Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

«Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 ...............................................................







·      «Η γαλανή σαγήνη» διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου (γ. 1967, Καστοριά) από τη συλλογή «Η Αλεπού της Σκάλας και Άλλες Ιστορίες» (εκδ. Κίχλη, 2015)

 

ΜΙΑ ΑΠ’ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΒΑΡΚΕΣ των ντόπιων που θυμίζουν φέρετρα κινούνταν ολοταχώς. Πήγαινε παράλληλα με την ακτή καμιά εκατοστή μέτρα κι έπειτα, κάνοντας στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, τραβούσε αντίθετα. Θέαμα παράξενο παρουσίαζε η πλώρη της. Ένας άντρας μ’ ένα ξύλο μακρύ και παχύ έδερνε τα νερά, ένας σύγχρονος Ξέρξης. Εξόχως αρμονικές οι κινήσεις του. Όταν απομακρύνθηκαν αρκετά από την ακτή κι αχνά ακουγόταν ο βόμβος της μηχανής και του νερού το δάρσιμο, το θέαμα έγινε άκρως υποβλητικό, έπειτα κάθε ήχος έσβησε, σαν σκηνή ονείρου. Παρά την απόσταση, μπορούσες να δεις στο βλέμμα του πηδαλιούχου, αλλά ιδίως σ’ εκείνου που χτυπούσε τα νερά, το πάθος και τη σκληρότητα, του θηρευτή της μανία. Η βίαιη αυτή τελετουργία εκτελούνταν κι από τους δυο με ηρεμία τρομακτική κι αποσκοπούσε στο να «ξυπνήσουν», όπως λένε, τα ψάρια. Να τα ταράξουν ήθελαν, να κινηθούν για να πιαστούν στα δίχτυα που πόντισαν από νωρίς. Ο πηδαλιούχος άρχισε να τα ανεβάζει, ενώ ο δάρτης των νερών, λάμνοντας ελαφρά, κρατούσε σταθερή τη βάρκα όσο να ξεσκαλώσει τα ψάρια ο άλλος. Μικρές εκρήξεις φωτός, σπαρτάρισμα χρωμάτων στον βασανιστικό ρυθμό της ασφυξίας, με αργές κινήσεις πρώτα, κι έπειτα πιο ζωηρά, από της λίμνης τον βούρκο σηκώνονται, σαν ζαλισμένα στην αρχή κι έπειτα με πανικό, προσπαθώντας να απομακρυνθούν από την πηγή που μετατοπιζόταν και ανανέωνε αδιάλειπτα την ταραχή τους, ανηφορίζουν προς τα δίχτυα και πιάνονται, πλάι στα άλλα, τα αιχμαλωτισμένα στο ανύποπτο διάβα τους. Και μπρος απ’ αυτό, θέαμα ευθέως ανάλογο εκτυλισσόταν, όπως στους πίνακες του Μπρέχελ, όπου το δευτερεύον γίνεται πρωτεύον: στον δρόμο οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη μέρα τους, με  κινήσεις αργές απελευθερώνονταν από του ύπνου το βρόχι, ανίδεοι γι’ αυτό που γινόταν πίσω τους ή κοιτώντας το αδιάφορα, άλλοι συζητώντας κι άλλοι, μοναχικοί αυτοί, σαν ζαλισμένοι· φαίνονταν τόσο αθώοι όλοι τους, τόσο ανυποψίαστοι· ήταν να τους λυπάσαι. Τι με πόθους, τι μ’ ανάγκες, τι μ’ επιθυμίες ταράζοντας τον ύπνο τους τούς ξύπνησε άραγε, τι με πάθος ψυχρό αχάραγα τα δίχτυα του άπλωσε και τώρα με φως και με γαλάζιο τα έκρυβε;  

Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν» τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)

 ...............................................................



Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»


Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.




τη συνέντευξη πήρε ο Χρήστος Παρίδης (www.lifo.gr, 28.7.2026)


Συναντηθήκαμε λίγα μέτρα από την οδό Ελπίδος 5, έναν κάθετο δρόμο της πλατείας Βικτωρίας, εκεί που κάποτε βρισκόταν το ξενοδοχείο Κρυστάλ, το κολαστήριο της Ειδικής Ασφάλειας, όπου την περίοδο 1943-1944 βασανίζονταν μέχρι θανάτου αντιστασιακοί, κομμουνιστές και γενικότερα θύματα του κατοχικού καθεστώτος – τα γραφεία της βρίσκονταν ακριβώς δίπλα, στο νούμερο 3, σε ένα κτίριο που στέκει ακόμα όρθιο.

Η συγγραφέας του βιβλίου «επί σκοπώ πλουτισμού» (εκδόσεις Πόλις), σκηνοθέτιδα και πεζογράφος Ελισάβετ Χρονοπούλου, μπήκε στα άδυτα των Αρχείων του Κράτους, εντρύφησε σε μια σειρά συγκλονιστικών μαρτυριών από δίκες δωσίλογων και έγραψε ένα μυθιστόρημα που δυστυχώς δεν απέχει καθόλου από την αλήθεια και τα ανατριχιαστικά γεγονότα της πιο σκοτεινής περιόδου της νεότερης Ιστορίας μας.

Πρόκειται για ένα συλλογικό τραύμα που πλέον μελετάμε σε βάθος, και το συζητάμε. Άραγε πού θα μας οδηγήσει η αναμόχλευση αυτή; Η ίδια είναι βέβαιη ότι αποτελεί προϋπόθεση για να προχωρήσουμε ως κοινωνία και ως χώρα.

— Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το βιβλίο σας;
- Αφορμή στάθηκε η έρευνα που είχα κάνει το 2017 για το βιβλίο μου «Ο έτερος εχθρός», μια συλλογή διηγημάτων τα οποία διαδραματίζονται στην Κατοχή. Είχα μελετήσει σε βάθος την περίοδο αλλά ήθελα να πιστοποιήσω πληροφορίες που είχα από τη βιβλιογραφία και να βεβαιωθώ για την ιστορική τους ακρίβεια, κι έτσι επισκέφθηκα πολλά αρχεία. Ένα από τα διηγήματα αφορούσε έναν μαυραγορίτη ο οποίος είχε αγοράσει κοψοχρονιά ένα σπίτι. Με αυτή την αφορμή οδηγήθηκα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να διαβάσω τα πρακτικά μιας συγκεκριμένης δίκης μαυραγορίτη που είχα εντοπίσει. Εκτός από την πληροφορία για το ποσό που έδωσε για να αγοράσει το σπίτι, ήθελα να πάρω και την αίσθηση της εποχής, να «ακούσω» τη φωνή του. Διαβάζοντας τα πρακτικά, κυριολεκτικά συγκλονίστηκα, όχι μόνο λόγω των γεγονότων αλλά και λόγω της λογοτεχνικότητας με την οποία αποκαλύπτονταν. Το κείμενο του γραμματέα της δίκης εναλλασσόταν μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, κάτι που μου φάνηκε συναρπαστικό, επειδή με έναν τρόπο απηχεί και τον γενικότερο διχασμό που μας διαιρεί ως κοινωνία και κάθε τόσο αναζωπυρώνεται, από το 1821 μέχρι σήμερα. Αυτές οι δίκες μαγνήτισαν το ενδιαφέρον μου, όσα έλεγαν, ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες. Συναντούσα την πολύ ψυχρή καθαρεύουσα του δημόσιου λόγου ταυτόχρονα με τα λεγόμενα του μάρτυρα που κατέθετε – το θυμικό του έβγαζε ένα συναίσθημα τρομερά συγκινητικό. Ήταν σαν να ήμουν παρούσα στο Πρωτοδικείο. Κατάλαβα πως μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μία πολύ τραυματική και αποσιωπημένη σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις.


«Προσωπικά, δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν».

— Το δικό σας μυθιστόρημα βασίζεται σε μία πράξη αυτοδικίας. Πόσο συνηθισμένο φαινόμενο ήταν αυτό;

- Δεν είμαι ιστορικός, ούτε αρμόδια να δώσω έγκυρες απαντήσεις, και επειδή πρόκειται για μια ιδιαίτερα τραυματική περίοδο της Ιστορίας μας, θέλω να είμαι πολύ προσεκτική. Έχοντας ωστόσο μελετήσει πολύ την περίοδο, με τα εργαλεία της λογοτεχνικής έρευνας όμως, η αίσθηση που έχω είναι ότι μετά τη δίνη της Κατοχής και του Εμφυλίου, το 1951, οπότε τοποθετώ το έγκλημα αυτοδικίας του χαρακτήρα μου, η εικόνα ενός δολοφονημένου άνδρα σ’ ένα ερημικό δρομάκι μιας γειτονιάς προφανώς και θα κινούσε την υποψία ότι ήταν δωσίλογος. Ο Εμφύλιος είχε μόλις λήξει αφήνοντας χαώδεις πληγές, οι δίκες των δωσίλογων της κατοχικής περιόδου είχαν λήξει, με την εξωφρενική ατιμωρησία τους να αφήνει αδικαίωτο το περί δικαίου αίσθημα της κοινωνίας. Ωστόσο, δεν πιστεύω πως η αυτοδικία μπορεί να επουλώσει αυτό το τραύμα, ο χαρακτήρας μου δεν δικαιώνεται τελικά.

 
«Μέσα σε εκείνα τα αρχεία βρίσκεται μια πολύ τραυματική και αποσιωπημένη 
σελίδα της Ιστορίας μας. Σαν να ξέρεις ότι στο υπόγειο του σπιτιού σου 
υπάρχει ένα μπαούλο με ένα μυστικό που μπορεί να σε πληγώσει πολύ, αλλά 
δεν αντέχεις να μην το ανοίξεις». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Τα ντοκουμέντα της δίκης που συμπεριλαμβάνετε δεν είναι αυθεντικά; Πρόκειται για μυθοπλασία;

- Είναι όλα μυθοπλαστικά. Απλώς τα έγραψα έχοντας ως πρότυπο τα αυθεντικά πρακτικά, δηλαδή κρατώντας το ύφος και τη γλώσσα τους. Για να είμαι ξεκάθαρη, έγραψα ένα βιβλίο επάνω σε ένα συλλογικό μας τραύμα έχοντας συναίσθηση ότι αγγίζω κάτι πάρα πολύ ευαίσθητο. Γι’ αυτό ήμουν πάρα πολύ προσεκτική και έκανα τόσο μεγάλη έρευνα. Αν και γενικά δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία οφείλει να μεταφέρει ακριβείς πληροφορίες, επειδή το θέμα είναι ευαίσθητο, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν ήθελα να υπάρχει ούτε μία πληροφορία που να μην είναι πραγματικά τεκμηριωμένη. Με αυτήν τη λογική έγραψα τα πρακτικά της δίκης αυτού του χαρακτήρα, του δωσίλογου, πλάθοντας μεν τη δράση του με τη φαντασία μου αλλά αντλώντας το υλικό από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συνάντησα σε αρκετές δίκες καταθέσεις μαρτύρων που αφηγούνταν ότι χωροφύλακες της Ειδικής Ασφάλειας συνελάμβαναν τα παιδιά τους ως επονίτες ζητώντας τους χρήματα για να τα αφήσουν ελεύθερα και απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τα παρέδιδαν στους Γερμανούς.


— Υπάρχει ένας τραγικός πατέρας στο βιβλίο που αναγκάζεται να συμπλεύσει με τους ασφαλίτες ώστε να σώσει το ένα από τα δύο του παιδιά.


- Έπρεπε να απαρνηθεί τη δολοφονημένη κόρη του, δηλώνοντας εγγράφως ότι αποκηρύσσει την αντιστασιακή δράση και τις ιδέες της, για να μην υποστεί τις συνέπειες της δράσης της ο μικρότερος γιος του. Πρόκειται για την αρχή της οικογενειακής ευθύνης που ίσχυε τότε. Ο γιος του θα αποκτούσε φάκελο κοινωνικών φρονημάτων, θα συναντούσε εμπόδια μεγαλώνοντας, δεν θα είχε δικαίωμα να σπουδάσει, δεν θα μπορούσε να εργαστεί ούτε στον δημόσιο ούτε στον ιδιωτικό τομέα, θα κληρονομούσε την «αμαρτία» της ιδεολογίας της αδελφής του. Είναι μια σελίδα της Ιστορίας μας κι αυτή.

— Στα αρχεία διαφαίνεται αν οι δικαστές ήταν δίκαιοι ή μεροληπτούσαν υπέρ των δωσίλογων;

Σκεφτείτε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δικών έγινε τα χρόνια του Εμφυλίου. Προφανώς και μεροληπτούσαν. Αρχικά, αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η κοινωνία προέβαλε ισχυρή απαίτηση να τιμωρηθούν οι δωσίλογοι. Ολόκληρη η κοινωνία περίμενε ηθική αποκατάσταση. Στις πρώτες δίκες το κλίμα στο δικαστήριο ήταν αυστηρότερο απέναντι στους δωσίλογους, αλλά και το νομικό πλαίσιο επίσης. Σταδιακά και μπαίνοντας στον Εμφύλιο, το νομικό πλαίσιο τροποποιήθηκε υπέρ τους. Αρχικά, αρκούσε να αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί με οποιονδήποτε τρόπο με τον κατακτητή. Στη συνέχεια όμως έπρεπε να αποδειχτεί κυρίως ότι αποκόμισε οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία, δηλαδή ότι συνεργάστηκε με σκοπό τον πλουτισμό, «επί σκοπώ πλουτισμού». Αν λ.χ. είχε καταδώσει έναν κομμουνιστή στους Γερμανούς με σκοπό να σώσει την πατρίδα του από τον κομμουνισμό, τότε δεν ήταν προδότης αλλά πατριώτης.


Ελισάβετ Χρονοπούλου, 
«επί σκοπώ πλουτισμού»,
επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, εκδόσεις "Πόλις"

— Οπότε αυτή ήταν και η δικαιολογία όλων όσοι διέπραξαν τα ειδεχθή εγκλήματα εις βάρος αντιστασιακών, ότι υπερασπίζονταν την πατρίδα από τον κομμουνισμό; Ο δωσίλογος του βιβλίου σας κάνει όσα κάνει μόνο για τον προσωπικό του πλουτισμό.

- Μόνο για προσωπικό πλουτισμό! Αυτή είναι για μένα και η πιο ποταπή εκδοχή του δωσιλογισμού. Ο αμοραλιστής, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς ιδεολογικό κίνητρο, που εκμεταλλεύεται μια εθνική, συλλογική δοκιμασία για προσωπικό του όφελος και μόνο. Δυστυχώς ήταν πολλοί αυτοί. Συνελάμβαναν, κατέδιδαν στους Γερμανούς, βασάνιζαν οι ίδιοι, σκότωναν. Σε αυτό στάθηκα, στο πώς διχάζεται μια κοινωνία και πώς σπαράσσεται, πώς ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται όταν, υπό ξένη κατοχή, Έλληνες συνεργάζονταν με τον κατακτητή εναντίον Ελλήνων.

— Σοκαριστικό είναι το μέγεθος της βίας που περιγράφετε μέσα στο ξενοδοχείο Κρυστάλ.

- Οι καταθέσεις των μαρτύρων στα πρακτικά των δικών για όσα συνέβησαν σ’ αυτόν τον τόπο μαρτυρίου ξεπερνούν τη χειρότερη φαντασία. Αλλά έχουμε και μαρτυρίες μεταγενέστερες, θυμάτων που βασανίστηκαν εκεί και αφηγήθηκαν την εμπειρία τους σε ερευνητές. Ειλικρινά, δεν το χωράει ο νους το μέγεθος της βίας και του μίσους αυτών των ανθρώπων εναντίον μάλιστα μικρών παιδιών, 16 και 17 ετών, που μπήκαν στην αντίσταση με την παιδική τους αγνότητα, με ιδανικά, με άγνοια κινδύνου, από ανάγκη να απελευθερώσουν την πατρίδα τους.

— Άρα, ήταν Έλληνες οι βασανιστές στην Γκεστάπο, όχι μόνο Γερμανοί;

- Ακριβώς. Και ήταν ευρύ το φαινόμενο, δεν το γνωρίζουμε. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον «καλοί», είτε αντιστασιακοί είτε ουδέτεροι που περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι, διάσπαρτοι μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν.



«Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες ήταν ως επί το πλείστον "καλοί", που 
περίμεναν να τελειώσει το κακό, και ανάμεσά τους εμφανίστηκαν και ελάχιστοι 
μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι οι οποίοι τιμωρήθηκαν. Η αλήθεια είναι ότι ήταν 
πολλοί, ήταν αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

— Οι οποίοι υπηρετούσαν στην Ειδική Ασφάλεια της οδού Ελπίδος;

- Όχι μόνο. Η Ειδική Ασφάλεια, που ήταν υπηρεσία της Χωροφυλακής με αρμοδιότητα τη δίωξη των κομμουνιστών, στρατολόγησε, κυρίως από το 1943 και μετά, έναν συρφετό αλητών ως «χωροφύλακες άνευ θητείας». Η αποστολή τους ήταν να εντοπίζουν και να καταδίδουν κομμουνιστές, ουσιαστικά αντιστασιακούς. Τους δόθηκε μισθός, οπλισμός, εξουσία και απόλυτη ασυλία. Αρκετοί έκαναν κατάχρηση αυτής της εξουσίας, αναπτύχθηκε ένα δίκτυο εκβιαστών που αποσπούσαν από γονείς και συγγενείς λίρες για να απελευθερώσουν τους δικούς τους. Τρομοκρατούσαν τις γειτονιές, εισέβαλλαν στα σπίτια μέσα στη νύχτα και συνελάμβαναν χωρίς εντάλματα, χωρίς καν στοιχεία. Και μετά τους απειλούσαν και τους εκβίαζαν. Το ανατριχιαστικό είναι ότι αυτό γινόταν με θεσμική κάλυψη. Η αίσθηση της κοινωνίας για την Ειδική Ασφάλεια, ξέρετε, αποτυπώνεται και στον μετακατοχικό Τύπο. Η εφημερίδα «Ελευθερία», όταν άρχισαν οι δίκες της Ειδικής Ασφάλειας, έβαζε καθημερινά στο σχετικό άρθρο τίτλους όπως: «Τα κτήνη της Ειδικής στο εδώλιο».

— Μια από τις γυναίκες του μυθιστορήματος λέει στο εγγόνι της «μην τα σκαλίζεις τα παλιά». Εσείς γιατί τα «σκαλίζετε» όλα αυτά τα θλιβερά;

- Θα απαντήσω με μια μεταφορά. Αν η ζωή μου κυλάει μια χαρά, διαχειρίζομαι αποτελεσματικά τις δυσκολίες και η σχέση μου με τον εαυτό μου και τους άλλους είναι ισορροπημένη, δεν έχω κανέναν λόγο να αναμοχλεύσω το παρελθόν. Αν όμως η ζωή μου διαταράσσεται από δυσκολίες που δεν μπορώ να διαχειριστώ και τα προβλήματα αντί να λύνονται περιπλέκονται όλο και περισσότερο, τότε θα μου είναι χρήσιμη η ψυχοθεραπεία· συνήθως, όταν μπαίνουμε στην ψυχοθεραπεία ανατρέχουμε στο παρελθόν για να βρούμε τις αιτίες της δυσλειτουργίας μας, να δούμε τι μας έφερε ως εδώ. Αντίστοιχα λοιπόν, πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να σκαλίζουμε το παρελθόν επί ματαίω, μόνο αν αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να λύσουμε τους κόμπους που μας εμποδίζουν να πάμε μπροστά. Ζήσαμε τα χρόνια της πλάνης, της «φούσκας» που νομίζαμε ότι θα πηγαίνουμε μόνο μπροστά, ότι η πρόοδος είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοιτάξουμε προς τα πίσω, ότι τα έχουμε όλα ξεπεράσει. Έχουν όμως περάσει τόσα χρόνια από την κρίση του 2009 και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στις παθογένειες του παρελθόντος.

— Αναφέρεστε σε μια ολόκληρη κοινωνία που χτίστηκε επάνω σε αυτές τις «παθογένειες του παρελθόντος», οπότε πού οδηγεί η αναμόχλευση των παθών εκείνης της εποχής;

- Δεν με ενδιαφέρει το τραύμα κάθε μεμονωμένης οικογένειας, αλλά ότι όταν πλημμυρίζει το σπίτι μου, τα απόνερά του γεμίζουν και το υπόγειο του γείτονα. Διαταράσσεται όλος ο κοινωνικός ιστός. Οι άνθρωποι που απαίτησαν με την Απελευθέρωση να τιμωρηθούν οι βασανιστές και εκτελεστές των παιδιών τους δεν ήταν μόνο οι γονείς αυτών των παιδιών, αλλά και οι δάσκαλοί τους, οι γείτονές τους, που μπορεί να ήταν και διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Είχαν δει αυτά τα παιδιά να μεγαλώνουν, τα είχαν αγαπήσει, τα είχαν χαρεί. Ο σκοπός δεν είναι να δώσουμε συνέχεια στον διχασμό. Πρόγονοί μας είναι και οι μεν και οι δε, είμαστε όλοι απόγονοι αυτού που συνέβη, απόγονοι της Ιστορίας μας. Ίσως έτσι πρέπει να το δούμε, αν θέλουμε να φτιάξουμε τη χώρα μας και να την κάνουμε μια κανονική χώρα, στην οποία δεν χρειάζεται ένας δεκατριάχρονος να φτάσει στην αυτοδικία επειδή δεν τιμωρήθηκε ο δωσίλογος φονιάς της αδελφής του.

Προσωπικά δεν πιστεύω στην αυτοδικία, δεν πιστεύω πως δίνει λύση, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διαιωνίσει το έγκλημα. Όμως ο χαρακτήρας του βιβλίου που αυτοδικεί, έχει προδοθεί από τους θεσμούς που όφειλαν να τον δικαιώσουν. Κουβαλάει τον αδικαίωτο πόνο του και νιώθει μόνος, αβοήθητος μπροστά στο ηθικό του χρέος να δικαιώσει τη μνήμη της αδελφής του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η ευθύνη μιας αυτοδικίας δεν βαρύνει μόνο το άτομο αλλά όλη την κοινωνία που δεν κατάφερε να ισχυροποιήσει τους θεσμούς που θα την αποτρέψουν από το να γίνει ζούγκλα. Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, έχουμε ακόμα πολλά να λύσουμε. Ίσως βοηθήσει να κοιτάξουμε πίσω, στα τραύματα του παρελθόντος, όχι για να τσακωθούμε, αλλά για να δούμε ποιοι είμαστε τελικά. Για τον αφηγητή του βιβλίου, το ταξίδι στο παρελθόν είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ίσως ένα ταξίδι στο κοινό μας παρελθόν, να γίνει ένα συλλογικό ταξίδι αυτογνωσίας που θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

"Η λεηλασία, η σιωπή της αντιπολίτευσης και η…τρέλα του Στουρνάρα" γράφει η tvxs.team (tvxs.gr, 26.7.2026)

 ..............................................................


Η λεηλασία, η σιωπή της αντιπολίτευσης και η…τρέλα του Στουρνάρα




γράφει η tvxs.team (tvxs.gr, 26.7.2026)




Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ να εγκρίνει ένα νέο πακέτο δέκα μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων πέρασε σχεδόν αθόρυβα από τη δημόσια συζήτηση. Και ένας βασικός λόγος είναι ότι η αντιπολίτευση, με μικρές εξαιρέσεις, δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει θαρραλέα το θέμα.

Οι νέες αγορές έφτασαν στο δυσθεώρητο ύψος των 4,2 δις. Ούτε αυτήν τη φορά ακολουθήθηκε η διαδικασία διεθνούς διαγωνισμού για κανένα από τα μεγάλα προγράμματα. Οπως και στην περίπτωση των φρεγατών και των Ραφάλ, η κυβέρνηση αποφάσισε μόνη της. Μητσοτάκης κερνά και Μητσοτάκης πίνει.

Η ιστορία των ελληνικών εξοπλισμών είναι γεμάτη από σκάνδαλα. Από τη δεκαετία του 1980 μέχρι τις αρχές της οικονομικής κρίσης, η χώρα ξόδεψε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, συχνά χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, με αλλεπάλληλες υπερκοστολογήσεις, μεσάζοντες και ακατάσχετη διαφθορά.

Οι υποθέσεις των υποβρυχίων, των TOR-M1, των Leopard και τόσων άλλων δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά. Συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ολόκληρου συστήματος, όπου πολιτική εξουσία, αμυντικές βιομηχανίες και διαμεσολαβητές λειτουργούσαν σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

Αποκαλύπτεται ότι αγορές δεν έγιναν για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας αλλά για τις τσέπες υπουργών και σία. Στέλεχος του υπουργείου Αμυνας, ομολόγησε ότι πήρε πάνω από 11 εκατ. μίζες σε μία πενταετία! Δεν είχε ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις. Απλά και μόνο για να μην εκφράσει επιφυλάξεις στα έγγραφα που περνούσαν από μπροστά του!


Θα περίμενε κανείς ότι μετά τη χρεοκοπία της χώρας και τις δικαστικές περιπέτειες υπουργών και αξιωματούχων, η Ελλάδα θα είχε θεσπίσει αυστηρότερους κανόνες. Αντί γι’ αυτό, το πάρτι διαφθοράς έχει διευρυνθεί. Ούτε προφυλάξεις δεν παίρνουν πια!

Η στάση των μεγαλύτερων κομμάτων, εντός και εκτός Βουλής, είναι απογοητευτική. Με την εξαίρεση ΚΚΕ, Πλεύσης Ελευθερίας και Νέας Αριστεράς, στη Βουλή δεν εκφράστηκαν διαφωνίες για το «θόλο του Αχιλλέα», όπως καλλωπίστηκε ένα μεγάλο μέρος των εξοπλισμών.

Σαν να έχει αποδεχθεί η αντιπολίτευση ότι οι αγορές οπλικών συστημάτων αποτελούν ένα πεδίο στο οποίο απαγορεύεται κάθε σοβαρή συζήτηση, από τον φόβο μήπως κατηγορηθεί για έλλειψη πατριωτισμού. Πρόκειται για πολιτικό λάθος. Οι πολίτες ασφαλώς επιθυμούν η χώρα να διαθέτει αμυντική ικανότητα.

Δεν σημαίνει όμως ότι αποδέχονται λευκή επιταγή σε οποιαδήποτε κυβέρνηση να ξοδεύει δισεκατομμύρια χωρίς διαφάνεια, χωρίς κανόνες και λογοδοσία.

Ιδιαίτερα όταν οι μισοί Ελληνες δεν μπορούν να πάνε διακοπές και το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων βρίσκεται στον πάτο της Ευρώπης. Και η βασικότερη αιτία είναι οι ανεξέλεγκτες αγορές όπλων. Οχι για την άμυνα, αλλά για να πλουτίσουν ορισμένοι.

Γιατί θα ήταν τρέλα, κατά τον κ. Στουρνάρα, η επαναφορά της 13ης σύνταξης και δεν είναι τρέλα ότι η χώρα ξεπέρασε τις ΗΠΑ σε ποσοστό του ΑΕΠ στις εξοπλιστικές δαπάνες;

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

"Willow Weep For Me" · Ella Fitzgerald / Composer Lyricist: Ann Ronell

 ..............................................................




"Willow Weep For Me" · Ella Fitzgerald

Composer Lyricist: Ann Ronell

(youtube, 10.1.2019)


"Σημειώσεις από το πουθενά" γράφει ο Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25-26.7.2026)

 ...............................................................


Σημειώσεις από το πουθενά




γράφει ο Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25-26.7.2026)






1.Το να πας να δεις μια ταινία για να διαπιστώσεις αν διαφωνείς ή συμφωνείς με το βλέμμα του σκηνοθέτη δεν είναι απόλαυση, είναι στατιστική με τον εαυτό σου ως δείγμα. Πέραν αυτού, προσωπικά έχω μεγαλώσει με σκηνοθέτες (που μ’ ενδιαφέρουν ακόμη και στις καθοδικές τους στιγμές). Ο Νόλαν δεν συγκαταλέγεται σ’ αυτούς. Αρα…


2. Υπάρχουν εκείνοι που μας βοηθάνε να ονειρευόμαστε κι εκείνοι που ονειρευόμαστε. Σπάνια ταυτίζονται οι δύο κατηγορίες. Μετά θάνατον όλα είναι πιθανά.

3. Οταν η πραγματικότητα διαψεύδει τις απόψεις ή τις προτιμήσεις σου, φταίει (εξυπακούεται) πάντα η πραγματικότητα. Μα για ποδόσφαιρο μιλάμε, για πολιτική, για τέχνη, για σχέσεις. Αξίωμα ιδεοληπτικών.

4. Θυμάστε τότε που βαριόμασταν στις διακοπές…

5. Τα βιβλία μου δεν θα προταθούν ποτέ για καλοκαιρινές διακοπές. Δέσμευση…

6. Τρέχει ακίνητος ή ανίκητος ο χρόνος;

7. Γράφουμε για να κρατάμε το κεφάλι μας πάνω από το νερό του εαυτού και του κόσμου. Αλλοτε τα καταφέρνουμε, άλλοτε όχι. Αν τώρα αυτά που γράφουμε αφορούν και κάποιον άλλον έχει καλώς. Ετσι κι αλλιώς αυτά που γράφουμε δεν είναι και για χόρταση.

8. Για να σε ξεχάσουν προϋποθέτει να σε θυμούνται. Για πόσο καιρό; Με ποια ένταση; Με διαλείμματα ή ακατάπαυστα; Θα σε θυμούνται παρηγορητικά και εμψυχωτικά ή περιφρονητικά και χλευαστικά; Θα σε θυμούνται με υλικά της ζώσας μνήμης ή της φορμόλης και της ναφθαλίνης; Θα σε θυμούνται υπέρ του ταμείου της ψυχής ή της τσέπης;

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmonies") Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926) έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)

 ...............................................................



"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ"
("Werckmeister Harmonies")

Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926)

έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)





Το αριστούργημα του Μπελά Ταρ κυκλοφορεί σε αποκατεστημένη κόπια με την υπογραφή του ίδιου του δημιουργού του. σε μια επανέκδοση - υπενθύμιση για το μεγάλο σινεμά που μετατρέπει την ποίηση σε έξοδο κινδύνου από το τέλος του κόσμου.

«Πρέπει να αποσαφηνίσω ότι ούτε για μια στιγμή δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται περί ενός τεχνικού αλλά περί ενός φιλοσοφικού ζητήματος.»

