Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Μέντης Μποστατζόγλου (Mποστ) (1918 - 1995) από τη φίλη στο fb Natassa Zouzoula (facebook, 13/12/2018)

.............................................................


 Μέντης Μποστατζόγλου (Mποστ) 
(1918 - 1995)

 από τη φίλη στο fb Natassa Zouzoula (facebook, 13/12/2018)


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο




Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο Nτα Bίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Mέντης Mποσταντζόγλου για την σημερινή εποχή.

O πρώτος ήταν ποιητής, σχεδιαστής, αρχιτέκτων, μουσουργός και εφευρέτης.Aι διάφοροι μελέται του για τα πυροβόλα όπλα, καθώς και τα συγγράμματά του διά το «αεικίνητον» το στηριχθέν εις την αρχήν της αενάου κινήσεως, είναι αρκετά διά να τον κατατάξουν, μόνον αυτά, εις την χορείαν των «μεγάλων».

O Μποσταντζόγλου είναι κι αυτός ποιητής, σχεδιαστής και ασφαλώς θα εγίνετο ένας πρώτης τάξεως αρχιτέκτων, εάν οι φίλοι και οι γνωστοί του έδειχναν μεγαλυτέραν κατανόησιν. Διότι εις όσους επρότεινε να τους χτίση το σπίτι απέφυγον να του το αναθέσουν, ισχυριζόμενοι ότι θα το χτίσουν αργότερον. Βεβαίως τα σχέδιά του ήσαν ολίγον «επαναστατικά», π.χ. εις την θέσιν των παραθύρων είχε τις πόρτες, και εις την θέσιν της πόρτας να μπαίνουν οι επισκέπται από το παράθυρον, αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ήτο ο λόγος που φίλοι και συγγενείς τον απέφευγον. Ούτε το ότι ήτο ακριβός ευσταθεί. Νομίζω ότι πρέπει να αποδοθή μάλλον εις την επιμονήν του να μην θέλη ο ίδιος σκεπήν, ώστε να εισέρχετα ελευθέρως το ηλιακόν φως και το σπίτι να είναι οικονομικόν. Το ότι μάλιστα είχε προνοήσει κατά τας ημέρας των βροχών οι ένοικοι να κοιμούνται εις τας ντουλάπας, είναι μία επί πλέον απόδειξις ότι το όλον θέμα ο Μποσταντζόγλου το είχε συλλάβει και το είχεν μελετήσει εις όλας του τας λεπτομερείας.

Mε τον τομέα της μουσικής πάλιν, δεν εύρεν τον καιρόν να ασχοληθή ακόμη. Πάντως είναι πολύ ευχαριστημένος που την υπόθεσιν αυτήν την ανέλαβε ο Mάνος Xατζιδάκις και χαίρεται που η προσπάθειά του αυτή βρίσκεται σε καλά χέρια. "Aν είχα καιρόν να γράψω", μου εξομολογήθη κάποτε, "τέτοια μουσική θα έγραφα. Ό,τι γράφει αυτός, μ’ αρέσει. Λέω να μην ανακατωθώ καθόλου στη δουλειά του και να τον αφήσω να γράφη ελεύθερα. Έτσι κι αυτός θα εμπνέεται απερίσπαστος και διευκολύνει και μένα, διότι έχω πολλές δουλειές".

Ήκουσε κάποτε ότι η ζωή είναι ζούγκλα, του ενετυπώθη κι έκατσε εις τον μονόδρομον ωπλισμένος με το ρόπαλόν του. Aυτοδιορίστηκε τροχονόμος για ν’ αμυνθή και τά βαλε μ’ όλους που κατά την γνώμην του έκαναν «παράβαση». Έναν μόνον δεν μπορεί να φέρη σε λογαριασμό. Tον εαυτό του. Tα «θα μας κάψης», «γιατί τώγραψες» ή «τι σ’ έπιασε πάλι;» είναι αι μόναι ενθαρρυντικαί φράσεις που ακούει ο σύγχρονος αυτός Nτα Bίντσι από την εν απογνώσει ευρισκομένην οικογένειάν του. Kαι τότε ο φιλότιμος αυτός καλλιτέχνης, μεταμελείται. Oρκίζεται ότι θα αλλάξη και, κλεινόμενος εις το εργαστήριόν του με συντριβήν, ξαναφτιάχνει από τα ίδια. Aυτός είναι ο Mέντης Mποσταντζόγλου


ΜΠΟΣΤ ”ΤΟ ΛΕΦΚΟΜΑ ΜΟΥ”

"Ο καθωσπρέπει εθνικισμός" έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.12.2018)


...............................................................
 




