Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2014: 70 χρόνια από τον Εμφύλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2014: 70 χρόνια από τον Εμφύλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

"Θα μιλήσουμε για τις εκτελέσεις στα χρόνια του Εμφυλίου;" έγραψε ο Πολυμέρης Βόγλης* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.04.2025)

 ...............................................................



Θα μιλήσουμε για τις εκτελέσεις στα χρόνια του Εμφυλίου;






έγραψε ο Πολυμέρης Βόγλης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.04.2025) 



Η ανακάλυψη ομαδικών τάφων και των σκελετών 33 εκτελεσθέντων κοντά στις φυλακές Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη έχει προκαλέσει δικαιολογημένα τεράστιο ενδιαφέρον. Για άλλη μία φορά έρχεται στην επικαιρότητα η τραυματική περίοδος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, στρέφοντας την προσοχή σε ένα παραμελημένο θέμα, αυτό των μαζικών εκτελέσεων πολιτικών κρατουμένων από το 1946 έως το 1949.


Οι εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων βασίστηκαν σε δύο νομοθετήματα της εποχής. Το πρώτο ήταν το Γ' Ψήφισμα (Ιούνιος 1946) που προέβλεπε τη θανατική ποινή για όσους συμμετείχαν σε ένοπλες ομάδες. Το δεύτερο ήταν ο Α.Ν. 509 (Δεκέμβριος 1947) που έθετε εκτός νόμου το ΚΚΕ και προέβλεπε την καταδίκη σε θάνατο για όποιον «επεδίωκε την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του Πολιτεύματος, του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας». Οι εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1946. Οι πρώτοι εκτελεσθέντες ήταν δύο νεαροί άνδρες από το Κιλκίς, ο Θεοχάρης Σαπρανίδης και ο Γεώργιος Καλέμης, οι οποίοι εκτελέστηκαν στις 16 Ιουλίου 1946 έξω από τις φυλακές Επταπυργίου.

Οι παραβάτες των παραπάνω νομοθετημάτων δικάζονταν από έκτακτα στρατοδικεία, τα οποία έμειναν στην Ιστορία για την παροιμιώδη αυστηρότητά τους – ένας στους τέσσερις ενόχους καταδικαζόταν σε θάνατο. Με προσχηματικές διαδικασίες, μέσα σε λίγες μέρες ολοκληρώνονταν μαζικές δίκες, επιβάλλονταν βαρύτατες ποινές, δεν υπήρχε δυνατότητα έφεσης και όσοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο παμψηφεί ή με πλειοψηφία 4-1 οδηγούνταν στο εκτελεστικό απόσπασμα έπειτα από λίγες μέρες. Ετσι, για παράδειγμα, στα Ιωάννινα η δίκη 114 ατόμων τον Ιούλιο του 1948 ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες και το έκτακτο στρατοδικείο αποφάσισε την καταδίκη σε θάνατο 48 κατηγορουμένων, εκ των οποίων οι 16 εκτελέστηκαν. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ο αριθμός των εκτελεσθέντων εκτοξεύθηκε. Σύμφωνα με κάποια επίσημα στοιχεία, τουλάχιστον 3.400 πολιτικοί κρατούμενοι εκτελέστηκαν από τον Ιούνιο του 1946 έως τον Οκτώβριο του 1949, δηλαδή κατά μέσο όρο περίπου 85 άνθρωποι κάθε μήνα.

Οπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, τα ζητήματα που ανακύπτουν από τις εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων είναι πολλά. Το πρώτο και βασικότερο είναι εάν οι άνθρωποι που εκτελέστηκαν ήταν αθώοι ή ένοχοι. Οι συνοπτικές διαδικασίες και η ευκολία με την οποία επιβαλλόταν από τους στρατοδίκες η «εσχάτη των ποινών» δημιουργούν εύλογα την εντύπωση ότι συχνά ήταν απλώς δίκες σκοπιμότητας. Πόσοι κατηγορούμενοι/ες καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν επειδή απλά ήταν μέλη του ΚΚΕ, που αρνήθηκαν να αποκηρύξουν τις ιδέες τους στη διάρκεια της δίκης; Επίσης, πόσες εκτελέσεις ήταν εκδικητικές και, υπό μια έννοια, «αντίποινα»της κυβέρνησης; Για παράδειγμα, μετά τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά την 1η Μαΐου 1948, μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες εκτελέστηκαν 109 πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα στη διάρκεια της Κατοχής και βρίσκονταν στις φυλακές ήδη για μεγάλο διάστημα.

Ενα άλλο ερώτημα, που σχετίζεται και με την πρόσφατη ανακάλυψη των ομαδικών τάφων, αφορά την τύχη των εκτελεσθέντων. Θα περίμενε κανείς ότι μετά την εκτέλεση οι σοροί θα αποδίδονταν στους οικείους τους ώστε να τους θάψουν. Οι ομαδικοί τάφοι που βρέθηκαν στο Επταπύργιο, όμως, μας λένε μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Μετά την εκτέλεση, αφαίρεσαν τα ρούχα και τα υποδήματα των νεκρών (οι σκελετοί βρέθηκαν γυμνοί) και τους πέταξαν σε έναν λάκκο, χωρίς να υπάρχει καμιά ένδειξη ότι έχουν θαφτεί εκεί, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματά τους. Για αυτούς που εκτελέστηκαν στα χρόνια του Εμφυλίου ο θάνατος δεν ήταν αρκετός ως τιμωρία, έπρεπε να εξαφανιστούν τα ίχνη τους, να διαγραφούν από τη μνήμη των οικογενειών και των επόμενων γενεών. Να μη μείνει τίποτε και πουθενά που να θυμίζει τη ζωή, τον αγώνα, το τραγικό τέλος τους. Ετσι, για τους συγγενείς το ερώτημα μέχρι σήμερα παραμένει αναπάντητο: Πού είναι θαμμένοι όσοι/ες εκτελέστηκαν;

Εστω και μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν των εκτελέσεων του Εμφυλίου. Τρία βήματα είναι απαραίτητα. Το πρώτο είναι να γίνει έρευνα σε αρχεία δικαστηρίων και εκτάκτων στρατοδικείων και στον Τύπο ώστε να εξακριβωθεί πόσοι, ποιοι, πού και πότε εκτελέστηκαν. Το δεύτερο είναι να γίνουν ανασκαφές σε όλους τους τόπους εκτελέσεων πολιτικών κρατουμένων, ώστε να εντοπιστούν οι σοροί και, εάν είναι εφικτό, να ταυτοποιηθούν. Το τρίτο βήμα είναι η ανέγερση μνημείων από την πολιτεία στους τόπους των εκτελέσεων ώστε να μην ξεχαστούν οι νεκροί και τα τραγικά γεγονότα του Εμφυλίου. Απέναντι στο «μπάζωμα» της μνήμης και του παρελθόντος, είναι το ελάχιστο που μπορούμε και οφείλουμε να κάνουμε.

*Καθηγητής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

"O Γράμμος του Εμφυλίου" έγραψε ο Βασίλης Νιτσιάκος* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.01.24)

 ..............................................................


O Γράμμος του Εμφυλίου

















έγραψε ο Βασίλης Νιτσιάκος* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.01.24) 



Πριν από λίγες μέρες προβλήθηκε από την ΕΡΤ το ντοκιμαντέρ της Σοφίας Παπαϊωάννου για τον Γράμμο και τον Εμφύλιο. Εκ πρώτης όψεως, θα έλεγε κανείς καλό είναι να προβάλλονται αυτοί οι οριακοί, μεθοριακοί, περιθωριακοί και παντέρημοι τόποι της πατρίδας μας. Είναι καλό και γιατί οι συμπατριώτες μας μαθαίνουν όσοι δεν γνωρίζουν και θυμούνται όσοι έχουν ξεχάσει τους τόπους των εθνικών τραγωδιών του παρελθόντος και της εγκατάλειψης του παρόντος. Επίσης οι νεότεροι μαθαίνουν ότι κάποτε και μάλιστα πρόσφατα έγινε ένας εμφύλιος πόλεμος, αν τους αφορά αυτό το ιστορικό γεγονός!


Ωστόσο, το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ είναι, κατά την άποψή μου, επιδερμικό. Εκ του προχείρου φτιαγμένο, επιφανειακά συμφιλιωτικό, χωρίς να μπαίνει στην ουσία των πραγμάτων και αποφεύγοντας καίρια ζητήματα που αφορούν την εθνοπολιτισμική διάσταση, τα ζητήματα ιθαγένειας αλλά και το θέμα της ερημοποίησης...

Τα χωριά-φαντάσματα μιλούν από μόνα τους και το ντοκιμαντέρ ένιωσα ότι αρνήθηκε να τα ακούσει. Ερημα χωριά με αλλαγμένα ονόματα, τοπόσημα της συλλογικής μνήμης αόρατα από την κάμερα. Συμφιλίωση, κατά τη γνώμη μου, δεν σημαίνει ισορροπημένη προσέγγιση στο παρελθόν και χάιδεμα του τραύματος. Σημαίνει βαθιά συνειδητοποίηση αυτού που πραγματικά συνέβη με ευθύ κοίταγμα στην τραγωδία και τα σημάδια της στον νου των θυτών και στις ψυχές των θυμάτων με τόλμη και παρρησία.

Θυμάμαι σημαίνει δεν ξεχνώ. Και δεν ξεχνώ σημαίνει επαγρυπνώ, έχοντας πράγματι συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί και παλεύω για την αυτογνωσία χωρίς ταμπού και ψεύτικους θρήνους για ό,τι τράβηξε αυτός ο έρμος λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος.

Και όχι, ο Γράμμος δεν είναι ωραία φύση. Είναι μια κουκίδα αίματος στον χάρτη. Είναι ο τόπος που πατάς νεκρούς στα κεφάλια τους, που λέει το μυριολόι.

Ποτέ ξανά, ναι. Αλλά να ξέρουμε γιατί και πώς. Ποτέ ξανά, αλλά να μην ξεχνάμε ότι άνθρωποι χάσανε πατρίδες και «κέρδισαν» ξενιτιές. Ποτέ ξανά, αλλά να μην ξεχνάμε ότι συμπατριώτες μας κρίθηκαν ως μη πατριώτες, στερήθηκαν την ιθαγένειά τους και το δικαίωμα να ξαναδούν το πατρικό τους σπίτι, τα χωριά τους ρήμαξαν, πολλά έσβησαν από τον χάρτη. Κανείς δεν νοιάστηκε για όλα αυτά. Ή, μάλλον, η έγνοια ήταν να είναι αόρατα και οι πρωταγωνιστές εξόριστοι ή μουγκοί.

Γι’ αυτό ίσως η κάμερα δεν τα είδε...

*Καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Κι εδώ η εκπομπή της Σοφίας Παπαϊωάννου:



Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

"Τὸ σακὶ" ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου (1924 - 2008)

 .............................................................



    Γιώργης Παυλόπουλος (1924 - 2008)



Τὸ σακὶ

Ἤμουν παιδὶ ἀκόμη δὲν τοὺς καλοθυμᾶμαι.
Μπήκανε στὸ χωριό μου ἕνα πρωὶ
μὰ δὲ σταθήκανε. Περάσανε
ἀργὰ πάνω στὸ χιόνι. Τὰ γένια τους
ἀνάμεσα στὰ σύννεφα καὶ τὶς κοτρόνες
καθὼς τοὺς χώνευε τὸ βουνό.

Μονάχα ὁ τελευταῖος δὲ φεύγει ἀπ’ τὸ μυαλό μου.
Κράτα τὸ ἄλογο, μοῦ εἶπε
καὶ βάζοντας τὸ σκοῦφο του στὴν ἀμασχάλη
ἔσκυψε στὸ νερὸ νὰ πιεῖ
καὶ τὄνα μάτι του μὲ κοίταζε ἀπ’ τὸ πλάι.

Κοίταζε τὰ κουρέλια μου
τὰ πόδια μου μὲς στὶς λινάτσες
τὶς ξόβεργες στὰ ξυλιασμένα χέρια μου
καὶ πῶς τοῦ χαμογέλαγα
κρατῶντας τ’ ἄλογο μὲ περηφάνια.
Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο μάτι μὲ κοίταζε τὸν ἄλλο χρόνο
ἀχνὸ βασιλεμένο
ὅταν ἀδειάσαν ματωμένο τὸ σακὶ
καὶ κύλησαν στὴ μέση τῆς πλατείας
κομμένα τὰ κεφάλια τους.

Ἦταν ὁ χρόνος ποὺ κατέβηκα στὴν πόλη
καὶ πούλαγα τσιγάρα σὲ δρόμους καὶ πλατεῖες.

Κυριακή 24 Απριλίου 2022

Το ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη «Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος» (1997), μια αφήγηση συγκινητική και χωρίς παραχωρήσεις. (tvxs.gr, 21.4.2022)

 ...............................................................


Το ντοκιμαντέρ του Ροβήρου Μανθούλη «Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος» (1997), μια αφήγηση συγκινητική και χωρίς παραχωρήσεις. 

 Όταν μεταδόθηκε για πρώτη φορά η ΕΡΤ δέχτηκε περί τα 2.000 τηλεφωνήματα τηλεθεατών που ζητούσαν την επανάληψή του και (για πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης) ξαναπαίχτηκε σε 3 μέρες. Εμφανίζονται οι Μανώλης Γλέζος, Χαρίλαος Φλωράκης, οι αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού (που πολέμησαν σε Ελ Αλαμέιν, Ρίμινι, Δεκέμβρη και Εμφύλιο) στρατηγός Κουμανάκος, στρατηγός Σοφοκλής Τζανετής, στρατηγός Κόρκας - Ιερολοχίτης το 1944. Επίσης οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού Βασίλης Βενετσανόπουλος, Αλέκος Παπαγεωργίου, Στέφανος Παπαγιάννης, η αντάρτισσα του Δημοκρατικού Στρατού Κατίνα Δημητρίου, ο καπετάνιος του λόχου «Λόρδος Βύρων» του ΕΛΑΣ Μάνος Ζαχαρίας, ο ιστορικός και αντιστασιακός της ΕΠΟΝ Φίλιππος Ηλιού, ο δημοσιογράφος και ιστοριογράφος Βάσος Μαθιόπουλος (αποκάλυψε την Αγγλο - Γερμανική Συμφωνία του τέλους της Κατοχής). 

 Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Τηλεοπτικών Προγραμμάτων (F.I.P.A.) του Μπιαρίτζ το 1997. Η εξάωρη βερσιόν «Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου» πήρε το ετήσιο βραβείο καλύτερης εκπομπής πληροφόρησης στην Ελλάδα το 1997. Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος / La Guerre Civile Grecque 1997 Ντοκιμαντέρ Ροβήρος Μανθούλης Σε συνεργασία με τους Κωνσταντίνο Μωριάτη και Πάνο Καραμπίνη Σενάριο: Ροβήρος Μανθούλης Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης 
Αποσπάσματα από το φιλμ του Δημοκρατικού Στρατού «Η Αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» των Μάνου Ζαχαρία και Γιώργου Σεβαστίκογλου



Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

"Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα" έγραψε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης (https://greekcivilwar.wordpress.com, 12.12.2016)

...............................................................



Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα






 

έγραψε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης (https://greekcivilwar.wordpress.com, 12.12.2016)



Γνωρίζουμε ότι πολλοί αριστεροί ποιητές και διανοούμενοι υπέφεραν χρόνια σε ξερονήσια και φυλακές εξαιτίας της ιδεολογίας τους. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ένας μείζων νεωτερικός ποιητής, υμνητής στη δεκαετία του ’30 της «αγαπημένης μητέρας ΕΣΣΔ», ο Ανδρέας Εμπειρίκος, συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1944 από την πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ και οδηγήθηκε όμηρος μαζί με χιλιάδες άλλους ως τα Κρώρα. Απλώς και μόνο λόγω του επωνύμου του. Βολική και χρήσιμη, κάποτε, η λήθη. Ομως, καθώς τα τελευταία χρόνια επανέρχονται ακραία ιδεολογήματα (δεξιά και αριστερά) που απειλούν τη χώρα, καλό είναι να ρίχνουμε μια ματιά στο παρελθόν.


Στις 30 Δεκεμβρίου 1944 ο Εμπειρίκος συλλαμβάνεται από την ΟΠΛΑ, ανακρίνεται, στοιβάζεται σε άθλιους τόπους κράτησης μαζί με πολλούς άλλους, άνδρες και γυναίκες, και πορεύεται μέσα στα χιόνια και τις λάσπες, όμηρος ως τα Κρώρα. Επιβιώνει ως εκ θαύματος, δραπετεύει και καταφέρνει να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου παραμένει κατάκοιτος δύο μήνες. Το ποίημα «Ο δρόμος» (Οκτάνα), γραμμένο στις 23/1/1964, μας μεταφέρει μέρος της φρίκης των μελλοθανάτων. Το πλήρες Χρονικό της ομηρείας του συντάσσεται το 1956 και παραμένει αδημοσίευτο. Εδώ δημοσιεύουμε ένα πολύ μικρό απόσπασμα από αυτή τη μαρτυρία μιας επώδυνης στιγμής για τον ποιητή και το Εθνος ολόκληρο.

«Ακρως αντίθετος προς τον άγνωστον καπετάνιον [πρόκειται για έναν ανώνυμο ελασίτη αξιωματικό τον οποίο εκθειάζει ο Εμπειρίκος, λέγοντας πως θα ήθελε να τον έχει φίλο «γκαρδιακό»] ήτο ο διαβόητος και αιμοσταγής καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – ο αποτρόπαιος σφαγεύς υπερδιακοσίων ανδρών και γυναικών, όστις ευρισκόμενος εις τα Καλύβια [Αττικής] κατά τας ημέρας της διελεύσεώς μας, ήλθε να επιθεώρηση την φάλαγγά μας. Ο άνθρωπος αυτός ήτο ξανθός προς το πυρρόχρουν, είχεν αυστηράν έκφρασιν, εφαίνετο δε πολύ νευρικός και οξύθυμος. Το παραμικρόν προκαλούσε την οργήν του. Εδιδε διαταγάς δεξιά και αριστερά, δεν του ήτο εύκολον να στάθη εις ένα σημείον και τα γαλανά του μάτια ήσαν πάντοτε ανήσυχα. Οι άνδρες του, τού μιλούσαν με μεγάλον σεβασμόν, όλοι δε οι άλλοι μετά μεγάλου δέους.

Την επαύριον της αφίξεως της φάλαγγός μας εις το χωρίον τούτο, εις εκ των ανηκόντων εις την φάλαγγά μας ομήρων, άνθρωπος μεσήλιξ με ασθενικήν όψιν και πάρα πολύ καταβεβλημένος εκ της πορείας και των κακουχιών, με ικέτευσε να παρακαλέσω – «σεις που έχετε το λέγειν» – τον αιμοχαρή αυτόν άνδρα να του επιτρέψη να μείνη εις τα Καλύβια, διότι, εάν συνέχιζε την πορείαν, τούτο θα εσήμαινε δι’ αυτόν βέβαιον θάνατον.

Μολονότι δεν είχα πολλάς ελπίδας να γίνω εισακουστός, επλησίασα τον «Τιμωρόν», και αφού του εξήγησα, όπως μου είχε δηλώσει ο ενδιαφερόμενος, ότι έπασχε από αιματουρίαν, και, αφού προσέθεσα (ψευδόμενος) ότι είδα τον άνδρα αυτόν να ουρή αίμα, τον παρεκάλεσα να αφήσει τον ασθενή εις τα Καλύβια, διά να αναλάβη. Ο φοβερός σφαγεύς εξεμάνη και θεωρών θράσος την ανάμειξίν μου, απέπεμψεν όχι μόνον τον πάσχοντα, αλλά και εμέ, υβρίζων σκαιώς και απειλών και τους δύο μας. Τύχη μου μεγάλη ότι δεν με απέστειλε πάραυτα προς εκτέλεσιν, αυτός που είχε σκοτώσει ιδιοχείρως αναρίθμητους αθώους και των δύο φύλων».

Το 1948, ύστερα από τη δολοφονία του υπουργού της Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, εκτελέστηκαν πολλοί κομμουνιστές. Ο Εμπειρίκος, που δηλώνει ότι είναι εναντίον της θανατικής ποινής, γράφει πως ανάμεσα στους εκτελεσμένους «ήτο και ο καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – τιμωρηθείς ο ίδιος επιτέλους διά το τόσο αθώο αίμα που είχε χύσει ο θηριώδης αυτός δήμιος, με τα ιδικά του χέρια…».
Οπως θα περίμενε κάποιος, ο Εμπειρίκος, ύστερα από αυτήν την περιπέτεια, θα είχε απεμπολήσει την παλαιά, αριστερή ιδεολογία του. Κάθε άλλο. «Θεραπευμένος» από το τραύμα της ομηρείας του (η συγγραφή του Μεγάλου Ανατολικού βοήθησε προς τούτο), ο Εμπειρίκος συχνά θα εκφράσει την εμπιστοσύνη του στη μετεμφυλιωτική, κοινοβουλευτική Αριστερά. Σε κείμενά του και σε απομαγνητοφωνημένες δηλώσεις του για τις εκλογές της 17/11/1974, ο ποιητής προκρίνει την υπερψήφιση της ΕΔΑ, αλλά με σαφείς όρους όπως: «Να μην είμαι υποχρεωμένος να υπακούω εις κομματικά συνθήματα οπορτουνιστικά ή αποβλέποντα μόνον εις κομματικήν σκοπιμότητα». Ή όπως: «Να μη θεωρηθή η πολιτική τοποθέτησίς μου ως παραδοχή εκ των προτέρων των αποφάσεων της ηγεσίας».

Ομως, πέρα από αυτές τις δηλώσεις, τα ίδια τα κείμενά του μαρτυρούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία του, όπως το εμβληματικό ποίημα «Οχι Μπραζίλια μα Οκτάνα» (20/8/1965) στο οποίο δηλώνεται: «Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων». Ο ίδιος (πριν από τις εκλογές του 1974) αναφερόμενος στο παραπάνω ποίημα λέει: «Αυτός που το ‘χει γράψει αυτό το ποίημα δεν μπορεί να ‘χει πει βέβαια ψηφίστε Καραμανλή. Οχι διότι είναι κακός ο Καραμανλής. Ο Καραμανλής, ως άνθρωπος δράσεως, τον βάζω πολύ ψηλά. Αλλά διότι συμβολίζει την δεξιάν […]».

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα – γνώμες – Το Βήμα Online


ΥΓ. Δεν προξενεί εντύπωση η δυσκολία πολιτικής «κατάταξης» του θείου Ανδρέα – ακόμα κι από τον κ. Γ.Μ, ο οποίος τον έχει μελετήσει όσο κανένας άλλος.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

[«Εδώ να με σημαδέψετε» Ένα πολύτιμο κεφάλαιο του ΕΛΑΣ είναι οι αξιωματικοί του."] έγραψε ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (www.lifo.gr 27.8.2020)

............................................................




«Εδώ να με σημαδέψετε» Ένα πολύτιμο κεφάλαιο του ΕΛΑΣ είναι οι αξιωματικοί του.









έγραψε ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (www.lifo.gr 27.8.2020)


ΕΝΑ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΕΛΑΣ είναι οι αξιωματικοί του. Η παρουσία τους στον ένοπλο αγώνα βοήθησε όχι μόνο στην οργάνωση και στο αξιόμαχο των τμημάτων, αλλά και στην αποδοχή του αντάρτικου από τα συντηρητικά στρώματα του πληθυσμού. 

Οι διαταγές της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας ήταν κάθετα αρνητικές. Σε συνεννόηση με τις κατοχικές αρχές, φρόντιζαν να διορίζουν τους αξιωματικούς σε υπηρεσίες και επιμελητείες για να τους έχουν υπό έλεγχο. 

Όμως πολλοί μόνιμοι στρατιωτικοί ακολούθησαν τον δρόμο της τιμής. Έπρεπε να εξοφλήσουν τα «τροφεία» προς την πατρίδα, όπως έλεγε ο μόνιμος λοχαγός Φοίβος Γρηγοριάδης.   

Παρά τον χλευασμό που δέχονταν απ' τους συναδέλφους τους με αφορμή τους παλιούς κλαρίτες που είχε ενσωματώσει με επιτυχία ο ΕΛΑΣ: «Πού θα πάτε, να ενωθείτε με τους Καραλιβαναίους. Ληστές θα γίνετε κι εσείς;» 

Σε σύνολο 6.000 μόνιμων αξιωματικών, κατετάγησαν στον ΕΛΑΣ περίπου 800. Επιπλέον προσχώρησαν 1.550 έφεδροι ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί (πλην των 1.260 ανθυπολοχαγών της Σχολής του ΕΛΑΣ). 


Για τους μόνιμους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, ενός στρατού εθελοντικού, χωρίς τακτικό εφοδιασμό σε τρόφιμα, χωρίς επαρκή ρουχισμό και ιδίως με ελλιπέστατο οπλισμό και πυρομαχικά, η ύπαρξη του Καπετάνιου είναι μάλλον ανακουφιστική. 


Πρωτοφανής αριθμός για λαϊκό στρατό. Στη Γιουγκοσλαβία, που διαθέτει περισσότερους από 20.000 εν ενεργεία αξιωματικούς, δεν προσχώρησαν στον αντάρτικο στρατό του Τίτο πάνω από 100. 

Δεν τους θέλει και δεν τον θέλουν γιατί, σε αντίθεση με τον ΕΛΑΣ, αυτός δημιουργεί ταξικό στρατό. 

Μια συνηθισμένη πρόφαση όσων μόνιμων αξιωματικών δεν ήθελαν να καταταγούν στον ΕΛΑΣ ήταν η τριμελής διοίκηση, που είχε θεσπίσει από την αρχή ο Άρης και η οποία διατηρήθηκε και μετά τον σχηματισμό των στρατιωτικών μονάδων. 

Διατείνονταν πως δεν ανέχονται άλλους πλάι τους στη διοίκηση του τμήματος. 

Δικαιολογίες. Ουδείς παρεμβαίνει στο καθαρά στρατιωτικό έργο του αξιωματικού. Έχει απόλυτη δικαιοδοσία και ευθύνη τόσο για τον σχεδιασμό όσο και για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. 

O κανονισμός συγκροτήσεως και λειτουργίας του ΕΛΑΣ δεν επιτρέπει παρανοήσεις: «Τα καθοδηγητικά όργανα του ΕΛΑΣ αποτελούνται από έναν στρατιωτικόν αρχηγό που έχει το βέτο για τη στρατιωτική οργάνωση, εκπαίδευση και τας πολεμικάς επιχειρήσεις και φροντίζει για τον εφοδιασμό της μονάδος του. Από τον καπετάνιο βοηθό του στρατιωτικού αρχηγού και τον αντιπρόσωπο του ΕΑΜ που συνδέει τον ΕΛΑΣ με τας πολιτικάς οργανώσεις του ΕΑΜ (τον Λαό)». (ΔΙΣ/ΓΕΣ) 

Τις ελάχιστες φορές που η δικαιοδοσία του στρατιωτικού αμφισβητήθηκε, η ηγεσία του ΕΛΑΣ επενέβη δραστικά, όπως φαίνεται και από διαταγή του Στρατηγείου Πελοποννήσου προς τις μονάδες του: «Μόνος αρμόδιος και υπεύθυνος απέναντι της ανωτέρας διοικήσεως διά τας επιχειρήσεις είναι ο στρατιωτικός διοικητής ενεργών συμφώνως προς τας διαταγάς της ανωτέρας του διοικήσεως. Oυδεμία χωρεί αμφισβήτησις ή διαφωνία εις το ζήτημα τούτο κατά το μέλλον».(Σ. Γρηγοριάδης) 

Όχι πως δεν υπάρχουν κόντρες, μεταξύ των μελών της τριαδικής διοίκησης, μα δεν είναι ο κανόνας. Τον σημαντικότερο ρόλο στη συνύπαρξή τους, τον παίζει η προσωπικότητα των συνδιοικητών και όχι τα όρια του ρόλου του καθενός χωριστά. 

«Το παράδειγμα της στοργικής συμπεριφοράς προς τους αξιωματικούς το έδινε το ίδιο το Γενικό Στρατηγείο με πρώτον τον Άρη. Η συνεργασία του με τον στρατηγό Σαράφη αποτελούσε το υπόδειγμα για όλα τα κλιμάκια του ΕΛΑΣ». (Σεβαστάκης) 

Για τους μόνιμους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, ενός στρατού εθελοντικού, χωρίς τακτικό εφοδιασμό σε τρόφιμα, χωρίς επαρκή ρουχισμό και ιδίως με ελλιπέστατο οπλισμό και πυρομαχικά, η ύπαρξη του Καπετάνιου είναι μάλλον ανακουφιστική. 

Στον Καπετάνιο και όχι στον Στρατιωτικό πέφτει ο κλήρος να ανακοινώσει στους άνδρες «σήμερα δεν θα έχουμε συσσίτιο» ή να εφεύρει τρόπους να τους ντύσει ή να τους πείσει να πάνε στη μάχη με μια χούφτα σφαίρες και «έχει ο εχθρός». 

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία οι μόνιμοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ υιοθέτησαν την καινοφανή άσκηση διοίκησης «χωρίς αμοιβές και χωρίς ποινές». Κατάλαβαν πως άλλο στρατιώτης σε υποχρεωτική θητεία και άλλο εθελοντής αντάρτης. 

Εξαίρεση ο ανερμάτιστος, γενικώς, ταγματάρχης Ζούλας, διοικητής του 36ου Συντάγματος, που τιμώρησε έναν αντάρτη με 20ήμερη φυλάκιση. Αμέσως έλαβε μια απανταχούσα από τον Στρατιωτικό διοικητή της ΧΙΙΙης Μεραρχίας της Ρούμελης συνταγματάρχη Ι. Παπαθανασίου: 

«Απαγορεύω απολύτως την επιβολήν πειθαρχικών ποινών. Εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχήν των μονάδων επί του ζητήματος τούτου, καθ' όσον αντίθετος ενέργεια θα απεμάκρυνε τον στρατόν μας από των βασικών αρχών του ΕΛΑΣ». (Φ. Γρηγοριάδης) 

Δηλωτικό του πνεύματος που επικρατεί είναι, πως ο υπερασπιζόμενος τις αρχές του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχης Παπαθανασίου, είναι δηλωμένος αντικομουνιστής, ενώ ο ταγματάρχης Ζούλας, που επιχειρεί να τις ανατρέψει, είναι παλιό μέλος του ΚΚΕ. 

Αρκετοί μόνιμοι αξιωματικοί κατατάσσονται στον ΕΛΑΣ με τον όρο της «αποφυγής οιασδήποτε πολιτικής δεσμεύσεως», ο οποίος στο Βουνό γίνεται αμέσως δεκτός. 

Και η συμφωνία τηρείται. 

O λοχαγός Φοίβος Γρηγοριάδης θυμάται τη χαρακτηριστική κίνηση του βασιλόφρονος διοικητή της ΙΙης Μεραρχίας συνταγματάρχη Ρήγου: 

«Όταν του άφηναν στο γραφείο του καμιά εφημερίδα ή προπαγανδιστική διακήρυξη, την πετούσε επιδεικτικά, αλλά πώς την πετούσε: με την ανάστροφη κίνηση των δακτύλων, όπως απομακρύνει κανείς κανένα πολύ σιχαμερό έντομο ή σκουλήκι». 

«Oύτε καν δημοτικιστής έγινε!» λέγαν οι κομματικοί για τον μέραρχό τους. 

O επίσης βασιλόφρων στρατηγός Κ. Τσαμάκος στη Ρούμελη αποκαλούσε τα μέλη του ΚΚΕ «μυστήριους» και, σε κάθε περίπτωση, διευκρίνιζε ότι ο ίδιος δεν ήταν «μυστήριος». 


Μετά την απελευθέρωση, όταν οι επιζήσαντες μπαρουτοκαπνισμένοι αξιωματικοί κατέβηκαν από τα βουνά, όπου τίμησαν τη στολή τους και τον όρκο τους στην πατρίδα, δεν κατηγορήθηκαν μόνο ως «σφαγείς» και «κομουνιστοσυμμορίτες». 


Είχαν να αντιμετωπίσουν και τους ένστολους ποντικούς των κατοχικών γραφείων, των μπακάλικων και των φούρνων, οι οποίοι με αναφορές τους, τους είχαν κηρύξει «λιποτάκτες» από τις υπηρεσίες στις οποίες τους είχε διορίσει ο κατακτητής 


Αγάπησαν πολύ τον ΕΛΑΣ οι αξιωματικοί του. 

Όταν διαφαίνεται η σύγκρουση με τον ΕΔΕΣ, καλείται στη ΧΙΙΙη Μεραρχία, ο λοχαγός Γιώργος Ζέρβας του 2/39 Συντάγματος, ανιψιός του αρχηγού του ΕΔΕΣ, για να ερωτηθεί εάν θα συμμετάσχει σε ενδεχόμενη σύρραξη. 

Και η απάντηση του λοχαγού: «Oι αξιωματικοί δεν ερωτώνται, διατάσσονται». (Βούλτεψης, Ακέλας) 

O βασιλόφρων ταγματάρχης Ευγένιος Στράτος, πολεμάει στη φοβερή μάχη της γενέθλιας πόλης του, της Αμφιλοχίας, και ακούει έναν καπετάνιο να εμποδίζει τον ολμιστή να ρίξει προς μια ορισμένη κατεύθυνση: «Μη εκεί, είναι το σπίτι του Στράτου». 

O ταγματάρχης παρεμβαίνει άτεγκτος: «Ρίξτε, κάψτε το, το ρημάδι μαζί με τον εχθρό». 

O ταγματάρχης πεζικού Περικλής Μεσημέρης, διοικητής του 16ου Συντάγματος στη Μακεδονία, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος των Γερμανών σε μια φονική μάχη στο Βέρμιο. 

O επικεφαλής αξιωματικός της γερμανικής δύναμης, μόλις τον αντικρίζει, αρχίζει να ουρλιάζει κουνώντας απειλητικά χέρια και πόδια. Σαν κάτι να είχε πάθει. 

Ένας άθλιος γερμανοντυμένος διερμηνέας τού ψιθυρίζει: «Πέταξε από το δίκοχό σου αυτό το διαβολικό σήμα που τον αγριεύει». Και ο διερμηνέας κάνει να το τραβήξει ο ίδιος, μα ο ταγματάρχης Μεσημέρης τον σπρώχνει περιφρονητικά. «Δεν βγάζω το έμβλημα του στρατού μου», δηλώνει. 

Και, απευθυνόμενος στον Γερμανό αξιωματικό, τον προκαλεί δείχνοντας το εθνόσημο του ΕΛΑΣ στο μέτωπό του: «Εδώ να με σημαδέψετε». 

Και τον σημάδεψαν εκεί. 

Μετά την απελευθέρωση, όταν οι επιζήσαντες μπαρουτοκαπνισμένοι αξιωματικοί κατέβηκαν από τα βουνά, όπου τίμησαν τη στολή τους και τον όρκο τους στην πατρίδα, δεν κατηγορήθηκαν μόνο ως «σφαγείς» και «κομμουνιστοσυμμορίτες». 

Είχαν να αντιμετωπίσουν και τους ένστολους ποντικούς των κατοχικών γραφείων, των μπακάλικων και των φούρνων, οι οποίοι με αναφορές τους, τους είχαν κηρύξει «λιποτάκτες» από τις υπηρεσίες στις οποίες τους είχε διορίσει ο κατακτητής. 



Πηγή: www.lifo.gr

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

"Άλλο ΕΛΑΣ, άλλο ΔΣΕ" έγραψε ο Διονύσης Χαριτόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 8-9.8.2020)

..............................................................



                Άλλο ΕΛΑΣ, άλλο ΔΣΕ



Βάρκιζα


έγραψε ο Διονύσης Χαριτόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 8-9.8.2020)
Παρά την αδυσώπητη κρατική τρομοκρατία, ο αριθμός των πρώην ΕΛΑΣιτών που προσχώρησαν εθελοντικά στον ΔΣE, «για να ζήσουμε μια ώρα περισσότερο», όπως έλεγαν, ήταν εξαιρετικά περιορισμένος.

Οι Ελληνες πλήρωσαν ακριβά τη φιλοπατρία τους.
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, πάνω από 100.000 ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες εξομοιώθηκαν με τους δολοφόνους της κομματικής OΠΛΑ, κυνηγήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Οι οικογένειές τους διαλύθηκαν, οι περιουσίες τους καταστράφηκαν.
Oι διωκόμενοι είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο δρόμους:
■ O πρώτος ήταν να μην κάνουν τίποτα και «να υπομείνουν τη μοίρα τους», όπως ήταν η εντολή της πολιτικής ηγεσίας. Oι δεκάδες χιλιάδες που ακολούθησαν αυτόν τον δρόμο κακοποιήθηκαν άγρια, δολοφονήθηκαν ή σάπισαν στις φυλακές.
«Ακόμα και τη δεκαετία του ’60, οι ελληνικές φυλακές ήταν γεμάτες με εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες που το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι είχαν πολεμήσει τους Γερμανούς» (Mazower).
■ O δεύτερος δρόμος ήταν να κρυφτούν.
Πολλοί προσπάθησαν να χαθούν στην ανωνυμία των μεγάλων πόλεων ή έζησαν τρυπωμένοι σαν αγρίμια στις σπηλιές και στις χαράδρες, ελπίζοντας σε καλύτερες ημέρες.
(Ενα μικρό τμήμα, περί τους 4.000, κυρίως μέλη του KKE, φυγαδεύτηκαν σταδιακά στις γειτονικές χώρες Αλβανία και Γιουγκοσλαβία, όπου δημιουργήθηκαν στρατόπεδα προσφύγων.)
■ Ενας τρίτος δρόμος παρουσιάστηκε για τους διωκόμενους ΕΛΑΣίτες μετά από έναν χρόνο, το 1946, όταν ο ηγέτης του KKE Ζαχαριάδης αποφάσισε τη δυναμική αναμέτρηση με την κυβέρνηση, που άρχισε με τις «ομάδες αυτοάμυνας» των διωκόμενων και συνεχίστηκε με τον ΔΣE (Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας).
Μα παρά την αδυσώπητη κρατική τρομοκρατία, ο αριθμός των πρώην ΕΛΑΣιτών που προσχώρησαν εθελοντικά στον ΔΣE, «για να ζήσουμε μια ώρα περισσότερο», όπως έλεγαν, ήταν εξαιρετικά περιορισμένος. Ο ΔΣE ούτε καθ’ υποψίαν πλησίασε τη μαζικότητα, τη συνοχή ούτε, φυσικά, τη λαϊκή αποδοχή του EΛAΣ. Στον κολοφώνα της ακμής του, με όλα τα μέλη του KKE στο βουνό και με τους χιλιάδες προερχόμενους από υποχρεωτική στρατολόγηση (άνδρες και γυναίκες), ζήτημα είναι αν έφτασε τους 20.000 μαχητές.
Σε αντίθεση με τους 130.000 μόνιμους και έφεδρους αντάρτες του EΛAΣ, που ήταν από τον πρώτο ώς τον τελευταίο, όλοι εθελοντές.


O Εμφύλιος ήταν το αποκορύφωμα σε μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων της πολιτικής καθοδήγησης του ΚΚΕ. Είχαν προηγηθεί η καταστροφική αποχή από τις εκλογές και άλλα πολλά.
O ελληνικός λαός δεν ακολούθησε.
Το ΕΑΜικό κίνημα της Κατοχής των 2.000.000 μελών διαχώρισε τη θέση του με συνέπεια να χαρακτηριστούν συλλήβδην από την καθοδήγηση του ΚΚΕ «προδότες», «δειλοί» και «συμβιβασμένοι».
Oι Ελληνες είχαν κουραστεί και το μόνο που ήθελαν ήταν ειρήνη για να επουλώσουν τα τραύματά τους. Ομως πολλοί υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν, καθώς οι δύο αντίπαλες παρατάξεις δεν αναγνώριζαν ουδέτερους και εφάρμοζαν την υποχρεωτική στρατολόγηση: την «κρατική» οι μεν, την «επαναστατική» οι δε.
Ετσι, δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο πρώην ΕΑΜίτες ή ΕΛΑΣίτες να υπηρετούν στον Εθνικό Στρατό και μέλη δεξιών οικογενειών στον Δημοκρατικό.
Οι παλιοί καπετάνιοι του ΕΛΑΣ που βρέθηκαν στον ΔΣΕ δεν μπορούσαν να χωνέψουν το μέτρο της επιστράτευσης - εκτός από απάνθρωπο, τους φαινόταν και αναποτελεσματικό. Οι βιαίως επιστρατευθέντες, μόλις αυτό ήταν δυνατόν, το έσκαγαν και χάνονταν. Οι συνεχείς λιποταξίες μαχητών είχαν εξελιχθεί σε μάστιγα, με σοβαρές επιπτώσεις στο ηθικό των τμημάτων.
Ακόμη και οι παλιοί ΕΛΑΣίτες που είχαν υποχρεωθεί να καταταγούν έφευγαν μόλις μπορούσαν από τον στρατό του Ζαχαριάδη. Αλλωστε στον ΔΣE επικρατούσε μια απροκάλυπτη εχθρότητα για τον ΕΛΑΣ, όπου «είχαν τις διοικήσεις οι καραβανάδες και οι κατσαπλιάδες, οι καπεταναίοι με τα γένια και τις χαντζάρες».
Για τη γραφειοκρατική ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, οι πρώην ΕΛΑΣίτες εθεωρούντο ύποπτοι και απροσάρμοστοι. Και, αν προέρχονταν από το περιβάλλον του Αρη, ακόμη χειρότερα.
O Ζαχαριάδης αγνόησε την ελληνική παράδοση και φιλοδόξησε να δημιουργήσει μονάδες απολύτως στρατιωτικοποιημένες, με νέους ηγήτορες της επιλογής του. Oύτε γένια και φισεκλίκια, αλλά ούτε και μόνιμοι αξιωματικοί, «καραβανάδες», που δεν τους ήθελε και δεν τον θέλανε.
Oρισμένα έμπιστα κομματικά στελέχη, Γ. Βοντίτσος (Γούσιας), Δ. Βλαντάς, X. Φλωράκης (Γιώτης) κ.ά., χωρίς ποτέ «να έχουν κρεμάσει αορτήρα στον ώμο τους» στην περίοδο της Αντίστασης, οι άκαπνοι των πολιτικών οργανώσεων, χρίστηκαν «στρατηγοί», με τραγικά επακόλουθα.
Όπως δηκτικά έγραψε στέλεχος του KKE και ταγματάρχης του ΔΣE, «οι θαλαμάρχες των φυλακών και οι γραφιάδες γίνανε μέλη της K.Ε. και στρατηγοί του ΔΣE». (Κουτρούκης) O ΔΣE ήταν στρατός εμφορούμενος από το πνεύμα της κομματικής ορθοδοξίας· είχε εντελώς άλλο περιεχόμενο από τον εθνικοαπελευθερωτικό EΛAΣ. Ενας παλιός ΕΛΑΣίτης καπετάνιος που βρέθηκε στον ΔΣΕ, έλεγε αργότερα σε έναν μόνιμο λοχαγό του EΛAΣ:
«Tι τα θέλεις, στον Δημοκρατικό Στρατό γίνονταν πράγματα που, αν τα ’κανες εσύ στον EΛAΣ, εγώ θα σε περνούσα από ανταρτοδικείο και θα σε τουφέκιζα εκατό φορές, κι αν τα ’κανα εγώ, διακόσιες φορές θα με τουφέκιζαν οι προϊστάμενοί μου!».
Tους ΕΛΑΣίτες δεν τους ήθελε κανείς.
Ιδιαίτερη μεταχείριση τους επιφύλαξε και η κρατική εξουσία.
Οταν συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι μαχητές του ΔΣE, δεν γινόταν να τους εκτελέσουν όλους. Συνήθως καταδικάζονταν από τα στρατοδικεία σε πολυετείς φυλακίσεις ή σε θάνατο, χωρίς να εκτελείται η ποινή τους.
Εκτός αν ήταν πρώην αντάρτες του EΛAΣ, οπότε καταδικάζονταν σε θάνατο και εκτελούνταν αμέσως. Tο 90% των εκτελεσθέντων μεταξύ 1945 και 1950 είχαν το στίγμα του ΕΛΑΣίτη.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

«Το ψάξιμο» - διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη (1940 -2017) από τη συλλογή διηγημάτων «Λυσσασμένες αλεπούδες» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, β’ έκδοση, 2008)

.............................................................









Δημήτρης

Πετσετίδης


(1940 -2017)










·       «Το ψάξιμο»

διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη (1940 -2017) από τη συλλογή διηγημάτων «Λυσσασμένες αλεπούδες» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, β’ έκδοση, 2008)



Ο πατέρας μου είχε πρόβατα. Στο τέλος της άνοιξης ανεβαίναμε στο βουνό και τα πηγαίναμε στο βοσκοτόπια, είχαμε δικά μας χτήματα εκεί. Σήμερα έχουν αγριέψει, τα έφαγε το δάσος· καλύτερα έτσι. Οι αντάρτες γύριζαν ένα γύρω, μάχες γινόντουσαν κάθε λίγο και λιγάκι κοντά στην περιοχή μας. Μέσα σε μια χαράδρα είχαν βάλει κάτι τεράστιους κορμούς από πεύκα, είχαν το ανταρτοδικείο εκεί. Μια φορά παρακολούθησα και μια δίκη. Καταδίκασαν εις θάνατον και εκτέλεσαν τον πατέρα ενός μετέπειτα διοικητή της Αστυνομίας. Τα είδα όλα με τα μάτια μου, μικρό παιδί.

   Από μια χρονιά και πέρα οι αντάρτες άρχισαν να αραιώνουν, σκοτώθηκε ο Πρεκεζές, τον είχαν τραυματία σε μια σπηλιά, όπου τον γιάτρευε ένας γιατρός από τον Άγιο Βασίλη, αλλά κάποιος τους πρόδωσε. Έφεραν το κεφάλι του Πρεκεζέ στην πλατεία του χωριού. Ο γιατρός είχε τραυματιστεί στο πόδι και τον έφερναν πάνω σ’ ένα μουλάρι. Υπέφερε από πόνους φοβερούς και τους παρακαλούσε να τον σκοτώσουν. Τότε, του έριξε ένας μια ριπή με το αυτόματο και τον άφησαν εκεί.

   Κι άλλοι σκοτωμένοι ήσαν παρατημένοι σε διάφορες μεριές. Μια φορά, θα ήταν Ιούλιος μήνας, ακούγαμε τον μεγάλο μας εξάδελφο που έλεγε στον πατέρα μας ότι θα πάει να ψάξει τον σκοτωμένο αντάρτη στη Ρούσα-πέτρα. Αυτός ο αντάρτης για λίγα μέτρα κόντευε να φτάσει στην κορυφή και να κρυφτεί στην πίσω μεριά, όταν έπεσε χτυπημένος από μια ριπή πολυβόλου. Οι σύντροφοί του κατάφεραν να το σκάσουν τρέχοντας πίσω από την κορυφογραμμή.

   Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια: θα πάει ο Σαράντος να ψάξει τον σκοτωμένο αντάρτη, θα του πάρει το όπλο και τις σφαίρες, μπορεί να είχε ακόμη και κιάλια επάνω του. Ο πατέρας τού έλεγε: «Τράβα, αν σου βαστάει, τι το λες και δεν το κάνεις;»

   Οι μέρες περνούσαν, εμείς φυλάγαμε τα πρόβατα εκεί γύρω. Στη Ρούσα-πέτρα δεν πλησιάζαμε. Ήταν γεμάτη ξεραΐλα, όλο κοτρόνια και ασπαλαχτούς, πουθενά χορταράκι. Και στην πιο κοντινή πλαγιά δεν υπήρχε δεντρί φυτρωμένο, μια τρελή από τον Άγιο Πέτρο είχε βάλει φωτιά και την είχε κάψει.

   Όταν, κατά το σούρουπο, μαζεύαμε τα πρόβατα στην απλωσιά του σταυροδρομιού για να τα μετρήσουμε, απέναντι, στην πλαγιά της Ρούσα-πέτρας, φαινόταν, μαύρη κηλίδα, το άψυχο κορμί του σκοτωμένου αντάρτη.

   Ο εξάδελφος, ο Σαράντος, καθημερινά το τροπάρι του: το δίχως άλλο, μόλις ευκαιρήσει, θα πάει να ψάξει τον αντάρτη. Κι εμείς που τον ακούγαμε, μικρά παιδιά δέκα δώδεκα χρόνων, εγώ, ο αδερφός μου ο Κώστας κι ο Λιάκος ο εξάδελφος, μικρότερος αδερφός αυτός του Σαράντου, καθόμαστε μετά και το συζητούσαμε. Τι όπλο άραγε να είχε ο αντάρτης, μήπως είχε και πιστόλι; Σαρανταπεντάρι ή παραμπέλουμ σαν το πιστόλι που είχε ο Μαυρόγιαννος με το οποίο σκότωσε τα πέντε άτομα, τους συγχωριανούς μας, τότε που τους συνέλαβαν και τους έκλεισαν σε ένα σπίτι δίπλα στο καφενείο της πλατείας. Έπεσαν μερικές τουφεκιές ψηλά στα Λακκώματα και έπειτα από λίγη ώρα μπήκε μέσα στο δωμάτιο που τους κρατούσαν αγριεμένος ο Μαυρόγιαννος και τους σκότωσε και τους πέντε πυροβολώντας τους εξ επαφής με εκείνο το παραμπέλουμ, που καυχιόταν ότι του το είχε χαρίσει ο ίδιος ο περιβόητος ο Ξουρέας. Σήμερα ο Μαυρόγιαννος έχει αλλάξει το επώνυμό του και ζει στην Καλαμάτα, όπου διατηρεί ένα καφενείο.

   Τους σκοτωμένους τους πέταξαν και τους πέντε, ανάμεσά τους και ένα αντρόγυνο, σε ένα χέρσο χωράφι καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά από την πλατεία, όπως κατηφορίζει η πλαγιά. Πήγαν οι δικοί τους και τους σκέπασαν με χώμα, εκεί, έτσι όπως ήταν πεταμένοι, δεν τους άφηναν να τους θάψουν κανονικά. Κι όταν, ύστερα από χρόνια, τους ξέχωσαν κι ένας δεν είχε λιώσει, να! βρήκαν να πούνε μερικοί: «άθεος ήταν, κι ο Θεός τον τιμώρησε», δικαιολογώντας, τουλάχιστον ως προς αυτόν, τον Μαυρόγιαννο.

   Οι μέρες περνούσαν κι ο Σαράντος δεν έπαυε να λέει και να ξαναλέει ότι θα πάει να ψάξει τον αντάρτη που έμενε ακόμη παρατημένος, άψυχο κουφάρι, να ξεχωρίζει επάνω σε ξασπρισμένη κοτρόνα, λίγα μέτρα κάτω από την κορυφογραμμή της Ρούσα-πέτρας.

   Μια ημέρα ο πατέρας δεν κρατήθηκε και του είπε ότι είναι χέστης και κλανιάς, όλο λόγια της καραβάνας είναι, και να πάψει επιτέλους να μας τσαμπουνάει ότι θα πάει να ψάξει τον αντάρτη. Κι ακόμη του είπε ότι οι δικοί του, οι άλλοι αντάρτες, είχαν φύγει μακριά· αλλιώς θα είχαν ξαναγυρίσει να τον σκεπάσουν έστω με μια χούφτα χώμα. Όμως ο Σαράντος σίγουρα φοβόταν τον πεθαμένο  και για τούτο, φαίνεται, για να πάρει θάρρος, μας είχε ζαλίσει τ’ αυτιά ότι θα πάει κι όλο αναβολή στην αναβολή είναι. Έπειτα ο πατέρας τού είπε να μας παρατήσει με αυτό το τροπάρι, γιατί άλλος κανένας δεν επρόκειτο να πάει μαζί του, κι αν ήταν παλικάρι ας τράβαγε μοναχός του.

   Αφού τα είπε αυτά, άρχισε να τραγουδάει το αγαπημένο του τραγούδι:

                                           Ένα πουλάκι ξέβγαινε
                                           από τον Άγιο Πέτρο
                                           Στους Φονεμένους κάθεται
                                           και τον Μυστρά αγναντεύει
                                           Κι οι κλέφτες τ’ απαντήσανε
                                           στέκουν και το ρωτάνε…

γυρίζοντας ταυτόχρονα την πλάτη του στον Σαράντο, που έμεινε με κατεβασμένο το κεφάλι να κοιτάει αμήχανα τις παλάμες των χεριών του.

   Την άλλη μέρα, πρωί πρωί με τα χαράματα, ξεκίνησε ο Σαράντος για τη Ρούσα-πέτρα. Πήρε μαζί του μια γκλίτσα κι ένα παγούρι νερό.

   «Πάω να τον ψάξω», μας ανακοίνωσε με σοβαρό ύφος και ξεκίνησε με μεγάλες δρασκελιές να ανηφορίζει το δρόμο κατά τη γυμνή κορυφή του βουνού, για τη θέση εκείνη, όπου, λίγα μέτρα πριν προλάβει να περάσει την κορυφογραμμή, κειτόταν το άψυχο κορμί του σκοτωμένου αντάρτη. Χάθηκε σε μια στιγμή, κρυμμένος από τα δέντρα του δάσους, κι ακούγαμε μόνο το σφύριγμά του για κάμποση ώρα, μέχρι που σβήστηκε κι αυτό.

   Κατά το μεσημεράκι, είμαστε μαζί με τον πατέρα στην πέρα μεριά, στα χωράφια του Κανέλλια, όταν μέσα από τα δέντρα βλέπουμε τον Σαράντο να ξεπροβάλει και να έρχεται καταπτοημένος με άδεια χέρια προς το μέρος μας.

   «Βρε, καλώς τον! Τι τα έκανες τα όπλα του αντάρτη;» τον ρώτησε ο πατέρας, καθώς τον είδε να πλησιάζει με την γκλίτσα στον ώμο.

   «Άσε, ρε μπάρμπα, δεν μπόρεσα να τον πλησιάσω. Έζεχνε εκατό μέτρα μακριά. Έχει βρωμίσει… έχει σαπίσει, μπάρμπα Νίκο».

   Τον άφησε κι έφυγε. Ήταν αδύνατο από τη βρώμα να φτάσει κοντά στο πτώμα, που είχε τουμπανιαστεί και είχε μια απαίσια και φριχτή όψη από μακριά που το αντίκρισε.

   Ο πατέρας δεν του είπε άλλη κουβέντα, έκοψε ένα κλαδί από ιξό που ήταν πάνω σε ένα έλατο και το πέταξε κατά τα πρόβατα.



   Την άλλη χρονιά, την άνοιξη, όταν ξανανεβήκαμε στο βουνό, οι αντάρτες δεν έκαναν πια επιδρομές. Είχαν μείνει λιγοστοί στην περιοχή και γύριζαν εδώ κι εκεί ξεκομμένοι, καθώς τους κυνηγούσε άγρια ο τακτικός στρατός στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.

   Μια μέρα, εμείς οι τρεις μικροί, εγώ ο αδερφός μου ο Κώστας και ο Λιάκος, φέρναμε το τυρί στο χωριό. Καθώς περνούσαμε από ένα στενό μονοπάτι σε μια ραχούλα με σκίνα και πουρνάρια, βλέπουμε καμιά εικοσαριά μέτρα παρακάτω, στη ρίζα μιας κερασούλας, έναν σκοτωμένο. Από τα ταλαιπωρημένα ρούχα του και το μαύρο σκουφί, πεσμένο δίπλα του, φαινόταν ότι ήταν αντάρτης. Είχαν αποβραδίς ακουστεί βολές πυροβολικού και πολυβόλα να κροταλίζουν.

   Σταθήκαμε αποσβολωμένοι και οι τρεις κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τον σκοτωμένο. Το κεφάλι του ήταν γεμάτο αίματα και τα μαλλιά του φαίνονταν κολλημένα. Τρόμαζες βλέποντας το ανοιχτό του στόμα, καθώς ήταν πεσμένος ανάσκελα και το ένα του πόδι φαινόταν σαψαλιασμένο από το γόνατο και κάτω.

   Ο Κώστας μας έσπρωξε να προχωρήσουμε κι ενώ εγώ κι αυτός ξεκινήσαμε να φύγουμε, ο Λιάκος είπε:

   «Περιμένετε, ρε! Πάμε να τον ψάξουμε».

   «Τι λες, ρε συ;» είπαμε και οι δύο με μια φωνή.

   Όμως ο Λιάκος είχε παρατήσει στον δρόμο το φορτίο του και είχε ετοιμαστεί να κατηφορίσει, χωρίς να δίνει σημασία στις φωνές μας, στα παρακάλια και στις απειλές που του εκτοξεύαμε.

   «Όποιος θέλει ας έρθει. Εγώ θα πάω να τον ψάξω».

   Εις μάτην προσπάθησε ο Κώστα να τον συγκρατήσει τραβώντας από το χέρι. Αυτός με ένα τίναγμα του ξέφυγε και άρχισε να κατηφορίζει κατά τη μεριά που βρισκόταν ο σκοτωμένος.

   Μείναμε οι δυο μας να τον κοιτάζουμε, καθώς πλησίαζε το πτώμα, κι όταν σε μια στιγμή κοντοστάθηκε, χαρήκαμε νομίζοντας ότι το μετάνιωσε ή ότι φοβήθηκε και θα γύριζε πίσω. Όμως αυτός ο δισταγμός κράτησε μια στιγμή μόνο. Ύστερα είδαμε τον Λιάκο να σκύβει πάνω από τον πεθαμένο και να του ψάχνει τις τσέπες. Έκανε μια προσπάθεια με το πόδι του να αναποδογυρίσει το πτώμα, αλλά φάνηκε να διστάζει και γύρισε τρέχοντας προς το μέρος μας. Όταν έφτασε κοντά μας, στη χούφτα του κρατούσε ένα κουτί σπίρτα. Δεν είχε βρει τίποτε άλλο.



   Πέρασε ο καιρός, άλλαξαν τα πράγματα, σκορπιστήκαμε τα ξαδέρφια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μεγαλώσαμε.

   Μεγάλοι πια, ύστερα από πολλά χρόνια, έτυχε να ξαναβρεθούμε με τον Λιάκο στην Αμερική, όπου είχε μεταναστεύσει κι εγώ είχα πάει ως τουρίστας, προσκεκλημένος της αδερφής μου. Ένα βράδυ, λοιπόν, σε ένα γλέντι με ομογενείς σε κάποιο ελληνικό κέντρο του Σικάγου, το έφερε η κουβέντα σε κείνα τα χρόνια και θυμηθήκαμε το κουτί με τα σπίρτα που βρήκε πάνω στον σκοτωμένο αντάρτη ο Λιάκος.

   Μια στιγμή τον βλέπω ν’ αναρωτιέται και γυρίζοντας μου λέει: «Ακούς εκεί μόνοι σπίρτα! Λες, boy, να μην ήμουνα εγώ ο πρώτος που τον έψαξε;» 


Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

"Για έναν αξιοπρεπή θάνατο - 70 χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου" έγραψε ο Τάσος Κωστόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών, 25.8.2019)υ"

.............................................................

             Για έναν αξιοπρεπή θάνατο



έγραψε ο Τάσος Κωστόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών, 25.8.2019)


Το δεύτερο αντάρτικο του ΔΣΕ υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ένα αντεστραμμένο είδωλο του ΕΑΜικού κινήματος.
Εβδομήντα χρόνια κλείνουν τούτες τις μέρες από το τέλος του Εμφυλίου, της σύρραξης που καθόρισε για δεκαετίες τα όρια της νομιμότητας και τους τρόπους άσκησης της πολιτικής στη μεταπολεμική Ελλάδα − και, όπως καθημερινά διαπιστώνουμε, εξακολουθεί να αποτελεί πηγή έμπνευσης και ιδεολογικής αναφοράς για τον σκληρό πυρήνα της εγχώριας Δεξιάς, από το 2010 τουλάχιστον και μετά.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Αν η αντίσταση του 1941-44 στη ναζιστική κατοχή λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την Αριστερά σε όλες τις αποχρώσεις της (εξ ου και οι παντοειδείς επικλήσεις της στη διάρκεια της αντιμνημονιακής εξέγερσης του 2010-12), αν τα Δεκεμβριανά του 1944 αναδύονται κατά καιρούς ως μια απωθημένη μνήμη συλλογικής ρήξης και κοινωνικής ανταπόδοσης, το δεύτερο αντάρτικο του 1946-49 αποτέλεσε επί δεκαετίες για τον κόσμο της Αριστεράς μια κατ' εξοχήν τραυματική ανάμνηση − της επώδυνης διολίσθησης από την κορύφωση της Λαοκρατίας στα τάρταρα ενός πολιτικού και κοινωνικού περιθωρίου γεμάτου καθημερινές ταπεινώσεις, συνθηκολογήσεις και διαψεύσεις.
70 χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου
Εξ ου και, στις ατέρμονες ενδοαριστερές συζητήσεις που ακολούθησαν την ήττα, το βασικό ερώτημα δεν αφορούσε (όπως στην περίπτωση του ΕΑΜικού κινήματος) το «γιατί δεν πήραμε την εξουσία», αλλά το «πώς και γιατί ξαναπήραμε τα όπλα» για μια εκ των προτέρων χαμένη υπόθεση.
Το ηρωοκεντρικό σχήμα που φιλοτεχνήθηκε την τελευταία εικοσαετία για τον αγώνα του ΔΣΕ από το σημερινό ΚΚΕ και μερίδα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, βασισμένο στην άκριτη ανασύσταση της ζαχαριαδικής προπαγάνδας, την κατανοητή νοσταλγία των υπέργηρων μαχητών για τις μέρες της νιότης τους και την οφθαλμοφανή επιθυμία πολιτικής δικαίωσης της νεότερης γενιάς του δεύτερου αντάρτικου (που δεν πρόλαβε ή δεν εμπλέχθηκε σοβαρά στο πρώτο), δεν έχει και πολλή σχέση με τη βιωμένη εμπειρία των συνεπειών της ήττας από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που (επ)έζησαν επί δεκαετίες στην Ελλάδα του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων. Περισσότερο λειτουργεί ως ιδεολογική νομιμοποίηση του αυτοεγκλεισμού σ’ ένα βολικό και ασφαλές «ιδιόκτητο» περιθώριο, πλήρως αποδεκτό από τους κατ’ όνομα αντιπάλους.

         
Ελεγχος ταυτοτήτων στην είσοδο και έξοδο των χωριών 
                       K. MATTHEWS, «MEMORIES OF A MOUNTSIN WAR» (Λονδίνο 1972)

Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για τον κόσμο και το στελεχικό δυναμικό της Δεξιάς. Τα πεντέμισι χρόνια από τη Βάρκιζα μέχρι τον Γράμμο-Βίτσι λειτούργησαν εν πολλοίς ως το συλλογικό καθαρτήριο που οδήγησε την παράταξη από την κοινωνική απομόνωση της επαίσχυντης συνεργασίας με τον κατακτητή, της άκρως μειοψηφικής εθνικόφρονος αντίστασης και της ενδιάμεσης «γκρίζας ζώνης», στην ανάκτηση μιας μακροχρόνιας πολιτικής ηγεμονίας βασισμένης στην οικοδόμηση και την αποκλειστική νομή των μηχανισμών του βαθέος κράτους.
Η επισιτιστική βοήθεια που έκρινε τον πόλεμο: ουρά διανομής της UNRRA (1945), βουνά αμερικανικών σιτηρών στο λιμάνι της Καβάλας (1947) 

Αυτή τη νοσταλγία ολοκληρωτικής επικράτησης αντανακλούν τόσο η περσινή προαναγγελία του Μάκη Βορίδη για «μια μεγάλη παρέμβαση στο κράτος» και «τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της εξουσίας», προκειμένου «να μην ξανάρθει η Αριστερά σε καμιά της μορφή», όσο και η τρέχουσα εφαρμογή της με τη μορφή ενός απροκάλυπτα κομματικού «επιτελικού κράτους».
Το ξερίζωμα του εσωτερικού εχθρού
Σε τρεις κυρίως πυλώνες στηρίχθηκε η οικοδόμηση του κράτους της εθνικοφροσύνης μεταξύ 1945 και 1949: τις συμμαχικές πλάτες, την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τον «εσωτερικό εχθρό» και την ανασύνταξη των ιδεολογικών μηχανισμών στη βάση ενός κοινωνικά επικαθορισμένου, σλαβοφάγου εθνικισμού.
Η στήριξη της Βρετανίας και -κυρίως- των ΗΠΑ προσέφερε στο αντικομμουνιστικό κράτος όχι μόνο τα περιθώρια συντήρησης της προηγούμενης πελατείας του, αλλά και τη δυνατότητα ανάκτησης της κοινωνικής ηγεμονίας. Την κατοχική λεηλασία της χώρας από τα στρατεύματα του Αξονα (που συνέβαλε καθοριστικά στον πολύνεκρο λιμό της Κατοχής, ριζοσπαστικοποίησε τις μάζες και αποξένωσε ακόμη και τους πιο ένθερμους γερμανόφιλους των προπολεμικών χρόνων) διαδέχθηκε μετά τη Βάρκιζα η επικυριαρχία «συμμάχων» που επέβαλαν μεν εξίσου απροκάλυπτα τη θέλησή τους στην τοπική κοινωνία και πολιτική τάξη, ταυτόχρονα όμως διασφάλισαν στον πληθυσμό ένα μίνιμουμ φυσικής επιβίωσης, καλλιεργώντας ποικίλες περαιτέρω προσδοκίες· στην άρχουσα τάξη, αλλά και σε μια μερίδα μεσαίων στρωμάτων, η αμερικανική βοήθεια πρόσφερε πάλι δυνατότητες πλουτισμού που απείχαν έτη φωτός από την ανθρωποφάγο μαύρη αγορά των κατοχικών χρόνων. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το σύνθημα του ΚΚΕ περί «δεύτερης Κατοχής» αποδείχθηκε παντελώς ατελέσφορο.
Αναγκαία προϋπόθεση για τη συμμετοχή σ’ αυτή την ορατή συλλογική διέξοδο αποτελούσε βέβαια είτε η ενεργός ένταξη στις γραμμές της μάχιμης εθνικοφροσύνης είτε η πανηγυρική δήλωση υποταγής στην ηγεμονία της.
Ο «νέος Παρθενώνας» της Μακρονήσου, οι δηλώσεις μετανοίας που καταχωρίζονταν στις εφημερίδες και διαβάζονταν την Κυριακή στην εκκλησία του χωριού, η προαπαίτηση πιστοποιητικού «υγιών κοινωνικών φρονημάτων» από την Ασφάλεια για την απόλαυση μιας ευρύτατης γκάμας πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (από τον διορισμό στο Δημόσιο ή την έκδοση διαβατηρίου μέχρι την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο και την απόκτηση κυνηγετικής άδειας), η ασφυκτική επιτήρηση του πληθυσμού από ένα πυκνό δίκτυο πληροφοριοδοτών με κόμβους τα αστυνομικά τμήματα στις πόλεις και τα ΤΕΑ στην ύπαιθρο, συγκρότησαν το θεσμικό πλαίσιο που διασφάλισε αυτή την υποταγή − και, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, τη μετέτρεψε σε έμπρακτη αποδοχή του εθνικόφρονος κράτους από μια μερίδα των ηττημένων πρώην αντιπάλων του.
Πτυχές της συμμαχικής κηδεμονίας: εκπαίδευση στρατονόμων από τους Βρετανούς (1945) και πολυβολητών από Αμερικανούς συμβούλους (1948), κοινή εποπτεία των πολεμικών επιχειρήσεων από τον Ελληνα υπουργό Στρατιωτικών και τον Βρετανό πρέσβη (1949), «ανάκριση» αιχμάλωτου «συμμορίτη» από τον περαστικό Αμερικανό υπουργό Αμυνας Κένεθ Ρόαγιαλ παρουσία του στρατηγού Βαν Φλιτ (20/12/1948)


Για την έκταση και το κοινωνικό βάθος της εκκαθάρισης, αποκαλυπτική είναι η σκιαγράφηση του εσωτερικού εχθρού από τον υπουργό Στρατιωτικών Γεώργιο Στράτο κατά την 29η σύσκεψη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Αμύνης (31/8/1947), στο μεταίχμιο ακριβώς της μετάβασης από τη «λευκή τρομοκρατία» και την κομμουνιστική «αυτάμυνα» στη μετωπική στρατιωτική αντιπαράθεση του καθαυτό Εμφυλίου:
«Είναι πλάνη να νομίζηται ότι υπάρχουν μόνον αι πέντε ώς δέκα χιλιάδες συμμοριτών αίτινες δρώσιν εις τα βουνά. Υπάρχουν και άλλοι, οίτινες ενεργούν τον σύνδεσμον, άλλοι τοποθετούν νάρκας εις τας πόλεις, είναι στρατολόγοι, επιμεληταί, καθοδηγηταί, τρομοκράται, ενεργούν εράνους, κόπτουν την νύκτα τους τηλεγραφικούς στύλους, σπάζουν τα ρεζερβουάρ των σταθμών, εισάγουν κρυφίως εις τα χωρία ομάδας συμμοριτών, οίτινες επί ημέρας αναγνωρίζουν τα εν αυτοίς Στρατιωτικά τμήματα και επιτίθενται αιφνιδιαστικώς καθ’ αυτών.
Ολοι αυτοί ανέρχονται ουχί εις πέντε έως δέκα χιλιάδας, αλλά εις 500 χιλιάδας». Ακόμη και μεταξύ των κληρωτών του κυβερνητικού στρατού, εξηγεί, «υπήρχεν αρχικώς εν ποσοστόν 30% έως 45% φανατικών κομμουνιστών», η εκκαθάριση του οποίου «εγένετο βαθμιαίως και μετά μόχθου» (Αρχεία ΔΙΣ, φ.1021/Α/11, σ.17-19).
Για την εθνική νομιμοποίηση της εκκαθάρισης, το βολικό υπόδειγμα ήταν άλλωστε διαθέσιμο από τις αρχές του εικοστού αιώνα: ο Μακεδονικός Αγώνας του 1904-1908, η πρώτη αναμέτρηση της στρατιωτικής ελίτ του ελληνικού κράτους μ’ ένα συγκροτημένο και κοινωνικά ριζοσπαστικό αντάρτικο, δεν πρόσφερε μόνο τη δυνατότητα μεταγραφής της αντικομμουνιστικής εξόρμησης σαν μιας ακόμη ψηφίδας του «προαιώνιου» αγώνα της Φυλής απέναντι στην εξίσου προαιώνια «σλαβική απειλή».
Παρείχε επίσης ένα λειτουργικότατο ερμηνευτικό σχήμα «παρασυρμού» των μαζών από μια εχθρική «προπαγάνδα» που ευαγγελιζόταν την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή τους (τους κομιτατζήδες στο γύρισμα του αιώνα, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τη δεκαετία του ’40) και κατοπινής «ανάκτησής» τους από την εθνική και κοινωνική ορθότητα, διά της προσφυγής σ’ έναν αποτελεσματικό συνδυασμό αντεπαναστατικής τρομοκρατίας και πολιτικής χειραγώγησης. Το αθέατο παρακρατικό επιτελείο που συγκροτήθηκε το 1946 από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Τσαλδάρη για τη συστηματική εξολόθρευση των νόμιμων στελεχών της Αριστεράς (και τη «συμμόρφωση» του κόσμου της από παραστρατιωτικές ακροδεξιές συμμορίες) βαφτίστηκε έτσι «Μακεδονικό Κομιτάτο», παρ' όλο που η δράση του κάλυπτε όλο τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας.
Σ’ ένα ιδεολογικότερο επίπεδο, η κοινωνική εμβέλεια του όλου σχεδίου διευκολύνθηκε μεν από το αντικειμενικό γεγονός της στήριξης του δεύτερου αντάρτικου στη σλαβομακεδονική μειονότητα, που είδε στον αγώνα του ΔΣΕ την ύστατη δυνατότητα για μια αξιοπρεπή επιβίωση στα πάτρια εδάφη, επισφραγίστηκε δε κυρίως από τον τυχοδιωκτισμό της 5ης Ολομέλειας (31/1/1949), όταν η ζαχαριαδική ηγεσία έσπευσε να εξυπηρετήσει τον αντιγιουγκοσλαβικό σχεδιασμό των Σοβιετικών για μια «ανεξάρτητη Μακεδονία». Για χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ, που είχαν διαβεί τον Ρουβίκωνα της νομιμότητας για να πολεμήσουν την ξένη Κατοχή και βρέθηκαν απροειδοποίητα μπροστά στο ενδεχόμενο να πληρώσουν με τη ζωή τους μια αποσχιστική επαγγελία, η ρήξη με την προηγούμενη στράτευση ήταν μάλλον αναμενόμενη.
Η αδύνατη επανάσταση
Αυτά όσον αφορά το κράτος. Εξίσου διαφορετικά με το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940 εξελίχθηκαν ωστόσο τα πράγματα και στην αντίπερα όχθη: το δεύτερο αντάρτικο υπήρξε από πολλές απόψεις ένα αντεστραμμένο είδωλο του πρώτου.
Οχι μόνο εξαιτίας της ρητής αποκήρυξης του «κατσαπλιαδισμού» του ΕΛΑΣ από τη ζαχαριαδική ηγεσία του ΔΣΕ, που από ένα σημείο και μετά αντιμετώπιζε τον κόσμο της απλώς σαν ανακυκλώσιμο κρέας για τα κανόνια του αντιπάλου· εξίσου καθοριστικές αποδείχθηκαν η βολονταριστική αδιαφορία αυτής της ίδιας ηγεσίας για τις υλικές προτεραιότητες των μαζών και η συνακόλουθη στήριξη του επαναστατικού σχεδίου της σε μια απροκάλυπτα στρατοκρατική κοινωνική μηχανική.
Από τη «λευκή» στην έννομη τρομοκρατία: παρακρατικός με το κεφάλι καταδιωκόμενου αριστερού
Γ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» (Αθήνα 2000)


Χαριστική βολή σε εκτελεσμένους υποστηρικτές της «ανταρσίας»
ASSOCIATED PRESS

Πανηγυρική περιφορά του πτώματος καπετάνιου του ΔΣΕ 
Σ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ, «Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ 1946-49» (Αθήνα 1979)


Αν η ΕΑΜική αντίσταση γιγαντώθηκε επειδή βασίστηκε στον συνδυασμό ενός ρεαλιστικού οράματος εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης με τη μαζική κινητοποίηση για την ικανοποίηση άμεσων κοινωνικών αναγκών (με το κίνημα των συνεταιρισμών, την Εθνική Αλληλεγγύη και το Εργατικό ΕΑΜ να προηγούνται χρονικά όχι μόνο του ΕΛΑΣ αλλά και του καθαυτό Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου), διακηρύσσοντας στα τραγούδια της ότι έσωσε τον κόσμο από την πείνα πολύ πριν υποσχεθεί να τον σώσει κι από τη σκλαβιά, ο ΔΣΕ ακολούθησε την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή: η στρατιωτική επιλογή προηγείται του αγώνα για επιβίωση κι εν συνεχεία τον παραγκωνίζει, με την ανάπτυξη του αντάρτικου να βασίζεται στην υποχρεωτική κυρίως στρατολογία, με την ελπίδα πως η στρατιωτική ζωή και η διαφώτιση θα μετατρέψουν σταδιακά ένα απρόθυμο έμψυχο δυναμικό σε συνειδητούς μαχητές.
Εξ ου και η σταδιακή αποκοπή από την πραγματικότητα, με την πρόταξη μιας όλο και ουτοπικότερης στοχοθεσίας (από την ένοπλη «απελευθέρωση» όλης της Βόρειας Ελλάδας μέχρι τον άμεσο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» και τη διακηρυκτική «εθνικοποίηση» της βαριάς βιομηχανίας και της ναυτιλίας από το επαναστατικό προπύργιο της Πρέσπας...), τη στιγμή που ο ορατός ορίζοντας των μαχητών κινούνταν ανάμεσα στη φυσική επιβίωση κι έναν αξιοπρεπή θάνατο.
Η αποκοπή του ΔΣΕ από την πολυάριθμη ΕΑΜική και κομμουνιστική βάση των αστικών κέντρων, που τον Μάιο του 1948 θα καταγγελθεί ανοιχτά από το Π.Γ. ως συλλογικός «προδότης του αγώνα», υπήρξε η ορατότερη -και πολιτικά πιο καθοριστική- συνέπεια αυτής της στρατηγικής. Εξίσου κρίσιμες αποδείχθηκαν όμως και οι εξ αρχής προβληματικές σχέσεις του εγχειρήματος με μεγάλο μέρος του πληθυσμού της υπαίθρου.
Για την αποτύπωση των διαθέσεων αυτού του τελευταίου, εξαιρετικά εύγλωττες είναι οι αναμνήσεις ενός πρωτοπαλίκαρου του Αρη επί Κατοχής και υπαρχηγού του Φλωράκη επί Εμφυλίου: στην ορεινή Ρούμελη του 1947, διαβάζουμε, τα πρώτα τμήματα του ΔΣΕ συναντούσαν ανθρώπους «συγκρατημένους και σκεφτικούς», που «ό,τι έκαναν οι περισσότεροι το έκαναν επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά» και σε κάθε εκδήλωση ή συζήτησή τους «έδειχναν καθαρά τις σοβαρές επιφυλάξεις και τις αμφιβολίες που είχαν για την επιτυχία του καινούργιου αγώνα»· ανθρώπους που, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, τούτη τη φορά «δεν ήθελαν να εκτεθούνε» και «προσπαθούσαν να μείνουν συμφιλιωμένοι, εξυπηρετούσαν και τον στρατό και τους αντάρτες, χωρίς βέβαια να λείπουν και εκείνοι που έδιναν όπως λέει και η παροιμία ‘‘και στον κλέφτ’ ψωμί και στο χωροφύλακα χαμπέρ’’» (Γιώργος Χουλιάρας [Περικλής], «Ο δρόμος είναι άσωτος...». ΕΛΑΣ-ΔΣΕ-Πολωνία, 1941-1958», Ιωάννινα 2005, σ.405 & 410). Ο,τι ακολούθησε ήταν λίγο-πολύ προβλέψιμο.
ΕΜΦΥΛΙΟΣ
Το χρονολόγιο του Εμφυλίου​​​​​​
·         1945
12 Φεβρουαρίου: Συμφωνία της Βάρκιζας μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Μεταξύ άλλων, προβλέπει αμνηστία μόνο των «πολιτικών» (αλλά όχι και των «ποινικών») εγκλημάτων που διαπράχθηκαν επί Κατοχής και Δεκεμβριανών. Ακολουθούν χιλιάδες διώξεις ΕΑΜιτών με τη δεύτερη κατηγορία.
2 Απριλίου: Αποχώρηση των σοσιαλιστικών κομμάτων ΣΚΕ και ΕΛΔ από το ΕΑΜ.
7 Απριλίου: Απόλυση του πρωθυπουργού Πλαστήρα και σχηματισμός ακροδεξιάς κυβέρνησης με επικεφαλής τον ναύαρχο Βούλγαρη. Κλιμάκωση της «λευκής τρομοκρατίας» κατά της Αριστεράς.
30 Μαΐου: Επιστροφή από το Νταχάου του Νίκου Ζαχαριάδη, που αναλαμβάνει ξανά την ηγεσία του ΚΚΕ.
16 Ιουνίου: Αυτοκτονία του Αρη Βελουχιώτη, ο οποίος είχε αρνηθεί να καταθέσει τα όπλα, για να μην πέσει στα χέρια της Εθνοφυλακής.
25-27 Ιουνίου: 12η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Ως μέθοδος αντιμετώπισης της «λευκής τρομοκρατίας» προκρίνεται η «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα».
1-6 Οκτωβρίου: 7ο συνέδριο του ΚΚΕ. Πρόγραμμα «λαϊκής δημοκρατίας», με την προσδοκία μιας ειρηνικής εξέλιξης.
21 Νοεμβρίου: Σχηματισμός κεντρώας κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη και αποστολή τη διενέργεια εκλογών.
·         1946
16 & 31 Ιανουαρίου: Βολιδοσκόπηση της σοβιετικής ηγεσίας από τον Μήτσο Παρτσαλίδη, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΕ, για το ενδεχόμενο ένοπλης εξέγερσης. Η απάντηση, μέσω Δημητρόφ (9/2), «συστήνει» στο ΚΚΕ να περιοριστεί στην αυτοάμυνα και «την πολιτική κινητοποίηση των λαϊκών μαζών».
20-21 Ιανουαρίου: Κατάληψη της Καλαμάτας από εκατοντάδες ένοπλους ακροδεξιούς του πρώην ταγματασφαλίτη Μαγγανά. Ομαδικοί βιασμοί, 16 φόνοι και ομηρία 150 αριστερών.
12-15 Φεβρουαρίου: 2η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Προσανατολισμός στην ένοπλη πάλη ως μέσο πίεσης για την ανάσχεση της «λευκής τρομοκρατίας».
31 Μαρτίου: Βουλευτικές εκλογές με αποχή της Αριστεράς και μεγάλου μέρους των Φιλελευθέρων. Επικράτηση της δεξιάς Ηνωμένης Παρατάξεως Εθνικοφρόνων. Ενοπλη επίθεση ανταρτών του ΚΚΕ στον σταθμό χωροφυλακής στο Λιτόχωρο.
17 Ιουνίου: Γ' Ψήφισμα. Υπαγωγή στα έκτακτα στρατοδικεία μιας ευρύτατης γκάμας αδικημάτων, από την «αυτονομιστική» δραστηριότητα ή τον σχηματισμό ένοπλων ομάδων μέχρι την απροειδοποίητη απεργία.
29 Ιουνίου: Απόφαση του πρωθυπουργού Κ. Τσαλδάρη για τη συγκρότηση μυστικού παρακρατικού επιτελείου, με την κωδική ονομασία «Μακεδονικό Κομιτάτο» και αποστολή την εξόντωση των νόμιμων στελεχών της Αριστεράς από αντικομμουνιστικές συμμορίες.
25 Αυγούστου: Εγκατάσταση στο Βελιγράδι κλιμακίου του Π.Γ. του ΚΚΕ (Γιάννης Ιωαννίδης - Πέτρος Ρούσος) για συντονισμό με τα «αδελφά» βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα.
1 Σεπτεμβρίου: Νόθο δημοψήφισμα για το πολιτειακό επαναφέρει τον βασιλιά Γεώργιο Β' με 68,4%.
12 Σεπτεμβρίου: Εκθεση των Ιωαννίδη - Ρούσου προς το ΚΚΣΕ, με αιτήματα υλικής βοήθειας για την αύξηση των ανταρτών από 4.000 σε 15-20.000.
14 Οκτωβρίου: Συμφωνία ΚΚΕ (Ιωαννίδης) − Κ.Κ. Μακεδονίας (Καραϊβάνοφ) στο Βελιγράδι, για υπαγωγή του σλαβομακεδονικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΝΟΦ) στο ελληνικό αντάρτικο.
28 Οκτωβρίου: Ιδρυση του Γενικού Αρχηγείου Ανταρτών.
19 Δεκεμβρίου: Απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να εξετάσει τις κατηγορίες της ελληνικής κυβέρνησης περί υποστήριξης των ανταρτών από γειτονικά κράτη.
27 Δεκεμβρίου: Μετονομασία των ανταρτοομάδων σε Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ).
·         1947
12 Μαρτίου: Δόγμα Τρούμαν. Οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν την προστασία των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας απέναντι στον «διεθνή κομμουνισμό».
20 Μαρτίου: Δολοφονία στη Θεσσαλονίκη του Γιάννη Ζέβγου, ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, από το παρακρατικό «Μακεδονικό Κομιτάτο».
6 Απριλίου: Μυστική έξοδος του Ζαχαριάδη από τη χώρα.
17 Απριλίου: Οδηγίες Ζαχαριάδη προς τον αρχηγό του ΔΣΕ, Μάρκο Βαφειάδη, για «μετατροπή του ανταρτοπολέμου σε τακτικό πόλεμο» με στόχο «τη δημιουργία ελεύθερης περιοχής».
Μάιος: Συναντήσεις του Ζαχαριάδη με τη σοβιετική ηγεσία στη Μόσχα. Αίτημα για εξοπλισμό 50.000 ανταρτών.
20 Ιουνίου: Ελληνοαμερικανική συμφωνία για τους μηχανισμούς και τους όρους χορήγησης της αμερικανικής βοήθειας.
27 Ιουνίου: Ανακοίνωση του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, στο συνέδριο του Κ.Κ. Γαλλίας στο Στρασβούργο, πως ο ΔΣΕ επιδιώκει «τη δημιουργία μιας λεύτερης δημοκρατικής Ελλάδας με δική της κυβέρνηση και κρατική υπόσταση».
9-14 Ιουλίου: Προληπτικές συλλήψεις 8.000 αριστερών σε Αθήνα-Πειραιά και άλλων 7.000 στην επαρχία.
7 Σεπτεμβρίου: Σχηματισμός κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» Λαϊκών και Φιλελευθέρων με πρωθυπουργό τον Σοφούλη.
10-12 Σεπτεμβρίου: 3η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Απόφαση για «μεταφορά του κέντρου βάρους» στην ένοπλη πάλη, με στόχο «την απελευθέρωση ολόκληρης της Μακεδονίας και Θράκης με κέντρο τη Θεσσαλονίκη» («Σχέδιο Λίμνες»).
19 Σεπτεμβρίου: «Επιχείρηση Λαίλαψ» για την εκκαθάριση της Ρούμελης από τον ΔΣΕ. Συστηματική εκκένωση ορεινών χωριών, για να περιοριστούν η τροφοδοσία και οι στρατολογίες του αντάρτικου.
4 Δεκεμβρίου: ΛΖ Ψήφισμα για αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από υποστηρικτές της «ανταρσίας» στο εξωτερικό.
23 Δεκεμβρίου: Ιδρυση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του ΔΣΕ με πρωθυπουργό τον Βαφειάδη. Δεν θα αναγνωριστεί από καμία ξένη κυβέρνηση.
25 Δεκεμβρίου - 4 Ιανουαρίου: Αποτυχημένη απόπειρα του ΔΣΕ να καταλάβει την Κόνιτσα.
27 Δεκεμβρίου: Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ τίθενται εκτός νόμου (Ν. 509).
·         1948
10 Φεβρουαρίου: Σε επεισοδιακή συνομιλία του με Βούλγαρους και Γιουγκοσλάβους ηγέτες, ο Στάλιν εκφράζει αμφιβολία για τις προοπτικές του ΔΣΕ και δηλώνει πως το ελληνικό αντάρτικο «πρέπει να μαζευτεί».
24 Φεβρουαρίου: Αφιξη στην Αθήνα του στρατηγού Βαν Φλιτ ως διοικητή της στρατιωτικής αποστολής των ΗΠΑ (JUSMAPG).
30 Μαρτίου: Το Π.Γ. του ΚΚΕ καταδικάζει δημόσια τα κομματικά μέλη του στα αστικά κέντρα ως «προδότες του αγώνα», επειδή αποφεύγουν να εμπλακούν στο αντάρτικο.
1 Μαΐου: Φόνος του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά από τον ΔΣΕ στο κέντρο της Αθήνας. Επιβολή στρατιωτικού νόμου στις πόλεις και 258 εκτελέσεις ως αντίποινα.
14 Ιουνίου - 21 Αυγούστου: Πρώτη μάχη του Γράμμου, ανάμεσα σε 60.000 κυβερνητικούς στρατιώτες και 9.000 αντάρτες («Επιχείρηση Κορωνίς»). Διαφυγή του ΔΣΕ στο Βίτσι.
28 Ιουνίου: Δημόσια ρήξη Τίτο-Στάλιν. Αποβολή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ.
25 Αυγούστου: Απομάκρυνση του Βαφειάδη από την ηγεσία του ΔΣΕ και αποστολή του στην ΕΣΣΔ για «νοσηλεία». Την ηγεσία του ΔΣΕ αναλαμβάνει πολεμικό συμβούλιο με επικεφαλής τον Ζαχαριάδη.
15 Νοεμβρίου: Γραπτή εισήγηση του Βαφειάδη υπέρ της εγκατάλειψης του πολέμου θέσεων και της επιστροφής του ΔΣΕ στην «παρτιζάνικη δράση».
20 Δεκεμβρίου: Ξεκινά η εκκαθάριση της Πελοποννήσου («Επιχείρηση Περιστερά»), με μεθόδους ολοκληρωτικού πολέμου. Εξόντωση του τοπικού ΔΣΕ (3.000 αντάρτες) μέχρι τον Μάιο.
·         1949
19 Ιανουαρίου: Διορισμός του Αλέξανδρου Παπάγου ως αρχιστρατήγου του Εθνικού Στρατού, με απεριόριστες εξουσίες.
21 Ιανουαρίου - 8 Φεβρουαρίου: Βραχύβια κατάληψη του Καρπενησίου από τον ΔΣΕ, με επικεφαλής τον Χαρίλαο Φλωράκη.
30-31 Ιανουαρίου: 5η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Στόχος του αντάρτικου ορίζεται η σοσιαλιστική επανάσταση, με υπόσχεση αυτοδιάθεσης του «μακεδονικού λαού». Διαγραφή του Βαφειάδη από το ΚΚΕ και αντικατάστασή του στην προεδρία της ΠΔΚ από τον Μήτσο Παρτσαλίδη.
12 Φεβρουαρίου: Αποτυχημένη απόπειρα του ΔΣΕ να καταλάβει τη Φλώρινα, με μεγάλες απώλειες.
1 Απριλίου: Ανακατάληψη του Γράμμου από τον ΔΣΕ.
24 Ιουνίου: Θάνατος του πρωθυπουργού Σοφούλη. Διαδοχή του από τον τραπεζίτη Αλέξανδρο Διομήδη (30/6).
11 Ιουλίου: Ο Τίτο ανακοινώνει το κλείσιμο των γιουγκοσλαβικών συνόρων για τον ΔΣΕ.
2 Αυγούστου: Τελική εξόρμηση του Εθνικού Στρατού κατά του ΔΣΕ στον Γράμμο και το Βίτσι («Επιχείρηση Πυρσός»).
30 Αυγούστου: Τα εναπομείναντα τμήματα του ΔΣΕ καταφεύγουν στην Αλβανία, απ’ όπου θα μεταφερθούν ως πρόσφυγες στην Τασκένδη και τα λοιπά μετόπισθεν του σοβιετικού μπλοκ.
9 Οκτωβρίου: Η 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ αποφασίζει τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα.​​​​
...................................................

Ενα τραύμα που επουλώνεται
Του Πολυμέρη Βόγλη*




Πριν από εβδομήντα χρόνια, στις 29 Αυγούστου 1949, οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας υποχωρούσαν στο αλβανικό έδαφος και τελείωνε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Ηταν ένας πόλεμος με βαρύ φόρο αίματος: σαράντα χιλιάδες νεκροί στα πεδία των μαχών, χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι εκτελέστηκαν, δεκάδες χιλιάδες πολίτες φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, ενώ μετά το τέλος του Εμφυλίου οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που κατέφυγαν στις κομμουνιστικές χώρες δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Οι νεκροί, οι εκτελέσεις, οι βιασμοί, τα βασανιστήρια δημιούργησαν μια βαθιά διαίρεση στην ελληνική κοινωνία ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, μια διαίρεση που σφράγισε τις εξελίξεις στην Ελλάδα αλλά και τη ζωή των ανθρώπων.
Ο εμφύλιος πόλεμος προκάλεσε ένα τραύμα, το οποίο έμεινε ανοιχτό, ανεπούλωτο για δεκαετίες. Αυτό συνέβη γιατί μετά τη λήξη του, οι κυβερνήσεις της Δεξιάς δεν επεδίωξαν να αμβλύνουν τη διαίρεση. Αντίθετα ακολούθησαν πολιτικές που συνέχιζαν τις διακρίσεις σε βάρος των ηττημένων, οι οποίοι μεταβλήθηκαν σε πολίτες β’ κατηγορίας και σε «εσωτερικό εχθρό». Η διατήρηση σε ισχύ των εκτάκτων νομοθετικών μέτρων του Εμφυλίου (από νομική άποψη ο Εμφύλιος τελείωσε το 1962), τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, η αυθαιρεσία των αρχών, οι διοικητικές εκτοπίσεις, οι συλλήψεις και οι ξυλοδαρμοί, η δράση παρακρατικών ομάδων αποτελούσαν την πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν δεκάδες χιλιάδες αριστεροί (ενώ και τα παιδιά τους ελέγχονταν για τη «νομιμοφροσύνη» τους) και, επιπλέον, όλα αυτά «διαπαιδαγωγούσαν» συνολικά την κοινωνία στην υποταγή και στον φόβο. Οι πολιτικές διακρίσεις και διώξεις συνοδεύονταν από έναν πολιτικό λόγο που στιγμάτιζε τους αριστερούς ως «αντεθνικώς δρώντες», «προδότες», «εαμοβούλγαρους», με στόχο την πολιτική περιθωριοποίηση και τη νομιμοποίηση των διώξεών τους.
Οι πολιτικές διακρίσεων και διώξεων κορυφώθηκαν στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, οι οποίες βέβαια στράφηκαν εναντίον όχι μόνο της Αριστεράς αλλά εναντίον όλων των αντιπάλων της δικτατορίας. Οι πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος είχαν υπηρετήσει στον Εθνικό Στρατό στη διάρκεια του Εμφυλίου και θεωρούσαν ότι η αποστολή του στρατού ήταν η υπεράσπιση του καθεστώτος. Με άλλα λόγια πίστευαν ότι ο στρατός «έσωσε» την Ελλάδα από τον κομμουνισμό στα χρόνια του Εμφυλίου και, εάν χρειαζόταν, θα έπρεπε να επέμβει ξανά. Το πρόβλημα ήταν ότι παρόμοιες αντιλήψεις είχαν και ο βασιλιάς και η Δεξιά, με αποτέλεσμα να αφήσουν ανενόχλητες τις συνωμοτικές οργανώσεις, όπως αυτή του Γ. Παπαδόπουλου, στο στράτευμα. Η δικτατορία των συνταγματαρχών αναβίωσε τον εθνικισμό και τον εμφυλιοπολεμικό διχασμό σε ακραίο βαθμό αλλά και με ακρότατες συνέπειες: τις διώξεις χιλιάδων πολιτών, την πολύνεκρη καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και τέλος, με την ανατροπή του Μακάριου και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Η Μεταπολίτευση, η οποία τόσο συχνά και τόσο εύκολα λοιδορείται, συνιστά τομή στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας διότι αποτελεί την αφετηρία μιας σταδιακής υπέρβασης της διαίρεσης που είχε δημιουργηθεί στα χρόνια του Εμφυλίου και μέχρι το 1974 είχε γίνει ακόμη πιο βαθιά. Η υπέρβαση της διαίρεσης έγινε με την εγκατάλειψη του αποκλεισμού της Αριστεράς και την υιοθέτηση της πολιτικής της ενσωμάτωσής της στο πολιτικό σύστημα – η νομιμοποίηση του ΚΚΕ (το οποίο είχε τεθεί εκτός νόμου το 1947) τον Σεπτέμβριο του 1974 ήταν το πρώτο, μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση της άρσης του πολιτικού αποκλεισμού. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 συνοδεύτηκε με μια σειρά μέτρων και νόμων που εξάλειψαν τις πολιτικές διακρίσεις σε βάρος της Αριστεράς, πολλές από τις οποίες συνδέονταν άμεσα με τον Εμφύλιο, όπως, για παράδειγμα, η δυνατότητα επιστροφής των πολιτικών προσφύγων στην Ελλάδα.
Το πιο αποφασιστικό βήμα, σε επίσημο και συμβολικό επίπεδο, για την υπέρβαση της διαίρεσης του Εμφυλίου έγινε στην επέτειο των 40 χρόνων από τη λήξη του. Το 1989 η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ. και ενιαίου Συνασπισμού ψήφισε νόμο με τον οποίο το κράτος αναγνώρισε ότι υπήρξε εμφύλιος πόλεμος (και όχι «συμμοριτοπόλεμος») και ότι οι αντίπαλοι του Εθνικού Στρατού δεν ήταν κάποιοι «συμμορίτες» αλλά ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Ολες αυτές οι αλλαγές είχαν ευεργετικό αντίκτυπο στην επιστημονική έρευνα. Μέχρι τότε ο Εμφύλιος ήταν ένα θέμα-ταμπού για τους ιστορικούς. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισε η συστηματική ιστορική έρευνα για τον Εμφύλιο, αλλά και για τη δεκαετία του 1940 γενικότερα. Εκδόθηκαν πάρα πολλές μελέτες, διοργανώθηκε πλήθος συνεδρίων και αρκετές φορές το θέμα του εμφύλιου πολέμου βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Εβδομήντα χρόνια μετά, μέσα από μια δύσκολη διαδικασία, το παρελθόν έχει γίνει Ιστορία και το τραύμα του Εμφυλίου σταδιακά επουλώνεται, άλλωστε οι περισσότεροι από όσους συμμετείχαν σε αυτόν δεν ζουν πια. Βέβαια, είναι ένα παρελθόν που επανέρχεται, όπως δείχνει η εμφυλιοπολεμική ρητορική (π.χ. κατσαπλιάδες κ.ά.) στα πρόσφατα χρόνια. Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική χρήση του παρελθόντος δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα σημερινά προβλήματα, όπως επίσης ότι ο τρόπος για να αντιμετωπίσεις ένα διαιρετικό και τραυματικό παρελθόν δεν είναι η λήθη ή η σιωπή αλλά η ιστορική γνώση και η ουσιαστική συζήτηση.
*αναπληρωτής καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας