...............................................................
Ψυχογραφίες του έθνους: Ο Στέλιος Ράμφος και η στροφή της σκέψης του
Τι μπορούμε να καταλάβουμε μελετώντας σοβαρά τις μετατοπίσεις του εκλιπόντος «φιλο-φιλοσόφου»;
γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 15.8.2026)
ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΕΙΠΩΘΕΙ και γραφτεί αρκετά για τον Στέλιο Ράμφο, την παρουσία του στα γράμματα και την πορεία του. Όσο μπόρεσα να διαβάσω επιλεκτικά, τα περισσότερα σχολίασαν κυρίως τις όψιμες πολιτικές χρήσεις της παρέμβασής του, ιδίως στην περίοδο μετά το 2010. Υπήρξε ένα κύμα υπενθυμίσεων γύρω από την κριτική του στον «λαϊκισμό», τις αποστάσεις από το βραχύβιο νεανικό αριστερό παρελθόν και την εν γένει συμπόρευση του εκλιπόντος με τον συμβατικό «μεταρρυθμισμό» στην εποχή των Μνημονίων.
Εμφανίστηκαν, φυσικά, και αναφορές στα βιβλία του συγγραφέα, στα έργα της πρώτης και της δεύτερης περιόδου για λαμπρές στιγμές του ελληνικού κανόνα, από τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα και τους Πατέρες της Εκκλησίας ως τη σύγχρονη γραμματεία. Κακά τα ψέματα, όμως, τα κανονικά γραπτά του «φιλο-φιλόσοφου» (ο ίδιος προτιμούσε αυτόν τον όρο), δύσκολα θα μπορούσαν να θερμάνουν ένα πιο μαζικό σχόλιο. Θα ήταν μάλλον απίθανο να ανταλλάσσει κανείς γνώμες για τη θεοπτεία, το επιθυμείν ή τα ενεργήματα του εαυτού – ζητήματα που πολλοί επικριτές του έσπευσαν, πολύ κακώς, να τα αποκαλέσουν «σοφιστείες» ή «στάχτη στα μάτια». Το βάρος έπεσε στον πολιτικό ψυχογράφο του έθνους. Είναι ο πολιτικός ή ο ψυχοπολιτικός λόγος που συσπείρωσε τους φίλους του και τους αντιπάλους του, με διαφορετικό πρόσημο και εκατέρωθεν αισθήματα, εννοείται.
Θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς; Όχι, προφανώς. Όταν κάποιος έχει αντλήσει κύρος ή έχει καλλιεργήσει επί χρόνια σχέσεις με ένα ευρύτερο αστικό ακροατήριο παρεμβαίνοντας τακτικά στην «αγορά των ιδεών», είναι αδύνατο να μην κριθεί, ακόμα και να υποστεί πικρές επιθέσεις και σκληρά λόγια, σε αυτό το ίδιο επίπεδο. Μοιραία είναι η συνάντηση της στιγμής του θανάτου του προσώπου με τη διαμάχη για τις απόψεις του. Με αγενείς ή αποθεωτικές, ισοπεδωτικές ή υπερβολικά γενναιόδωρες κρίσεις.
Ο Ράμφος υπήρξε για χρόνια προσωπικότητα ενός ευρύτερου χώρου πνευματικών συντρόφων με τον οποίον συνομιλούσε, αν και σε πολλά δεν ταυτιζόταν. Συμμεριζόταν ωστόσο ορισμένα πυρηνικά στοιχεία του εθνορομαντισμού, μιας δηλαδή ευρύτερης πολιτισμικής λογικής για το ελληνικό ήθος σε αντιπαράθεση με το κυρίαρχο φαντασιακό της δυτικής νεωτερικότητας.
Τοποθετήσεις, ωστόσο, όπως ένα ποστ του Αντώνη Λιάκου στο Facebook για τη στροφή του Ράμφου από μια πλατωνίζουσα πατερική Ανατολή σε μια δυτική, ατομοκεντρική νεωτερικότητα, χαράσσουν, πιστεύω, μια άλλη κατεύθυνση για μια μερική, έστω, αποτίμηση. Κάπου εδώ θα σταθώ με τη σειρά μου, επιλέγοντας να αναφερθώ σε αυτήν τη στροφή ιδεών που πολλοί την ξαναθυμήθηκαν τώρα με αφορμή την εκδημία του συγγραφέα.