Ο καθωσπρέπει εθνικισμός


Τις προάλλες έπινα τον καφέ μου σε καφετέρια κεντρικού ξενοδοχείου της Αθήνας. Απέναντί μου, σε μακρύ τραπέζι που είχε δημιουργηθεί από συνένωση πολλών μικρών, καθόταν μεγάλη παρέα καθωσπρέπει κυρίων και κυριών. Αρχικά αποκόμισα την εντύπωση ότι επρόκειτο για γενική συνέλευση πολυκατοικίας ή κάποιου εξωραϊστικού συλλόγου.
Δεν άκουγα όλα όσα λέγονταν, από σκόρπιες κουβέντες που έφτασαν στ’ αυτιά μου, όμως, έπειτα από λίγο διαπίστωσα πως ήταν κάτι σαν άτυπη συνέλευση μακεδονικών συλλόγων – συλλόγων που κινητοποιούνται για το Μακεδονικό. Από τα λίγα που άκουσα στη συνέχεια, κατάλαβα ότι σχεδιάζουν συλλαλητήριο στην Αθήνα που φιλοδοξούν να είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο, και σειρά αντιδράσεων στην ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη την ερχόμενη Παρασκευή. («Η επίθεση να είναι μετωπική κατά της κυβέρνησης», ήταν μια από τις ελάχιστες ολόκληρες φράσεις που ξεχώρισα ευκρινώς – ίσως επειδή ειπώθηκε με ανάλογη ένταση.) Δεν έχω ένοχη συνείδηση ότι κρυφάκουγα και τους εκθέτω, ο χώρος αλλά και το ύφος της συγκέντρωσης κάθε άλλο παρά προξενούσαν την εντύπωση της οιασδήποτε μορφής «απόρρητου».
Προφανώς δεν επρόκειτο για χρυσαυγίτες ή για παρόμοιου, ακραιφνώς ναζιστικού τύπου οργανώσεις. Για τη «μη ακραία» τους μορφή μαρτυρούσε και ο καθωσπρεπισμός τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε επιφανειακά χαρακτηριστικά, όπως το ύφος, το ντύσιμο και οι τρόποι συμπεριφοράς. Υποθέτω πως οι περισσότεροι από αυτούς θα γίνονταν έξαλλοι –και δικαίως– αν κάποιος τους παρομοίαζε με ναζιστές. Ακροδεξιοί όμως είναι. Και η «μη ακρότητα» του ακροδεξιού τους ιδεολογικού χαρακτήρα τούς καθιστά μακροπρόθεσμα ίσως πιο επικίνδυνους από τους «ούγκα ούγκα» ακροδεξιούς της Χρυσής Αυγής.
Το έχω πει παλιότερα και θα το ξαναπώ: Οσο «ήπια» και αν εκφράζεται, ο εθνικισμός της «αποκλειστικής καταγωγής» είναι αναπόφευκτα ακροδεξιός εθνικισμός. Αναρωτιέμαι αν έχουν ποτέ τους αναρωτηθεί όσοι κόπτονται για την αποκλειστικότητα του «ονόματος» και ταυτόχρονα θεωρούν τους εαυτούς τους δημοκράτες τι ακριβώς σημαίνει αυτή τους η πεποίθηση.
Οτι μόνον οι Ελληνες είναι γνήσιοι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Ωραία, ας πούμε ότι ισχύει. Και αυτό γιατί είναι τόσο σημαντικό;
Η μόνη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι: Διότι οι άλλοι λαοί που δεν είναι γνήσιοι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι κατώτεροι από εμάς τους Ελληνες (και γι’ αυτό δεν έχουν το δικαίωμα να «μιαίνουν» το όνομα της χώρας του Αλεξάνδρου). Και είναι κατώτεροι όχι επειδή στη σύγχρονη εποχή έχουν λιγότερα επιτεύγματα από εμάς να επιδείξουν, στον πολιτισμό, στις επιστήμες, στην οικονομία, στον αθλητισμό έστω, ή όπου αλλού. Είναι κατώτεροι λόγω καταγωγής. Ο ορισμός δηλαδή του ρατσισμού.
Πρόκειται για έναν εθνικισμό που έχει οριστικά πάρει διαζύγιο από τον «δημοκρατικό πατριωτισμό», από τη δημοκρατία εν γένει, από τον Διαφωτισμό σε οποιαδήποτε από τις παρακαταθήκες του. Ο δρόμος για τον εθνικοσοσιαλισμό είναι ορθάνοιχτος. Και τούτο ισχύει τόσο για τα συλλαλητήρια όσο και για τις μαθητικές καταλήψεις. Αυτό (παριστάνουν ότι) δεν καταλαβαίνουν όσοι θέτουν την (επιφανειακά) αφελέστατη ερώτηση: «Μα είναι δυνατόν να υπονοείτε ότι οι μετέχοντες σε συλλαλητήρια και οι μαθητές που διαμαρτύρονται με καταλήψεις είναι ακροδεξιοί;» Η προφανής απάντηση είναι: «Κι αν δεν είναι ήδη, τρέχουν ολοταχώς προς τα εκεί». Η άρχουσα τάξη τα γνωρίζει όλα αυτά, αλλά διακατέχεται από έναν απύθμενο κυνισμό, που οφείλεται κυρίως στο ότι ποτέ της δεν κατάφερε να αποκτήσει την περιπόθητη ηγεμονία που θα εξασφάλιζε την κυριαρχία της.
«Ντάτα, ντάγιαντβαμ, ντάμιατα» είναι η προτροπή της ινδουιστικής διδασκαλίας που αναπαρήγαγε ο Ελιοτ στους τελευταίους στίχους της «Ερημης χώρας» το 1922. Να δίνεις, να συμπάσχεις, να ελέγχεις. Πανάρχαια συνταγή που για τον δυτικό κόσμο θα μπορούσαμε να δεχτούμε πως αποτελούσε το υπόρρητο τρίπτυχο για την άσκηση μιας σωστής και αποτελεσματικής κοινωνικής ηγεμονίας.
Οι ηγέτιδες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, απέναντι στις κυριαρχούμενες τάξεις, οφείλουν να προσφέρουν (και υλικές δυνατότητες για αξιοπρεπή διαβίωση), να δείχνουν (κατά τρόπο πειστικό) ότι συμπάσχουν, να ελέγχουν και να καθοδηγούν (και όχι μόνο να καταστέλλουν). Αν κάτι χαρακτηρίζει διεθνώς την άρχουσα τάξη στην παρούσα φάση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι ότι τούτη την αρχαία συνταγή την έχει γραμμένη στα αρχαιότερα των υποδημάτων της.
Οφείλουμε να είμαστε υπερήφανοι για τη δική μας άρχουσα τάξη. Σε ανύποπτο χρόνο, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πριν καλά καλά επικρατήσει πλήρως ο νεοφιλελευθερισμός, με τον «καθωσπρέπει εθνικισμό» της αποκλειστικής ελληνικότητας της Μακεδονίας, επινόησε μια εύκολη λύση στο δύσκολο πρόβλημα της ηγεμονίας. Κι ας πρόκειται για λύση που πιθανότατα οδηγεί στην εύκολη «ηγεμονία» του φασισμού.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

