Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

"Επέτειος" Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη / Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, "Ποίηση" (εκδ. Ίκαρος, 2002)

 ...............................................................



             Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)






"Επέτειος"


… even the weariest river
winds somewhere safe to sea!


Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν’ ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους δρόμους γύρω απ’ την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
– Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα –
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ’ τα νησιά
Πιο χαμηλά απ’ το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
– Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ’ όλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι’ ανθρώπινη καρδιά –
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή από αλάτι
Λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη
Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο.



Σημείωση: Το δίστιχο … even the weariest river / winds somewhere safe to sea! προέρχεται από το ποίημα The Garden Of Proserpine του Άγγλου ποιητή Algernon Charles Swinburne (1937-1909).
Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, "Ποίηση" (εκδ. Ίκαρος, 2002)


"Η στρατηγική της μπαχαλοποίησης" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης* ("Εφημερίδα των Συντακτών" - ΑΠΟΨΕΙΣ,15.05.26)

 .............................................................



Η στρατηγική της μπαχαλοποίησης


γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης*  ("Εφημερίδα των Συντακτών" - ΑΠΟΨΕΙΣ,15.05.26) 



Στο προηγούμενο άρθρο μου («Εφ.Συν.», 28.4.2026) είχα χρησιμοποιήσει τον όρο «μετα-κόμματα» για να αναφερθώ σε νεότευκτους ή κυοφορούμενους προσωποπαγείς πολιτικούς σχηματισμούς, όπως το κόμμα του Στέφανου Κασσελάκη, της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα. Προσπάθησα να εξηγήσω τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα εν λόγω μετα-κόμματα συμβάλλουν στην περαιτέρω πολιτική παθητικοποίηση των λαϊκών μαζών, στο πλαίσιο των γενικότερων στρατηγικών στόχων του κυρίαρχου (καπιταλιστικού) κοινωνικο-πολιτικού καθεστώτος. Στο σημερινό κείμενο θα επισημάνω κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά των μετα-κομμάτων, που αφορούν τον ρόλο τους στο συγκεκριμένο πεδίο του σύγχρονου ελληνικού κομματικού σκηνικού.


Προτού προχωρήσω όμως οφείλω να πω δυο λόγια για τη μέθοδο της προσέγγισής μου. Στην κοινωνική και πολιτική ανάλυση, όταν γίνεται λόγος για σκοπιμότητες κάποιων φορέων, είτε ατομικών (πολιτικές προσωπικότητες) είτε συλλογικών (κόμματα, οργανισμοί), που αποκλίνουν από τις δεδηλωμένες προθέσεις των ίδιων αυτών φορέων, τούτο δεν ισοδυναμεί με το να υπονοείται πως υπάρχει κάποια συνειδητή υποκρισία από την πλευρά τους. Το αν και κατά πόσο εξυπηρετούνται οι στόχοι του καθεστώτος κρίνεται από τα αποτελέσματα των πρακτικών των εκάστοτε φορέων και όχι από τις συνειδητές επιλογές των ιδίων.

Ερχόμαστε τώρα στο σύγχρονο ελληνικό κομματικό τοπίο. Μετά τη συντριπτική ήττα και τη συνακόλουθη πολυδιάσπαση της Αριστεράς, το καθεστώς έχει επιτύχει τον πρώτο βασικό του στόχο, που είναι η αδιαφιλονίκητη επικράτηση του κόμματος της Δεξιάς. Το πόσο αδιαφιλονίκητη είναι η κυριαρχία της Δεξιάς φαίνεται ΑΚΡΙΒΩΣ από το ότι η ολοένα και αυξανόμενη δυσαρέσκεια του κόσμου δεν αρκεί για να αμφισβητήσει την κυριαρχία της. Το καθεστώς έχει εξασφαλίσει το πολιτικό του παρόν, σκέφτεται όμως πως οφείλει να διασφαλίσει και το κοινωνικο-πολιτικό μέλλον του. Τούτο είναι πιο δύσκολο, καθότι απαιτεί μακροπρόθεσμο και συνολικότερο σχεδιασμό. Δεν αρκεί ότι επιτέλους ξαναβρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης το καθ’ όλα καθεστωτικό εναλλακτικό κόμμα του παλαιού δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ). Δεν αρκεί καν ότι ο αρχηγός τού πάλαι ποτέ ισχυρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει βάλει τόσο κεντρώο νερό στο αριστερό κρασί του ώστε ο βασικός (οικονομικός) «πυλώνας» του «Μανιφέστου» τού υπό ίδρυση κόμματός του να αποτελεί ουσιαστικά δήλωση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού. Πρέπει η σύνολη εικόνα του κομματικού τοπίου να είναι τέτοια ώστε να μπορεί η Δεξιά να λέει: «Πέρα από εμένα το χάος».

Επιστρέφουμε λοιπόν στον ρόλο των μετα-κομμάτων. Η χαοτική εικόνα του κομματικού σκηνικού στηρίζεται ακριβώς στον προσωποπαγή χαρακτήρα τους, ο οποίος, όσο περνάει ο καιρός, τείνει να υπερτονίζεται σε βαθμό καρικατούρας. Η Μαρία Καρυστιανού, εκεί που μας είχε δώσει να καταλάβουμε ότι το είχε ιδρύσει το κόμμα της και απέμενε απλώς να του προσδώσει κάποια ονομασία, ξαφνικά αντέστρεψε τα πράγματα και αποφάσισε να προαναγγείλει την… επανίδρυσή του, διά της μεθόδου της επίσημης μετατροπής σε κόμμα του «Ανεξάρτητου Κινήματος Πολιτών», του οποίου «αποδέχθηκε να τεθεί επικεφαλής». «Παράπλευρη απώλεια» της όλης ιδιοσυγκρασιακής συμπεριφοράς της Καρυστιανού είναι βέβαια το κάποτε πολύ σοβαρό και ισχυρό, αν και ανοργάνωτο, κίνημα των Τεμπών. Ο δε Αλέξης Τσίπρας, σαν να θέλει να παίξει με τα νεύρα μας, με σιβυλλικές διατυπώσεις του τύπου «Τον Μάρτιο ήταν πολύ νωρίς, τον Σεπτέμβριο θα είναι πολύ αργά». Ειδικά στην περίπτωσή του, και λαμβάνοντας υπόψη το αρχηγικό πρότυπο που φαίνεται να έχει εσωτερικεύσει εδώ και κάμποσα χρόνια, δημιουργείται η εντύπωση ενός ατέλειωτου Carmina Burana που ακούγεται στη διαπασών ανά την επικράτεια επί μήνες. Η πιο ακραία όμως έκφανση του προσωποπαγούς χαρακτήρα του «εγχειρήματος Τσίπρα» είναι οι όροι που θέτει στους πρώην συντρόφους του βουλευτές. Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και καθώς φαίνεται –φευ!– κάποιοι της Νέας Αριστεράς είναι έτοιμοι να πάνε στο «κόμμα» του, αλλά απαιτεί από αυτούς να παραδώσουν πρώτα τις έδρες τους. Δεν γνωρίζω αν υπάρχει στα πολιτικά χρονικά άλλος ηγέτης που να έχει έτοιμη κοινοβουλευτική ομάδα πριν καν ιδρύσει το κόμμα του και εκείνος να την απαρνείται προς χάριν της… παντοδυναμίας του εαυτού του.

Στο μεταξύ, μέχρι και κάποιοι δημοσκόποι φαίνεται πως έχουν χάσει την υπομονή τους και παρουσιάζουν δημοσκοπήσεις όπου το κόμμα «Τσίπρας» ανταγωνίζεται το ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση, με το κόμμα «Καρυστιανού» λίγο πιο κάτω. Εκεί που παλιότερα, τουλάχιστον κάποιοι από τους σοβαρότερους εξ αυτών, έλεγαν ότι δεν μπορούν να γίνονται δημοσκοπήσεις με υποθετικά κόμματα. Το αποκαρδιωτικό βέβαια είναι πως ούτως ή άλλως, επί υπαρκτών και ανύπαρκτων κομμάτων και μετα-κομμάτων, το κόμμα της Δεξιάς εξακολουθεί σταθερά να προηγείται.


* Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

"Κυβερνώσα Αριστερά ή απλώς κυβερνητισμός;" έγραψε ο Σπύρος Γεωργάτος (tvxs.gr, 12.5.2026)

 ...............................................................


Κυβερνώσα Αριστερά ή απλώς κυβερνητισμός;




έγραψε ο Σπύρος Γεωργάτος (tvxs.gr, 12.5.2026)





Αξίζει να διαβάσει κανείς τη συνέντευξη που έδωσε στο 247 ο Αλέξης Χαρίτσης στις 9 Μαΐου. Αν καταπιάνομαι με τον Χαρίτση είναι γιατί η δημόσια παρουσία του τα τελευταία χρόνια είναι αψεγάδιαστη. Ευφυής, με συγκροτημένο αριστερό λόγο και χαμηλό προσωπικό προφίλ, έχει ως τώρα αποφύγει όλες τις κακοτοπιές που εμφανίζονται όταν υπάρχει μεγάλη δημόσια έκθεση. Για αυτό ακριβώς, όσα λέει στη συνέντευξή του έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Απαντώντας στο ερώτημα πως βλέπει το μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα, ο πρώην πρόεδρος της Νέας Αριστεράς, λέει επί λέξει: «Θεωρώ ότι σε τέτοια κείμενα, μακροσκελή και διακηρυκτικά, είναι εύκολο να εντοπίσεις σημεία με τα οποία συμφωνείς, αλλά είναι και πάρα πολύ εύκολο να κάνεις και κριτική γιατί πιθανώς να λείπουν κάποιες αιχμές που θα ήθελες ή κάποια θέματα στα οποία θα έπρεπε, με τα δικά σου κριτήρια, να υπάρξει μεγαλύτερη έμφαση.

Για μένα το εν λόγω κείμενο επιτελεί πολιτικά έναν συγκεκριμένο και χρήσιμο ρόλο και βρίσκεται σε σωστή κατεύθυνση. Ποιος είναι αυτός ο ρόλος; Να περιγράψει την ανάγκη για μια πλουραλιστική και συνθετική εκδοχή της Αριστεράς».

Η απάντηση αυτή έχει δύο σκέλη. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται κάτι που ακούγεται ως «γενική αλήθεια»: ότι δηλαδή τα μακροσκελή κείμενα περιέχουν περίπου ίσο αριθμό αποδεκτών και μη αποδεκτών θέσεων, ανάλογα με τις (υποκειμενικές) αντιλήψεις του αναγνώστη.

Με αυτόν τον έξυπνο τρόπο, παρακάμπτει ευσχήμως όσα παρατήρησαν άλλοι στην (εξίσου έξυπνη, αλλά λίγο πιο ντόμπρα) κριτική τους και προχωρεί αμέσως σε αυτό που ο ίδιος θέλει να πει: ότι συμφωνεί με τις θέσεις του μανιφέστου γιατί σε αυτές ανιχνεύει μια προοπτική που τον περιέχει.

Για να δικαιολογήσει αυτή την εκτίμηση, ο Χαρίτσης παραθέτει μια ακόμη «γενική αλήθεια»: ότι «σε μια εποχή πολύ μεγάλου κατακερματισμού και περιχαρακώσεων», είναι χρήσιμο να συμπλεύσουν τα «τρία ρεύματα, της Σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής Οικολογίας».

Και έτσι, όχι μόνο απαντά σε άλλους που άσκησαν κριτική στις θέσεις του Τσίπρα επισημαίνοντας ότι τα περίφημα τρία ρεύματα έχουν προ πολλού ξεστρατίσει, αλλά αποδεικνύει επίσης ότι, ως απόφοιτος του Πολυτεχνείου, έχει πλήρως κατανοήσει τι πάει να πει «Όπερ έδει δείξαι».

Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, άλλα σημεία της συνέντευξης, όπου ο πρώην πρόεδρος της Νέας Αριστεράς δεν μασάει τα λόγια του. Για παράδειγμα, όταν τον ρωτούν εάν προτίθεται να παραιτηθεί από βουλευτής για ικανοποιήσει τον όρο που έχει θέσει ο Αλέξης Τσίπρας σε όσους και όσες θέλουν να προσχωρήσουν στο δικό του πολιτικό εγχείρημα, η απάντησή του είναι ευθεία και απροσδόκητα κοφτή:

«Νομίζω», λέει, «ότι έχει ανοίξει μία συζήτηση η οποία αποκτά χαρακτηριστικά απαξίωσης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Εμένα αυτή η λογική μού είναι ξένη. Θεωρώ ότι το κοινοβούλιο είναι χώρος μάχης …. Αλίμονο αν αφήσουμε τον Μητσοτάκη και τη Δεξιά να παίζουν μπάλα μόνοι τους σ’ έναν τόσο σημαντικό θεσμό… Άρα ζήτημα παραίτησής μου δεν υπάρχει.».

Εδώ τα πράγματα αρχίζουν να σκοτεινιάζουν. Όχι γιατί η παραμονή των βουλευτών της Νέας Αριστεράς στη Βουλή είναι κάτι παράλογο, αλλά διότι εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος της αυτο-ακύρωσής τους, για να μη πω του αυτο-εξευτελισμού τους: πώς θα δικαιολογήσουν άραγε την προσχώρησή τους στον προσωποπαγή φορέα του Τσίπρα, που προφανώς θα δημιουργηθεί και θα αρχίσει να λειτουργεί πολύ πριν τις εκλογές;

Πώς θα αντιμετωπίσει ο Αλέξης Χαρίτσης, αλλά και άλλα, πολύ αξιόλογα και έντιμα στελέχη της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Αριστεράς, την κριτική ότι, ενώ παραμένουν βουλευτές ενός αριστερού σχηματισμού, υποβαθμίζουν τον εαυτό τους και τις απόψεις τους περί αρχηγικών κομμάτων προκειμένου να προσχωρήσουν σε ένα από αυτά;

Δεν έχει το πράγμα μια ιδιαίτερη αξία για την εικόνα και την αξιοπιστία της Αριστεράς στην κοινωνία; Γιατί, κακά τα ψέματα, η απαίτηση του Τσίπρα μπορεί να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε είχε και ο «εξώστης», αλλά, ομολογουμένως έχει και μια λογική βάση…

Η προσωπική στάση που θα τηρήσουν τα στελέχη της Νέας Αριστεράς έχει τη σημασία της, αλλά ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η κατασκευή Τσίπρα-Μαραντζίδη περί «συμβολής» Σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς και Οικολογίας.

