Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

"Ο Ντάριο Φο ήταν επινοητής μιας νέας θεατρικής γλώσσας" έγραψε η Χριστίνα Γαλανοπούλου (www.lifo.gr, 13.10.2016)

 ..............................................................



Ο Ντάριο Φο ήταν επινοητής μιας νέας θεατρικής γλώσσας



Η θεατρική μεταγλώσσα του Ντάριο Φο, η ζωή και η εργογραφία του


 έγραψε η Χριστίνα Γαλανοπούλου (www.lifo.gr, 13.10.2016)



Σκηνοθέτης, ηθοποιός και λογοτέχνης βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, με μία βαριά πολιτική, προσωπική και καλλιτεχνική ιστορία να κατεβαίνει ως το σήμερα, ο Ντάριο Φο θα πεθάνει σε σε ηλικία 90 ετών στις 13 Οκτωβρίου του 2016 από πνευμονία.


Θεατρικός συγγραφέας, εικονογράφος, ζωγράφος, σκηνογράφος, ακτιβιστής και πολλά άλλα, ο Ντάριο Φο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997. Μαζί με σύζυγό του, την αξέχαστη Φράνκα Ράμε, για πάνω από 50 χρόνια, θα «ξεσηκώνουν» τον ιταλικό κόσμο της τέχνης. Τη μέρα του θανάτου του η εφημερίδα La Repubblica, θα γράψει, ότι οι δυο τους είχαν «μετατρέψει τη ζωή τους σε τέχνη» κι αυτό δεν ήταν άλλο ένα δημοσιογραφικό κλισέ, αλλά η απόλυτη αλήθεια.

Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, 
είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης 
χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως 
γλώσσα αντίδρασης απέναντι στην εκάστοτε εξουσία


Ο Ντάριο Φο γεννιέται το 1926 στο Λεγκιούνo Σαντζιάνο, στο Βαρέζε. Μαθαίνει να μιλάει από τον πατέρα του, ερασιτέχνη ηθοποιό, σοσιαλιστή, διευθυντή των ιταλικών σιδηροδρόμων. Ο Φελίτσε, όταν δεν τραγουδάει και δεν μαθαίνει παιδικά παιχνίδια στον μικρό Ντάριο, μετατίθεται από ιταλική επαρχία σε ιταλική επαρχία. Άλλωστε, η αντιφασιστική του δράση, η προσφορά καταφυγίου σε πρόσφυγες και στρατιώτες, έπλασε και τον χαρακτήρα του γιου, που έμαθε από μικρός να βγάλει γλώσσα κι όταν τον κυνηγούν να την αλλάζει, να την μεταμορφώνει, να «αμπαλάρει» τα νοήματα για να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Φο, στα 89 του σήμερα, υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φυσιογνωμίες στα γράμματα και την παγκόσμια Τέχνη.

Διανοητής, συγγραφέας, ζωγράφος, νομπελίστας, δημιουργός μίας ολοκαίνουριας παλιάς γλώσσας για να απευθυνθεί στο κοινό, έχει γράφει περισσότερα από 70 έργα, τα οποία «σφραγίζουν» το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως γλώσσα επικοινωνίας, αλλά και αντίδρασης απέναντι στους γλωσσικούς και αξιακούς κώδικες της εκάστοτε εξουσίας. Η πρώτη εκδοχή αυτού του γλωσσικού κώδικα απαντάται στα έργα της Commedia dell’arte του 16ου αιώνα, που αγαπούσε ο Φο.



Με την ηθοποιό σύζυγο του, συνεργάτιδα και συνοδοιπόρο, Φράνκα 
Ράμε. Η Ράμε πέθανε το 2013


Βέβαια, η «μετα-γλώσσα» του Φο δεν τον γλιτώνει πάντα από τις περιπέτειες με το επίσημο κράτος της εποχής του. Για τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού», έργο πολυδιαβασμένο και πολυ-ανεβασμένο στις θεατρικές σκηνές όλου του κόσμου, ο Φο θα φυλακιστεί και η σύζυγος και συνεργάτις του, Φράνκα Ράμε, θα απαχθεί από ομάδα νεοφασιστών, θα βασανιστεί και θα βιαστεί.

Θα τη βρουν σε άθλια κατάσταση πεταμένη σ' ένα πάρκο, λίγες μέρες μετά. Το έργο που προκάλεσε αυτή τη θηριωδία, αναφερόταν στη συνωμοσία πίσω από τη δολοφονία του αναρχικού Τζουζέπε Πινέλι από τις αστυνομικές αρχές το 1969. Η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, από κάποιους θεωρήθηκε χρύσωμα του χαπιού για τις ταλαιπωρίες που υπέστη ο συγγραφέας και η σύζυγος του, από κάποιους μια αληθινή αναγνώριση του έργου του και από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μία πολύ κακή εξέλιξη για τα… ήθη και τις ανθρώπινες αξίες.

Κάκιστη, αν σκεφτεί κανείς τον επίκαιρο λόγο του, πείτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση, αλλά κυρίως μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, έκανε την αναμέτρηση με την κάθε μορφής εξουσίας να φαίνεται πιο εύκολη, τη δε εξουσία, αστεία και πάντα κατώτερη των περιστάσεων. Τόσο ο ίδιος όσο και η Ράμε, περισσότερο ίσως απ' ό,τι Έλληνες διανοητές, στήριξαν τον αγώνα τον ελληνικό αγώνα ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών.

Το 1997, όταν παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας


Αντέχουν μέχρι σήμερα:

«Απαιτούν οι άνθρωποι ένα πραγματικά δίκαιο σύστημα; Ωραία, θα το τακτοποιήσουμε, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν με ένα λιγότερο άδικο... Θέλουν επανάσταση; Καλά θα τους δώσουμε μεταρρυθμίσεις – πολλές μεταρρυθμίσεις, θα τους πνίξουμε στις μεταρρυθμίσεις. Ή μάλλον, θα τους πνίξουμε στις υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων, επειδή δεν θα τους δώσουμε ποτέ πραγματικές μεταρρυθμίσεις!» - Από τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού».

«Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; Θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι…» - Από το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».


Εργογραφία

- "Δάχτυλο στο μάτι" (Il dito nell'occhio, 1953)

- "Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ" (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959)

- "Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια)" (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960)

- "Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη" (Chi ruba un piede è fortunato in amore, 1961

- "H Mεγάλη Παντομίμα" ("Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi"), 1968

- "Μίστερο Μπούφο" (Mistero Buffo, 1969)

- "Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι' αυτό Είναι Αφεντικό" (L'operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969)

- "Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού" (Morte accidentale di un anarchico, 1970)

- "Φενταγίν" (Fedayin, 1971)

- "Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω!" (Non si paga, non si paga!, 1974)

- "Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά" (La marijuana della mamma è la piu bella, 1976)

- "Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία" (Tutti casa letto e chiesa, 1977)

- "Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες" (Storia della tigre et altre storie, 1978)

- "Η Όπερα του Ζητιάνου", (L'opera dello sghignazzo, 1981)

- "Μια Μάνα" (Una madre, 1982)


- "Το Ανοιχτό Ζευγάρι" (Coppio aperta, 1983)


- "Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος" (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984)

- "Το Ημερολόγιο της Εύας" (Diario di Eva, 1984)

- "Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο" (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985)

- "Ο Πάπας και η Μάγισσα" (Il papa e la strega, 1989)

- "Ο Ανώμαλος Δικέφαλος" (L'anomalo Bicefalo, 2003)


Ζωγραφίζοντας. Το άλλο μεγάλο πάθος του Φο.

[«Τα Θρησκευτικά έχουν αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν» ρεπορτάζ του Δ.Κ. Σβολόπουλου για τη Σοβιετική Ένωση του 1931" γράφει ο Τάσος Θεοφίλου (www.lifo,gr, 17.10,2026) ]

..............................................................

 


«Τα Θρησκευτικά έχουν αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν»


Ο Δ.Κ. Σβολόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1931 και συνομίλησε με τους επιστήμονες εκεί, θέτοντας τα πρώτα ερωτήματα σχετικά με τη δημόσια εκπαίδευση.







γράφει ο Τάσος Θεοφίλου (www.lifo,gr, 17.10,2026)



ΤΙ ΙΣΧΥΕ ΣΧΕΤΙΚΑ με την ανατροφή των Ρωσόπουλων, ποιος επιβαρυνόταν με τα έξοδα, ποια ήταν η υποχρεωτική εκπαίδευση και πόσο διαρκούσε;

Σύμφωνα με τις απαντήσεις που του δόθηκαν, η ανατροφή των παιδιών αφηνόταν στους γονείς, εκτός από την ανατροφή των παιδιών εκείνων που εισάγονταν στα δημόσια ιδρύματα, πάντοτε με τη συγκατάθεση των γονιών τους.

Η υποχρεωτική εκπαίδευση, από το 1930-1931, διαρκούσε από την ηλικία των 8 έως την ηλικία των 15 ετών. Τα παιδιά δεν επιτρεπόταν να εργαστούν πριν από τα 16. Κατ’ εξαίρεση, επιτρεπόταν η εργασία παιδιών ηλικίας 14 έως 16 ετών, αλλά μόνο για 4 ώρες την ημέρα. Όμως, και τα περισσότερα εργαζόμενα παιδιά από 16 μέχρι 18 ετών φοιτούσαν το βράδυ στις επαγγελματικές σχολές, όπου μάθαιναν κάποια τέχνη.

«Ο κίνδυνος του σεξουαλικού ενστίκτου δεν αποτελεί υπόθεσιν με την οποίαν ημπορούν ν’ απασχοληθούν οι διδάσκαλοι εις την σημερινήν Ρωσσίαν. Άλλως τε υποστηρίζεται υπ’ αυτών ότι, σύμφωνα με τον νόμον του Φρόιντ, το ένστικτον τούτο ατονεί υπό την επίδρασιν του πολιτικού και κοινωνικού ενστίκτου».

«Η νέα κατάστασις, η οποία ευθύς εξ αρχής ετόνισα ότι εδημιουργήθη εις την Ρωσσίαν, δεν άφησεν άθικτον και το σχολείον. Έχω υπ’ όψιν μου την νέαν μεταρρύθμισιν, η οποία επεβλήθη από του παρελθόντος Οκτωβρίου εις την εκπαίδευσιν, το νέον σύστημα το οποίον διετάχθη και ανέλαβε να εφαρμόση ο στρατιωτικός Μπουμπνώφ, αντί του διανοουμένου και επί μακρά έτη υπουργού Λουνατσάρσκυ.

Αλλ’ ας αφήσωμεν τα πρόσωπα και ας έλθωμεν εις το σύστημα ή μάλλον ας εισέλθωμεν εις το σχολείον».
«Πτωχέ Ντάλτον, εάν έβλεπες την μέθοδόν σου εφαρμοζομένην»

Ο Έλληνας δημοσιογράφος δεν θα ξεχνούσε ποτέ την πρώτη εντύπωση που είχε από το πρότυπο σχολείο της Πετρούπολης. Έτυχε, μάλιστα, να αρχίσει την επίσκεψή του από την αίθουσα της Μουσικής. Ήταν η ώρα του πιάνου. Οι μαθητές που υποτίθεται ότι ξεχώριζαν για το καλλιτεχνικό τους ταλέντο ήταν ανεβασμένοι άλλοι πάνω στις καρέκλες, άλλοι στα παράθυρα, και δύο –οι πιο μουσόληπτοι, φαίνεται– είχαν σκαρφαλώσει πάνω στο πιάνο!

«Τίποτε το εξαιρετικόν και τίποτε το ασύνηθες. Η εμφάνισίς μας, μαζί με τον αρμόδιον της σχολής, ουδόλως μετέβαλε την στάσιν των. Μας ετραγούδησαν μόνον τον ύμνον της Διεθνούς ζωηρότατα και ενθουσιωδέστατα».

Κατάλαβε αργότερα ότι αυτό ήταν σύνηθες για το συγκεκριμένο σύστημα. Γιατί και στην αίθουσα της Γεωγραφίας, τα πράγματα την ώρα του μαθήματος εξελίσσονταν πάντα με την ίδια «κομμουνιστική τάξη». Το ίδιο συνέβαινε και στο ξυλουργείο του σχολείου, με την ίδια ελευθερία.



Στη νέα Ρωσία είχαν ως βάση της εκπαίδευσης, όπως τόνιζαν στον επισκέπτη, τη μέθοδο του Ντάλτον. Ο ρόλος του δασκάλου περιοριζόταν στο να δίνει το θέμα, το οποίο οι μαθητές έπειτα, χωρισμένοι σε ομάδες των τριών ή τεσσάρων, το επεξεργάζονταν στα μικρά τραπεζάκια τους, καθώς τα θρανία είχαν καταργηθεί.




«Η επεξεργασία διαρκεί, αναλόγως του μαθήματος, τέσσαρας ή πέντε ημέρας και κατόπιν εκλέγεται από κάθε ομάδα ένας, ο οποίος αναλαμβάνει να το αναπτύξη, να δεχθή τας αντικρούσεις των συμμαθητών του και τας διαλογικάς συζητήσεις. Πτωχέ Ντάλτον, εάν έβλεπες την μέθοδόν σου εφαρμοζομένην».

Οι αίθουσες μαθημάτων στα σχολεία της νέας Ρωσίας ήταν μοναδικές στον κόσμο. Μια απόλυτη ελευθερία, που ούτε ο Ρουσό δεν φαντάστηκε, επιβαλλόταν από πάνω. Στους τοίχους υπήρχαν κάθε είδους σχέδια, κάθε εκδήλωση της παιδικής σκέψης, κάθε σχήμα. Ο Λένιν φυσικά κυριαρχούσε, ακολουθούσε ο Στάλιν και ο Βοροσίλοφ. Και γύρω γύρω στους τοίχους βρίσκονταν οι απαραίτητες επιγραφές:

«Είμαστε παιδιά του Οκτώβρη».

«Μη λησμονείτε τον Λένιν».

«Μη στολίζετε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, γιατί σας αναστατώνει τις ιδέες».





Το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας

Κάθε σχολείο στη Ρωσία είχε το υποχρεωτικό μάθημα της Κοινωνιογνωσίας, στο οποίο δινόταν ιδιαίτερη σημασία. Το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας αποσκοπούσε στο να διαμορφώσει το παιδί κομμουνιστικά. Το μάθημα αφορούσε την Ιστορία της Ρωσίας, η οποία άρχιζε από τον Οκτώβριο του 1917, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση.

«Προ του 1917 δεν υφίσταται ιστορία Ρωσσίας διά τον μαθητήν της προλεταριακής Δημοκρατίας. Αυτή η Ρωσσία ενεκλείσθη εις τα μουσεία».

Αλλά το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας επεκτεινόταν, θα μπορούσε να πει κανείς, και στο πεδίο της εφαρμογής. Δηλαδή, το σχολείο αποτελούσε, τρόπον τινά, και μια μικρή κομμουνιστική δημοκρατία. Οι μικροί μαθητές είχαν τις «Σαμπράνιές» τους (σ.σ.: συνελεύσεις), στις οποίες αγόρευαν, συσκέπτονταν, έπαιρναν αποφάσεις και καθόριζαν την τάξη του σχολείου, καθώς και τις επιβαλλόμενες ποινές «εις τους παρεκτρεπομένους μαθητάς, τους οποίους τιμωρεί όχι ο διδάσκαλος, αλλά οι συμμαθηταί των».




Όλα τα σχολεία στη Ρωσία ήταν μεικτά. Αγόρια και κορίτσια μαζί, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, έστω και την παραμικρότερη, μάθαιναν, έπαιζαν, συσκέπτονταν και γυμνάζονταν με απόλυτη ελευθερία.

Σχετικά με αυτό το ειδικό μάθημα της Κοινωνιογνωσίας υπήρχε σε κάθε σχολείο μια πλουσιότατη βιβλιοθήκη, μαρξιστική κατά ενενήντα τοις εκατό. Ο απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» δεν ήξερε τι κατάφερναν να μάθουν οι μικροί αυτοί Ρώσοι στα τέσσερα πρώτα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσής τους, η οποία γινόταν με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, γνώριζαν λεπτομερώς την ιστορία της Επανάστασης, του Λένιν και του Κόμματος από το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους.

Βέβαια, η ρωσική γλώσσα είχε απλοποιηθεί από τους μπολσεβίκους με πολύ τολμηρό τρόπο. Είχαν αφαιρεθεί γράμματα από το αλφάβητο και η ορθογραφία της σχεδόν είχε καταργηθεί ολοκληρωτικά.

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, είχε γίνει άραγε η ρωσική γλώσσα τόσο απλή και εύκολη;

«Διότι κατά το εκπαιδευτικόν σύστημα, το εφαρμοζόμενον σήμερον εν Ρωσσία, οι μικροί μαθηταί τον περισσότερον χρόνον των περιέργων σπουδών των τον αφιερώνουν εις μαθήματα και πρακτικάς γνώσεις, εξυπηρετούσας το πολιτικόν κυρίως μέρος του καθεστώτος, και κατά δεύτερον λόγον την άλλην κατάρτισιν».


Τα Θρησκευτικά και το σεξουαλικό ένστικτο

Το μάθημα των Θρησκευτικών είχε καταργηθεί εντελώς από όλα τα σχολεία της Ρωσίας. Όχι μόνο είχε καταργηθεί, «αλλά και έχει αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν, η οποία εντατικώς εργάζεται, με αποτελέσματα μάλιστα αξιοσημείωτα».

Στο μουσείο αυτού του ίδιου πρότυπου σχολείου έδειξαν στον Σβολόπουλο έναν στατιστικό πίνακα έρευνας που είχαν κάνει σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μαθητών. Σύμφωνα με αυτόν, το ποσοστό των άθεων μαθητών, κατά την τελευταία στατιστική του σχολείου, έφτανε το 84,5% ανάμεσα στα αγόρια και το 64% ανάμεσα στα κορίτσια. Το αποτέλεσμα αυτό, μέχρι εκείνη την ημέρα, δεν θεωρούνταν και τόσο ικανοποιητικό.

Όλα τα σχολεία στη Ρωσία ήταν μεικτά. Αγόρια και κορίτσια μαζί, τόσο στην πρώτη τετρατάξια σχολή όσο και στη δεύτερη, την πεντατάξια, αλλά και σε όλα τα πανεπιστήμια διαφόρων ειδών που υπήρχαν –γιατί στη Ρωσία, εκτός από το ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο, υπήρχε και το εργατικό και το πρακτικό και το κομμουνιστικό, δηλαδή της προπαγάνδας–, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, έστω και την παραμικρότερη, μάθαιναν, έπαιζαν, συσκέπτονταν και γυμνάζονταν με απόλυτη ελευθερία.


Μαθητές κατά τη διάρκεια του διαλείμματος στο Πρότυπο
Σχολείο αρ. 9 στη Μόσχα, 1930.

«Ο κίνδυνος του σεξουαλικού ενστίκτου δεν αποτελεί υπόθεσιν με την οποίαν ημπορούν ν’ απασχοληθούν οι διδάσκαλοι εις την σημερινήν Ρωσσίαν. Άλλως τε υποστηρίζεται υπ’ αυτών ότι, σύμφωνα με τον νόμον του Φρόιντ, το ένστικτον τούτο ατονεί υπό την επίδρασιν του πολιτικού και κοινωνικού ενστίκτου. Μικρά πράγματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν ν’ απασχολήσουν τους επί κεφαλής της νέας γενεάς».

Εξάλλου, το είπαν στον Έλληνα ρεπόρτερ απερίφραστα: το Κράτος ήταν το μόνο που δεν μπορούσε να ενδιαφερθεί για το ζήτημα του έρωτα στη Ρωσία· ενδιαφερόταν για άλλα πράγματα και είχε άλλους αντικειμενικούς σκοπούς. Ειδικά στην εκπαίδευση, οι σκοποί που είχε θέσει τότε ήταν πολιτικοί και επαναστατικοί. Αυτό που επιδίωκε τότε ήταν να κάνει τον πολίτη κομμουνιστή και επαναστάτη, για να τον χρησιμοποιήσει για τους άλλους γενικότερους σκοπούς του.



«Πρέπει να ομολογηθή ότι η προσπάθεια των τελευταίων ιδίως χρόνων προς ανέγερσιν σχολείων και προς καταπολέμησιν του αναλφαβητισμού είναι εις την δημοκρατίαν των Σοβιέτ τεραστία».

Μια ματιά και στα άλλα σχολεία

Ο Σβολόπουλος μπήκε σε πολλά σχολεία στη Ρωσία, εύκολα και χωρίς κόπο, κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του. Άλλωστε, υπήρχε τέτοια αφθονία. «Διότι πρέπει να ομολογηθή ότι η προσπάθεια των τελευταίων ιδίως χρόνων προς ανέγερσιν σχολείων και προς καταπολέμησιν του αναλφαβητισμού είναι εις την δημοκρατίαν των Σοβιέτ τεραστία».





Αλλά αν όλη αυτή η προσπάθεια είχε σκοπούς που αφορούσαν την εξυπηρέτηση του συστήματος και την ενίσχυση του σκληρού πειραματισμού τους, ο οποίος μέχρι τότε, κατά τον Έλληνα δημοσιογράφο, δεν παρουσίαζε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, το γεγονός ότι ανεγείρονταν σχολεία, ότι δημιουργούνταν σχολεία με την επίταξη σπιτιών που είχαν μέχρι τότε αποφύγει αυτό το μέτρο, ότι από τις σχολές αποφοιτούσαν μαζικά κομμουνιστές δάσκαλοι και στέλνονταν σε ολόκληρη τη Ρωσία, καθώς και το γεγονός ότι δινόταν αγώνας κατά του αναλφαβητισμού, ήταν πράγματα που η αντικειμενική έρευνά του δεν μπορούσε να μην τα σημειώσει.

«Ιδίως ο αναλφαβητισμός εκτυπήθη και κτυπάται κατακέφαλα. Τα καθιδρύματα “Λικμπέζ” (εκκαθάρισις αναλφαβητισμού) περιελάμβανον κατά το 1927-28 1,3 εκατομμύρια ατόμων. Κατά το 1928-29 περιελάμβανον 2,7 εκατομμύρια ατόμων. Κατά το 1929-30 περιελάμβανον 10,5 εκατομμύρια ατόμων. Υπολογίζεται δε ότι κατά το 1931 εις τα καθιδρύματα “Λικμπέζ” θα περιλαμβάνωνται 25 περίπου εκατομμύρια ατόμων. Είναι μία εργασία αύτη, την οποίαν ουδείς δύναται να τους την αμφισβητήση».

Στη Μόσχα και στην Πετρούπολη, ο Δ.Κ. Σβολόπουλος επισκέφθηκε περισσότερα από δέκα σχολεία, μεταξύ των οποίων και εκείνα που χαρακτηρίζονταν πρότυπα. Συμφωνούσε ότι, επί τσαρικού καθεστώτος, η εκπαίδευση αποτελούσε στίγμα και ότι η αδιαφορία για την εκπαίδευση του λαού ήταν εγκληματική. Από τους τριακόσιους Ρώσους, οι διακόσιοι ήταν αναλφάβητοι.

«Τίθεται όμως το ερώτημα: Ότι διά να θεραπεύσωμεν μίαν κοινωνίαν τυφλών, είναι απαραίτητον άρα γε να την καταστήσωμεν κοινωνίαν διεφθαρμένων και επικινδύνων ανθρώπων; Είναι, φαίνεται, τραγική η μοίρα της ρωσσικής φυλής. Από της Σκύλλης εις την Χάρυβδιν».

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

"Lotus Blossom" · Duke Ellington & His Famous Orchestra [Originally Recorded 1967 / (youtube, 9.11.2014)]

 ...............................................................


"Lotus Blossom" · Duke Ellington & His Famous Orchestra

Originally Recorded 1967 / (youtube, 9.11.2014)

Handel: Trio Sonata in G Minor, Op. 2, No. 8, HWV 393 / Two Classical Guitars & Strings (youtube, 15.10.2026)

 ...............................................................


Handel: Trio Sonata in G Minor, Op. 2, No. 8, HWV 393 / Two Classical Guitars & Strings

00:00 I. Andante
03:30 II. Allegro
06:14 III. Largo
09:38 IV. Allegro

(youtube, 15.10.2026)



Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Ο ποιητής Νίκος Καρούζος και ο εικαστικός Κώστας Τσόκλης στην ανάρτηση της φίλης στο fb Vivian Makri (facebook, 14.10.2026)

 ..............................................................


"...Όλα σβήνονται.
Θέλω να βγω απ' τις λέξεις
βαρέθηκα.
Ν' ακούω καλύτερα στο απέναντι μπαλκόνι
τι λένε οι δυο μόνιμες γριές
που κάθονται με τις ώρες."



● Νίκος Καρούζος, από την ποιητική του συλλογή "Πενθήματα".


Ο πίνακας του Κώστα Τσόκλη από το Μουσείο του στον Κάμπο της Τήνου.





Σημείωση : από την ανάρτηση της φίλης στο fb Vivian Makri (facebook, 14.10.2026)

Σπουδές φύλου στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» έγραψε ο Δημήτρης Πολιτάκης (www.lifo.gr, 12.10.2026)

 ...............................................................



Σπουδές φύλου στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης»


Οι τηλεθεατές του χθεσινού ντέρμπι των «αιωνίων» έβλεπαν στην οθόνη τους το ίδιο ομοφοβικό μήνυμα σε όλη τη διάρκεια του αγώνα.






έγραψε ο Δημήτρης Πολιτάκης (www.lifo.gr, 12.10.2026)


ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΝΑ μικρό πανό που μπορεί φευγαλέα να πιάσει κάποια στιγμή η κάμερα, ανάμεσα στα πολλά που κατακλύζουν τα πέταλα των φανατικών οπαδών και μπορεί να μεταφέρουν ένα «εσωτερικό» μήνυμα («λευτεριά στα αδέρφια μας») ή μια ευθεία επίθεση σε αντιπάλους με όλο το κλασικό γηπεδικό υβρεολόγιο (σεξ, βία, ομοφοβία). Ήταν ένα τεράστιο πανό το οποίο δέσποζε στο πιο κεντρικό σημείο του «Γ. Καραϊσκάκης», απέναντι από τις τηλεοπτικές κάμερες, σε όλη τη διάρκεια του χθεσινού ντέρμπι των «αιωνίων».

Ήταν σχεδόν συνέχεια εκεί, στην οθόνη της τηλεόρασης, και ο θεατής ήταν αδύνατο να το αγνοήσει, όπως και η κάμερα. Απλά, μετά από λίγη ώρα γινόταν αναπόσπαστο μέρος της μετάδοσης. («Μπαμπά, τι γράφει εκεί;», «Τίποτα παιδί μου, κοίτα το παιχνίδι»). Ένα κομμάτι του σκηνικού που παρέμεινε ορατό στο πανελλήνιο μέχρι το φινάλε του ματς, αφού κανείς δεν βρέθηκε να το κατεβάσει –έστω και καθυστερημένα, έστω και για τα μάτια του κόσμου– όπως θα συνέβαινε σε οποιαδήποτε άλλη λίγκα.


Άλλο να ακούς τα γνωστά σεξιστικά και ομοφοβικά συνθήματα που ευδοκιμούν στα γήπεδα και άλλο να βλέπεις το μήνυμα του μίσους μπροστά σου στην τηλεόραση, σαν να είναι το πιο κανονικό πράγμα στον κόσμο.

«ΜΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΙ GAY» έγραφε το πανό που διέσχιζε την οθόνη της τηλεόρασης, σαν να πρόκειται για χορηγούμενο μήνυμα ή για καμπάνια της ίδιας της Superleague προς «ευαισθητοποίηση» του κοινού.

  
Έχουμε δει και χειρότερα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. Φωτ.: EUROKINISSI

Και ήταν τέτοια η διατύπωση (σαν να πρόκειται για την αναπόφευκτη κατάληξη ενός συλλογισμού που φτάνει πάντα στο ίδιο συμπέρασμα) ώστε αν η λέξη “Gay” δεν ήταν γραμμένη, μόνο αυτή, με πράσινα γράμματα, προκειμένου να είναι σαφές σε ποιους ακριβώς (ή κυρίως) απευθύνεται ο βαθιά «προσβλητικός» χαρακτηρισμός, θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι οι φανατικοί προσβλήθηκαν ξαφνικά από οξεία «συμπερίληψη» ή από ακραίο «woke»: …Μα κατά βάθος, είναι όλοι οι άνθρωποι γκέι. Αυτό θα ήταν πραγματικά ένα υπερβατικό πανό. Ακόμα όμως κι αν υποθέσουμε ότι κάποια οπαδικη φράξια είχε την έμπνευση να προβεί σε μια τόσο υπερβατική παρέμβαση, ένα τέτοιο πανό, αν έφτανε ποτέ μέχρι την κερκίδα, θα είχε αποσυρθεί κακήν κακώς από το γήπεδο και από τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Άλλο να ακούς τα γνωστά σεξιστικά και ομοφοβικά συνθήματα που ευδοκιμούν στα γήπεδα –ακόμα και το βροντερό και φρικαλέο «Πού! – τσα!» που δονούσε τους πρόσφατους αγώνες της Εθνικής– και άλλο να βλέπεις το μήνυμα του μίσους μπροστά σου στην τηλεόραση, σαν να είναι το πιο κανονικό πράγμα στον κόσμο. Η προκατάληψη, η χυδαιότητα και η μισαλλοδοξία επικυρωμένες, κανονικοποιημένες και σε κοινή θέα. Τεχνικά, όμως, δεν περιείχε καμιά «κακή» λέξη το εν λόγω πανό και αυτό διευκόλυνε ίσως την απόλυτη και επιδεικτική αδιαφορία των αρμόδιων φορέων που θα έπρεπε να έχουν φροντίσει για την άμεση απόσυρσή του. Έχουμε δει και χειρότερα, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. Ίσως (ή μάλλον σίγουρα), αλλά η έλλειψη κάθε επίσημης αντίδρασης σε κάτι τόσο εξόφθαλμα προσβλητικό και εξευτελιστικό για έναν ολόκληρο κόσμο, σε κάτι που έβλεπε στα μούτρα της για μιάμιση ώρα όλη η Ελλάδα, είναι εξοργιστικά ασυνείδητη μέσα στην ακροδεξιά θολούρα που μας περιβάλλει.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

"Το φάντασμα του αρχηγισμού" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.10.2026)

 ..............................................................



Το φάντασμα του αρχηγισμού

Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς την ΕΛΑΣ, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί.




γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.10.2026)



Από τότε που αποχώρησε ο Στέφανος Κασσελάκης από τον ΣΥΡΙΖΑ, εδώ και δύο χρόνια περίπου, τίθεται το ζήτημα της πιθανής συνεργασίας μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς – ανάλογα με τη φάση και την εκάστοτε συγκυρία, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα και επιτακτικά. Τούτο το γεγονός από μόνο του σημαίνει πως για αρκετούς που συμμετείχαν στην ίδρυση της Νέας Αριστεράς το καθοριστικό πρόβλημα που είχαν με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εκλογή και η παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία. Και ότι κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τούτο το πρόβλημα έπαψε να υπάρχει, δεν υφίσταται πλέον λόγος για την εξακολούθηση του διαχωρισμού των δύο κομμάτων.

Δύο ερωτήματα βέβαια προκύπτουν ως προς αυτό. Το πρώτο είναι πώς συμβιβάζονται όσοι από τη Νέα Αριστερά μιλούν για συνεργασία με το γεγονός πως οι εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ μετά το φθινόπωρο του 2023 ανέχτηκαν και στήριξαν τον Κασσελάκη επί έναν χρόνο. Και μια πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πως δεν αρκεί μια διαφωνία σε ένα συγκεκριμένο θέμα που τώρα ανήκει πρακτικά στο παρελθόν για να παρατείνει ες αεί έναν απόλυτο θεσμικό διαχωρισμό μεταξύ πρώην συντρόφων με πολυετή συμπαρουσία στον ίδιο κομματικό φορέα. Τούτη όμως η πιθανή απάντηση μας οδηγεί μοιραία στο δεύτερο ερώτημα, που φαίνεται κάπως πιο αμείλικτο. Η εκλογή και η ενιαύσια παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν ένα ειδικό και συγκεκριμένο ατυχές συμβάν ή μήπως οι συνθήκες που το δημιούργησαν ήταν πολύ γενικότερες και βαθύτερες και συνεπώς δεν γίνεται να δεχτούμε ότι εξαλείφθηκαν μαζί με το φαινόμενο που προκάλεσαν;

Σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Κίνητρα και αντικίνητρα για συνεργασία» («Εφ.Συν.», 15.9.2026), είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως βασικό αντικίνητρο της Νέας Αριστεράς για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι το πολύ πιθανό ενδεχόμενο οι βουλευτές του δεύτερου να διαλύσουν τη συνεργασία και να πάνε με την ΕΛΑΣ –έχοντας παραδώσει πρώτα τις έδρες τους, εννοείται– κρίνοντας πως με το κόμμα του Τσίπρα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγούν. Οφείλω τώρα να εξηγήσω πως με αυτή μου την εκτίμηση δεν αναφέρομαι σε έναν «κυνικό» και υπολογιστικό καιροσκοπισμό από την πλευρά των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον απλούστατο λόγο ότι, ακόμα και αν παραδώσουν τις έδρες τους, ο Τσίπρας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τους δεχτεί ως υποψήφιους βουλευτές του κόμματός του – και αυτό οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ το γνωρίζουν. Οι πιθανότητες να επανεκλεγούν θα είναι όντως περισσότερες με την ΕΛΑΣ, υπό τον όρο ότι… θα είναι όντως υποψήφιοι. Τι τους εγγυάται όμως ότι ο Τσίπρας δεν θα προτιμήσει πρόσωπα που έχουν ήδη εισρεύσει στο κόμμα του από την ίδρυσή του – αν όχι νωρίτερα κιόλας, διά μέσου του Ινστιτούτου του;

Η επίγνωση ακριβώς τούτης της αβεβαιότητας ως προς την αποδοχή από τον Τσίπρα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αμφιθυμία που τώρα επικρατεί στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό και το κόμμα του. Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς τα εκεί, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί. Το ότι δεν είναι ιδιαίτερα πειστικοί σχετίζεται με το δεύτερο, πιο «αμείλικτο» ερώτημα που ετέθη παραπάνω. Οσοι δεν έφυγαν το φθινόπωρο του 2023 και ανέχτηκαν επί έναν χρόνο τον Κασσελάκη δεν είχαν ταυτιστεί με κάποιο «σούργελο» που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική. Ας μην υποτιμούμε τόσο πολύ την κρίση τους. Είχαν αποδεχτεί στην πράξη αλλά και στην ιδεολογία τους τη βαθύτερη δομή του ΣΥΡΙΖΑ όπως εκείνη είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια – δομή της οποίας το φαινόμενο Κασσελάκη ήταν το έσχατο επακόλουθο. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται τώρα για τη Νέα Αριστερά είναι αν θα αποφασίσει να συνεργαστεί με ένα κόμμα που κατά τεκμήριο εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το φάντασμα του αρχηγισμού.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Luigi Boccherini Introduction and Fandango (E. Beleninov-guitar, E. Kotlibulatova-piano) (youtube, 2.12.2018)

 ...............................................................


Luigi Boccherini Introduction and Fandango (E. Beleninov-guitar, E. Kotlibulatova-piano)


Luigi Boccherini (1743-1805) - Introduction and Fandango

Arranged by Julian Bream

Recorded at Kulturhaus Centre Bagatelle in Berlin on 26.06.2018


JOHANN SEBASTIAN BACH: "Sonata in D minor", BWV 964 - Elizabeth Farr, lute-harpsichord (2007)

 ..............................................................


JOHANN SEBASTIAN BACH: "Sonata in D minor", BWV 964 - Elizabeth Farr, lute-harpsichord (2007)




00:00 I. Grave

03:14 II. Fuga

11:38 III. Andante

16:01 IV. Allegro



"Η ελληνική Αριστερά και οι κοινωνικές συμμαχίες" γράφει ο Χρήστος Λάσκος (tvxs.gr, 12.10.2026)

 .............................................................



Η ελληνική Αριστερά και οι κοινωνικές συμμαχίες





                   γράφει ο Χρήστος Λάσκος (tvxs.gr, 12.10.2026)



Με αφορμή κάποιες πρόσφατες εκλ
ογικές επιτυχίες της Αριστεράς διεθνώς, έχει εξελιχθεί σε πρωτεύον το ερώτημα σχετικά με το τί κάνουν καλά όσοι τα καταφέρνουν.

Ερώτημα κρίσιμο ιδίως σε μια εποχή, που, από πολλές απόψεις, θυμίζει έσχατους καιρούς· εποχή, στην οποία ο εκφασισμός των κοινωνιών είναι το πολιτικό απόσταγμα μιας διαδικασίας πραγματικά οριακής, με την κλιματική κρίση, την εκτόξευση της εκμετάλλευσης και την πολεμική παράκρουση να είναι ενεργές πραγματικότητες.

Οι ερμηνείες αυτών των εκλογικών επιτυχιών περιφέρονται γύρω από τον τρόπο της καμπάνιας, την επικοινωνιακή τακτική, οργανωτικές πρακτικές «νέου τύπου», την επίτευξη μιας εγγύτητας, που χαρακτήριζε την αριστερή πολιτική στις καλύτερες ιστορικά στιγμές της. Συχνή είναι η επισήμανση του γεγονότος πως η προγραμματική πρόταση επικεντρώνεται σε υλικά ζητήματα άμεσης προτεραιότητας για την πλειοψηφία. Πως το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή, αποκτάει εκ νέου την βαρύτητα που του πρέπει.

Είναι αλήθεια πως η ταξική έγκληση, ιδίως στις ΗΠΑ, προεξάρχει. Η απεύθυνση είναι, σχεδόν μονόπαντη: working class, working class, working class. H middle class δεν έχει ποτέ σχεδόν την τιμητική της· έστω λίγο.

Πράγμα που διαφοροποιεί έντονα τη δική μας περίπτωση. Σ’ εμάς , η «μεσαία τάξη» είναι η πολύφερνη νύφη. Πρώτα πρώτα, η εργατική τάξη σπανίως κατονομάζεται, σπανίως λέγεται με το όνομά της· προτιμώνται όροι, όπως ο «κόσμος της εργασίας» ή οι «εργαζόμενοι».

Στην πραγματικότητα, ο όρος τάξη χρησιμοποιείται μόνο για τη «μεσαία»! Πρόκειται για αναλυτικό παράδοξο: η «μεσαία τάξη» είναι τόσο απροσδιόριστη που είναι αδύνατον να εκληφθεί ως τάξη.

Ακόμα κι όταν, -όπως, ας πούμε, συμβαίνει εμμονικά στο λόγο του κ. Τσίπρα-, η «μεσαία τάξη» δεν μονοπωλεί την θέση του υποκειμένου της έγκλησης, και τότε η εργατική τάξη δεν είναι αρκετή. Πάντοτε κάποιοι μικρομεσαίοι θα προστεθούν.

Είναι κακό αυτό; Τις περισσότερες φορές ναι, νομίζω ότι είναι κακό.

Εξηγούμαι: η εργατική τάξη ορίζεται από το γεγονός πως τα μέλη της επιβιώνουν κυρίως χάρη στην πώληση της εργασιακής τους δύναμης. Αν δεν το κάνουν, σύντομα θα βρεθούν σε επιβιοτικό αδιέξοδο. Είναι εξαρτημένοι, σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες του πληθυσμού, οι οποίες, όχι χωρίς λόγο, προσδιορίζονται ως «ελεύθεροι» επαγγελματικά.

Αυτό δεν αλλάζει από το προφανές γεγονός πως σημαντικό μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών κάθε άλλο παρά ελεύθερο είναι. Τα μπλοκάκια είναι πιο εξαρτημένοι από τους εξαρτημένους. Και όχι μόνο· ο Κεν Λόουτς μας έχει κάνει σοφότερους περισσότερο από όσο πολλοί κοινωνιολόγοι.

Όπως δεν αλλάζει τα πράγματα το γεγονός πως σημαντικό μέρος μικρών και μεσαίων εταιριών δυσκολεύεται ιδιαίτερα. Αυτό είναι ο καπιταλισμός.

Η ταξική συμμαχία, που φαντάζεται μεγάλο μέρος της ελληνικής Αριστεράς, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Στην ακραία της εκδοχή -που και πάλι την εκπροσωπεί κατεξοχήν ο κ. Τσίπρας- η πατριωτική φορολόγηση, που αφορά 4000 οικογένειες με εισόδημα άνω του ενός εκατομμυρίου, είναι δείκτης μιας πολιτικάντικης στάσης. Γενικότερα, ωστόσο, η αντιπαράθεση κυρίως με το «μεγάλο κεφάλαιο» και τα «μονοπώλια» ή τα «ολιγοπώλια», είναι μέρος της ίδιας βασικής τοποθέτησης.

Μόνο που και οι μικρές επιχειρήσεις δίνουν εισόδημα στα αφεντικά τους μέσα από την εκμετάλλευση των εργατών τους. Τα συμφέροντα των αφεντικών είναι καταστατικά αντίθετα σε αυτά των εργατριών. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου το μόνο συγκριτικό πλεονέκτημα του επιχειρηματικού της τομέα είναι η φτηνή, χωρίς δικαιώματα και τρομοκρατημένη εργασία η αντίθεση είναι ακόμη οξύτερη. Συχνά, τα μικρά αφεντικά έχουν περισσότερους λόγους για την αξιοποίηση αυτού του συγκριτικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τα μεγάλα.

Η εργατική τάξη έχει βιωματική εμπειρία αυτού του γεγονότος. Η νεολαία, μεγάλο μέρος της οποίας πια ανήκει στην εργατική τάξη, είναι ακόμη περισσότερο «ενήμερη» σχετικά.

Αλλά και από μακροοικονομική άποψη, σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες έχουν τον τρόπο να μετακυλούν την αύξηση του κόστους στους μισθωτούς, ενώ οι τελευταίοι μόνο να τον υφίστανται μπορούν. Δεν είναι «παράλογο» για έναν επιχειρηματία να συναινεί σε αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών, όταν κάτι τέτοιο αντικειμενικά θα σήμαινε άμεση αύξηση του εργασιακού κόστους του;

Ή, σε ό,τι αφορά τη φορολογία, ποιο αφεντικό θα αισθάνονταν ευχάριστα με μια ριζική μεταρρύθμιση, που θα μείωνε το φορολογικό βάρος για τους μισθωτούς, όταν η διατήρηση των δημόσιων εσόδων θα σήμαινε αναγκαστικά επιβάρυνση των ίδιων των επιχειρηματιών;

Συνολικότερα ο λαός της ιδιοκτησίας έχει ανταγωνιστικά συμφέροντα απέναντι στην εργατική τάξη· τα τερατώδη ενοίκια δεν τα εισπράττουν μόνο τα φαντς, όπως είναι γνωστό. Η απαιτούμενη μεγάλη μείωσή τους θα πολεμηθεί ανηλεώς και από «μεσαίους» εισοδηματίες.

Δεν θα συνεχίσω με αυτήν την απλοϊκή «πολιτική οικονομία». Είναι, μάλλον, σαφές τι υποστηρίζω. Ακόμα κι αν η σχηματική αυτή παρουσίαση είναι εσφαλμένη, έχω την εντύπωση πως εντοπίζει ουσιώδη στοιχεία μιας αριστερής πολιτικής, για την οποία το κοινωνικό ζήτημα στο επίκεντρο.

Πάνε δεκαετίες τώρα, αφότου ο Πουλαντζάς -και άλλοι, εξίσου πειστικά- αποδόμησε τον στρατηγικό λαϊκομετωπισμό του, σοβιετικής, ως επί το πλείστον, κοπής, «κομμουνισμού», για τον οποίο απαξάπαντες -πλην μερικών υπερ-πλουσίων- μοιράζονται τα ίδια συμφέροντα. Και η ελληνική Αριστερά συνεχίζει το βιολί της, αφού τον μετέτρεψε σε «ινστιτούτο».

Πολλοί δημοσιολόγοι, αλλά και πολιτικοί επιστήμονες, δυσκολεύονται να εξηγήσουν το παράδοξο της πολύχρονης και αναμφισβήτητης κυριαρχίας της Δεξιάς στη χώρα μας. Ενώ, νομίζω, ο πυρήνας της εξήγησης βρίσκεται μπροστά στη μύτη μας.

Ο θεμελιώδης, λοιπόν, λόγος της διαρκούς κατίσχυσης της Δεξιάς είναι πως συγκροτεί στο πολιτικό πεδίο ένα κοινωνικό -ταξικό μπλοκ, εξαιρετικά συμπαγές, πολύ συνειδητοποιημένο ταξικά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Ο εκλογικός πυρήνας του διηνεκούς 30% σε αυτό στηρίζεται και, με αυτόν τον τρόπο, δίνει τη βάση στη δεξιά ηγεμονία, η οποία, «πείθοντας» και τμήμα των κατώτερων τάξεων, συντηρητικών ιδεολογικά, καταφέρνει να αναπαράγεται με σχετική άνεση.

Με άλλα λόγια, ο λαός της ιδιοκτησίας έχει πλήρη συνείδηση των συμφερόντων του, τα οποία είναι για τον ίδιο αδιαπραγμάτευτα.

Η απάντηση σε αυτήν την συνθήκη δεν πρόκειται να παραχθεί από «κοστολογημένα προγράμματα» και την αντίστοιχη «δημοσιονομική σοβαρότητα», αλλά με την διαμόρφωση ενός αντίπαλου ταξικού μπλοκ, το οποίο θα νικήσει τον συνασπισμό της Δεξιάς.

Λέγεται συχνά πως «τα πράγματα είναι πιο σύνθετα». Συνήθως πρόκειται για υπεκφυγή. Πάντοτε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το θέμα είναι γύρω από ποιον, όχι τόσο «σύνθετο», άξονα πρέπει να στρέψεις την προσοχή σου, ώστε η «συνθετότητα» να μην οδηγεί σε αναλυτικό κομφούζιο.

Επανέρχομαι στην αρχή: οι σημερινές επιτυχείς αριστερές πολιτικές βασίζονται σε «απλά» ταξικά αιτήματα. Στο σημείο που βρίσκονται τα πράγματα σήμερα, στη φάση απεγνωσμένης άμυνας για τις κατώτερες τάξεις, δεν απαιτείται κι άλλος κακοχωνεμένος Γκράμσι. Αυτά που μας απειλούν είναι, εν τέλει, απλά, σχεδόν προφανή.

Η εργοδοσία είναι η εργοδοσία, μικρή και μεγάλη. Τα αφεντικά είναι τα αφεντικά, μικρά και μεγάλα -πολλές φορές, αριστερά και δεξιά, ίδια. Οι μετέπειτα διαφοροποιήσεις δεν πρέπει να ξεπερνούν το θεμελιώδες αδιαφοροποίητο.

Πρόκειται για γενίκευση, βέβαια. Αλλά οι ίδιες οι επιστήμες δεν θεμελιώνονται σε γενικεύσεις; Σε αυτό δεν στηρίζεται η υπεροχή τους ως μορφές γνώσης;

Χωρίς γενίκευση δεν υπάρχει γνώση. Και, νομίζω, ούτε συνεκτική πολιτική παρέμβαση.