Ψάχνοντας μια φράση ικανή να συμπυκνώσει το πέρασμα από τον πρώτο στον δεύτερο Ράμφο, από τους «Πελεκάνους ερημικούς» στον «Καημό του ενός» (με υπότιτλο «Κεφάλαια από την ψυχική ιστορία των Ελλήνων»), επιλέγω επίτηδες κάτι που παραπέμπει σε λογοπαίγνιο, αν και δεν είναι τέτοιο. Μπορεί έτσι να ισχυριστεί κανείς ότι ο Στέλιος Ράμφος δοκίμασε ένα άλμα της σκέψης, ένα sprung (όπως θα το έλεγε ο Χάιντεγκερ), πηδώντας από το «λίγο» ως πλούτο στο «λίγο» ως στέρηση και ελάττωμα. Εξηγώ αμέσως τη φράση που λογικά μπορεί να ξενίσει: συνέβη, όπως γνωρίζουμε, μια σημαντική αλλαγή στην ερμηνευτική του ελληνισμού, στροφή που θα οδηγήσει τον συγγραφέα σε μια αντιστροφή της πρώτης του μεταφυσικής. Ειπώθηκε για την παραμονή του Ράμφου στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον το 1996 και τις συζητήσεις και μια γενικότερη αναμόχλευση προβληματισμών που θα κυοφορήσουν, με έναν τρόπο, τον «δεύτερο Ράμφο».
Από τότε και πιο έντονα τα επόμενα χρόνια θα έλθει σε πρώτο πλάνο μια προσέγγιση της ελληνικής ψυχικής και συναισθηματικής συγκρότησης με έμφαση στις αδράνειές της, στην αδυναμία προσαρμογής και στην ταυτοτική καθήλωση. Μια κλινική των ελληνικών φαντασιώσεων ανάμεσα σε όνειρα μεγαλείου και φόβους συντριβής. Ο Ράμφος προωθεί μια άλλη ανάγνωση του ελληνικού τρόπου σε σύγκριση με αυτήν που είχε συγκροτηθεί στη μετά τον μαρξισμό «πλατωνο-πατερική» φάση από τη δεκαετία του ’70 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Διαφορετική ερμηνεία, όμως, ως προς τι ακριβώς; Εδώ χρειάζεται να εντοπίσουμε ένα συγκεκριμένο κέντρο βάρους και όχι γενικούς όρους του τύπου Ανατολή/Δύση. Ο Ράμφος υπήρξε για χρόνια προσωπικότητα ενός ευρύτερου χώρου πνευματικών συντρόφων με τον οποίον συνομιλούσε, αν και σε πολλά δεν ταυτιζόταν. Συμμεριζόταν ωστόσο ορισμένα πυρηνικά στοιχεία του εθνορομαντισμού, μιας δηλαδή ευρύτερης πολιτισμικής λογικής για το ελληνικό ήθος σε αντιπαράθεση (φιλοσοφική, ανθρωπολογική και νοοτροπίας) με το κυρίαρχο φαντασιακό της δυτικής νεωτερικότητας.
Η στροφή του πρέπει έτσι να ιδωθεί ως μεταστροφή από την εθνορομαντική ιεράρχηση των αγαθών. Απλουστεύοντας, στην εθνορομαντική αντίληψη είναι η ίδια η ταπεινότητα του ελληνικού τρόπου και χώρου έναντι μιας ηγεμονικής και μηχανιστικής Δύσης που μεταβάλλεται σε εσωτερική, πνευματική νίκη. Νίκη, για παράδειγμα, της αυθεντικής σχέσης με την αλήθεια απέναντι στη ψυχρή λογοκρατία και στη βία της απόδειξης. Νίκη του θαύματος απέναντι στην πενιχρότητα της ποσοτικοποιημένης, λογιστικής ματιάς. Αυτό το ισχυρό σχήμα σκέψης για το λίγο ως πλεόνασμα και πληρότητα μπορούσε να βρει έρεισμα σε πολύ διαφορετικές καλλιτεχνικές και δημιουργικές φυσιογνωμίες, από τον Λάκη Παπαστάθη και τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Αλέξη Δαμιανό και πολλούς άλλους. Δεν περιορίζεται επ’ ουδενί στη στενή «νεορθόδοξη» σφαίρα.