"Το νησί των Νεκρών" & "Η φρίκη" δύο ποιήματα του φίλου στο fb και ποιητή Κώστα Ψαράκη (facebook, 12/12/2015 & 29/11/2018)

...........................................................





Κώστας Ψαράκης










Το νησί των Νεκρών


Στις σιωπηλές θάλασσες της λησμονιάς
τα νησιά των αναμνήσεων
βραχώδη
νεκρά
χωρίς κύματα
ένα ή δυο κυπαρίσσια
χωρίς πουλιά.
Θαλάσσια κοιμητήρια


Θροΐζουν τα ασημένια αναθήματα
χέρια, μάτια, πρόσωπα.


Αναλαμπές από στιγμές
ξαφνικά γέλια
κάτι μεσημέρια
λιγότερα πρωινά
πολλές νύκτες...


Ερχόμαστε
όταν μας περισσέψει η γενναιότητα
κάτι ν' αφήσομε
τακτοποιούμε
λαξεύομε στοές
μέχρι τα όνειρά μας


Προσποιούμαστε
(όπως κ’ εκείνοι άλλωστε)
πως δε βλέπομε τους Νεκρούς
που μας θωρούν
με την απίστευτη αγάπη
της ερημιάς …


Μονάχα τα μικρά παιδιά
Κάνουν εκείνη τη κίνηση
Να πέσουν στη αγκαλιά μας


Δεν έχουν μάθει ακόμα
να πειθαρχούν στο θάνατο


ξεχνάμε δήθεν κάτι

θα το αγκαλιάσουν όταν φύγομε



η φρίκη 

Στόν Γιώργο Σεφέρη 

" Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει•
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος." 



Ο άνεμος που φυσά τούτες τις μέρες
μας φέρνει από κάπου, σαν φύλλα ξερά, νεκρές πλέον επιθυμίες.
Ξεσκεπάζει τη φρίκη .
Φυσά κάτω από τις έρημες χειμωνιάτικες γέφυρες
με τον στιγμιαίο θάνατο της προσδοκίας
στο βλέμμα του μοναχικού αστέγου,
εκεί κάτω από τη γέφυρα
που ξαναγυρνά τη πλάτη σ εσένα και στο κρύο άνεμο .
Ποιός άραγε γνωρίζει τι ήλπισε ακούγοντας τα βήματά σου
(ποιος άραγε γνωρίζει ποιος νόμισε ότι έρχονταν ).
[Εδώ όμως πρέπει να σταματήσει το ποίημα
διότι αν συνεχιστεί θα συναντήσει την φρίκη
εκείνη την φρίκη που δεν αντέχω να σου περιγράψω
και εσύ δεν αντέχεις ν ακούσεις]


για την οποία λέει ο Ποιητής ότι
«δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει•
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.»


Ας σταθούμε λοιπόν εδώ , στις σκόρπιες εικόνες
του άστεγου κάτω από την αδιάφορη και έρημη γέφυρα ,
ή του βράχου
που θρυμματίζει το κρύο κύμα
ολομόναχος , στα μετανιωμένα από τα όργια του καλοκαιριού
χειμωνιάτικα ακρογιάλια΄
ή τις γριές μητέρες που όταν πεθαίνουν σαν απροστάτευτα παιδιά
μαζί με τις ζωντανές τους μνήμες για σένα
σ αφήνουν γυμνό, στη παγωμένη λησμονιά
αλλά ποτέ στους νέους που βρίσκουν νεκρούς
σκεπασμένους με μια κουβέρτα, στα κρύα, μοναχικά, φοιτητικά δωμάτια
σπάζοντας τις πόρτες .
Ποτέ, ποτέ, στο χαμόγελο, το τελευταίο χαμόγελο, και στο βλέμμα
το βλέμμα που θυμάσαι ότι προσπέρασες
όπως προσπέρασες κι εκείνο του αστέγου
εκεί κάτω από την γέφυρα, όταν ο άνεμος μας φέρνει
σαν φύλλα ξερά
νεκρές πλέον επιθυμίες.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

"ΣΑΛΩΜΗ" ποίημα του Χάρη Μελιτά (facebook, 11/12/2018)


...........................................................









 Χάρης Μελιτάς

















ΣΑΛΩΜΗ 

Η πόλη φόραγε αρώματα βαριά
σάπιζε με τα χρόνια λίγο-λίγο.
Οι δρόμοι περπατούσαν στα τυφλά
ο ήλιος έπεφτε νωρίς
δεν άνοιγε ψυχή να κουβεντιάσει.
Όμως το μαγαζί φίσκα τα βράδια.


Εκείνη λικνιζοταν στο πλατό
μ' ένα χαμόγελο κραγιόν
πιο άδεια απ' τη σκιά της
χυμένη στους ρυθμούς των ερπετών
με τους καπνούς να σέρνονται στο πάτωμα
και τις σαμπάνιες να πυροβολούν τη νύχτα.


Κανείς δεν πρόφτασε εκείνο το ξημέρωμα. Χορεύοντας ανάμεσα στα σώματα
έλουσε σπίρτο τους πιστούς
κι άναψε το φιτίλι.
Ούτως ή άλλως θα ξεχρεωνε στην κόλαση-
να μην αφήσει μόνους τους πελάτες...


Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Κίτρινα Γιλέκα: «Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επανοικειοποιηθούν την ίδια τους τη ζωή»(http://pass-world.gr, 8/12/2018)


..............................................................
 




Κίτρινα Γιλέκα: «Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επανοικειοποιηθούν την ίδια τους τη ζωή»

gilets
 
O 26χρονος συγγραφέας Εντουάρ Λουί [Édouard Louis], βραβευμένος το 2014 με το βραβείο Goncourt για το πρώτο του μυθιστόρημα, το αυτοβιογραφικό «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ»  [1], μιλά στην Humanité, για την εξεγερσιακή στιγμή των «Κίτρινων Γιλέκων», μια στιγμή όπου τα λαϊκά στρώματα, συρρικνωμένα για καιρό στη σιωπή, διεκδικούν τη φωνή τους.

Συνέντευξη στη Lola Ruscio
Μετάφραση: Συντακτική ομάδα pass-world.gr

Ερ: Δημοσιεύσατε ένα κείμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που περιγράφει τη δυσκολία σας να γράψετε για τα «Κίτρινα Γιλέκα». Σε ποια εμπόδια αναφέρεστε;
Απ:  Μια ακραία ταξική βία εκφράστηκε άμεσα εις βάρος του συγκεκριμένου κοινωνικού κινήματος, μια βία που με παρέλυσε εντελώς, όπως πιστεύω παρέλυσε και πολύ κόσμο. Η αστική τάξη και ένα μέρος των μίντια κορόιδευε αυτούς τους ανθρώπους που τραγουδούσαν, που χόρευαν στα οδοφράγματα. Ορισμένοι δημοσιογράφοι ή «πολιτικοί» κυκλοφορούσαν μεταξύ τους τις φωτογραφίες, τις πόσταραν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτό τους έκανε να γελούν. Μεταχειρίζονταν τα «Κίτρινα Γιλέκα» ως χωριάτες, ως βαρβάρους, μιλούσαν γι’ αυτούς σαν να πρόκειται για αγρίους, για παιδιά, τους περιέγραφαν ως ανεύθυνους, ως βάναυσους που καταστρέφουν την οικονομία.
Για μένα, όπως και για πολύ κόσμο, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», έγινε γνωστό από τις εικόνες: σώματα εργατών, επισφαλώς εργαζομένων, φτωχών, σώματα σχεδόν αόρατα σε κανονικούς καιρούς, που έχουν καταστραφεί από τον κοινωνικό αποκλεισμό ή τη δουλειά, ήρθαν στο προσκήνιο.
Σώματα με τα οποία εγώ μεγάλωσα: όπως αυτό του πατέρα μου, της θείας μου, του αδερφού μου. Αυτή η εμφάνιση με αναστάτωσε. Και αισθάνθηκα προσωπικά ότι δέχομαι επίθεση από τη βία και την ταξική περιφρόνηση που εκδηλώθηκαν αμέσως μετά την εμφάνιση αυτών των εικόνων, αυτών των σωμάτων, αυτών των φωνών.
Ένα μεγάλο μέρος του χώρου της δημοσιότητας αποτελείται από ανθρώπους που έχουν μια βαθιά απέχθεια για τους φτωχούς. Όταν το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» αναδύθηκε, αρκούσε να ανοίξεις την τηλεόραση –δεν χρειαζόταν καν να έχεις ανοιχτό τον ήχο– για να καταλάβεις αμέσως την απέχθεια που εκφραζόταν από το σώμα της αστικής τάξης, την απέχθειά τους για το σώμα των φτωχών. Το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» ανάγκασε την αστική τάξη να αποκαλύψει και το δικό της σώμα, να το δείξει.
Το άλλο φαινόμενο του οποίου γίναμε μάρτυρες, παράλληλο με αυτό της απέχθειας, ήταν μια άοκνη προσπάθεια να επιστρέψουν αυτά τα σώματα στην αφάνεια.
Πολλά ειδησεογραφικά μέσα επέμεναν πάνω στην παρουσία ανθρώπων από τη μεσαία τάξη στο συγκεκριμένο κίνημα. Είχε μια απόλαυση, μια παράξενη αγαλλίαση να επαναλαμβάνουν όλοι εν χωρώ: «Α, μα συμμετέχουν επίσης άνθρωποι από τις μεσαίες τάξεις!». Φυσικά και συμμετέχουν, και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που υποφέρουν στη μεσαία τάξη, κι αυτό είναι ένα στοιχείο που θα έπρεπε να το αναλύσουμε πιο βαθιά. Όμως, στο βάθος έμοιαζε ότι αυτοί που το επαναλάμβαναν έψαχναν για ακόμα μια φορά έναν τρόπο για να μην μιλήσουν για τις λαϊκές τάξεις.
Ερ: Μιλάτε για σώματα, δεν πρόκειται όμως κυρίως για μια επανοικειοποίηση του λόγου των πιο ταπεινών, τον οποίο σφετεριζόταν για καιρό η εξουσία;
Απ: Ναι, βεβαίως. Γεννήθηκα τη δεκαετία του 1990, και είναι ένα από τα πρώτα πραγματικά λαϊκά κινήματα που ζω στη Γαλλία. Έχω ζήσει πολύ σημαντικές φοιτητικές και μαθητικές κινητοποιήσεις, όμως με τα «Κίτρινα Γιλέκα» συμβαίνει κάτι πραγματικά πρωτόγνωρο, βαθύτατα δίκαιο και ριζοσπαστικό.
Είναι κρίσιμο να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, να συμμετάσχουμε, να το μετασχηματίσουμε όσο είναι δυνατόν. Υπήρξαν ρατσιστικά και ομοφοβικά πράγματα που εκφράστηκαν από τα «Κίτρινα Γιλέκα», αλλά το κοινωνικό κίνημα μπορεί να αλλάξει τις αναπαραστάσεις του. Το πολιτικό κίνημα είναι ακριβώς η στιγμή που οι άνθρωποι μετασχηματίζονται.
Αυτό υποστήριξε ο Σαρτρ και για τον Μάη του 1968: υπήρχαν χωρίς αμφιβολία ρατσιστές εργάτες στον Μάη του ’68, όπως περιγράφει η Claire Etcherelli στο «Ελίζα, ή η αληθινή ζωή», όμως το ’68 ήταν η στιγμή όπου, ακριβώς χάρη στο κοινωνικό κίνημα, οι εργάτες αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι οι φτωχοί μαύροι και Άραβες βιώνουν τις ίδιες δυσκολίες, την ίδια βία με αυτούς, σε πολλά επίπεδα. Το κοινωνικό κίνημα είναι η στιγμή της αναδιοργάνωσης των πολιτικών αντιλήψεων, μια στιγμή όπου ο χρόνος επιταχύνεται.
Όταν ήμουν παιδί, οι άνθρωποι γύρω μου ψήφιζαν συχνά στον πρώτο γύρο το Εθνικό Μέτωπο, και στον δεύτερο γύρο Αριστερά, αν το Εθνικό Μέτωπο δεν περνούσε. Σημάδι ότι οι άνθρωποι υπέφεραν από τη φτώχεια, από την αδυναμία να φροντίσουν και να ταΐσουν τον εαυτό τους, έψαχναν τρόπους για να πουν «υποφέρω».
Υπήρχε ένα είδος μόνιμης έντασης: «υποφέρω εξαιτίας των μεταναστών;», ή «μήπως υποφέρω εξαιτίας των πολιτικών, των κυβερνώντων που βρίσκονται στην εξουσία;» Δεν μειώνω τη σημασία της ρατσιστικής και ομοφοβικής βίας. Έχω γράψει δύο βιβλία πάνω σε αυτό το θέμα, σε όλη μου την παιδική ηλικία με μεταχειρίζονταν ως «αδερφή», όπως και πολλούς LGBT ανθρώπους. Η παιδική μου ηλικία καταστράφηκε εξαιτίας αυτού του γεγονότος.
Όμως, ακριβώς επειδή αυτά υπάρχουν, η Αριστερά έχει την τεράστια ευθύνη να δημιουργήσει μια άλλη γλώσσα, άλλους τρόπους σκέψης. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, στο πλαίσιο των «Κίτρινων Γιλέκων», αυτό έχει δουλέψει: στην αρχή ακούγαμε μόνο για τα καύσιμα, βλέπαμε επιθέσεις ρατσιστικές και ομοφοβικές. Θα μπορούσε να γίνει ένα κίνημα στο οποίο η Άκρα Δεξιά θα είχε κυριαρχήσει, αλλά απέτυχαν. Η Αριστερά κέρδισε.
Ερ: Ένα αναζωογονητικό αίσθημα πάλης των τάξεων διατρέχει αυτές τις κινητοποιήσεις. Εκρήγνυται μια αγανάκτηση εναντίον των προνομίων των πλουσίων και της υποταγής των φτωχών. Γινόμαστε μάρτυρες της διαμόρφωσης μιας ταξικής συνείδησης;
Απ: Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Η ταξική συνείδηση διαμορφώνεται και αποδομείται κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια, ο λόγος πάνω στις τάξεις ήταν όλο και πιο συχνά όπως οι λόγοι της δεκαετίας του 1950. Μιλούσαμε για λαϊκές τάξεις, χωρίς ποτέ να αναφερόμαστε στα προάστια, τους γκέι, τις γυναίκες. Σαν να μην υπήρχαν το φεμινιστικό, το αντιρατσιστικό, το LGBTQ κίνημα.
Αυτό που προσπάθησα να κάνω με τα βιβλία μου, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, είναι να μιλήσω με έναν καινούργιο και πιο ανοιχτό τρόπο για τις λαϊκές τάξεις:  τι σημαίνει να είσαι γκέι ή γυναίκα σε ένα φτωχό περιβάλλον; Ποια νέα ερωτήματα θέτει αυτό το γεγονός απέναντι στην έννοια της τάξης;
Στο κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», η λέξη «τάξη» διευρύνεται: η επιτροπή Adama [που δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο του 24χρονου Adama Traoré, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο αστυνομικό τμήμα του Περζάν στο Βαλ ντ’ Ουάζ] ήταν εκεί, και ακούγαμε όλο και περισσότερες γυναίκες να παίρνουν τον λόγο.
Ένα κοινωνικό κίνημα είναι πάντοτε ένα κίνημα κοινωνικών διεκδικήσεων και ταυτόχρονα μια κίνηση πάνω στο ίδιο το κοινωνικό κίνημα. Δεν υπάρχει κίνημα που να μην θέτει ερωτήματα πάνω στον ίδιο τον ορισμό του κοινωνικού κινήματος: περί τίνος πρόκειται; Τι δεν περιλαμβάνεται σε αυτό; Ποιος μιλά; Ποιος αποκλείεται από αυτό που παραδοσιακά ονομάζουμε «κοινωνικό κίνημα»;
Με την επιτροπή Adama, που αγωνίζεται ενάντια στην αστυνομική βία, τέθηκε το ζήτημα του αποκλεισμού των προαστίων. Και ταυτόχρονα είναι ένα κοινωνικό κίνημα που λέει στην Αριστερά: «Γιατί μιλάτε τόσο λίγο για τους μαύρους και τους Άραβες;»
Είναι το ίδιο πράγμα και τα «Κίτρινα Γιλέκα». Είναι ένα κοινωνικό κίνημα ενάντια στη φτώχεια, την επισφάλεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την περιφρόνηση, την αλαζονεία του Μακρόν. Και την ίδια στιγμή είναι μια κίνηση πάνω στο κίνημα.
Σε μια στιγμή, άνθρωποι που δεν τους βλέπαμε, που δεν τους ακούγαμε στους συνήθεις κοινωνικούς αγώνες είναι εδώ. Η καινοτομία είναι η γλώσσα που εκφέρουν τα «Κίτρινα Γιλέκα».
Λένε «δεν τα καταφέρνω να τραφώ, να αγοράσω χριστουγεννιάτικα δώρα για τα παιδιά μου, να επισκεφτώ τη μάνα μου που είναι ετοιμοθάνατη στο διπλανό χωριό γιατί δεν μπορώ να πληρώσω τη βενζίνη». Αυτές οι φράσεις είναι πολιτικά πολύ πιο δυνατές από τις διακηρύξεις πάνω στη Γαλλική Δημοκρατία και την κοινή ζωή.
Είναι ένα ξέσπασμα του πραγματικού πάνω στην πολιτική, και η πολιτική επανεμφανίζεται έτσι όπως πραγματικά είναι: ως ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Ερ: Στη Μπανιολέτ, στο Σέιν Σεν Ντενίς, την προηγούμενη εβδομάδα, καλέσατε τις λαικές τάξεις «να ανατρέψουν τη ντροπή» που βαραίνει τους κυριαρχούμενους. Πώς φτάνουμε σε κάτι τέτοιο;
Απ: Έχω συναντήσει στη ζωή μου πολλούς ανθρώπους που ντρέπονταν να πουν «υποφέρω». Ένα μέρος του πολιτικού και μιντιακού λόγου τούς έλεγε: «Αν υποφέρετε, είναι επειδή είστε αργόσχολοι, επειδή δεν διαβάσατε αρκετά, επειδή είστε οι τελευταίοι της σειράς». Σε αυτό το κίνημα οι άνθρωποι προσπαθούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους, πολύ απλά να επανοικειοποιηθούν την ίδια τους τη ζωή.
Όταν κάνουμε πολιτική, είναι σημαντικό να δημιουργούμε δομές, πραγματικούς ή εικονικούς τόπους όπου οι κοινωνικοί δρώντες να μπορούν να πουν «υποφέρω» και να αισθάνονται νομιμοποιημένοι να το κάνουν.
Τα τελευταία χρόνια, διαπιστώσαμε στον χώρο της πολιτικής, της λογοτεχνίας αλλά και των τεχνών, ολοένα και περισσότερους σχολιαστές που θεωρούν τον εαυτό τους Αριστερό να χρησιμοποιούν τον όρο «μιζερολογία». Λες και το πρόβλημα του κόσμου μας είναι ο πολύς λόγος πάνω στη μιζέρια, λες και υπερβολικά πολλοί άνθρωποι μιλούν για τη μιζέρια και λένε «υποφέρω». Η πολιτική διάγνωση που κάνω εγώ είναι η αντίθετη: από τη στιγμή που η μιζέρια δομεί με τρόπο καθοριστικό τις ζωές και τις υπάρξεις, γιατί να είναι τόσο δύσκολο να πούμε «υποφέρω»; Αυτό που ο όρος «μιζερολογία» θέλει να πει είναι «βουλώστε το!». Θα πρέπει να ελπίζουμε ότι τα «Κίτρινα Γιλέκα» θα αντιπροσωπεύσουν έναν τρόπο να διαλύσουμε όλες αυτές τις στρατηγικές της συρρίκνωσης στη σιωπή.


