...............................................................
Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»
Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.
τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)
Συναντηθήκαμε λίγα μέτρα από την οδό Ελπίδος 5, έναν κάθετο δρόμο της πλατείας Βικτωρίας, εκεί που κάποτε βρισκόταν το ξενοδοχείο Κρυστάλ, το κολαστήριο της Ειδικής Ασφάλειας, όπου την περίοδο 1943-1944 βασανίζονταν μέχρι θανάτου αντιστασιακοί, κομμουνιστές και γενικότερα θύματα του κατοχικού καθεστώτος – τα γραφεία της βρίσκονταν ακριβώς δίπλα, στο νούμερο 3, σε ένα κτίριο που στέκει ακόμα όρθιο.
Η συγγραφέας του βιβλίου «επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδόσεις Πόλις), σκηνοθέτιδα και πεζογράφος Ελισάβετ Χρονοπούλου, μπήκε στα άδυτα των Αρχείων του Κράτους, εντρύφησε σε μια σειρά συγκλονιστικών μαρτυριών από δίκες δωσίλογων και έγραψε ένα μυθιστόρημα που δυστυχώς δεν απέχει καθόλου από την αλήθεια και τα ανατριχιαστικά γεγονότα της πιο σκοτεινής περιόδου της νεότερης Ιστορίας μας.
Πρόκειται για ένα συλλογικό τραύμα που πλέον μελετάμε σε βάθος, και το συζητάμε. Άραγε πού θα μας οδηγήσει η αναμόχλευση αυτή; Η ίδια είναι βέβαιη ότι αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσουμε ως κοινωνία και ως χώρα.
— Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το βιβλίο σας;
- Αφορμή στάθηκε η έρευνα που είχα κάνει το 2017 για το βιβλίο μου «Ο έτερος εχθρός», μια συλλογή διηγημάτων τα οποία διαδραματίζονται στην Κατοχή. Είχα μελετήσει σε βάθος την περίοδο αλλά ήθελα να πιστοποιήσω πληροφορίες που είχα από τη βιβλιογραφία και να βεβαιωθώ για την ιστορική τους ακρίβεια, κι έτσι επισκέφθηκα πολλά αρχεία. Ένα από τα διηγήματα αφορούσε έναν μαυραγορίτη ο οποίος είχε αγοράσει κοψοχρονιά ένα σπίτι. Με αυτή την αφορμή οδηγήθηκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να διαβάσω τα πρακτικά μιας συγκεκριμένης δίκης μαυραγορίτη που είχα εντοπίσει. Εκτός από την πληροφορία για το ποσό που έδωσε για να αγοράσει το σπίτι, ήθελα να πάρω και την αίσθηση της εποχής, να «ακούσω» τη φωνή του. Διαβάζοντας τα πρακτικά, κυριολεκτικά συγκλονίστηκα, όχι μόνο λόγω των γεγονότων αλλά και λόγω της λογοτεχνικότητας με την οποία αποκαλύπτονταν. Το κείμενο του γραμματέα της δίκης εναλλασσόταν μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, κάτι που μου φάνηκε συναρπαστικό, επειδή με έναν τρόπο απηχεί και τον γενικότερο διχασμό που μας διαιρεί ως κοινωνία και κάθε τόσο αναζωπυρώνεται, από το 1821 μέχρι σήμερα. Αυτές οι δίκες μαγνήτισαν το ενδιαφέρον μου, όσα έλεγαν, ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες. Συναντούσα την πολύ ψυχρή καθαρεύουσα του δημόσιου λόγου ταυτόχρονα με τα λεγόμενα του μάρτυρα που κατέθετε – το θυμικό του έβγαζε ένα συναίσθημα τρομερά συγκινητικό. Ήταν σαν να ήμουν παρούσα στο Πρωτοδικείο. Κατάλαβα πως μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μία πολύ τραυματική και αποσιωπημένη σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις.
«Προσωπικά, δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν».
