..............................................................
Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026
"Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" Διήγημα του συγγραφέα και φίλου στο fb Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)
"Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.7.2026)
.............................................................
"Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του" από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 22.11.2025)
...............................................................
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026
"Σα να μην υπήρξαμε ποτέ..." ποίημα του Νίκου Καρούζου (1926 - 1990) Από τα "Πρόσωπα" (facebook, 17.7.2026)
.............................................................
Νίκος Καρούζος (17.7.1926 - 28.9.1990)
κι όμως πονέσαμε απ' τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών
τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία
θα περάσει χαρτοπαίζοντας
με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως
δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ' ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα...
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.
Νίκος Καρούζος (1926 - 1990)
Ravel Miroirs - Sviatoslav Richter in Prague, 1965 (youtube, 8.5.2011)
...............................................................
00:00. Ravel - Miroirs (1905) - 1. Noctuelles
04:46. Ravel - Miroirs (1905) - 2. Oiseaux tristes
08:21. Ravel - Miroirs (1905) - 3. Une barque sur l'océan
12:00. Ravel - Miroirs (1905) - 4. Alborada del gracioso
20:28. Ravel - Miroirs (1905) - 5. La Vallée des cloches
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026
"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)
...............................................................
"Τα σταφύλια της οργής"
Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
«Περίπτωση θανάτου» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)
...............................................................
Μάριος Χάκκας (1931-1972)
«Περίπτωση θανάτου» διήγημα
του Μάριου Χάκκα (1931-1972) από τη συλλογή « Ο Μπιντές και άλλα διηγήματα» (εκδ.
«Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)
Δεν είναι που φοβάμαι το θάνατο. Αγωνιώ μη τυχόν δεν προλάβω, κι έχω μια
σειρά πράγματα ακόμα να κάνω, κι άλλα που γίνηκαν λάθος θέλουν διόρθωμα.
Νάμουν στη
θέση του τσιγαρά! Λίγο πριν ξεψυχήσει είπε στο γιό του: "Χρωστάω στο
πρατήριο 126 δραχμές". "Καλά", είπε ο γιος του, "γίνε πρώτα
καλά"."Όχι πρώτα... Τώρα... Να τα πας και να μου φέρεις απόδειξη. Δε
θέλω να χρωστάω πουθενά... Σε λίγο μπορεί να πεθάνω". Ήταν η μοναδική του
εκκρεμότητα. Περίμενε την απόδειξη να τα τινάξει.
Εμένα μου
λείπουν αποδείξεις χιλιάδες, εκκρεμότητες πλήθος με περιμένουν, κι αν μούρθει
ξαφνικά το κακό θα μείνουν όλα στη μέση: Τα βιβλία που γράφω, οι γυναίκες που
τριγυρίζω κι έχω σκοπό να πηδήξω, τα ταξίδια που σχεδιάζω, μια εγχείρηση που
κάθε φορά αναβάλλω και που κάποτε πρέπει να γίνει.
Αν ήμουν η
κυρά - Μαρία, δε θάχα αντίρρηση. Τι άλλο περισσότερο πια να κάνεις μες στους
ανθρώπους; Πού μακρύτερα μπορεί κανένας να φτάσει όταν είναι πανέτοιμος για μια
τέτοια στάση; Γιατί η κυρά-Μαρία, την παραμονή του θανάτου της, είχε το
κουράγιο ακόμα να καυγαδίζει την αδερφή της, που της είχε κάνει στο νοσοκομείο
επίσκεψη: "Γιατί νάρθεις σε μένα και να αφήσεις τον άντρα σου χωρίς
φαγητό; Τους ζωντανούς πρέπει να νοιάζεστε". Αργότερα έπεσε σε κώμα. Όποτε
συνερχόταν για λίγο, την άκουγαν να μουγκρίζει: "Τους ζωντανούς... Τους
ζωντανούς...".
Αυτοί, και οι
δυο ήτανε τέλειοι άνθρωποι, ξέραν τι κάνανε μέχρι το τέλος, ενώ εγώ απ' την
αρχή τα θαλάσσωσα, έχασα τους φίλους μου όλους, τους οπαδούς μου, πολλές φορές
τις ιδέες μου, κι όλ' αυτά πρέπει να μου δοθεί χρόνος και κουράγιο για να τα
ξανακερδίσω, γιατί δεν μπορώ να φύγω έτσι στα κούφια, χωρίς μιαν απόδειξη, καλή
ώρα ο τσιγαράς, κάτι τέλος πάντων που να λέει πως είμαι εντάξει.
Εκείνον που
δεν μπορώ να ξεχάσω είναι ο τσιγαράς, γιατί κάθε μέρα τούδινα ένα δεκάρικο κι
έπαιρνα ένα πακέτο με άσσο. Στεκόταν στην ίδια πάντα γωνία κι έφερνε το νόμισμα
κάτω από τα μυωπικά του γυαλιά, με το στόμα μισάνοιχτο σαν έτοιμος να το
δαγκώσει. Ένα πρωινό δεν ήταν στη θέση του. "Στο Νοσοκομείο", μου
κάνει ο καφετζής. "Καρδιά. Δεν τη βγάζει". Βρέθηκα με το στόμα
μισάνοιχτο, να κρατάω στο χέρι το νόμισμα, κι όπως ήμουν εκνευρισμένος, που δεν
είχα τσιγάρο, άρχισα να το δαγκώνω. Έτρεξα φουρκισμένος στο πιο κοντινό μου
περίπτερο. «Άσσο», είπα. «Δεν έχει», μούπε το παιδί του περίπτερου. Χρόνια τώρα
μου κάνει υπόμνηση ο θάνατος καθώς δαγκώνω αυτό το δεκάρικο λίγο πριν αγοράσω
τσιγάρα. «Τελείωσαν για σένα», περιμένω ν’ ακούσω, «όλα τελείωσαν», και το κακό
είναι που θάμαι και τότε ανέτοιμος, μ’ αυτό το δεκάρικο μόνο για διαπύλια, ένα
φτηνό κέρμα, ένα φθαρμένο σύμβολο για να περάσω απέναντι.
Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν
πανέτοιμοι: Η κυρία Κούλα που ταξίδεψε στους αγίους τόπους μόνο και μόνο ν’
αγοράσει σάβανα, κι ο κύριος Ιωακείμ, τακτοποιημένος από κάθε πλευρά, κι ο
λόγος που καθυστερούσε ήταν ν’ ακούσει πως ανθρώπινο πόδι πάτησε στο φεγγάρι κι
απέ να τελειώνει.
Συχνά σκέφτομαι την Αιμιλία, από μένα λίγο
μικρότερη, πέντε εγχειρήσεις, τριάντα πέντε κιλά, το πετσί και το κόκαλο, και
μόνο τα μάτια της ίδια, φωτεινά και μεγάλα όπως πρώτα, να κοιτούν το παράθυρο
του νοσοκομείου μια μέρα πριν το θάνατο. «Σαν γυρίσουμε, Σάκη, στο σπίτι, να
πάρουμε ένα κλωνάρι τριανταφυλλιάς. Αυτή η ποικιλία μας λείπει». «Ναι»,
απαντούσε ο άντρας της κι έψαχνε στην τσέπη με ιδρωμένα δάχτυλα τα τελειωμένα
χαρτιά της, λογαριασμός της νεκρόκασας, άδεια εξαγωγής της νεκρής, ειδικές
διατυπώσεις για το αεροπλάνο. «Σάκη, μήπως χρειάζονται διατυπώσεις στο
αεροπλάνο για την τριανταφυλλιά;» Και λίγο πριν την ξαποστείλουν στο
χειρουργείο: «Όχι στον τάφο μου. Στο σπίτι τη θέλω». Ήξερε πως είναι το τέλος
της, πως δεν θα ξανάβλεπε το φως της μέρας, τον κήπο με τα τριαντάφυλλα, στον
ουρανό αστέρια, κι όμως ως τις τελευταίες στιγμές της, πηγαίνοντας για έκτη
φορά στο χειρουργείο, τραγουδούσε κι αντιλαλούσαν οι διάδρομοι: «Πότε θα κάνει
ξαστεριά». Φυσικά για τους άλλους.
Εγώ διαπυήθηκα τόσο από τη σαπίλα του καιρού
μου, που δε θάχω κουράγιο εκείνες τις στιγμές να κάνω την κίνηση που αποδιώχνει
μια μύγα, πολύ περισσότερο να τραγουδήσω δίνοντας ελπίδες στους άλλους. «Ούτε
και ένα «και» δε θα μπορώ να πω για τους άλλους. Και να σκέφτομαι πως κάποτε,
τότε που συνεργαζόμασταν με την Αιμιλία για τα κοινά, ήμουν σαν ένα φύλλο, -
όχι φύλλο μνήμη, μαραμένο σε κάποια σελίδα βιβλίου – πράσινο, καταπράσινο φύλλο
πάνω σε δέντρο, δροσιά και χαμόγελο. Και τώρα νιώθω σα να διάβηκα, όλες τις
ρωγμές της απαλάμης μου, σα να εξεμέτρησα όλες τις μέρες μου κι αφήνομαι να με
επικαλύπτει η σκόνη. Πίσω να γυρίσω δε γίνεται, μαζεύοντας τους στίχους που
ρόεψα εδώ και κει, ούτε να παραδεχτώ πως όπως έζησα, έζησα, προχωρώντας στην
τελική ευθεία, χωρίς νάχω τρεις πήχες χασέ, τα μπουρμπουάρ των τραυματιοφορέων,
κι ένα καλό στίχο στο στόμα για να δείξω στην πύλη.
"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ" ποίημα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου (1931 - 1996) από τη συλλογή "Νοσοκομείο Εκστρατείας" & "Ο Δύσκολος Θάνατος" (εκδ. "Εγνατία", 1978)
...............................................................
Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)
"ΚΙ' ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ"
Κι' αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά
και ταξιδεύαμε μαζί κι' η πόλη έφεγγε
και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική
κι' η θάλασσα ήταν δική μας κι' η στεριά
λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι
αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά
κι' η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια -
Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί
καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026
"OUI, JE LE VEUX" - Ibrahim Maalouf · Gonzalo Rubalcaba (youtube, 29.4.2026)
...............................................................
Oud: Yanis Belaïd
Percussion: Wadie Naim
Piano: Gonzalo Rubalcaba
Trumpets: Nizar Ali / Yanis Belaïd / Yvan Djaouti / Diwan Fortecoëf / Manel Girard