ γέρος. Τοῦ ἐφάνη ὅτι εἶχε πέσει ἀπ᾽ ἐπάνω τους ὁ ἀνεμόμυλος καὶ τοὺς ἐπλάκωσε, καὶ πράγματι ἔπεσεν, ἀφοῦ ὁ γέρος δὲν ἐζοῦσε πλέον διὰ νὰ τὸν ἀλέθῃ. Ἀπὸ τὸν μύλον ἕως τὰ Μνημούρια, τὸ κοιμητήριον τοῦ χωρίου, ἦτο πολὺ σιμά.

Οἱ γονεῖς του ἦσαν καλοὶ χριστιανοί, ἐσκέφθη, καὶ δὲν ἐπέβαλαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους μεγάλην ἀγγαρείαν, νὰ τοὺς κουβαλοῦν μακρὰν διὰ νὰ τοὺς θάψουν. Πλὴν καὶ αὐτός, ἀρκετὰ ἐτάισε τοὺς πεθαμένους, εἶπε, καὶ ἦτον καιρὸς πλέον ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ βυζαίνῃ τοὺς ζωντανούς. Καὶ ἀφοῦ ὁ πεσμένος ἀνεμόμυλος δὲν ἦτο πλέον καλὸς διὰ νὰ κατοικῇ τις μέσα, ἐκουβαλήθη καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς ὑψηλῆς συνοικίας, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἐκεῖ ἔστησε τὸν θρόνον του.

Ἦτο ἀνεγνωρισμένος ἡγεμὼν ὅλων τῶν μαγκῶν καὶ φοβερὸς πολέμιος ὅλων τῶν παιδίων τοῦ σχολείου. Ὅλα τὰ παιδιὰ «τοῦ ἔκαναν τὸ σκῆμα»*. Ἦτο ὁ Μῆτρος ―ὁ Μῆτρος ὁ Τσηλότατος― ἢ «Τσηλότατος Γιατρός». Πόθεν καὶ διατί ὠνομάσθη οὕτω; Ἄδηλον. Ἴσως νὰ ἦτο παιδικὴ ἀντίληψις τοῦ «ὑψηλότατος» ἢ τοῦ «ἐξοχώτατος». Ἀγνοῶ.

Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου, «ἐκπληρῶν καὶ τὰ ἀστυνομικά», συνέβη νὰ περάσῃ μίαν ἡμέραν ἀπ᾽ ἐκεῖ, σιμὰ εἰς τὸν Βράχον, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὴν βρύσιν, ἔνθα εἶχε τὸ στραταρχεῖόν του ὁ Τσηλότατος. Αἱ πτωχαὶ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς εἶχον παραπονεθῆ πικρῶς ἐναντίον τῆς μάστιγος. Ὁ δήμαρχος ἔσεισε τοὺς ὤμους, ἐμειδίασεν, ἀπηύθυνεν ἠπίας ἐπιπλήξεις εἰς τὸν Μῆτρον καὶ εἰς ὅλην τὴν δωδεκαμελῆ συμμορίαν τῶν μαγκῶν ―ὁ Τσηλότατος εἶχεν ἀκριβῶς μίαν δωδεκάδα, ὅσους συμβούλους εἶχε καὶ ὁ δήμαρχος― καὶ ἀπεφάνθη:

― Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν, καλέ, αὐτὸ δὲν βλάπτει. Φτάνει νὰ μὴν τὸ παρακάνουν.

*
* *

Πέντε ἢ ἓξ παιδιὰ τοῦ σχολείου, ἀπ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκυνήγει ἀσπόνδως ὁ Τσηλότατος, εἶχον ἀναβῆ ἐν συνοδίᾳ τοῦ Μανωλιοῦ τοῦ Ταπόη εἰς τὴν ἐπάνω γειτονιάν, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγ. Βασιλείου κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος.

Ὁ Μανωλιὸς ὁ Ταπόης, «τό ᾽λεγε ἡ καρδιά του, μιὰ φορά». (Τοιοῦτον σχῆμα συντάξεως, μὲ τὴν ἄδειαν ὅλων τῶν γραμματικῶν, μᾶς φαίνεται παραστατικὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον.) Ὁ Μανωλιὸς ὁ Ταπόης, ἀλλοῦ ἐπήγαιναν τὰ πόδια του, ἀλλοῦ αἱ χεῖρες καὶ ἀλλοῦ τὸ σῶμά του. Πλὴν οἱ μυῶνές του ἦσαν ἰσχυροί, καὶ ὁ γρόνθος τῆς παραλύτου χειρὸς ἐκείνης ἔσφιγγεν ὡς μάγγανος.

Ἀνέβαινον, καὶ εἶχον καὶ τὸν φόβον. Δὲν ἦτον ἡ πρώτη φορά. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ὁ Μῆτρος ὁ Τσηλότατος μὲ τὸ φουσᾶτον του, ἂν καὶ μικρὸς ἀκόμα, τὸν εἶχε καταρημάξει τὸν πτωχὸν τὸν Ταπόη, μαζὶ μὲ τοὺς προστατευομένους του. Τὴν φορὰν αὐτήν, δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῆς συμμορίας τοῦ Μήτρου, ὁποὺ ἐφύλαγαν καραούλι, εἶχον κατοπτεύσει εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης μακρόθεν τοὺς ἐρχομένους. Ἦτο ὣς δύο ὥρας μετὰ τὴν δύσιν.

―Ὁ Μανώλης τὸ Χταπόδι, ἔρχεται· μᾶς φέρνει κελεπούρια, ἔδωκαν εἴδησιν εἰς τὸν Μῆτρον τὸν Τσηλότατον.

― Εἶναι πολλοί; ἠρώτησεν ἄλλος μάγκας, ὅστις ἵστατο πλησίον τοῦ Μήτρου.

― Εἶναι πέντ᾽ ἕξι ἑφτὰ ὀχτώ· εἶναι καμμιὰ δεκαριά… ὣς μιὰ ντουζίνα, εἶπε τὸ καραούλι.

― Σιώπα σύ! ἐπετίμησεν ὁ Μῆτρος τὸν ἐρωτήσαντα· δὲν εἶναι δουλειά σου. Ποῦ ᾽ν᾽ τοι;

― Κοντεύουν· ζυγώσανε.

― Στὰ πόστα σας, ἐσεῖς! Μαζώξετε πολλὰ βράχια, διέταξεν ὁ Τσηλότατος. Ἂν δὲν σᾶς πῶ ἐγώ, κανένας μὴ ρίξῃ!

Ὅταν ἐπλησίασεν ἡ συνοδία, τὸ φουσᾶτον ἦτον ἀνυπόμονον νὰ χυθῇ ἐναντίον της. Ἀλλ᾽ ὁ Μῆτρος διέταξε νὰ μείνουν κρυμμένοι, «στὰ πόστα τους».

― Θὰ τοὺς πάρουμε κατακοντά, ἐξηγήθη ὁ Μῆτρος εἰς τὸν πλησιέστερόν του. Νὰ ψωμώσουν πρῶτα, κ᾽ ὕστερα.

― Ἄ! ἔκαμεν ἐκεῖνος.

Νὰ ψωμώσουν, ἐννοοῦσεν ὁ Μῆτρος νὰ πάρουν λεπτά, ἀφοῦ τραγουδήσουν ἐδῶ ἐκεῖ στὰ σπίτια. Ὕστερον θὰ τοὺς ἐρρίχνοντο, θὰ τοὺς ἔπαιρναν τὰ λεπτά, καὶ θὰ τοὺς ἔδιδαν καὶ ξύλο. Τὰ «βράχια», τὰ ὁποῖα εἶχον μαζέψει, θὰ ἐχρησίμευον μόνον ἂν τυχὸν ἐτρέποντο εἰς ταχεῖαν φυγὴν οἱ ἄλλοι.

Τὰ παιδία τῆς Κάτω Ἐνορίας, μοιρασθέντα εἰς δύο, εἰσῆλθον εἰς δύο μαγαζειὰ καὶ ἤρχισαν νὰ τραγουδοῦν τὸν Ἁι-Βασίλη. Ὁ Μανώλης τὸ Χταπόδι ἵστατο εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ἑνός. Κατόπιν εἰσῆλθον εἰς ἄλλα μαγαζειά, ἀκολούθως ἀνέβησαν εἰς γνώριμα σπίτια. Ὁ Μανώλης πάντοτε φρουρὸς τῆς ἔξω θύρας.

Ἡ συμμορία τοῦ Τσηλότατου πάντοτε ἀφανὴς τοὺς παρηκολούθει ἐξόπισθεν, κρυμμένη εἰς τὰ στενὰ καὶ εἰς τ᾽ ἀγκωνάρια τῶν σπιτιῶν.

Μετὰ ὥραν ἡ συνοδία τοῦ Μανώλη κατέβη πάλιν εἰς τὴν κυρίαν ὁδόν. Ἠκούετο ὁ βρόντος τῆς τσέπης τῶν παιδίων. Ὁ Ταπόης ἐκοίταζεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχαν ἀκούσει ψιθυρισμοὺς δύο ἢ τρεῖς φοράς. Δὲν ἐγνώριζε καλὰ τὰ κατατόπια. Ὑπωπτεύετο καὶ ἤθελε νὰ ψάξῃ, νὰ βεβαιωθῇ. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ τὰ παιδιὰ μοναχά τους.

―Ὁ Τσηλότατος τί νὰ γίνεται; εἶπε τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἓν τῶν παιδίων.

― Πῶς δὲ μᾶς θυμήθηκε;

― Νά ὁ Τσηλότατος! ἠκούσθη αἴφνης φοβερὰ φωνή. Τσηλότατος Γιατρός!

Ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Τσηλότατος, ὅστις ἐξεπήδησεν αἴφνης ἀπὸ ἕνα χάλασμα καὶ κατόπιν του ἔτρεξεν ὅλη ἡ συμμορία.

― Τσηλότατος Γιατρός! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ οἱ συμμορῖταί του· κάμετε ὅλοι τὸ σκῆμα! Τσηλότατος Γιατρός!

― Πιάστε σεῖς τὰ κελεπούρια! ἐφώναξεν ὁ Τσηλότατος. Τὸ Χταπόδι τὸ κοπανίζω ᾽γώ!

Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι ὁ Τσηλότατος καὶ ὁ Ταπόης.

*
* *

Ἡ μάχη ἤρχισε. Πάραυτα ὁ πτωχὸς ὁ Ταπόης ἔφαγε δύο κατακεφαλιές, τρεῖς, τέσσαρες ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ φοβεροῦ [τοῦ] Τσηλότατου.

Δὲν ἐφαίνετο ἡ ἐλαχίστη πιθανότης, δὲν ὑπῆρχεν ἐλαχίστη ἐλπὶς ὅτι 〈δὲν〉 ἤθελε τὴν πάθῃ.

Τὸ ἓν τῶν παιδίων, τὸ ὁποῖον ἦτο σχετικώτερον τοῦ Ταπόη, ἐξεγλίστρησεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἑνὸς μάγκα καὶ ἐπλησίασε σιγὰ εἰς τὸν Ταπόην.

Τὸ παιδίον τοῦτο ἐννοοῦσε καλῶς τὴν γλῶσσαν τοῦ Μανώλη. Ὁ προβλεπτικὸς Ταπόης τοῦ εἶχεν εἰπῆ διὰ γλώσσης καὶ διὰ χειρονομίας:

― Ἅα γῇς Τότατο μάμι μίμι, ἔα ντά, χέι τὸ ἀὸ χέι. (Τουτέστιν· ἅμα ἰδῇς τὸν Τσηλότατο νὰ κοντεύῃ νὰ μὲ κάμῃ ψοφίμι, ἔλα κοντὰ νὰ μοῦ βάλῃς τὸ χέρι αὐτὸ (τὸ ἀριστερὸ) εἰς τὸν καρπὸν τοῦ ἄλλου χεριοῦ (τοῦ δεξιοῦ.))

Κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμὴν τὸ παιδίον αὐτὸ ἐνθυμήθη τὴν σύστασιν, ἐπλησίασεν εἰς τὸν Ταπόην κ᾽ ἐδοκίμασε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν συνταγήν. Ἐπέτυχε.

― Τί τοῦ ἔκαμες, βρέ; Μάγια; ἠρώτησαν οἱ ἄλλοι.

*
* *

Μετὰ μίαν στιγμὴν ὁ λαιμὸς τοῦ Τσηλότατου εὑρίσκετο ὡς ἐν φοβερᾷ ἁρπάγῃ ἐντὸς τοῦ σφιγκτοῦ γρόνθου μὲ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας, τῆς πελωρίας χειρὸς τοῦ Ταπόη. Ὁ Τσηλότατος ἀφῆκε πνιγμένην κραυγήν. Ἤσπαιρεν, ἠγωνία, ἐσφάδαζεν. Ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἔσφιγγεν ὁ Ταπόης, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον Τσηλότατος.

― Πόκυλου! ἔκραξε μόνον ὁ Ταπόης. (Χασαπόσκυλο!)

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας, ἐκρέμασαν τὰ χέρια κάτω, καὶ ἄφησαν τὰ «κελεπούρια». Δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψάξουν τὰ θυλάκια.

Ἡ συνοδία ἀπὸ τὴν Κάτω Ἐνορίαν ἀνεθάρρησε.

― Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο!

Ὀλίγον ἀκόμη, καὶ οἱ ἀμυντικοὶ θὰ ἐλάμβανον ἐπιθετικὴν στάσιν. Ὁ Τσηλότατος ἐπνίγετο, ἐρρόγχαζεν, ἐξεψυχοῦσε. Τὰ μάτια του εἶχαν πεταχθῆ ἔξω ἀπὸ τὰς κόγχας. Ἡ ἀνταύγεια ἀπὸ τοὺς λύχνους τῶν μαγαζειῶν τὰ ἐδείκνυε τρομερὰ εἰς τὴν νύκτα. Ἡ σελήνη ἔλαμπεν ἐκεῖ ἐπάνω ὑψηλά. Σιωπὴ καὶ τρόμος καὶ ἀγωνία.

Ἓν τῶν παιδίων ἀπὸ τὴν συμμορίαν ἔτρεφεν ἀληθῆ στοργὴν πρὸς τὸν Τσηλότατον. Τὸν ἠγάπα ὡς ἀδελφοποιτόν. Τὸ παιδίον τοῦτο εἶχεν ἀκούσει νὰ λέγουν ὅτι ὁ Ταπόης, ὅταν συνέβη ποτὲ ν᾽ ἀκούσῃ ὅτι ἡ μήτηρ του ἀρρώστησεν ἔξαφνα, ἔτρεξεν ἔξαλλος ἐκ τρόμου καὶ ἀπελπισίας. Αἴφνης τοῦ ἦλθεν ἡ ἐνθύμησις αὐτή. Τὸ παιδίον αὐθορμήτως ἐφώναξε:

― Πεθαίν᾽ ἡ μάννα σου, Μανώλη! Μανώλη, τρέχα, πεθαίν᾽ ἡ μάννα σου!

*
* *

Διὰ νὰ σωθῇ τις ἀπὸ τοὺς ὀδόντας τῆς Σκύλλης, τὸν παλαιὸν καιρόν, ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν μητέρα τοῦ τέρατος. «Αὐδᾶν δὲ Κραταιίν, μητέρα τῆς Σκύλλης, ἥ μιν τέκε πῆμα βροτοῖσιν».

Εἰς τοὺς καθ᾽ ἡμᾶς χρόνους, ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸν Ἅγιον Φανούριον, ὀφείλουν νὰ λέγουν: «Θεὸς σχωρέσ᾽ τὴν μητέρα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου! Θεὸς σχωρέσ᾽ την!» Ἡ σύμπτωσις μαρτυρεῖ ἁπλῶς πόσον κοινὴ εἶναι ἡ πρὸς τὴν μητέρα φιλοστοργία, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους καὶ εἰς τὰ τέρατα.

Ὁ Ταπόης ἐτρόμαξε, κατεπλάγη, ὠχρίασεν. Ἐπίστευσε πρὸς στιγμὴν τὸ ψευδὲς ἄγγελμα· ἡττήθη ἀπὸ τὸ τέχνασμα τὸ παιδαριῶδες. Ἀφῆκε τὸν λαιμὸν τὸν ὁποῖον ἀγρίως ἔσφιγγεν. Ὁ Τσηλότατος ἐγλύτωσεν εὐθηνά, τὴν βραδιὰν ἐκείνην.

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας εἶχον ἀρχίσει νὰ διασκορπίζωνται. Οἱ δύο γείτονες καταστηματάρχαι ἐπῆραν εἴδησιν ἐν τῷ μεταξύ. Ἐξῆλθον μὲ φωνὰς καὶ μ᾽ ἐπιπλήξεις. «Τ᾽ εἶν᾽ ἐδῶ; Τί γίνετ᾽ ἐδῶ;»

Ὁ Τσηλότατος, ζαλισμένος, ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, διὰ νὰ ἀναλάβῃ πνοήν. Καὶ τὰ λοιπὰ παιδία, ἐκτὸς ἐκείνου τοῦ ἀφωσιωμένου, ὅστις εἶχεν ἐπινοήσει καὶ ἐκτελέσει τὸ τέχνασμα, ἐτράπησαν εἰς φυγήν.

Ὁ Μανώλης μετὰ τῆς συνοδίας του κατῆλθον πρὸς τὴν ἐνορίαν των. Ὅλα τὰ παιδιὰ ἦσαν ὑπερήφανα καὶ καμαρωμένα. Αὐτὴν τὴν χρονιάν, ἐξῆλθον νικηταὶ ἀπὸ τὸν ἀγῶνα. Ὁ Μανώλης ἦτον ἐντροπιασμένος, διότι ἐπίστευσε τὸ ψευδολόγον παιδίον.

― Δὲν πειράζει· τὸν ἐπαρηγόρησεν ὁ Βαγγέλης, ἐκεῖνος ὅστις ἐγνώριζε τὴν γλῶσσάν του, καὶ ὅστις εἶχεν ἐκτελέσει τὸ πείραμα τῆς ἐμβολῆς καὶ τῆς κατευθύνσεως τῆς χειρός. ― Καλύτερα ποὺ σὲ γέλασε, παρὰ νὰ σοῦ τό ᾽λεγε ἀλήθεια καὶ νὰ λὲς πάλι, καθὼς τὴν ἄλλη φορά, θυμᾶσαι ;― ποὺ κινδύνεψε ν᾽ ἀποθάνῃ ἡ μάννα σου: «Πᾶ μένη! †πᾶ-ντα·† μένη!» (Πάει, καημένη! πανταπάει, κατακαημένη!)

(1899)


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

"Στ’ ἀχνάρια τοῦ Παπαδιαμάντη" τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ Ἐπιλογὴ ‒Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση (https://neoplanodion.gr18.10.2024)

 ..............................................................


