.............................................................
έγραψε ο Μιχάλης Τσιντσίνης ("Καθημερινή", 20.9.2026)
Δεν είναι αυτή η πατρίδα του. Την πατρίδα την άφησε το 1933 και την ξαναβρίσκει το 1949 καθημαγμένη. Κατεστραμμένη από τον πόλεμο που η ίδια προκάλεσε και ηθικά καταρρακωμένη από την παράδοσή της στη ναζιστική παραφορά. Ο Τόμας Μαν, όπως τον δείχνει ο Πάβελ Παβλικόφσκι στο «Vaterland», επιστρέφει σε έναν τόπο ξένο. Το βλέμμα του, καθώς κοιτάει τα συντρίμμια των γερμανικών πόλεων μέσα από μια μαύρη Μπιούικ, δεν δείχνει ούτε έκπληξη ούτε περιέργεια. Μόνο μια βουβή, νηφάλια απογοήτευση για αυτό που είχε απομείνει ως Γερμανία.
Η ομιλία που έδωσε τότε ο Μαν, πρώτα στη Δύση και μετά στην Ανατολή, για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκαίτε, δεν ακούγεται παρά ελάχιστα στην ταινία. Βλέπουμε τον συγγραφέα να παλεύει με το κείμενο. Να ψάχνει τις φράσεις που θα απευθύνει στο αμφίθυμο ακροατήριο των συμπατριωτών του, που τον κοιτάνε με θαυμασμό, αλλά και ίση καχυποψία. Πού ήσουν, τον ρωτούν. Μήπως η φυγή σου μαρτυράει «ελλιπή αλληλεγγύη» προς τον λαό που καταστράφηκε, όσο εσύ ασφαλιζόσουν στο πνευματικό καταφύγιο της Αμερικής; Με ποιον είσαι τώρα; Με τη μία ή με την άλλη Γερμανία; Με τον Μίκυ Μάους ή με τον Στάλιν;
Ο Μαν του Παβλικόφσκι αναμετριέται με αυτά τα ερωτήματα συζητώντας με την κόρη του. Πού είναι τώρα το σπίτι μας, αναρωτιέται. Είχε όμως αποπειραθεί να απαντήσει και δημοσίως, από το βήμα των τελετών που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του.
«Ερείπια με περιβάλλουν», έλεγε ο πραγματικός Μαν στην ομιλία του στη Φρανκφούρτη. «Ερείπια που άφησε πίσω χειροπιαστά η εθνική καταστροφή. Και βρίσκω τη χώρα σκισμένη στα δύο, χωρισμένη σε ζώνες των νικητριών δυνάμεων».
Η χώρα δεν είχε τεμαχιστεί μόνον εδαφικά. Είχε σκορπίσει και η ψυχή της. Ο κόσμος, που αναπαριστά το φιλμ, είναι σπασμένος σε θραύσματα. Το νόημα που τον συνείχε –ο πολιτισμός του– έχει εξαρθρωθεί και τη θέση του διεκδικούν νέες «άθραυστες» βεβαιότητες, όπως εμφανίζονται στα γύψινα πρόσωπα των γραφειοκρατών του Υπαρκτού.
Η σκισμένη χώρα ζητάει από τον εθνικό συγγραφέα της να διαλέξει. Με ποια «ζώνη» συντάσσεται; Πού ανήκει; Στην ταινία ο Μαν αντιδρά με μια «υπεράνω» αθυμία. Σαν να μην πατάει στη ραγισμένη γη. Σαν να είναι η Μπιούικ που τον μεταφέρει μια αλεξίσφαιρη κάψουλα, μέσα στην οποία ο ίδιος μπορεί να διατηρεί την πνευματική του ανωτερότητα. Του το πετάει στα μούτρα και η κόρη του, Ερικα. Εχεις χτίσει, του λέει, ένα φρούριο από λέξεις και έχεις κλειστεί μέσα.
Οι λέξεις του δεν έσωσαν τη μήτρα τους. Τα γερμανικά του Μαν δεν έσωσαν τη Γερμανία. Ο πραγματικός Μαν είχε αναμετρηθεί κατακούτελα και με αυτή την αποτυχία. Είχε το θράσος να πει στην ομιλία του: «Ποιος θα εγγυηθεί και θα παραστήσει την ενότητα της Γερμανίας, αν όχι ένας ανεξάρτητος συγγραφέας που η αληθινή του πατρίδα είναι η γερμανική γλώσσα, η ελεύθερη και η απάτητη από κατακτητές;». Τη γλώσσα αυτή την είχε πάρει μαζί του και στην εξορία. Την έφερε, είπε, σαν την «αληθινή και αναφαίρετη πατρίδα του», από την οποία κανένας δεν μπορούσε να τον διώξει. Εκεί, στον ξένο τόπο, δούλευε τη γλώσσα «πατώντας όλα τα πλήκτρα του θεσπέσιου οργάνου της», σε μια προσπάθεια να «ξανακατακτήσει όλες τις δυνατότητές της».
Η Ερικα μοιάζει, τελικά, να έχει δίκιο. Ο άνθρωπος που λατρεύει έτσι τον λόγο απομακρύνεται από τον κόσμο. Δεν τον βιώνει. Τον αντιμετωπίζει ως αντικείμενο αισθητικής παρατήρησης και καλλιτεχνικής ανάπλασης. Δεν συνδέεται ούτε με το συλλογικό ούτε με το οικογενειακό του δράμα. Ο γιος του αυτοκτονεί. Κι εκείνος βρίσκει να πει ότι ο αυτόχειρ ήταν πάντα ένα κακομαθημένο παιδί.
Ο γηραιός τιτάνας των γραμμάτων, που αποκοιμιέται μέσα στην Μπιούικ, είναι ένας άνθρωπος περιττός. Καθόλου χρήσιμος πολιτικά. Καθόλου πρόθυμος να σώσει τους νέους κρατούμενους του Μπούχενβαλντ, που το νέο καθεστώς μαντρώνει εκεί όχι πλέον για το «αίμα», αλλά για το φρόνημά τους. Ο μεγάλος Μαν ζει, αλλά είναι απολιθωμένος στο βάθρο του, σαν τα κουτσουλισμένα αγάλματα ανάμεσα στα οποία η Ερικα περιφέρεται για να βρει την ησυχία της από τον θόρυβο της κομμουνιστικής προπαγάνδας.
Ο μάγος του λόγου (η ίδια του η οικογένεια τον φώναζε περιπαικτικά «Zauberer») είναι άσφαιρος. Η περιπλάνησή του τελειώνει στη σιωπή. Μέσα στο ανοιχτό κέλυφος ενός βομβαρδισμένου σπιτιού, παίζει ένα όργανο – ένα κανονικό, εκκλησιαστικό όργανο, όχι το «όργανο» της γλώσσας του μάγου. Παίζει Μπαχ. Και φαίνεται σαν αυτή η μουσική να έχει επωαστεί μέσα στο ερείπιο. Σαν να γεννήθηκε για πρώτη φορά εκεί, στο πέρας του λόγου, για να τελειώσει και να μην ξανακουστεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου