Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

(...) Φοίβος Δεληβοριάς: Το τραγούδι που έγραψε και το αφιέρωσε στους γονείς των θυμάτων των Τεμπών (youtube, 11.10.2024)

 ...............................................................


(...)


Φοίβος Δεληβοριάς: Το τραγούδι που
έγραψε και το αφιέρωσε στους γονείς
των θυμάτων των Τεμπών

Που είσαι τώρα φως μου,
ήτανε γραμμένο να’ μαι δω για πάντα να σε περιμένω,


όσο κι αν κρατήσει, να μην το ξεχάσεις, 
όταν φτάσεις πάρε, πάρε όταν φτάσεις
θα το γράψει ο τοίχος, θα το γράψει ο βράχος, 
πως δεν ήταν μόνο ενός ανθρώπου λάθος…

Θα το πει η σημύδα, θα το πει κι ο κέδρος
Πως εδώ σκοτώνει όπου βρει το κέρδος…

Θα το πει η λεβάντα, θα το πει η μυρσίνη 
πώς κυλάει στα μάτια η δικαιοσύνη...

Μάτια του παιδιού μου, που δεν θα φιλήσω, 
δεν υπάρχει τρόπος πια να σταματήσω…

Μέχρι να έρθει ο πήχης και το χαλινάρι 
μέχρι να έρθει η νέμεσις και να τους πάρει..

Αν δεν βρω το τέρμα, δεν θα ησυχάσω, 
δεν θα σταματήσω δεν θα ξαποστάσω,

δεν θα κάνω πίσω και δεν θα ξεχάσω, 
θα σε πάρω εγώ παιδάκι μου όταν φτάσω…




(youtube, 11.10.2024)


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

"...Ευχαριστώ" μόνο... Να είσαι πάντα καλά κορίτσι, γυναίκα, μητέρα, γιαγιά !!!" Από τη φίλη στο fb Λίτσα Λεώνη (facebook, 15.7.2024)

 ..............................................................


Από τον Δάσκαλο Πολυνείκη Τριγάζη, του οποίου την θαυμάσια αυτή ανάρτηση διέγραψε το fb.


"Περνάει ο χρόνος λες... Κοιτάζεις το σώμα σου... Είσαι σε πόλεμο μέσα σου... Μην φοβάσαι, μην ντρέπεσαι, έτσι είναι ο χρόνος... Κοίτα στον καθρέπτη σου... Τι βλέπεις ; Όχι όχι δεν βλέπεις μια ζαρωμένη κοιλιά... Άγγιξε την... Έχει γεννήσει ζωή... Βλέπεις; Θυμάσαι; Όχι δεν βλέπεις ένα πεσμένο στήθος, όχι... Xάιδεψε το, έχει ποτίσει με γάλα την ζωή που γέννησες και την έχει συντηρήσει... Δεν βλέπεις δυο ζαρωμένα χέρια... Όχι... Άνοιξε τα... Κάποτε ήταν η πιο γλυκιά και ζεστή αγκαλιά... Kάποτε εκεί μέσα ζούσε ο κόσμος όλος, θυμάσαι;; Μην δακρύσεις ποτέ για το παρελθόν... Φίλιωσε με τον εχθρό που έχεις μέσα σου... Να είσαι ευγνώμων για ότι το σώμα σου πρόσφερε στην ζωή... Ποια θάλασσα σε έχει φοβίσει μέχρι τώρα για να σε φοβίσει ο χρόνος;; Έχεις δημιουργήσει εσύ... Είσαι ένας μικρός θεός... Τι να σε φοβίσει;; Ένα ευχαριστώ μόνο σου οφείλει ο χρόνος, που τον έκανες ομορφότερο στα άτομα που αγάπησες !!! "Ευχαριστώ" μόνο...
Να είσαι πάντα καλά κορίτσι, γυναίκα, μητέρα, γιαγιά !!!"




Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

«ΠΕΡΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ» από την «ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΦΡΟΥΡΑ - Τα κρυφά χαρτιά του συγγραφέα» (εκδ. Καστανιώτης, 2010) του Μένη Κουμανταρέα (1931 - 2014)

..............................................................
 


  «ΠΕΡΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΡΕΣΚΕΙΑΣ»
από την «ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΦΡΟΥΡΑ - Τα κρυφά χαρτιά του
συγγραφέα» (εκδ. Καστανιώτης, 2010) του Μένη Κουμανταρέα (1931 - 2014)





   ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ πως έχω διαβάσει κάποιο σπουδαίο βιβλίο και δεν μου άρεσε. Για τον απλούστατο λόγο ότι συνήθως εγκαταλείπω τα βιβλία – σπουδαία ή όχι – όταν δεν μου ταιριάζουν. Και είναι ψέμα επίσης ότι δεν μου άρεσαν όσα δεν ολοκλήρωσα, απλώς η ανάσα μου δεν έφτανε τη δικιά τους πνοή. Από το πιο παλιό, την Ιλιάδα – που είναι μέσα στο αίμα μας -, ως τον Δον Κιχώτη, που με ξετρέλανε ο πρώτος τόμος, μα που για κάποιον μυστήριο λόγο άφησα το δεύτερο στη μέση. Ή ακόμα τον Προυστ, από τον οποίον διάβασα ηδονικά τους μισούς τόμους και, από δέος ή τεμπελιά, δεν προχώρησα ποτέ ως το τέλος. Ατέλειωτες συζητήσεις έχω κάνει γύρω από αυτά τα βιβλία, και όχι πάντα επιπόλαιες, διότι αισθάνομαι σαν να τα έχω διαβάσει. Ας αναφέρω όμως και μερικά εμβληματικά έργα που δεν διάβασα καθόλου. Για παράδειγμα, το Πόλεμος και Ειρήνη, μολονότι λατρεύω τον Τολστόι, ή τους Δαιμονισμένους, μολονότι έχω διαβάσει ακόμη και τα πιο μικρά κείμενα του Ντοστογιέφσκι. Επίσης, δεν τελείωσα, γιατί μου έφερνε ασφυξία, την περίφημη Τύφλωση του Ελίας Κανέτι, μολονότι είχα να κάνω με τη δεινή μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Δεν μπόρεσα να προχωρήσω πέρα από τη δέκατη σελίδα στον Θάνατο του Βιργιλίου του Μπροχ, αλλά εδώ έφταιγε η μετάφραση. Και λυπάμαι όσους πήραν στα χέρια τους μερικές μικρές αγαπημένες νουβέλες του Τόμας Μαν από τον καλό εκδοτικό οίκο «Ίνδικτος», διότι εκεί ο μεταφραστής ήξερε καλύτερα τα γερμανικά από τα ελληνικά. 
