Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

"Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" Διήγημα του συγγραφέα και φίλου στο fb Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)

 ..............................................................



            Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ





Διήγημα του Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)



Κάποτε, πάνε χρόνια τώρα, η Βασιλική, μια παιδική φίλη, μου είχε εκμυστηρευτεί πως κάποια από τα προσεχή χρόνια, όχι πολύ μακριά, την ημέρα της γέννησής της, ένα μαγιάτικο απόγευμα που ο μήνας θα μετρούσε την 23η ημέρα του, θα ήθελε να βάλει τέλος στην ζωή της. Θυμάμαι πως είχα παγώσει. Όχι με εκείνο καθαυτό που είχα ακούσει αλλά περισσότερο με την ανατριχιαστική αλήθεια της εκφοράς του. Πρόλαβε να διευκρινίσει πως, αυτή η πράξη, φυσικά, δεν θα ήταν με τον υστερικό τρόπο που πεθαίνουμε κάθε μέρα, τον τόσο φτωχό σε φαντασία, αλλά με εκείνον τον μύχιο τρόπο κάποιου που παραιτείται από μια διεστραμμένη φαινομενολογία και έναν ανούσιο κτητικό ίλιγγο.

«Θα είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα», έλεγε, «που η ύπαιθρος θα είναι θαυμαστή και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις και που, έκτοτε, στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες σου».

«Η αλήθεια», συνέχισε, «είναι αυτή που διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού αν ποτέ προλάβεις να δεις τα μάτια ενός παιδιού σε εκείνες τις ιερές στιγμές της βουβής απορίας». Ή, άλλοτε, «αν στα ρηχά μιας παραλίας αντικρίσεις τα απύθμενα βάθη ενός ωκεανού. Τότε όλες οι λείες επιφάνειες θα έχουν κατακόρυφες αποστάσεις. Το βλέμμα δεν θα εστίαζε στο κεντρικό αντικείμενο αλλά στο φόντο της σκιάς του, ακριβώς εκεί που το εσώτερο θα γινόταν εσώτατο». Κι έπειτα, σταματούσε σκύβοντας το κεφάλι της μένοντας αμίλητη.

Ποτέ δεν μιλούσε πολύ. Το μόνιμο χαμόγελό της ήταν σαν να κάλυπτε επαρκώς τα λόγια της. Χαμογελούσε με μιαν ανέκφραστη γλυκύτητα. Ένα χαμόγελο αναίτιο και γι’ αυτό, τόσο απορητικό. Το βλέμμα της μακρινό, αφηρημένο και απόμακρο. Πάντα διστακτική και ήρεμη η φωνή της. Σαν να μην ήταν σίγουρη για αυτά που έλεγε.

Έμενε σε κάποιο νησί που κάθε χρόνο παραθέριζα με την οικογένειά μου. Ποτέ δεν έπαψα να την βλέπω. Οι ντόπιοι, χαριτολογώντας, έλεγαν πως θα με κάνουν επίτιμο δημότη του τόπου τους.

Η οικογένειά μου, ένεκα των συχνών επισκέψεων στο νησί, γνώριζε αρκετά καλά τους γονείς της. Γειτόνευαν με το σπίτι της. Ήταν πολύτεκνη οικογένεια και τα αδέλφια της ήταν τέσσερα μικρότερα αγόρια. Με είχε φιλοξενήσει κάποιες φορές. Τις ώρες που δεν ήταν στο μαγαζί είχε αναλάβει την κηδεμονία τους. Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω πως, όσο η παρουσία της κοσμούσε εκείνο το μέρος, τόσο οι επισκέψεις μου γίνονταν και συχνότερες. Πάντα στο ίδιο χωριό σε εκείνη την πεδιάδα.

Σε μία από αυτές, μιαν άνοιξη, την συνάντησα και πάλι. Με καλωσόρισε χαμογελώντας. Με ρώτησε, όπως κάθε φορά, για την ζωή στην πόλη. «Θα μ’ άρεσε να κάνω μια βόλτα στην πόλη», μου έλεγε, «να σεργιανίσω στα μεγάλα μαγαζιά». Απαντούσα πως η άνοιξη εκεί δεν είναι τόσο ορατή. Και συμφωνούσε συγκατανεύοντας. Έλεγε πως «ο κόσμος μεγάλωσε πολύ» δείχνοντάς μου την ύπαιθρο.

Τις σεζόν που το νησί έσφυζε από κόσμο δούλευε σερβιτόρα στην ταβέρνα του πατέρα της. Ψησταριά ‘Η Θράκα’ λεγόταν. Το μαγαζί ήταν στον κάμπο, σε ένα μάλλον αντιτουριστικό χωριό κι έτσι ήταν ανοιχτό μόνο τα βράδια. Είχε έναν ελαφρύ αέρα η ατμόσφαιρα εκεί στην γούβα που μύριζε χώμα και υγρές ρίζες. Η μάνα της, μια δύστυχη Φινλανδή, αρκετά σπασμένη στο πρόσωπο, πάντα ήταν μέσα στο μαγειρείο. Σπανίως εμφανιζόταν. Δυσκολευόταν αρκετά να μιλήσει την γλώσσα μας. Προφανώς σε αυτήν οφείλονταν τα κατάξανθα μαλλιά της Βασιλικής, τα λεπτά της χαρακτηριστικά και το τόσο ξέθωρο χρώμα του προσώπου της. Το τελευταίο ήταν πάντα ανέκφραστο και, εξαιτίας αυτού, οι αψεγάδιαστες αναλογίες του, ελάχιστα διακριτές.

Πάντα η Βασιλική όταν με σέρβιρε μου άφηνε την εντύπωση πως το χαμόγελό της ήταν κάτι που με αφορούσε προσωπικά. Βάδιζε αργά, αιθέρια και φορούσε συνήθως ένα θαλασσί σακάκι. Όταν σέρβιρε, που και που, γύριζε το κεφάλι της και με κοιτούσε. Πάντα με εκείνο το ίδιο χαμόγελο. Σκεφτόμουν τα λόγια της, «και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις». Λες να ζούσα μια τέτοια αλήθεια; Αναριγούσα. Ζαλιζόμουν και μόνο με την σκέψη.

Την ώρα που δεν είχε δουλειά καθόταν μαζί μου. Μου έλεγε ασθμαίνοντας πως η κοιλάδα είναι ονειρική. Γοητεύει την Άνοιξη έτσι όπως απλώνεται ανθισμένη. «Είναι όμως θνητή» και χαμηλώνοντας τα μάτια συνέχιζε: «κάθε τι εφήμερο είναι γοητευτικό. Ίσως αυτή η γνώση να μας θλίβει. Θλίψη και γοητεία, μοναξιά και πνευματική κλίση, ύλη και ποίηση, συνιστούν από κοινού το όριο που τίθεται στην εκστατική ενατένιση του φυσικού μας κόσμου. Για να αποκτήσεις πρέπει να χάσεις, για να πάρεις πρέπει να προσφέρεις και για να ζήσεις πρέπει να πεθάνεις». Κι έτσι σκυφτή όπως ήταν σηκωνόταν για την επόμενη παραγγελία.

Είχε κάτι άτονο η ομιλία της. Μιλούσε κουρασμένα. «Θέλουμε μόνο να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε», θυμόμουν τα μακρόσυρτα λόγια της. Άλλες φορές ανέφερε με την γνώριμη ξεψυχισμένη βραχνάδα στην φωνή πως, «μέσα στο αίμα μας υπάρχει ένα ρεύμα, μια παιδική θαλάσσια παλίρροια που με έναν θαυμαστό τρόπο ανασύρει μνήμες από πολύ παλιά, μνήμες όμορφες που κατοικούν μακριά όπως τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα από νησιά που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη». «Ο καθένας από εμάς», συνέχιζε, «σαν πεζός και πρακτικός άνθρωπος, διαλέγει να ακολουθήσει τον δρόμο κάποιας ατέρμονης μονοτονίας, μιας αγχώδους και ασυνάρτητης εγωπάθειας και, εντέλει, εκείνης της επιλεκτικής κουφαμάρας που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή».

Και μετά πάλι σέρβιρε καθοδηγούμενη από τον πατέρα της.

Περίμενα την επερχόμενη άνοιξη να την συναντήσω και πάλι μετά από τις διακοπές του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι ο χρόνος της ήταν πάντα γεμάτος. Όταν δεν ήταν στο μαγαζί είχε την επιμέλεια των παιδιών. Στο σπίτι, σχεδόν όλα τα πρωινά. Παρατηρούσα τις κινήσεις της. Γλιστρούσε αθόρυβα σαν ίσκιος στον χώρο δίνοντας την αίσθηση πως είναι ξένη. Μου είχε δείξει και κάποια κεντήματά της. Έπλεκε και μερικές φορές σκιτσάριζε κάτι περίεργες μορφές. Κλωστές και μπογιές αχνές, χωρίς χρωματικές εντάσεις, καθρέφτισμα της ηρεμίας της.

Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόμουν μόνος το νησί. Οι γονείς μου, φιλάσθενοι αμφότεροι, βολεύονταν σε κοντινότερες αποστάσεις τα καλοκαίρια που ήταν προσβάσιμες οδικώς. Διατηρούσαν ωστόσο επαφές με αρκετούς ντόπιους. Σε μία από αυτές, ήταν Απρίλιος, η μητέρα μου μιλούσε στο τηλέφωνο με την κυρία Τασία, μια πολύ καλή γυναίκα που ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που νοικιάζαμε κάθε χρόνο: «...ο Μπάμπης μας πάει καλά με την πιτσαρία. Η Μαρία παντρεύεται το Πάσχα! Να έρθετε όλοι. Παίρνει ένα πολύ καλό παλικάρι. Μάγειρας στο ‘Αλεξάνδρεια’. Στέκεται καλά. Τον περασμένο μήνα πέθανε η ανιψιά μου η Βασούλα του Αγαλιώτη που κάθεται δύο σπίτια πιο πέρα. Ο γιος σου την ήξερε. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο πολύ. Όλος ο κάμπος την έκλαψε. Οι γιατροί είπαν πως είχε κάτι στον πνεύμονα. Ανεπάρκεια, δύσπνοια κάτι τέτοιο. Κρίμα μωρέ το κορίτσι από τα 29 του».

Ήταν 23 Απριλίου. Ένα χρόνο πριν τα τριακοστά γενέθλιά της. Μεγάλη Εβδομάδα.

"Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.7.2026)

 .............................................................



Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός




γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.7.2026)


Ζούμε πια σε μια κοινωνία που δεν πράττει, ενώ, σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζει περισσότερα από ποτέ για τον εαυτό της αλλά και για τον κόσμο γύρω της.



ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ και εκφράσεις που αποπνέουν συγχρόνως σοβαροφάνεια και χλιαρότητα. Αποτυπώνουν μεν μια αλήθεια, μια πραγματική τάση, με λέξεις όμως αμήχανες και ψυχρές. Στέκομαι, έτσι, στον χαρακτηρισμό «μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών». Τα τελευταία χρόνια η φράση έχει περάσει σε πλήθος αναλύσεων, στα συμπεράσματα κοινωνικών ερευνών, σε κομματικά κείμενα. Έγινε γενικός τίτλος για το ύφος των καιρών που διανύουμε, περιγράφοντας τη συμφιλίωση της πλειοψηφίας με χαμηλωμένους συντελεστές ύπαρξης. Φωτογραφίζοντας, επίσης, τεχνικές ατομικής επιβίωσης σε συνθήκες που δεν ευνοούν τα συλλογικά πράγματα. Στεγάζοντας, τέλος, το μούδιασμα ή μια κατήφεια που αλληθωρίζει άλλοτε προς τον εκτονωτικό θυμό και άλλοτε προς την απάθεια. Αν ψάξουμε τις συνηθισμένες της εκδοχές, κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι εκείνη στην οποία κάποιες παλιές δόξες ξεφτίζουν δίχως να ενθρονίζεται κάτι άλλο και ισχυρό στη θέση τους. Παλιές δόξες, όπως η αισιόδοξα ανερχόμενη μεσαία τάξη, το αίσθημα της οικονομικής ασφάλειας, μαζί με δυνατές διεκδικητικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές βεβαιότητες. Ιδέες και συναισθήματα με προέλευση τον προηγούμενο αιώνα, που εδώ και χρόνια κάνουμε την απογραφή των απωλεσθέντων τους.

Όλα αυτά περιέχονται στον κρύο όρο «μειωμένες προσδοκίες». Υπάρχει όμως κάτι πιο βαρύ εδώ. Ίσως να είναι και πιο σημαντικό, γιατί αφορά μια στάση παθητικής θέασης αυτών των απωλειών. Θέαση και ταυτόχρονη κατανάλωση της ίδιας μας της αδυναμίας να πράξουμε. Φαίνεται στη συντριπτική υπεροχή του σχολιασμού έναντι της δράσης, στο πώς η μεμψιμοιρία έχει πάρει ύψος σε σχέση με τις πραγματικές αντιστάσεις. Η καταπόνηση των αντιστάσεων, η κάμψη της βούλησης και έπειτα η προσαρμοστικότητα σε στενότερους χώρους θα έλεγε κανείς πως διατρέχει τη συγκυρία.


Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι.

Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο καταγγέλλονται και ταυτοποιούνται χίλια δυο δεινά. Η ανάλυση των αδιεξόδων και των προβλημάτων στα έντυπα και στις οθόνες έχει προχωρήσει αξιοθαύμαστα, οι εξηγήσεις για τις κρίσεις και την αιτία τους είναι πειστικές και κάποιες συναρπαστικές. Η χαρτογράφηση των προβλημάτων ποτέ δεν υπήρξε τόσο πολυδιάστατη και χορταστική. Νεότεροι ερευνητές με όλα τα εργαλεία στη διάθεσή τους, τα λοξά βλέμματα σε μια καλή δημοσιογραφία που επιμένει, ένας προβληματισμένος κόσμος παράγουν έννοιες, ώριμες περιγραφές και ευρηματικές διαγνώσεις.

Για τον σημερινό καπιταλισμό, τη δημοκρατία, τις νέες μορφές φασισμού, τα ιδιαίτερα προβλήματα των κοινωνιών μας και την παθολογία των κρίσεων. Εξαιρετικές συζητήσεις τώρα διεθνώς για τα data centers, εμπεριστατωμένα κείμενα για το πρόβλημα των απορριμμάτων και του δημόσιου χώρου, για τη μία ή άλλη κοινωνική και περιβαλλοντική βλάβη στον δικό μας τόπο και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε στοιχείο δημόσιας ζωής, ας πούμε την τραγική κατάσταση με το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα, τα καινούρια λόμπι στο σύστημα εξουσίας των Βρυξελλών, τις υποδομές, τα γεωπολιτικά. Σε Βορρά και σε Νότο, έχει αναδυθεί μια σφαίρα δημόσιας ανάλυσης και τεκμηρίωσης εντυπωσιακή στην ευρυμάθεια και στα βάθη που φτάνει. Η γνώση περισσεύει, και ακόμα και η κριτική, ανατρεπτική, out of the box αποδεικτική εργασία για το γιατί και το πώς.

Τι συμβαίνει όμως στην κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών; Όλα αυτά τα ικανά αποθέματα γνώσης και κριτικής διαύγειας –εκλαϊκευμένα και διασκευασμένα καταλλήλως και για το ευρύτερο κοινό– δεν (συν)κινούν. Σαν να έχεις ένα σωρό καλούς δασκάλους που δεν καταφέρνουν να μεταδώσουν τίποτα εκτός από bites πληροφορίας. Όγκος ενημέρωσης και άπειρες ποσότητες πληροφορίας σκάνε απλώς και διαλύονται δίχως να αφήνουν αξιόλογα ρήγματα στο πώς λειτουργεί η πολιτική εξουσία, οι αποφάσεις και τα συστήματα που καθορίζουν τη ζωή μας. Στο τέλος έρχεται ένα «εμείς τα λέμε, εμείς τα ακούμε» μέσα στις παράλληλες κοινότητες των συζητήσεων και των εργαστηρίων τους.

Την κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε σαν μια απληροφόρητη κοινωνία όπου οι πολίτες βρίσκονται, σώνει και καλά, στο σκοτάδι για όσα τους συμβαίνουν και τους αφορούν. Ποτέ δεν ήταν περισσότερες οι εκστρατείες ενημέρωσης, όπως και οι αφορμές ευαισθητοποίησης. Ποτέ δεν γνωρίζαμε περισσότερα για την υγεία, την ατμόσφαιρα, τη σύσταση των προϊόντων, τις τεχνολογίες. Το ζήτημα είναι πως η κοινωνία δεν πράττει ενώ, σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζει περισσότερα από ποτέ για τον εαυτό της αλλά και για τον κόσμο γύρω της. Έχοντας όμως γλιστρήσει και αφεθεί στις μικρές τεχνολογίες μιας καθημερινής πλοήγησης, η κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν έχει πια ανοιχτό χώρο για την ανθεκτική συλλογική δράση. Τη βλέπει εχθρικά, τη σνομπάρει ως αναχρονισμό ή το πολύ-πολύ ως διάλειμμα και περιστασιακό πασπάλισμα μιας απολιτικής ρουτίνας.

Είναι ίσως λάθος να μιλάμε για παθητικότητα. Διότι οι άνθρωποι νιώθουν και διαβεβαιώνουν ότι δρουν στ’ αλήθεια όταν, ας πούμε, χειρίζονται ένα πρόγραμμα που τους βρίσκει τις καλύτερες ημερομηνίες για το αεροπορικό ταξίδι ή την κράτηση για τη συναυλία του Ρόμπερτ Πλαντ π.χ. Είμαστε πλέον «ενεργοί πολίτες», απαντώντας σε ερωτηματολόγια και μέιλ, σερφάροντας σε εργαλεία διευκόλυνσης, μπαίνοντας, οι νεότεροι, σε dating apps και όλα όσα προσφέρει η διαθέσιμη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων και επιθυμιών. Σε αυτήν όμως την ενεργητικότητα, η οποία αγγίζει συχνά την εξάντληση, μια από όλες τις προσδοκίες φαίνεται πως εξέπεσε αισθητά: η επιθυμία να ασκούμε έλεγχο στους όρους της ζωής μας. Είναι η προσδοκία που θέλει τα σώματα να τεθούν σε κίνηση για να συναντήσουν άλλα σώματα και να σταθούν από κοινού κάπου, σε μια διεκδίκηση, σε μια δημόσια μαρτυρία: να επινοήσουν κάτι άλλο από το ισχύον και το ήδη γνωστό.

Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν πάντως μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι. Κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι τελικά κάθε οντότητα που μετατρέπει τα παθήματά της σε ουρανοκατέβατα ατυχήματα ή σε ασύλληπτα περίπλοκες συνωμοσίες για τις οποίες δεν μπορείς να κάνεις και πολλά και στο τέλος σε κουράζουν. Και εδώ ακουμπάει ο βαθύτερος μαρασμός της πολιτικής, όχι στις μεταγραφές των πολιτικών και στο παιχνίδι των κομματικών υποσχέσεων που περιμένει τον Σεπτέμβριο για να καταλάβει την κεντρική σκηνή.

"Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του" από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 22.11.2025)

 ...............................................................



Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του


του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 22.11.2025)

Καθώς κοντεύουμε πια στο έβγα του Έτους Αναγνωστάκη και των ποικίλων τιμητικών εκδηλώσεων που το συνόδευσαν, προσωπικά συγκρατώ το παράδοξο. Ο προ της «σιωπής» ποιητής, αυτός που το έργο του κατακλείεται, όπως μας είπαν, με τον Στόχο, άντε και με το Περιθώριο ’68-’69, αυτός ο λάλος ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και πολυμελετημένος και πολυτραγουδισμένος, επιγόνους σήμερα ποιητικούς δεν διαθέτει. Το ίχνος του στους στίχους που γράφονται στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτο, αν υπάρχει καν. Με μία έννοια, ο τελευταίος σημαντικός μαθητής του, μεταστάς πια κι εκείνος, ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αντιθέτως, ο μετά τη «σιωπή» Αναγνωστάκης, ο εν πολλοίς παραγνωρισμένος σατιρογράφος «Μανούσος Φάσσης» δηλαδή, και ο προσωπικός ανθολόγος της Χαμηλής φωνής, έχει και παραέχει συνεχιστές και επιγόνους. Μαζί του συνδέονται αναπόσπαστα οι δύο σημαντικότερες συλλογικές τάσεις της μετά το 1980 ποίησής μας: αφενός μεν, η επιστροφή των έμμετρων μορφών, αφετέρου δε, η αναβίωση της σάτιρας.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του πρωτοεκδίδεται (σε 3.000 αντίτυπα, παρακαλώ, που εξαντλήθηκαν γρήγορα) το 1987. Η Χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς το 1990 (επίσης σε 3.000 αντίτυπα). Και η επιρροή που άσκησαν σε μια μεγάλη ομάδα νεώτερων ποιητών, αλλά και σε μερίδα των φιλολόγων και των μελετητών της παλαιότερης ποίησής μας, είναι προφανής. Η επαναφορά του παλαιού λυρισμού στο προσκήνιο, συστημένη από το κύρος του ανθολόγου, κλόνισε την εντύπωση που έτρεφαν πολλοί ότι η προ του μοντερνισμού ελληνική ποίηση είναι πράγμα παρωχημένο και αδιάφορο και έστρεψε την προσοχή πολλών στους εκφραστικούς της τρόπους, όπως στις δυνατότητες της ρίμας, που ο Αναγνωστάκης πίστευε ότι η ελληνική ποίηση δεν τις έχει αξιοποιήσει πλήρως. Η δε ποιητική σάτιρα πήρε νέα πνοή από τον Μανούσο Φάσση, μετά από μια περίοδο που είχε πέσει ουσιαστικά σε νεκροφάνεια. Έγραφε χαρακτηριστικά γι’ αυτήν ο Τάκης Σινόπουλος στα 1965:

«Σήμερα με τις ελευθερίες που πήρε η ποίηση δεν έχομε σάτιρα. Ίσως φταίει κι η εποχή, υπερβολικά σοβαρή, υπερβολικά προβληματισμένη, υπερβολικά αγχώδης. Και πώς να χωρέσει η σάτιρα στον ελεύθερο στίχο;»

Πλάι στον Νίκο Φωκά της διαβόητης Παρτούζας, ο Αναγνωστάκης-Φάσσης έδωσε στο ερώτημα αυτό μια έμπρακτη διπλή απάντηση που ισχύει ακόμη. Πρώτον, όχι: η δυνατή, η ευθύβολη, η τσουχτερή σάτιρα σπανίως χωράει στον ελεύθερο στίχο, χρειάζεται παντάπασι τα μέτρα και τις ρίμες της όπως τα βέλη έχουν ανάγκη τις μεταλλικές τους αιχμές. Και δεύτερον, ναι: ιδίως οι εποχές που περνιούνται για αγχώδεις και προβληματισμένες και σοβαρές έχουν ανάγκη τη σάτιρα και την διακωμώδηση.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.

Μάθαμε απ’ όξω —βασικά— όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα
κρατώντας τον Μαρξ -Έγκελς υπό μάλης.

Μέρα τη μέρα θά ’ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν χρόνια
κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».

«Μετά από έναν χαμένο πόλεμο πρέπει να γράφονται κωμωδίες», σημείωνε στον καιρό του ο Φρήντριχ φον Χάρτενμπεργκ, γνωστότερος ως Νοβάλις. Η «ποίηση της ήττας» ήταν λογικό και επόμενο να βρει την προσφυή συνέχισή της όχι στην παγίωση των θρήνων, αλλά στην αντιστροφή τους. Τους εύθυμους κοροϊδευτικούς στίχους του Φάσση για τις κομματικές ολομέλειες και τις κομματικές νεολαίες και τις κομματικές σεμνοπρέπειες και σεμνοτυφίες, υποβαστάζει η δύσθυμη διαπίστωση: η Αριστερά όπως την γνωρίζαμε έχει τελειώσει, η κληρονομιά της εξαερώθηκε μέσα στην ελαφρότητα της μεταπολιτευτικής τύρβης, σκόρπισε μέσα στο πανηγύρι της ματαιότητας του καταναλωτικού μας παρασιτισμού.

Ο Φάσσης εκδίδει τα ποιήματά του κατά τη δεκαετία του 1980, στην τότε Αριστερά αναφέρεται. Ωστόσο εκείνη η Αριστερά δεν εξέβαλε νομοτελειακά λίγες δεκαετίες αργότερα στον Τσίπρα και στον Βαρουφάκη, στον Κασσελάκη και στην Κωνσταντοπούλου;

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,
σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.


Από κοντά, έγραψε κάποιος, η ανθρώπινη ζωή μοιάζει τραγική. Από μακριά, φαντάζει όμως κωμική. Η όψιμη ποίηση του Αναγνωστάκη φέρνει στο φως αυτή την κωμική πλευρά της πραγματικότητας, όπως ακριβώς η πρώιμη ποίησή του αναδείκνυε ανάγλυφα την τραγική της όψη. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν «σιώπησε». Έμαθε να μιλά μιαν άλλη γλώσσα. Και το παράδειγμά του παρακίνησε κι άλλους πολλούς νεώτερούς του να τη μιλήσουν κι εκείνοι. Κατόρθωμα σπάνιο, και όχι απ’ τα δευτερότερά του.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

"Σα να μην υπήρξαμε ποτέ..." ποίημα του Νίκου Καρούζου (1926 - 1990) Από τα "Πρόσωπα" (facebook, 17.7.2026)

 .............................................................




Νίκος Καρούζος (17.7.1926 - 28.9.1990)



Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ' τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών
τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μας ηλικία
θα περάσει χαρτοπαίζοντας
με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως
δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.

Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.

Βρεθήκαμε σ' ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.

Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.

Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.

Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα...

Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

Νίκος Καρούζος (1926 - 1990)

Ravel Miroirs - Sviatoslav Richter in Prague, 1965 (youtube, 8.5.2011)

 ...............................................................


Ravel Miroirs - Sviatoslav Richter in Prague, 1965



00:00. Ravel - Miroirs (1905) - 1. Noctuelles

04:46. Ravel - Miroirs (1905) - 2. Oiseaux tristes

08:21. Ravel - Miroirs (1905) - 3. Une barque sur l'océan

12:00. Ravel - Miroirs (1905) - 4. Alborada del gracioso

20:28. Ravel - Miroirs (1905) - 5. La Vallée des cloches




Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)

 ...............................................................


             "Τα σταφύλια της οργής" 




γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)


«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ: το βιβλίο του 1939, που βραβεύτηκε το 1940, το διάβασα στην ελληνική του μετάφραση στα μακρινά χρόνια της xούντας, όταν ψάχναμε στα καροτσάκια των αυτοσχέδιων βιβλιοπωλών, πολλοί από αυτούς πρώην εξόριστοι με πρόβλημα εργασίας. Ενα βιβλίο «σηματωρός και κήρυκας» για να πλεύσουμε μέσα στην άπνοια που επέβαλε η δικτατορία.

Ξαναβρίσκω το φθαρμένο του αντίτυπο στην ίδια πάντοτε θυρίδα στο καλοκαιρινό μου καταφύγιο στη Σίφνο. Την ταινία με τον ίδιο τίτλο -που θεωρείται σταθμός στην Ιστορία του κινηματογράφου- την είδα πολύ αργότερα και συνεχίζω να επιστρέφω σ’ αυτήν σε πλατφόρμες στο διαδίκτυο που δεν απαιτούν προσωπικά δεδομένα.

Θέμα του βιβλίου και της ταινίας είναι η Οδύσσεια μιας οικογένειας, πρώην νοικοκυραίων αγροτών. Ενα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα του ποταμού των ξεριζωμένων που δεν διώχτηκαν από τα σπίτια, τη γη και τις δουλειές τους λόγω κάποιου δήθεν άμωμου και αθώου «εκσυγχρονισμού» – για την ακρίβεια τη βάναυση εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής που καθιστά άχρηστο τον άνθρωπο- ούτε λόγω των αντίξοων κλιματικών συνθηκών. Αλλά λόγω της απανθρωπιάς των κεφαλαιούχων που με τη σύμπραξη διεφθαρμένων αστυνομικών και τις ευλογίες αντίθεων ιερέων προχωρούσαν στα ανελέητα σχέδιά τους.

Καθώς το καμιόνι με την ξεριζωμένη οικογένεια προχωρεί προς τη Γη της Επαγγελίας που είναι η Καλιφόρνια καίγοντας τα τελευταία αποθέματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης, οι πλάνητες ανακαλύπτουν με αγωνία ότι ο κυνισμός που τους ξερίζωσε εξαπλώνεται σαν επιδημία. Κάποτε μάλιστα ανάμεσα και στους ξεριζωμένους, που μέσα στην αγωνία της επιβίωσης φτάνουν να χτυπηθούν μεταξύ τους για το εξευτελιστικό ημερομίσθιο που οι κάθε λογής κομπιναδόροι προσφέρουν σε λίγους από τους πολλούς, αυτούς που είναι τόσο απελπισμένοι, ώστε να δεχτούν κάθε ταπείνωση και εκμετάλλευση.

Απάντηση στην επιδημία αυτή που χτύπησε την Αμερική και τον κόσμο και τότε, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης του ’28-’32, και που κάθε τόσο επανέρχεται με ή χωρίς προσωπείο μέχρι τις μέρες μας, ήταν και είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Στο βιβλίο εκφράζεται αυτό τολμηρά όταν στο συγκλονιστικό φινάλε η μάνα που έχασε το μωρό της δίνει τον μαστό της σε έναν ετοιμοθάνατο από την πείνα.

Η ταινία, φοβούμενη ότι θα σοκάρει το κινηματογραφικό κοινό, απάλειψε τη σκηνή αυτή, αποπνέει όμως την αισιοδοξία που γέννησε το Νιου Ντιλ του 1932 του Ρούσβελτ και την άνοδο του αντιφασισμού, καθώς ο κόσμος βρισκόταν όλο και πιο πολύ αντιμέτωπος με τον ζόφο του Χίτλερ και των συνενόχων του.

Μέσα στον Ιούλιο τα σταφύλια ωριμάζουν για να μας δροσίσουν από τον καύσωνα και για να δώσουν το κρασί της επόμενης χρονιάς. Μακάρι εδώ και τώρα, αλλού και πάντοτε, να μην είναι τα σταφύλια της οργής.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

 ...............................................................



             Μάριος Χάκκας (1931-1972) 


«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

    Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

   Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

   Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

   Αν ήμουν η κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους ζωντανούς...".

   Αυτοί, και οι δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.

   Εκείνον που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.

   Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’ αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι απέ να τελειώνει.

   Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι», απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.

   Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε, τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, - όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.   

 


"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ" ποίημα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) από τη συλλογή "Νοσοκομείο Εκστρατείας" & "Ο Δύσκολος Θάνατος" (εκδ. "Εγνατία", 1978)

 ...............................................................




Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)



"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ"


Κι' αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά

και ταξιδεύαμε μαζί κι' η πόλη έφεγγε

και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική

κι' η θάλασσα ήταν δική μας κι' η στεριά

λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι

αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά

κι' η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια -


Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί

καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

"OUI, JE LE VEUX" - Ibrahim Maalouf · Gonzalo Rubalcaba (youtube, 29.4.2026)

 ...............................................................


"OUI, JE LE VEUX" - Ibrahim Maalouf · Gonzalo Rubalcaba

Oud: Yanis Belaïd
Percussion: Wadie Naim
Piano: Gonzalo Rubalcaba 
Trumpet: Ibrahim Maalouf
Trumpets: Nizar Ali / Yanis Belaïd / Yvan Djaouti / Diwan Fortecoëf / Manel Girard

(youtube, 29.4.2026)