— Το δικό σας μυθιστόρημα βασίζεται σε μία πράξη αυτοδικίας. Πόσο συνηθισμένο φαινόμενο ήταν αυτό;
- Δεν είμαι ιστορικός, ούτε αρμόδια να δώσω έγκυρες απαντήσεις, και επειδή πρόκειται για μια ιδιαίτερα τραυματική περίοδο της Ιστορίας μας, θέλω να είμαι πολύ προσεκτική. Έχοντας ωστόσο μελετήσει πολύ την περίοδο, με τα εργαλεία της λογοτεχνικής έρευνας όμως, η αίσθηση που έχω είναι ότι μετά τη δίνη της Κατοχής και του Εμφυλίου, το 1951, οπότε τοποθετώ το έγκλημα αυτοδικίας του χαρακτήρα μου, η εικόνα ενός δολοφονημένου άνδρα σ’ ένα ερημικό δρομάκι μιας γειτονιάς προφανώς και θα κινούσε την υποψία ότι ήταν δωσίλογος. Ο Εμφύλιος είχε μόλις λήξει αφήνοντας χαώδεις πληγές, οι δίκες των δωσίλογων της κατοχικής περιόδου είχαν λήξει, με την εξωφρενική ατιμωρησία τους να αφήνει αδικαίωτο το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν πιστεύω πως η αυτοδικία μπορεί να επουλώσει αυτό το τραύμα, ο χαρακτήρας μου δεν δικαιώνεται τελικά.
«Μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μια πολύ τραυματική και αποσιωπημένη
σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου
υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά
δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
— Τα ντοκουμέντα της δίκης που συμπεριλαμβάνετε δεν είναι αυθεντικά; Πρόκειται για μυθοπλασία;
- Είναι όλα μυθοπλαστικά. Απλώς τα έγραψα έχοντας ως πρότυπο τα αυθεντικά πρακτικά, δηλαδή κρατώντας το ύφος και τη γλώσσα τους. Για να είμαι ξεκάθαρη, έγραψα ένα βιβλίο επάνω σε ένα συλλογικό μας τραύμα έχοντας συναίσθηση ότι αγγίζω κάτι πάρα πολύ ευαίσθητο. Γι’ αυτό ήμουν πάρα πολύ προσεκτική και έκανα τόσο μεγάλη έρευνα. Αν και γενικά δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία οφείλει να μεταφέρει ακριβείς πληροφορίες, επειδή το θέμα είναι ευαίσθητο, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήθελα να υπάρχει ούτε μία πληροφορία που να μην είναι πραγματικά τεκμηριωμένη. Με αυτήν τη λογική έγραψα τα πρακτικά της δίκης αυτού του χαρακτήρα, του δωσίλογου, πλάθοντας μεν τη δράση του με τη φαντασία μου αλλά αντλώντας το υλικό από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συνάντησα σε αρκετές δίκες καταθέσεις μαρτύρων που αφηγούνταν ότι χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας συνελάμβαναν τα παιδιά τους ως επονίτες ζητώντας τους χρήματα για να τα αφήσουν ελεύθερα και απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.
— Υπάρχει ένας τραγικός πατέρας στο βιβλίο που αναγκάζεται να συμπλεύσει με τους ασφαλίτες ώστε να σώσει το ένα από τα δύο του παιδιά.
- Έπρεπε να απαρνηθεί τη δολοφονημένη κόρη του, δηλώνοντας εγγράφως ότι αποκηρύσσει την αντιστασιακή δράση και τις ιδέες της, για να μην υποστεί τις συνέπειες της δράσης της ο μικρότερος γιος του. Πρόκειται για την αρχή της οικογενειακής ευθύνης που ίσχυε τότε. Ο γιος του θα αποκτούσε φάκελο κοινωνικών φρονημάτων, θα συναντούσε εμπόδια μεγαλώνοντας, δεν θα είχε δικαίωμα να σπουδάσει, δεν θα μπορούσε να εργαστεί ούτε στον δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα, θα κληρονομούσε την «αμαρτία» της ιδεολογίας της αδελφής του. Είναι μια σελίδα της Ιστορίας μας κι αυτή.
— Στα αρχεία διαφαίνεται αν οι δικαστές ήταν δίκαιοι ή μεροληπτούσαν υπέρ των δωσίλογων;
Σκεφτείτε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δικών έγινε τα χρόνια του Εμφυλίου. Προφανώς και μεροληπτούσαν. Αρχικά, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η κοινωνία προέβαλε ισχυρή απαίτηση να τιμωρηθούν οι δωσίλογοι. Ολόκληρη η κοινωνία περίμενε ηθική αποκατάσταση. Στις πρώτες δίκες το κλίμα στο δικαστήριο ήταν αυστηρότερο απέναντι στους δωσίλογους, αλλά και το νομικό πλαίσιο επίσης. Σταδιακά και μπαίνοντας στον Εμφύλιο, το νομικό πλαίσιο τροποποιήθηκε υπέρ τους. Αρχικά, αρκούσε να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με οποιονδήποτε τρόπο με τον κατακτητή. Στη συνέχεια όμως έπρεπε να αποδειχτεί κυρίως ότι αποκόμισε οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία, δηλαδή ότι συνεργάστηκε με σκοπό τον πλουτισμό, «επί σκοπώ πλουτισμού». Αν λ.χ. είχε καταδώσει έναν κομμουνιστή στους Γερμανούς με σκοπό να σώσει την πατρίδα του από τον κομμουνισμό, τότε δεν ήταν προδότης αλλά πατριώτης.
Ελισάβετ Χρονοπούλου,
«επί σκοπώ πλουτισμού»,
επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, εκδόσεις "Πόλις"
— Οπότε αυτή ήταν και η δικαιολογία όλων όσοι διέπραξαν τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος αντιστασιακών, ότι υπερασπίζονταν την πατρίδα από τον κομμουνισμό; Ο δωσίλογος του βιβλίου σας κάνει όσα κάνει μόνο για τον προσωπικό του πλουτισμό.
- Μόνο για προσωπικό πλουτισμό! Αυτή είναι για μένα και η πιο ποταπή εκδοχή του δωσιλογισμού. Ο αμοραλιστής, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς ιδεολογικό κίνητρο, που εκμεταλλεύεται μια εθνική, συλλογική δοκιμασία για προσωπικό του όφελος και μόνο. Δυστυχώς ήταν πολλοί αυτοί. Συνελάμβαναν, κατέδιδαν στους Γερμανούς, βασάνιζαν οι ίδιοι, σκότωναν. Σε αυτό στάθηκα, στο πώς διχάζεται μια κοινωνία και πώς σπαράσσεται, πώς ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται όταν, υπό ξένη κατοχή, Έλληνες συνεργάζονταν με τον κατακτητή εναντίον Ελλήνων.
— Σοκαριστικό είναι το μέγεθος της βίας που περιγράφετε μέσα στο ξενοδοχείο Κρυστάλ.
- Οι καταθέσεις των μαρτύρων στα πρακτικά των δικών για όσα συνέβησαν σ’ αυτόν τον τόπο μαρτυρίου ξεπερνούν τη χειρότερη φαντασία. Αλλά έχουμε και μαρτυρίες μεταγενέστερες, θυμάτων που βασανίστηκαν εκεί και αφηγήθηκαν την εμπειρία τους σε ερευνητές. Ειλικρινά, δεν το χωράει ο νους το μέγεθος της βίας και του μίσους αυτών των ανθρώπων εναντίον μάλιστα μικρών παιδιών, 16 και 17 ετών, που μπήκαν στην αντίσταση με την παιδική τους αγνότητα, με ιδανικά, με άγνοια κινδύνου, από ανάγκη να απελευθερώσουν την πατρίδα τους.
— Άρα, ήταν Έλληνες οι βασανιστές στην Γκεστάπο, όχι μόνο Γερμανοί;
- Ακριβώς. Και ήταν ευρύ το φαινόμενο, δεν το γνωρίζουμε. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον «καλοί», είτε αντιστασιακοί είτε ουδέτεροι που περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι, διάσπαρτοι μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν.
«Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον "καλοί", που
περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι
μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν
πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
— Οι οποίοι υπηρετούσαν στην Ειδική Ασφάλεια της οδού Ελπίδος;
- Όχι μόνο. Η Ειδική Ασφάλεια, που ήταν υπηρεσία της Χωροφυλακής με αρμοδιότητα τη δίωξη των κομμουνιστών, στρατολόγησε, κυρίως από το 1943 και μετά, έναν συρφετό αλητών ως «χωροφύλακες άνευ θητείας». Η αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν και να καταδίδουν κομμουνιστές, ουσιαστικά αντιστασιακούς. Τους δόθηκε μισθός, οπλισμός, εξουσία και απόλυτη ασυλία. Αρκετοί έκαναν κατάχρηση αυτής της εξουσίας, αναπτύχθηκε ένα δίκτυο εκβιαστών που αποσπούσαν από γονείς και συγγενείς λίρες για να απελευθερώσουν τους δικούς τους. Τρομοκρατούσαν τις γειτονιές, εισέβαλλαν στα σπίτια μέσα στη νύχτα και συνελάμβαναν χωρίς εντάλματα, χωρίς καν στοιχεία. Και μετά τους απειλούσαν και τους εκβίαζαν. Το ανατριχιαστικό είναι ότι αυτό γινόταν με θεσμική κάλυψη. Η αίσθηση της κοινωνίας για την Ειδική Ασφάλεια, ξέρετε, αποτυπώνεται και στον μετακατοχικό Τύπο. Η εφημερίδα «Ελευθερία», όταν άρχισαν οι δίκες της Ειδικής Ασφάλειας, έβαζε καθημερινά στο σχετικό άρθρο τίτλους όπως: «Τα κτήνη της Ειδικής στο εδώλιο».
