Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

"Βαλσαμωμένοι χειριστές πλατφόρμας" έγραψε ο Νίκος Γ. Ξυδάκης ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΝΗΣΙΔΕΣ - ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ, 28.02.26)

 ...............................................................


Βαλσαμωμένοι χειριστές πλατφόρμας





έγραψε ο Νίκος Γ. Ξυδάκης ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΝΗΣΙΔΕΣ - ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ, 28.02.26) 



Τα μικρομεσαία στρώματα καταστρέφονται από την τερατώδη αναδιάρθρωση κεφαλαίου, που γδέρνει σαν χαλαζόπτωση τις ασκεπείς κεφαλές πτωχευμένων μικροαστών, ξέπνοων μικρομεσαίων, new wave λαϊκών...

Οι βατραχομυομαχίες του κλόουν υπουργού και το αξόδευτο μίσος των συνηγόρων των δωσιλόγων κρύβουν απ’ το βλέμμα μας τους σωρειτομελανίες του πολέμου από τη Σούδα έως τα Στενά του Ορμούζ· κι ακόμη οι αμμοθίνες της ασημαντότητας δεν έχουν παραχώσει τις φωτογραφίες της Καισαριανής, η εκκένωση παραμένει δραστική.

Η μαζική χυδαιότητα και οι ολοένα σπανιότερες ελλάμψεις μου φέρνουν στον νου τις πυγολαμπίδες του Πιερ Πάολο Παζολίνι, του 1975, τον προορατικό επικήδειο για την ιταλική κοινωνία των μεγάλων ανασκιρτήσεων και των διαψευσμένων ελπίδων. Ο Παζολίνι είχε πρωτοαντικρίσει τις πυγολαμπίδες μελετώντας τον Δάντη, φοιτητής στο πανεπιστήμιο, συγκεκριμένα στον όγδοο κύκλο, όπου οι άρχοντες της Φλωρεντίας περιγράφονται σαν πυγολαμπίδες, τα μόνα φώτα στην Κόλαση. Ο νεαρός Παζολίνι επικεντρώθηκε στα ασθενικά φωτάκια των πυγολαμπίδων, στις σπίθες ελπίδας της αντίστασης, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν σαν φώτα ο φασισμός και ο πόλεμος.

Το άρ­θρο των πυ­γο­λα­μπί­δων

Οταν το 1975, λίγους μήνες προτού τον συναντήσει ο θάνατος στις νύχτες της Οστια, ο Παζολίνι δημοσίευσε στην Corriere della Sera «Το άρ­θρο των πυ­γο­λα­μπί­δων» («Το κε­νό εξου­σί­ας»), δεν έβλεπε πλέον τις σπίθες ελπίδας, είχαν σβήσει. Με πικρή διαύγεια, ο συγγραφέας περιγράφει την πτώση του λαϊκού πολιτισμού, του πνεύματος της αντίστασης και της ελευθερίας, ψαύει τα νέα δεσμά του καταναλωτισμού, τα νέα πρόσωπα του φασισμού, τον κομφορμισμό, τη συντριβή των λαϊκών τάξεων από την πιο χυδαία μπουρζουαζία. Οι πυγολαμπίδες αφανίστηκαν από τη μόλυνση.

«Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του εξή­ντα, λό­γω της ατμο­σφαι­ρι­κής ρύ­παν­σης, κυ­ρί­ως, στην ύπαι­θρο και λό­γω της μό­λυν­σης των νε­ρών (των γα­λά­ζιων πο­τα­μών και των διά­φα­νων κα­να­λιών), οι πυ­γο­λα­μπί­δες άρ­χι­σαν να εξα­φα­νί­ζο­νται. Το φαι­νό­με­νο ήταν ανα­πά­ντε­χο και πρω­το­φα­νές. Μέ­σα σε λί­γα χρό­νια οι πυ­γο­λα­μπί­δες δεν υπήρ­χαν πια».