Γιατί, αν αυτό δεν οφείλεται σε πολιτικό αναλφαβητισμό, θα πρόκειται σίγουρα για τη μεγαλύτερη πολιτική απάτη που έχει υπάρξει στα μεταπολιτευτικά χρονικά. Ούτε ο Παπανδρέου δεν προχώρησε τόσο πολύ για να δικαιολογήσει τον «πολυσυλλεκτισμό» του.

Άλλωστε, για ποια «συμβολή» μιλάμε; Εάν με αυτό εννοούν το Nouveau Front Populaire (NFP) στη Γαλλία, υπενθυμίζω ότι ο συγκεκριμένος σχηματισμός αποτελεί μια σύμπραξη ανεξάρτητων πολιτικών κομμάτων, που έχει έναν συγκεκριμένο στόχο: να μην λειτουργήσει ξανά ο εκλογικός εκβιασμός των νεοφιλελεύθερων μπροστά στον κίνδυνο να κερδίσει τις εκλογές η ακροδεξιά.

Δεν πρόκειται για κάτι με την προοπτική «σύνθεσης» διαφορετικών πολιτικών παραδόσεων, όπως θα ήθελε το μανιφέστο Τσίπρα-Μαραντζίδη, αλλά για κάτι με σαφή «παραδοτέα» και ημερομηνία λήξης -που έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Για όσους και όσες έχουν μάτια να δουν, η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία έχει μετεξελιχθεί σε κάτι κοινωνικά απεχθές, με μοναδική εξαίρεση την Ισπανία όπου η (αναγκαστική) συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση έβαλε κάποιο φρένο.

Το ίδιο, ή κάτι ακόμα χειρότερο, ισχύει και για τον χώρο της λεγόμενης Οικολογίας, αν λογαριάσουμε τι συμβαίνει σε μια σειρά χώρες, με πρώτη και καλύτερη τη Γερμανία. Τώρα, για τη ριζοσπαστική Αριστερά, τι να πει κανείς. Εάν ως ριζοσπαστική Αριστερά λογίζεται η παράγκα του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ ή … ο ίδιος ο Τσίπρας, ο Θεός να βάλει το χέρι του!

Αυτή η κατηφόρα θα μπορούσε βεβαίως να σταματήσει υπό την πίεση των γεωπολιτικών συνθηκών, για αυτό και πρωτοβουλίες όπως η «Παγκόσμια Προοδευτική Κινητοποίηση» (Global Progressive Mobilisation), που συζητήσαμε με άλλη ευκαιρία, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Αλλά δεν βρισκόμαστε, κατά κανέναν τρόπο, εκεί.

Ας μην μακρηγορούμε λοιπόν. Τα φληναφήματα περί «συμβολής» και «σύνθεσης» έναν μόνο σκοπό έχουν: να «αλέσουν» συνειδήσεις και να καταστήσουν πιο εύπεπτο το σενάριο μιας καιροσκοπικής συμμαχίας, που θα εξασφαλίσει στα μέλη της προνόμια και εξουσίες. Το πολιτικά ανήθικο δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι ότι, μπροστά σε αυτή την ανάγκη, ο κόσμος υφίσταται έναν ωμό εκβιασμό: ή Τσίπρας ή Μητσοτάκης.

Την απάντηση σε όλα αυτά θα πρέπει να δώσουν όλοι εκείνοι που τόσα χρόνια αρνούνταν να υποχωρήσουν μπροστά στο δίλημμα Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ και επέμεναν να ψηφίζουν με βάση όσα λέει ο νους κι η καρδιά τους. Γιατί, ο,τιδήποτε άλλο δεν είναι ρεαλισμός, αλλά μια σιωπηλή προσχώρηση στη λογική του «ήσσονος κακού» που μας οδήγησε ως εδώ. Το αντιλαμβάνεται άραγε αυτό ο Αλέξης Χαρίτσης; Και αν ναι, τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει;

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

"ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ" & "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ" Δύο ποιήματα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) Από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" στον τόμο "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ", 1978)

 ...............................................................



        Νίκος Ασλάνογλου (1931 - 1996)


"ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ" & "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ" Δύο ποιήματα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) Από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" στον τόμο "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ", 1978)


 ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ


Μια πολυκατοικία άδεια κι' ασυνάρτητη

επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ


Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε

τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι


Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς

τα ροζιασμένα όνειρα των ορεινών χωριών

με περιμένει.


ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Δεν εμπιστεύομαι τη μουσική σου

αδύναμο κατατρεγμένο ποίημα


Ακούω η Μάγδα ο Χρίστος τρυφερά παιδιά

να ξημερώνονται σε μισοφώτιστα δωμάτια

σε λειτουργία ερωτική

σε ναρκωμένη πόλη ή επαρχία


Ξυπνούνε το παράνομο παιδί

το σκεβρωμένο ποίημα

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

"Τα ρέστα" Διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 - 1988) (εκδ. "Εξάντας, 1988)

 ...............................................................



             Κώστας Ταχτσής (1927 - 1988)


α ρέστα"


Από τη Συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ταχτσή "Τα ρέστα" (1972).


"— «Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!»
Δεν έφτυνε ποτέ στ' αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.
Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της. Καμιά φορά στέγνωνε ώσπου να πεις κρεμύδι, σαν πουλί πήγαινες και σαν πουλί γύριζες, μα το σάλιο είχε στεγνώσει κιόλας, κι εκείνη σε περίμενε στην πόρτα με το λουρί στο χέρι.
Άλλοτε, γύριζες απ' το θέλημα που σ' είχε στείλει να της κάνεις και, στ' αντίκρισμα του σπιτιού απ' τη γωνιά του δρόμου, σ' έπιανε τρεμούλα, κάτι έσπαγε μέσα σου, λυνόντουσαν τα γόνατά σου, αντί να πάν' μπροστά, τα πόδια σου πήγαιναν πλάγια, πίσω, μπροστά, πλάγια, πίσω... Αναρωτιόσουνα γεμάτος αγανάκτηση με τον εαυτό σου τι σ' είχε κάνει να ξεχαστείς τόσο πολύ, ποιος ζερζεβούλης σ' είχε βάλει να σταθείς και να χαζέψεις τα παιδιά πούσερναν την κάργια απ' το ποδάρι, αν άξιζε τον κόπο να φας τόσο ξύλο για μια διασκέδαση πούχε τύχει στο δρόμο σου, στην οποία δεν είχες λάβει καν μέρος, και που, το χειρότερο απ' όλα, ανήκε κιόλας στο παρελθόν, ενώ η ώρα της Κρίσεως, η στιγμή της πληρωμής του λογαριασμού πλησίαζε αμείλικτα με κάθε βήμα πούκανες προς την πόρτα.
Κι όμως, συχνά οι φόβοι σου ήταν αδικαιολόγητοι. Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ' ανακούφιση, και, γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ' αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις, οι τύψεις σου για το χάζεμα γινόντουσαν καπνός, και ξαφνικά λυπόσουνα που δεν είχες χαζέψει λίγο περισσότερο, τολμούσες μάλιστα και της έλεγες πως τα παιδιά στον απάνω δρόμο είχαν πιάσει μια κάργια και την έσερναν απ' το ποδάρι μ' ένα σπάγγο και την κλοτσούσαν σαν τόπι, ήταν σα να ομολογούσες καθαρά πως είχες χαζέψει, σα να την προκαλούσες να σου δείξει τα χαρτιά της, αν είχε σκοπό να σε δείρει, να σε δείρει μια ώρ' αρχήτερα να τελειώνουμε. Μα εκείνη ή δε σούδινε καθόλου σημασία, ή σούλεγε κάτι εντελώς άσχετο με το χάζεμα και την κάργια, σούλεγε: — «Ασ' το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρά-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω».
Καμιά φορά μάλιστα —αλλά σπάνια— όταν ήταν στα κέφια της, όταν είχε έρθει αποβραδίς ο κύριος που της είχε αγοράσει το μικροσκοπικό γραμμόφωνο από την Έκθεση, ή ο κύριος πούφερνε πάντα τα μύδια και το κόκκινο χαβιάρι, τότε ξεχνούσε ακόμα και να φτύσει, κι όταν γύριζες από το φούρνο αγκομαχώντας από το βάρος της φραντζόλας που σούχε πέσει τρεις φορές στο δρόμο, όχι μόνο δε σε μάλωνε, μα σ' έπαιρνε στην αγκαλιά της και σούλεγε: — «Αχ, να χαρώ εγώ παιδί, που μεγάλωσε και μου κάνει δουλειές, τ' αγοράκι μου το καλό, που όταν γεράσω, θα με παίρνει απ' τον ίσκιο και θα με βάζει στον ήλιο!», και γελούσε με την καρδιά της.
Τι ωραία που ήταν η ζωή τέτοιες μέρες! Το γραμμόφωνο έπαιζε συνεχώς, κι εκείνη τραγουδούσε μαζί του:
Σ' ένα ταγκό σφιχτήκαν
κι αγκαλιαστήκαν
μ' αυτή στον κάθε γύρο
κοιτάει τριγύρω...
Τα πρωινά ερχόταν η κυρά-Ρωξάνη απ' την Τούμπα κι έπλενε τα ρούχα γιατί εκείνη σιχαινόταν το πλύσιμο, ή σφουγγάριζε το πάτωμα, έκανε το σπίτι λαμπίκο, χαιρόσουνα να το βλέπεις, ή ερχόταν μόνο και μόνο για να σου κάνει παρέα, να σου πει παραμύθια, επειδή εκείνη έπρεπε να βγει έξω, να πάει πρώτα στο δικηγόρο για το διαζύγιο, και μετά στον οδοντογιατρό, κι από κει στου Μοδιάνου να ψωνίσει. Μ' αν έμενε στο σπίτι, έβγαινε τ' απόγεμα στο παράθυρο, και φώναζε τον παγωτατζή: — «Κυρ-Πρόδρομε, δος μου δυο παγωτά καϊμάκι, κι όχι κούφιο το χωνί από μέσα, τι έγινες βρε χριστιανέ μου, σε χάσαμε τόσες μέρες».
Έπαιρνε δυο παγωτά, ένα για την κυρά-Ρωξάνη κι ένα για σένα, εκείνη δεν έτρωγε παγωτό γιατί πήγαινε στον οδοντογιατρό, αν και καμιά φορά δεν άντεχε να σε βλέπει να το γλείφεις κι εκείνη να μην τρώει, και σούλεγε: — «Δε θα δώσεις λιγούτσ'κο της μαμάκας που στ' αγόρασε;» Κι έβαζε τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπο κι έκλαιγε, «α, α, α!».
Κι αμέσως έτρεχες κοντά της, και σήκωνες ψηλά το χέρι με το χωνί, κι ας ήξερες πως έκλαιγε στα ψέματα, περήφανος που μπορούσες να κάνεις και συ κάτι για κείνην, αλλά, έλα, ομολόγησέ το, προσέχοντας με κομμένη ανάσα πόσο θα δαγκώσει, γιατί στο κάτω της γραφής το παγωτό ήταν δικό σου, να φάει κι εκείνη, αλλά να μην το φάει όλο.
Τα βράδια ήταν ακόμα πιο ωραία όταν ήταν στις καλές της. Ο τόπος μοσχοβολούσε απ' τις μυρωδιές πούφταναν απ' την αυλή του αντικρινού σπιτιού, γιασεμί κι αιγόκλημα, κι η ατμόσφαιρα είχε κάτι το εορταστικό, ήταν Πρωτομαγιά, σου φορούσε τη λουλουδένια σου ποδιά με το λάστιχο στα μπατζάκια και σ' έστελνε στο δρόμο να παίξεις όσο ήθελες αλλά να μη γυρίσεις πίσω μουτζούρης.
Ύστερα έβγαζε τις γλάστρες στην εξώπορτα, την μπιγκόνια, την ορτανσία και τους δύο φίκους, και τις πότιζε, κι έχυνε και κάνα-δυο κουβάδες νερό στο πεζοδρόμιο για να δροσίσει ο τόπος, κι ύστερα καθότανε κι εκείνη στο σκαλί, πλάι στις γλάστρες, κι έπιανε κουβέντα με την κυρά-Χρυσή, ή μάζευε τα μεγάλα κορίτσια και τα μεγάλ' αγόρια που πήγαιναν στην τρίτη Γυμνασίου, και τους μάθαινε τη μπερλίνα και την κολοκυθιά — πινακωτή, πινακωτή, από τ' άλλο μου τ' αφτί, έμαθα πως έχεις μια κολοκυθιά που κάνει δέκα κολοκύθια... Μια φορά μάλιστα σηκώθηκε κι έπαιξε σκοινάκι, για να δείξει στα κορίτσια πώς πηδάνε, και δε βγήκε απ' το παιχνίδι επειδή έχασε, μα μόνο όταν φούσκωσε, και την έπιασαν τα γέλια, κι είπε: «Άστε με ήσυχη, βρε σατανάδες, δεν είμ' εγώ πια για τέτοια πράματα, έχω κοτζάμ γιο!»
Μα ήταν άλλες μέρες, όλες χειμωνιάτικες, όλες γεμάτες σύννεφα, που είχε τα μπουρίνια της, που κάπνιζε συνεχώς σα φουγάρο, κι έτρωγε τα νύχια της, και τέτοιες μέρες, όχι μόνο δεν έπρεπε να χαζέψεις στο δρόμο, μα ούτε στο σπίτι να παίξεις με τα χρυσά απ' τα τσιγάρα, ούτε να μιλήσεις. Γιατί σούλεγε: — «Πρόσεξε καλά, μη βγάλεις άχνα σήμερ' απ' το στόμα σου, γιατί θα σε σκίσω σα σαρδέλα!»
Τέτοιες μέρες το καλύτερο ήταν να μη σε στείλει έξω για θέλημα, γιατί ήξερες πως, όσο γρήγορα κι αν γύριζες πίσω, το σάλιο είχε κιόλας στεγνώσει, κι αν δεν είχε στεγνώσει το σάλιο, είχες ξεχάσει να πάρεις αλάτι, «Τι άλλο σούπε η μαμά σου να πάρεις;» σούλεγ' ο μπακάλης, μα όσο κι αν βασάνιζες το μυαλό σου, ήταν αδύνατο να θυμηθείς, ή χάζευες στο δρόμο, ξεχνούσες εντελώς πως σήμερα είχε τα μπουρίνια της και στεκόσουνα και χάζευες τα παιδιά πούδιναν μια δεκάρα κι έβλεπαν το Πανόραμα, ή σ' έβλεπαν να κρατάς κάτι σφιχτά μέσα στη φούχτα σου, και σούλεγαν: — «Έλα να παλέψουμε και θα σ' αφήσω να με νικήσεις», και σούκλεβαν τα ρέστα χωρίς να πάρεις είδηση, κι εκείνη, αντί να βγει να δείρει τα παιδιά, έδερν' εσένα. — «Ήμαρτον μανούλα μου», φώναζες μέσα απ' τους λυγμούς σου, «ήμαρτον, δεν θα το ξανακάνω!», και προσπαθούσες να κρυφτείς πίσω απ' τη φούστα της, μα όσο της ξέφευγες, κι όσο περισσότερο έκλαιγες, τόσο περισσότερο σκύλιαζε, δεν της άρεσε να κλαις, ούτε να παρακαλάς, εννοούσε να δέχεσαι την τιμωρία σαν άντρας. — «Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις», σούλεγε αφρίζοντας και χτυπώντας όπου έβρισκε, «ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή, να σε κλάψω και να σε ξεχάσω, άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου δεν χρειάζεται άλλους η κοινωνία — πες μου, θα γίνεις άντρας; Πες: «Θα γίνω άντρας! » Πες το γιατί δε θα βγεις ζωντανός απ' τα χέρια μου, σήμερα θάν' το τέλος σου!» Κι έλεγες: — «Ναι μανούλα μου, θα γίνω». — «Και δε θα ξαναχαζέψω στο δρόμο». — «Και δε θα ξαναχαζέψω!» — «Ούτε θα με πιάνουν κορόιδο οι αλήτες να μου κλέβουν τα ρέστα μου!» — «Όχι μανούλα μου, όχι!...» — «Άντε τώρα, ξεκουμπίσου από μπροστά μου πριν μετανιώσω, τράβα να πλύνεις τα μούτρα σου, και να μην ακούσω τσιμουδιά! — που να μην έσωνα και να μην έφτανα να σ' είχα γεννήσει!...»
Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα...
Φτώχεια, μέσα στην πλάση ετούτη
έχεις τα πιο πολλά παιδιά...
Κι εκείνη έβγαινε το βράδυ έξω χωρίς να ειδοποιήσει την κυρά-Ρωξάνη νάρθει να σου κάνει παρέα, σ' έβαζε στο κρεβάτι κι έβγαινε, και γύριζε αργά, πόσο αργά δεν ήξερες, πολλές φορές δεν ήξερες καν ότι έλειπε, μα θάσουνα στον τρίτο ή στον τέταρτο ύπνο όταν άκουγες κουβέντες από πολύ μακριά, κι άνοιγες για μια μόνο στιγμή τα μάτια σου κι έβλεπες τον άγγελό σου ολόγυμνο, χωρίς φτερά, μπροστά στο κρεβάτι της, κι ύστερα έσβηνε η λάμπα του πετρελαίου, έσβηναν οι κουβέντες, και το σκοτάδι ήταν σα βαρειά κουβέρτα στα μάτια σου, κι έπεφτες σα μολύβι στον πέμπτο ύπνο...
Αχ, βρε μάνα! Έχουν περάσει — πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε, κι ακόμα δεν έμαθα το μάθημά μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας, ακόμα χαζεύω στο δρόμο κοιτάζοντας τα παιδιά, ακόμα μου κλέβουν οι αλήτες τα ρέστα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμωρία σου. Και δική μου τιμωρία — που δεν κατάλαβα, όσο ήταν ακόμα καιρός, τι υπέφερες τότε, και θέλησα να σ' εκδικηθώ. Μα που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να τα βάζεις μαζί μου για να ξεσπάς;
Δε μπορούσες δηλαδή να κάνεις τα στραβά μάτια όταν αργούσα δέκα λεπτά ή όταν ξεχνούσα ν' αγοράσω τ' αλάτι; Κι αν θυμάμαι καλά, τα ρέστα που μούχαν κλέψει τα παιδιά του απάνω δρόμου ήταν, στο θεό σου βρε μάνα, ή έξη ή εφτά δεκάρες!"




Τρία ποιήματα του εξαιρετικού Δημήτρη Ελευθεράκη (1978-2020). Όλα περιέχονται στη συλλογή "Άσπρα μήλα" που εκδόθηκε μετά θάνατον, το 2021. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι: "Πρεσβυωπία", "Τα δέντρα τον χειμώνα", "Κάποιος να πει". Από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Achilleas Kyriakidis (facebook, 9.5.2026)

 ...............................................................



Δημήτρης Ελευθεράκης (1978 - 2020)

"Μετά τα σαράντα όλα είναι ίδια:
ένας σκύλος έρχεται να χορέψει γύρω απ’ τα πόδια σου στην άμμο
όπως κι εχθές – όλα είναι όμοια με τα περσινά, αλλοιωμένα μόνο
απ’ την όψη των ματιών σου που βλέπουν λιγότερα
κι εσύ δεν έχεις γίνει σοφότερος, λευτερωμένος από φόβο
στωικός, υπομονετικός ή μειλίχιος.
Στην περσινή φωτογραφία δυσκολεύεσαι να διακρίνεις
εάν αυτά που βλέπεις είναι μανταρίνια ή πορτοκάλια,
και στο χαρτί τα γράμματα που διαβάζεις είναι υγρά:
αδύνατο να καταλάβεις.
Με μια κίνηση μπορείς να τα χαλάσεις όλα
από αμηχανία ή πείσμα.
Έχεις μια εμμονή να σκέπτεσαι το ίδιο μοτίβο,
το κόκκινο χώμα και το παραγινωμένο αχλάδι
το στήθος της γοργόνας στο ψηφιδωτό και το χρυσό τσαμπί
το γλίστρημα του ήλιου στις θαλάσσιες σπηλιές.
Κι όταν στο τέλος γράφεις για να μην ξεχάσεις και να μη σε ξεχάσουν
κρατάς τη σελίδα σε απόσταση για να μπορέσεις να δεις, και διαβάζεις:

Υπάρχουν άπειρα μέρη του κόσμου όπου δεν πρόκειται να πεθάνω
κι υπάρχουν όλα τα μέρη του κόσμου
όπου δεν πρόκειται ν’ αναστηθώ."




************************




"Όταν βλέπω τα δέντρα σκέπτομαι τον πατέρα
που τέντωσε το κορμί του να μυρίσει την παγωνιά,
τα χέρια του λυγισμένα κλαδιά, τα πέλματα ριζωμένα
εάν φυσούσε εκείνη την ώρα μια ριπή θα τον θέριζε.
Ποιος έχει τη γνώση ν’ αγκαλιάσει έναν γηραλέο κορμό
να παραμερίσει τη δέντρινη μοναξιά, να ξεχωρίσει
τα ξεραμένα φύλλα
απ’ τις ξερές παλάμες, τις ξεχωμένες ρίζες απ’ τη σκαμμένη γη;
Τα δέντρα είναι μια εποχή από μόνα τους."




****************************




"Κάποιος να είναι εδώ. Κάποιος
να μας σηκώνει το μαξιλάρι.

Κάποιος ν’ αφήσει κάτι για μας
όταν δεν θα είναι εδώ.

Κάποιος να φύγει πριν από εμάς
ή μετά από εμάς.

Κάποιος να στρώσει το τραπέζι.
Να φάει το φαγητό που αγαπάμε.
Να χύσει λίγο κρασί στο χώμα για μας.

Κάποιος να μας πει πως και το τέλος, όταν έλθει,
θα περάσει σαν όλα τ’ άλλα."



Τρία ποιήματα του εξαιρετικού Δημήτρη Ελευθεράκη (1978-2020). Όλα περιέχονται στη συλλογή "Άσπρα μήλα" που εκδόθηκε μετά θάνατον, το 2021. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι: "Πρεσβυωπία", "Τα δέντρα τον χειμώνα", "Κάποιος να πει".

Από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Achilleas Kyriakidis (facebook, 9.5.2026)

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ "Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ" Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ..............................................................


"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ




Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός, μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων. Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

                                     ι'


Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


         Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
                  Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
                                                      * μιαν αγάπη
                     Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


     Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
 Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
                                        * να φωτίσουν
       Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


 Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
             "Ο που σ' είδε * να ζει
                                       * και στην πέτρα"
      Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

 Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
 Των φονιάδων το αίμα * με φως
                                           * ξεπληρώνω
          Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο....



Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)




Ali Ghamsari Plays In Memory of Great Persian Tar Maestro; Jalil Shahnaz قمصری به یاد جلیل شهناز (youtube, 7.7.2021)

 ...............................................................


Ali Ghamsari Plays In Memory of Great Persian Tar Maestro; Jalil Shahnaz قمصری به یاد جلیل شهناز

(youtube, 7.7.2021)



«ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΙΚΡΙΩΜΑ» & «ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ» Δύο ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 ...............................................................



           Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


·       «ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΙΚΡΙΩΜΑ» [Aber wenn er zum Block ging] ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 

Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα για να τον σκοτώσουν

έφτασε σ’ ένα ικρίωμα, που το ‘χαν όμοιοί του φτιάξει.

Ακόμα κι ο μπαλτάς που τον περίμενε

απ’ όμοιούς του ήτανε φτιαγμένος. Είχανε φύγει μοναχά

ή τους είχαν διώξει, όμως εκεί

μέσα στο έργο τους βρίσκονταν τα χέρια τους. Ως και το φως

στους διαδρόμους που πέρασε για να πάει στο θάνατο

δεν θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Ακόμα και το σπίτι

απ’ όπου τον αρπάξανε, ακόμα κι όποιο άλλο σπίτι.

Γιατί

λοιπόν να ‘ναι ολομόναχος, αυτός που μιλούσε για χάρη τόσων

    άλλων;

Επειδή

οι καταπιεστές ενώνονται

μα οι καταπιεσμένοι μένουν χωρισμένοι.    

 

                                                                         (1946)

                                          

 

·       «ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ» ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 

Εφτά χρόνους τρώγαμε το ψωμί του μακελάρη.

Εφτά χρόνους τού φτιάχναμε άρματα πολέμου.

Λαός νικημένος, εκστρατεύσαμε

να νικήσουμε άλλους λαούς.

 

                                                                             (1946)