Στο σχήμα αυτό, ακόμα και οι ιστορικές «ήττες του ελληνισμού» θεωρήθηκε πως περιέχουν έναν ακέραιο πυρήνα επιβεβαίωσης – στο μέτρο που ο πυρήνας μιας αφανούς Ελλάδας άντεξε επί μακρόν στην πολιορκία των αλλότριων τρόπων, έως πρόσφατα τουλάχιστον. Στη συνέχεια, η διαπίστωση της απώλειας ή της φθοράς του πυρήνα έδωσε τροφή στη χαρακτηριστική εθνορομαντική μελαγχολία για το «τέλος της Ελλάδας». Για να το εκφράσουμε με πιο γνώριμα λόγια, μπορεί να ήμασταν φτωχοί, ένας τόπος με πολλά κατσάβραχα και ξεραΐλα, τα λόγια των ηρώων μας (προτού αλλοιωθούν από επείσακτες ιδεολογίες) να ήταν πικρά ή σπαρμένα με βωμολοχίες, όλα αυτά όμως κοίμιζαν μέσα τους μια άλλη ανωτερότητα. Ήταν ένας τρόπος υπέρβασης και πτήσης προς τα άνω, διαμέσου της περιφρόνησης στον ορθολογισμό των επιτευγμάτων. Στο εθνορομαντικό βλέμμα, η ελληνική έλλειψις βιώνεται ως κρυμμένος πλούτος με τον ίδιο τρόπο που η έρημος μεταμορφώνεται σε περιβόλι. Και φυσικά, χειρότερη από κάθε έρημο είναι η ερημιά του Εγώ, ο κάλπικος και αβαθής θρίαμβός του.
Αυτό που στον Ράμφο έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι το ότι, οξύνοντας την κριτική του στην κάλπικη οίηση (η οποία αποκρύπτει μια έλλειψη αυτοπεποίθησης), θα βρεθεί να κινείται «απότομα» στην άλλη όχθη. Πολλοί φυσικά εξακολουθούν να συγχέουν αυτήν τη στροφή με την παλιότερη αποστασιοποίηση από την Αριστερά. Πολλά χρόνια όμως πριν από την ερμηνευτική στροφή, ο Ράμφος δεν είχε πλέον συνάφειες ούτε με τους στόχους ούτε με τα σχήματα της μαρξιστικής και μεταμαρξιστικής θεωρίας.
Ο συγγραφέας είχε ήδη γίνει ένας ακατάτακτος, ιδιοσυγκρασιακός συντηρητικός που η στροφή του τέλους της δεκαετίας του ’90 θα τον φέρει, από άλλους δρόμους, πιο κοντά στον φιλελευθερισμό και στις νομικές-ηθικές του βάσεις. Αυτό που αλλάζει είναι κυρίως η σύσταση της ελληνικής του γραμμής. Στον ύστερο Ράμφο το ζητούμενο γίνεται το να «γίνουμε άτομα» με την έννοια των υπεύθυνων μονάδων σε ένα μη κολεκτιβιστικό αλλά στοιχειωδώς συνεκτικό πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ενώ στην πρώτη φάση η ιδεολογία του συμβολαίου και η νομική και οικονομική κουλτούρα της φιλελεύθερης καπιταλιστικής Δύσης θεωρούνταν οντολογικά και ηθικά σφάλματα (αστοχίες, αμαρτίες, στη θεολογική γλώσσα), στον «καινούργιο» Ράμφο θα γίνουν αυτοί οι στόχοι του έθνους και τα μοναδικά άξια λόγου αιτήματα για τους λεγόμενους μετριοπαθείς και «νουνεχείς» πολίτες.