Στ’ ἀχνάρια τοῦ Παπαδιαμάντη




*
τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ
Ἐπιλογὴ ‒Ἐπιμέλεια Ἀγγελικὴ Καραθανάση


~.~
«Ἡ ψυχή μου εὑρίσκεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα»

Ὅποιος ἀγάπησε τὸν Σκιαθίτη συγγραφέα νιώθει ἐπίμονη, ἀνησύχαστη μέσα του τὴν ἐπιθυμία: ν’ ἀξιωθεῖ νὰ πατήσει τὰ χώματα τοῦ νησιοῦ του. Εἶν’ ἕνα χρέος, κάτι σὰν τάμα ἱερό, πού, ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς δίχως νὰ ἐκπληρώνεται, τόσο βαραίνει καὶ πιὸ πολὺ τὴν ψυχή. Μὰ εἶναι καὶ μιὰ νοσταλγία, μιὰ δύναμη ποὺ σὲ καλεῖ στοὺς γνώριμους τόπους, κοντὰ στοὺς ταπεινοὺς φίλους, ποὺ μαζί τους ἔζησες μιὰν ἀξέχαστη, γεμάτη ὀμορφιὰ καὶ νόημα ζωή.

Ποῦ ἀλλοῦ θά ’χες τὴν ἐλπίδα νὰ συναντήσεις τ’ ἀγαπημένα ἀχνάρια τοῦ κυρ-Ἀλέξαντρου, παρὰ μόνο στὴ Σκιάθο; Καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσες νὰ περιμένεις τὸ θαῦμα νὰ δεῖς μπροστά σου ζωντανὸ καὶ χειροπιαστὸ τὸν ἐξαίσιο κι ἀνεπανάληπτο κόσμο τῶν διηγημάτων του; Τό ’χει γράψει κι ὁ ἴδιος: Ἡ ψυχή μου εὑρίσκεται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα... [1]




Ξεκίνησα ἕνα πρωὶ ἀπὸ τὸ Βόλο, καλοκαίρι τοῦ 1964, μὲ τὸ βαποράκι τῆς γραμμῆς, γιὰ τὴ Σκιάθο. Τὸ καράβι μας ἔσκιζε ὀκνὰ τὰ γλαυκὰ νερὰ τοῦ Παγασητικοῦ. Περάσαμε τὸ Τρίκερι μὲ τὰ σπιτάκια του ποὺ κατηφορίζουν ἀπὸ τὴν πλαγιὰ πρὸς τὴ θάλασσα, μὲ τὸ λιμανάκι καὶ τὸ φάρο του κι ἐπήραμε νὰ καβατζάρομε τ’ ἀκρωτήρι ποὺ φρουρεῖ τὸ ἔμπα τοῦ κλειστοῦ κόλπου. Εἴχαμε βγεῖ στὸ κανάλι τῆς Σκιάθος, τ’ ἀνοιχτὸ στὸ πέλαγος, ποὺ τὸ δέρνουνε πάντα τὰ μελτέμια. Τὰ δυὸ μίλια του τὰ περάσαμε χορεύοντας στὰ βαθύμπλαβα νερά. Ὅμως ἀντικρίζαμε πιὰ τὴν ὡραίαν καταπράσινην νῆσον, ὅπου ἦτον ὡς παράδεισος φυτευμένος ἀνάμεσα εἰς τὰ τέσσαρα πέλαγα τὰ ὁποῖα τὴν ἔβρεχον ὡς οἱ τέσσαρες ποταμοὶ τὸ πάλαι τὸν κῆπον τῆς Ἐδέμ. [2]

Κάπου τρία τέταρτα πλέαμε ἔχοντας ἀριστερά μας τὶς σκιαθίτικες ἀκρογιαλιές, ὥσπου νὰ ρίξομε ἄγκυρα στὸ φυσικὸ λιμάνι τῆς πολίχνης, τριγυρισμένο ἀπὸ πράσινα νησιά, ἥσυχους κοιμισμένους κόρφους, κάβους κατάφυτους ἀπὸ πεῦκα. Μπροστά μας, μὲ τὰ σπίτια της ἀραδιασμένα στὸ γύρο τῆς θάλασσας κι ἀνεβασμένα στοὺς χαμηλοὺς λόφους της, μᾶς καλωσορίζει ἡ μικρὴ πολιτεία τῆς Σκιάθος. Χρώματα φωτεινά, πεντακάθαρα, ξαφνιάζουν εὐχάριστα τὸ μάτι: τὸ κάτασπρο τῶν τοίχων, τὸ κόκκινο τῶν κεραμιδιῶν, τὸ πράσινο τῶν δέντρων, κάποιων παραθυριῶν καὶ τῶν ἁπλωμένων τεντῶν τῆς παραλίας.

Μιὰ μεγάλη μπενζίνα μᾶς βγάζει στὴ στεριά. Στέκει ἐκεῖ ἕνα πλῆθος ἀπὸ παραθεριστὲς καὶ ντόπιους, ποὺ χαζεύουνε τὸν ἐρχομὸ τοῦ βαποριοῦ. Ἀνάμεσά τους γυναῖκες καὶ παιδιά, ποὺ χυμοῦν ἀπάνω μας, πρὶν ἀκόμη πατήσομε τὸ πόδι μας στὸ μουράγιο, πρόθυμοι νὰ μᾶς βροῦνε δωμάτιο ἢ καὶ σπίτι γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ μείνομε στὸ νησί.

Σαστισμένοι λιγάκι ἀπὸ τούτη τὴν ἀπροσδόκητη ἐπίθεση, ἀκολουθοῦμε τὴν κυρα-Λένη στοὺς στενοὺς ἀνηφορικοὺς δρόμους τῆς κωμόπολης. Εἶναι μιὰ γυναίκα ἀνάμεσα στὰ πενήντα καὶ στὰ ἑξήντα, μὲ πληθωρικὲς σάρκες, κόκκινο ἱδρωμένο πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ ἄσπρο μαντήλι καὶ μὲ τὸ χαμόγελο πού ’χει καταντήσει ἀπὸ τὴν πολλὴ χρήση τυπικὰ ἐπαγγελματικό. Προχωρεῖ μπροστὰ μ’ ἀνοιχτὰ βήματα, καὶ μόλις φτάσει σὲ κάποια γωνιὰ σταματᾶ, κοιτάζει νὰ δεῖ ἂν ἐρχόμαστε πίσω της κι ὅταν βεβαιωθεῖ, σηκώνει τὸ χέρι καί, δείχνοντας τὸ ἑπόμενο στενό, σὰ στρατηγὸς τὸν ἐχθρό, ὁρμᾶ πάλι μπροστὰ ξεφυσώντας. Μόλις μᾶς ταχτοποιήσει, θὰ πάρει τὸ φιλοδώρημα καὶ θὰ χυθεῖ ξανὰ πρὸς τὴν παραλία, μπὰς καὶ προκάμει καὶ κανέναν ἄλλο ἀπὸ τὴν τελευταία καραβιά.



Ἡ ὥρα κοντεύει ἕντεκα. Λέμε νὰ πᾶμε γιὰ μπάνιο στὶς Κουκουναριὲς καὶ τ’ ἀπόγευμα περιδιαβάζομε τὴ χώρα τῆς Σκιάθος. Λασιόστηθος,[3] γυμνόπους, μὲ τὸ πανταλόνι ἀνασηκωμένον μικρὸν κάτω τοῦ γόνατος, ὁλόιδιος ὁ Βαγγέλης ὁ Παχούμης τοῦ Ἀμερικάνου,[4] ἕνας ψαρὰς ποὺ γίνηκε τώρα τὸ καλοκαίρι κράχτης τουριστῶν, καλεῖ στὸ μουράγιο τοὺς ξένους, ποὺ θέλουν νὰ πᾶνε στὶς Κουκουναριές, νὰ βιαστοῦνε γιατὶ φεύγει τὸ καΐκι. Ἕνα μικρὸ πετρελαιοκίνητο ἔχει κιόλας ξεκινήσει, μὰ ἀργοπορεῖ μήπως καταφέρει νὰ πάρει κανέναν ἀκόμη ἐπιβάτη. Γιὰ νὰ τὸ φτάσομε μπαίνομε σὲ μιὰν ὑπόσαθρον λέμβον,[5]μὲ τὸ νερὸ μιὰ παλάμη στὸν πάτο της κι ὁ ἀπόγονος τοῦ Παχούμη, τραβώντας βιαστικὰ κουπί, μᾶς φέρνει στὸ πλευρὸ τοῦ ψαροκάικου. Μοιάζομε μὲ γελοιογραφίες κουρσάρων, καθὼς σκαρφαλώνομε στὸ μικρὸ πλεούμενο ποὺ τραντάζεται ὁλόκληρο ἀπὸ τὴ μηχανή του.

Βγαίνομε ἀπὸ τὸ λιμάνι. Τὸ καΐκι πλέει σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ στεριά. Εἶναι σὰ ν’ ἀγγίζομε καὶ νὰ ψαχουλεύομε τὸν κάθε βράχο καὶ τὸ κάθε κοίλωμα τῆς ἀκρογιαλιᾶς. Ἡ Σκιάθο φαίνεται ἥμερο, καταπράσινο νησί. Οἱ λόφοι της εἶναι σκεπασμένοι μ’ ἐλιὲς καὶ τὰ πεῦκα κατεβαίνουν ὣς τὸ γυρογιάλι. Ἀποκρεμιοῦνται ἀπὸ τοὺς βράχους, σκιάζουνε μὲ τὰ κλαδιά τους τὰ νερά. Ἄσπρες βίλες προβαίνουν ἐδῶ κι ἐκεῖ.