Η αλληγορία είναι προφανής, ωστόσο ο πάντα ευθύς Παζολίνι θα προχωρήσει, μιλά με παρρησία, όχι μόνο για τις χυδαίες ελίτ, αλλά και για τον εκχυδαϊσμένο λαό. Μιλά με πόνο:

«Δεν βρι­σκό­μα­στε πια μπρο­στά, όπως όλοι τώ­ρα πια ξέ­ρουν, σε “νέ­ους και­ρούς”, αλ­λά σε μια νέα επο­χή της αν­θρώ­πι­νης ιστο­ρί­ας, εκεί­νης που οι πε­ρί­ο­δοί της διαρ­κούν χι­λιε­τί­ες. [οι Ιτα­λοί] μέ­σα σε λί­γα χρό­νια έγι­ναν ένας λα­ός εκ­φυ­λι­σμέ­νος, γελοίος, τε­ρα­τώ­δης, εγκλη­μα­τι­κός. Αρ­κεί μο­νά­χα να βγει κα­νείς στον δρό­μο για να το κα­τα­λά­βει. Μα, βέ­βαια, για να καταλάβει αυ­τές τις αλ­λα­γές, πρέ­πει να τον αγα­πά­ει αυ­τόν τον κό­σμο. Εγώ, δυ­στυ­χώς, αυ­τούς τους αν­θρώ­πους της Ιτα­λί­ας τους αγά­πη­σα: τό­σο έξω από τα σχή­μα­τα της εξου­σί­ας (και μά­λι­στα, σε απέλ­πι­δα αντί­θε­ση με αυ­τά), όσο και έξω από τα λαϊ­κί­στι­κα και αν­θρω­πι­στι­κά σχή­μα­τα. Ηταν μια αγά­πη αλη­θι­νή, ρι­ζω­μέ­νη μέ­σα στον τρό­πο μου να υπάρ­χω. Εί­δα λοι­πόν “με τις αι­σθή­σεις μου” την ψυ­χα­να­γκα­στι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά της κα­τα­να­λω­τι­κής δύ­να­μης να πα­ρα­μορ­φώ­νει και να ξα­να­πλά­θει τη συ­νεί­δη­ση του ιτα­λι­κού λα­ού, μέ­χρι του ση­μεί­ου μιας υπο­βάθ­μι­σης χω­ρίς επι­στρο­φή».

Επέστρεφε…

Επιστρέφω συχνά στις παζολινικές πυγολαμπίδες, καθώς και στις προεκτάσεις που τους έδωσε σεβαστικά ο Ζορζ Ντιντί-Ουμπερμάν, μισό αιώνα αργότερα. Επιστρέφω για να μπορέσω να καταλάβω τη μείζονα μεταβολή που συντελέστηκε και συντελείται ακόμη στη δική μας κοινωνία, μια κοινωνία αγροτοποιμένων, εργατών, λαϊκών, τεχνιτών, και αργότερα εγγράμματων επιβατών του κοινωνικού ασανσέρ, ιδίως μετά τη χαμένη άνοιξη του ’60 και τον κατοπτρισμό της στο ’80.

Ποια μεταβολή; Την καταστροφή. Προτού καλά καλά σχηματιστούν και παγιωθούν τα μικρομεσαία στρώματα, καταστράφηκαν από το κόμμα του χρηματιστηρίου και τη μεγάλη χρεοκοπία, την κρίση-ευκαιρία, την τερατώδη αναδιάρθρωση κεφαλαίου που γδέρνει σαν χαλαζόπτωση τις ασκεπείς κεφαλές των πτωχευμένων μικροαστών, των ξέπνοων μικρομεσαίων, των new wave λαϊκών, σκέλεθρα πια χωρίς επάγγελμα, χωρίς τα χρειώδη, χωρίς τραγούδια, χωρίς γλέντια, χωρίς δεσμούς, χωρίς αυτοπεποίθηση. Χωρίς παρόν. Βαλσαμωμένοι χειριστές της πλατφόρμας του νέτφλιξ, της τράπεζας, του e-gov, του e-food, χαύνοι θεατές επιτελέσεων από λουμπενελίτ κλόουν και φύτρες δωσιλόγων.

Αρκετά σπαρακτική

Θυμάμαι πάντα τα νυκτερινά τηλεφωνήματα του σοφού Σπύρου Ασδραχά στο φούντωμα της κρίσης: «Αναδύονται νέες ταξικότητες, καταστρέφονται οι παλιοί σχηματισμοί… Αυτά να δούμε, παιδί μου». Ελπιζε ακόμη στις πυγολαμπίδες ο σοφός ιστορικός. (Ευτυχώς έφυγε χωρίς να δει τον εξευτελιστικό αυτοχειριασμό της Αριστεράς που αγαπούσε.)

Μέχρι να μεταφράσει και την «Κόλαση» του Δάντη, να ολοκληρώσει τους κύκλους της «Θείας Κωμωδίας» ο Γιώργος Κοροπούλης, επιστρέφω στον Παζολίνι:

«Τώ­ρα εί­ναι ανά­μνη­ση του πα­ρελ­θό­ντος αρ­κε­τά σπα­ρα­κτι­κή, κι ένας ηλι­κιω­μέ­νος που έχει τέ­τοιες ανα­μνή­σεις αδυ­να­τεί να ανα­γνω­ρί­σει στους ση­με­ρι­νούς νέ­ους τον εαυ­τό του νέο, και γι’ αυ­τό δεν έχει πια νό­η­μα η ανα­πό­λη­ση εκεί­νου του και­ρού».

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Πρέπει να πάμε ώς τη δίκη ενωμένοι" έγραψε ο Φοίβος Δεληβοριάς* ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΠΟΨΕΙΣ, 28.02.26)

 ..............................................................



Πρέπει να πάμε ώς τη δίκη ενωμένοι






έγραψε ο Φοίβος Δεληβοριάς* ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΠΟΨΕΙΣ, 28.02.26) 



Να πάμε ώς τη δίκη ενωμένοι, όχι για να επηρεάσουμε τη Δικαιοσύνη, αλλά για να είναι το αίτημά μας ουσιαστικό (λογοδοσία και ανάληψη ποινικών ευθυνών από πολιτικά πρόσωπα), πεντακάθαρο και να ταράζει τους υπεύθυνους καθημερινά.

Τα Τέμπη είναι ακόμα μια ευκαιρία – η τελευταία μας – να απαιτήσουμε να αναλαμβάνεται ουσιαστική πολιτική ευθύνη για τα κρατικά εγκλήματα. Να πέφτει φως, να καθαρίζει ο δρόμος, να μην εκχωρούμε συνεχώς δικαιώματα και έργα σε οποιονδήποτε χωρίς να υπογράφουμε συμβόλαιο.

Αν ο κόσμος δεν είχε δει την Εξεταστική Επιτροπή, τις φιέστες του Κώστα Αχ. Καραμανλή, τη συμπερίληψή του στα ψηφοδέλτια, τη συνεχή μεταβολή της συζήτησης από την ουσία (άμεση αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών), την υποκριτική στάση πολιτικών και ΜΜΕ, δεν θα είχαν χρειαστεί ούτε η συναυλία ούτε οι κινητοποιήσεις. Που ήταν πάνδημες, δεν είχαν κομματικό χρώμα και είχαν μια συγκινητική, απελπισμένη ανθρωπιά και ομοψυχία.

Το τραγούδι «Δεν θα κάνω πίσω και δεν θα ξεχάσω» το έγραψα με την καρδιά μου, τιμώντας με τον τρόπο που μπορώ κάποιους ανθρώπους που με κάλεσαν, και αποφάσισα να μην το ηχογραφήσω ποτέ, ώστε να μην υπάρχει έστω και μια υπόνοια ότι θέλω να εκμεταλλευτώ οικονομικά την τραγωδία. Ζήτησα από την ΕΔΕΜ τα όποια χρήματα από τις ζωντανές του εκτελέσεις (από μένα και από άλλους) να πηγαίνουν στον Σύλλογο.

Δεν θεωρώ καλή ιδέα ένα κόμμα που θα ξεκινήσει από τους ανθρώπους των Τεμπών. Οχι γιατί δεν έχει όποιος θέλει το δικαίωμα, ούτε γιατί θεωρώ κάποιον από αυτούς ανέντιμο ή μη ικανό άνθρωπο, αλλά γιατί συσκοτίζεται από τις κομματικές ατζέντες και στρατηγικές αυτό που έφερε –για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια– όλους τους πολίτες κοντά.

Πρέπει να πάμε ώς τη δίκη ενωμένοι, όχι για να επηρεάσουμε τη Δικαιοσύνη –αυτό προσπαθούν άλλοι να το κάνουν– αλλά για να είναι το αίτημά μας ουσιαστικό (λογοδοσία και ανάληψη ποινικών ευθυνών από πολιτικά πρόσωπα), πεντακάθαρο και να ταράζει τους υπεύθυνους καθημερινά.

Θα είμαστε φυσικά και φέτος στην πορεία και θα είμαστε κοντά σε όλους –αλλά όλους– τους συγγενείς, στον αγώνα τους και στις επιθέσεις που δέχονται (και θα δέχονται) από ανθρώπους που δεν θέλουν να λειτουργεί σωστά η δημοκρατία μας και πιστεύουν –με ιερή λύσσα– πως δεν επιδέχεται καμία βελτίωση.

*Τραγουδοποιός

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

«Ανάγνωσμα Τέταρτο. "Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες»" Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996) Από τη συλλογή Το Άξιον εστί" (1959) [πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 153-155]

 ...............................................................



Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996), «Ανάγνωσμα Τέταρτο. "Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες»"*


Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.

Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.

Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ’χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τί πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.

Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ' τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.

*Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 153-155]

ΜΙΑ ΚΑΤΗΧΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΥΣ ΣΑΜΟΥ! 26 Φεβρουαρίου (1943) , ημέρα Μνήμης! (Από το facebook, 26.2.2026)

 ...............................................................


ΜΙΑ ΚΑΤΗΧΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΥΣ ΣΑΜΟΥ!
26 Φεβρουαρίου (1943) , ημέρα Μνήμης!


Η Ιουλία Γκαρμπολά (όπως ήταν το πατρικό της) γεννήθηκε στους Μυτιληνιούς Σάμου στις 31 Μαίου 1910 από φτωχή οικογένεια. Το 1930 μεταφέρθηκε στην Αθήνα με σκοπό να βρει εργασία. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Μπίμπα, του οποίου και έλαβε το επώνυμο, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία. Ο Μπίμπας ήταν εκ γενετής τυφλός.
Το ζευγάρι διέμενε φτωχικά στην οδό Πινότση 14 στο Κουκάκι της Αθήνας.
Η Μπίμπα λόγω της φτώχειας εργαζόταν ως υπηρετικό προσωπικό σε οικίες πλουσίων, ενώ τα απογεύματα δίδασκε στο κατηχητικό σχολείο, στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Φιλοπάππου στο Κουκάκι.
Αν και δεν ήταν δασκάλα, την φώναζαν χαϊδευτικά "δασκαλίτσα" κι ας είχε μόλις τελειώσει το δημοτικό.
Σύμφωνα με επιστολή που συνέγραψε στην φυλακή τον Μάιο του 1941, μετά την υποστολή της κατοχικής σημαίας από τη Ακρόπολη (απο τους Γλέζο και Σάντα) άναψε η φλόγα μέσα της και θέλησε να συνδράμει ενεργά στην Αντίσταση.
Τον Μάρτιο του 1942, η Ιουλία Μπίμπα προσχώρησε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) που ιδρύθηκε από τον απόταχτο (στο κίνημα του 1935) υποσμηναγό Κωνσταντίνο Περρίκο. Η ΠΕΑΝ ήταν ανεξάρτητη κομματικά οργάνωση. Όχι πως οι πολιτικά οργανωμένες οργανώσεις δεν ενέπνεαν ή δεν έκαναν αγώνα.
Το αντίθετο. Απλώς φαίνεται πως η ίδια δεν ήθελε να ενταχθεί κάπου πολιτικά. Ηθελε απλώς να συνεισφέρει στον αγώνα για την ελευθερία, πέρα απο ιδεολογίες.
Αρχικά τα μέλη της ΠΕΑΝ κινούνταν τα βράδια και έγραφαν πατριωτικά συνθήματα εναντίον των κατακτητών στους τοίχους των αθηναικών συνοικιών, ενώ μοίραζαν κρυφά προκηρύξεις και την εφημερίδα της οργάνωσης «ΔΟΞΑ». Σκοπός ήταν η ανύψωση του ηθικού και του εθνικού αισθήματος των υποδούλων Ελλήνων.
Όμως η ΠΕΑΝ θα μείνει στην ιστορία για τη δράση της στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 όταν αντίναξε τη προδοτική και φιλοναζιστική οργάνωση ΕΣΠΟ.
Το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου στις 08:30, η Ιουλία Μπίμπα μέσα σε μια τσάντα για ψώνια μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό, κάτω από τα χόρτα, μέχρι τη πλατεία Κάνιγγος, όπου την παρέδωσε σε δύο συναγωνιστές της, στον Μυτιληναίο και τον Γαλάτη, που την τοποθέτησαν εντός του κτηρίου και πυροδότησαν το φιτίλι.
Λίγο αργότερα στις 11:57 το πρωί, μια εκκωφαντική έκρηξη διέλυσε το κτίριο της ΕΣΠΟ.
Οι γερμανικές διωκτικές αρχές ξεκίνησαν τις έρευνες για το κτύπημα. Τα μέλη της ΠΕΑΝ κρύφτηκαν σε ένα σπίτι στην οδό Θησέως 259 στη Καλλιθέα, αλλά δυστυχώς κατόπιν προδοσίας στις 11 Νοεμβρίου 1942, η Γκεστάπο συνέλαβε πέντε μέλη της οργάνωσης , μεταξύ των οποίων και την Ιουλία.
Η Μπίμπα φυλακίστηκε στο Εμπειρίκειο Άσυλο στη πλατεία Μαβίλη που λειτουργούσε ως κολαστήριο και φυλακή για τις γυναίκες της αντίστασης. Εκεί η Ιουλία Μπίμπα βασανίστηκε επι μέρες δίχως να προδώσει κανέναν, ενώ ανέλαβε την ευθύνη του κτυπήματος υποστηρίζοντας ότι έδρασε μόνη της.
Μέσα από την φυλακή, έγραφε στη φίλη της και γειτόνισσα της στο Κουκάκι, Άννα Πατέρα, γράμματα γραμμένα με μολύβι, μερικά γραμμένα σε χαρτί τουαλέτας.
Σε ένα απο αυτά τα γράμματα γράφει:

Δεκέμβριος 1942
Αγαπητή Άννα,
πολλές φορές με ρωτάνε εδώ στη φυλακή πώς βρήκα τη δύναμη εγώ, ένα άβγαλτο κορίτσι απ’ τη Σάμο ν’ ανακατευτώ στην Αντίσταση. Ούτε κι εγώ ξέρω να σου πω. Κάτι μέσα μου μ’ έτρωγε. Κάτι μου ’λεγε «Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι. Το ζητάει η ώρα». Μπορεί να μ’ έβαλαν στα αίματα κι εκείνα τα παλικάρια που κατέβασαν τη γερμανική σημαία απ’ την Ακρόπολη τον Μάιο του ’41.[…]

πιο κάτω συνεχίζει:

[…] Φέρε μου μόνο καμιά κουβέρτα, γιατί κοιμάμαι πάνω στο τσιμέντο και καμιά φορά κρυώνω. Φέρε μου και λίγο μπληγούρι. Αν δεν υπάρχει μπληγούρι, φέρε μου ρεβίθια. Θυμάμαι συχνά το Κουκάκι και τα στενά του ανθισμένα δρομάκια. Θυμάμαι και τον Άι Νικόλα, εκείνο το πεζούλι που ακουμπούσα και κοίταζα το σπίτι με την πρασινάδα απέναντι. Έμοιαζε με το σπίτι μας στη Σάμο. Είναι παράξενο πόσα πράγματα θυμάται κανείς όταν κοιμάται πάνω στο τσιμέντο. Κουράγιο.
Ο τελευταίος δικός της άνθρωπος που είδε την Ιουλία ήταν ο αδερφός του συζύγου της, στο ολιγόλεπτο επισκεπτήριο της φυλακής. Τη βρήκε δεμένη σ’ ένα δέντρο, με τα χέρια τεντωμένα σαν σταυρωμένη. Το σώμα της είχε καταβληθεί και ήταν σαν σκιά του εαυτού της, αλλά η ψυχή της ήταν ακατάβλητη. Κλαίγοντας του είπε: «Να είσαι περήφανος, γιατί δεν μαρτύρησα απολύτως τίποτα και ας μου κάνανε του κόσμου τα βασανιστήρια».


Στις 31 Δεκεμβρίου 1942, το Γερμανικό στρατοδικείο (έδρευε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός») την καταδίκασε δις εις θάνατο δια πελέκεως, με τις κατηγορίες ένταξη σε αντιστασιακή οργάνωση, απόπειρα δολοφονίας, και παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών.
Παρέμεινε στο Εμπειρίκειο Άσυλο μέχρι τη μεταγωγή της στη Βιέννη, όπου θα εκτελούταν η ποινή.
Στις αρχές Φεβρουαρίου, η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στη Βιέννη, όπου αποκεφαλίστηκε με χρήση γκιλοτίνας στις 26 Φεβρουαρίου 1943. Δυστυχώς η σορός της δεν βρέθηκε ποτέ. Πριν φύγει άφησε ένα σημείωμα στη φίλη της Άννα Πατέρα που έγραφε:

 
«Έχω μπροστά μου μια ανηφόρα και πρέπει να την ανέβω ως το τέλος σκαλί-σκαλί. Ίσως όταν φτάσω στην κορυφή ο κόσμος να φαίνεται από εκεί πιο όμορφος. Ίσως να μη χρειάζομαι εκεί πια ούτε τη ρόμπα μου για το κρύο.... Κουράγιο!
Σε χαιρετώ η φίλη σου Ιουλία Μπίμπα»

Είθε η θυσιαστική της Αγάπη να γίνει παράδειγμα σε όλους μας!
Αιωνία της η Μνήμη!




Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

"Οι μικρές διαφορές και οι μεγάλες τους συνέπειες" γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 26.02.26)

 ...............................................................



Οι μικρές διαφορές και οι μεγάλες τους συνέπειες






γράφει ο Χρήστος Λάσκος  ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 26.02.26) 



Είναι κάποια χρόνια τώρα που κυκλοφορεί στους αριστερούς κύκλους μια κοινοτοπία, που έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα του αναμφισβήτητου. Στόχος της διατύπωσής της είναι ο εξοβελισμός του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών». Συνήθως πάει μαζί με την καταγγελία ενός τμήματος της Αριστεράς ως προσηλωμένου στη λογική του αριστεροχωριού, που έτσι αδυνατεί να κάνει «μεγάλη πολιτική». Η οποία, βεβαίως, δεν μπορεί παρά να αφορά πρωτίστως τη διακυβέρνηση - αλλιώς τι «μεγάλο» έχει; Κι αν επισημανθεί πως παλιότερα και για πάρα πολύ η μεγάλη αριστερή πολιτική υπηρετούσε την «επανάσταση», να το πάλι το αριστεροχώρι.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, πως οι μικρές διαφορές έχουν συχνά μεγάλες συνέπειες και αφορούν την πολιτική συνήθως περισσότερο από ό,τι την ψυχιατρική - στον ναρκισσισμό αναφέρομαι. Που σημαίνει πως οι μικρές διαφορές είναι πολύ μεγάλες μέσα σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

Να δώσω ένα παράδειγμα.

Ολοι σχεδόν όσοι είναι πολύ της διακυβέρνησης και του «να φύγει ο Μητσοτάκης», ακόμη κι έτσι χωρίς πρόγραμμα, ψηφίζουν τις πολεμικές δαπάνες χωρίς αιδώ και περίσκεψη - κι αν χρειαστεί βγάζουν κι έναν πατριωτικό εξάψαλμο για όσους δεν καταλαβαίνουν τα «εθνικά θέματα».

Είναι αυτό μικρή ή μεγάλη διαφορά με όσους θεωρούν πως ο μαχητικός και ανένδοτος αντιμιλιταρισμός είναι πρώτη προϋπόθεση για οποιοδήποτε, υποφερτό έστω, μέλλον;

Για να επανέλθω σε ένα ζήτημα που πολύ με απασχολεί, είναι η Κεντροαριστερά, η οποία, παντού σχεδόν στον κόσμο, υποστηρίζει φανατικά τους αδιανόητους μέχρι πρόσφατα εξοπλισμούς και θεωρεί πολύ λογική την προσαρμογή στα τραμποφασιστικά κελεύσματα για αύξηση των πολεμικών δαπανών στο 5%, από λιγότερο του 2%, εύλογος «σύμμαχος» της Αριστεράς; Μήπως τα «κεντροαριστερά σενάρια», που έλεγε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, δεν είναι καλό πράγμα;

Δεν μιλάω για τα «παλιά». Για το γεγονός, δηλαδή, πως χωρίς την Κεντροαριστερά, τον Κλίντον, τον Σρέντερ, τον Μπλερ ή τον Σημίτη, η κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού θα ήταν δυσκολότερη. Ή για το άλλο γεγονός πως η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά κατασπάραξε την ελληνική εργατική τάξη με αντίστοιχη όρεξη με αυτήν της Δεξιάς εγκαθιδρύοντας, μαζί με όλους τους ποικίλους εντόπιους συνεργούς της, ένα πρωτοφανές καθεστώς εργοδοτικής δικτατορίας που, μαζί με όλα τα άλλα, κατέστρεψε μια ολόκληρη νέα γενιά.

Αφορούν τα λίγα, από τα πάρα πολλά, παραπάνω μικρές διαφορές;

Η συμφωνία ή ασυμφωνία σχετικά με τέτοια ζητήματα είναι δευτερεύουσα μπροστά στην αναγκαία «πανστρατιά για να φύγει ο Μητσοτάκης»; Δεν νομίζω. Και δεν κομίζω κάτι βαθυστόχαστο. Λίγη λογική και απειροελάχιστη «αριστεροσύνη» είναι αρκετές για να το καταδείξουν.

Δεν θα επιμείνω σε προτάσεις δημοκρατικοπαραταξιακής συμπόρευσης σχεδόν εθναρχικές. Ανήκουν σε άλλον από τον δικό μου γαλαξία.

Θα έρθω σε πράγματα πιο κοντά στα «παραδοσιακά» της Αριστεράς.

Στο πρόσφατο συνέδριο της ΝεΑρ συγκρούστηκαν -αν και η κατάληξη ήταν μάλλον μπερδευτική- δύο απόψεις σχετικά με το θέμα των συμμαχιών, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Η μία, της πλειοψηφίας, έβλεπε «προς τα αριστερά», η άλλη, της μειοψηφίας, «προς τη διακυβέρνηση». Η δεύτερη, υπερασπιζόμενη τη στρατηγική (!) του Λαϊκού (;) Μετώπου, δεν «εξαιρεί» κανέναν από την απαιτούμενη υπερπροσπάθεια.

Η πρώτη -αυτή «του Γαβριήλ»- καταγγέλλεται κάποιες φορές περίπου πως δεν ξέρει τι της γίνεται στο μέτρο που η «λύση» είναι προφανής και αυτή την αγνοεί - όταν δεν την υπονομεύει. Η λύση είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται να διατυπωθούν επιχειρήματα σε σχέση με την εικαζόμενη, έστω για τους σκοπούς που θέτει η ίδια, αποτελεσματικότητά της -για «να φύγει ο Μητσοτάκης», δηλαδή. Είναι προφανής!

Γιατί δεν είναι καινοφανής. Είναι αυτό που «κάνουν όλοι», τελικά. Βρίσκουν έναν αρχηγό, που αποτελεί την «προφανή επιλογή», και ακολουθούν.

Το αφήνω εδώ, αν και σε σχέση με αυτό -το θέμα, δηλαδή, του τρόπου με τον οποίο γίνεται η πολιτική- οι μικρές διαφορές είναι κολοσσιαίες.

Και θέτω το ερώτημα. Είναι εντελώς τυχαίο ότι η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝεΑρ είναι με την «ευρεία» άποψη και όχι με τη «στενή»; Είναι τυχαίο, δηλαδή, ότι το κατεξοχήν επαγγελματικό τμήμα του κόμματος είναι πιο «open-minded» από το λιγότερο επαγγελματικό;

Δεν κάνω δίκη προθέσεων. Επαναφέρω μόνο τον μαρξικό προβληματισμό σχετικά με το πόσο «το είναι είναι που καθορίζει τη συνείδηση». Γιατί αν δεν αφορά αυτός ο προβληματισμός τέτοια ζητήματα, τι στο διάολο αφορά;

Εδώ, μάθαμε από τα του Επστιν ότι μαζί του φιλικότητες είχε ακόμα και ο Τσόμσκι. Που ίσως και να σημαίνει πως η παγκόσμια -και η εγχώρια, γιατί όχι;- ελίτ σε σημαντικό βαθμό αισθάνεται, εν πολλοίς, ενιαία, διαιρετή, αλλά και αδιαίρετη. Με αριστερή, κεντρώα και δεξιά τάση.

Είναι, στα δικά μας, αυτό που λένε «εμείς οι πολιτικοί». Το «πολιτικό σύστημα», ενιαίο, διαιρετό και αδιαίρετο. Με αριστερή, κεντρώα και δεξιά τάση.

Αν κάποιος θεωρεί, όπως και ο περισσότερος «λαός», δηλαδή, με το «αλάθητο ένστικτο», πως τα πράγματα έχουν έτσι, είναι περίεργο να την ψάχνει λίγο πιο «στενά»;

Αξίζει να αναρωτηθούμε. Δεν είναι και τόσο «τρελό».

"Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;..." από τον ποιητή και φίλο στο fb Alexander Arampatzis (facebook, 20.2.2026)

 ...............................................................



     Αλέξανδρος Αραμπατζής (γ.1961)



Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;

Ποιος φοβάται να δρασκελίσει τον φράχτη της αυλής της και να την δει ματωμένη να τον σημαδεύει με ένα τεράστιο δίκανο;

Ποιος φοβάται να κωπηλατήσει στην άλλη άκρη της λίμνης για να καρφώσει σταυρούς στο σημείο που έθαψε το τομάρι του σκύλου της;

Ποιος φοβάται να αλείψει ζαχαρωμένο μέλι στις ανεπούλωτες πληγές των σκοτεινών χρησμών της;

Ποιος φοβάται να βαπτισθεί στα αναμμένα κάρβουνα της ζοφερής τρέλας της;

Ναι κι εγώ φοβάμαι την Βιρτζίνια Γουλφ

Γιατί σκάλωσε στο λαρύγγι μου σα νυχτερίδα κι απειλεί να μου κόψει τη γλώσσα με κοφτερό λεπίδι



Αλ.Αρ.

Schubert: Piano Sonata No. 20 in A Major, D. 959: II. Andantino - Mitsuko Uchida (youtube, 31.7.2018)

 ...............................................................



Schubert: Piano Sonata No. 20 in A Major, D. 959: II. Andantino - Mitsuko Uchida

(youtube, 31.7.2018)