   Βρίσκω εξαιρετικά υγιές να μη σου αρέσει κάτι που θεωρείται ή είναι όντως σπουδαίο. Αν κάποιος, λόγου χάρη, έρθει να μου πει ότι δεν μπόρεσε να τελειώσει τον Μόμπι Ντικ, δεν θα έχω να του προσάψω το παραμικρό, κι ας λατρεύω τον Μέλβιλ. Είναι σα να προσάπτεις –τηρουμένων των αναλογιών – στον Τολστόι ότι δεν μπορούσε να υποφέρει τον Σαίξπηρ. (Με άλφα γιώτα, παρακαλώ αλλιώς απομένει μόνο η κούραση του σεξ). Λατρεύω τον Τζόις στους Δουβλινέζους και στο Πορτρέτο του καλλιτέχνη, αλλά τον εμβληματικό του Οδυσσέα δεν μπόρεσα να τον τελειώσω ποτέ. (Πρόκειται για ένα βιβλίο που στη δεκαετία του ’60 ο φίλος και θαυμάσιος ποιητής Νίκος Παναγιωτόπουλος έκλεψε από τον Ελευθερουδάκη, την καλή εποχή, τότε που δεν είχαμε λεφτά και μπορούσαμε να κλέβουμε χωρίς τύψεις.) Δεν μιλώ βέβαια για τον Φίνεγκανς Γουέικ, διότι αυτό δεν διαβάζεται ούτε από Άγγλους, κι αν υπάρχει κάποιος, ας στείλει γράμμα να με διαψεύσει.  
   Η λατρεία στα βιβλία είναι φυσικό να έχει και το αντίθετό της, την απαρέσκεια ή ακόμη και τον αποτροπιασμό. Και αυτόν τον τελευταίο μόνο μεγάλα και τολμηρά έργα μπορούν να προκαλέσουν. Τα εφήμερα ροζ βιβλία, συνήθως γυναικών συγγραφέων, μόνο αθώες γκριμάτσες μπορούν να προκαλέσουν. Δεν έχει νόημα να προχωρήσω, αλλά και μια το φέρνει ο λόγος, θα πω ότι απεχθάνομαι τον Μπατάιγ, ή ότι πλήττω αφόρητα με τον Μπουκόφσκι, ή ότι τα έργα του Μαρκήσιου ντε Σαντ μού είναι προσβάσιμα μόνο στον βαθμό που με έλκει η προσωπικότητα του συγγραφέα τους. Ή ακόμα ότι δεν διάβασα ποτέ, ούτε θα διαβάσω την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, ή ότι μ’ αρέσει ν’ ανακαλώ στίχους από τη Θεία Κωμωδία του Ντάντε, χωρίς να έχω διαβάσει ούτε τη μισή. Ότι προτιμώ τους Νεκρικούς Διαλόγους του Λουκιανού από κάποιους διαλόγους του Πλάτωνα, εξαιρουμένου βεβαίως του Συμποσίου. Ότι παίρνω μεγάλη ευχαρίστηση διαβάζοντας ορισμένα από τα Δοκίμια του Μοντένιου, αλλά τρέπομαι σε φυγή μπρος στο σύνολό τους.
   Η ανάγνωση είναι μια απόλαυση και, σαν όλες τις απολαύσεις, έχει τις διαστροφές της. Όσο μεγαλύτερες διαστροφές έχει κανείς με τη λογοτεχνία, τόσο περισσότερο μπορεί να πλησιάσει τα μεγάλα αλλά και τα μικρά της έργα. Αν δεν υπήρχαν τα μικρά και πολύτιμα μπιζουδάκια – ένα διήγημα του Μοπασάν, του Τσέχοφ, του Παπαδιαμάντη ή του Μητσάκη -, δεν θα υπήρχαν τα μεγάλα έργα. Ζούμε μέσα σε αντιθέσεις και μέσα απ’ αυτές ολοκληρωνόμαστε.


