Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)

 ...............................................................


             "Τα σταφύλια της οργής" 




γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)


«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ: το βιβλίο του 1939, που βραβεύτηκε το 1940, το διάβασα στην ελληνική του μετάφραση στα μακρινά χρόνια της xούντας, όταν ψάχναμε στα καροτσάκια των αυτοσχέδιων βιβλιοπωλών, πολλοί από αυτούς πρώην εξόριστοι με πρόβλημα εργασίας. Ενα βιβλίο «σηματωρός και κήρυκας» για να πλεύσουμε μέσα στην άπνοια που επέβαλε η δικτατορία.

Ξαναβρίσκω το φθαρμένο του αντίτυπο στην ίδια πάντοτε θυρίδα στο καλοκαιρινό μου καταφύγιο στη Σίφνο. Την ταινία με τον ίδιο τίτλο -που θεωρείται σταθμός στην Ιστορία του κινηματογράφου- την είδα πολύ αργότερα και συνεχίζω να επιστρέφω σ’ αυτήν σε πλατφόρμες στο διαδίκτυο που δεν απαιτούν προσωπικά δεδομένα.

Θέμα του βιβλίου και της ταινίας είναι η Οδύσσεια μιας οικογένειας, πρώην νοικοκυραίων αγροτών. Ενα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα του ποταμού των ξεριζωμένων που δεν διώχτηκαν από τα σπίτια, τη γη και τις δουλειές τους λόγω κάποιου δήθεν άμωμου και αθώου «εκσυγχρονισμού» – για την ακρίβεια τη βάναυση εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής που καθιστά άχρηστο τον άνθρωπο- ούτε λόγω των αντίξοων κλιματικών συνθηκών. Αλλά λόγω της απανθρωπιάς των κεφαλαιούχων που με τη σύμπραξη διεφθαρμένων αστυνομικών και τις ευλογίες αντίθεων ιερέων προχωρούσαν στα ανελέητα σχέδιά τους.

Καθώς το καμιόνι με την ξεριζωμένη οικογένεια προχωρεί προς τη Γη της Επαγγελίας που είναι η Καλιφόρνια καίγοντας τα τελευταία αποθέματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης, οι πλάνητες ανακαλύπτουν με αγωνία ότι ο κυνισμός που τους ξερίζωσε εξαπλώνεται σαν επιδημία. Κάποτε μάλιστα ανάμεσα και στους ξεριζωμένους, που μέσα στην αγωνία της επιβίωσης φτάνουν να χτυπηθούν μεταξύ τους για το εξευτελιστικό ημερομίσθιο που οι κάθε λογής κομπιναδόροι προσφέρουν σε λίγους από τους πολλούς, αυτούς που είναι τόσο απελπισμένοι, ώστε να δεχτούν κάθε ταπείνωση και εκμετάλλευση.

Απάντηση στην επιδημία αυτή που χτύπησε την Αμερική και τον κόσμο και τότε, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης του ’28-’32, και που κάθε τόσο επανέρχεται με ή χωρίς προσωπείο μέχρι τις μέρες μας, ήταν και είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Στο βιβλίο εκφράζεται αυτό τολμηρά όταν στο συγκλονιστικό φινάλε η μάνα που έχασε το μωρό της δίνει τον μαστό της σε έναν ετοιμοθάνατο από την πείνα.

Η ταινία, φοβούμενη ότι θα σοκάρει το κινηματογραφικό κοινό, απάλειψε τη σκηνή αυτή, αποπνέει όμως την αισιοδοξία που γέννησε το Νιου Ντιλ του 1932 του Ρούσβελτ και την άνοδο του αντιφασισμού, καθώς ο κόσμος βρισκόταν όλο και πιο πολύ αντιμέτωπος με τον ζόφο του Χίτλερ και των συνενόχων του.

Μέσα στον Ιούλιο τα σταφύλια ωριμάζουν για να μας δροσίσουν από τον καύσωνα και για να δώσουν το κρασί της επόμενης χρονιάς. Μακάρι εδώ και τώρα, αλλού και πάντοτε, να μην είναι τα σταφύλια της οργής.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

 ...............................................................



             Μάριος Χάκκας (1931-1972) 


«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

    Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.

   Νάμουν στη θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.

   Εμένα μου λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.

   Αν ήμουν η κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους ζωντανούς...".

   Αυτοί, και οι δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.

   Εκείνον που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.

   Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’ αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι απέ να τελειώνει.

   Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι», απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.

   Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε, τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, - όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων, κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.   

 


"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ" ποίημα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) από τη συλλογή "Νοσοκομείο Εκστρατείας" & "Ο Δύσκολος Θάνατος" (εκδ. "Εγνατία", 1978)

 ...............................................................




Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)



"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ"


Κι' αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά

και ταξιδεύαμε μαζί κι' η πόλη έφεγγε

και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική

κι' η θάλασσα ήταν δική μας κι' η στεριά

λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι

αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά

κι' η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια -


Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί

καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

"OUI, JE LE VEUX" - Ibrahim Maalouf · Gonzalo Rubalcaba (youtube, 29.4.2026)

 ...............................................................


"OUI, JE LE VEUX" - Ibrahim Maalouf · Gonzalo Rubalcaba

Oud: Yanis Belaïd
Percussion: Wadie Naim
Piano: Gonzalo Rubalcaba 
Trumpet: Ibrahim Maalouf
Trumpets: Nizar Ali / Yanis Belaïd / Yvan Djaouti / Diwan Fortecoëf / Manel Girard

(youtube, 29.4.2026)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

T. Σακελλαρόπουλος: Το Κυπριακό είναι κέντρο ερμηνείας για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα από το 1949 (youtube, 11.7.2026)

...............................................................



T. Σακελλαρόπουλος: Το Κυπριακό είναι κέντρο ερμηνείας για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα από το 1949

Ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος αναλύει τα τραγικά γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, σε μία συζήτηση με αφορμή το βιβλίο του «Απόρρητα έγγραφα της ΚΥΠ για το Κυπριακό», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

O Σακελλαρόπουλος φωτίζει τις σαφείς πληροφορίες που έδινε η ΚΥΠ τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η χούντα του Ιωαννίδη για την ανατροπή του Μακαρίου. «Τα έγγραφα φωτίζουν και αποδεικνύουν τη χειρότερη σκέψη που έχουμε για το γεγονός», λέει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, εξηγεί πώς το Κυπριακό λειτούργησε ως μέσο ριζοσπαστικοποίησης για Έλληνες αξιωματούχους αλλά και για τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας υπογραμμίζοντας: «Το Κυπριακό άνοιγε όλες τις πόρτες στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο».

Τέλος, υπογραμμίζει τη διάσταση της ενδο-ελληνοκυπριακής σύγκρουσης που προηγήθηκε του πραξικοπήματος και τονίζει ότι τόσο οι πραξικοπηματίες όσο και η Χούντα θεωρούσε ότι η ανατροπή του Μακαρίου θα παρέμενε ένα εσωτερικό θέμα για τους ελληνοκύπριους.

00:00-06:29 Τα συμπεράσματα από τη μελέτη των αρχείων της ΚΥΠ

06:30-13:55 Ο ρόλος του Κυπριακού εντός της Ελλάδας

13:56-27:05 Το πραξικόπημα είναι και ένας ενδοελληνοκυπριακός εμφύλιος

27:06- 36:20 Ο ρόλος των ξένων δυνάμεων στο Κυπριακό


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

"You Know I'm No Good" (Official Visualiser) - The Rolling Stones (youtube, 10.7.2026)

 ...............................................................




"You Kn
ow I'm No Good" (Official Visualiser) - The Rolling Stones

(youtube, 10.7.2026)



"Ελλάδα, δεν είσαι έτοιμη - Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις." έγραψε η Ερωφίλη Κόκκαλη (www.lifo, gr, 30.3.2024)

 .............................................................



Ελλάδα, δεν είσαι έτοιμη


Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις.






έγραψε η Ερωφίλη Κόκκαλη (www.lifo, gr, 30.3.2024)



ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΗ για μένα, δεν είσαι έτοιμη για κανέναν και για τίποτα. Δεν είσαι ποτέ στην ώρα σου, έρχεσαι πάντα αργά, όταν το κακό έχει γίνει, όταν το πάρτι έχει τελειώσει. Όταν έχω πνίγει ήδη, όταν έχω καεί ήδη, όταν έχω ξεψυχήσει. Φτάνεις επίσημα στον τόπο του εγκλήματος σου για να σε φωτογραφίσουν και να διαφημίσεις την απάνθρωπη παρουσία σου. Αλλά δεν έμεινες ποτέ ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Δεν ξόδεψες τον πολύτιμο χρόνο σου μαζί μας.

Μασκαρεμένη μέσα στο ακριβό σου κουστούμι, περιφρουρούμενη, κι ύστερα κρύβεσαι μέσα σε ένα αμάξι με φιμέ τζάμια και εξαφανίζεσαι. Έρχεσαι για να καμαρώσεις τις σημαίες σου και τις βρίσκεις σκισμένες, νομίζεις ότι θα ακούσεις «συγχαρητήρια» και τελικά σε περιμένουν μπινελίκια και κατάρες από μεγάφωνα και μπαλκόνια. Όχι, δεν θα σταθούμε προσοχή, τα γόνατά μας δεν μας κρατάνε.

Σε έχω καταραστεί κι εγώ Ελλάδα, σε έχω καταραστεί από τα βάθη της καρδιάς μου. Εξαιτίας σου έπαψα να πιστεύω στον Θεό όταν ο Θεός ερχόταν κάθε βράδυ στο κρεβάτι μου να με νανουρίσει. Εξαιτίας σου έφυγα από το σχολείο με κλαμένα μάτια και άδειο στομάχι. Εσύ και μόνο εσύ φταις γι’ αυτό. Τα μαρτύρησα όλα στη μάνα μου για σένα.


Πέντε ευρώ την ώρα κοστίζει η ζωή μας για σένα και πάλι σου φαίνεται πιο συμφέρον να πεθάνουμε πριν πληρωθούμε.

Και θύμωσε. Η ίδια μου η μάνα με έδειρε εξαιτίας σου. Κι ας ήξερε πόσο την ξεζούμισες κι εκείνη, πώς την ανάγκασες να σου γεννήσει παιδιά εργάτες, πώς την εκβίασες να τα μεγαλώσει με το τίποτα. Κι ύστερα τα πλήρωσες με 5 ευρώ την εργατοώρα. Πέντε ευρώ την ώρα κοστίζει η ζωή μας για σένα και πάλι σου φαίνεται πιο συμφέρον να πεθάνουμε πριν πληρωθούμε.

Πέντε ευρώ χαράμι να σου γίνουν. Στους γιατρούς να τα φας Ελλάδα. Ξέρω ότι στους μυστικούς σου δείπνους τραπεζώνεις κανίβαλους, παιδοβιαστές, μιζαδόρους, ρουφιάνους και όλοι μαζί τσουγκρίζετε σαμπάνιες στην υγειά αυτών που δεν πρόλαβαν να μαρτυρήσουν. Να μας πουν τι τους κάνατε. Χωρίς μοντάζ.

Στον λαιμό να σας κάτσει η σαμπάνια, ο αστακός και η Θεία Κοινωνία. Σας έχω δει να κυκλοφορείτε στα σκοτάδια, να κρατάτε τσεκούρι στο ένα χέρι και με το άλλο να κάνετε τον σταυρό σας. Σας έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια.

Μεγαλώσαμε για να ζήσουμε σαν δούλες του δυτικού κόσμου, να ξεχαρμανιάζουν στην πλάτη μας με ούζο, σουβλάκι και θάλασσα, κι εμείς να μετράμε τα φιλοδωρήματα για να πάμε στο σούπερ μάρκετ. Ο ήλιος που πουλάς ακριβά μάς καίει τις σάρκες, βουλιάζουμε στην καυτή άμμο σερβίροντας τουρίστες και μόνο το κύμα μπορεί να μας σώσει, να μας ξεβράσει δίπλα στους πνιγμένους πρόσφυγες πάντα κατά λάθος, από ανθρώπινο λάθος.

Ελλάδα δεν είσαι έτοιμη να μας ζήσεις. Είσαι πολύ ικανή να μας σκοτώσεις και πλήρως ανίκανη να μας θάψεις. 200 χρόνια δεν σου ήταν αρκετά, αχόρταγη.

Θα ζήσουμε, μωρή, θα σκάψουμε με τα νύχια μας τα χώματα, θα αναδυθούμε από τα ναυάγια και τα μπάζα, θα βγούμε σαν τα ζόμπι από τα πάρτι και τα κλουβιά που νοικιάζουμε, θα τρέξουμε καταπάνω σου και τότε… Θα ξαναγεννηθούμε και θα ξεχάσουμε ότι σε γνωρίσαμε. Θα αλλάξουμε το όνομά μας, θα ξεχάσουμε ότι υπήρξες.

Αλλά οι μανάδες μας θα σε ψάχνουν ακόμα και τότε, και όταν σε βρουν, αλίμονό σου…