Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

"Παράλληλες κρίσεις, ασύμμετρη κατανόηση" έγραψε ο Αντώνης Λιάκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.08.2018)

..............................................................
 

Παράλληλες κρίσεις, ασύμμετρη κατανόηση


Ακίνητα στον Υμμηττό  
EUROKINISSI
Το τέλος της μνημονιακής περιόδου δεν είναι είσοδος στην εποχή της κανονικότητας. Το εμπεδώσαμε αυτό με τις καταστροφικές πυρκαγιές.
Συνδέεται, όμως, η οικονομική κρίση του 2010 με την καταστροφική πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική το 2018;
Θα επιχειρήσω να κάνω τη σύνδεση, μέσω ενός ζητήματος που δεν είναι το πρωτογενές αίτιο και φαίνεται δευτερεύον, αν και είναι μείζον και θεμελιακό. Θα το χρησιμοποιήσω παραδειγματικά. Πρόκειται για το κτηματολόγιο.
Περιττό να εξηγήσει κανείς τη σημασία του για τις χρήσεις της γης. Από την εποχή της ανεξαρτησίας, το ελληνικό κράτος δεν μπόρεσε να αποκτήσει κτηματολόγιο. Χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τίποτε. Αδυναμία ή σκόπιμη πολιτική;
Το δεύτερο. Η γη, ως το μεγάλο ενέχυρο, ήταν το απόθεμα πολιτικής δύναμης. Η ασάφεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη χωρική κατανομή των δραστηριοτήτων ήταν το «λαδάκι» που διευκόλυνε τη λειτουργία ενός συστήματος, που ούτε στη μεγάλη ιδιοκτησία το έπαιρνε να ενδώσει ούτε μια συνεπή πολιτική προς τα δημόσια κοινά αγαθά επεδίωκε να ακολουθήσει.
Οπου η αυθαιρεσία και η νομιμοποίησή της, η καταπάτηση και η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου ήταν κανόνας για όλους. Και με τη μισή Ελλάδα συγκεντρωμένη στην Αττική, πώς να αντέξει το περιβάλλον, πώς να μη γίνουν εκεί οι μεγαλύτερες καταστροφές;
Αν κάποιος γράψει την ιστορία της επέκτασης της πρωτεύουσας από τη δεκαετία του 1920 έως σήμερα, τους τρόπους και τους μηχανισμούς της, την αλληλοδιαπλοκή της με το πολιτικό σύστημα και την οικονομική πολιτική, με το τι πήρε και τι έδωσε, θα έχει φιλοτεχνήσει ένα απαράμιλλο κοινωνικό πορτρέτο της Ελλάδας. Και η Αθήνα δεν είναι εξαίρεση. Σε όλο τον κόσμο, η ανάπτυξη των μεγα-πόλεων είναι ο καθρέφτης της ιστορίας και της φυσιογνωμίας της κάθε χώρας.
Το κτηματολόγιο, λοιπόν, ως εκκρεμότητα. Με όλες τις κυβερνήσεις. Και, βέβαια, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, μπήκε και στα καθήκοντα που έπρεπε να εκπληρώσει η Ελλάδα με τα μνημόνια.
Είναι αλήθεια ότι πολύς λόγος έγινε στις αρχές της κρίσης για τις αδυναμίες και τις ελλείψεις της Ελλάδας, και οι μεταρρυθμίσεις έγιναν σημαία. Ποιες μεταρρυθμίσεις, όμως;
Το κτηματολόγιο, ως μέτρο των μεταρρυθμίσεων, ήταν αόρατο στα μάτια και των δικών μας ζηλωτών μεταρρυθμιστών και της τρόικας που δεν το έθεσε ποτέ στα προαπαιτούμενα. Τους αρκούσε ο ΕΝΦΙΑ και η φορολόγηση της έγγειας περιουσίας.
Μεγαλύτερη σημασία έδιναν στο δικαίωμα των ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων να απολύουν ανεξέλεγκτα, παρά σε ζητήματα που αφορούσαν τις θεμελιακές συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας, που υποτίθεται ότι ήθελαν να μεταρρυθμίσουν.
Ετσι φτάσαμε στο τέλος της ισχύος των μνημονίων και στις εκκρεμούσες μεταρρυθμίσεις. Ποια δεν ολοκληρώθηκε και εκκρεμεί; Το κτηματολόγιο.
Εχει σχέση η καταστροφή στο Μάτι με το κτηματολόγιο; Δεν είναι, ασφαλώς, ποιητικό αίτιο. Ωστόσο η απουσία του, η σύγχυση που περιβάλλει όλη αυτή τη σφαίρα που αφορά τις χρήσεις της γης, το εντός και εκτός σχεδίου κ.λπ. ανήκει στα έμμεσα μεν, ουσιαστικά δε, αίτια της έκτασης της καταστροφής.
Η σύγχυση που υπάρχει εξαιτίας της απουσίας κτηματολογίου, δεν ήταν ιστορικό λάθος των κυβερνήσεων. Ηταν ικανή συνθήκη αναπαραγωγής του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
Γιατί, μέσα από διαδοχικούς συμβιβασμούς και μερικευτικές προσαρμογές, εξασφάλισαν την αναπαραγωγή του, μια ασταθή ισορροπία σε έναν συσχετισμό δυνάμεων που απέτρεπε ριζικές λύσεις, που είτε θα διευκόλυναν τη μεγάλη ιδιοκτησία είτε θα εξασφάλιζαν τα δημόσια κοινά αγαθά.
Το ίδιο σχήμα αφορά και την ελληνική οικονομία ως προς την κρίση. Η σύγχυση και η ρευστότητα που της επέτρεπαν να αναπαράγεται έφτασε στο τέλος της, με την αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος που σημαδεύτηκε με την κρίση του 2008, βυθίζοντας την ελληνική κοινωνία σε μια ύφεση που επιδεινώθηκε από τα φάρμακα που της χορηγήθηκαν.
Ετσι η οικονομία έχασε το ένα τέταρτο του δυναμισμού της, σαν να είχε διέλθει από εμπόλεμες συνθήκες. Τα μνημόνια προωθούσαν τρία ζητήματα. Την αλλαγή μοντέλου, την εσωτερική υποτίμηση και τη μεταφορά δημόσιου πλούτου.
Η απουσία κτηματολογίου και μετά την κρίση αυτή, που υποτίθεται ότι θα μεταρρύθμιζε την ελληνική κοινωνία, είναι ενδεικτική της ασυμμετρίας ανάμεσα στις αιτίες των κρίσεων, τη διάγνωσή τους και τις πολιτικές μεταρρυθμίσεων.
Ενδεικτική της αδυναμίας των ηγετικών ομάδων να αναπτύξουν μια βαθιά συζήτηση για το τι δεν μπορούμε πλέον να συνεχίσουμε και τι πρέπει να αλλάξουμε.
Μια συζήτηση που δεν θα καταλήξει μόνο σε επιβεβλημένες θεσμικές αλλαγές, αλλά σε νοοτροπιακές αλλαγές, στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας ευθύνης και μέριμνας προς τα δημόσια αγαθά, δηλαδή το δάσος, την πλατεία, τη θάλασσα, τον δημόσιο χώρο και το φυσικό περιβάλλον.
Πρόκειται για εκείνα τα αγαθά που αποκτούν στη συνείδησή μας την σπουδαιότητα που τους πρέπει μόνο σε συνθήκες έκτακτες.
Πρόκειται για ζητήματα που τα λογαριάζουμε ως πολιτικά, μόνο μετά τις καταστροφές. Αντ’ αυτού; Εμπάθεια και εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Και τύφλα.

Πέντε μικρά ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Απεδήμησεν 14 Αυγούστου του 1956... [ Από τα "76 ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (μτφ. Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Θεμέλιο, ε' έκδοση, συμπληρωμένη, 2000) ]

.............................................................








 Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)









Πέντε μικρά ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Απεδήμησεν 14 Αυγούστου του 1956...

Ο,ΤΙ ΣΕ ΣΕΝΑ ΗΤΑΝ ΒΟΥΝΟ

Ό,τι σε σένα ήταν βουνό
Το ισοπέδωσαν
Και σκέπασαν
Την κοιλάδα σου.

Από πάνω σου περνάει τώρα
Ένας δρόμος άνετος.


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ 

Να η στέγη. Η πρώτη έγνια φεύγει.
Από το σπίτι υψώνεται καπνός. Ζουν άνθρωποι.
Στο καράβι πίστευαν κιόλας: Μπορεί
Ανάλλαχτο να 'μεινε εδώ μονάχα το φεγγάρι.


Ο ΚΑΠΝΟΣ

Το μικρό σπιτάκι στη λίμνη κάτω από τα δέντρα '
Από τη στέγη του υψώνεται ο καπνός.
Αν έλειπε
Πόσο γυμνά θα φαίνονταν
Το σπίτι, τα δέντρα και η λίμνη.


ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ

Το παιδί έρχεται τρεχάτο:
Μάνα, δέσε μου την ποδιά!
Η μάνα δένει την ποδιά.


ΚΑΠΟΤΕ ΟΤΑΝ ΘΑ 'ΧΟΥΜΕ ΚΑΙΡΟ

Κάποτε όταν θα 'χουμε καιρό
Θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες των μεγάλων στοχαστών
Θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων
Θα γελάσουμε μ' όλους τους χωρατατζήδες
Θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες
Θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους.




ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ (10.2.1898 - 14.8.1956)
Από τα "76 ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (μτφ. Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Θεμέλιο, ε' έκδοση, συμπληρωμένη, 2000)

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

"Έκανε κρύο, πολύ κρύο..." από τη φίλη fb Sofia Lampiki (facebook, 14/8/2018)

...............................................................
 

Έκανε κρύο, πολύ κρύο...

"το μόνο κείμενο που χαίρομαι που έχω γράψει" - από τη φίλη fb Sofia Lampiki (facebook, 14/8/2018)

Έκανε κρύο, πολύ κρύο...
Χειρότερα απ΄το κρύο που έκανε όταν χιόνιζε στα βορεινά της πατρίδας της.
Έτρεχε…
Άκουγε πίσω της σκυλιά να αλυχτάνε και δεν ήξερε αν ήταν σκυλιά των Τούρκων στρατιωτών ή των τελευταίων χωριατόσπιτων που είδε από μακριά φωτισμένα.
Μόνο έτρεχε και κρύωνε
Και τραβούσε απ΄το χέρι το γιό της, αμούστακο παιδάκι που το ξεσήκωσε στο δρόμο να το γλυτώσει.
Πού νάναι ο άντρας της; σκεφτόταν
Χαμένος 3 μήνες τώρα. Να ζει;
Έτρεχε μες το σκοτάδι. Το κρύο τη νύσταζε κι έλεγε από μέσα της στίχους απ΄το Σαχναμέ του Φερντοσί που είχε μάθει παιδί για να κρατιέται ξύπνια.
Ο μικρός δεν έκλαιγε πια. Είχε σταματήσει. Τον πρώτο καιρό έκλαιγε συνέχεια, ήθελε το σπίτι του, το γάτο του, τους φίλους του.
Πώς να εξηγήσεις σ΄ένα παιδί ότι πρέπει να τα αφήσεις πίσω όλα για να γλυτώσεις τη ζωή σου; Ότι πρέπει να πας χιλιόμετρα μακριά, παράνομος, σε μια Βόρεια πατρίδα, ξένη, σε συγγενείς μακρινούς για να γλυτώσεις;
Πλήρωσε όλη την περιουσία της στον Τούρκο που την πέρασε απ΄τα σύνορα και την έφερε εδώ σ΄άλλα σύνορα για να τα περάσει κι αυτά και να βρει μπρος της άλλα , καινούργια.
Βρωμιάρηδες Αραβες τους φώναζαν στο δρόμο, Ιρανοί είμαστε έλεγε η γυναίκα, Πέρσες με ιστορία χιλιάδες χρόνια, πολιτισμό και κοιμισμένους βασιλιάδες στην έρημο.
Σκουπίδια και βρωμιάρηδες είστε τους λέγανε. Πρόσφυγες, λαθραίοι, κλέφτες κι εγκληματίες.
Έμαθε να σωπαίνει και να προχωρά. Και να τραβά το δρόμο της και το γιό της μαζί, αμίλητη.
Κρύο που κάνει, σκέφτηκε. Εδώ μπροστά πρέπει να είναι το ποτάμι που της είπε ο Τούρκος. Απέναντι έβλεπε μακριά σπίτια, φωτισμένα, έχουν γιορτή οι Έλληνες της είχε πει, εύκολα θα περάσεις απόψε , κανείς δεν θα φυλάει το ποτάμι.
Μόνο απ΄το ποτάμι περνούσανε πια, φυλάγανε γύρω - γύρω Ευρωπαίοι αστυφυλάκοι.
Μόνο απ΄το νερό.
Ένοιωσε το έδαφος να χαμηλώνει , κι άκουσε τη βουή του ποταμού.
Μαύρο και κρύο. Από μέσα έπρεπε να περάσει κι αυτή και το παιδί. Έτσι της είπε ο Τούρκος. Απέναντι θα περίμενε ένας Έλληνας να την πάει παρακάτω.
Αν πέρναγε το ποτάμι..
Κουκούλωσε το μικρό. Τον φίλησε. Τον έπιασε απ΄το χέρι και βούτηξαν στα αφώτιστα νερά. Δεν είχε φεγγάρι, καλή νύχτα για πέρασμα.
Το κρύο νερό τους μαχαίρωσε. Ένα μικρό βογκητό και κλάμα βγήκε απ τα χείλια του παιδιού.
Αμίλητοι κι οι δυο άρχισαν να κολυμπούν στο πουθενά.
Άκουσε κάτι σκυλιά μακριά αλλά δεν ήξερε αν ακούγονταν από κει που φύγανε ή από κει που πηγαίνανε.
Πάγωνε, δεν ένιωθε τα χέρια της , αν κράταγε το παιδί δεν καταλάβαινε. Το φώναξε, δεν πήρε απάντηση.
Το νερό την παράσερνε και πάγωνε. Βούλιαζε.
Ένιωσε κάτω απ τα πόδια της την άμμο του ποταμού. Κάπου θα είχε χάσει τα παπούτσια της.
Ένιωσε κάτω απ΄τα πόδια της την άμμο. Ζεστή, καφτή. Γελούσε. Ήταν νέα, κορίτσι πράμα και μύριζε τα τριαντάφυλλα της πατρίδας της του Ισφαχάν.
Οι φίλες της την φώναζαν να πάει να παίξουν.
Γέλασε ξανά.
Είχε φτάσει στο σπίτι πια.
«Με τη ζωή τους πλήρωσαν την προσπάθεια να διασχίσουν κολυμπώντας τον ποταμό Έβρο, για να περάσουν από την Τουρκία στη χώρα μας ένα 12χρονο αγόρι, με τη μητέρα του. Το πτώμα του αγοριού βρέθηκε δίπλα στην παγωμένη σορό της 59χρονης μητέρας του, στις όχθες του ποταμού Έβρου στην περιοχή Φερών, ενώ από τα έγγραφα που βρέθηκαν στα ρούχα τους προκύπτει ότι είναι Ιρανικής καταγωγής.


Από το μακρυνό 2011: "Τα Σαββατοκύριακα της αέναης χρεοκοπίας μας" από τη Σοφία Λαμπίκη (tvxs.gr, 26/9/2011)

.............................................................


Τα Σαββατοκύριακα της αέναης χρεοκοπίας μας



                               από τη Σοφία Λαμπίκη (tvxs.gr, 26/9/2011)

 
Εδώ και πολύ καιρό, σαν επαναλαμβανόμενη Μέρα της Μαρμότας, ζούμε σ΄αυτή τη χώρα, κάθε Σαββατοκύριακο έναν συναγερμό χρεοκοπίας και επιβολής νέων, πρόσθετων, μέτρων λιτότητας.
Σαν έτοιμη από καιρό, σαν σκηνοθετημένη τραγωδία, η μέρα της Παρασκευής προώρισται να ανεβάσει τις ανησυχίες, να εντείνει την αγωνία των Αγορών και να κορυφώσει , στα δελτία των 8, τις κραυγές απελπισίας των παπαγάλων.
Το Σάββατο το πρωί υπάρχει μία ύφεση στο κορυφούμενο δράμα –ίσως για να ψωνίσουν οι νοικοκυραίοι ήρεμα από τους ναούς των Malls και των supermarkets- και από το απόγευμα αρχίζουν ξανά οι οιμωγές κι οι ψίθυροι : «κούρεμα», «επαναγορά των ομολόγων», «αναγκαστική, επιλεκτική, βελούδινη, οριστική, υπό όρους και άνευ όρων χρεοκοπία».
Την Κυριακή η αγωνία του πάσχοντος λαού-θεατή έχει κορυφωθεί ως το μεσημέρι και εν μέσω προσευχών, ταμάτων και θυμιαμάτων –τόσο ταιριαστών στην κυριακάτικη εκκλησιαστική λειτουργία- εμφανίζεται τιμωρός αλλά και λυτρωτής ο ευτραφής υπουργός των Οικονομικών να ανακοινώσει σαν Γιεχωβάς νέες θυσίες του πόπολου και νέα μέτρα για να σωθεί η χώρα που κρατούν μέχρι το επόμενο Σαββατοκύριακο.
Ο λαός, οι πολίτες, ο κοσμάκης, το πόπολο ζούν, καιρό τώρα, σε μία φυσαλίδα στάσιμου χρόνου και απόλυτου εφιάλτη.
Δεν ενθυμούνται το παρελθόν και δεν τους ενδιαφέρει το μέλλον καθώς προσπαθούν να παγώσουν –μάταια – το Χρόνο και τα Μέτρα στο Τώρα.
Έτσι, έχουν λησμονήσει πιά οριστικά τα Βατοπέδια και τα Υποβρύχια, Σκάνδαλα Χρηματιστηρίου και υπερτιμολογήσεων Ολυμπιακών έργων, Ζήμενς,Μαντέλληδες και Τσουκάτους, όλα σκιές σε αλαφιασμένη Μη Συνείδηση Μη Πολιτών.
Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούν να σχεδιάσουν ή έστω να λοξοκοιτάξουν το Μέλλον τους εάν δεν παγιωθεί ο Μισθός και η Θέση Εργασίας τους, το Αφορολόγητο και τα Τέλη Εισφορών καθώς όλη τους η ύπαρξη είναι συνδεδεμένη με τις απολαβές και τις καταθέσεις τους.
Κανείς δεν θυμάται ότι πριν 23 μήνες εκλέξανε κάποιον που τους έταξε λαγούς με πετραχήλια, μετά τους είπε ότι μήτε λαγοί υπάρχουν πόσο μάλλον πετραχήλια, μετά τους έκοψε μισθούς και συντάξεις και μία και δύο και τρείς και πέντε φορές, μετά τους είπε «σωθήκαμε» πιά , και τους έβαλε καινούργιους φόρους απεχθείς, και μετά τους ξανάσωσε και κόπηκαν οι παροχές στην Υγεία και την Παιδεία (άχρηστες παροχές σε μια κοινωνία αμόρφωτων φιλοτομαριστών)και πάλι τώρα πρέπει να ξανασωθούνε θυσιάζοντας εκτός απ τους μισθούς ή τη δουλειά τους και το σπιτάκι τους, το κεραμίδι τους, το ιερό και όσιο του «Μέσου Έλληνα» αυτού δηλ. που έστησε όλους αυτούς τους παρά φύσει βιαστές του στην Εξουσία.
Και κλαίνε, καταριώνται σαν τις παλιόγριες, βγαίνουν στα κανάλια και ικετεύουν το Μολώχ των έμμισθων υπαλλήλων του τρικέφαλου τέρατος να τους λυπηθεί.
Και ψάχνουν κάποιον, βορά να δώσουν στο Θηρίο , μήπως και -φρούδες ελπίδες- σταματήσει να τους λιανίζει έναν – έναν, είτε αυτός είναι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, είτε ο γείτονας του , είτε τα παιδιά του φίλου του φτάνει να γλυτώσει ο ίδιος τας πενιχράς τραπεζικάς του καταθέσεις και το σπιτάκι που έχτισε –πιθανόν καταπατώντας- με τις οικονομίες –πιθανόν κλεψιμαίικες-μιας ζωής ολάκερης.
Και κανείς δεν έχει το κουράγιο να πει :
-Φωνάξτε την , την λέξη ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ. Έχουμε πιά χρεοκοπήσει , δεν θέλω να χώνω το κεφάλι μου στην άμμο.
Κανείς δεν έχει την τσίπα να φωνάξει:
-Μην ξεπουλάτε τη χώρα μου κομμάτι –κομμάτι , ας χάσω τις καταθέσεις μου .
Κανείς δεν έχει την περηφάνεια να σταθεί ορθός και να πεί:
-Είμαι Δημόσιος Υπάλληλος και παραιτούμαι πιά, σιχάθηκα και σας και τα μισθά της πείνας που μου δίνεις …αλλά ψάχνουν τρόπους οι περισσότεροι , φιλώντας πάλι κατουρημένες ποδιές βουλευτάδων και δημαρχαίων να μείνουν μέσα και ν απολυθεί ο δίπλα –πιθανόν πιο άξιος απ ΄αυτούς.
Κάποιοι, λίγοι, πιο δίπλα, ζούν έξω απ΄τη φυσαλίδα του Τώρα, θυμούνται, προβλέπουν , είναι έτοιμοι και περιμένουν το Αύριο.
Θα ήθελαν να είχαν κι άλλους στο πλευρό τους για ν΄ αγωνιστούν γι΄ αυτό το Αύριο αλλά αν δεν θέλεις να σωθείς , δεν σώζεσαι, αν δεν θέλεις να δεις την Αλήθεια κανείς δεν μπορεί να σε αναγκάσει να βγείς απ΄τη θολούρα του μυαλού σου.
Θα το κάνει με τη βία η εξαθλίωση που σου χτυπάει την πόρτα.
Μήπως όμως τότε θα είναι αργά;
Αλήθεια , πόσα Σαββατοκύριακα χρεοκοπίας και μέτρων λιτότητας μπορείς να ανεχθείς Έλληνα ;


24/9/2011
Σοφία Λαμπίκη

"ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΡΟΥΜΠΙΝΙ" ποίημα του Ζακ Πρεβέρ (1900-1977) από τον φίλο στο fb Athanase Athanassiou (facebook, 12/8/2018)

..............................................................










 Ζακ Πρεβέρ 
(1900 - 1977)









ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΡΟΥΜΠΙΝΙ



Ξέρω να λέω σ’ αγαπώ
μα ν’ αγαπώ δεν ξέρω
Τη ρουμπινένια σου καρδιά
τι να την έχω κάνει;


Έπαιξα με τον έρωτα
κι ουτ’ ήξερα πώς παίζουν
Τη ρουμπινένια σου καρδιά
τι να την έχω κάνει;


Το τζάμι έχει σπάσει
το μαγαζί κλειστό
σκίστηκε το σατέν
άδειασε η μπιζουτιέρα


Ήθελα να σε υποτάξω
να σ’ έχω του χεριού μου
Παίζοντας με τον έρωτα
έκανα μόνο ζαβολιές


Τη ρουμπινένια σου καρδιά
τι να την έχω κάνει; .
Τώρα είναι πολύ αργά
τα’ χω όλα ρημάξει 


Τη ρουμπινένια σου καρδιά
να τηνε δώσω δεν μπορώ
μήτε κοψοχρονιά
Για την κλεμμένη την αγάπη
δε βρίσκεται κλεπταποδόχος.





"Ηνωμένοι Πληθυσμοί Αθηνών" του Κωστή Παπαγιώργη (www.lifo.gr, 12.8.2018)

..............................................................

 


Ηνωμένοι Πληθυσμοί Αθηνών  

Του Κωστή Παπαγιώργη

Ένα άρθρο του Έλληνα διανοητή από το αρχείο της έντυπης LIFO που ψηφιοποιείται πρώτη φορά.

www.lifo.gr,  12.8.2018 





                                          Σκηνή από «Τα παιδιά του Κρόνου» του Γιώργου Κόρρα,1985

Στις μικρές ηλικίες, τις οποίες παραδόξως αποκαλούν «ανήλικες», όταν ακούγαμε τους μεγάλους να ρωτούν «από που είσαι;» μέναμε κεχηνότες, διότι δεν καταλαβαίναμε τη φράση. Τόσο ενδιαφέρον για την καταγωγή; Και τι νόημα είχε να είναι κάποιος από την Κρήτη, τη Μακεδονία ή την Πελοπόννησο;

Αντίθετα, τώρα που η θλίψη του χρόνου τοκίστηκε και ανατοκίστηκε γερά, το «πούθε κρατά η σκούφια σου;» πάει μαζί με τη χειραψία. Ο άλλος αρχίζει να ερμηνεύεται μόνο αν δηλώσει τόπο και χρόνο, αν μέσα από τα μάτια του περάσει ασκαρδαμυκτί η μετακίνηση από τον τόπο γεννήσεως στον τόπο επιβιώσεως που κατά κανόνα είναι -ποια άλλη;- η Αθήνα.

Χθες ακόμα, δηλαδή καμιά οχταριά γενιές πίσω, μεγάλες πόλεις του ρωμέικου ήταν η Πόλη, η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη, η Αλεξάνδρεια, η Οδησσός, η Σύρος και τα Γιάννενα. Οι επαρχίες κρατούσαν τους πληθυσμούς, ο κοινοτικός βίος ανθούσε, και για το αρβανιτοχώρι της Αθήνας κανένας δεν μιλούσε.

Σήμερα, τα δύο τρίτα της χώρας κατοικούν ή περνούν από την πρωτεύουσα. Η Αττική, που δεν μπορεί να θρέψει ούτε το ένα δέκατο των πρωτευουσιάνων, βούλιαξε κάτω από το βάρος των μεταναστών νεοελλήνων που μετακινήθηκαν αγεληδόν προς το «εξωτερικό» των επαρχιών.

[Ο Ντοστογιέφσκι έγραφε ότι στην επαρχία τα σπίτια έχουν γυάλινους τοίχους: όλα φαίνονται. Και στην πόλη όμως όλοι κρύβονται, ακόμα και στον εαυτό τους. Αυτό και μόνο ελευθερώνει το εγώ, το καθιστά πιο ενεργητικό και πιο επίφοβο.]

Για να πλαστεί η υπερτροφική τερατογένεση της πρωτεύουσας έπρεπε βέβαια να προηγηθεί η κατάρρευση των επαρχιακών κωμοπόλεων. Αυτό που συνέβη στην Αττική δεν ήρθε σαν αποτέλεσμα δημογραφικής ανάπτυξης, σαν φαινόμενο δυναμισμού και προόδου, αλλά συνιστά «δημογραφική απάτη».

Τα χωριά μετακόμισαν και καθετοποιήθηκαν στις πολυκατοικίες· το κέντρο άπλωσε τις χερούκλες του και κατέφαγε την αττική περιφέρεια· τα γύρω βουνά καταπατήθηκαν· οι ακρογιαλιές χτίστηκαν σε μήκος και σε βάθος.

Κατά μια έννοια, η πρωτεύουσα έγινε ΗΠΑ (Ηνωμένοι Πληθυσμοί Αθηνών). Σήμερα ακούγεται παράξενο να σου λέει σοβαρά κάποιος ότι ζει στο Αγρίνιο, στη Λάρισα ή στη Σπάρτη. Εν ακαρεί σκέφτεσαι: «και πώς ζει μακριά από την Αθήνα;»

 Όπερ σημαίνει ευθέως ότι όλα τα σημαντικά λαμβάνουν χώρο και χρόνο στο κέντρο. Η δόξα, ο πλούτος, η δύναμη, το όνομα, η πολιτική, η ομορφιά, η γοητεία, η αμαρτία και η έλξη, ακόμα και ο καλός θάνατος, είναι αποκλειστικότητα της Αθήνας.

Κατά μια έννοια, εδώ συμβαίνουν όλα. Έξω από τα τείχη της φυτοζωούν οι υποβιβασμένοι πληθυσμοί, η παλιά Ελλάδα, οι εθνικά ετεροθαλείς αδελφοί μας.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η πόλη, αυθόρμητα και αυθαίρετα, κάνει τα πάντα για να ξεφύγει από το παρελθόν της και να αυτονομηθεί σαν πόλη-φαινόμενο.

Όποιος καταφθάνει στην Αττική αλλάζει χαρακτήρα. Στην κωμόπολη ή στο χωριό, όπου τα μάτια είναι λίγα, ο πολίτης ζει παρακολουθούμενος· αντίθετα, στην πόλη, όπου τα μάτια είναι εκατομμύρια, κανείς δε σε βλέπει.

Ο Ντοστογιέφσκι έγραφε ότι στην επαρχία τα σπίτια έχουν γυάλινους τοίχους: όλα φαίνονται. Και στην πόλη όμως όλοι κρύβονται, ακόμα και στον εαυτό τους. Αυτό και μόνο ελευθερώνει το εγώ, το καθιστά πιο ενεργητικό και πιο επίφοβο.

Ο κυνισμός λέει ότι, αφού διώξαμε τους φτωχούς στην Αμερική και στην Αυστραλία, φτιάξαμε τη δική μας Νέα Υόρκη. Και τι δεν έχει αυτή η πόλη για να θυμίζει εξωτερικό! Τουρίστες, πρεσβείες, δισεκατομμυριούχους, αστέρες των θεαμάτων, σπάνιες παραστάσεις και, βέβαια, εργασία. Άνεση, κοσμικότητα και θελκτική διαφθορά.

Ίσως γι’ αυτό αξίζει να μιλάμε και για τους εγκλωβισμένους των Αθηνών που δεν έχουν τόπο διαφυγής, που δεν νοσταλγούν κανένα «έξω», καθότι γεννήθηκαν εδώ χωρίς να είναι γκαγκαρέοι.

Εκτός από τα περίχωρα, υπάρχουν και οι άνθρωποι του κέντρου. Αυτοί που δε ζουν στο Κορωπί ή στη Δραπετσώνα, στην Πετρούπολη ή στο Χαλάνδρι, αλλά στο κέντρο. Γκυζιώτες, πατησιώτες, κουκακιώτες, αμπελοκηπιώτες, φιλοπαππιώτες, πλακιώτες, τούτι κάντι τέλος πάντων που, μαζί με τους κολωνακιώτες, λυμαίνονται το έσωθεν της πόλης με αυξημένο δικαίωμα.

Πόση είναι γι’ αυτούς η πόλη; Ένα κλουβί, για την ακρίβεια. Αν εξαιρέσεις την Πανεπιστημίου, τη Σταδίου και την Ακαδημίας, το Σύνταγμα και την Ομόνοια, ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις που να πας.

Αλλά και ποιόν να δεις. Τυχαία ο Παπαδιαμάντης αποκαλούσε την πόλη τόπο εξορίας και αμαρτωλή Βαβυλώνα; Διότι δεν έχουν μιλήσει- τουλάχιστον αρκετά- για τη δυσκολία των συγχρωτισμών και των επαφών. Υπάρχουν βέβαια οι μεγάλες αίθουσες, όπου οι πρωτευουσιάνοι δίνουν ραντεβού για να βρεθούν πλάτη με πλάτη. Τα μεγάλα καφενεία και φαγάδικα. Οι μεγάλες πλατείες. Ορθάδικα και καθιστάδικα.

[Ο κάτοικος, ως γνωστόν, είναι κραταιά ιδιότητα. Δεν είναι της πλάκας. Υποστηρίζει την πόλη του με την ομιλία, με την κίνηση και την ακινησία του. Επ' αυτού η γνησιότητα λείπει από την πόλη. Ποτέ δε λέμε πια: να ένας ατόφιος Αθηναίος. Η πρωτεύουσα είναι ξενοδοχείο, και οι κάτοικοι της ξιπασμένοι μουσαφιραίοι που απαρνήθηκαν το παρελθόν τους.]

 Ωστόσο οι άνθρωποι που θέλουν να νιώσουν, έστω και για λίγο, ότι η πόλη δεν τους πατάει με τη βαριά πατούσα της, ότι δεν της χρωστάνε όπου κι αν βρεθούνε, κάνουν αμάν να βρούνε τόπο και χρόνο για μια καθαρή ανάσα. Να θυμηθούμε τον Ροΐδη που έμενε στη Φιλελλήνων; Τον Παλαμά που έμενε στην Ασκληπιού; Τον Ελύτη που έμενε κατάκεντρα; Τον Παπανούτσο που έμενε στην Αναγνωστοπούλου; Τον Τσάτσο στην Κυδαθηναίων; Τον Καρούζο στην υπόγα του; Τον Χειμωνά σε άλλη, βαθύτερη υπόγα; Τον Λάγιο σκαρφαλωμένο στο τριάρι του;

Ο κάτοικος, ως γνωστόν, είναι κραταιά ιδιότητα. Δεν είναι της πλάκας. Υποστηρίζει την πόλη του με την ομιλία, με την κίνηση και την ακινησία του. Επ’ αυτού η γνησιότητα λείπει από την πόλη. Ποτέ δε λέμε πια: να ένας ατόφιος Αθηναίος. Η πρωτεύουσα είναι ξενοδοχείο, και οι κάτοικοι της ξιπασμένοι μουσαφιραίοι που απαρνήθηκαν το παρελθόν τους.

Πηγή: www.lifo.gr

"Οι ωραίες ρυτίδες σου." / Έλευθεροτυπία, 1994 Του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου. (www.lifo.gr, 12/8/2018)

...............................................................






Οι ωραίες ρυτίδες σου. Έλευθεροτυπία, 1994

Πώς κάνει έρωτα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος;
Ένα παλιό μου άρθρο που ψηφιοποιείται πρώτη φορά.

Του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου. www.lifo.gr, 12/8/2018










Στο βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς Γιαν Αντρέα Στάινερ, υπάρχει μια στιγμή αμηχανίας για τον αναγνώστη. Η 66χρονη συγγραφέας, ύστερα από πολύμηνο κώμα και αλλεπάλληλες αρρώστιες, πάει σ’ ένα θέρετρο της Νορμανδίας κι εκεί κάνει έρωτα με έναν 25χρονο φαν της. Τον Γιαν Αντρέα Στάινερ.

Υπάρχει, βέβαια, η εξωτική ατμόσφαιρα. Τα κύματα στην ακτή, οι αϋπνίες και το αλκοόλ στο μπαλκόνι του αποι­κιακού Hotel Roches Noir, οι κλειστές αρωματισμένες κάμαρες, τα memento mori της κινέζικης νιότης, και τα λοιπά, και τα λοιπά…

Αλλά το δεσποτικό σημείο της αφήγησης είναι αυτό: «Κοι­μηθήκαμε με το φεγγάρι μέσα στο σκοτεινό μπλε ουρανό. Την επομένη κάναμε έρωτα».

 Πώς κάνει έρωτα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος; Όταν διάβασα αυτή τη φράση, αυτόματα σκέφτηκα το ζαρωμένο λαιμό, το θαμπό δέρμα, τα άσπρα μαλλιά, τα μπουχτισμένα μάτια…

[H εχθρότητά μας προς τους γέρους είναι, ουσιαστι­κά, σημάδι μιας φοβισμένης νιότης εμπορίου που τώρα επικυριαρχεί στα media και σέρνει της ομορφιάς της το μαράζι από καθρέφτη σε καθρέφτη, γνωρίζοντας ενδομύχως ότι είναι κλινι­κά νεκρή.]

Θυμήθηκα εκείνο το αβάσταχτο σονέτο του Σαίξπηρ:

Σ’ εμένα τον πικρό καιρό τον χρόνο βλέπεις
που λίγα κί­τρινα στους κλώνους μένουν φύλλα
κι ολοένα μες στον κρύο άνεμο σαλεύουν,
κλώνοι γυμνοί όπου πριν τ’ αηδόνια κελαη­δούσαν.

Πώς κάνει έρωτα ένας ηλικιωμένος άνθρωπος;

Μου έχει ξανατύχει να αναρωτηθώ. Όταν ήμουν παιδί, οποιοσδήποτε υπαινιγμός σεξουαλικότητας από ηλικιωμένους, κατά βάθος μου φαινόταν άσεμνος, αντιαισθητι­κός, σημάδι παραλυσίας. Τη μέρα που ανακάλυψα ότι ένας 70χρονος συγγενής μου κάνει ακόμα έρωτα, ένιωσα αληθινή απογοή­τευση για την ανθρώπινη φύση. Πίστευα ότι οι γέροι δεν έχουν πάθη. Πίστευα κάτι χειρότερο: Ότι οι γέροι παύουν σιγά σιγά να είναι άνθρωποι, προλειαίνοντας την εξαφάνισή τους!

Όταν μεγάλωσα, είδα ότι ο δυτικός πολιτισμός εν γένει έχει την ίδια άποψη με μένα. Οι ηλικιωμένοι παύουν ν’ αντιμετωπί­ζονται σαν πλήρεις άνθρωποι — γίνονται ξένο σώμα σ’ έναν τρόπο ζωής που λατρεύει τη νιότη και την παρατείνει σε βαθμό γελοιότητος. Εξορίζονται απ’ όλα τα μέτωπα του κόσμου (σε­ξουαλικά, κοινωνικά...) και μετά βίας, ακόμα κι οι αξιότεροι, δεν αποφεύγουν τη ρετσινιά του γεροντοκράτη.

Ειδικά στις μεταπολεμικές κοινωνίες (με τη διάλυση της οι­κογένειας) οι ηλικιωμένοι είναι κανονικά παράσιτα, το ίζημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ενεργός πληθυσμός τούς βλέπει με δυσθυμία, λέει ότι το κράτος δικαίου έχει μετατραπεί σε ένα πολυτελές κι απέραντο γηροκομείο- οι δημογράφοι αντιμετωπί­ζουν την αύξησή τους με μαλθουσιανή φρίκη. Στις καθημερινές «χειρονομίες» το θέαμα ενός κυρτού σώματος προκαλεί αποστροφή, ένα τυχαίο άγγιγμά τους μοιάζει με άγγιγ­μα του βούρκου της ανθρώπινης σάρκας. Η μαζική κουλτούρα τους παρουσιάζει σαν στυμμένες λεμονόκουπες ή σαν γελοίες καρικατούρες (διαφημίσεις Winston και Gautier).

Υπό αυτούς τους όρους, το γεγονός ότι οι γέροι δεν μπορούν να κάνουν έρωτα χωρίς να μας σοκάρουν, είναι το λιγότερο!

Σήμερα, οι ηλικιωμένοι σοκάρουν απλώς επειδή υπάρχουν!

Όταν έκλεισα το (άνισο και μάλλον βαρετό) βιβλίο της Ντιράς, είδα τη φωτογραφία της στο οπισθόφυλλο. Βαθιές ρυτίδες, αχτένιστα σταχτιά μαλλιά, το αριστερό φρύδι μαδημένο κάτω από δυο ουλές, χοντροί φακοί, ένα βλέμμα εύθυμης απόγνωσης, ένα συγκρατημένα χαμογελαστό στόμα.

Σ’ εμένα βλέπεις της παλιάς φωτιάς της φλόγα
που μες στης νιότης μου κατέπεσε τη στάχτη



                                                             Η Ντιράς στο ξενοδοχείο Roches Noires

Ναι, έχει δίκιο ο Σαίξπηρ όταν θρηνεί, απαρηγόρητος, δια- κρίνοντας τα σημάδια του θανάτου πάνω στο λεηλατημένο πρό­σωπό του. Αλλά μπορώ να πω με κάθε ειλικρίνεια ότι αυτο το πρόσωπο (το πρόσωπο της Μαργκερίτ, το πρόσωπο ενός ηλι­κιωμένου φίλου...) έχει επίσης μια βαθιά γοητεία, κάποια κρυφή διεκδίκηση (που τα 35 χρόνια μου δεν μου επιτρέπουν να δω καθαρά), ένα νόημα που ο πολιτισμός μας αποφεύγει να αντικρίσει με κάθε τρόπο.

Αυτό το νόημα είναι ο θάνατος. Πάνω στο πρόσωπο των ηλικιωμένων μπορείς να διακρίνεις το προφίλ του θανάτου — κι αυτό είναι κάτι που η κοινωνία μας δεν αντέχει να δει. Η πρωτοφανής απόσυρση των ηλικιωμένων και η εξίσου πρωτοφανής έκρηξη της πλαστικής νεότητας (χειρουργημένα πρόσωπα, κοσμετολογία, μοριακή βιολογία κ.λπ.) είναι η διπλή όψη αυτής της Απάρνησης του θανάτου που χαρακτηρίζει τις δυτικές κοινωνίες.

Και τι αποτέλεσμα έχει αυτή η απάρνηση; Μια κοινωνία γεμάτη νεανικά ομοιώματα που αναδιπλασιάζονται επ’ άπει­ρον μια κοινωνία όπου τα παιδιά σιχαίνονται τις μάνες που τα γέννησαν!

Δεν λέω ότι είναι ευχάριστο να σκέφτεσαι ότι θα πεθάνεις. Λέω ότι είναι τζάμπα κόπος ν’ αρνείσαι να δεις το γεγονός. Κι ότι όσο κι αν σπρώχνεις τους γέρους κάτω απ το χαλάκι, για να μη σου θυμίζουν δυσάρεστα πράγματα, ο θάνατος καλπάζει για να ρθει να σε βρει. Αυτό το ραντεβού είναι άχαστο!

Λέω επίσης ότι η σκέψη του θανάτου είναι χρήσιμη. Οι ωραιότεροι Έλληνες, οι Έλληνες του Ομήρου είναι διάστικτοι από θανατόληπτον ήθος. Αν δεν χτυπήσεις το χώμα (το μαύρο χώμα) με τα χέρια σου, πώς θα υψωθείς μετά, όλος φτερά, σε έναν «μυστικό» ζεϊμπέκικο;

Λέω ότι οι γέροι είναι χρήσιμοι. Μας προσγειώνουν, για να εκτιναχθουμε ψηλότερα. Στα μάτια τους (του Σαίξπηρ, του Καβάφη, του Σωκράτη...) η νεότητα του κόσμου καθρεφτίζε­ται σε όλη της τη δόξα και γίνεται αξία που ξεπερνάει το Χρόνο.

Λέω ότι η εχθρότητά μας προς τους γέρους είναι, ουσιαστι­κά, σημάδι μιας φοβισμένης νιότης εμπορίου που τώρα επικυριαρχεί στα media και σέρνει της ομορφιάς της το μαράζι από καθρέφτη σε καθρέφτη, γνωρίζοντας ενδομύχως ότι είναι κλινι­κά νεκρή.

Λέω, τέλος, ότι αυτή η γυναίκα, όχι, δεν πρέπει να με σοκά­ρει που κάνει έρωτα στα 66 της, που ερωτεύεται και κλαίει στο στήθος του νεαρού εραστή της, γεμάτη ουλές, ρυτίδες, στάχτη· όλοι έχουμε το ίδιο μερίδιο στο θάνατο και τη ζωή, άσε που σε 80 χρόνια κανένας μας δεν θα υπάρχει, για να διαφιλονικούμε περί αυτού.

Ελευθεροτυπία, 1994. Στήλη «Επιλογές»
Πηγή: www.lifo.gr