  


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

"Ναύπλιο 1993 -2009" - Του Σέργιου Γκάκα. ( "Momento", περιοδικό για την τέχνη και τον πολιτισμό, τ.12 Άνοιξη 2010)

............................................................

 

"Ναύπλιο 1993 -2009" - Του Σέργιου Γκάκα. ( "Momento", περιοδικό για την τέχνη και τον πολιτισμό, τ.12 Άνοιξη 2010) 

 

ΑΓΑΠΗΤΗ ΜΟΥ ΚΥΡΙΑ, ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΠΡΟΧΘΕΣ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΥ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ. ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΘΕΜΑ.

   Χατίρι σε φίλο δε χαλάς αν θέλεις να 'χεις γλυκά γεράματα, μ' έμαθε ο Διονύσης κι έτσι είπα το ναι. Έκλεισα το τηλέφωνο και συνέχισα να ξεδιαλέγω τα χαρτιά του πατέρα μου/ είχε περάσει ένας μήνας απ' την κηδεία του και είχα βρει επιτέλους το κουράγιο. Φάκελοι με αποτελέσματα εξετάσεων, οδηγίες χρήσης φαρμάκων, σκόρπιες σημειώσεις για ό,τι μπορεί να βάλει το μυαλό σου, λογαριασμοί, αποδείξεις, μουχλιασμένες φωτογραφίες πεθαμένων συντρόφων του, χαρτοπετσέτες με στιχάκια που έγραφε για να αποδείξει στη μάνα μου πως την αγαπούσε το ίδιο όπως και πριν πενήντα χρόνια. Κόντευα να γεμίσω τη μαύρη σακούλα όταν είδα ένα κίτρινο φάκελο που απ' έξω έγραφε Ναύπλιο 1993 - 2009. Θυμήθηκα ότι μου ζητούσε πάντα να του φέρνω τα προγράμματα και τις αφίσες των παραστάσεων που έκανα στο Ναύπλιο. "Τα χάνεις που τα χάνεις όλα, άσε τουλάχιστον να φυλάξω μερικά ίχνη σου, μπορεί να σου χρειαστούν". Τον άνοιξα και ξεφύλισσα  τα τελευταία δεκαέξι χρόνια της ζωής μου.

   Κάπως έτσι, κυρία μου, μπήκε στο μυαλό μου ο δαίμονας: έκανα καλά, εγώ, ο ορκισμένος εχθρός των ταξιδιών, που εξ αιτίας σας, δεκαέξι χρόνια τώρα μοιράζω τη ζωή μου σε δυο πόλεις, την πρώην και την νυν; Τις πρωτεύουσες εννοώ. Νοικάρης ή φιλοξενούμενος σε καμιά δεκαπενταριά σπίτια και πελάτης σε πάνω από τριάντα ξενοδοχεία. Αθήνα - Ναύπλιο, το κοντέρ πρέπει να'χει γράψει  πάνω από 200.000 χιλιόμετρα, στην αρχή με το WOLSELEY του '60, μετά με το 2CV και τον άσπρο σκαραβαίο και τώρα τελευταία με δανεικά αυτοκίνητα. Καλά ταξίδια - αν εξαιρέσεις τις βροχές και τις ομίχλες. "Όποιος έχει δυο γυναίκες χάνει την ψυχή του, όποιος έχει δυο σπίτια χάνει το μυαλό του". Κινέζος μάλλον το 'χει πει. Τον επιβεβαίωσα.