Ο κύριος Εστέρ, επιφανής κάτοικος ενός χωριού κάπου στα Καρπάθια, απομονωμένος μέσα στο σπίτι του ζει μόνο με το πιάνο του. Μοναδική του επαφή με τον έξω κόσμο ο Βάλουσκα, ο αλαφροϊσκιωτος ταχυδρόμος του χωριού που τον περιποιείται και μια γυναίκα που έρχεται και καθαρίζει μερικές φορές την εβδομάδα. Οι μέρες περνούν καθώς προσπαθεί να αποδείξει πως ο κανόνας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε εδώ και χρόνια η αρμονία της μουσικής προέκυψε από την αλαζονία των ανθρώπων να πετύχουν τις ουράνιες αρμονίες που ανήκουν μόνο στους Θεούς. Το μανιφέστο του είναι απλό, αλλά και τεκτονικά ρηξικέλευθο: να στρέψουμε στα νώτα στο σύστημα χορδίσματος που τελειοποίησε ο θεωρητικός και μουσικός Αντρέα Βερκμάιστερ και να ανακαλύψουμε την αληθινή, καθαρή τονικότητα της μουσικής (ή και της μη μουσικής, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) από την αρχή.

Εξω από το σπίτι του επικρατεί το χάος. Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει κάτω από τους μείον 17 βαθμούς Κελσίου, η τιμή του κάρβουνου ανεβαίνει διαρκώς, τα καφενεία μυρίζουν αλκοόλ, τα σπίτια παρακμή και η πόλη λυμαίνεται από λεηλασίες καταστημάτων, βίαιες επιθέσεις, εκτελέσεις εν ψυχρώ και μια ατμόσφαιρα χάους που επιτείνεται από την επίσκεψη ενός τσίρκου με εξέχον θέαμα το κουφάρι μιας φάλαινας «και άλλα θαύματα της φύσεως», συν την έκτακτη συμμετοχή του «Πρίγκιπα», ενός αυτοαποκαλούμενου ηγέτη που κανείς δεν έχει αντικρίσει ακόμη από κοντά. Ευκαιρία για τη σύζυγο του κου Εστέρ και του εραστή της, αρχηγού της αστυνομίας, να οργανώσουν μια αυτόκλητη ομάδα «κάθαρσης» και «επαναφοράς στη τάξη», εκμεταλλευόμενοι τον τρόμο των πολιτών απέναντι στην αναρχία.

Βασισμένο σε μέρος της «Μελαγχολίας της Αντίστασης» του Λάζλο Κρασναχορκάι που εκδόθηκε το 1989 και σε σενάριο του ίδιου του (νομπελίστα πλέον) συγγραφέα, οι «Αρμονίες Βερκμάιστερ» συνοψίζονται θεματικά και κινηματογραφικά στην παραπάνω ρήση του κου Εστερ.


Στο κέντρο τους βρίσκεται το «λάθος» που νομοτελειακά αποκαλύπτεται μετά από χρόνια «παραφωνίας» μιας αλαζονικής κοινωνίας και η ανάγκη για μια αλλαγή, που δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική, αλλά πρωτίστως μια αλλαγή φιλοσοφίας. Μόνο που ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η συνήθεια είναι πιο δυνατή από την αλλαγή και όταν ο κος Εστέρ εκβιαστεί να βοηθήσει στην επιχείρηση «κάθαρσης» - το λέει καθαρά σε μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές ολόκληρης της ταινίας - «Δεν θα κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος».

Σε ένα άχρονο σύμπαν, έναν τόπο Αποκάλυψης (αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου;) και σε μια Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τους φασισμούς του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος - και σε ένα προφητικό τόξο και... του μέλλοντος -, ο Μπέλα Ταρ υποδέχεται το millenium με την ταινία που μετατόπισε ελαφρά το έργο του στη σφαίρα της υπαρξιακής αναζήτησης (με άμεση συνέχεια το «Αλογο του Τορίνο» του 2011 και όχι τον λιγότερο ζωτικό «Ανθρωπο από το Λονδίνο» που παρεμβλήθηκε), τελειοποιώντας ταυτόχρονα και την τεχνοτροπία που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του.

Σε αυστηρό ασπρόμαυρο (φωτογραφημένο από επτά διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίες) και χωρισμένο σε 39 μονοπλάνα μεγάλης διάρκειας ώστε να καλύψουν το συνολικό χρόνο των υπνωτιστικών 145 λεπτών, ο Ούγγρος σκηνοθέτης διασχίζει το τέλος του κόσμου προσπαθώντας να βρει μια έξοδο κινδύνου.


Οδηγός του το διαπεραστικό, παιδικό (σχεδόν σαν του Χριστού) βλέμμα του Βάλουσκα που διασχίζει το χωριό που γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε για να βρεθεί ενώπιον μιας κοσμικής προειδοποίησης για αυτό που θα επίκειται. Σαν αγγελιοφόρος όλων όσων συμβαίνουν… εκεί έξω, ο Βάλουσκα μεταφέρει το νέο μιας «έκλειψης» που έχει σκοτεινιάσει τα πάντα, αλλά είναι και ο μόνος που γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα λάμψει ξανά και μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν στο φως, ο κόσμος μπορεί και να προλάβει να σωθεί. Δορυφόρος μιας παράνοιας που απλώνεται ερήμην του (και όλων των αθώων αυτού του κόσμου), θα προσπαθήσει να μετριάσει το φόβο της κυρίας Χάρερ, να πείσει τον κο Εστερ να μην αντισταθεί στον εκβιασμό που θα μπορέσει να του εξασφαλίσει την ηρεμία του, να υπακούσει στα θελήματα ακόμη και των νεοφασίστων που πιστεύουν (φεύ) πως γνωρίζουν το δρόμο προς την ευημερία.

Η δική τους (και του Βάλουσκα και του Ταρ και του Κρασναχορκάι) «αρμονία» βρίσκεται στο κουφάρι της φάλαινας που βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας, έκθεμα (αληθοφανές κι όμως ολότελα ψεύτικο) που συμβολίζει λιγότερο τη βιβλική καταστροφή ενός «Λεβιάθαν» ή το «δισκοπότηρο» ενός Μόμπι Ντικ και αντηχεί περισσότερο την μάλλον ανακουφιστική επιβεβαίωση της ασημαντότητας του ανθρώπου - εδώ και οι αναλογίες με τη «Ζώνη» του «Στάλκερ» στο αριστούργημα του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο Βάλουσκα θα αναρωτηθεί πολλές φορές για τα παράξενα πλάσματα που φτιάχνει ο Θεός κοιτώντας μέσα στο βλέμμα του κήτους, μιλώντας ουσιαστικά για τους ανθρώπους που γύρω από ένα νεκρό «έκθεμα» εκθέτουν τα πιο ταπεινά τους ένστικτα ως όπλα μιας επανάστασης φτιαγμένης από τα ίδια της τα υλικά για να αποτύχει. Επαναλαμβάνοντας μαθηματικά τα λάθη του παρελθόντος σε έναν κύκλο ιστορίας και πτώσης που δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η βιβλική αναγωγή που αναπόφευκτα κυριαρχεί σε όλο το ασπρόμαυρο σώμα μιας ταινίας που ολοκληρώνεται σαν μια έκκληση αναμέτρησης ανάμεσα σε διαστάσεις, δίνει το στίγμα των αντιθέσεων που ολοκληρώνουν την Αποκάλυψη. Το μέγεθος της ανθρώπινης αντίστασης απέναντι στη μικρότητα που ακυρώνει την κατανόηση και την αλληλεγγύη. Την μεγάλη απόγνωση απέναντι στη ασήμαντη νομοτέλεια της καταστροφής ενός κόσμου που δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει στον καλό του εαυτό. Την απέραντη μελαγχολία για έναν κύκλο ζωής που δεν μαθαίνει τίποτα από το παρελθόν του, έχοντας παραδώσει από καιρό τη σωτηρία του στη μικρή, μα εξίσου απέραντη δύναμη της αθωότητας - όσο αυτή μπορεί να αντέξει.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπελά Ταρ κρατάει τις σκηνές του σαν να θέλει να μην χάσει τη «διάρκειά» τους μέσα στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Οι πορείες των ηρώων του είναι πιο σημαντικές από τις στάσεις τους και οι σιωπές τους (εδώ και η αναζήτηση της νέας τονικότητας) πιο σημαντικές από τις κραυγές τους. Ειδικά στις «Αρμονίες Βερκμάιστερ» ο Μπέλα Ταρ σκηνοθετεί σαν να διαβάζει τις φράσεις του Λάζλο Κρασναχορκάι - συχνά και χωρίς τελεία αυτές απλώνονται μέχρι και σε δύο ή και παραπάνω σελίδες - σαν μια αναπαράσταση της ίδιας της (αέναης) δημιουργίας - και καταστροφής του κόσμου. Το σινεμά του έρχεται ως μια βαθιά ανάσα ανθρωπισμού με σκοπό να ξανακουρδίσουμε τα πάντα από την αρχή: ένα μήνυμα για που νικάει κατά κράτος το χρόνο όπως τον γνωρίζαμε, την αφήγηση όπως συμβατικά τη μάθαμε, ακόμη και την ίδια την έννοια της Αποκάλυψης σε μια ανατριχιαστική εκδοχή μακριά από αυτή που το σινεμά προσπάθησε χρόνια να εγκλωβίσει μέσα σε ένα μαζικό genre.

Ακριβώς στο σημείο όπου η τεχνική γίνεται φιλοσοφία. Και το σινεμά μια πράξη αντίστασης και μοναδική έξοδος κινδύνου από το τέλος του κόσμου.



"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub) Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι (youtube, 25.1.2012)

 ..............................................................


"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub)

(youtube, 25.1.2012)


Ουγγαρία, 2000, Ασπρόμαυρο

Παραγωγή: Φραντς Γκες, Πολ Σαντούν, Μίκλος Σίτα, Γιόαχιμ φον Φίτινγκχοφ
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ
Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι
Φωτογραφία: Μίκλος Γκούρμπαν, Ερβιν Λάντσενσμπεργκερ, Γκάμπορ Μέντβιγκι, Εμιλ Νόβακ, Ρομπ Τρεγκένζα
Μοντάζ: Ανιές Χρανίτζκι
Μουσική: Μιχάλι Βιγκ
Πρωταγωνιστούν: Λαρς Ρούντολφ, Πίτερ Φιτζ, Χάνα Σιγκούλα, Αλφρεντ Γιάραϊ, Γκιούλα Πάουερ, Γιάνος Ντερζί
Διάρκεια: 145 λεπτά
Γλώσσα: Ουγγρικά
Υπότιτλοι: Ελληνικά
Διανομή: Amarcord