Η στροφή επομένως δεν συνιστά μόνο πέρασμα από μια προσωποκεντρική κοινοτική σύλληψη σε έναν φιλελεύθερο ατομικισμό της ευθύνης. Τούτο το πέρασμα ισχύει, είναι όμως μια πιο επιφανειακή πτυχή της συνολικής μετατόπισης, κάτι που έγινε αναμενόμενα περισσότερο εύληπτο δημοσιογραφικά γιατί έριχνε φως στις πιο άμεσες πολιτικές δηλώσεις. Η έμφαση στην αμετάθετη ατομική ευθύνη, η απόρριψη όλων των ταξικών αναγωγών ή των κοινωνιολογικών εξηγήσεων για την κρίση διαπερνά έντονα τις τοποθετήσεις του Ράμφου στα μνημονιακά και μεταμνημονιακά χρόνια, όπου στόχος ήταν να αποδοκιμαστεί αυστηρά το «κακομαθημένο παιδί-λαός».
Η κατάκριση στον παιδισμό και στον άγουρο συναισθηματισμό θα γίνει έτσι συνταγή ή σχεδόν μανιέρα που θα γεφυρώσει την ερμηνεία του αντιμνημονιακού κινήματος, τις αντιεμβολιαστικές δοξασίες και κάθε άλλη δρώσα κοινωνική «ανωριμότητα» που κατά τον Ράμφο θα θεωρηθεί υπαίτια των εθνικών κρίσεων. Μια ανθρωπολογία της ελληνικής ψυχικής καθίζησης λειτουργεί ως το κλειδί ερμηνείας για ποικίλα φαινόμενα της κρίσης και των παραγώγων της, από εκτραχύνσεις σε συμπεριφορές ως εκλογικά και πολιτικά αποτελέσματα, από την πολιτική βία μέχρι τα αντιεμβολιαστικά πάρτι. Επιμένω όμως πως το σημαντικότερο για τη δημόσια φιλοσοφία του Ράμφου είναι η μεταβολή οπτικής για το ελληνικό Είναι. Η «πενία» από αόρατη πηγή υπερηφάνειας διαβάζεται αργότερα ως συνέπεια εαυτών που δεν κατορθώνουν να συγκροτηθούν και πνίγονται στην αποτυχία. Ο ατομικισμός της μνησικακίας εμποδίζει τον ατομικισμό από επάρκεια και την αίσθηση ευθύνης.
Πρόκειται για περιγραφές τρόπων και συμπεριφορών πολύ κοντινές στη γνωστή παλαιόθεν αφήγηση για τα ελαττώματα της χώρας και τις στραβές ραφές των ηθών της. Με τη δική του γλώσσα και το μορφωτικό του οπλοστάσιο, ο Ράμφος εντάσσεται σε ένα ρεύμα δημόσιου λόγου που θα στηρίξει το λεγόμενο τόξο συναίνεσης στο Κέντρο, αν όχι κυρίως στα δεξιά του Κέντρου.
Ανατρέχοντας σε διάσπαρτα σημεία του δημόσιου λόγου του, νιώθει κανείς ότι κάτι λείπει. Σαν να έχει σβηστεί κάθε ίχνος κριτικής στο παγκοσμιοποιημένο δυτικο-καπιταλιστικό πλέγμα ιδεών και αξιών. Ούτε καν με τους όρους ενός πολιτικού φιλελευθερισμού με κανονιστικές ευαισθησίες, ούτε και ως συντηρητική και αξιακή κριτική στο υπέρμετρο των κυρίαρχων προτύπων αυτού που ο Καστοριάδης ονόμαζε καπιταλιστικό φαντασιακό. Κάθε ριζοσπαστική κοινωνική κριτική θα υποβιβαστεί σε μίζερη μεμψιμοιρία, φθόνο, ασίγαστη επιθετικότητα ή παιδιάστικη φαντασίωση τελειότητας. Ιδίως όμως δεν διακρίνεται κανένας ηθικός σκανδαλισμός του παρατηρητή των ηθών για την άνοδο των ανισοτήτων ή τους πολιτικούς και ηθικούς κινδύνους για τη δημοκρατία που φέρνουν μαζί τους ο σαρωτικός δογματισμός του ανταγωνισμού, η τεχνοκρατία, η κοινωνική περιθωριοποίηση.
