Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

"Pierrot le fou" ("Ο τρελός Πιερό") για την ταινία του Jean-Luc Godard (http://constantinoskyriakis.blogspot.com, 24.11.2012)

 ..............................................................


Pierrot le fou 


Σκηνοθέτης: Jean-Luc Godard
Σενάριο: Jean-Luc Godard
Μουσική: Antoine Duhamel
Φωτογραφία: Raoul Coutard
Ηθοποιοί: Jean-Paul Belmondo, Anna Karina, Graziella Galvani, Roger Dutoit
Βραβεία: Υποψηφιότητα για τον χρυσό λέοντα στο φεστιβάλ Βενετίας 1965, Critics’ Prize at Venice Film Festival, 1965 κ.ά.
Τοποθεσία: Γαλλία – Ιταλία, 1965
Διάρκεια: 106΄




Υπόθεση - Περίληψη

Η ιστορία απλή: ‘βολεμένος’ αστός, πλούσιος γάμος, άεργος (απολυμένος από τη δουλειά του στην τηλεόραση/ προηγούμενη δουλειά δάσκαλος ισπανικών), πλήττει στο ‘στιλιζαρισμένο’ αστικό περιβάλλον. Επιστρέφοντας, κάποιο βράδυ, σπίτι του, αηδιασμένος και μπουχτισμένος από ένα cocktail-party, στο οποίο οι άνθρωποι μιλάνε σαν προϊόντα διαφήμισης (‘φιλτραρισμένη κινηματογράφηση’, μονοχρωμική: κόκκινη, πράσινη), αποφασίζει ‘να τα τινάξει όλα στον αέρα’ και να φύγει μαζί με τη νταντά, παλιό του φλερτ. Από αυτό το σημείο ξεκινά ένα ξέφρενο road trip (φόρος τιμής στη γενιά beatnik), το οποίο εξελίσσεται σε traveling crime spree. Το παράνομο ζευγάρι, άφραγκο και κυνηγημένο, αφού η κοπέλα είναι στόχος των gangsters της OAS, εξαιτίας κάποιων ύποπτων συναλλαγών (Brody, 2008), θα υποχρεωθεί να κλέψει (η σκηνή στο βενζινάδικο μοναδική, με το κόλπο χοντρού-λιγνού), να εξαπατήσει, να σκοτώσει. Κατευθύνεται προς τον γαλλικό νότο (πατρίδα των τροβαδούρων, του αγνού έρωτα και της νέας γλώσσας), προς στη θάλασσα, που λειτουργεί ως (μια κάποια) λύτρωση. Για λίγο η νησιώτικη απομόνωση θα διαμορφώσει μια ατμόσφαιρα ‘ερωτικής πρωτόπλαστης ουτοπίας’. Όμως, η εξέλιξη της σχέσης τους δεν είναι η αναμενόμενη ή αλλιώς δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στο αρσενικό και στο θηλυκό. Ο Ferdinand Griffon διαβάζει και καταγράφει τις σκέψεις του στο σημειωματάριο του (κάποιος τον αναφέρει ως τον πρώτο blogger: Old Boy, 2010), ενώ η Marianne θέλει να χορεύει, να ζει. Τέλος, η γυναίκα, μοιραία, θα (εξ)απατήσει τον άντρα (βιβλική αναφορά: ο παράδεισος δεν υπάρχει, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν φροντίσει γι’ αυτό) και θα διαφύγει με τη χρηματική λεία και τον εραστή της (retcon: τον οποίο παρουσίαζε στον Ferdinand σαν αδερφό της) σε ένα νησί. Εκεί θα ‘λυθεί’ και το δράμα, αφού ο Ferdinand θα τους κυνηγήσει, θα τους σκοτώσει και θα αυτοκτονήσει, παρόλο που το μετανιώνει και προσπαθεί ματαίως να σβήσει το φυτίλι, αναφωνώντας: «Τι ηλίθιος!».


Ανάλυση
Αυτή είναι η ιστορία. Αλλά εδώ έχουμε κάτι περισσότερο, έχουμε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, μια ταινία – έρευνα (Ραφαηλίδης, 1968), γύρω από τα θέματα που μπορεί να απασχολούν τον άνθρωπο, ένα «‘μικρό λεξικό’ της γκονταρικής γλώσσας» (Ραφαηλίδης, 1968). Δηλωμένη πρόθεση του σκηνοθέτη: «Ένα πείραμα, μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσω στο σελιλόιντ την ίδια την ουσία της ζωής» (Godard, 1965). Δονκιχωτισμός, αφέλεια, μάταιη αναζήτηση; Η ταινία, πάντως, θέτει αμέτρητα ερωτήματα, δίνει ελάχιστες απαντήσεις, κι αυτές αμέσως σπεύδει να τις υπονομεύσει: ο έρωτας, μια απάντηση, αλλά χιμαιρικός, η αυτοκτονία, άλλη απάντηση, αλλά τι ηλίθιο, κ.ά. Έτσι μένει μετέωρο το ερώτημα της Marianne, η οποία περπατώντας στην παραλία, λέει: «Δεν ξέρω τι να κάνω. Τι μπορώ να κάνω;». Η ταινία μιλά, ή προσπαθεί να μιλήσει, σχεδόν για τα πάντα. Μιλά για το αρχετυπικό ζευγάρι, ή, μάλλον, καλύτερα για το ανδρόγυνο (πλατωνική μνήμη), τον πρωταρχικό άνθρωπο, αφού η Marianne είναι η θηλυκή πλευρά του Ferdinand. Μιλά για την πάλη αρσενικού – θηλυκού, ιδέας και συναισθήματος, ελευθερίας και συμβιβασμού, φθοράς και αιωνιότητας. Μιλά για την αγάπη, το μίσος, τον θάνατο. Μιλά για την ουτοπία μιας παραδείσιας ζωής στη γη.
 

Η ταινία είναι ένα επιχείρημα φιλμογράφησης μιας φράσης του Elie Faure, από την ιστορία της τέχνης « Ο Βελάσκεθ, μετά τα πενήντα, δε ζωγράφιζε ποτέ πια κάτι συγκεκριμένο. Γύριζε γύρω από τα αντικείμενα μαζί με τον αέρα και το λυκόφως […] έπιανε μέσα στη σκιά και τη διαφάνεια των φόντων χρωματιστές δονήσεις από τις οποίες δημιουργούσε το αόρατο κέντρο της σιωπηλής συμφωνίας. Δεν κρατούσε πια από τον κόσμο […]». Ο Godard, σε μια αξονική σκηνή της ταινίας, διά στόματος Ferdinand, δηλώνει τον σκοπό του: «Να μην (περι) γράφεις πια τις ζωές των ανθρώπων, αλλά να γράφεις για τη ζωή την ίδια. Τι κείται ανάμεσα στους ανθρώπους: χώρος, ήχος και χρώμα. Θα ήθελα να το συμπληρώσω αυτό. Ο Joyce έκανε την αρχή, αλλά πρέπει να προσπαθήσω να το πάω παραπέρα». Σε αυτό το σημείο ο κινηματογράφος γίνεται το σταυροδρόμι της ζωγραφικής, της λογοτεχνίας, της μουσικής, το νέο μέσο που μεταφέρει το μήνυμα (Mc Luhan, 1994 [1964]). Από δω και πέρα ο κινηματογράφος δεν θα είναι μόνο ‘συναισθήματα’ (emotions), όπως ισχυρίζεται ο S. Fuller, αγαπημένος σκηνοθέτης του Godard, αλλά θα είναι η οπτικοποίηση των συναισθημάτων που θα ‘ψύχονται’ από ιδέες-λέξεις (Sarris, 2011[1969]).

Ο Godard στήνει κάπως έτσι την ταινία, σαν μια «σιωπηλή συμφωνία», ένας μελωδικός σκοπός που γίνεται το αόρατο κέντρο της ζωής [μας]. Η σκηνή ανάμεσα στον Ferdinand και τον άνθρωπο που ακούει αυτό τον σκοπό: ακούμε τον σκοπό αλλά μένουμε προσηλωμένοι, αντίθετα ο τρελός Pierrot, που δεν ακούει τίποτα, πηδά στο πλοιάριο για το νησί και πηγαίνει να συναντήσει το πεπρωμένο του. Δε φτάνει μόνο να ακούς παθητικά, πρέπει να δρας δυναμικά…ή και πάλι όχι. Ποιος γνωρίζει;


Μια άλλη θεματική υποδηλώνεται από την επιμονή της Marianne να φωνάζει τον Ferdinand Pierrot (δηλαδή τρελό: Ρήντερ, 1985) και εκείνος κάθε φορά να αναφέρει το όνομά του: με λένε Ferdinand, αναζητώντας ένα κέντρο για να δομήσει την εικόνα του εαυτού του, μια ταυτότητα, κι ένα όνομα είναι μια ταυτότητα, μια συνέχεια, έχει ένα πριν και θέλει να έχει ένα μετά. Όμως αυτή η ενότητα υπονομεύεται από τον ίδιο, π.χ. όταν στο καφέ παραγγέλνει δύο μπίρες για τον εαυτό του, στον καθρέφτη όταν αναφέρεται στο διήγημα του Poe “William Wilson”, που μιλά για τον άνθρωπο και τον σωσία του, αλλά κυρίως από τη δήλωση του

ζούμε στην εποχή των δισυπόστατων ανθρώπων, που δεν χρειάζεται καθρέφτης για να συνομιλούν με τον εαυτό τους.

Ο Godard υπονομεύει το φιλμ νουάρ, το αισθηματικό, παίζει με τα είδη (η ταινία δεν είναι δραματική, δεν είναι κωμωδία), κινείται σε ένα χώρο ανάμεσα, αφήνοντας στους πρωταγωνιστές την ελευθερία να αυτοσχεδιάσουν στους διαλόγους. Σπέρνει στη ταινία διακείμενα και αναφορές, διαμορφώνοντας ένα εικαστικό κολάζ (Sarris, 2011[1969]; Μικελίδης, 2010) από ήχους, χρώματα, λέξεις:
(α) από τη ζωγραφική (Γραμματικοπούλου, 2009), Renoir, όπως το επίθετο της Marianne, Picasso, αναφορά στον Pierrot, Yves Klein, αναφορά στις μονοχρωμίες του (το βαμμένο μπλε πρόσωπο), R, Rauschenberg, comic books, κ.ά,
(β) από τη λογοτεχνία, η ίδια η ταινία βασίζεται (σημαντικά: Rosenbaum, 1989) στο μυθιστόρημα του Lionel White, Obsession, αναφέρεται στο μυθιστόρημα The New Paul and Virginia, του W. H. Mallock, στον κόσμο του Robert Louis Stevenson και του Jules Vern, στους Celine, Poe, Conrand, Faulkner, Joyce, Balzak και υποδέχεται την αιωνιότητα με στίχους του Rimbaud,
(γ) από το θέατρο και τον κινηματογράφο, ενσωματώνει στοιχεία από τη comedia dell arte, το μπουρλέσκο ή κάνει αναφορά στον Bergman (Καλοκαίρι με τη Μόνικα),
(δ) από τη μουσική, ο Beethoven και το music-hall comedy,
(ε) από τη πολιτική, οι αναφορές στο Βιετνάμ (αν μέτρησα σωστά σε τρεις σκηνές) και στο πόλεμο στην Αλγερία.


Η ταινία διανθίζεται επίσης με υπέροχες σκέψεις, σκέψεις που μεταφράζονται σε λέξεις που καρφώνονται στον θεατή (σε συνδυασμό με τις χρωματικές εκρήξεις) σαν πρόκες, όπως πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις, και νομίζω πως πετυχαίνουν τον στόχο τους. Έτσι,


η ποίηση είναι ένα παιχνίδι που ο χαμένος τα παίρνει όλα,


αφού η τέχνη λειτουργεί ως αντίδοτο στην αλλοτρίωση (Bozzola, 2012), ή το υπέροχο


μου μιλάς με λέξεις ενώ εγώ σε κοιτώ με συναισθήματα


μια αναφορά στη διαλεκτική ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, που προσπαθεί να συνθέσει σε νέα μορφή η γκονταρική κινηματογραφική γλώσσα, και το τελευταίο


υπήρξε η αθηναϊκή δημοκρατία, η αναγέννηση και τώρα μπαίνουμε στην εποχή του κώλου,


η απόλυτη αποδόμηση της όποιας ‘ρομαντικής ουτοπίας’ (Wills, 2000), του τελευταίου ρομαντικού ζευγαριού (Godard, 1965).

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

Μικρό επετειακό αφιέρωμα στον ποιητή Χρίστο Λάσκαρη (1931-2008). Από τον φίλο στο fb Γιάννη Μουγγολιά (facebook, 11.6.2021)

..............................................................





Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008)





Σαν σήμερα πριν 13 χρόνια (11.6.2008) έφυγε από τη ζωή ο ποιητής Χρίστος Λάσκαρης. Η κατοικία του από τότε ήταν στο Α΄ Νεκροταφείο Πατρών. Οι λέξεις του, οι στίχοι του που αποτύπωσαν την ποίησή του κυκλοφορούν ελεύθερες και σαν άνεμος λυτρωτικός μπολιάζουν βαθιά έως τα κόκαλα τους ανθρώπους. Τις ακούς αν τις διαβάσεις με τη φωνή σου σαν ψίθυρους που κάνουν πάταγο, τις ακούς αν τις διαβάσεις σιωπηλά, τις ακούς και τις βρίσκεις σκόρπιες γύρω σου σε κάθε βήμα της ζωής σου. Τα ποιήματα του Χρίστου Λάσκαρη είναι μικρά, λιτά, γυμνά, αφτιασίδωτα και μπορείς να τα αποστηθίσεις. Παρότι μαθαίνονται εύκολα απέξω δεν μπορείς όμως να τα αντιγράψεις. Είναι κλειδωμένα και μπορείς μόνο να συνομιλήσεις μαζί τους, είναι μουσική που βάζει τις λέξεις σε … σειρά, σε ανησυχητική τάξη. Η ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη έχει μια σπάνια αθανασία, ακόμα κι αν τη λέξη θάνατος τη διαβάζεις ή την εφευρίσκεις εσύ διαβάζοντας ή ακούγοντας τις σελίδες του. Έχει κι άλλες πολλές λέξεις στα ποιήματά του, πολύ γνωστές σου και δεν ανοίγεις ποτέ το λεξικό για να τις βρεις. Τις ξέρεις πολύ καλά.


Μαντένια

Ένα κρεβάτι και να είναι Αύγουστος,
Και ξέρω εγώ
να ξαναζήσω.



Απλώς, μια επιφάνεια

Ούτε ευτυχισμένος,
ούτε δυστυχισμένος.
απλώς,
μια επιφάνεια,
που πάνω της
κάνει τσουλήθρα ο χρόνος.


Μιλούνε ακατάπαυστα

Χειρονομούν,
Μιλούνε ακατάπαυστα:
Τι εύκολα που υπάρχουν!
Ενώ αυτός
-δυὸ τραπεζάκια διαφορά-
παλεύει
με τα σκοτεινά του δευτερόλεπτα.




Για να φτάσω ως εσένα

Για να φτάσω ως εσένα,
Χαμόγελο παιδικό,
Πρέπει πολύ να ονειρευτώ
Πολύ,
Μέσα στο όνειρο να ευτυχήσω.



Αθωότητα


Δεν ξέρει τίποτα η αυγή
όταν χαράζει ευτυχισμένη
και δυναμώνει
και σε μέρα ξετυλίγεται.
τίποτα
απ' το σκοτάδι που ζυγώνει.



Χωρίς τίτλο


Μέρες πάνω στις μέρες,
κι από κάτω να στενάζει πλακωμένη
μια ζωή.




Άνθρωποι της πόλης


Θα τους δείτε το πρωί της Κυριακής
-πηγαίνοντας για την εκκλησία-
να πλένουν οικογενειακώς το αυτοκίνητο.
Είναι οι άνθρωποι της πόλης που ετοιμάζονται.
Θα βγούνε στην εξοχή.
Θα πάνε να φέρουνε
στο διαμέρισμα λουλούδια.




Μοναχικοί ταξιδιώτες


Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
κατά κανόνα σιωπηλοί,
πιάνοντας θέση σε παράθυρο.
Δεν έχουνε αποσκευές,
δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
Συνέχεια κοιτάζουν έξω.
Αν κάποιος τους ρωτήσει που πηγαίνουνε,
μοιάζουν σα να 'ρχονται από μακριά.
σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.


Το Ποτάμι


Στέκει το φεγγάρι και κοιτάει
το ποτάμι, που πηγαίνει μοναχό,
κάποιος στο χορτάρι τραγουδάει
κρεμασμένος απ' τον ουρανό.
Και η νύχτα κάθε τόσο σταματάει
από άξαφνο του ποταμού λυγμό,
χαμηλώνει το φεγγάρι και ρωτάει
τι έχει και στενάζει το νερό.
Και πηγαίνει, όλο πάει το ποτάμι,
στ' ανοιχτού πελάγου το χαμό,
κάποιος μες στη νύχτα τραγουδάει,
για αγάπη και για χωρισμό.


Έρωτας


Στην πρώτη επαφή που είχαμε,
μιλήσαμε όπως δυο ξένοι
για πράγματα διάφορα σχεδόν.
Στη δεύτερη μπορώ να πω το ίδιο,
με κάποια στη φωνή μας διαφορά,
ένα χρωμάτισμα.
Ώσπου στην Τρίτη,
τα λόγια μας ακολουθούσαν παύσεις -
εκείνες οι γλυκές σιωπές
του έρωτα.


Ποιος μίλησε γι' αγάπη


Ποιος μίλησε γι' αγάπη.
Απλώς,
να με ανέχεσαι.
καμιά φορά
να με φωνάζεις στο κρεβάτι.




Οι εραστές της νύχτας


Τη νύχτα όχι
Δε θα μας την πάρουν,
Δε θα μας την πάρουνε,
αγαπημένη.
Με τα κορμιά τους,
όλο και πιο πολλοί
θα την υπερασπίζουν εραστές.



Εκείνη


Τα χείλη της
σε λόγια ερωτικά με παρασύρουν πάντοτε
καθώς και τα μαλλιά της
τα πολλά κι αμάζευτα.
Μόνο τα χέρια της,
έτσι δεμένα που σωπαίνουνε στο στήθος της,
με συγκρατούν
και με επαναφέρουν.




Τέλος του προγράμματος


Συνεχίζει να ζει
όπως
μετά το τέλος του προγράμματος
η τηλεόραση
που την ξεχάσαν αναμμένη.



Σβήσε το φως


Σβήσε το φως
είναι αργά.
αργά για ο,τιδήποτε.


Παραίτηση

Δε μπόρεσα να σε δημιουργήσω.
έμεινες μέσα μου μία
μοναχική κραυγή,
μια πρώτη πρόταση.


Από τον φίλο στο fb Γιάννη Μουγγολιά (facebook, 11.6.2021)

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2021

Wild Horses (Acoustic / Lyric Video) - The Rolling Stones (youtube, 2005)

 ..............................................................


Wild Horses - The Rolling Stones (Acoustic / Lyric Video)

Childhood living is easy to do 
The things you wanted I bought them for you 
Graceless lady you know who I am 
You know I can't let you slide through my hands 
Wild horses, couldn't drag me away 
Wild wild horses couldn't drag me away

I watched you suffer a dull aching pain 
Now you decided to show me the same 
No sweeping exits or off stage lines 
Could make me feel bitter or treat you unkind 
Wild horses, couldn't drag me away 
Wild wild horses couldn't drag me away 
I know I've dreamed you a sin and a lie 
I have my freedom but I don't have much time 
Faith has been broken tears must be cried 
Let's do some living after we die 
Wild horses, couldn't drag me away 
Wild wild horses we'll ride them someday 
Wild horses, couldn't drag me away 
Wild wild horses we'll ride them someday




Ο Κώστας Κουτσουρέλης αναρωτιέται «Τι είναι και τι δεν είναι ποίηση» Από τη Διονυσία Μαρίνου ("ΤΑ ΝΕΑ", 7.6.2012)

 ...............................................................



Ο Κώστας Κουτσουρέλης αναρωτιέται «Τι είναι και τι δεν είναι ποίηση»




Από τη Διονυσία Μαρίνου ("ΤΑ ΝΕΑ", 7.6.2012) 


Δύο χρόνια μετά το πολυσυζητημένο «Η τέχνη που αυτοκτονεί. Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας», ο Κώστας Κουτσουρέλης επανέρχεται στο ποιητικό πρόβλημα της εποχής μας. Το νέο του έργο είναι ο τόμο «Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Τα δώδεκα κείμενα που το απαρτίζουν, υπακούουν σε μια συγγραφική πρόθεση συνθετική. Όλα τους δορυφορούν γύρω από το ίδιο νοερό σημείο, την κατάσταση της ποίησης σήμερα. Εξού και ο χαρακτηρισμός τους: ομόκεντρα δοκίμια.

Στις 152 σελίδες του, ο συγγραφέας απαντά σε μια σειρά ερωτήσεων που φαίνεται πως έχουν όλοι οι λάτρεις της ποίησης. Τι είναι η ποίηση και ποιον σκοπό επιτελεί; Παραμένει ο μοντερνισμός πηγή έμπνευσης για τους σημερινούς ποιητές ή, αντίθετα, ως νέος ακαδημαϊσμός, τους είναι πλέον βαρίδι; Ποιος ο δημόσιος ρόλος του ποιητή και ποια η σχέση του με την Αγορά; Είναι πράγματι αυτή μια σχέση ανταγωνιστική όπως πολλοί επιμένουν; Είναι η νεωτερική ποίηση εξ ορισμού αντιλυρική; Πώς διαδόθηκε η αντίληψη εκείνη που θέλει τον ποιητή αναξιοπαθή και παρία; Ποια είναι τα γνωρίσματα που πρέπει να έχει ένα παλαιότερο ποιητικό έργο για να θεωρείται ακόμη επίκαιρο; Ποια η σημασία της αρχιτεκτονικής δομής, της εκφραστικής οικονομίας, της σαφήνειας ή ασάφειας σε ένα ποίημα; Σε ποια ατμόσφαιρα κινείται η νεότατη ποίησή μας; Γιατί τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε διεθνώς μια εντυπωσιακή στροφή προς τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες; Ποια είναι η θέση του τραγουδιού στην ποιητική μας παράδοση;

Το βιβλίο πρόκειται να παρουσιαστεί την Τετάρτη 9 Ιουνίου στις 19:30 στο Café στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου. Με τον Κώστα Κουτσουρέλη θα συζητήσουν οι Θεοδόσης Βολκώφ, ποιητής και Ηλίας Μαλεβίτης, συγγραφέας. Θα προλογίσει επίσης ο Παρασκευάς Καρασούλος εκ μέρους της Μικρής Άρκτου.
Ο Κώστας Κουτσουρέλης μιλάει στα «Νέα» για το νέο του έργο, την ποίηση και τους ποιητές γύρω του.

Πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο. Πώς προέκυψε;

Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από μια ομιλία μου το 2018 στο Ίδρυμα Σινόπουλου. Με τον καιρό συγκέντρωσα γύρω της μια δωδεκάδα άλλα δοκίμια, νεότερα και παλαιότερα, που όλα τους δορυφορούν γύρω από ένα κεντρικό ζήτημα: την ποιητική τέχνη στις μέρες μας. Τα αποκαλώ «ομόκεντρα» διότι εκτός από το κοινό θέμα, κοινή είναι και η πρόθεση η συγγραφική που τα τρέφει: το αίτημα για μια συνολική, πανοραμική θέαση του ποιητικού φαινομένου .

Πώς συνδέεται με τις προηγούμενες εκδοτικές σας δουλειές;

Το «Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση» έρχεται δυο χρόνια μετά την «Τέχνη που αυτοκτονεί», βιβλίο που με τρόπο νομίζω συστηματικό προσπαθεί να ρίξει φως στον μαρασμό του ποιητικού λόγου σήμερα, στο γεγονός ότι οι ποιητές λαθροβιούν στο περιθώριο, μακριά από το ευρύ κοινό και τη δημοσιότητα. Μπορούμε να πούμε επομένως ότι το δεύτερο βιβλίο ώς έναν βαθμό προεκτείνει τους προβληματισμούς του πρώτου. Ωστόσο δεν μένει σ’ αυτούς. Ζητήματα όπως η κληρονομιά του μοντερνισμού, η σχέση της ποίησης με την αγορά, οι έννοιες της ποιητικής σαφήνειας και ασάφειας, η ανάκαμψη των έμμετρων μορφών έρχονται εδώ με έμφαση στο προσκήνιο. Η θερμή υποδοχή της «Τέχνης που αυτοκτονεί», που συζητήθηκε πολύ και ανατυπώθηκε επανειλημμένα, με έπεισε ότι υπάρχουν αναγνώστες που ενδιαφέρονται για αυτού του είδους τα θέματα, τα οποία για κάποιους απροσδιόριστους σ’ εμένα λόγους οι ίδιοι οι ποιητές, οι κριτικοί και οι πανεπιστημιακοί μας φιλόλογοι συνήθως τα αποφεύγουν.

Τι είναι τελικά για εσάς ποίηση και τι δεν είναι;

Η ποίηση δεν είναι συναίσθημα ή «καρδιά» ή ευαισθησία, δεν είναι πίστη ή κοσμοθεωρία ή πρόγραμμα πολιτικό, όπως θα ακούσετε. Είναι τέχνη. Ένας τρόπος δηλαδή να βάζουμε τις λέξεις μας σε μια σειρά, μια μέθοδος ώστε όλα αυτά, και πολλά περισσότερα, να μπορούμε, πρώτον, να τα εκφράζουμε, να τα εξωτερικεύουμε δηλαδή. Και δεύτερον, να τα κοινωνούμε, να τα μοιραζόμαστε με τους άλλους. Σε τελική ανάλυση η ποίηση είναι πράξη, μια γλωσσική χειρονομία, για να το πω έτσι οξύμωρα. Στις πιο ευτυχείς της στιγμές γίνεται λόγος κοινός, του καθενός από μας προς τον άλλο.

Αφήνοντας τη μελέτη για τις ανάγκες της συγκεκριμένης έκδοσης, ποια θα λέγατε ότι είναι η δική σας σχέση με την ποίηση;

Γράφω, σχολιάζω, μεταφράζω ποίηση δεκαετίες τώρα, από την εφηβεία μου. Οπότε με το δίκιο του θα την έλεγε κανείς αυτή τη σχέση ισόβια. Και όπως συμβαίνει με αυτά τα πράγματα, είναι δύσκολο να πεις πού τελειώνει ο έρωτας και πού αρχίζει ο εθισμός. Δεν πειράζει όμως, και ο έρωτας εθίζει και ο εθισμός, ενίοτε τουλάχιστον, ζωογονεί. Ας ευχηθώ να έχουν την ίδια γνώμη και οι αναγνώστες μου.

Ποιοι ποιητές σας εμπνέουν;

Εκείνοι που εκφράζουν την ανθρώπινη κατάσταση αμέριστη, που δεν εγκλωβίζονται σε έναν ρόλο, του διαμαρτυρόμενου, λ.χ., ή του «ευαίσθητου», ή του πολυβασανισμένου καλλιτέχνη. Με τον καιρό έχω μάθει να εκτιμώ τους ποιητές που δεν φοβήθηκαν τη χαοτική ανθρώπινη εμπειρία και ζήτησαν να κλείσουν ένα όσο γίνεται πιο μεγάλο κομμάτι της, δημόσιο ή ιδιωτικό, στους στίχους τους. Ο Γέητς ήταν τέτοιος, ο Γκαίτε, ο Παλαμάς, ο Πεσσόα. Κάθε τους σελίδα είναι ένα καινούργιο πρόσωπο, σαν να ξεκινούν να γράφουν από την αρχή.

Ποιο είναι το πιο ποιητικό πράγμα που συναντάτε γύρω σας;

Από αφορμές για ποιητική ανάταση δεν έχουμε έλλειψη. Είναι οι εξοντωτικοί ρυθμοί με τους οποίους έχουμε περιντύσει τη ζωή μας, το «σαρκοβόρο ωράριο» που έλεγε ο Οκτάβιο Πας ή η «χρονοπενία» και ο «χρονοκαταναγκασμός», όπως γράφει ο Γιάννης Καλιόρης, που μας απαγορεύουν να τις αντιληφθούμε. Προ ετών ένας διάσημος σολίστ του βιολιού είχε την ιδέα να παίξει για καμιά ώρα δωρεάν στις αποβάθρες του μετρό της Νέας Υόρκης. Ε, ελάχιστοι από τους ασθμαίνοντες διερχόμενους στάθηκαν να τον ακούσουν. Κι όμως, το θρόισμα ενός δέντρου, η λάμψη του νερού σ’ ένα ποτήρι, το λίκνισμα μιας νέας γυναίκας στο πεζοδρόμιο: από παντού μας γνέφει η ομορφιά. Δείτε τον Παρθενώνα. Δεν μοιάζει σαν φτεροκόπημα αγέρωχου πουλιού μες στον καινούργιο τσιμεντένιο του νάρθηκα;

Αν κάποιος που δεν έχει πολύ μεγάλη επαφή με την ποίηση, σας ρωτούσε πώς να ξεκινήσει για γνωρίσει αυτόν τον κόσμο, ποια συμβουλή θα του δίνατε;

Να ξεκινήσει από το τραγούδι. Να ξανακούσει τους αριστουργηματικούς στίχους ενός Γκάτσου ή ενός Σαββόπουλου, να αναλογιστεί τα τραγούδια του Μιχάλη Γκανά, του Θοδωρή Γκόνη, του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του ελληνικού ροκ ή χιπ χοπ που τον έχουν συνεπάρει. Από εκεί ώς τη μελοποιημένη ποίηση και το τυπωμένο βιβλίο η απόσταση, κι ας φαίνεται τέτοια, δεν είναι μεγάλη. Το μεγαλύτερο σε έκταση δοκίμιο του βιβλίου μου έχει θέμα του ακριβώς αυτό το διαχρονικό θαύμα του ελληνικού τραγουδιού. Το τραγούδι, πιστεύω, είναι η βασιλική οδός που οδηγεί στην ποίηση. Και ο Όμηρος, μην το ξεχνάμε, ραψωδός ήταν. Τραγουδοποιός δηλαδή.


Τρία ποιήματα του Μίνωα Ζώτου (1905-1932) (https://anemourion.blogspot.com)

 .............................................................






Μίνως Ζώτος (1905 - 1932)*






ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ...


Είναι η ψυχή μου ένας λυγμός που στο άπειρο αναλυέται,
Μια νότα που ανερμήνευτη για πάντα θα σταθεί˙
Γι' αυτή παρόμοιο τίποτε στη γη δεν απαντιέται
Κι όπως και να 'ναι αταίριαστη και μόνη θα χαθεί.



ΛΥΓΜΟΣ


Μέσα στους δρόμους έξαλλος όλη τη νύχτα να γυρνώ
Μ' έκθαμβα μάτια, ολάνοιχτα σε μια γλυκιά οπτασία,
Να κρύβω μέσα στο έρεβος μακριά απ' τον κόσμο τον κακό
Την υστερνή που ιλάρωσε την όψη μου ευλογία.


Και να με βρίσκει κάποτε η Αυγούλα γελαστή κι εγώ,
Που κρύφιος πόθος μου ήταν δειλό να με προκάνει,
Μ' αυτό το ανήλεο χέρι μου σ' ένα τριαντάφυλλο χλωμό
Φύλλο το φύλλο να μαδώ την υστερνή μου πλάνη...



ΤΟ ΝΤΕΛΙΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


Ο αέρας βογγάει στις καστανιές,
σιμώνουν βαρυχειμωνιές.
Άγρια νυχτιά μέσα στο δάσο
ποτέ μου δεν θα σε ξεχάσω.


Δέντρα στου ανέμου την οργή
βαριά σωριάζονται στη γη
πέρα, μηνώντας κρύους θανάτους
σκούζουν τ’ αγρίμια στη μονιά τους.


Κι απάνω στη ραχούλα εκεί,
τραχιά του δάσου μουσική,
ουρλιάζουν θριαμβικά δυο λύκοι,
σα να γιορτάζουν άγρια νίκη.


Μέσα σ’ αυτή την ταραχή
μου αναταράζεται η ψυχή
κι έτσι από μένα να πηδήξει
και με τον άνεμο να σμίξει.


Ω! τι μεγάλα κυνηγώ
και τι μικρός οπού ’μαι εγώ…



*ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Μίνως Ζώτος (1905-1932) γεννήθηκε στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922 γράφτηκε στη νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με μεσολάβηση του Μιλτιάδη Μαλακάση διορίστηκε βοηθός ταμία στο Δήμο Αθηναίων. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, καθώς σύντομα αφοσιώθηκε στην ποίηση και την ξέφρενη ζωή. Το 1928 γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη που στάθηκε ο έρωτας της ζωής του. Ο θάνατός της το 1930 επιδείνωσε την κατάσταση της ήδη βεβαρημένης υγείας του. Παρά τις προσπάθειές του να ξαναβρεί τις δυνάμεις του και την επιστροφή του στο χωριό του το φθινόπωρο του 1932 πέθανε από φυματίωση το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου σε ηλικία εικοσιεφτά μόλις χρόνων. Στο χώρο της ποίησης ο Μίνως Ζώτος πρωτοεμφανίστηκε το 1923 από τις σελίδες του περιοδικού Μούσα. Κείμενά του δημοσίευσε σε περιοδικά όπως τα Βίγλα (Μεσολογγίου), Νεοελληνική Τέχνη, Νέα Εστία, Πνοή, Κίτρινος Γάτος, Ελληνική Επιθεώρησις. Συνολικά εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές και δημοσίευσε λίγα κριτικά άρθρα και ποιητικές μεταφράσεις. Η τελευταία του συλλογή ποιημάτων με τίτλο Σουρντίνα εκδόθηκε μετά το θάνατό του σε συλλογική έκδοση με τίτλο Άπαντα. Το ποιητικό του έργο τοποθετείται χρονικά στους νεώτερους εκπροσώπους της ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης και εμφανίζει επιρροές από τα ρεύματα του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού και από ποιητές όπως ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Κώστας Καρυωτάκης. Η γραφή του είναι έντονα λυρική και συχνά ρομαντικής υφής.


ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2021

Όταν ένας νέος ποιητής επισκέφθηκε τον Καβάφη (1863-1933)... (http://hellinakiss.blogspot.com, 21.5.2011)

.............................................................. 



Όταν ένας νέος ποιητής επισκέφθηκε τον Καβάφη (1863-1933)...



(http://hellinakiss.blogspot.com, 21.5.2011)


Ένας νέος ποιητής μ’ επεσκέφθηκε. Ήταν πολύ πτωχός, εζούσε από την φιλολογική του εργασία, και με φαίνονταν σαν κάπως να λυπούνταν βλέποντας το καλό σπίτι που κατοικούσα, τον δούλο μου που τον έφερε ένα καλό σερβιτό τσάι, τα ρούχα μου τα καμωμένα σε καλό ράπτη.

Είπε: «Τι φρικτό πράγμα να έχη κανείς να παλεύη να βγάζη τα προς το ζην, να κυνηγάς συνδρομητάς για το περιοδικό σου, αγοραστάς για βιβλίο σου».

Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρυά η θέσις του – αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα η μικρές μου πολυτέλειες. Για να ταις αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και η ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τι ζημιά, τι ζημιά, τι προδοσία. Ενώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμμιά ώρα· είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Τέχνης.

Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ’ έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ’ ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Και δικαίως. Μοιάζει σαν η Τέχνη να με λέγη «Δεν είμαι δούλα εγώ· για να με διώχνης σαν έρχομαι, και νάρχομαι σαν θες. Είμαι η μεγαλήτερη Κερά του κόσμου. Και αν με αρνήθηκες – προδότη και ταπεινέ – για το ελεεινό σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή σου κοινωνική θέσι, αρκέσου μ’ αυτά λοιπόν (αλλά πού μπορείς ν’ αρκεσθής), και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να ήσαι έτοιμος να με δεχθής, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένης, όπως έπρεπε να ήσαι κάθε μέρα».

Ιούνιος 1905

"ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ" Τραγούδι της Ελένης Καραΐνδρου με την Άννα Παρλαπάνου / Από τη θεατρική παράσταση "Γλάρος" (The Seagull) του Άντον Τσέχωφ που ανέβηκε στο Εθνικο Θέατρο στα 1988 σε σκηνοθεσια Ζυλ Ντασσέν και σε μεταφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου.

 ............................................................


ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ*

Στίχοι Αντώνης Αντύπας

Μουσική Ελένη Καραΐνδρου

Τραγούδι Άννα Παρλαπάνου


Μη μου μιλάς γι αγάπη

όταν η λίμνη ηρεμεί

και δεν αντιφεγγίζει

ίσκιο από πουλί

 

Άσε λίγο να κουρνιάσω

στην υγρή της τη σιωπή

αύριο θα σου μιλήσω

για μια θλίψη στην ψυχή

 

Μη μου μιλάς γι αγάπη

τώρα που βλέπω τη ζωή

μέσα απ το ραγισμένο

της λίμνης το γυαλί

 

Άσε λίγο να κουρνιάσω

στην υγρή της τη σιωπή

αύριο θα σου μιλήσω

για μια θλίψη στην ψυχή




*Σημείωση: Από τη θεατρική παράσταση "Γλάρος" (The Seagull) του Άντον Τσέχωφ που ανέβηκε στο Εθνικο Θέατρο στα 1988 σε σκηνοθεσια Ζυλ Ντασσέν και σε μεταφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου.

"Eva Fampas Suite 1821" (youtybe, Φεβρουάριος 2021)

 ..............................................................


Eva Fampas Suite 1821

ΕΥΑ ΦΑΜΠΑ Σουίτα 1821 , «Ως πότε….» 

Τα μέρη: Προοίμιο, Τσάμικος, Νοσταλγία, Οι Φιλικοί – Σούστα, Επίλογος (νέα αρχή) 

Παίζουν: Εύα Φάμπα, κιθάρα, Δημήτρης Κουφαλάκος, φαγκότο και Φώτης Κόλλιας, κρουστά 

Η Σουίτα 1821, «Ως πότε…» γράφτηκε το Φλεβάρη του 2021 για να συνοδεύσει μουσικά σειρά ντοκιμαντέρ παραγωγής της ΚΕ του ΚΚΕ με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821...