— Μια από τις γυναίκες του μυθιστορήματος λέει στο εγγόνι της «μην τα σκαλίζεις τα παλιά». Εσείς γιατί τα «σκαλίζετε» όλα αυτά τα θλιβερά;
- Θα απαντήσω με μια μεταφορά. Αν η ζωή μου κυλάει μια χαρά, διαχειρίζομαι αποτελεσματικά τις δυσκολίες και η σχέση μου με τον εαυτό μου και τους άλλους είναι ισορροπημένη, δεν έχω κανέναν λόγο να αναμοχλεύσω το παρελθόν. Αν όμως η ζωή μου διαταράσσεται από δυσκολίες που δεν μπορώ να διαχειριστώ και τα προβλήματα αντί να λύνονται περιπλέκονται όλο και περισσότερο, τότε θα μου είναι χρήσιμη η ψυχοθεραπεία· συνήθως, όταν μπαίνουμε στην ψυχοθεραπεία ανατρέχουμε στο παρελθόν για να βρούμε τις αιτίες της δυσλειτουργίας μας, να δούμε τι μας έφερε ως εδώ. Αντίστοιχα λοιπόν, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σκαλίζουμε το παρελθόν επί ματαίω, μόνο αν αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να λύσουμε τους κόμπους που μας εμποδίζουν να πάμε μπροστά. Ζήσαμε τα χρόνια της πλάνης, της «φούσκας» που νομίζαμε ότι θα πηγαίνουμε μόνο μπροστά, ότι η πρόοδος είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοιτάξουμε προς τα πίσω, ότι τα έχουμε όλα ξεπεράσει. Έχουν όμως περάσει τόσα χρόνια από την κρίση του 2009 και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις παθογένειες του παρελθόντος.
— Αναφέρεστε σε μια ολόκληρη κοινωνία που χτίστηκε επάνω σε αυτές τις «παθογένειες του παρελθόντος», οπότε πού οδηγεί η αναμόχλευση των παθών εκείνης της εποχής;
- Δεν με ενδιαφέρει το τραύμα κάθε μεμονωμένης οικογένειας, αλλά ότι όταν πλημμυρίζει το σπίτι μου, τα απόνερά του γεμίζουν και το υπόγειο του γείτονα. Διαταράσσεται όλος ο κοινωνικός ιστός. Οι άνθρωποι που απαίτησαν με την Απελευθέρωση να τιμωρηθούν οι βασανιστές και εκτελεστές των παιδιών τους δεν ήταν μόνο οι γονείς αυτών των παιδιών, αλλά και οι δάσκαλοί τους, οι γείτονές τους, που μπορεί να ήταν και διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Είχαν δει αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, τα είχαν αγαπήσει, τα είχαν χαρεί. Ο σκοπός δεν είναι να δώσουμε συνέχεια στον διχασμό. Πρόγονοί μας είναι και οι μεν και οι δε, είμαστε όλοι απόγονοι αυτού που συνέβη, απόγονοι της Ιστορίας μας. Ίσως έτσι πρέπει να το δούμε, αν θέλουμε να φτιάξουμε τη χώρα μας και να την κάνουμε μια κανονική χώρα, στην οποία δεν χρειάζεται ένας δεκατριάχρονος να φτάσει στην αυτοδικία επειδή δεν τιμωρήθηκε ο δωσίλογος φονιάς της αδελφής του.
Προσωπικά δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν. Κουβαλάει τον αδικαίωτο πόνο του και νιώθει μόνος, αβοήθητος μπροστά στο ηθικό του χρέος να δικαιώσει τη μνήμη της αδελφής του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη μιας αυτοδικίας δεν βαρύνει μόνο το άτομο αλλά όλη την κοινωνία που δεν κατάφερε να ισχυροποιήσει τους θεσμούς που θα την αποτρέψουν από το να γίνει ζούγκλα. Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, έχουμε ακόμα πολλά να λύσουμε. Ίσως βοηθήσει να κοιτάξουμε πίσω, στα τραύματα του παρελθόντος, όχι για να τσακωθούμε, αλλά για να δούμε ποιοι είμαστε τελικά. Για τον αφηγητή του βιβλίου, το ταξίδι στο παρελθόν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ίσως ένα ταξίδι στο κοινό μας παρελθόν, να γίνει ένα συλλογικό ταξίδι αυτογνωσίας που θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.