Μιὰ μηχανοκίνητη βάρκα περνᾶ ἀπὸ δίπλα μας, τραβώντας γιὰ τὴν πολίχνην. Στὸ τιμόνι κάθεται ἕνας γέρος, μαυρισμένος ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴν ἅρμη, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρωρεύς. Νά ’ναι ὁ μπαρμπα-Διόμας, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ βάλει μηχανὴ στὴν Ὑπηρέτρα του;

Καὶ τὸ λυρικὸ νησὶ ξεδιπλώνει ὁλοένα δεξιά μας τὶς ἀκρογιαλιές του. Κόρφοι ἀμμουδεροὶ καὶ κάβοι διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Καὶ πάντα τὸ πράσινο, ν’ ἁπαλαίνει τὶς λιγοστὲς σκληρὲς γραμμές, νὰ ντύνει τὸ νησί μὲ μιὰ πλούσια φορεσιὰ ὀδαλίσκης.[6]

Παραπλέοντας τὴ νότια ἐσχατιὰν τῆς Σκιάθος, βλέπομε νὰ μαυρίζει ἀνάμεσα στὸν κάβο Μύτικα καὶ στὸ γυμνὸ Πρασόνησο ἡ κεφαλὴ τῆς Μαυρομαντηλοῦς.

Ὁμοιάζει μὲ ναυάγιον προσηλωμένον ἐκεῖ ἀπὸ μακρῶν χρόνων, πληττόμενον ἀπὸ τοῦ ἀφρίζοντος κύματος, κραδαινόμενον καὶ σεῖον τὴν κεφαλήν, κεφαλὴν φώκης ἐλλοχευούσης ἐκεῖ ἀπὸ αἰώνων.[7]

Πέτρωσε σ’ ἐκείνη τὴ θέση ἀπ’ ὅταν ἔχασε τοὺς ἑφτὰ γιούς της στὰ πέλαγα κι ἐρίζωσε στὸν πάτο τῆς θάλασσας μόλις ὀρθοῦσα τὴν κεραυνόπληκτον κεφαλήν της τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον κι ἔμεινε νὰ βλέπει τὰ ναυάγια καὶ νὰ χαίρεται γιὰ τοὺς πνιγμοὺς τῶν ναυτικῶν. Τὰ παιδιά της, ποὺ τὰ κόκκαλά τους σέρνονται ἀκόμη στὰ σκοτεινὰ βάθη, θά ’χουνε συντροφιά.


Σκίζοντας ὀκνὰ τὸ λουλακὶ νερὸ τὸ πλεούμενό μας καβατζάρει τὸ Καλαμάκι, περνᾶ ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς Πλατανιᾶς, ἀφήνει πίσω του τὰ δυὸ μικρονήσια Μαρίνο καὶ Γουρλονήσι. Λίγο ἀκόμη κι ἀνοίγεται μπροστά μας ἡ πλατιὰ ἀγκαλιὰ τῶν Κουκουναριῶν. Ἡ θάλασσα μπαίνοντας μέσα της χάνει καὶ τὸ παραμικρὸ κυματάκι. Γίνεται μιὰ ἥσυχη ἐπιφάνεια στὴν ἀρχὴ ἀνοιχτογάλανη, ὕστερα πρασινωπή, γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ στὸ τέλος, ἐκεῖ ποὺ πλησιάζει τὸ γυρογιάλι, σ’ ἕνα διάφανο γυάλινο νερό, ποὺ σ’ ἀφήνει νὰ δεῖς καὶ τὸ ἐλάχιστο χαλικάκι τοῦ βυθοῦ. Μιὰ φαρδιὰ ἀμμουδιὰ ἔρχεται νὰ συναντήσει τούτη τὴ γαλήνια θάλασσα, ἀκολουθώντας τὴν ἁπαλὴ καμπύλη τοῦ κόλπου. Ὁ ἥλιος πέφτει πάνω της κι ἀντανακλᾶ σὰ σὲ καθρέφτη. Μισοκλείνεις τὰ μάτια.

Τὰ πρῶτα πεῦκα ἔχουν τὶς ρίζες τους στὴν ἄμμο. Εἶναι ἡ μπροστοφυλακὴ τοῦ δάσους μὲ τὶς τετράψηλες κουκουναριές. Ἕνα στεφάνι ἀπὸ χαμηλοὺς λόφους ἀγκαλιάζει ὅλο τὸ τοπίο. Στὸ ψήλωμα, ἀριστερά, φιγουράρει τσιμεντένιο τὸ μεγάλο, ἀτέλειωτο ἀκόμη, τουριστικὸ ξενοδοχεῖο. Πέντ’-ἕξι ἐργάτες ξεφορτώνουνε στὴν πρόχειρη ξύλινη προβλήτα, μὲ τεμπέλικες κινήσεις, σακκιὰ γεμάτα τσιμέντο.

Τὰ πόδια βουλιάζουνε στὴν ἄμμο. Εἶν’ ἀπίστευτα ψιλὴ κι ἀνάμεσα στοὺς κόκκους της γυαλίζουνε κάτι σὰ μικρότατα ψήγματα χρυσοῦ. Σκύβω καὶ γεμίζω τὴ χούφτα μου. Στὴν παλάμη μου ἀστράφτουνε χρυσαφιὲς σπιθίτσες κι ἀναρωτιέμαι μήπως ἔπεσα θύμα καμιᾶς παραίσθησης, ἀπὸ κεῖνες ποὺ πιάνανε τοὺς παλιοὺς χρυσοθῆρες. Στὴν οὔγια τῆς θάλασσας τὸ θέαμα εἶναι ἐντυπωσιακό. Μιὰ λεπτὴ χρυσόσκονη, ποὺ τὴ λικνίζει σιγανὰ ἡ ἀνάσα τοῦ κόλπου, σέρνεται στὸν ἀμμουδερὸ βυθό. Ὅταν ἡ ἐκπνοὴ εἶναι λίγο πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, τὸ μικρὸ κυματάκι σκορπίζει τὸ πλοῦτος του πάνω στὴν ὑγρὴ ἄμμο μὲ μιὰ κίνηση ἀρχοντικῆς ἁπλοχεριᾶς. Μιὰ στιγμὴ ἀργότερα γυρίζοντας πίσω τὸ ξαναπαίρνει, σὰ νὰ μετάνιωσε γιὰ τὴ χουβαρντοσύνη του.

Πάει πιὰ μεσημέρι κι εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ συνεχίζουνε τὸ μπάνιο τους. Στὸν ἴσκιο τῶν πεύκων ἕνα πλῆθος κουβεντιάζει, γελᾶ, καταχτυπᾶ τὰ πιρουνομάχαιρά του καὶ γεύεται τὸ φρέσκο ψάρι ποὺ σερβίρουνε γκαρσόνια ξυπόλητα μὲ ποδιὲς καὶ κοντὰ παντελόνια. Τὸ ἑστιατόριο εἶναι μιὰ ἁπλὴ καλύβα μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Χρυσὴ Ἀμμουδιά».



Ἡ παραλία τῆς Χώρας εἶναι τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ νησιοῦ. Ἐδῶ βρίσκονται τὰ καφενεῖα κι οἱ ταβέρνες της, τὰ κάθε λογῆς καταστήματα, τὸ ταχυδρομεῖο, τὸ φαρμακεῖο, τὸ ξενοδοχεῖο «Ἀκτή». Ὁ κόσμος πηγαινοέρχεται ἀδιάκοπα ἢ γεμίζει τὰ καθίσματα κάτω ἀπὸ τὶς πράσινες τέντες, ὣς ἀργὰ τὸ βράδυ. Εἶν’ οἱ παραθεριστὲς κι οἱ βιαστικοὶ ἐπισκέπτες τοῦ Σαββατοκύριακου ―Ἕλληνες οἱ πιὸ πολλοί. Μισόγυμνοι ἢ μὲ τὰ σόρτς, φωνακλάδες, νάρκισσοι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, δὲ χάνουνε τὴν εὐκαιρία νὰ δείξουν τὴν «ἀνωτερότητά» τους ἀπέναντι στὸν τόπο καὶ στοὺς κατοίκους του. Παράλληλα μ’ αὐτοὺς κυκλοφοροῦν οἱ ντόπιοι, δίχως κανένα αἴσθημα μειονεκτικότητας. Κουβεντιάζουνε μεταξύ τους, φωνάζουν, ἀστειεύονται. Τὰ παιδιά, «οἱ μάγκες τῆς πόλεως»,[8] οἱ «ἁλύπαιδες»[9]τοῦ Παπαδιαμάντη, πειράζουν καὶ κυνηγοῦν τὸ ἕνα τ’ ἄλλο. Οἱ ψαράδες μαυριδεροί, ξυπόλητοι, μὲ τὸ μπλάβο κασκέτο τους, πλύνουνε τὰ καΐκια ἢ μπαλώνουν τὰ δίχτυα τους καθισμένοι κατάχαμα στὸ μουράγιο.

Οἱ ἀγωγιάτες φορτώνουνε στὰ μουλάρια τους τὰ ξύλα ἢ τὰ κεραμίδια ποὺ ξεφορτώνει τὸ τρεχαντήρι στὴ μικρὴ προβλήτα καὶ χάνονται σὲ κάποιο σοκάκι, ἀφήνοντας πίσω τους τοὺς κρότους ἀπὸ τὰ πέταλα πάνω στὸ καλντιρίμι.

Ἔχεις τὴ ἐντύπωση πὼς ἡ σκιαθίτικη ζωὴ μένει κλειστὴ κι ἀδιάφορη γιὰ τὴν ἄλλη, τὴ φανταχτερή, ποὺ ξετυλίγεται πλάι της. Ἅμα κοιτάξεις ὅμως λίγο βαθύτερα, βλέπεις πὼς ὁ «πολιτισμὸς» κι ὁ τουρισμὸς κατατρῶνε λίγο-λίγο τὰ θεμέλια τοῦ παλιοῦ, συντηρητικοῦ τρόπου ζωῆς . Σὲ μερικὰ χρόνια μόνο τὰ τοπωνύμια θὰ θυμίζουνε πὼς ἐδῶ ἤτανε κάποτε τὸ νησὶ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Κι ἡ φύση, βέβαια, ποὺ θὰ μείνει τὸ ἴδιο πεντάμορφη σὰν καὶ τώρα. Ὅλη ἡ προκυμαία τῆς Σκιάθος εἶναι ἕνα θεωρεῖο στραμμένο πρὸς τὴ θάλασσα. Κι ἡ θάλασσα δὲν εἶν’ ἐδῶ ἡ ἀτέρμονη γαλανὴ ἔκταση ποὺ σβήνει στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα. Εἶν’ ἕνας ἥσυχος κόλπος ‒ ἢ καλύτερα μιὰ σειρὰ ἀπὸ κόλπους ‒ μὲ νερὰ μόλις ἀνατριχιασμένα ἀπὸ τὸ σιγανὸ ἀεράκι. Δεξιὰ κι ἀριστερὰ τόνε κλείνει ἡ στεριὰ μὲ τὶς μαλακὲς καμπύλες τῶν πράσινων λόφων της. Καΐκια καὶ βάρκες σκίζουν ἀργὰ τὰ νερά, σὰν νὰ μὴ θέλουνε νὰ τελειώσει ποτέ τὸ μαγικὸ ταξίδι τους. Νησιὰ πλένε παραδομένα σὲ μιὰν εὐτυχισμένη ἀκινησία, πράσινα μέσα στὴν πλησμονὴ τοῦ γαλάζιου. Εἶναι τὸ μικρὸν βραχῶδες Δασκαλειό, ὅπου κάθε βράχος διηγεῖται μίαν ἱστορίαν τῶν μαθητικῶν μας χρόνων. Εἶναι τὸ ὑψηλὸν νησίδιον Μαραγκὸ κι ἡ Ἄρκος πρασινοβολοῦσα καὶ στολισμένη μὲ λευκὴν τραχηλιὰν καὶ ἡ Τρυπητὴ μικρά, δειλή, κρύπτουσα τὸ πρόσωπον εἰς μίαν πτυχὴν ὄπισθεν τῆς ἐσθῆτος τῆς μητρός της.[10] Καὶ στὸ βάθος, πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ μακρινὸ ἀπὸ τ’ ἄλλα ἡ τερπνὴ νῆσος Τσουγκριᾶς, τὸ παλιὸ λοιμοκαθαρτήριο. Κι ἐδῶ μπροστά μας σ’ ἐλάχιστη ἀπόσταση τὸ Μπούρτζι, μὲ τ’ ἀπομεινάρια τοῦ κάστρου του καὶ τὸ σκουριασμένο κανόνι στραμμένο πρὸς τ’ ἀνοιχτὸ πέλαγος.


Ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ πεῦκα μισοφαίνεται τὸ νεοκλασσικό, ἄσπρο καὶ κεραμιδί, χτήριο τοῦ σκολειοῦ. Ἕνας πέτρινος δρόμος, προέκταση τοῦ μώλου, ἑνώνει τὸ νησάκι μὲ τὸ μουράγιο. Ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὸν ἴσκιο τῶν πεύκων, εἶναι ἡ μαρμαρένια στήλη μὲ τὴν ἀνάγλυφη προτομὴ τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἕνα πρόσωπο ρυτιδωμένο, κουρασμένο, μὲ μάτια δίχως λάμψη κι ὁλόπικρο στόμα, βγαίνει μέσ’ ἀπὸ τὸ μάρμαρο. Τὸ πρόσωπο ἑνὸς γέρου, νικημένου ἀπὸ τὴ ζωή. Εἶν’ ὁ μεγάλος Σκιαθίτης στὰ τελευταῖα του χρόνια, τσακισμένος ἀπὸ τὴ φτώχια, τὴν ἀρρώστια, τὸ πιοτό ― κι ἴσως τὴν ἐπίμονη σκέψη μιᾶς ζωῆς ποὺ χαραμίστηκε. Τὸ ἴδιο πικρὸ εἶναι καὶ τὸ σκαλισμένο ἐπίγραμμα, ἡ τελευταία φράση τοῦ «Μοιρολογιοῦ τῆς φώκιας»:

Σὰν νά ’χαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κι οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

Ἀντίκρυ του, σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς παραλίας, στέκεται ἡ προτομὴ τοῦ ἄλλου Ἀλέξανδρου, τοῦ Μωραϊτίδη. Μιὰ μορφὴ γαλήνια, γερμένη στοχαστικὰ πάνω στὴν πατριαρχικὴ γενειάδα της. Γύρω, σχεδὸν ἀγγίζοντάς τον, εἶν’ ἀραδιασμένες οἱ καρέκλες καὶ τὰ τραπέζια ἑνὸς κέντρου. Μοιάζει σὰ νὰ καταδικάστηκε σὲ μιὰ μεταθανάτια τιμωρία, αὐτὸς ποὺ στὰ στερνά του ἀποτραβήχτηκε σὲ μοναστήρι, νὰ βρίσκεται καταμεσὶς στὴν τύρβη τῆς τουριστικῆς ζωῆς.



Περιδιαβάζω τὴ Χώρα τῆς Σκιάθος. Δρόμοι ἀνηφορικοί, ἄλλοι ἐλαφρὰ κι ἄλλοι τόσο ποὺ κάθε δυὸ βήματα νὰ σποῦνε σὲ σκαλοπάτια, στρωμένοι μὲ φαρδιὲς ἀκανόνιστες πλάκες. Στὴ μέση κάθε δρόμου ἕνα ψαροκόκκαλο ἀπὸ ὄρθιες πέτρες καρφωμένες στὸ χῶμα, σχηματίζει ἕνα ἀνάβαθο αὐλάκι γιὰ τὸ νερὸ τοῦ χειμώνα.

Τὰ σπίτια εἶναι μικρά, δίπατα, ἀσβεστωμένα. Μιὰ πόρτα στὸ δρόμο βαμμένη σκούρα καφετιὰ ἀνοίγει σὲ μιὰ ἐσωτερικὴ αὐλὴ μὲ γλάστρες καὶ τενεκέδες μὲ λουλούδια. Μιὰ ξύλινη σκάλα ἀνεβάζει στὸ ὅμοια ξύλινο χαγιάτι τοῦ ἀνωγιοῦ.

Τὸ καλντιρίμι, ἡ αὐλή, ἡ σκάλα ― χίλιες φορὲς ἀπαντημένα στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. Γεμάτα ἀπὸ τὶς φωνὲς καὶ τὰ κάλαντα τῶν παιδιῶν του, ἀπὸ τὰ μερακλίδικα τραγούδια καὶ τὰ πειράγματα τῶν ξενύχτηδων ναυτικῶν του, ἀπὸ τὰ κουτσομπολιὰ καὶ τὰ πήγαιν’-ἔλα τῶν γριάδων του. Ὅμως τώρα ὅλα εἶναι βυθισμένα στὴν ἡσυχία τοῦ ἀπομεσήμερου. Μόνο σ’ ἕνα παλιὸ μπαλκόνι, καθισμένη στὰ σανίδια του, μιὰ γριὰ σταφιδιασμένη, μὲ ξεβαμμένα μαῦρα ροῦχα, πλέκει ἀφοσιωμένη τὸ ἐργόχειρό της. Τὰ γυμνὰ χοντρόπετσα πόδια της εἶναι στραμμένα πρὸς τὸ δρόμο, σὰν νὰ μουτζώνουνε. Ἀπὸ ποιά σελίδα τοῦ Κοσμοκαλόγερου[11] νὰ γλίστρησε τὸ φάντασμα τῶν περασμένων; Νά ’ναι ἡ θεια-Κυρατσώ,[12] ἡ γρια-Ραγιάδαινα,[13] ἡ Μορισὼ τὸ Γιαλινάκι[14] ἢ ἡ θεια-Ἀχτίτσα, ἡ σταχομαζώχτρα;[15] Ἢ μὴν εἶναι ἡ δαιμονικὴ Φραγκογιαννοῦ; Τὰ χέρια της δουλεύουν ἀσταμάτητα καὶ τὰ μάτια της μένουν ἀγγιστρωμένα στὸ πλεχτό.

Μιὰ ἐπιγραφὴ πάνω σὲ μαρμαρένια πλάκα: «Ἐδῶ ἐγεννήθη καὶ ἀπέθανε τὸ 1911 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης». Ἡ καρδιά μου ἀρχίζει νὰ χτυπᾶ δυνατότερα. Εἶναι τὸ σπίτι του. Μικρό, ἀνωγοκάτωγο, στριμωγμένο ἀνάμεσα στὴ μεγάλη πόρτα τῆς αὐλῆς τοῦ τοπικοῦ ἐργοστάσιου τῆς Δ.Ε.Η. καὶ στὰ τριγυρνὰ ψηλότερα σπίτια. Ἡ ἐξώπορτα εἶναι κλειστή. Ἕνα γέρικο κεφάλι, κρεμασμένο ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ ἀνωγιοῦ, μοῦ λέει πὼς ἡ εἴσοδος εἶναι ἀπὸ τὴν πίσω μεριά. Ἀνεβαίνω μιὰ σανιδένια σκάλα. «Ἡ παλιὰ ἔχει σαπίσει», μοῦ ἐξηγεῖ τὸ γεροντάκι, «κι ἔχουνε κάμει προσωρινὰ τούτη δῶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ μέρος.»

Εἶν’ ἕνας μικρόσωμος, φρεσκοξυρισμένος, χαμογελαστὸς ἀνθρωπάκος, ὁ φύλακας καὶ ξεναγός τοῦ «Μουσείου Παπαδιαμάντη». Λέει, λέει ἀδιάκοπα, καθὼς γυρίζομε τὰ τρία μικρὰ δωμάτια μὲ τὸ καινούργιο σανιδένιο πάτωμα καὶ τὸν ἀκόμη μικρότερο διάδρομο. Μ’ ὅλο ποὺ τὸ σπίτι εἶναι σχεδόν ἄδειο, νιώθεις τὴ στενότητα τοῦ χώρου ποὺ μέσα του ζοῦσε ἡ πολυπρόσωπη φαμίλια τοῦ Παπᾶ-Διαμαντῆ ― ὁ ἴδιος, ἡ γυναίκα του ἡ Γκιουλιὼ[16] καὶ τὰ ἕξι παιδιά τους ποὺ ἐπιβίωσαν. Τὸ εἰσόδημα τοῦ παπᾶ δὲν ἔφτανε γιὰ ἀνετότερη ζωή.

Πολὺ λίγα ἀντικείμενα τοῦ συγγραφέα ὑπάρχουνε στὸ Μουσεῖο του. Δυὸ πορτρέτα μέτριας τέχνης. Ἕνα παλιὸ εἰκόνισμα στὴ γωνιά. Ὁ κοντυλοφόρος καὶ τὸ δοχεῖο γιὰ τὴν ἄμμο ποὺ στέγνωνε τὸ μελάνι. Ἕνα ξύλινο σεντούκι στὸ προσωπικό του δωμάτιο ― τὸ πιὸ μικρὸ ἀπ’ ὅλα. Ἕνα καντηλέρι. Τὸ τζάκι ὅπου ζεσταινόταν τὰ χειμωνιάτικα βράδια κι ὅπου σύρθηκε νὰ πεθάνει δίχως νὰ δεχτεῖ γιατρό.

— Γιατρέ μου, νὰ μὲ συμπαθᾶς. Ἐσὺ αὔριο θά ’ρθεις. Πρῶτα θὰ κάμω τὰ χριστιανικά, τοῦ ’πε.

Καὶ στὶς ἀδερφές του ποὺ τὸν εἴχανε φέρει:

— Τὸν παπὰ νὰ μοῦ φωνάξετε.

Κοινώνησε κι ἄκουσε τὴ μεγάλη εὐχή. Ἔξω φυσοῦσε βοριὰς κι ἡ βροχὴ ἔδερνε τὰ κεραμίδια καὶ τὰ παράθυρα, ὅπου εἶχαν ἁπλώσει μιὰ πατανία γιὰ νὰ ἐμποδίζει τὸν ἀέρα. Ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει. Ἔστειλε τὴν Κυρατσούλα καὶ τὴν Οὐρανία νὰ κοιμηθοῦνε, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τους.


Ἔμεινε μόνος, μ’ ἕνα κερὶ νὰ φωτίζει ἁμυδρὰ τὸ δωμάτιο. Ἡ φωτιὰ στὸ τζάκι εἶχε χωνέψει. Ἄρχισε νὰ ψάλλει σιγανὰ τὸ τροπάριο τῶν ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων:

Τὴν χεῖρά Σου τὴν ἁψαμένην
τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…

Σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔκλεισε τὰ βλέφαρα. Ἔτσι τόνε βρῆκαν οἱ ἀδερφές του τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, 3 τοῦ Γενάρη τοῦ 1911.

Στὸ πάτωμα, δίπλα στὸ τζάκι, εἶν’ ἁπλωμένο ἕνα στρῶμα. Νά ’ναι αὐτὸ ποὺ πάνω του ξεψύχησε; Πιὸ πέρα, στὸ ράφι τοῦ τοίχου, ἡ σειρὰ τῶν Ἁπάντων του, ποὺ δὲν ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τυπωμένο οὔτε ἕνα τόμο τους ὅσο ζοῦσε. Εἶν’ ὅλα τόσο φτωχικά, τόσο βασανισμένα! Λὲς καὶ βγαίνει ἀπὸ μέσα τους ἕνας βαθύς πόνος, ἕνα βουβὸ μοιρολόι γιὰ τὴ μοίρα τῶν διαλεχτῶν. Ἴσως νά ’χανε δίκιο αὐτοὶ ποὺ διαλέξανε τὸ πικρὸ ἐπίγραμμα τοῦ μνημείου στὸ Μπούρτζι.

Κι ἔρχεται ἡ νύχτα. Ἡ νύχτα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὰ φῶτα ἀνάβουνε στὴν παραλία. Ὁ κόσμος γίνεται πυκνός, χαρούμενος. Οἱ ξυπόλητοι ψαράδες ξυριστήκανε, βάλανε τὰ παπούτσια τους, καθαρά, σιδερωμένα πουκάμισα, καὶ κάνουνε κι αὐτοὶ τὴ βόλτα τους πλάι στοὺς ξένους. Τὰ γκαρσόνια, φερμένα ἀπὸ τὸ Βόλο γιὰ τούτη τὴ δουλειά, ἄψογα ντυμένα, περνοῦνε βιαστικὰ ἀνάμεσα ἀπὸ τ’ ἀραδιασμένα στὴν προκυμαία τραπέζια, σὰν ἰσορροπιστὲς ποὺ κάνουν ἐπίδειξη. Τὰ καΐκια, παραταγμένα στὸ μῶλο, μοιάζουνε, κάτω ἀπὸ τ’ ἄσπρο φῶς τῶν φαναριῶν, μὲ πελώρια θαλασσοπούλια κουρνιασμένα τὸ ἕνα δίπλα στ’ ἄλλο.

Τὸ Μπούρτζι παίρνει ἕνα ἀλλόκοτο κόκκινο χρῶμα ἀπὸ τὰ φῶτα ποὺ εἶναι κρεμασμένα στὰ πεῦκα του. Πίσω ἀπὸ τὴ Σχολή, ἀγνάντια στὴν Πούντα, εἶναι τὸ νάιτ κλάμπ: ἕνα ἀσήμαντο τσιμεντένιο χτήριο, δυὸ παλιὰ δίχτυα κρεμασμένα μπρὸς στὴν πόρτα του, κορμοὶ δέντρων γιὰ τραπέζια κι ἡ πελατεία τῶν νεαρῶν. Τὸ φῶς εἶναι πάντα βαθυκόκκινο, ἡ μουσικὴ ἀπὸ τὰ τζοὺκ μπὸξ ἀμερικάνικη καὶ τὰ ζευγάρια μόλις ποὺ σέρνουνε τὰ πόδια τους, σφιχταγκαλιασμένα, στὴν κυκλικὴ πίστα.

Ἕνα ψαροκάικο περνᾶ ἀνοιχτὰ κι οἱ λάμπες ποὺ τραβᾶ πίσω του ἁπλώνουνε χρυσὲς κορδέλες στὰ μαῦρα νερά. Μὰ κανεὶς δὲν τὸ προσέχει.

Οἱ Σκιαθίτες ἔχουνε πάρει στὰ ζεστὰ τὴ βιομηχανία τοῦ τουρισμοῦ. Στὴν παραλία ταμπέλες καὶ μικροὶ μαυροπίνακες πληροφοροῦνε τὸν ξένο γιὰ τὰ δρομολόγια τῶν καϊκιῶν τῆς «Κοινοπραξίας» στὶς μακρινὲς ἀμμουδιὲς τῆς Σκιάθος καὶ στ’ ἄλλα τὰ γειτονικὰ νησιά. Καὶ σὲ κάθε σταυροδρόμι τῆς μικρῆς πολιτείας συναντᾶς ἐπιγραφὲς καὶ βέλη ποὺ σοῦ δείχνουν τὸ δρόμο γιὰ ὅλα τ’ ἀξιοθέατα.

Ἀκολουθώντας μιὰ σειρὰ ἀπὸ τέτοιες ταμπέλες ἀφήνω πίσω μου τὴ Χώρα καὶ προχωρῶ ἀνατολικά. Ἡ ἀμμουδερὴ ἀκρογιαλιὰ σέρνεται στὸ γύρο μιᾶς νωθρῆς θάλασσας. Στὰ νερά της καθρεφτίζονται τ’ ἄσπρα σπίτια τῆς Σκιάθος. Μιὰ βάρκα εἶναι τραβηγμένη στὴ στεριά, γερμένη στὸ δεξὶ πλευρό της. Ὁ νοῦς μου πάει στὴ Λιαλιώ τὴ νοσταλγό:

― Νὰ ἔμβαινα σὲ μιὰ βαρκούλα, τώρα-δά… ἔτσι μοῦ φαίνεται … νά φτάναμε πέρα![17]

Πέρα, στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ θαμποφαίνεται στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα…

Ὁ δρόμος στρίβει ἀριστερά. Ἡ θάλασσα κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα. Προχωρῶ στὴ μέση μιᾶς μικρῆς κοιλάδας. Ἐλιές, ἀμπέλια, συκιές, κῆποι, φράχτες ἀπὸ βάτους στοὺς γύρους, σκόρπια ἀγροτικὰ σπίτια. Κοινή, γνώριμη εἰκόνα καὶ γι’ αὐτὸ τόσο ἀγαπητή. Ποῦ καὶ ποῦ συναντῶ κάποιον ἀγροδίαιτον[18] Σκιαθίτη, καβάλα στὸ μουλάρι ἢ στὸ γαϊδουράκι του. Περνᾶ πλάι μου χαρίζοντάς μου ἁπλὰ κι ἐγκάρδια, σὰ σὲ παλιὸ φίλο, τὸ χαιρετισμό του.

Τὰ βέλη μὲ τὶς ἐπιγραφές, καρφωμένα στοὺς κορμοὺς τῶν ἐλιῶν, ἐξακολουθοῦνε νὰ δείχνουν τὸ δρόμο. Τὸ δρόμο γιὰ τὴ λίμνη. Νά τηνε! Γαληνιῶσα, ἀντανακλῶσα εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, ἁπλώνεται ὣς τὰ πόδια τῶν ἀπέναντι λόφων. Στὶς ὄχθες της μυτερὰ βοῦρλα καὶ λυγαριὲς κι ἀσφόδελοι κλίνουν τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν’ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν.[19] Πυκνὲς συστάδες ἀπὸ καλάμια προχωροῦν ὣς μέσα στ’ ἀσάλευτα νερά. Τὰ δέντρα τῆς ἀντικρινῆς ὄχθης κοιτάζουνε τὴν εἰκόνα τους στὸν πελώριο καθρέφτη της. Εἶναι ἡ λίμνη τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ λίμνη τῆς Πολύμνιας. Ἔλεγε ἐκείνη:

―Ξέρεις ποῦ εἶναι ἴτσια;[20] Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψεις τίποτα ἴτσια;

Κι αὐτός, δεκατετραετὴς μόλις, ἔτρεχε πρόθυμος, χωνόταν ὣς τοὺς ἀστραγάλους στὸ βάλτο, νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία της. Μὰ πάντα ὁ δυνατὸς καὶ βάναυσος Χριστοδουλής, ὁ γιὸς τοῦ ψαρᾶ, πρόφτανε νὰ γεμίσει τὴν ἀγκαλιά του ἀπὸ τὰ πτωχά ὡραῖα ἄνθη, ἀνακατωμένα μὲ κάθε λογῆς χόρτα, πρὶν ἐκεῖνος μαζέψει μικράν, ὅσην ἠδύνατο νὰ συνθλιβεῖ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ[21] δεσμίδα.


Ὅλα εἶναι ἐδῶ γνώριμα, παραδομένα στὴν ἀθανασία ἀπὸ τὴ μαγικὴ πένα τοῦ μεγάλου Σκιαθίτη. Νά ὁ λευκὸς οἰκίσκος τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου. Νά τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἅη Γιώργη, ὅπου κατάφευγε ὁ ἐρωτευμένος ἔφηβος γυρεύοντας παρηγοριὰ διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας του. Ἡ στενὴ λουρίδα γῆς ἡ ἀμμώδης καὶ κισσηρώδης ποὺ χωρίζει τὴ λίμνη ἀπὸ τὴ θάλασσα. Καβούρια χώνουνται στὴ λάσπη της στὸ πλησίασμά μου καὶ ψάρια ἀναπηδοῦν ἀναταράζοντας τ’ ἀκίνητα νερά. Νά ἀκόμη πέρα στὴ ἀμμουδερὴ γλώσσα, στὸ γύρο τῆς θάλασσας, ὁ ἀνεμόμυλος τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη, ἄσπρος, στρογγυλός, μὲ κομμένα τὰ φτερά του.

Στὸ ἴδιο τὸ παλιὸ καρνάγιο χτίζεται τώρα μιὰ καινούργια σκούνα. Κι ἀντίκρυ τοῦ κόλπου συνεχίζονται τὰ «ρόδιν’ ἀκρογιάλια»[22] ὣς τὰ Λαζαρέττα[23] καὶ τὴν πευκοσκέπαστη Πούντα. Ἔχει τόση γαλήνη ὁ τόπος ἐδῶ, μακριὰ ἀπὸ τὴ χλαλοὴ τῆς παραλίας τῆς ­Χώρας, κι εἶναι ὅλα τόσο ἀληθινὰ κι ἀφτιασίδωτα, ποὺ λὲς πὼς τίποτα δὲν ἄλλαξε ὁλόγυρα στὴ λίμνη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ κυρ-Ἀλέξαντρου.

Ἐπερπατοῦσα τὴν ἄμμον-ἄμμον, θερινὴν πρωίαν, πρὸς τὰς δυσμάς, ἐκεῖ ὅπου εἶναι σκιαὶ ἀκόμη…[24]

Ἀκολουθῶ τὰ βήματα τοῦ κυρ-Ἀλέξαντρου, θερινὴν πρωίαν κι ἐγώ, στὴ Μεγάλη Ἀμμουδιά,[25] τὸν κόρφο ποὺ ἀνοίγεται δυτικὰ τῆς πολίχνης. Ἡ ἄμμος ἐδῶ εἶναι χοντρή, σὰν τσαχίλι.[26] Κάμποσοι ἀνυπόμονοι παραθεριστὲς ἔχουνε κιόλας βουτήξει στὴ θάλασσα. Μερικοὶ ἄλλοι κάθονται στὰ δυὸ κεντράκια. Ἡ ἐρημιὰ κι ἡ γαλήνη ποὺ ἀπολάμβανε ὁ μονήρης περιπατητής-συγγραφέας ἔχουν διωχτεῖ ἀπὸ δῶ. Ὅμως ὁ τόπος ἀποπνέει πάντα μιὰν ἱερότητα.

Ἄλλοτε, εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου μου, ἠρχόμην πολλάκις τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Μεγάλην Ἀμμουδιάν. Κι ἐδῶ ρεύματα καὶ χείμαρροι καὶ φλέβες νεροῦ καὶ ρυάκια διέσχιζον τὴν ἄμμον. Τώρα, μετὰ τόσων παλαιῶν ἐνιαυτῶν μακρὰν ξενητείαν, εἰς τὸ φθινόπωρον αὐτὸ τῆς ζωῆς, ἔρχομαι ἐδῶ τὴν πρωίαν. Τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά, ὅσα κατήρχοντο ἀπὸ τοὺς λόφους καὶ διέσχιζον τὴν ἄμμον; Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζόν ποτε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου; [27]

Ἡ ἀμμουδιὰ τελειώνει. Ἡ ἀκτὴ γίνεται ἀπότομη, προχωρεῖ μέσα στὴ θάλασσα, βράχινο ἀκρωτήρι.

Ὅμως ἡ τραχύτητα δὲν πάει στὴν ἤρεμη Σκιάθο. Πίσω ἀπὸ τ’ ἀκρωτήρι καρτερεῖ μιὰ καινούργια ἀγκαλιὰ τῆς γῆς. Δυὸ μικρὰ καΐκια στὴ στεριά, τὸ ἕνα ἕτοιμο, τ’ ἄλλο σκελετὸς ἀκόμη, μὲ τὸν ἥλιο νὰ περνᾶ ἀνάμεσ’ ἀπὸ τὰ πλευρά του. Μιὰ καλύβα. Ξύλα καὶ μαδέρια σκόρπια ἐδῶ κι ἐκεῖ. Πέντ’-ἕξι ἄνθρωποι. Κι ὁ κρότος τοῦ σφυριοῦ, ποὺ χτυπᾶ στὸν ἀπέναντι κάβο καὶ γυρίζει πίσω. Εἶναι ὁ μικρὸς ἀρσανᾶς, ὁ πέραν τῆς δυτικῆς ἐσχατιᾶς τοῦ παραθαλασσίου χωρίου.[28]

Στὴν ἀνατολικὴ μεριά του στέκει φρουρὸς ἕνας ἀκόμη κάβος… Ἕνα μικρὸ δάσος ἀπὸ κυπαρίσσια στεφανώνει τὴν κορφή του. Ἀνάμεσα στὰ δέντρα ξεχωρίζουν ἄσπροι σταυροί. Ἠρέμα καὶ βραδέως ἀνέρχομαι.[29]

Ὁ θαλασσινὸς ἀέρας φτερουγίζει πάνω ἀπὸ τὰ μνήματα τῶν ναυτικῶν τῆς Σκιάθος. Στὸ πέρασμά του τὰ λυπημένα κυπαρίσσια ἀρχίζουν ἕνα σιγανὸ θρῆνο, ἕνα μοιρολόι ποὺ κάνει τὰ μικρὰ πουλιὰ νὰ φεύγουνε μακριὰ τρομαγμένα.

Ὦ κοιμητήριον! Ἀπό ὅλας τὰς τόσας σκοπιὰς καὶ περιωπὰς τὰς ὑπερκειμένας τῆς θαλάσσης, σὺ μόνον βλέπεις μὲ ἀπτόητον διαυγὲς ὄμμα τὰ παρελθόντα καὶ τὰ μέλλοντα ― καὶ δὲν τὰ λέγεις.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου εἶναι μικρὴ καὶ ταπεινή, σὰν ξωκκλήσι. Εἰκόνες ἁπλοϊκές, λαϊκῆς τέχνης εἶναι ἀραδιασμένες στὸ τέμπλο της. Ὅμως ἐκεῖ, στὴν ποδιὰ ἑνὸς παράθυρου, βρίσκεται ἕνα πανέρι, σκεπασμένο μ’ ἄσπρο πανί. Ἂν σηκώσεις τὸ πανί, θὰ δεῖς, ἀνάμεσα σὲ ξερὰ λουλούδια, ἕνα κρανίο. Τὸ κρανίο τοῦ Παπαδιαμάντη.

