Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

"Τα έντερα και τα άλλα" ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ / Katerina Anghelaki Rooke/facebook, 15/10/2018)

...............................................................

 

Τα έντερα και τα άλλα 

Τα έντερα τα εσώτατα
που διοχετεύουν πάθη
και κάνουν αισθητή
την κάθοδο

της μεμψίμοιρης μέρας
το στομάχι
η σακούλα του παλιού έρωτα
η φτώχεια της πέψης
η εξωτερική αύξηση
η εσωτερική στέρηση
τα αγγεία
με τα στεκάμενα αίματα
της προσωπικής μου αποτυχίας
κι οι φλέβες
τα χοντρά σκοινιά της ύπαρξής μου
που μ’ έδεναν μαζί σου
όταν το ρολόι του σώματός σου
χτύπαγε
κι άδειαζε μέσα μου
το χρόνο
το συκώτι
το λαβωμένο σκούρο τριαντάφυλλο
οι κυκλικές σκηνές
των σπλάχνων
η υψηλή τραγωδία
του λαιμού,
το μέσα της σήψης
το έξω της επιβίωσης
η σκοτεινή συντεχνία
πώς μυστικά συνεργάζονται
τα όργανα που σε καταρρακώνουν
τα βαριά τα σιωπηλά
κλειδιά του θανάτου
κρατώ
μα δεν το ξέρω
κι ολόκλειστο κουτί
ακόμη ταξιδεύω
στη θάλασσα την κόκκινη
που θα με κουκουλώσει.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Για την ταινία του Βαχίντ Ζαλιλβάντ «Περίπτωση Συνείδησης» έγραψε ο Γιάννης Δηράκης | (http://www.toperiodiko.gr. 13/10/2018)

...............................................................


«Περίπτωση Συνείδησης»

Έχουν καμία λογική οι πράξεις σου όταν παλεύεις με τη συνείδησή σου;


έγραψε ο Γιάννης Δηράκης | (http://www.toperiodiko.gr. 13/10/2018)

Ένας ιατροδικαστής προκαλεί άθελά του τροχαίο ατύχημα, στο οποίο τραυματίζεται ελαφρά ένας οχτάχρονος επιβάτης στη μοτοσυκλέτα του πατέρα του. Έχοντας ληγμένη ασφάλεια και για να αποφύγει την ταλαιπωρία, και αφού τα τραύματα του μικρού δεν είναι σοβαρά, προσφέρεται να αποζημιώσει τον πατέρα για τη ζημιά και να τους μεταφέρει στην κοντινή κλινική για εξετάσεις. Ο πατέρας αρνείται να πάει το παιδί στην κλινική και δέχεται απρόθυμα την αποζημίωση, αποφασίζοντας να μη δώσει συνέχεια στο περιστατικό. Την επομένη το πτώμα του 8χρονου αγοριού εμφανίζεται στο νεκροτομείο και η διάγνωση κάνει λόγο για θάνατο από δηλητηρίαση.

Η «Περίπτωση Συνείδησης» είναι μια πραγματική περίπτωση αριστοτεχνικά δομημένης ταινίας, όπου η κάθε λεπτομέρεια είναι προσεγμένη και τοποθετημένη στο σύμπαν της ταινίας με φροντίδα και μεγάλη σκέψη, με τελικό αποτέλεσμα ένα σφιχτό και απόλυτα ρεαλιστικό κοινωνικό, πολιτικό και βαθιά ουμανιστικό θρίλερ, που επιβεβαιώνει την εξαιρετική φήμη του σύγχρονου κοινωνικού Ιρανικού σινεμά.

Ο σκηνοθέτης Βαχίντ Ζαλιλβάντ χτίζει φοβερούς χαρακτήρες, πιστά και απόλυτα ενταγμένους στην αλήθεια της ταινίας, χαρακτήρες ανθρώπινους που εμπεριέχουν όλα τα διλήμματα, τις ανασφάλειες και τις εσωτερικές μάχες που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος ανά στιγμές και που οι επιλογές μας και οι λεπτομέρειες καθορίζουν την πορεία των πραγμάτων και μέσα σε αυτά, της δικής μας πορείας προς μια ίσως επώδυνη συμφιλίωση ή προς μια πιο μόνιμη σύγκρουση με τους δαίμονες μέσα μας.





Η αλήθεια της ταινίας βρίσκεται σε αυτές τις λεπτομέρειες, στις απλές αποφάσεις και πράξεις των ανθρώπων που αλυσιδωτά μεγεθύνονται και αποκτούν τεράστια βαρύτητα στις ζωές των ίδιων και των γύρω τους, στις τυφλές και στο γυμνό μάτι ανεξήγητες πολλές φορές πράξεις που δεν δίνουν καμία δεύτερη ευκαιρία και που συνήθως αδυνατούμε να σκεφτούμε τις συνέπειες σε όλη τους την έκταση, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι σκακιστής να μετράει την κάθε του κίνηση. Και η ζωή όμως δεν είναι μια παρτίδα σκάκι που την έχασες και ξαναρχίζεις, είναι μία, τώρα και για πάντα. Κι αν σήμερα είναι η πρώτη ευτυχισμένη μέρα μετά από καιρό, η μέρα που κατάφερες επιτέλους να βγάλεις όλη σου την οικογένεια για φαγητό, όπως ο πατέρας της ταινίας, κανείς δεν σου εγγυάται ότι αύριο θα έχεις ακόμα την οικογένειά σου, ότι δεν θα είσαι εσύ ο ίδιος υπεύθυνος για το θάνατο του παιδιού σου, για το θάνατο κάποιου τρίτου και τελικά την καταστροφή όλων αυτών που συγκροτούν την ίδια τη ζωή σου.

Δεν είναι από άλλο γενετικό υλικό οι εγκληματίες, οι φτωχοί που σου πουλάνε επικίνδυνα φούμαρα, οι γιατροί που οι παραλήψεις τους οδηγούν στο θάνατο, οι δικαστές που ακολουθούν τυφλά το γράμμα του νόμου, δεν γεννιούνται διαφορετικοί όλοι αυτοί, είναι οι πράξεις όλων μας που μπορεί στην πορεία να στραβώσουν, με ανυπολόγιστες συνέπειες. Εξηγούνται λογικά όλα αυτά, κι ας μην βγάζουν το ίδιο νόημα σε όλα τα μυαλά, κάτω από διαφορετικές περιστάσεις και με τις διαφορετικές παραστάσεις του καθενός.




Υπάρχουν λοιπόν οι παρορμήσεις, υπάρχει όμως και η ανθρώπινη συνείδηση που συνήθως ακολουθεί χρονικά και υπό προϋποθέσεις θεριεύει και μπορεί επίσης να σου καταστρέψει τη ζωή, μέχρι να καταλήξεις σε κάποιο μονόστηλο στο αστυνομικό δελτίο της ημέρας, όπου κουνώντας το κεφάλι ο αναγνώστης θα αναφωνήσει πόσο χαμηλά έχει πέσει ο άνθρωπος και η ανθρώπινη ηθική. Δεν το ξέρει, είναι όμως υποψήφιος κι ο ίδιος για το επόμενο μονόστηλο. Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη κι ο άνθρωπος δεν είναι καλός ή κακός κι η τέχνη της ταινίας είναι αυτή που με απλή και στρωτή αφήγηση εξερευνά αυτά τα ζητήματα, περιβάλλοντας με απεριόριστη αγάπη και κατανόηση τους ήρωές της και τελικά τον κάθε άνθρωπο. Κι αυτό από μόνο του είναι το πιο αισιόδοξο και λυτρωτικό σε μια καλή ταινία, ανεξάρτητα από το πόσο χαρούμενη ή στενάχωρη είναι η ιστορία (ή οι ιστορίες πιο σωστά) που αφηγείται.


Η «Περίπτωση Συνείδησης» προβάλλεται για 2η εβδομάδα στους κινηματογράφους Άστυ (17:50, 20:00, 22:10) και Πτι-Παλαί (18:10, 20:10, 22:10) από την AMA Films.





Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

"Λάθρο..." Το σχόλιο της ημέρας με το πενάκι του Γιάννη Δερμεντζόγλου. (tvxs.gr, 12/10/2018)

...............................................................

                        
                                 Λάθρο...



Το σχόλιο της ημέρας με το πενάκι του Γιάννη Δερμεντζόγλου. (tvxs.gr, 12/10/2018)




"Donzoko ("Στο βυθό") του Akira Kurosawa" της Ελίζας Σικαλοπούλου (http://cinephilia.gr, Σεπτέμβρης 2018)

............................................................

(Στο βυθό)
του Akira Kurosawa


της Ελίζας Σικαλοπούλου

b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_donzoko-2.jpg

«Είσαι σίγουρα ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Είναι το σημάδι κάθε καλού ανθρώπου
Στο βυθό, Μαξίμ Γκόρκι.
Ἐν τῷ μεταξύ, τό Γηρακώ ἡ Μπόζαινα, μειδιῶσα πάντοτε τό γλυκύ μειδίαμα, εἶχε διέλθει εἴς τινα ἀπόστασιν, μέ τά στέφανα τά ὁποῖα εἶχε κατασκευάσει, κρατοῦσα καί κρύπτουσα δῆθεν αὐτά – ἀκριβῶς ὣστε νά τά ἐπιδεικνύῃ.
Τα ρόδιν’ ακρογιάλια, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Αυτός που θα χειριζόταν ένα τέτοιο θέμα θα έπρεπε να αναπτύξει το νοητικό και να μειώσει την πραγματική φρίκη των γεγονότων, ώστε η απόλαυση, που απορρέει από την ποίηση που ενυπάρχει σ’ αυτά τα βίαια μαρτύρια και τα εγκλήματα, να μπορεί να κατευνάσει τον πόνο της ηθικής παραμόρφωσης από όπου και αναπηδούν. Δεν πρέπει ακόμη να επιχειρηθεί το παραμικρό που θα καθιστούσε την παρουσίαση υποχείρια σ’ αυτό που χυδαία χαρακτηρίζεται ως ηθικός σκοπός.
Οι Τσέντσι – Percy Bysshe Shelley (από τον πρόλογο της έκδοσης)
(Όλα κρυμμένα. Όλα μες στο νερό. Πανοραμίκ του άλλου κόσμου, του πάνω ορίζοντα. Δύο παιδιά καδραρισμένα από πολύ χαμηλή γωνία πετούν σκουπίδια πάνω σε ένα ξύλινο παράπηγμα τρυπωμένο μέσα στη γη, που είναι το σκηνικό της δράσης. Εκεί μέσα μπαίνουμε, μια για πάντα. Ο ληστής, ο πρώην σαμουράι, ο αλκοολικός ηθοποιός, η πόρνη, η γυναίκα με τα γλυκά, ο τζογαδόρος, ο σοφός προσκυνητής, ο μπαλωματής που πάντα ζεσταίνεται στη φωτιά, ο γανωματής και η ετοιμοθάνατη σύζυγός του, ο εύσωμος βουδιστής, ο αστυνομικός, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και η γυναίκα-αράχνη του, η μικρή αδελφή της. )
Στο βυθό της ιαπωνικής κοινωνίας της εποχής Έντο, η Ρωσία του Γκόρκι ντύνεται τα ταπεινά θεατρικά της χρώματα. Στην ενδιάμεσων τόνων παλέτα της εγγράφει το κοινωνικό περιθώριο μέσα σε έναν ενιαίο, περιορισμένο χώρο γεμάτο σκόνη και άχυρο. Οι ριπαρές υφές του λιτού διάκοσμου ζωγραφίζουν κηλίδες στους τοίχους και τα ρούχα, απ’ όπου αναδύονται οι μυρωδιές των ανθρώπων που έχουν στοιβαχτεί εκεί μέσα χωρίς ελπίδα για αναρρίχηση στην επιφάνεια αληθινών γεγονότων. Ο άνεμος και η σιγαλιά χαϊδεύουν τη σκεπή του ετοιμόρροπου οικήματος σαν αραιή ομίχλη τη νύχτα. Και η υπαινικτική ατμόσφαιρα δραματοποιεί, με διακριτικούς, γιαπωνέζικους χειρισμούς, την απλή πλοκή ενός Jidaigeki: Μία συντροφιά από παρίες ασφυκτιά μέσα στην καθημερινή υποχρεωτική συμβίωση που αποφορτίζεται τα βράδια στο καπηλειό πάνω από ξέχειλα ποτήρια σάκε και χαρτοπαιξία. Ο ιδιοκτήτης του οικήματος και η γυναίκα του καραδοκούν, εκτείνοντας την καταπίεση των «φιλοξενούμενων» στο πεδίο του εξευτελισμού. Στο προσκήνιο, ο ληστής Sutekichi (Toshiro Mifune), που διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με την οικοδέσποινα, ερωτεύεται τη μικρή αδερφή της, Okayo. Μια μηχανορραφία γεννημένη μέσα στη φωτιά της γυναικείας ζήλειας παίρνει τη σκυτάλη: Ο Sutekichi πρέπει να σκοτώσει το σπιτονοικοκύρη για να αποδεσμεύσει τη σύζυγό του και να μπορέσει να χαρίσει την αγάπη του στην αδερφή της. Η τραγωδία έχει ήδη συντελεστεί πολύ πριν, και ο Κουροσάβα θα απευθυνθεί και πάλι, με τη συνέργεια της ιδιαίτερης Μούσας του, στην κοσμική κλίμακα των πραγμάτων.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_donzoko-1.jpg
Στη νωχέλεια μιας σχεδόν δημιουργικής απραξίας, ο χρόνος κυλάει χωρίς ίχνη σαν την απαλή βροχή που δε βλέπουμε και, υπόκωφα, κάτω από το αυλάκι, σαν την Ιστορία των ανθρώπων. Όλα σχεδόν αργούν να συμβούν, η απόσταση πρόθεσης και πράξης μοιάζει να χωρίζεται από ένα βαθύ φαράγγι, καθώς, κλεισμένοι μέσα στην παράγκα και αποκομμένοι από τον «κόσμο της ημέρας», οι ανέστιοι ήρωες βιώνουν χωρίς καμία περίσκεψη τη χρονική απροσδιοριστία. Σ’ αυτό το τοπίο, ο δραματικός χρόνος εκφωνεί το δικό του λόγο, επιτρέποντας μια ελεύθερη εστίαση στις απρόβλεπτες, πολλαπλές κινήσεις, αντιδράσεις και αξιώσεις των ηρώων που αποδίδονται από πολλές κάμερες και συνενώνονται στο μοντάζ με έξυπνα κοντινά πλάνα που ανανεώνουν την εκάστοτε συνθήκη και διαγράφουν εντάσεις που μοιάζουν να πηγάζουν, ως ύστατη έκφραση, απευθείας από τις καρδιές των χαρακτήρων. Όπως στην ποίηση υπάρχει η έλξη των λέξεων μεταξύ τους που παράγει ρυθμό, έτσι και η δομή των πλάνων του Κουροσάβα όσο και η μικροκίνηση της μηχανής με τα ανεπαίσθητα πανοραμίκ αποκαλύπτει νέα στοιχεία στο χώρο που θα εισβάλλουν και θα διεκδικήσουν συμμετοχή στη δράση. Ένας γανωματής που κρυφακούει ξύνοντας επιδεικτικά ένα χάλκινο σκεύος, ένας ήχος ή μια φωνούλα εκτός πεδίου που ρυθμίζει και εμπλουτίζει τη δράση – φόρος τιμής στη δεξιοτεχνία του Jean Renoir –, ένας Sutekichi που σπρώχνει την πόρτα μπαίνοντας για να ακούσει τι λένε πίσω απ’ την πλάτη του, ένας προσκυνητής που γίνεται μάρτυρας σε μία δολοφονική πλεκτάνη.
Και όπως ακριβώς ο Κουροσάβα τεμαχίζει το χώρο του (ένα θεατρικό χώρο σε συστολή που τελικά διαστέλλεται, κατά Ντελέζ) με χρήση του βάθους πεδίου, με δοκάρια και πλάτες που μασκάρουν «πηγαδάκια» ηρώων, έτσι τεμαχίζει και το «ατομικό» τετράγωνο κάθε ήρωα, τον στενό αλλά υπαρκτό προσωπικό χώρο του κάθε ένα, κυκλώνοντας τη δράση από τις σκιασμένες τις γωνιές: όλοι είναι μόνοι, καθιστοί, σκυφτοί κι όμως, διαρκώς χαρακτηριζόμενοι καταλυτικά από την ιδιάζουσα ποιότητά τους, το ρόλο που τους έχει αποδοθεί στο αχανές σχέδιο μιας κοινής μοίρας. Ο σκηνοθέτης δεν ενδίδει σε αφηγηματικές φλυαρίες της «φόρμας δράσης», έτσι ώστε η γραφή του να ανακτά διαρκώς την ηθική της πυξίδα, σα βελόνα που πάλλεται στο Βορρά. Τα ψήγματα του προοπτικισμού του θα αποτελέσουν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος τόσο σε αυτό το φιλμ, όσο και στη μικρή αδελφή του τελευταίου, το Rashomon. Μέσα από αυτή τη φιλοσοφική θέση που σαρκώνεται σε χώρο και σε χρόνο ο Κουροσάβα εγείρει το προσφιλές για το κινηματογραφικό του σύμπαν ερώτημα της αλήθειας.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_donzoko-3.jpg
Στο σημείο αυτό, το αρχέγονο της αλήθειας συναντιέται με τη χυδαιότητα της εκφοράς της. «Είμαι άφραγκος, άνεργος και σε λίγο θα τα τινάξω! Τι νόημα έχει η ωμή αλήθεια;» φωνάζει στην κορύφωση της δικής του αλήθειας ο χήρος γανωματής που διαβλέπει με το ψυχολογικό του κριτήριο τη ματαιότητα μιας αλήθειας που σε ωθεί αυτοστιγμεί στην απελευθερωτική εκφορά ενός ψέματος, δηλαδή μιας ανθρώπινης αντίφασης που υπερβαίνει τους κρατούντες επιστημολογικούς και ηθικούς ορισμούς.
Από την άλλη πλευρά, ο ρόλος του προσκυνητή Kahei μας προβληματίζει: Με την έλευσή του συστείνεται ως η ήπια, ενάρετη δύναμη που τόσο είχαν όλοι ανάγκη. Η συμπάθεια που εγείρει είναι σχεδόν αυτόματη. Είναι, όμως, ηθικό υποκείμενο; «Είσαι ηλίθιος για να στραγγαλίζεις το λαιμό σου ορκιζόμενος στην αλήθεια!» φωνάζει γελώντας. Πού στέκεται τελικά, κινούμενος μονίμως μες στο χώρο και χορεύοντας αγκαλιά με βουδιστικές όσο και με αντι-ηθικολογικές ιδέες; Κάνει ειρήνη με τους απόβλητους, προσφέροντάς τους ελπίδες λύτρωσης, ακόμη και στην άλλη ζωή, τρέφοντας τις ψευδαισθήσεις τους. Η (αυτο)εξαπάτηση είναι ηθικά αποδεκτή; Στο σύνταγμα μιας πρωτότυπης ηθικής τάξης του δημιουργού, εισάγεται εκ νέου η αντίφαση του προσκυνητή: οι καλές του προθέσεις αναμφίβολα μπορούν να παρεξηγηθούν ως εύκολη φιλανθρωπία, έτσι ώστε να συνεχίζεται ατέρμονα μια μεταφυσική έρευνα πιο αρχαία από εμάς τους ίδιους.
Με χίλιους τρόπους, ο Κουροσάβα ορμάει μέσα στη ζύμωση της εποχής του, αναζητώντας μαζί με τους ήρωές του, το «ηγεμονικόν» τους, όπως θα πρότεινε ο Μάρκος Αυρήλιος. Και στην αναζήτηση αυτή εμβαθύνει στην καθ’αυτή πραγματικότητα, στεφανωμένη με καταπιέσεις, πικρές γεύσεις πολλαπλών ετεροκαθορισμών και εξαρτήσεων, που όμως πάντοτε εμπερικλείουν στη διαλεκτική τους τα εργαλεία της ελευθερίας μας. Ο Γκόρκι, μαρξιστής, δεν τους τα προσφέρει και το ασπρόμαυρο όραμα του Κουροσάβα είναι το ποιητικό παραπλήρωμα, σα νερό που κυλά μέσα σε ένα δοχείο με άμμο: ανεξάρτητα από την κατάληξη, το κέντρο βάρους είναι το ερώτημα που εκπηγάζει από το παλαιωμένο μπουκάλι των ομοιοτήτων μας, από το συλλογικό ασυνείδητο του ιστορικού λαού και εκφράζεται σα σιβυλλικός χρησμός, σαν ψέλλισμα στο στόμα ακόμη και του πιο ταπεινωμένου ανθρώπου. «Τι να κάνω;» Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει.
Ο ηθοποιός, προφητικά, θα μας ψιθυρίσει ότι σημασία έχει με τι γεννιέται κανείς, κι ο Κουροσάβα θα το ανάγει στις τύχες όλων των προσώπων του, που πάντα, σαν πατέρας τα προικίζει με τα δικά τους διακριτικά, με εκφράσεις-δείκτες στα πρόσωπά τους. Ό,τι κι αν τους συμβεί, ένα μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά: Αν ο έξω κόσμος νοείται είτε ως απειλή είτε ως απόδραση, ακόμη κι όταν στο εσωτερικό καταφύγιο η ζωή προχωρά με όλες της τις δυνατότητες, ακόμη κι όταν οι διαγώνιες γραμμές υποδεικνύουν τις μικρές, ανθρώπινες διαστάσεις της ατομικής βούλησης, τότε είμαστε υπεύθυνοι για τη μοίρα μας που τη φέρουμε και μας φέρει μέσα στους χώρους των βιωμάτων μας, στα φρικτά και αστεία θέατρα. Σε αυτή την έρημο ο Κουροσάβα δείχνει να αποφαίνεται γελώντας πικρά. «Τα ψέματα εξαπατούν την αλήθεια κάθε φορά!,»φωνάζει ο Sutekichi. «Πενθέα, γενναία μιλάς μα δίχως φρόνηση,» θα έλεγα εγώ αν είχα την τιμή να μου απευθύνει το λόγο ο Toshiro Mifune.
Η τελευταία σκηνή, επηρεασμένη βαθειά από τον κλασικισμό και απηχώντας το θέατρο Noh και τις γιαπωνέζικες θεατρικές συμβάσεις με ένα improptu μουσικό επεισόδιο των ηρώων που απέμειναν, έρχεται να διανοίξει ακόμη περισσότερο το πεδίο των ερωτημάτων μας. Ομιλίες, χειρονομίες, τελετουργικές πρακτικές και κώδικες του «είδους» σταχυολογούνται με μαεστρία, όσο οι μεθυσμένοι ήρωες αφήνονται στο γλυκό χορό της τυχαιότητας της μέθης. “Jigoku no sata mo, kane shidai*”(=τα χρήματα εξαγοράζουν την τύχη σου στην κόλαση) λέει το σιντοϊστικό τραγούδι της μικρής μας χορωδίας σε μια σεκάνς υψηλής αισθητικής αξίας, γεμάτης ήχους ταμπούρλου και τρυφερής, πειθαρχημένης κίνησης. Οι τραγουδιστές λειαίνουν το ζεστό στρώμα της ειρωνικής παραίτησης όπου θα παραδοθούν σε λίγο στον ύπνο, όμως το κέφι τους διακόπτεται με την ανακοίνωση της αυτοκτονίας του ηθοποιού. Σιωπή. Με ένα απρόσμενο κοντινό πλάνο, ο χαρτοπαίκτης μας κοιτά κατάματα και λέει «Ήταν τόσο ωραία γιορτή. Μετά έπρεπε να φύγει και να τη χαλάσει.»
(Όλα κρυμμένα. Όλα μες στο νερό.)
*Ειρωνική βουδιστική παροιμία για τη δύναμη των χρημάτων στον κόσμο.

Lucie Horsch, recorder | Händel sonata HWV 367 | Vivaldi RV 522 | 24classics.com (youtube, 29/11/20180

..............................................................

 

Lucie Horsch, recorder | Händel sonata HWV 367 | Vivaldi RV 522 | 24classics.com

Lucie Horsch (1999) played during the Buma Classical Convention in 2014 in Tivoli/Vredenburg in Utrecht. She is accompanied on harpsichord by Alexandra Nepomnyashchaya. 
Repertoire: G.F. Händel uit recordersonata in D minor, HWV 367: 
I Largo II Vivace III Furioso IV Adagio V Alla breve VI Andante VII A tempo di menuet 
A. Vivaldi From 'concerto for 2 violins', RV 522 (bewerking): I Allegro II Larghetto e spirituoso III Allegro D. Castello Sonata seconda





Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

"Ένα βράδυ στο σταθμό" ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη (εκδόσεις Ωρόρα, 1992)

...............................................................












Μαρία Πολυδούρη
(1902 - 1930)














Ένα βράδυ στο σταθμό 

                                        Παρίσι 1927



Τί θλιβερὸ πράμμα ὁ Σταθμός,
ποὺ μόλις νἄχῃ φύγει τὸ τραῖνο.
Οὔτε στιγμή, μόλις ποὺ ἐδῶ
στὶς ράγιες του βαριὰ σταματημένο
καὶ πηγαινόρχονταν γοργά,
ἀνίδεα γελώντας ταξειδιῶτες.
Κι᾿ ὅσοι ποὺ μείνανε κι᾿ αὐτοὶ
δὲν ἔχουνε τὴν ὄψη τους σὰν τότες.
Ἡ ἄδεια θέση κι᾿ ἡ σιωπὴ
μέσ᾿ στὸ Σταθμὸ ποὺ τοὔφυγε τὸ τραῖνο.
Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ μείνανε σκορποῦν
κ᾿ ἔχουν τὸ βῆμα τὸ ἀποφασισμένο
ὅσων τὴ μοίρα ἀκολουθοῦν.
Κάθε φορὰ τοὺς φεύγει κι᾿ ἀπὸ κάτι
καὶ κεῖνοι μένουν στὸ Σταθμὸ
λυγίζοντας τὸ θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στὰ ἴδια θαρρετοὶ
δῆθεν κ᾿ ἡ πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
-Καταραμένε χωρισμὲ
ὅμως κι σένα ἀπόψε θ᾿ ἀγαπήσω.
Γιατί τὸ «χαῖρε» ἦταν γλυκὸ
καθὼς τὸ χέρι σειόταν στὸν ἀέρα
ἀπ᾿ τὸ μαντήλι πιὸ λευκὸ
κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀνθό, σὰ φῶς ποὺ ἔφευγε πέρα,
ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἰδῆ ποτὲ
τόσο γαλήνια ὡραῖο τ᾿ ὅραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μοῦ τρέμουνε τὰ χείλη στὄνομά σου.

 


"...Αν κι ίσως η καρδιά ξέρει να καρτερά, καρδιά εγώ δεν έχω πια...» από τον φίλο στο fb Ilias Malevitis (facebook, 10/10/2018)

..............................................................



«―Από τον νου και την καρδιά, την αγάπη ετούτη διώξε.
―Αυτό ποτέ μην το ζητάς απ’ τον ερωτευμένο.


―Ησύχασε, γιατί ό,τι ψάχνεις ανόητο είν’ και μάταιο.
―Πράγμα ανεπίτρεπτο για μένα πια η ησυχία.


―Με καρτερία τότε υπόμενε τον πόνο σου.
―Χωρίς ψυχή χωρίς ζωή, καρτερία πώς να υπάρξει;


―Ντροπή καμμιά δε φέρνει η καρτερία της καρδιάς.
―Αν κι ίσως η καρδιά ξέρει να καρτερά, καρδιά εγώ δεν έχω πια...»


Νιζαμί (12ος αι.), ''Χοσρόης και Σιρίν''




"Sweet Nothing - Το κανονικό και το μη κανονικό" έγραψε ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΚΑΚΟΣ (www.lifo.gr, 14.9.2018)


.............................................................
 





                                      Sweet Nothing


          Το κανονικό και το μη κανονικό

 
                Εικονογράφηση: Τζέημι Ζουβέρζα


Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε ζήσει και ταυτόχρονα αποδεχτεί τόσο σουρεαλισμό που δεν έχει μείνει τίποτα πια που να μας εκπλήσσει.

έγραψε ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΥΚΑΚΟΣ 14.9.2018

Μετά το σοκ, πάντα γελάμε. Είναι η άμυνά μας. Εδώ πολλές φορές γελάμε στις κηδείες, για να αντέξουμε τον πόνο, δεν θα γελάσουμε με αυτά;


Στη Θεσσαλονίκη, στα εγκαίνια του περιπτέρου των ΗΠΑ στη ΔΕΘ, σε μια σκηνή που έχει τόση αμηχανία που θα μπορούσε να είναι απόσπασμα ταινίας του Λάνθιμου, η σοπράνο Αναστασία Ζαννή (γνωστή στο ευρύ κοινό από τη συμμετοχή της στο «Fame Story 3») τραγουδάει acapella τον εθνικό ύμνο της Αμερικής.

Οι επίσημοι παρευρισκόμενοι, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο υπουργός Ναυτιλίας Φώτης Κουβέλης και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα Τζέφρι Πάιατ, παρακολουθούν και οι ίδιοι υπερβολικά αμήχανοι. Όλοι τους προσπαθούν να προσποιηθούν μια συγκίνηση που δεν μπορεί να πείσει κανέναν και τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να συνθέσουν ένα σκηνικό αλλόκοτα περίεργο και ταυτόχρονα βαθιά άσχημο στη γενικότερη αισθητική του.

Κάποια στιγμή στη χώρα μας ήρθε η κρίση και απελευθέρωσε μια περίεργη αγριάδα. Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε ζήσει και ταυτόχρονα αποδεχτεί τόσο σουρεαλισμό που δεν έχει μείνει τίποτα πια που να μας εκπλήσσει... Συνηθίσαμε την ακροδεξιά στη Βουλή, συνηθίσαμε τον τραμπουκισμό, συνηθίσαμε το καραγκιοζιλίκι. Τα συνηθίσαμε τόσο που αρχίσαμε να γελάμε.

Λίγες ώρες μετά βγαίνει στη δημοσιότητα μια φωτογραφία του γνωστού και εξαιρετικού φωτορεπόρτερ Άρη Μεσσήνη από τα επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών για το Μακεδονικό και αστυνομικών. Ένας παπάς με ράσα, αντιασφυξιογόνα μάσκα και μια τεράστια εικόνα της Παναγίας, μια γυναίκα, δίπλα του, τυλιγμένη με μια σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας και, σαν να μην έφταναν αυτά, ένας τύπος με κατεβασμένο το παντελόνι, τα οπίσθιά του σε κοινή θέα και μια ημιάγρια έκφραση στο πρόσωπο να συμπληρώνει το σκηνικό σε μια εικόνα συγκλονιστική απ' όποια πλευρά κι αν την κοιτάξει κανείς.

Αυτά είναι δύο σκηνικά που συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα, δύο σκηνές από την πολιτική επικαιρότητα. Τη μία είναι σαν να την έχει σκηνοθετήσει ο Λάνθιμος, εστιάζοντας στο συναίσθημα της αμηχανίας, τη δεύτερη σαν να την έχει στήσει με πολύ κέφι και ταλέντο ο Μπουνιουέλ, εστιάζοντας στην παράνοια και τον σουρεαλισμό.

Μια σκηνή που έχει τόση αμηχανία που θα μπορούσε να είναι απόσπασμα ταινίας του Λάνθιμου

Αυτά τα δύο σκηνικά συνέβησαν ένα Σάββατο που έτυχε να υπάρχει ένταση στην επικαιρότητα λόγω της επίσκεψης του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Όμως δεν αποτελούν μια εξαίρεση που ήρθε από το πουθενά, δεν είναι κάτι αλλόκοτο που δεν συμβαίνει γενικά. Είναι αυτό που συνήθως συμβαίνει. Η αμηχανία και ο παραλογισμός είναι μέρος της πολιτικής πραγματικότητας, ίσως περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο πλέον.

Μετά το σοκ, πάντα γελάμε. Είναι η άμυνά μας. Εδώ πολλές φορές γελάμε στις κηδείες, για να αντέξουμε τον πόνο, δεν θα γελάσουμε με αυτά; Το «κανονικό» όμως είναι πλέον κάτι που, αν το δεις από απόσταση, δεν είναι καθόλου κανονικό. Και αυτό το «κανονικό» δεν μας πειράζει, δεν μας σοκάρει ή, αν μας σοκάρει, το ξορκίζουμε αμέσως κοροϊδεύοντάς το και προχωράμε περιμένοντας την επόμενη αφορμή για να διασκεδάσουμε με ένα ακόμα κομμάτι του παζλ που συνθέτει την καταστροφή μας.


Κάποια στιγμή στη χώρα μας ήρθε η κρίση και απελευθέρωσε μια περίεργη αγριάδα. Από το 2010 μέχρι σήμερα έχουμε ζήσει και ταυτόχρονα αποδεχτεί τόσο σουρεαλισμό που δεν έχει μείνει τίποτα πια που να μας εκπλήσσει.

Είδαμε φασίστες να χτυπούν live στην τηλεόραση γυναίκες, είδαμε ξυλοδαρμούς πολιτικών, ακούσαμε βρισίδια στη Βουλή, είδαμε πράγματα που δεν είναι λογικό να τα βλέπουμε και να νιώθουμε καλά. Αλλά είναι ανθρώπινο αντανακλαστικό η συνήθεια, αλλιώς δεν θα αντέχαμε.

Συνηθίσαμε την ακροδεξιά στη Βουλή, συνηθίσαμε τον τραμπουκισμό, συνηθίσαμε το καραγκιοζιλίκι. Τα συνηθίσαμε τόσο που αρχίσαμε να γελάμε.

Και κάπως έτσι, σχεδόν ταυτόχρονα συνέβησαν δύο πράγματα. Ρίξαμε τον πήχη χαμηλά, θεωρώντας τη σοβαρότητα στην πολιτική ζωή ήσσονος σημασίας και, εν τέλει, αφού δεν αντιδράσαμε στην πρωτοφανή έλλειψη σοβαρότητας, τους σιχαθήκαμε όλους.

Είναι πλέον σαν να βλέπουμε ηθοποιούς να παίζουν ρόλους σε μια ταινία που ακροβατεί στα όρια μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας. Σε ρόλο κομπάρσου οι φανατικοί υποστηρικτές που θα τρέξουν να δικαιολογήσουν και να συγχωρέσουν τα κακώς κείμενα των δικών τους και θα στηλιτεύσουν με τρομερή πυγμή οτιδήποτε άξιο κριτικής του αντιπάλου.

Αυτοί που θα σε πουν ισαποστάκια, αν σου φαίνεται ολόκληρο το σκηνικό γελοίο, αν δεν πιστεύεις πλέον σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό σου, στους δικούς σου ανθρώπους και σε ό,τι μπορείς να καταφέρεις αποκλειστικά με τις δικές σου δυνάμεις σε μια χώρα που δεν ευνοεί πλέον ούτε την εξέλιξη ούτε την επιτυχία.

Είμαστε 8 χρόνια σε κρίση και αν κάτι έχουμε καταφέρει περισσότερο απ' όλα είναι το να έχουμε μπερδέψει μέσα μας το κανονικό με το μη κανονικό. Η εποχή στην οποία ζούμε κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, τα νέα έρχονται και φεύγουν με αστραπιαία ταχύτητα, ο όγκος της πληροφορίας που λαμβάνουμε καθημερινά είναι τεράστιος, η ροή συνεχής.

Τα θύματα της φωτιάς στο Μάτι σχεδόν ξεχάστηκαν και ας ήταν τεράστια η συγκίνηση και η κινητοποίηση που προκάλεσαν, το μεταναστευτικό, που «έκαιγε» πριν από λίγο καιρό, πλέον είναι στην αφάνεια, δεν είναι στις ειδήσεις, άρα δεν είναι είδηση... Περνούν και φεύγουν οι ειδήσεις, ξεχνάμε και, όταν ξεχνάμε, συγχωρούμε. Αλλά δεν είναι σχεδόν τίποτα πια κανονικό.

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία επικρατεί μια πόλωση σχεδόν εμφυλιακή. Το βλέπεις ακόμα και σε παιδιά που μόλις έχουν τελειώσει το σχολείο. Βλέπεις ένα μίσος για τους άλλους που απορείς πώς βρέθηκε μέσα τους. Ζούμε καταστάσεις στις οποίες ο σκοπός, που είναι η εξόντωση του αντιπάλου, αγιάζει τα μέσα και τα μέσα περιλαμβάνουν και το να δικαιολογούμε τυφλά τους δικούς μας, ό,τι κι αν κάνουν, όπως κι αν το κάνουν. Τους δίνουμε το ελεύθερο κάπως έτσι να ρίχνουν ακόμα πιο χαμηλά τον πήχη, να μη φοβούνται το να χαμηλώνουν το δικό τους επίπεδο, αφού θα βρεθεί ο τρόπος να δικαιολογηθεί και μετά να ξεχαστεί το οποιοδήποτε ολίσθημα.

Δικαιολογούμε τους δικούς μας, συμβάλλοντας έτσι στο χαμήλωμα του επιπέδου, που οδηγεί σε εικόνες σαν αυτές που είδαμε στη ΔΕΘ (και όχι μόνο εκεί φυσικά), εικόνες που, αφού τις δικαιολογήσουμε, μετά θα τις χρησιμοποιούμε και για την προσωπική μας διασκέδαση. Και κάπως έτσι ξυπνάμε μια μέρα και δεν έχουμε όρεξη για γέλια και συνειδητοποιούμε ότι έχουμε παρατήσει τη χώρα στο έλεος της γελοιότητας.

Πηγή: www.lifo.gr



Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

"Μια πλατεία γεννιέται" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 09.10.2018)


...............................................................
 




Μια πλατεία γεννιέται


 
ΕUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ
Μπορεί να ήταν τραγουδισμένη αλλά πλατεία δεν ήταν. Υπήρχε ένα τριγωνάκι ελεύθερο ανάμεσα στους δρόμους που συγκλίνουν, ούτε που φαινόταν. Εβλεπες ανθρώπους να περπατούν γρήγορα, κοιτάζοντας πίσω τους πριν στρίψουν κι εξαφανιστούν, σαν κάτι να φοβούνταν. Τριγύρω παλιά ξενοδοχεία με νεοκλασικές προδιαγραφές και εντυπωσιακά ονόματα κατέρρεαν σταθερά.
Την πρώτη φορά που αποφάσισα να αγοράσω φαλάφελ σε ένα μικρό μαγαζάκι που είχε ανοίξει εκεί, ένιωσα τολμηρή που έμεινα παραπάνω λεπτά στην κακόφημη πλατεία από όσα χρειάζονται να τη διασχίσεις. Αξιζε τον κόπο το φαγητό. Το μαγαζάκι πήγε καλά, επεκτάθηκε, προχτές είδα ότι έβγαλε τραπεζάκια έξω. Μερικές οικογένειες μεταναστών ή προσφύγων έτρωγαν εκεί, τα παιδιά έπαιζαν στο τριγωνάκι, νεαρές παρέες γελούσαν. Πέρασα ανάμεσα παρατηρώντας τα πιάτα, να διαλέξω το δικό μου. Μου φάνηκε πως η πλατεία είχε γίνει πλατεία επιτέλους.
Οσο πλατιά κι αν είναι, μια πλατεία δεν έχει νόημα αν δεν σε καλεί να πλατύνεις τον προσωπικό σου χώρο και χρόνο. Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα να καθίσεις έστω και για ένα λεπτό σε παγκάκι, ή ακόμα καλύτερα σε καρέκλα καφενείου, να αλλάξεις τον ρυθμό της τρεχάλας. Να πιεις καφέ ή να φας κάτι. Να συναντήσεις κάποιον. Να γίνεται ο δημόσιος χώρος ιδιωτικός, να τρως και να σε κοιτούν, να προσηλώνεσαι στο τραπέζι σου και να επιτρέπεις να σε χαζεύουν. Αυτή η αλλαγή ρυθμού την ξεχωρίζει από την κίνηση του δρόμου, ενώ τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να τρέχουν γύρω γύρω, μέσα η βραδύτητα χτίζει τον δικό της χώρο, τη δική της ζωή.
Στην ευχάριστη λιακάδα οι ταλαιπωρημένοι ταξιδιώτες είχαν ξαναγίνει άνθρωποι, τσιμπώντας με το πιρούνι τους ψιλοκομμένες μελιτζάνες, μιλώντας ήρεμα, χαζεύοντας τα παιδιά τους τριγύρω. Είχαν εξοβελίσει τη βλοσυρότητα και τη μιζέρια που συνήθως τους τυλίγει, τόσο που σε ξάφνιαζαν με τη χαλαρότητα της στιγμής. Σαν να ξέχασαν να είναι δυστυχείς για λίγο, να απελευθερώθηκε μέσα τους η ικανότητα μικρών απολαύσεων.
Κοίτα να δεις που είχε χώρο τελικά η πλατεία, άξιζε τον τίτλο της. Αρκούσαν μερικά τραπεζάκια έξω. Να που βγάζοντάς τα, κάνοντας το άνοιγμα, το μαγαζάκι με τα φαλάφελ τής έδωσε το αληθινό της νόημα.
 

"Πώς πάνε και πώς φεύγουν από τις Πρέσπες;" έγραψε ο Αντώνης Λιάκος * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 08.10.2018)

..............................................................


Πώς πάνε και πώς φεύγουν από τις Πρέσπες;

 
EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ
Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη Δημοκρατία της Μακεδονίας έχουν δύο αναγνώσεις. Στην πρώτη το «Ναι» νίκησε, και θα νικούσε κι αν ακόμη συναθροίζονταν οι ψήφοι του «Οχι», πράγμα που θα εξασφάλιζε στο δημοψήφισμα μαζική συμμετοχή και εγκυρότητα. Εδώ πρέπει κανείς να αναγνωρίσει το ευφυές τέχνασμα της αντιπολίτευσης να συναθροίσει το «Οχι» με την αποχή.
Η δεύτερη ανάγνωση είναι ότι για την αλλαγή του ονόματος της χώρας ενδιαφέρεται και συμφωνεί μόνο ο ένας στους τρεις. Τυπικά η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει αν βρει τους απαραίτητους βουλευτές που της λείπουν. Ωστόσο, αν δεις τα πράγματα λίγο απέξω, η λύση αυτή φαίνεται εκβιασμένη και ενδέχεται να δημιουργήσει εν δυνάμει συναισθήματα εθνικής ταπείνωσης που θα εκδηλωθούν ρεβανσιστικά, ενδυναμώνοντας το εθνικιστικό ρεύμα.
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν μια ανέλπιστη νίκη για την ελληνική πλευρά. Επέβαλε σε μια χώρα, η οποία από τους πάντες (εκτός των Ελλήνων) ονομάζεται Μακεδονία, οι κάτοικοί της Μακεδόνες και η γλώσσα τους μακεδονικά, να αλλάξει όνομα και να εξαναγκαστεί σε συνταγματικές αλλαγές. Ολα αυτά μπορούσαν να συμβούν γιατί η ελληνική πλευρά, πέρα από το ειδικό βάρος της χώρας στα Βαλκάνια, που είναι το μεγαλύτερο, απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη επιβολής, εξαιτίας της αρχής της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ.
Μπορούσε να ασκήσει veto. Η αρχή της ομοφωνίας στους διεθνείς οργανισμούς ευνοεί τις μικρές χώρες. Οι μεγάλες μπορούν με πολλούς τρόπους να αλλάξουν τον συσχετισμό δυνάμεων. Οι μικρές κατοχυρώνονται με την αρχή της ομοφωνίας. Με μία ψήφο μπορούν να μπλοκάρουν οποιαδήποτε απόφαση. Γι’ αυτό τον λόγο έτρεξε στα Σκόπια, πριν από το δημοψήφισμα, το διεθνές πολιτικό jet set, σε μια ομολογουμένως άγαρμπη, ίσως και προσβλητική, για τον λαό αυτό, προσπάθεια να τον συμμορφώσουν ώστε να μη χρειαστεί να ασκήσει veto η Ελλάδα.
Αλλά για πόσο διάστημα μπορεί η αρχή της ομοφωνίας να αντισταθεί στον συσχετισμό δυνάμεων; Αν η αρχή αυτή ευνοεί τους μικρούς και μεσαίους, απαιτεί και μια λελογισμένη χρήση εκ μέρους τους, και κυρίως μια συμπεριφορά σύμφωνη με κανόνες, ενδεχομένως όχι ρητά διατυπωμένους, αλλά όχι λιγότερο δεσμευτικούς ηθικά και πολιτικά. Και ένας από αυτούς είναι η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης που περιλαμβάνει και το δικαίωμα μιας εθνικής οντότητας να επιλέγει το όνομά της και την ταυτότητά της. Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα έφτασε στο limit up των δυνατοτήτων της, ζητώντας τροποποίηση του ονόματος, αλλά επίσης και στο ανώτατο όριο της διεθνούς ανοχής. Αυτό πρέπει να διατυπωθεί καθαρά αν δεν θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε.
Ποιο θα είναι τώρα το μέλλον; Αν απορριφθεί η Συμφωνία των Πρεσπών, θα ασκηθούν οι μεγαλύτερες πιέσεις στην Ελλάδα, για να άρει το veto ώστε να γίνει αποδεκτή η Δημοκρατία της Μακεδονίας από τους ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς θεσμούς με το συνταγματικό της όνομα, και διπλή ονομασία για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση που θα συμβεί να βρίσκεται στην εξουσία στη συγκεκριμένη περίοδο θα βρεθεί σε κόλαση. Είναι αυτό που δεν καταλαβαίνει η αντιπολίτευση, γιατί η προσδοκία άμεσου εκλογικού κέρδους επισκιάζει απώτερες ζημιές στη θέση της χώρας. Και δεν θα είναι μόνο ζημιά της Ελλάδας, θα συμπαρασύρει δικλίδες για τις μικρές και μεσαίες χώρες στο διεθνές σύστημα.
Και τι θα γίνει με τη Συμφωνία των Πρεσπών; Η κυβέρνηση Τσίπρα έπραξε ό,τι καλύτερο μπορούσε, δεδομένων των περιορισμών στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, εξαιτίας της ελληνικής αδιαλλαξίας από το 1990. Αλλά μια χώρα πρέπει πάντοτε να καθορίζει τη συμπεριφορά της χωρίς να χάνει τον κεντρικό στόχο της. Ποιος είναι αυτός; Οχι το ονοματολογικό, αλλά η ειρήνη και η ευημερία των βαλκανικών χωρών που εξασφαλίζει την ασφάλεια της Ελλάδας. Αν η συμφωνία περάσει στη γειτονική χώρα, καλώς, πρέπει να τη διευκολύνουμε να περάσει και στην Ελλάδα. Αν δεν περάσει όμως, υποστηρίζω –όσο αντιδημοφιλές κι αν είναι– ότι η Ελλάδα πρέπει να ετοιμαστεί να αποδεχτεί τη διπλή ονομασία.
Υπάρχουν μείζονες κίνδυνοι πέραν του ονοματολογικού. Η συνέχιση της αναταραχής στα δυτικά Βαλκάνια ενδέχεται να οδηγήσει σε ανακατατάξεις αν δεν δοθεί προοπτική ενσωμάτωσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Απόσχιση των Αλβανών του Τέτοβο, και στη συνέχεια μια μεγάλη αλβανική ομοσπονδία με το Κόσοβο, το Τέτοβο και την Αλβανία είναι κάτι που βρίσκεται σε συζήτηση στις τρεις αλβανικές περιοχές και δεν αποκλείεται οι απογοητεύσεις να τη θέσουν σε τροχιά πραγματοποίησης, τηρουμένων των αναλογιών με άλλα παραδείγματα εθνικής ενοποίησης στα Βαλκάνια.
Τις προάλλες, συνομιλώντας για τα 200 χρόνια του 1821, με Αλβανό ιστορικό, μου έλεγε πως η αλβανική ενοποίηση είναι η τελευταία εκκρεμότητα των εθνικών ενοποιήσεων στα Βαλκάνια. Καλό, λοιπόν, είναι να έχουμε στο μυαλό μας μια καθαρή εικόνα των πιθανών διαδρομών και κινδύνων που αφορούν το μακεδονικό ζήτημα, στο πλαίσιο των βαλκανικών εξελίξεων.