Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

"ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ" & "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ" Δύο ποιήματα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) Από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" στον τόμο "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ", 1978)

 ...............................................................



        Νίκος Ασλάνογλου (1931 - 1996)


"ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ" & "ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ" Δύο ποιήματα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) Από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" στον τόμο "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "ΕΓΝΑΤΙΑ", 1978)


 ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΑΔΕΙΑ


Μια πολυκατοικία άδεια κι' ασυνάρτητη

επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ


Βραδυπορεί με το στρατιώτη που ξεπάγιασε

τον άρρωστο πλασιέ που επιστρέφει σπίτι


Ανέραστη σαν τους μικρούς βοσκούς

τα ροζιασμένα όνειρα των ορεινών χωριών

με περιμένει.


ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Δεν εμπιστεύομαι τη μουσική σου

αδύναμο κατατρεγμένο ποίημα


Ακούω η Μάγδα ο Χρίστος τρυφερά παιδιά

να ξημερώνονται σε μισοφώτιστα δωμάτια

σε λειτουργία ερωτική

σε ναρκωμένη πόλη ή επαρχία


Ξυπνούνε το παράνομο παιδί

το σκεβρωμένο ποίημα

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

"Τα ρέστα" Διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 - 1988) (εκδ. "Εξάντας, 1988)

 ...............................................................



             Κώστας Ταχτσής (1927 - 1988)


α ρέστα"


Από τη Συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ταχτσή "Τα ρέστα" (1972).


"— «Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!»
Δεν έφτυνε ποτέ στ' αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.
Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της. Καμιά φορά στέγνωνε ώσπου να πεις κρεμύδι, σαν πουλί πήγαινες και σαν πουλί γύριζες, μα το σάλιο είχε στεγνώσει κιόλας, κι εκείνη σε περίμενε στην πόρτα με το λουρί στο χέρι.
Άλλοτε, γύριζες απ' το θέλημα που σ' είχε στείλει να της κάνεις και, στ' αντίκρισμα του σπιτιού απ' τη γωνιά του δρόμου, σ' έπιανε τρεμούλα, κάτι έσπαγε μέσα σου, λυνόντουσαν τα γόνατά σου, αντί να πάν' μπροστά, τα πόδια σου πήγαιναν πλάγια, πίσω, μπροστά, πλάγια, πίσω... Αναρωτιόσουνα γεμάτος αγανάκτηση με τον εαυτό σου τι σ' είχε κάνει να ξεχαστείς τόσο πολύ, ποιος ζερζεβούλης σ' είχε βάλει να σταθείς και να χαζέψεις τα παιδιά πούσερναν την κάργια απ' το ποδάρι, αν άξιζε τον κόπο να φας τόσο ξύλο για μια διασκέδαση πούχε τύχει στο δρόμο σου, στην οποία δεν είχες λάβει καν μέρος, και που, το χειρότερο απ' όλα, ανήκε κιόλας στο παρελθόν, ενώ η ώρα της Κρίσεως, η στιγμή της πληρωμής του λογαριασμού πλησίαζε αμείλικτα με κάθε βήμα πούκανες προς την πόρτα.
Κι όμως, συχνά οι φόβοι σου ήταν αδικαιολόγητοι. Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ' ανακούφιση, και, γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ' αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις, οι τύψεις σου για το χάζεμα γινόντουσαν καπνός, και ξαφνικά λυπόσουνα που δεν είχες χαζέψει λίγο περισσότερο, τολμούσες μάλιστα και της έλεγες πως τα παιδιά στον απάνω δρόμο είχαν πιάσει μια κάργια και την έσερναν απ' το ποδάρι μ' ένα σπάγγο και την κλοτσούσαν σαν τόπι, ήταν σα να ομολογούσες καθαρά πως είχες χαζέψει, σα να την προκαλούσες να σου δείξει τα χαρτιά της, αν είχε σκοπό να σε δείρει, να σε δείρει μια ώρ' αρχήτερα να τελειώνουμε. Μα εκείνη ή δε σούδινε καθόλου σημασία, ή σούλεγε κάτι εντελώς άσχετο με το χάζεμα και την κάργια, σούλεγε: — «Ασ' το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρά-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω».
Καμιά φορά μάλιστα —αλλά σπάνια— όταν ήταν στα κέφια της, όταν είχε έρθει αποβραδίς ο κύριος που της είχε αγοράσει το μικροσκοπικό γραμμόφωνο από την Έκθεση, ή ο κύριος πούφερνε πάντα τα μύδια και το κόκκινο χαβιάρι, τότε ξεχνούσε ακόμα και να φτύσει, κι όταν γύριζες από το φούρνο αγκομαχώντας από το βάρος της φραντζόλας που σούχε πέσει τρεις φορές στο δρόμο, όχι μόνο δε σε μάλωνε, μα σ' έπαιρνε στην αγκαλιά της και σούλεγε: — «Αχ, να χαρώ εγώ παιδί, που μεγάλωσε και μου κάνει δουλειές, τ' αγοράκι μου το καλό, που όταν γεράσω, θα με παίρνει απ' τον ίσκιο και θα με βάζει στον ήλιο!», και γελούσε με την καρδιά της.
Τι ωραία που ήταν η ζωή τέτοιες μέρες! Το γραμμόφωνο έπαιζε συνεχώς, κι εκείνη τραγουδούσε μαζί του:
Σ' ένα ταγκό σφιχτήκαν
κι αγκαλιαστήκαν
μ' αυτή στον κάθε γύρο
κοιτάει τριγύρω...
Τα πρωινά ερχόταν η κυρά-Ρωξάνη απ' την Τούμπα κι έπλενε τα ρούχα γιατί εκείνη σιχαινόταν το πλύσιμο, ή σφουγγάριζε το πάτωμα, έκανε το σπίτι λαμπίκο, χαιρόσουνα να το βλέπεις, ή ερχόταν μόνο και μόνο για να σου κάνει παρέα, να σου πει παραμύθια, επειδή εκείνη έπρεπε να βγει έξω, να πάει πρώτα στο δικηγόρο για το διαζύγιο, και μετά στον οδοντογιατρό, κι από κει στου Μοδιάνου να ψωνίσει. Μ' αν έμενε στο σπίτι, έβγαινε τ' απόγεμα στο παράθυρο, και φώναζε τον παγωτατζή: — «Κυρ-Πρόδρομε, δος μου δυο παγωτά καϊμάκι, κι όχι κούφιο το χωνί από μέσα, τι έγινες βρε χριστιανέ μου, σε χάσαμε τόσες μέρες».
Έπαιρνε δυο παγωτά, ένα για την κυρά-Ρωξάνη κι ένα για σένα, εκείνη δεν έτρωγε παγωτό γιατί πήγαινε στον οδοντογιατρό, αν και καμιά φορά δεν άντεχε να σε βλέπει να το γλείφεις κι εκείνη να μην τρώει, και σούλεγε: — «Δε θα δώσεις λιγούτσ'κο της μαμάκας που στ' αγόρασε;» Κι έβαζε τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπο κι έκλαιγε, «α, α, α!».
Κι αμέσως έτρεχες κοντά της, και σήκωνες ψηλά το χέρι με το χωνί, κι ας ήξερες πως έκλαιγε στα ψέματα, περήφανος που μπορούσες να κάνεις και συ κάτι για κείνην, αλλά, έλα, ομολόγησέ το, προσέχοντας με κομμένη ανάσα πόσο θα δαγκώσει, γιατί στο κάτω της γραφής το παγωτό ήταν δικό σου, να φάει κι εκείνη, αλλά να μην το φάει όλο.
Τα βράδια ήταν ακόμα πιο ωραία όταν ήταν στις καλές της. Ο τόπος μοσχοβολούσε απ' τις μυρωδιές πούφταναν απ' την αυλή του αντικρινού σπιτιού, γιασεμί κι αιγόκλημα, κι η ατμόσφαιρα είχε κάτι το εορταστικό, ήταν Πρωτομαγιά, σου φορούσε τη λουλουδένια σου ποδιά με το λάστιχο στα μπατζάκια και σ' έστελνε στο δρόμο να παίξεις όσο ήθελες αλλά να μη γυρίσεις πίσω μουτζούρης.
Ύστερα έβγαζε τις γλάστρες στην εξώπορτα, την μπιγκόνια, την ορτανσία και τους δύο φίκους, και τις πότιζε, κι έχυνε και κάνα-δυο κουβάδες νερό στο πεζοδρόμιο για να δροσίσει ο τόπος, κι ύστερα καθότανε κι εκείνη στο σκαλί, πλάι στις γλάστρες, κι έπιανε κουβέντα με την κυρά-Χρυσή, ή μάζευε τα μεγάλα κορίτσια και τα μεγάλ' αγόρια που πήγαιναν στην τρίτη Γυμνασίου, και τους μάθαινε τη μπερλίνα και την κολοκυθιά — πινακωτή, πινακωτή, από τ' άλλο μου τ' αφτί, έμαθα πως έχεις μια κολοκυθιά που κάνει δέκα κολοκύθια... Μια φορά μάλιστα σηκώθηκε κι έπαιξε σκοινάκι, για να δείξει στα κορίτσια πώς πηδάνε, και δε βγήκε απ' το παιχνίδι επειδή έχασε, μα μόνο όταν φούσκωσε, και την έπιασαν τα γέλια, κι είπε: «Άστε με ήσυχη, βρε σατανάδες, δεν είμ' εγώ πια για τέτοια πράματα, έχω κοτζάμ γιο!»
Μα ήταν άλλες μέρες, όλες χειμωνιάτικες, όλες γεμάτες σύννεφα, που είχε τα μπουρίνια της, που κάπνιζε συνεχώς σα φουγάρο, κι έτρωγε τα νύχια της, και τέτοιες μέρες, όχι μόνο δεν έπρεπε να χαζέψεις στο δρόμο, μα ούτε στο σπίτι να παίξεις με τα χρυσά απ' τα τσιγάρα, ούτε να μιλήσεις. Γιατί σούλεγε: — «Πρόσεξε καλά, μη βγάλεις άχνα σήμερ' απ' το στόμα σου, γιατί θα σε σκίσω σα σαρδέλα!»
Τέτοιες μέρες το καλύτερο ήταν να μη σε στείλει έξω για θέλημα, γιατί ήξερες πως, όσο γρήγορα κι αν γύριζες πίσω, το σάλιο είχε κιόλας στεγνώσει, κι αν δεν είχε στεγνώσει το σάλιο, είχες ξεχάσει να πάρεις αλάτι, «Τι άλλο σούπε η μαμά σου να πάρεις;» σούλεγ' ο μπακάλης, μα όσο κι αν βασάνιζες το μυαλό σου, ήταν αδύνατο να θυμηθείς, ή χάζευες στο δρόμο, ξεχνούσες εντελώς πως σήμερα είχε τα μπουρίνια της και στεκόσουνα και χάζευες τα παιδιά πούδιναν μια δεκάρα κι έβλεπαν το Πανόραμα, ή σ' έβλεπαν να κρατάς κάτι σφιχτά μέσα στη φούχτα σου, και σούλεγαν: — «Έλα να παλέψουμε και θα σ' αφήσω να με νικήσεις», και σούκλεβαν τα ρέστα χωρίς να πάρεις είδηση, κι εκείνη, αντί να βγει να δείρει τα παιδιά, έδερν' εσένα. — «Ήμαρτον μανούλα μου», φώναζες μέσα απ' τους λυγμούς σου, «ήμαρτον, δεν θα το ξανακάνω!», και προσπαθούσες να κρυφτείς πίσω απ' τη φούστα της, μα όσο της ξέφευγες, κι όσο περισσότερο έκλαιγες, τόσο περισσότερο σκύλιαζε, δεν της άρεσε να κλαις, ούτε να παρακαλάς, εννοούσε να δέχεσαι την τιμωρία σαν άντρας. — «Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις», σούλεγε αφρίζοντας και χτυπώντας όπου έβρισκε, «ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή, να σε κλάψω και να σε ξεχάσω, άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου δεν χρειάζεται άλλους η κοινωνία — πες μου, θα γίνεις άντρας; Πες: «Θα γίνω άντρας! » Πες το γιατί δε θα βγεις ζωντανός απ' τα χέρια μου, σήμερα θάν' το τέλος σου!» Κι έλεγες: — «Ναι μανούλα μου, θα γίνω». — «Και δε θα ξαναχαζέψω στο δρόμο». — «Και δε θα ξαναχαζέψω!» — «Ούτε θα με πιάνουν κορόιδο οι αλήτες να μου κλέβουν τα ρέστα μου!» — «Όχι μανούλα μου, όχι!...» — «Άντε τώρα, ξεκουμπίσου από μπροστά μου πριν μετανιώσω, τράβα να πλύνεις τα μούτρα σου, και να μην ακούσω τσιμουδιά! — που να μην έσωνα και να μην έφτανα να σ' είχα γεννήσει!...»
Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα...
Φτώχεια, μέσα στην πλάση ετούτη
έχεις τα πιο πολλά παιδιά...
Κι εκείνη έβγαινε το βράδυ έξω χωρίς να ειδοποιήσει την κυρά-Ρωξάνη νάρθει να σου κάνει παρέα, σ' έβαζε στο κρεβάτι κι έβγαινε, και γύριζε αργά, πόσο αργά δεν ήξερες, πολλές φορές δεν ήξερες καν ότι έλειπε, μα θάσουνα στον τρίτο ή στον τέταρτο ύπνο όταν άκουγες κουβέντες από πολύ μακριά, κι άνοιγες για μια μόνο στιγμή τα μάτια σου κι έβλεπες τον άγγελό σου ολόγυμνο, χωρίς φτερά, μπροστά στο κρεβάτι της, κι ύστερα έσβηνε η λάμπα του πετρελαίου, έσβηναν οι κουβέντες, και το σκοτάδι ήταν σα βαρειά κουβέρτα στα μάτια σου, κι έπεφτες σα μολύβι στον πέμπτο ύπνο...
Αχ, βρε μάνα! Έχουν περάσει — πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε, κι ακόμα δεν έμαθα το μάθημά μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας, ακόμα χαζεύω στο δρόμο κοιτάζοντας τα παιδιά, ακόμα μου κλέβουν οι αλήτες τα ρέστα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμωρία σου. Και δική μου τιμωρία — που δεν κατάλαβα, όσο ήταν ακόμα καιρός, τι υπέφερες τότε, και θέλησα να σ' εκδικηθώ. Μα που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να τα βάζεις μαζί μου για να ξεσπάς;
Δε μπορούσες δηλαδή να κάνεις τα στραβά μάτια όταν αργούσα δέκα λεπτά ή όταν ξεχνούσα ν' αγοράσω τ' αλάτι; Κι αν θυμάμαι καλά, τα ρέστα που μούχαν κλέψει τα παιδιά του απάνω δρόμου ήταν, στο θεό σου βρε μάνα, ή έξη ή εφτά δεκάρες!"




Τρία ποιήματα του εξαιρετικού Δημήτρη Ελευθεράκη (1978-2020). Όλα περιέχονται στη συλλογή "Άσπρα μήλα" που εκδόθηκε μετά θάνατον, το 2021. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι: "Πρεσβυωπία", "Τα δέντρα τον χειμώνα", "Κάποιος να πει". Από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Achilleas Kyriakidis (facebook, 9.5.2026)

 ...............................................................



Δημήτρης Ελευθεράκης (1978 - 2020)

"Μετά τα σαράντα όλα είναι ίδια:
ένας σκύλος έρχεται να χορέψει γύρω απ’ τα πόδια σου στην άμμο
όπως κι εχθές – όλα είναι όμοια με τα περσινά, αλλοιωμένα μόνο
απ’ την όψη των ματιών σου που βλέπουν λιγότερα
κι εσύ δεν έχεις γίνει σοφότερος, λευτερωμένος από φόβο
στωικός, υπομονετικός ή μειλίχιος.
Στην περσινή φωτογραφία δυσκολεύεσαι να διακρίνεις
εάν αυτά που βλέπεις είναι μανταρίνια ή πορτοκάλια,
και στο χαρτί τα γράμματα που διαβάζεις είναι υγρά:
αδύνατο να καταλάβεις.
Με μια κίνηση μπορείς να τα χαλάσεις όλα
από αμηχανία ή πείσμα.
Έχεις μια εμμονή να σκέπτεσαι το ίδιο μοτίβο,
το κόκκινο χώμα και το παραγινωμένο αχλάδι
το στήθος της γοργόνας στο ψηφιδωτό και το χρυσό τσαμπί
το γλίστρημα του ήλιου στις θαλάσσιες σπηλιές.
Κι όταν στο τέλος γράφεις για να μην ξεχάσεις και να μη σε ξεχάσουν
κρατάς τη σελίδα σε απόσταση για να μπορέσεις να δεις, και διαβάζεις:

Υπάρχουν άπειρα μέρη του κόσμου όπου δεν πρόκειται να πεθάνω
κι υπάρχουν όλα τα μέρη του κόσμου
όπου δεν πρόκειται ν’ αναστηθώ."




************************




"Όταν βλέπω τα δέντρα σκέπτομαι τον πατέρα
που τέντωσε το κορμί του να μυρίσει την παγωνιά,
τα χέρια του λυγισμένα κλαδιά, τα πέλματα ριζωμένα
εάν φυσούσε εκείνη την ώρα μια ριπή θα τον θέριζε.
Ποιος έχει τη γνώση ν’ αγκαλιάσει έναν γηραλέο κορμό
να παραμερίσει τη δέντρινη μοναξιά, να ξεχωρίσει
τα ξεραμένα φύλλα
απ’ τις ξερές παλάμες, τις ξεχωμένες ρίζες απ’ τη σκαμμένη γη;
Τα δέντρα είναι μια εποχή από μόνα τους."




****************************




"Κάποιος να είναι εδώ. Κάποιος
να μας σηκώνει το μαξιλάρι.

Κάποιος ν’ αφήσει κάτι για μας
όταν δεν θα είναι εδώ.

Κάποιος να φύγει πριν από εμάς
ή μετά από εμάς.

Κάποιος να στρώσει το τραπέζι.
Να φάει το φαγητό που αγαπάμε.
Να χύσει λίγο κρασί στο χώμα για μας.

Κάποιος να μας πει πως και το τέλος, όταν έλθει,
θα περάσει σαν όλα τ’ άλλα."



Τρία ποιήματα του εξαιρετικού Δημήτρη Ελευθεράκη (1978-2020). Όλα περιέχονται στη συλλογή "Άσπρα μήλα" που εκδόθηκε μετά θάνατον, το 2021. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι: "Πρεσβυωπία", "Τα δέντρα τον χειμώνα", "Κάποιος να πει".

Από τον συγγραφέα και φίλο στο fb Achilleas Kyriakidis (facebook, 9.5.2026)

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ "Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ" Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ..............................................................


"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ




Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός, μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων. Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

                                     ι'


Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


         Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
                  Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
                                                      * μιαν αγάπη
                     Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


     Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
 Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
                                        * να φωτίσουν
       Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


 Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
             "Ο που σ' είδε * να ζει
                                       * και στην πέτρα"
      Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

 Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
 Των φονιάδων το αίμα * με φως
                                           * ξεπληρώνω
          Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο....



Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)




Ali Ghamsari Plays In Memory of Great Persian Tar Maestro; Jalil Shahnaz قمصری به یاد جلیل شهناز (youtube, 7.7.2021)

 ...............................................................


Ali Ghamsari Plays In Memory of Great Persian Tar Maestro; Jalil Shahnaz قمصری به یاد جلیل شهناز

(youtube, 7.7.2021)



«ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΙΚΡΙΩΜΑ» & «ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ» Δύο ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 ...............................................................



           Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


·       «ΑΛΛΑ ΣΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΙΚΡΙΩΜΑ» [Aber wenn er zum Block ging] ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 

Αλλά σαν έφτασε στο ικρίωμα για να τον σκοτώσουν

έφτασε σ’ ένα ικρίωμα, που το ‘χαν όμοιοί του φτιάξει.

Ακόμα κι ο μπαλτάς που τον περίμενε

απ’ όμοιούς του ήτανε φτιαγμένος. Είχανε φύγει μοναχά

ή τους είχαν διώξει, όμως εκεί

μέσα στο έργο τους βρίσκονταν τα χέρια τους. Ως και το φως

στους διαδρόμους που πέρασε για να πάει στο θάνατο

δεν θα υπήρχε χωρίς αυτούς. Ακόμα και το σπίτι

απ’ όπου τον αρπάξανε, ακόμα κι όποιο άλλο σπίτι.

Γιατί

λοιπόν να ‘ναι ολομόναχος, αυτός που μιλούσε για χάρη τόσων

    άλλων;

Επειδή

οι καταπιεστές ενώνονται

μα οι καταπιεσμένοι μένουν χωρισμένοι.    

 

                                                                         (1946)

                                          

 

·       «ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ» ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης από τη συλλογή «ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 

Εφτά χρόνους τρώγαμε το ψωμί του μακελάρη.

Εφτά χρόνους τού φτιάχναμε άρματα πολέμου.

Λαός νικημένος, εκστρατεύσαμε

να νικήσουμε άλλους λαούς.

 

                                                                             (1946)


Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

«Οχλαγωγία» και «χαχανητά» έγραψε η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ", 06.05.26)

 ...............................................................




          «Οχλαγωγία» και «χαχανητά»








έγραψε η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ",  06.05.26) 


Η χρήση λεκτικών επεξηγήσεων για γεγονότα προκειμένου να γίνουν κατανοητά κατά τη ροή μιας αφήγησης είναι συνήθης σε τηλεοπτικά και άλλα προγράμματα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι συνήθως απλές και ουδέτερες. Στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ με τίτλο «Στο χιλιοστό» διάβασα τις λέξεις «οχλαγωγία», επεξήγηση εικόνας που δείχνει αντιπαράθεση αστυνομίας/διαδηλωτών, και «χαχανητά», όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης και άλλοι επιτελείς τού τότε υπουργείου Οικονομικών ανέμεναν τους κυρίους Ντάισελμπλουμ και Βίζερ. Η δεύτερη αυτή λέξη αμφιβάλλω αν χρησιμοποιείται καν σε κωμικές αναπαραστάσεις. Γιατί η δράση είναι που προκαλεί σε αυτές το γέλιο και όχι οι γελοίες λέξεις. Πάντως οι δύο αξιωματούχοι ήταν προσκεκλημένοι στην πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ.

Η άλλη λέξη, η «οχλαγωγία», μου θύμισε απόψεις για τον «όχλο» που θεωρείται ο λαός από παρατηρητές που τον σιχαίνονται και τον φοβούνται. Περιέγραφε μια εικόνα που χρησιμοποιείται από μέσα για να αποτρέψει τη συμμετοχή σε πράξεις αντίστασης: Εδειχνε το τέλος μιας διαδήλωσης στη σχεδόν άδεια πλατεία Συντάγματος με ελάχιστους μαυροντυμένους διαδηλωτές να συγκρούονται με κάποιους αόρατους αστυνομικούς.

Οι διαδηλώσεις που άρχισαν τον Μάιο του 2010, παραμονή της υπογραφής της αποικιοκρατικής σύμβασης, και σημαδεύτηκαν στην περίπτωση της Μαρφίν από ένα έγκλημα που δεν έχει διαλευκανθεί, ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξετυλιγόταν το δράμα μιας κοινωνίας. Που μέρος των πολιτών της αρνούνταν τη συλλογική ενοχή την οποία επικαλούνταν κυρίως οι ένοχοι. Και που ερχόταν αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου πολιτισμική προπαγάνδα, κυρίως από γερμανικά μέσα, για να πέσει η αξία της, προς όφελος όσων σορτάρουν στην καταστροφή ανθρώπων και λαών. Οπως είδαμε να γίνεται με τα τρένα, τα αεροδρόμια και συνεχίζεται με τα ταξί, τα ΕΛΤΑ, την πρωτογενή παραγωγή της. Σε συνεργασία με ιθαγενείς πολιτικούς που έχουν σφραγιστεί από την υποτέλεια. Εν τω μεταξύ οι αυτοκτονίες αυτών που τσακίστηκαν από τα μέτρα της «εξυγίανσης» πολλαπλασιάζονταν χωρίς να έχουμε, όσο γνωρίζω, τον ακριβή τους αριθμό.

«Ολα άλλαξαν. Από την ημέρα που ο πατέρας μου χρεοκόπησε και η μητέρα μου έχασε τη δουλειά της. Χάθηκε η αρμονία στο σπίτι μας. Δεν ήθελα να σηκωθώ το πρωί. Είχα χάσει τη διάθεση για ζωή». Θυμάμαι κάποια από τα λόγια που είχα λάβει τότε από μια φοιτήτρια.

Στο πρώτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ τίποτα από αυτά δεν υπάρχει ως φόντο. Περιμένω το σύνολο για να έχω τελική γνώμη. Ωστόσο η έπαρση κάποιων από τους συνεντευξιαζόμενους, τα ανεξήγητα χαμόγελα άλλων, μια κάποια επίγνωση τρίτων εγγράφονταν σε ένα προβληματικό «αντικειμενικό» πλαίσιο παράλληλων λόγων με κάποιες εκπλήξεις από αποκαλύψεις της στιγμής όταν τα αίτια είναι πολυδιάστατα και οι συνέπειες των ιστορικών αυτών γεγονότων ακόμα και σε άψυχους αριθμούς των δεικτών ανάπτυξης και ευημερίας τραγικοί στη χώρα μας. Κάτι που οδηγεί καθημερινά σε μια άμβλυνση της ηθικής και σε μια άνευ προηγουμένου βία.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

"Η τελευταία μπάφα" έγραψε ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΠΟΨΕΙΣ, 05.05.26)

 ..............................................................




Η τελευταία μπάφα





έγραψε ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΠΟΨΕΙΣ, 05.05.26) 









Διάβασα, σε άρθρο του Δημήτρη Κανελλόπουλου, για ένα ντοκιμαντέρ με αναφορά στα γεγονότα του 2015, βασισμένο στο βιβλίο της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού «Η τελευταία μπλόφα». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2019, έκανε τεράστιες πωλήσεις και αποτέλεσε βίβλο «τεκμηρίωσης» για τους δεξιούς και τους ακροκεντρώους. Ο Κανελλόπουλος αξιολογεί τη δουλειά ως προϊόν τηλεοπτικά άψογο. Πράγμα για το οποίο δεν έχω κανέναν λόγο να αμφιβάλλω. Ο «Θρίαμβος της Θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ, ένα προκλητικά ναζιστικό κατασκεύασμα, από πολλές απόψεις, ήταν ένα αριστούργημα.

Υπερβολική αναλογία; Μάλλον όχι. Η κατασπάραξη της εργατικής τάξης και της νεολαίας στη χώρα μας από τα νεοφιλελεύθερα αρπακτικά υπήρξε ακραία. Τόσο ακραία που, ίσως, όλες οι αναλογίες είναι, με τον τρόπο τους, βάσιμες. Δεν ξέρω για το ντοκιμαντέρ. Το βιβλίο, όμως, το έχω διαβάσει προσεκτικά. Επέλεξα να το κάνω στο μέτρο που συγκροτεί, με δημοσιογραφική επάρκεια, το επιχείρημα των νικητών, τον θρίαμβο της θέλησής τους.

Οι συγγραφείς παρουσιάζουν γεγονότα. Μόνο που τα γεγονότα δεν είναι ποτέ μόνο γεγονότα. Συχνά, μάλιστα, δεν είναι καθόλου γεγονότα. Η πιο ισχνή επιστημολογία μάς ενημερώνει πως όλα τα γεγονότα είναι συναρτημένα με κάποια «θεωρία». Αυτό αφορά ακόμα και τις φυσικομαθηματικές επιστήμες. Πόσο, μάλλον, τα δημοσιογραφικά πονήματα. Η «αξιολογική ουδετερότητα» είναι αυταπάτη, όταν δεν είναι απάτη.

Και η αλήθεια; Δεν υπάρχει αλήθεια; Ολα είναι ερμηνείες; Ναι, όλα είναι ερμηνείες. Απλώς, υπάρχουν καλύτερες ή χειρότερες, από την άποψη της αλήθειας, ερμηνείες. Για παράδειγμα, στις ταξικές κοινωνίες, η αναγνώριση του καθοριστικά ταξικού χαρακτήρα τους είναι προϋπόθεση για την επιστημονική τους ανάλυση. Η άρνηση, η απόκρυψη, η παραγνώριση ή η υποτίμησή του υπονομεύει κάθε σχετική προσπάθεια. Στις ταξικές κοινωνίες, αυτός που υφίσταται την εκμετάλλευση έχει καλύτερους λόγους να προσεγγίσει την αλήθεια του κοινωνικού από ό,τι οι «αξιολογικά ουδέτεροι» ακαδημαϊκοί.

Για να μην ανατρέξω στον εξαποδώ Μαρξ, ο Νίτσε έλεγε και ξανάλεγε πως είναι αδύνατο να έχεις για τον κόσμο μια «θέα από το πουθενά». Η θέα σου είναι πάντα από μια συγκεκριμένη θέση, που διαμορφώνει αναγκαστικά την οπτική σου. Είναι καλό, ακριβώς για να είσαι, όσο το δυνατόν, «ακριβοδίκαιος», να το αναγνωρίζεις. Από αυτήν την άποψη, μια ορισμένη και αναγνωρισμένη μεροληψία είναι ασφαλέστερος δρόμος για την «αλήθεια» από ό,τι η «αμεροληψία».

Η Βαρβιτσιώτη και η Δενδρινού, λοιπόν, μας ενημερώνουν για όσα συνέβησαν. Με ποιες πηγές; Από ό,τι φαίνεται από τις πιο έγκυρες! Περιγράφουν, με θαυμαστές λεπτομέρειες, καταστάσεις οι οποίες εκτυλίχθηκαν εν κρυπτώ. Η ενημέρωσή τους δε γι’ αυτές, προφανώς, δεν προήλθε από τους ανόητους ριζοσπάστες. Τα βαθιά λαρύγγια εδώ, μάλλον, ήταν δεόντως «φιλελεύθερα».

Σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία, φτάνει να μείνω στα γεγονότα, όπως τα παρουσιάζουν οι ίδιες. Αντιγράφω από τη σελίδα 15: «Από τη στιγμή της ένταξής της στην ομάδα των χωρών του ευρώ, το 2001, η Ελλάδα αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς, οι οποίοι όμως οφείλονταν στην κατανάλωση και στον δανεισμό, και όχι στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Τα νούμερα μιλούσαν από μόνα τους: Τη δεκαετία πριν ξεσπάσει η κρίση, οι μισθοί στην Ε.Ε. είχαν αυξηθεί κατά 30%, αλλά στην Ελλάδα είχαν εκτοξευθεί με αύξηση 80% στον ιδιωτικό τομέα και 177% στον δημόσιο τομέα». Αυτή η παράγραφος είναι όλη η ανάλυση για τα αίτια της ελληνικής κρίσης. Ολη η ανάλυση. Η ανάλυση, λοιπόν, είναι σαφής: Η ελληνική καταστροφή οφείλεται στην κραιπάλη των μισθωτών. Fact. Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους. Πράγματι. Μόνο που δεν ξέρω για ποια «νούμερα» μιλάμε.

Αδικώ λίγο; Δείτε και κρίνετε. Οι συγγραφείς μάς ενημερώνουν ότι στην Ελλάδα ένας εργάτης των 1.000 ευρώ το 2001 έφτασε στα 1.800 το 2008! Μια καθηγήτρια δε του Δημοσίου είδε τα 1.000 ευρώ της να γίνονται 2.770! Ρωτώ καλόπιστα: Υπάρχει περίπτωση δημοσιογράφοι που νομίζουν τέτοια πράγματα να έχουν κάνει σοβαρή ανάλυση; Υπάρχει; Μπορεί να είναι αξιόπιστες; Νομίζω όχι.


Σημείωση: "Μπάφα" είναι 
1. το θηλυκό του ψαριού στράδι, από την κοιλιά της οποίας βγάζουν οι ψαράδες στραδιών το αυγοτάραχο. Παλιότερα, όπως και σήμερα, έβγαναν οι ψαράδες της Χώρας σημαντικές ποσότητες.
2. δυσοσμία
3. για τις γυναίκες, μπάφα = η ξεπεσμένη, η “ρεμένη”.

Πηγή: https://lexikolefkadas.gr