   Αρχές του '93 (ή τέλη του '92;) μου γνώρισες κάτι παιδιά και μου 'πες "θέλουν να κάνουν μια παράσταση, δεν τα βοηθάς;" Και είπα ναι, επειδή τα παιδιά είχαν ένα καλό φως. 
Το έργο που είχαν διαλέξει ήταν ενός Αναπλιώτη, δεν είχε παιχτεί ποτέ, απ' αυτά που κανείς σοβαρός επαγγελματίας σκηνοθέτης δεν θα δεχόταν να ανεβάσει. Ηθογραφία, δάκρυα, φόνοι, νοσταλγία, επαρχία, μυστικά/ χαμός. Μέσα σε μια νύχτα, το παλιό τζαμί (που πια λειτουργούσε  σαν σινεμά), απέκτησε σκηνή. Κρυφά, διότι ο φόβος της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ήταν μεγάλος. Ένας αγρότης - ξυλογλύπτης, ένας τραπεζικός υπάλληλος κι ένας βουλκανιζατεράς με την θερμή υποστήριξη ωραίων κοριτσιών, έφτιαξαν μια σκηνή και κουίντες. Και σκέφτομαι τώρα, ξεφυλλίζοντας τα χαρτιά του κίτρινου φακέλου αν άξιζε τον κόπο. Δεν ξέρω. Δεκάδες παραστάσεις, εκατοντάδες άνθρωποι που γνώρισα, γοητευτικοί, δύσκολοι, ενδιαφέροντες. 
   Μου έλεγαν οι γνωστοί στην Αθήνα: "Στο Ναύπλιο δουλεύεις ε; Υπέροχη πόλη, είσαι τυχερός". Πράγματι, υπέροχη πόλη για παράνομα ζευγαράκια, εκδρομές του λυκείου και των ΚΑΠΗ, μηχανόβιους, επίδοξους φωτογράφους και όσους αψηφούν την υγρασία.  Για να κάνεις θέατρο με ερασιτέχνες σε μια μικρή πόλη που έχει γίνει σκηνικό υποδοχής τουριστών, στο οποίο πρωταγωνιστούν το χρήμα, η διαρκώς ανοιχτή τηλεόραση, η ανία, η καχυποψία και εντέλει η παραίτηση, πρέπει να ξεχάσεις ότι είσαι καλλιτέχνης. Χρειάζεται να βρεις τρόπους να συναντηθούν οι άνθρωποι που ανησυχούν, να τους πείσεις πως δεν έχει περάσει η εποχή του παιχνιδιού. Τι να τις κάνεις τις σκηνοθεσίες, τις υποκριτικές αποδόσεις, τις μουσικές, τα χειροκροτήματα και τα βραβεία σε φεστιβάλ αν δεν καταφέρεις να γοητευτούν από την υπόσχεση μια εφήμερης απόλαυσης. Ξέρεις ότι το κορίτσι που πασχίζει στη σκηνή να πείσει τους θεατές ότι "είναι" η ηρωίδα του Τερζάκη, του Γκολντόνι ή του Σεβαστίκογλου, σε λίγο θα γίνει σύζυγος ή μητέρα και δε θα 'χει πια την πολυτέλεια να παίζει. Κι όμως πρέπει να συνεχίσεις να βρίσκεις "ερασιτέχνες συνεργάτες" που δεν μπορούν να σου υποσχεθούν τίποτα. Κι εσύ το μόνο που μπορείς  να τους υποσχεθείς είναι πως θα μαζέψουν αναμνήσεις. Και να παρηγορηθείς με την ιδέα ότι χρησιμοποιείς το θέατρο για να ανάψεις φλογίτσες, να οργανώσεις μικρές γιορτές.

   Κυρία, το ξέρετε καλύτερα από μένα, η επαρχία δεν είναι πια ο γραφικός παράδεισος του Παπαδιαμάντη. Θυμάμαι κάποτε νοίκιαζα ένα σπίτι στην πόλη σας, στην άκρη του Ψαρομαχαλά. Κάθε πρωί έβηχα σαν φυματικός. Στη διπλανή μονοκατοικία έμενε, μόνη, μια ώριμη κυρία. "Από τον βήχα σας κατάλαβα ότι νοικιάστηκε το σπίτι της Ιωάννας" μου είπε ένα μεσημέρι."Συγνώμη που σας ενοχλώ" απολογήθηκα. "Όχι, τι λέτε, ίσα-ίσα, δεν ξέρετε τι καλά που είναι να 'χεις μια παρέα στην ερημιά" με καθησύχασε και συνέχισε να ποτίζει τα λουλούδια της. Αυτά, κυρία. Όπως θα καταλάβατε, συτό το σημείωμα ήταν μια αφορμή για να σας ευχαριστήσω που μου γνωρίσατε την υγρή σας πόλη. Και τους ανθρώπους της. Σας εύχομαι να ανακαλύπτετε διαρκώς καινούργια παιχνίδια.
 