Αυτή η «διακριτικότητα» για πλείστες εκδοχές εξαχρείωσης εντός Δύσης θα σκεπαστεί κάτω από μια διαρκή κατήχηση γύρω από έναν ανώριμο, δυστυχισμένο ή μνησίκακο εαυτό, θέματα που έχουν φυσικά μεγάλο παρελθόν στη συντηρητική φαντασία, ήδη από τον 19ο αιώνα. Η στροφή ερμηνείας θα απελευθερώσει τις διαγνώσεις του για τις κρίσεις και τα προβλήματα των τελευταίων χρόνων, από τον κύκλο που ξεκινά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων για να φτάσει στην εποχή της οικονομικής και πανδημικής κρίσης. Σε όλη αυτή την πυκνή σε γεγονότα περίοδο δεσπόζει η προσπάθεια να επενδυθεί με στοιχεία πνευματικότητας ο φιλελεύθερος μεταρρυθμιστικός λόγος ο οποίος μιλούσε συχνά για την «αμεταρρύθμιστη» και «αδιόρθωτη» χώρα. Ο συγγραφέας εμψυχώνει το κοινό με στόχο τη διόρθωση ενός στραβού/ατελούς καπιταλιστικού φαντασιακού, έτσι ώστε αυτό να γίνει περισσότερο λειτουργικό ενθαρρύνοντας μια νέα ατομικότητα.
Έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι μια σε βάθος αποτίμηση των ερμηνευτικών σπουδών του συγγραφέα είναι έργο που απομένει να γίνει. Σε τελική ανάλυση, ο ψυχολόγος της πολιτικής Ράμφος δεν είναι το έργο του, είναι ένα μέρος της παρουσίας του. Το έργο του συγγραφέα, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι κομμάτι της σύνθετης πνευματικής αυτοβιογραφίας της γενιάς του ’60 και των ευαισθησιών της που διαιρέθηκαν, ακολούθησαν χωριστούς δρόμους, οδηγήθηκαν σε αντίπαλες μεταφράσεις. Τα «αστόπαιδα» (κατά την έκφραση του Γιάννη Κιουρτσάκη) της γενιάς αυτής θέλησαν να αλλάξουν την Ελλάδα προτείνοντας λόγιες ερμηνείες για την ατομική και τη συλλογική ταυτότητα. Άλλοι έμειναν σε ένα πεδίο κοινωνικής επιστήμης και άλλοι, όπως ο Ράμφος, βρήκαν καταφύγιο σε φόρμες γραφής πιο κοντινές στις ιδέες, σε ένα είδος δοκιμιακού στοχασμού.
Είναι όμως πάνω στη φιλοδοξία μεταρρύθμισης των ηθών που θα παιχτεί τελικά μια ορισμένη εξέλιξη της ελληνικής ιδεολογίας, μέσω και έξω από τις ερμηνείες της παράδοσης και τις συγκρούσεις για το νόημα της ανεύρετης ελληνικότητας. Ιδίως από τη στιγμή που κάποιος θεωρεί πως η αλλαγή των «δομών» απέτυχε ή πως οδηγεί αναπόφευκτα στον ολοκληρωτισμό, δεν απομένει άλλο από τη σμίλευση ηθικών και ψυχολογικών τύπων, από μια συντηρητική πολιτισμική ανάλυση. Αυτός ο δρόμος ακολουθήθηκε και από τον Στέλιο Ράμφο, παραμερίζοντας τις άλλες ιδεολογίες της ελληνικής Βενσέν, του χώρου των Ελλήνων διανοουμένων της παρισινής επίδρασης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου