Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

"Ελλάδα, δεν είσαι έτοιμη - Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις." έγραψε η Ερωφίλη Κόκκαλη (www.lifo, gr, 30.3.2024)

 .............................................................



Ελλάδα, δεν είσαι έτοιμη


Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις.






έγραψε η Ερωφίλη Κόκκαλη (www.lifo, gr, 30.3.2024)



ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΗ για μένα, δεν είσαι έτοιμη για κανέναν και για τίποτα. Δεν είσαι ποτέ στην ώρα σου, έρχεσαι πάντα αργά, όταν το κακό έχει γίνει, όταν το πάρτι έχει τελειώσει. Όταν έχω πνίγει ήδη, όταν έχω καεί ήδη, όταν έχω ξεψυχήσει. Φτάνεις επίσημα στον τόπο του εγκλήματος σου για να σε φωτογραφίσουν και να διαφημίσεις την απάνθρωπη παρουσία σου. Αλλά δεν έμεινες ποτέ ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Δεν ξόδεψες τον πολύτιμο χρόνο σου μαζί μας.

Μασκαρεμένη μέσα στο ακριβό σου κουστούμι, περιφρουρούμενη, κι ύστερα κρύβεσαι μέσα σε ένα αμάξι με φιμέ τζάμια και εξαφανίζεσαι. Έρχεσαι για να καμαρώσεις τις σημαίες σου και τις βρίσκεις σκισμένες, νομίζεις ότι θα ακούσεις «συγχαρητήρια» και τελικά σε περιμένουν μπινελίκια και κατάρες από μεγάφωνα και μπαλκόνια. Όχι, δεν θα σταθούμε προσοχή, τα γόνατά μας δεν μας κρατάνε.

Σε έχω καταραστεί κι εγώ Ελλάδα, σε έχω καταραστεί από τα βάθη της καρδιάς μου. Εξαιτίας σου έπαψα να πιστεύω στον Θεό όταν ο Θεός ερχόταν κάθε βράδυ στο κρεβάτι μου να με νανουρίσει. Εξαιτίας σου έφυγα από το σχολείο με κλαμένα μάτια και άδειο στομάχι. Εσύ και μόνο εσύ φταις γι’ αυτό. Τα μαρτύρησα όλα στη μάνα μου για σένα.


Πέντε ευρώ την ώρα κοστίζει η ζωή μας για σένα και πάλι σου φαίνεται πιο συμφέρον να πεθάνουμε πριν πληρωθούμε.

Και θύμωσε. Η ίδια μου η μάνα με έδειρε εξαιτίας σου. Κι ας ήξερε πόσο την ξεζούμισες κι εκείνη, πώς την ανάγκασες να σου γεννήσει παιδιά εργάτες, πώς την εκβίασες να τα μεγαλώσει με το τίποτα. Κι ύστερα τα πλήρωσες με 5 ευρώ την εργατοώρα. Πέντε ευρώ την ώρα κοστίζει η ζωή μας για σένα και πάλι σου φαίνεται πιο συμφέρον να πεθάνουμε πριν πληρωθούμε.

Πέντε ευρώ χαράμι να σου γίνουν. Στους γιατρούς να τα φας Ελλάδα. Ξέρω ότι στους μυστικούς σου δείπνους τραπεζώνεις κανίβαλους, παιδοβιαστές, μιζαδόρους, ρουφιάνους και όλοι μαζί τσουγκρίζετε σαμπάνιες στην υγειά αυτών που δεν πρόλαβαν να μαρτυρήσουν. Να μας πουν τι τους κάνατε. Χωρίς μοντάζ.

Στον λαιμό να σας κάτσει η σαμπάνια, ο αστακός και η Θεία Κοινωνία. Σας έχω δει να κυκλοφορείτε στα σκοτάδια, να κρατάτε τσεκούρι στο ένα χέρι και με το άλλο να κάνετε τον σταυρό σας. Σας έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια.

Μεγαλώσαμε για να ζήσουμε σαν δούλες του δυτικού κόσμου, να ξεχαρμανιάζουν στην πλάτη μας με ούζο, σουβλάκι και θάλασσα, κι εμείς να μετράμε τα φιλοδωρήματα για να πάμε στο σούπερ μάρκετ. Ο ήλιος που πουλάς ακριβά μάς καίει τις σάρκες, βουλιάζουμε στην καυτή άμμο σερβίροντας τουρίστες και μόνο το κύμα μπορεί να μας σώσει, να μας ξεβράσει δίπλα στους πνιγμένους πρόσφυγες πάντα κατά λάθος, από ανθρώπινο λάθος.

Ελλάδα δεν είσαι έτοιμη να μας ζήσεις. Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις. 200 χρόνια δεν σου ήταν αρκετά, αχόρταγη.

Θα ζήσουμε, μωρή, θα σκάψουμε με τα νύχια μας τα χώματα, θα αναδυθούμε από τα ναυάγια και τα μπάζα, θα βγούμε σαν τα ζόμπι από τα πάρτι και τα κλουβιά που νοικιάζουμε, θα τρέξουμε καταπάνω σου και τότε… Θα ξαναγεννηθούμε και θα ξεχάσουμε ότι σε γνωρίσαμε. Θα αλλάξουμε το όνομά μας, θα ξεχάσουμε ότι υπήρξες.

Αλλά οι μανάδες μας θα σε ψάχνουν ακόμα και τότε, και όταν σε βρουν, αλίμονό σου…

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 ..............................................................




          Άννα Ζέγκερς (1900 - 1983)


·      Απόσπασμα από την ιστορία της Άννα Ζέγκερς (1900 – 1983) «Η Εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» (μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδ. «Άγρα», 2000)

 

«…Το γαλάζιο σύννεφο της καταχνιάς που .ανέβαινε από τον Ρήνο, ή από τα κατάκοπα μάτια μου, σκέπασε σαν ομίχλη όλα τα τραπέζια με τα κορίτσια, έτσι που δεν ξεχώριζα πια καθαρά τα πρόσωπα της Νόρας, της Λένι και της Μαριάννε, ή όπως αλλιώς τις έλεγαν – κανένα αγριολούλουδο δεν ξεχωρίζει μέσα σε ένα πλήθος λουλούδια του αγρού. Τις άκουσα λίγη ώρα να τσακώνονται πού θα ήταν καλύτερα να καθίσει η δεσποινίς Ζίχελ, η νεαρή δασκάλα. Η ομίχλη μπροστά από τα μάτια μου διαλύθηκε και αναγνώρισα ολοκάθαρα τη δεσποινίδα Ζίχελ, που παρουσιάστηκε δροσερή, ντυμένη με φωτεινά χρώματα σαν τις μαθήτριές της.

   Κάθισε δίπλα μου, και η άγρυπνη Νόρα σέρβιρε στην αγαπημένη της δασκάλα τον καφέ. Πάντα εξυπηρετική και πρόθυμη, είχε στολίσει μάλιστα στο άψε-σβήσε τη θέση της δεσποινίδος Ζίχελ με λίγα κλαδάκια γιασεμί.

   Γι’ αυτό σίγουρα θα μετάνιωνε αργότερα η Νόρα, ως αρχηγός των εθνικοσοσιαλιστριών της πόλης μας, αν η μνήμη της δεν ήταν τόσο αδύνατη όσο και η φωνή της. Τώρα παρακολουθούσε με υπερηφάνεια, σχεδόν ερωτικά θα έλεγα, τη δεσποινίδα Ζίχελ που έχωνε ένα κλαδάκι γιασεμί  στην κουμπότρυπα της ζακέτας της. Και στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα θα χαιρόταν που είχε υπηρεσία στην ίδια ώρα με τη δεσποινίδα Ζίχελ σε μια οργάνωση γυναικών που πρόσφερε τροφή και νερό στους περαστικούς στρατιώτες. Αργότερα όμως, αυτή την ίδια δασκάλα που έτρεμε πια σαν γριούλα, θα την έδιωχνε βάναυσα από ένα παγκάκι στην όχθη του Ρήνου, επειδή δεν ήθελε να καθίσει δίπλα σε μια Εβραία. Έτσι όπως καθόμουν δίπλα της θυμήθηκα ξαφνικά – και ένιωσα σαν να ήταν μια σοβαρή παράλειψη της μνήμης μου, σαν να είχα την υψηλή υποχρέωση να θυμάμαι πάντα ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες – πως τα μαλλιά της δεσποινίδος Ζίχελ δεν ήταν ανέκαθεν άσπρα σαν το χιόνι, όπως τα θυμόμουν, πως την εποχή της σχολικής μας εκδρομής μας ήταν καστανόξανθα, εκτός από μερικές γκρίζες τούφες στους κροτάφους της. Τώρα οι άσπρες τρίχες ήταν ακόμα τόσο λίγες που θα μπορούσε κανείς να τις μετρήσει, κι όμως ξαφνιάστηκα, σαν να αντίκριζα ξαφνικά εδώ, σήμερα για πρώτη φορά, τα ίχνη των γερατειών. Όλα τα άλλα κορίτσια στο τραπέζι μας χαίρονταν μαζί με τη Νόρα που είχαν κοντά τους τη νεαρή δασκάλα, χωρίς να υποψιάζονται πως αργότερα θα έφτυναν τη δεσποινίδα Ζίχελ και θα την αποκαλούσαν υβριστικά βρωμοεβραία.

   Η πιο μεγάλη απ’ όλες μας, η Λόρε – φορούσε φούστα και μπλούζα, είχε κοκκινωπά κατσαρωμένα μαλλιά και ήδη από καιρό σωστές ερωτικές σχέσεις -, πήγαινε στο μεταξύ από το ένα τραπέζι στο άλλο για να μοιράσει το κέηκ που είχε ψήσει η ίδια. Αυτό το κορίτσι διέθετε όλα τα πολύτιμα χαρίσματα μιας νοικοκυράς, τα σχετικά εν μέρει με την ερωτική και εν μέρει με τη μαγειρική τέχνη. Η Λόρε ήταν πάντα υπερβολικά εύθυμη, εξυπηρετική και πρόθυμη για αστεία και φάρσες. Η ερωτική της ζωή, που είχε αρχίσει ασυνήθιστα πρώιμα – μια επιπολαιότητα για την οποία τη μάλωναν αυστηρά οι δασκάλες -, δεν την οδήγησε σε γάμο αλλά ούτε και σε κανένα σοβαρό δεσμό, έτσι ώστε  όταν οι περισσότερες ήταν από καιρό σεβάσμιες μητέρες, εκείνη είχε ακόμα τη σημερινή εμφάνιση της μαθήτριας του γυμνασίου, με κοντή φούστα κι ένα μεγάλο, κόκκινο λαίμαργο στόμα. Πώς ήταν δυνατόν να έχει ένα τόσο θλιβερό τέλος; Να επιδιώξει το θάνατο με ένα σωληνάριο υπνωτικά; Ένας οργισμένος εραστής της, ένας Ναζί, την είχε απειλήσει με το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, επειδή η απιστία της ήταν, λέει, ατίμωση για τη φυλή της. Πολύ καιρό παραμόνευε μάταια για να την αιφνιδιάσει με τον απαγορευμένο, παράνομο εραστή. Ωστόσο, παρά τη ζήλια και τη δίψα του για εκδίκηση, μόνο λίγο πριν από την αρχή του πολέμου κατάφερε να βρει αποδείξεις, όταν ένας δοκιμαστικός συναγερμός της αεράμυνας έστειλε υποχρεωτικά όλους τους κατοίκους της πόλης από τα δωμάτια και τα κρεβάτια τους στο καταφύγιο – μαζί μ’ αυτούς και τη Λόρε με τον παράνομο αγαπημένο της.

   Τώρα πρόσφερε κρυφά, πράγμα που όμως δεν μας διέφυγε, ένα περισσευούμενο γλυκάκι κανέλας στην επίσης εντυπωσιακά όμορφη και παμπόνηρη Ίντα, με τα αμέτρητα φυσικά μπουκλάκια στα μαλλιά. Στην τάξη ήταν η μοναδική της φίλη, αφού όλες στραβοκοίταζαν τη Λόρε για τα αστεία της. Ψιθυρίζαμε πολλά για τις ζωηρές συναντήσεις της Ίντα και της Λόρε, αλλά για τις επισκέψεις τους σε κολυμβητήρια όπου γνώριζαν ευλύγιστους συντρόφους για ελεύθερη κολύμβηση. Δεν καταλαβαίνω μόνο γιατί την Ίντα, που μασούλαγε κρυφά το γλυκό της κανέλας, δεν την είχαν πιάσει ποτέ στη γλώσσα τους οι μάνες και οι κόρες. Ίσως επειδή ήταν κόρη καθηγητού, ενώ η Λόρε ήταν κόρη κουρέα. Η Ίντα έβαλε εγκαίρως τέλος στην επιπόλαιη ζωή της, αλλά ούτε κι αυτή δεν έφτασε στο γάμο, γιατί ο μνηστήρας της έπεσε στο Βερντέν. Από ραγισμένη καρδιά έγινε νοσοκόμα, για να μπορεί τουλάχιστον να είναι χρήσιμη στους τραυματίες. Καθώς δεν θέλησε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της μετά τη συνθηκολόγηση του 1918, προσχώρησε στο τάγμα των αδελφών του Ελέους. Η ομορφιά της κόντευε πια να μαραθεί και τα μπουκλάκια της ήταν ήδη ελαφρώς γκρίζα, σαν να ήταν πασπαλισμένα με στάχτη, όταν η Ίντα έγινε αξιωματούχος των εθνικοσοσιαλιστριών νοσοκόμων και, παρόλο που σ’ αυτόν τον πόλεμο δεν είχε μνηστήρα, ήταν ακόμα ξύπνια η επιθυμία της για εκδίκηση και η πικρία της. Επέβαλλε στις πιο νέες νοσοκόμες τις κρατικές οδηγίες, που υπαγόρευαν την αποφυγή συνομιλιών και λανθασμένης συμπόνιας κατά την περιποίηση αιχμαλώτων πολέμου. Εντούτοις η εντολή της, όταν παραλάμβαναν φρέσκους επιδέσμους να τους χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τους συμπατριώτες, δεν ωφέλησε διόλου. Γιατί στον τόπο της νέας της απασχόλησης, στο νοσοκομείο πολύ πίσω από το μέτωπο, έσκασε μια βόμβα που τίναξε στον αέρα φίλους και εχθρούς και, φυσικά, το κατσαρό κεφάλι της που τώρα το χάιδευε ακόμα με τα περιποιημένα δάχτυλα η Λόρε, η μόνη στην τάξη που έκανε μανικιούρ…»

 

       Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΥΤΗ της Γερμανίδας ΑΝΝΑ ΖΕΓΚΕΡΣ (1900-1983) γράφτηκε στο Μεξικό, στην εξορία, το 1943. Η ιδιαιτερότητά της είναι ο κυρίαρχος τόνος της, που είναι ο τόνος της ελεγείας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την εφηβεία, τους φίλους που συντρίφτηκαν, τους συγγενείς, την ίδια τη νεότητα της Ζέγκερς, που μελαγχολικά αναζητεί τον χαμένο χρόνο.

   Οι δεκαπέντε αυτές κοπέλες, στο άνθος της ηλικίας τους υπέκυψαν στη γερμανική τραγωδία: εκτοπίσεις, αυτοκτονίες, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, καταδόσεις. Η Λένι, η Μαριάννα, η Νόρα, η Γκέρντα, η Λόρε, η Έλζε, η Ίντα, η Έλλι, η Σοφία, η Λόττε… όλες χάθηκαν σ’ ένα δρόμο χωρίς επιστροφή.

   Η αφηγηματική μέθοδος δίνει εντυπωσιακή δύναμη στο δράμα: το αφήγημα καλύπτει ταυτόχρονα δύο εποχές, που συνέχεια συγκρούονται. Ο ειδυλλιακός χαρακτήρας του παρελθόντος, που μόλις έχει παρέλθει, ποδοπατείται αδυσώπητα από τη βιαιότητα του παρόντος. Επιπλέον: η ειδυλλιακή κατάσταση σκοτεινιάζει από τη γέννησή της, γιατί τη σκεπάζει η σκιά της μοίρας, Τα ειλικρινή σκιρτήματα, τα ευαίσθητα συναισθήματα της εφηβείας, διαψεύδονται και υπονομεύονται από τα ύπουλα πλήγματα, τους συμβιβασμούς και της ωμότητες της ωριμότητας.

 

Η έκδοση συνοδεύεται από εισαγωγή της ΚΡΙΣΤΑ ΒΟΛΦ και επίμετρο με μία συνέντευξη του ΠΙΕΡ ΡΑΝΤΒΑΝΥ, του γιου της Άννα Ζέγκερς, για τα χρόνια της εξορίας της συγγραφέως (1933-1947).  





Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ, ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ έγραψε ο Γιάννης Π. ("Λογοτεχνικό Ιστολόγιο", 16/01/2022)

 ..............................................................



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ, ΔΑΦΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

έγραψε ο Γιάννης Π. ("Λογοτεχνικό Ιστολόγιο", 16/01/2022) 


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μπουκέτο», Τόμος Β’, τεύχος 81, 8 Νοεμβρίου 1925

Η «χρυσή νεολαία» και η ποιητική τριάς. — Ο Βαλαβάνης ερωτευμένος. — Το προφητικό «Όνειρό του». — «Ο τάφος του Κλέφτη». — Το μοιραίο δίστιχο. — Πώς τον πένθησε ο Γεώργιος Παράσχος.
Στας αρχάς του 1850 ένας όμιλος από νέους ζωηρούς και ευθύμους εξεχώριζε στη μικρή τότε Αθήνα. Ήσαν οι πρόδρομοι της «χρυσής νεολαίας» του 62. Τους είχεν ενώσει η φωτιά της νεότητος, η ειλικρίνεια και η αγάπη.
Μέσα στην παρέα αυτή εγνωρίσθησαν ένα καλοκαιρινό βράδι στο «Άντρον των Νυμφών» —κοντά στον Ιλισσό— τρεις νεαροί ακόμη ποιηταί: Ο Γεώργιος Παράσχος, ο Γεώργιος Ζαλόκωστας και ο Δημοσθένης Βαλαβάνης. Τα ονόματα των δύο πρώτων είναι γνωστά, πολιτογραφημένα εις το βασίλειον των Μουσών. Ο Βαλαβάνης όμως δεν είναι γνωστός εις τον πολύν κόσμον, αν και η τέχνη του δεν ήτο κατωτέρα από την τέχνην των φίλων του. Ψυχή περήφανη και γενναία, είχε προικισθεί από τη φύση με ρωμαλέα έμπνευσι, με έκτακτη καλαισθησία, με μουσική αντίληψι στο στίχο. Η μορφή των ποιημάτων του πλησιάζει την επτανησιακή. Και είναι άξιο ιδιαιτέρας σημειώσεως ότι, ενώ την εποχή εκείνη εκυριαρχούσε η καθαρεύουσα και κατά μυριάδας εγράφοντο μακαρονοειδείς στίχοι, άνοστοι, γλυκανάλατοι, παραγεμισμένοι με απαρέμφατα και μέσους αορίστους δευτέρους, με σάβανα, νεκροκεφαλάς και φθίσιν, —μόνον ο Δημοσθένης Βαλαβάνης απετέλεσε μια ωραίαν εξαίρεσιν. Παρουσιάστηκε με τη λαμπρότητα και τη δροσιά του δημοτικού στίχου του οποίου εγνώριζε όλα τα μυστήρια.

Γεννήθηκε στα 1824. Πατρίδα του ήταν η Καρύταινα. Ορφανός από πατέρα, έζησε 18 χρόνια στο χωριό, με τη στοργική του μάνα, με πολλές στερήσεις. Αλλ’ είχε τη μάνα του, το μεγαλείτερο αγαθό του κόσμου. Ήρθε στα Αθήνας γεμάτος πόθο στα γράμματα και με τη μικρή βοήθεια κάποιου συγγενούς του, θέλησε να σπουδάση την Ιατρική. Φοιτητής αυτός, βλέποντας τον κόσμο με τα ωραιότερα χρώματα, συμπληρώνοντας τα θεάματά του με τη φαντασία και αναδημιουργώντας αυτά ιδανικώτερα, έκλεινε για λίγες στιγμές τα επιστημονικά του βιβλία και αφηνότανε στην έμπνευσι. Την εποχή εκείνη ήταν στην ακμή τους δύο φιλολογικά περιοδικά: η «Ευτέρπη» και η «Μνημοσύνη». Σ’ αυτά εδημοσιεύθηκαν προθύμως τα πρώτα του ποιήματα: «Ο τάφος του Κλέφτη» και τα ερωτικά ελεγεία του «Εκείνη» και το «Όνειρό μου». Γιατί ο Δημ. Βαλαβάνης ήταν ερωτεμένος. Ένα θερμό αίσθημα ετάραζε την καρδιά του ποιητού. Ο Ζαλόκωστας γράφει κάπου: «Εις τον βίον του Βαλαβάνη φαίνεται ότι ουχί μικρόν κλονισμόν επέφερεν ο Έρως, έρως μάλιστα ατυχής, πρωτότυπος και ασυνήθης εις πολλούς».
Το «Όνειρό μου» εδημοσιεύθη στη «Μνημοσύνη» συνοδευόμενον από μερικές παρατηρήσεις του Γ. Ζαλοκώστα.
Το «Όνειρο» είναι η τρυφερή ιστορία του έρωτός του σε μια Αθηναία κόρη, που κατοικούσε εκεί σ’ ένα σπίτι της Πλάκας. Ιδού το ποίημα, που έκανε τότε ζωηρή εντύπωσι στο φιλολογικό κόσμο και έδωσε αφορμή ν’ ανάψουν πάλι αι συζητήσεις για τη «γλώσσα της Ποιήσεως»:


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ



Γελούσαν τα τριαντάφυλλα, οι ανθοί μοσχοβολούσαν
Και σε πουλιού πουρπούλισμα μόνον εσειούντο οι κλάδοι,
Κι η αντιλιάδες στης δροσιάς της στάλαις εγλυστρούσαν
Κι από διαμάντη ολόσπαρτο μου εφάνη ένα λειβάδι.
Τρεμουλιαχταίς στα μάτια μου επαίζανε η αχτίδες,
Παρέκει εμουρμουρόκλαιγε μια βρύσι στο πλευρό μου,
Εδώ πως σ’ είδα μοναχή, πως μοναχόν με είδες
Μου εφάνη εις το όνειρό μου.


Λες κι αγγελούδας ευμορφιά να σου έδινε η χλωμάδα
Τα μάτια σου ανεγάλιαζαν στη λάμψι και στη χάρι
Σα στο νερό το καθαρό του ήλιου η αντιλιάδα·
Κι απ’ τα μαλλιά Σου πέρναγε το βάλσαμο να πάρη
Χαρούμενο, ανεμπόδιστο της μοναξιάς τ’ αέρη·
Και σα να μη μ’ εγνώριζες και σα στο λογισμό μου
Ποτέ να μην επέρασες, ποτέ δεν σε είχα φέρει
Μου εφάνη εις τ’ όνειρό μου.

Ψιλό έπεφτε στους κόρφους σου το φόρεμα σαν πάχνη
Πού έβλεπε και δεν έβλεπε τα στήθια σου το μάτι
Σα στον καθρέφτη τη θωριά όπου σκεπάζει η άχνη
Με αγγέλου αέρα το κορμί το ολόλαμπρό σου επάτει
Και σαν να σε ξεγέλαγε με χίλια δυο η μοίρα
Ολόχαρη, ξεπέταχτη σε είδα στο λογισμό μου.
Κόρη, ας μην είναι πλάνη μου αυτ’ η χαρά που επήρα
Για σένα στ’ όνειρό μου

Και γύρω σα να εγύρευες ανθό της αρεσιάς Σου
Στα χαμολούλουδα έσκυφτες κι η πεταλούδες φεύγαν
Και γω με κλόνο της μυρτιάς εσίμωσα κοντά Σου
Μ’ είδες γλαρά, δεν λάλησες, μα η ματιές σου ελέγαν
Πως ήθελε το χέρη σου το κλόνο μου να πάρη·
Μου έδωκες το χαμόγελο, σου έδωκα τον ανθό μου,
Τον πήρες με κυπαρισσιού τον έσμιξες κλονάρι
Μου εφάνη εις τ’ όνειρό μου.

Εξύπνησα και στ’ όνειρο πλανιέτε ο λογισμός μου
Τον κόσμο, κόρη, θα δηλοί το στολιστό λειβάδι·
Το θαμποβόλημα εξηγεί τη πλάνη αυτή του κόσμου·
Κι αγνώριστος που σου έδωκα εγώ το μυρτοκλάδι,
Σημαίνει για τον έρωτα πως μια ζωή δεν φτάνει.
Με το κυπαρισόκλονο που έσμιξες τον ανθό μου
Δηλοί πως θα αγαπά η ψυχή κι όταν κανείς πεθάνη.
Αυτό είναι τ’ όνειρό μου.


Δημοσθένης Βαλαβάνης


* * *



Ο «Τάφος του Κλέπτη» έχει τη λεβεντιά του αρματωλισμού, ευδιάζει θυμάρι και έλατο. Μας δίνει πιστή εικόνα της ηρωικής ζωής των κλεφτών με τους οποίους ο Βαλαβάνης έζησε και συνανεστράφη. Το επικόν τούτο ποίημα η κριτική της εποχής του εθεώρησε «ως αριστούργημα και της Ελληνίδος ποιήσεως εν των τελειοτέρων έργων».
Εκτός τούτων, ο Βαλαβάνης έγραψε τραγωδίαν «Ο Θάνατος του Παπαφλέσσα», ελεγείον «Εις τον Θάνατον νεονύμφου», μεταφράσεις στίχων του Λαμαρτίνου, πολιτικά σατρύρας κλπ. Ένα διήγημά του «Δυο νύκτες» δημοσιευμένο στην «Ευτέρπη» έχει τη σφραγίδα της μελαγχολικής φιλοσοφίας. Ο ποιητής έπασχε τότε, «επήγαινε προς το μνήμα» και η θλίψη εθόλωνε την καθαρή πηγή της εμπνεύσεώ τους. Το διήγημα αυτό είναι το τελευταίο του Βαλαβάνη.
***
Ο Βαλαβάνης, λίγους μήνες πριν πεθάνη, εσύχναζε στο σπίτι του Ζαλοκώστα και απήγγειλε στίχους του. Το στηθικό νόσημά του είχε προχωρήσει, αλλ’ ο Ποιητής ήλπιζε ακόμη. Σε μια από τις απλές εκείνες φιλολογικές συναναστροφές, ήτανε γραφτό του ν’ ακούση από φιλικό στόμα ότι λίγες μέρες μόνο θα ζούσε στον κόσμο τούτο. Ένας από τους παρευρισκομένους —κατά τη συνήθεια της εποχής— επρότεινε τη συμπλήρωσι στίχων σε δεδομένη ομοικαταληξία. Σε άλλες βραδιές οι φίλοι γελούσαν με τις κουτές ή ακατάλληλες απαντήσεις, τώρα όμως συνέβη κάτι πικρό. Διότι όταν ο Βαλαβάνης επρότεινε τον ακόλουθο στίχο:
Έχει θερμό το στήθος του, μεγάλη την ψυχή του,
έλαβε την ακόλουθη απάντησι
Και τον αστέρα της αυγής λαμπάδα νεκρική του.
Ο Βαλαβάνης εζάρωσε τα φρύδια και δε μίλησε πια. Με το αυγινό άστρο μιας ημέρας του Μαΐου 1854 ο Ποιητής απέθανε σε ηλικία τριάντα ετών. Οι ποιηταί και συγγραφείς των Αθηνών τον εκήδευσαν με αδελφική θλίψη. Ο Γεώργιος Παράσχος έβαλε πένθος επάνω στο μανίκι της φέρμελης και κρέπι μαύρο στο φέσι του, και με φωνή γεμάτη λυγμούς απήγγειλε τον επικήδειό του. Αλλά με τα χρόνια, εχάθηκαν τα ίχνη του τάφου του και κανείς δε μπορεί τώρα να μας δείξη σε ποια γωνιά του Αθηναϊκού Νεκροταφείου κοιμάται ο περιπαθής ποιητής του «Ονείρου»

Στεφ. Δάφνης




Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

"Memories Of Tomorrow" (Keith Jarrett) - Piano Solo (youtube, 6.9.2024)

 ...............................................................


"Memories Of Tomorrow" (Keith Jarrett) - Piano Solo



«Τα κόμματα πλέον παλιώνουν πολύ γρήγορα» συνέντευξη του Γιάννη Κωνσταντινίδη, αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στον Γιάννη Πανταζόπουλο (www.lifo.gr, 7.7.2026)

 ...............................................................



«Τα κόμματα πλέον παλιώνουν πολύ γρήγορα»


Ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Γιάννης Κωνσταντινίδης, εξηγεί γιατί ο νέος δικομματισμός δεν έχει σταθερές βάσεις, πώς τα νέα κόμματα αλλάζουν το πολιτικό σκηνικό και γιατί η αποχή ίσως αποδειχθεί καθοριστική.



cover


συνέντευξη του Γιάννη Κωνσταντινίδη,
αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στον Γιάννη Πανταζόπουλο (www.lifo.gr, 7.7.2026)


Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μεταβολές στις κομματικές ισορροπίες. Οδεύουμε προς έναν νέο δικομματισμό;

- Ο ελληνικός δικομματισμός ήταν συνδεδεμένος με την έννοια της κομματικής ταύτισης, και άρα με οικογενειακές καταβολές στο βάθος του χρόνου, και με την έννοια του πελατειασμού. Δεν ήταν δηλαδή συνδεδεμένος με βαθιές ταξικές, θρησκευτικές ή γεωγραφικές διαιρέσεις. Όταν λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, διερράγησαν αιφνιδίως οι συναισθηματικοί δεσμοί των ψηφοφόρων με τα κόμματα και έγινε σαφές ότι το πελατειακό κράτος θα περιοριζόταν εκ των πραγμάτων, το καλούπι του δικομματισμού έσπασε. Η αναπαραγωγή του καλουπιού δεν μοιάζει εφικτή, γιατί ακριβώς εκλείπουν τα βασικά συστατικά: ο συναισθηματικός και ο πελατειακός δεσμός. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ψηφοφόροι μετεωρίζονται μεταξύ διαφόρων επιλογών ψήφου, ωθούμενοι από τη συγκυρία, τα πρόσωπα ή τα επικοινωνιακά τεχνάσματα των κομμάτων. Κατά συνέπεια, ο κατακερματισμός και ο μικρός κύκλος ζωής κομμάτων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται είναι αναμενόμενα. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει την πιθανότητα συγκυριακά δύο κόμματα να εμφανίσουν πολύ υψηλότερα ποσοστά από τα υπόλοιπα και να τραφούν από τον ανταγωνισμό μεταξύ τους, όπως συνέβη με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από λίγα χρόνια, όμως αυτό δεν πρέπει να λογίζεται ως μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος.

«Εκτιμώ πως οι εκλογές που έρχονται θα είναι οι εκλογές του θυμού. Συγκρατημένου ή αχαλίνωτου, αλλά πάντως του θυμού».


— Πάντως η έλευση νέων κομμάτων έχει σίγουρα επηρεάσει τους πολιτικούς συσχετισμούς, έτσι δεν είναι;
- Ακριβώς λόγω της απουσίας κομματικών ταυτίσεων, οι ψηφοφόροι στην Ελλάδα σήμερα είναι εξαιρετικά ανοιχτοί σε νέες επιλογές κομμάτων. Παρότι ο αυξημένος πολιτικός κυνισμός έχει ωθήσει μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων μακριά από τις κάλπες, η αναζήτηση επιλογών από όσους παραμένουν στο εκλογικό σώμα είναι έντονη. Τα νέα κόμματα έχουν προβάδισμα ως επιλογές, καθώς δεν φέρουν το βάρος προηγούμενων ματαιώσεων. Στην περίπτωση της «Ελπίδας» της Μαρίας Καρυστιανού, αυτό είναι αυταπόδεικτο. Αλλά και στην περίπτωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα, η απόσταση που το νέο κόμμα φαίνεται να τηρεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και η προβολή νέων προσώπων χωρίς πολιτικό παρελθόν έχουν πετύχει να δημιουργήσουν την εικόνα του νέου. Η δυναμική καταγραφή και των δύο στις δημοσκοπήσεις είναι λοιπόν λογική. Θα πρέπει, πάντως, να έχουμε κατά νου ότι τα κόμματα «παλιώνουν» πλέον πολύ γρήγορα.


— Η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό αφήγημα τη σταθερότητα και τις μεταρρυθμίσεις, ενώ η αντιπολίτευση εστιάζει στην ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Ποιο από τα δύο αφηγήματα εκτιμάτε ότι βρίσκει σήμερα μεγαλύτερη απήχηση στους πολίτες;

Η απόρριψη της κυβέρνησης, αλλά πλέον και του ίδιου του πρωθυπουργού ως προσώπου, είναι ευρεία και αναμφισβήτητη. Συνεπώς, το αίτημα για πολιτική αλλαγή είναι κυρίαρχο, ωστόσο δεν αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένο πλάνο δράσης και δεν προσωποποιείται σε συγκεκριμένο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γι’ αυτόν τον λόγο και δεν δημιουργείται ρεύμα υποστήριξης κάποιου αντίπαλου της ΝΔ κόμματος. Από την άλλη, οι υποστηρικτές της ΝΔ –αν και σαφώς πολύ λιγότεροι σε σύγκριση με το 2023– παραμένουν συντεταγμένοι πίσω από την προηγούμενη ψήφο τους και την τεκμηριώνουν –άλλοι πηγαία και άλλοι καταναγκαστικά– με αναφορές στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για ένα μάλλον αδύναμο και πάντως σίγουρα αδιάφορο για την πλειονότητα των ψηφοφόρων αφήγημα, το οποίο όμως προβάλλεται επικοινωνιακά από τη ΝΔ, γι’ αυτό φαντάζει ισχυρό.



— Εσείς ποιο θεωρείτε ότι θα είναι τελικά το σημαντικότερο κριτήριο ψήφου για τους Έλληνες πολίτες;


Εκτιμώ πως οι εκλογές που έρχονται θα είναι οι εκλογές του θυμού. Συγκρατημένου ή αχαλίνωτου, αλλά πάντως του θυμού. Μένει να φανεί το πώς θα εκφραστεί ο θυμός στην κάλπη, κάτι που δεν είναι εύκολο εκ των πραγμάτων, καθώς στην κάλπη ρίχνονται «θετικές ψήφοι». Δεν μπορείς απλώς να βρίσεις αυτόν που σε εξοργίζει, η ψήφος σου θα είναι απλώς άκυρη. Πρέπει να παραδέχεσαι έστω –αν όχι να συμφωνείς με– ορισμένα σημεία αυτού του κόμματος ή του προσώπου που επιλέγεις. Και αυτό δεν είναι κάτι εύκολο. Γι’ αυτό και η επιλογή μη προσέλευσης στην κάλπη μοιάζει να είναι ελκυστική. Το αποτέλεσμα της επόμενης κάλπης θα κριθεί από το πόσοι θα είναι εκείνοι που θα επιλέξουν να εκφράσουν τον θυμό τους μακριά από την κάλπη. Όσο περισσότεροι είναι, τόσο υψηλότερο θα είναι το ποσοστό που θα καταγράψει το αντικείμενο της οργής της πλειοψηφίας, δηλαδή η ΝΔ, καθώς οι λιγότεροι πλην όμως συνεπείς στην προσέλευση ψηφοφόροι της θα είναι εκείνοι που θα καταμετρηθούν.

— Από τις κάλπες απέχουν συνήθως και οι νεότεροι. Πόσο πιθανό είναι να φτάσουν περισσότεροι νέοι στις κάλπες τώρα που οι πολιτικοί πρωταγωνιστές εμφανίζονται όλο και συχνότερα μπροστά τους, στον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Η παρακολούθηση των πολιτικών από τους νέους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αυξάνει το ενδιαφέρον τους για την πολιτική με την έννοια της αναζήτησης βέλτιστων λύσεων για τη δημόσια ζωή. Απλώς εντάσσει τους πολιτικούς στα πρόσωπα αναφοράς τους, μαζί με influencers, ηθοποιούς, ποδοσφαιριστές ή μάγειρες. Κι αυτό γιατί οι πολιτικοί δεν παρουσιάζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως φορείς ιδεών, αλλά ως περσόνες. Μοιραία τα κριτήρια διαμόρφωσης επιλογών ψήφου των νέων ακολούθων τους –αν δηλαδή φτάσουν στη σύνδεση του περιεχομένου της παρουσίας των πολιτικών στα κοινωνικά δίκτυα με το δικαίωμα της ψήφου– θα κινούνται γύρω από το στυλ, την ευφράδεια ή τις συνήθειές τους. Είναι λοιπόν πιθανό ότι η τριβή των πολιτικών με τους νέους στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων θα αυξήσει την εκλογική τους συμμετοχή, όμως είναι μάλλον απίθανο να αυξήσει και το ενδιαφέρον τους για την πολιτική πραγματικότητα ή να ακονίσει τον ορθολογισμό τους.



Tο αίτημα για πολιτική αλλαγή είναι κυρίαρχο, ωστόσο δεν αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένο πλάνο δράσης και δεν προσωποποιείται σε συγκεκριμένο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

"Ο εξευτελισμός του κοινοβουλευτισμού" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7.7.2026)

 ...............................................................



Ο εξευτελισμός του κοινοβουλευτισμού


Σε όλα τα πολιτικά ζητήματα, σύσσωμοι οι καθεστωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές, αντιμετωπίζουν τον Αλέξη Τσίπρα ως (και επισήμως) αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης




γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7.7.2026)



Τον Μάιο του 2017, όταν είχε συμβεί τρομοκρατική επίθεση εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου, ο τότε εκπρόσωπος της Ν.Δ. είχε εκφράσει την άποψη ότι: «Δυστυχώς υπάρχουν δηλώσεις […] στελεχών κομματιού της Αριστεράς, κάποιοι είναι και νυν βουλευτές, οι οποίοι […] βάζουν αστερίσκους στην καταδίκη της τρομοκρατίας» – υπονοώντας επιπλέον πως υπήρχε «κάλυψη» των εν λόγω «στελεχών κομματιού της Αριστεράς» από την ίδια την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ησσονος σημασίας γεγονός θα ήταν από μόνο του το ότι το μεγάλο κόμμα της ελληνικής (Ακρο)Δεξιάς εξακολουθεί να επιστρατεύει τα ίδια προπαγανδιστικά τερτίπια ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια.

Το εντυπωσιακό εν προκειμένω είναι ότι δεν έχει αλλάξει το κεντρικό πρόσωπο που καταγγέλλει η νεοδημοκρατική προπαγάνδα. Γενικά, σε όλα τα πολιτικά ζητήματα, σύσσωμοι οι καθεστωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές, αντιμετωπίζουν τον Αλέξη Τσίπρα ως (και επισήμως) αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την ΕΛΑΣ ως αξιωματική αντιπολίτευση και τα στελέχη του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ (που δεν είναι βουλευτές) ως βουλευτές του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Χωρίς ίχνος υπερβολής, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως κάποιος που ξυπνάει από κώμα στο οποίο περιέπεσε πριν από τις εκλογές του 2023, θα ήταν βέβαιος πως η πολιτικο-κομματική κατάσταση είναι ίδια με την τετραετία 2019-2023, με τη διαφορά ότι το κόμμα του οποίου ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας έχει αλλάξει ονομασία και δεν λέγεται πλέον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ΕΛΑΣ.

Αργά ή γρήγορα βέβαια το άτομο που θα ξυπνούσε από το κώμα θα συνειδητοποιούσε και κάποια άλλη διαφορά. Την ιδιαίτερα ευνοϊκή αντιμετώπιση του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ από τα σημερινά καθεστωτικά μέσα. Αρχίζοντας το περασμένο φθινόπωρο με το βιβλίο του «Ιθάκη», που μάλλον ήταν το πιο προβεβλημένο εκδοτικό γεγονός των τελευταίων δεκαετιών, περνώντας στη συνέντευξη-υμνολογία που του πήρε γνωστός μεγαλοδημοσιογράφος στις αρχές Απριλίου, ήτοι μερικές εβδομάδες πριν αναγγείλει επισήμως την ίδρυση του κόμματός του, και φτάνοντας στη σημερινή κατάσταση όπου παρατηρεί κανείς δεξιούς δημοσιογράφους να τον υπερασπίζονται έναντι στελεχών της Νέας Αριστεράς, ακόμη και σε ζητήματα που αφορούν τη στάση του όταν ήταν –και στην πραγματικότητα– αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Εχουμε λοιπόν το όντως πρωτοφανές φαινόμενο στην πολιτική ιστορία του τόπου να διεξάγεται μια πλήρους κλίμακας προεκλογική διαμάχη μεταξύ αφ’ ενός της κυβέρνησης και αφ’ ετέρου ενός κόμματος κοινοβουλευτικά παντελώς ανύπαρκτου, το οποίο έχει και τη στήριξη των καθεστωτικών μέσων. Τον τόνο για αυτή την… εικονική πολιτική πραγματικότητα τον είχε δώσει ο ίδιος ο Τσίπρας, όταν είχε δηλώσει με περισσή υπερηφάνεια πως σε 24 ώρες μετά την ίδρυσή του το κόμμα του έγινε αξιωματική αντιπολίτευση – αναφερόμενος προφανώς στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Εκείνος που κάποτε περιφρονούσε τις δημοσκοπήσεις, τώρα στηρίζει ολόκληρη την πολιτική του υπόσταση σε αυτές. Καθώς φαίνεται, ο ίδιος δεν θέλει να έχει βουλευτές το κόμμα του πριν από τις εκλογές. Η εικονική πραγματικότητα της υποκατάστασης του Κοινοβουλίου από τις δημοσκοπήσεις τον εκφράζει πλήρως.

«Ηθική επανάσταση – Νέος πατριωτισμός – Νέα μεταπολίτευση» ήταν τα κεντρικά συνθήματα της «1ης Συνόδου του Εθνικού Συμβουλίου» της ΕΛΑΣ. Ξεκινώντας από το τρίτο, δεδομένου ότι μεταπολίτευση σημαίνει αλλαγή πολιτεύματος, και δεδομένου επίσης ότι το σημερινό πολίτευμα της Ελλάδας είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, προφανώς είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε πως εδώ ο όρος «μεταπολίτευση» έχει καθαρά μεταφορική σημασία. Κάτι που λογικά μας παραπέμπει στο πρώτο σύνθημα: «Ηθική επανάσταση». Η «νέα μεταπολίτευση» λοιπόν θα είναι μια «ηθική επανάσταση» ενάντια στο υπάρχον «φαύλο» πολιτικό σύστημα. Ο κοινοβουλευτισμός μπορεί να καταργηθεί μόνο με στρατιωτικό πραξικόπημα. Μπορεί όμως να απαξιωθεί σε έσχατο βαθμό. Και φαίνεται πως κάτι τέτοιο έχουν κατά νου οι ιθύνοντες του κοινωνικού καθεστώτος με τη σκιαμαχία που σκηνοθετούν.


● Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

"Αριστερή μνησικακία" γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 6.7.2026)

 ..............................................................



Αριστερή μνησικακία

Συχνά οι δεξιοί ισχυρίζονται πως η Αριστερά είναι μια μνησίκακη οντότητα. Οχι μόνο εποφθαλμιά την εξουσία των άλλων – που, άλλωστε, μόνο αυτοί τη δικαιούνται –, αλλά, κυρίως, διαπαιδαγωγεί το κοινό της στο να μνησικακεί απέναντι στους πετυχημένους




γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 6.7.2026)



Συχνά οι δεξιοί ισχυρίζονται πως η Αριστερά είναι μια μνησίκακη οντότητα. Οχι μόνο εποφθαλμιά την εξουσία των άλλων –που, άλλωστε, μόνο αυτοί τη δικαιούνται–, αλλά, κυρίως, διαπαιδαγωγεί το κοινό της στο να μνησικακεί απέναντι στους πετυχημένους. Να φθονεί τους γουίνερ, να μισεί τους πλούσιους.

Πρόκειται για παλιό κλισέ. Οι πιο μορφωμένοι δεξιοί κάτι έχουν ακούσει, ίσως, για τον Νίτσε. Που, στην εύπεπτη εκδοχή του, φαίνεται να εξηγεί πόσο άθλια είναι η στάση του αδύναμου υποκειμένου απέναντι στον ισχυρό, τον κατάλληλο να εξελιχτεί σε υπεράνθρωπο, που, αφού είναι αδύνατον να τον φτάσει, προσπαθεί να τον κατεβάσει τουλάχιστον στα μέτρα του. Η πιο χαρακτηριστική ιστορικά περίπτωση μνησίκακου αδύναμου είναι η χριστιανική: η αγάπη απέναντι στη δύναμη, στο δίκαια κατακτημένο ή κληρονομημένο κλέος, είναι κατεξοχήν εκδήλωση του άθλιου συνδρόμου.

Ο Γεωργιάδης, βέβαια, δεν ξέρει από Νίτσε – εκτός, ίσως, από όσα μπορεί να αναφέρονται σε ναζιστικά εγχειρίδια, που επιδιώκουν να τον προσεταιριστούν. Οι δεξιοί συνολικά –ιδίως οι αρθρογράφοι δημόσιοι διανοούμενοι–, που έχουν κάνει στόχο ζωής να πολεμούν την αριστερή ταξική μνησικακία, δεν είναι ιδιαίτερα «φιλοσοφημένοι», είναι «πρακτικοί» άνθρωποι· δεν υπάρχουν για να «αναλύουν», αλλά για να λύνουν προβλήματα.
Η χρήση της έννοιας της μνησικακίας είναι, λοιπόν, εξίσου πρακτική. Μοιάζουν λίγο εδώ με τους άπειρους «γκραμσιανούς» αριστερούς, που χρησιμοποιούν την έννοια της «ηγεμονίας», μια έννοια πολύ προσδιορισμένη θεωρητικά, διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι κάνουν οι δεξιοί, αλλά και πόσο καλά το κάνουν. Και το κάνουν καλά.

Τι καλύτερη απόδειξη χρειάζεται από το γεγονός πως επιδραστικοί πολιτικά αριστεροί τείνουν να συμφωνήσουν – με τον τρόπο τους πάντα. Οι εκκλήσεις προς την υγιή επιχειρηματικότητα ή προς τη «μεσαία» τάξη –και δεν εννοούν με αυτό τις δασκάλες ή τις νοσοκόμες, ελπίζω–, η πληθωριστική χρήση της «αξιοκρατίας» –σιγά σιγά θα έρθει και η «αριστεία»–, η συχνή προτροπή να εγκαταλείψουμε τα κόμπλεξ μας απέναντι στους «παραγωγικούς» συμπολίτες μας είναι δείκτης αυτής της υπαναχώρησης. Η οποία είναι στρατηγική, αφορά, δηλαδή, τα θεμελιώδη μιας αριστερής πολιτικής.

Γιατί η αριστερή πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι ταξική. Που σημαίνει αδιάλλακτη. Οσο, τουλάχιστον, αδιάλλακτη είναι και η δεξιά πολιτική. Γιατί η Αριστερά δεν πολεμά, γενικώς, τις ανισότητες. Πολεμά –και τότε μόνο είναι Αριστερά– την εκμετάλλευση, που είναι η βαθιά πηγή της ανισότητας.
Εκμετάλλευση. Που σημαίνει πως το κέρδος του πετυχημένου είναι η απώλεια του αποτυχημένου. Καταστατικά. Πράγμα που δεν αλλάζει ακόμα και στις εποχές της «ευημερίας» – πόσο μάλλον στις εποχές της παρατεταμένης και θανατηφόρας κρίσης, στην οποία ζούμε.

Το «μεγάλο κεφάλαιο» ηγείται της συμμαχίας του λαού της ιδιοκτησίας, συνολικά· ηγεμονεύει, αλλά δεν έχει την αποκλειστικότητα στην «επιτυχία». Οι «ευκατάστατοι», στο σύνολό τους, ξέρουν καλά πως τα συμφέροντά τους είναι ανταγωνιστικά απέναντι σε αυτά της εργατικής τάξης. Και όχι μόνο ως εργοδότες, που, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους –και από την πρόθεσή τους, μερικές φορές– κερδίζουν πολλά, όταν δεν κερδίζουν (sic) πολλά οι υπάλληλοί τους. Για τη μεγάλη πλειονότητα των αφεντικών, ακόμα και μεσαίων μαγαζατόρων –πλην ελαχίστων «ψώνιων», που γρήγορα θα κλείσουν–, οι κακές συνθήκες, λόγω «εξορθολογισμού του κόστους», τα εξευτελιστικά μεροκάματα κ.λπ. είναι όρος για την «ευημερία» τους. Δεν είναι «στρεβλώσεις». Στην Ελλάδα, λόγω των μνημονιακών κυβερνήσεων, η κατάσταση είναι παραδειγματική.
Δεν αφορά, όμως, ξαναλέω, μόνο τους εργοδότες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον ιδιοκτήτη τριών-τεσσάρων, ας πούμε, ακινήτων προς εκμετάλλευση – και δύο φτάνουν κάποιες φορές. Δεν είναι προφανές πως το συμφέρον του είναι διάφανο και περιφανές; Να πάρει το μεγαλύτερο δυνατό ενοίκιο κι ας είναι αυτό το μισό και παραπάνω εισόδημα του ενοικιαστή; Πώς είναι δυνατόν να «συμμαχήσει» με τον ενοικιαστή;

Υπάρχουν εκατοντάδες άλλα παραδείγματα. Που δείχνουν πως δεν είναι μόνο οι μεγαλοκαρχαρίες που μας κατασπαράζουν· τα πιράνχας συχνά είναι εξίσου αιμοβόρα. Ή και περισσότερο. Σε αυτές τις συνθήκες, όποιος αριστερός «αποτάσσεται» τη «μνησικακία» δεν βοηθάει καθόλου. Καθόλου, όμως.

"Love Me Or Leave Me" · Nina Simone (1933 - 2003) (youtube, 6.12.2018)

 ...............................................................



"Love Me Or Leave Me" · Nina Simone (1933 - 2003)


Say, love me or leave me and let me be lonely 
You won't believe me but I love you only 
I'd rather be lonely than happy with somebody else

You might find the night time the right time for kissing 
Night time is my time for just reminiscing 
Regretting instead of forgetting with somebody else

There'll be no one unless that someone is you 
I intend to be independently blue

Said I want your love, don't wanna borrow 
Have it today to give back tomorrow 
Your love is my love 
There's no love for nobody else

Say, love me or leave me and let me be lonely 
You won't believe me but I love you only 
I'd rather be lonely than happy with somebody else

You might find the night time the right time for kissing 
Night time is my time for just reminiscing 
Regretting instead of forgetting with somebody else

There'll be no one unless that someone is you 
I intend to be independently blue

Say, I want your love, don't wanna borrow 
Have it today to give back tomorrow 
Your love is my love 
My love is your love

There's no love for nobody else