ΣΕΡΓΙΟΣ ΓΚΑΚΑΣ: Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε θέατρο στο πανεπιστήμιο Paris - VIII. Ως σκηνοθέτης έχει συνεργαστεί με τον θίασο Άστεγοι, το Εθνικό Θέατρο, τη Λυρική Σκηνή, τα ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, Ρόδου, Ρούμελης, το Μέγαρο Μουσικής, το Θέατρο του Νέου Κόσμου και το Θέατρο της Άνοιξης. Από το 2007 μέχρι που μας πλάκωσε ο "Καλλικράτης" και η κρίση ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου του Ναυπλίου. Έχει γράψει 4 θεατρικά έργα για παιδιά.
Συμμετείχε με διηγήματά του στις συλλογές Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα, Το Χαλάνδρι που γνώρισα, Ελληνικά Εγκλήματα 2, Ελληνικά Εγκλήματα 3, Το τελευταίο ταξίδι. Το μυθιστόρημά του Κάσκο (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001) εκδόθηκε στη Γαλλία και στην Ιταλία. Το 2002 ήταν ανάμεσα στους 6 συγγραφείς που εκπροσώπησαν την Ελλάδα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Το 2008 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Στάχτες. Τώρα είναι αντιδήμαρχος πολιτισμού και αθλητισμού στο Χαλάνδρι.

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

"Περίπτωση θανάτου" μια ιστορία του Μάριου Χάκκα (από τον "Μπιντέ και άλλες ιστορίες" / "Κέδρος", 1970,14η έκδ. 1987) Αφιερωμένη στη μνήμη του Λευτέρη Βογιατζή και σε όσους δεν πρόλαβαν...)

.............................................................









Μάριος Χάκκας (1931 – 1972)

          








Περίπτωση θανάτου

    Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

   Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

   Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

   Αν ήμουν η κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους ζωντανούς...".

   Αυτοί, και οι δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.

   Εκείνον που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.

   Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’ αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι απέ να τελειώνει.

   Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι», απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.

   Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε, τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, - όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.   




Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

"Ζει" ένα ποίημα του Γιώργου Χρονά, για τώρα, που βρέθηκε, λέει, ο τάφος της Γοργόνας, της αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου

.....................................................

















Γιώργου Χρονά (γ.1948) 


               ΖΕΙ

   - Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
    Ρώτησε η γοργόνα τον ναύτη
    Κι εκείνος πούδενε τα σχοινιά ψηλά
                        στα κατάρτια
    φώναξε
                             - Ζει !
                             Ζούσε δε ζούσε, δεν ήξερε
                             Μα ήταν ναύτης μόνος στη θάλασσα
                             και τα σχοινιά ήταν
                             γεμάτα αλάτι και φυσούσε πολύ.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Στη μνήμη της κ.Κλαίρης Καψαχάτη...

.....................................................

 

Η μπαλάντα του νεκρού στρατιώτη

ποίηση Μπέρτολτ Μπρέχτ


Για πέμπτο Μάη πολεμάει
για ειρήνη κουβέντα καμιά
και ο φανταράκος τα βροντάει
πεθαίνει ηρωικά

Και ο Αυτοκράτωρ οργίζεται
και βγάζει διαταγή
ο θάνατος αναβάλλεται
η νίκη όσο αργεί

μα ο φαντάρος κείτεται
στον τάφο του δίχως ντροπή
και ξάφνου τον επισκέπτεται
μια επιτροπή

Με φτυάρι και με αγιασμό
ξεθάβουν το νεκρό
του λένε γύρνα στο μέτωπο
και βγάλε το σκασμό

Τον εξετάζει ένας γιατρός
τον βρίσκει λίαν καλώς
κοπάνα μονάχα την κάνει ο νεκρός
γιατί είναι πολύ δειλός

Τον σήκωσαν και φεύγουνε
στην νύχτα την μαγευτική
ενώ αρμοδίως τους φώτιζε
σελήνη ρομαντική

Το στόμα το σάπιο του βουτούν
σε μαύρο κρασί γλυκό
και δυο νοσοκόμες
του κρατούν μπροστά του
γυμνό θηλυκό
με τύμπανα και ταρατατζούμ
η μπάντα πάει εμπρός
για της πατρίδος το αλαλούμ
παρέλαση κάνει ο νεκρός

Μπροστά του πάει ένας κύριος
με φράκο παχουλός
πολύ του καθήκοντος κύριος
σαν κάθε πολίτη καλός

σκυλιά ποντίκια και ασβοί
δακρύζουν με πατριωτισμό
στο ύψος των περιστάσεων
στου έθνους τον παλμό

Στο άλλο χωριό τους δέχεται
ο κόσμος με ουρλιαχτά
χλωμό το φεγγάρι κατέρχεται
και το νεκρό χαιρετά

Με ζήτω και με τσουμπαπά
σημαίες και παπά
χορεύει ο νεκρός του σκοτωμού
σαν μεθυσμένη μαϊμού

Μες το μεγάλο τραλαλά
εχάθηκε ο νεκρός
τον βλέπουν μόνο από ψιλά
αστέρι και σταυραϊτός
ξημέρωσε ο ουρανός
τ' άστρα έχουν χαθεί

στην μάχη πάλι πάει ο νεκρός
να ξανασκοτωθεί.


.......................................................

Κι εδώ όλος ο δίσκος "Η Μ. Φαραντούρη τραγουδάει Μπ. Μπρεχτ" 

 Η ΜΑΡΙΑ ΦAΡΑΝTΟΥΡΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΜΠΡΕΧΤ 1979

Μουσική: Κουρτ Βάϊλ-Χανς Άϊσλερ-Μπέρτολτ Μπρεχτ
Ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας Χένρυ Κρίτσελ

Θεατρική διδασκαλία τραγουδιών: Θεόδωρος Τερζόπουλος
Μετάφραση: Παύλος Μάτεσις

1.Η μπαλάντα του νεκρού στρατιώτη(Μπ. Μπρεχτ) Από την ποιητική συλλογή «το προσευχητάρι» 1918
2.Η μπαλάντα των πειρατών (Μπ. Μπρέχτ) Από την ποιητική συλλογή «το προσευχητάρι» 1920
3.Το παράπονο του αλόγου (Μπ. Μπρεχτ-Χ. Άϊσλερ)
4.Η μπαλάντα του Σολομώντα(Μπ. Μπρεχτ-Κ. Βάϊλ) Από το θεατρικό έργο: «Η όπερα της πεντάρας»
5.Το τραγούδι του Μολδάβα (Μπ. Μπρεχτ-Χ. Άϊσλερ) Από το θεατρικό έργο: «Ο Σβέϊκ στο Β΄Παγκόσμιο πόλεμο»1943
6.Το τραγούδι της Αλληλεγγύης (Μπ. Μπρεχτ-Χ. Άϊσλερ)Από την ταινία : "Κuhie Wampe" 1932
7. Ο Μακ ο μαχαιροβγάλτης (Μπ. Μπρεχτ-Κ. Βάϊλ) Από το θεατρικό έργο: «Η όπερα της πεντάρας»
8.Σουραμπάγια Τζώννυ (Μπ. Μπρεχτ-Κ. Βάϊλ) Από το θετρικό έργο «Happy End
9.To τραγούδι της γυναίκας του Ναζίστα φαντάρου(Μπ. Μπρεχτ-Χ. Άϊσλερ) Από το θεατρικό έργο: «Ο Σβέϊκ στο Β΄Παγκόσμιο πόλεμο»1943
10.Η Τζένη των πειρατών (Μπ. Μπρεχτ-Κ. Βάϊλ) Από το θεατρικό έργο: «Η όπερα της πεντάρας»
11. Alabama song (Μπ. Μπρεχτ-Κ. Βάϊλ) Από το θεατρικό έργο: «Μαχαγκόνυ»
12.Το τραγούδι της ενότητας (Μπ. Μπρεχτ-Χ. Άϊσλερ)