Τὸ ταξίδι ἔχει τελειώσει. Ἔπλευσα κι ἀπέκαμα καὶ ἐνυκτώθην.[30]

~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑΣ
Τὸ παραπάνω κείμενο ἀποτελεῖ τὴ συνένωση τεσσάρων συνεχόμενων ἐπιφυλλίδων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ δημοσιεύτηκαν γιὰ πρώτη φορά, πρὶν ἀπὸ ἑξήντα ἀκριβῶς χρόνια, στὴν ἐφημερίδα Κῆρυξ τῶν Χανίων (14, 15, 22 καὶ 29 .11.1964), μὲ τὸν γενικὸ τίτλο «Σκιάθος» καὶ τοὺς ἑξὴς ὑπότιτλους: Α΄ Πρῶτες εἰκόνες. Β΄ Ἀκρογιάλια κι ἀμμουδιές. Γ΄ Οἱ ἄνθρωποι κι ὁ ποιητής της. Δ΄ Στ’ ἀχνάρια τοῦ Παπαδιαμάντη.
Τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὶς ἐπιφυλλίδες τοῦ εἶχε δώσει ἕνα ταξίδι-προσκύνημα στὸ νησὶ τοῦ Παπαδιαμάντη «τὸ καλοκαίρι τοῦ 1964», ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ στὴν ἀρχή. Ἐκεῖνες οἱ ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις του, συνδυασμένες μὲ τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, καὶ δή, κυρίως, μὲ δεκαπέντε διηγήματα (ἀναφέρονται στὶς Σημειώσεις) μετουσιώθηκαν σὲ τέσσερεις ἐπιφυλλίδες.
Λάτρης τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ξανακοίταξε καὶ βελτίωσε ἐκεῖνες τὶς παλιὲς ἐπιφυλλίδες, μὲ σκοπό, ἑνοποιημένες, νὰ τὶς ἀναδημοσιεύσει. Ἀφαίρεσε δηλαδὴ μικρὰ ἢ μεγάλα τμήματα ‒1 ἕως 162 λέξεις‒ ὡς περιττά· πρόσθεσε ἄλλα ‒ 1 ἕως 135 λέξεις· ἄλλαξε λέξεις ἢ τύπους λέξεων. Δημιουργήθηκε ἔτσι ἕνα νέο, ἑνιαῖο, ταξιδιωτικὸ κείμενο πιὸ σφιχτοδεμένο, μὲ τίτλο τὸν ὑπότιτλο τῆς ἐπιφυλλίδας Δ΄: «Στ’ ἀχνάρια τοῦ Παπαδιαμάντη» καὶ νέο ὑπότιτλο σὲ παρένθεση (ἕνα προσκύνημα πρὶν ἀπὸ 37 χρόνια).
Γιὰ τυχὸν λάθη ἀντιγραφῆς, ἔχει γίνει ἀντιπαραβολὴ μὲ τὰ διηγήματα στὰ Ἅπαντα τοῦ Παπαδιαμάντη, στὴν κριτικὴ ἔκδοση: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, 1981‒ 1988. Φράσεις καὶ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη παρατίθενται μὲ πλάγια γράμματα. Πρώτη δημοσίευση μὲ αὐτὴ τὴ μορφὴστὴ Νέα Ἑστία, τχ. 1737, Σεπτέμβριος 2001.
[1] Φράση ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἁμαρτίας φάντασμα» (1900), ποὺ ὁ Μανουσάκης γράφει ἀπὸ μνήμης· ἡ ἀκριβὴς διατύπωση εἶναι: Ἡ ψυχή μου ἦτο πάντοτε πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα.
[2] Τὸ ἀπόσπασμα ἀνήκει στὸ διήγημα «Τὰ Λιμανάκια» (1907).
[3] Λασιόστηθος: μὲ πυκνὲς τρίχες (λάσιος) στὸ στῆθος.
[4] Ἀναφορὰ στὸ διήγημα «Ὁ Ἀμερικάνος» (1891), ἀπὸ ὄπου καὶ οἱ προηγούμενες φράσεις τῆς παραγράφου.
[5] Ἡ φράση αὐτὴ καὶ τῶν δύο ἑπόμενων παραγράφων ἀπὸ τὸ διήγημα «Ὑπηρέτρα». Διήγημα ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων (1888).
[6] Ὀδαλίσκη: γυναίκα στὸ χαρέμι τοῦ σουλτάνου κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
[7] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Μαυρομαντηλοῦ» (1891), ἀπὸ ὅπου καὶ οἱ φράσεις τῆς ἑπόμενης παραγράφου.
[8] «Οἱ μάγκες τῆς πόλεως» ἀπό τὸ διήγημα «Τ’ Ἀερικὸ στὸ δέντρο» (1907). Ὁ Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος διορθώνει «μάγκαι», ἀναφέροντας ὅτι ἡ λέξη «μάγκες» ἦταν τῆς α΄ έκδ (Βαλέτας 1954· αὐτὴν εἶχε ὑπόψη του ὁ Μανουσάκης το 1964 ποὺ ἔγραφε τὶς ἐπιφυλλίδες γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη).
[9] Ἁλύπαιδες: δὲν κατάφερα νὰ βρῶ οὔτε τὴ λέξη οὔτε τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅπου αὐτὴ ἀναφέρεται. Δὲν βρῆκα τὴ λέξη οὔτε στὰ λεξικά. Δὲν ὑπάρχει τὸ χειρόγραφο τοῦ Γ. Μανουσάκη νὰ έλέγξω μήπως ἔγραφε (τὸ πιὸ πιθανό) «ἀγυιόπαιδες», παιδιὰ τοῦ δρόμου δηλαδή· στὸ παραπάνω διήγημα (σημ. 9) διαβάζουμε μετὰ τὴν τρὶς ἀναφερόμενη λέξη: «μάγκας», «μάγκαι», «μάγκαν», τὴν περίπου συνώνυμή της στὴ φράση: Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιπαίδων…
[10] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον» (1925).
[11] Κοσμοκαλόγερος: φανερὴ ἀναφορὰ στὴν ὁμότιτλη μυθιστορηματικὴ βιογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν Μιχ. Περάνθη (1η ἔκδοση, Τυπογραφεῖο Π. Διαλησμά, Ἀθήνα 1948).
[12] Θεια-Κυρατσώ: πρόσωπο στὸ διήγημα «Ὁ Ἀμερικάνος» (1891).
[13] Γριὰ Ραγιάδαινα: πρόσωπο στὸ διήγημα «Τὸ Σπιτάκι στὸ Λιβάδι» (1896).
[14] Ἡ Μορισὼ τὸ Γιαλινάκι: πρόσωπο στὸ διήγημα «Ἡ Ἀποσώστρα» (1905).
[15] Θεια-Ἀχτίτσα, σταχομαζώχτρα: πρόσωπο στὸ διήγημα «Ἠ Σταχομαζώχτρα» (Χριστουγεννιάτικον διήγημα) (1889).
[16] Γκιουλιώ: ὑποκοριστικὸ τοῦ ὀνόματος Ἀγγελική, τῆς μητέρας τοῦ Παπαδιαμάντη.
[17] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Νοσταλγός» (1894)· ἡ ἀναφερόμενη φράση βρίσκεται στὴν ἀρχὴ τοῦ διηγήματος.
[18] Ἀγροδίαιτον: ἀπὸ τὴ φράση «ἡ καλὴ γραῖα ἦτο πάντοτε ἀγροδίαιτος» στὸ διήγημα «Θέρος ‒Ἔρος». Εἰδύλλιον Πρωτομαγιᾶς (1891).
[19] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Ὁλόγυρα στὴ λίμνη». Ἀναμνήσεις πρὸς φίλον (1892)· ἀπὸ τὸ ἴδιο καὶ ὅλα τὰ ἀποσπάσματα μέχρι τὸ τέλος τῆς ἑπόμενης παραγράφου.
[20] Ἴτσια: εἶναι τὰ ἄνθη νάρκισσοι, ἴα, μενεξέδες ἤ μανουσάκια.
[21] Λιχανός: ὁ δείκτης, τὸ δάχτυλο δίπλα στὸν ἀντίχειρα.
[22] Παραπέμπει στὸν τίτλο τοῦ ἔργου «Τὰ Ρόδιν’ ἀκρογιάλια». Κοινωνικὸν μυθιστόρημα (1908).
[23] Λαζαρέττα: ἀπομακρυσμένα νησάκια, ὅπου ὑποχρεώνονταν πλοῖα καὶ ἐπιβάτες νὰ περάσουν τὶς μέρες τῆς καραντίνας λόγῳ ἐπιδημιῶν, τῆς χολέρας ἢ τῆς πανούκλας. Γενικά: λαζαρέτο σήμαινε λοιμοκαρθατήριο.
[24] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Φλώρα ἢ Λάβρα» (1925).
[25] Μεγάλη Άμμουδιά: παραλία στὴ Σκιάθο· ἀναφορὰ στὸ διήγημα «Φλώρα ἢ Λάβρα» (1925).
[26] Τσαχίλι (λέξη τουρκικῆς προέλευσης, ποὺ χρησιμοποιεῖται στὴν Κρήτη): χαλίκι λεῖο ἀπὸ τὰ κύματα.
[27] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα «Φλώρα ἢ Λάβρα».
[28] Ἡ φράση ἐλαφρῶς παραλλαγμένη απὸ τὸ διήγημα «Τὰ Ρόδιν’ ἀκρογιάλια».
[29] Ἀπὸ τὸ διήγημα «Φλώρα ἢ Λάβρα», ὅπως καὶ τὸ ἑπόμενο ἀπόσπασμα.
[30] Φράση ἀπὸ «Τὰ Ρόδιν’ ἀκρογιάλια»: στὴν τελευταία παράγραφο τοῦ Προλόγου.