[1] Το βιβλίο του Εντουάρ Λουί “Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ” κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, μτφ. Μιχ. Αρβανίτης, 2018.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην Humanité, στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

"Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι" Του Θωμά Τσαλαπάτη ("ΕΠΟΧΗ", 9/12/2018)


.............................................................




Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι



Του Θωμά Τσαλαπάτη
("ΕΠΟΧΗ", 9/12/2018)


Νεκρός από ξυλοδαρμό στη μέση του δρόμου στο κέντρο της Αθήνας, μετανάστης εργάτης δολοφονημένος από χρυσαυγίτη και πεταμένος σε χαντάκι, ενώ τα σχολεία της γύρω περιοχής έκλειναν για το μακεδονικό, βιασμένη και πεταμένη στα βράχια από γόνο καλής οικογένειας στη Ρόδο.
Υπάρχει μια ακολουθία γεγονότων, μια σύνδεση υπόγεια και τρομακτική που περιγράφει το χέρι και το θύμα, το συμβάν και τη διαχείριση του. Υπάρχει ο υπερθετικός βαθμός της βίας και της επιβολής, που φτάνει μέχρι το έγκλημα. Υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο είναι ορατός και αντιμετωπίζεται ο Άλλος εντός της συγκεκριμένης αντίληψης. Μετανάστες, γκέι, τοξικοεξαρτημένοι, γυναίκες και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να περιγραφεί ως Άλλος, είναι έκθετοι στην επιθυμία. Στην επιθυμία ενός ιδεατού μέσου όρου, αρσενικού και γαλανόλευκου, πέρα από κανόνες, με μόνο όριο το όριο της προσωπικής ισχύος. Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι.
Εδώ που η βουλή θα κρατήσει ενός λεπτού σιγή για τον Κατσίφα, εδώ που η αστυνομία θα δικαιολογηθεί με μια περήφανη έλλειψη δικαιολογιών πίσω από ένα «έτσι γουστάρω», εδώ που η στύση και η επίδειξη της γίνεται ταυτότητα και εξωτερική πολιτική σε σχολεία, βραχονησίδες και ξένα κράτη. Εδώ που η ιδιοκτησία ταυτίζεται με αυτό που μπορώ να αρπάξω. Το όριο της επιθυμίας να ταυτίζεται με το όριο του δικαίου. Και όλα τα άλλα σβήνονται.
Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι. Και τα όρνια μπούχτισαν από τις προφορικές σάρκες. Ο δολοφονημένος μπροστά στα μάτια των περαστικών βαφτίστηκε κλέφτης, υπό την επήρεια, άνθρωπος σε παράκρουση (ακόμα και τώρα που όλα αποδείχτηκαν ψέματα το επιχείρημα επαναλαμβάνεται), η βιασμένη προκαλούσε και μάλλον τα ήθελε, στο κάτω κάτω ποια γυναίκα δεν έχει φάει ξύλο; Και το σώμα του μετανάστη καλυμμένο με ένα «έλα μωρέ» της ανωνυμίας και της αριθμητικής του απάνθρωπου. Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι.
Οι δολοφόνοι μέσα στο αυτονόητο δεν πράττουν κάτι το αξιοσημείωτο, απλά το παρακάνουν. Ασκούν μια γνωστή πρακτική, αλλά ίσως με υπερβάλλοντα ζήλο. Γι’ αυτό και το αυτονόητο είναι εξίσου δολοφονικό με τους δολοφόνους. Γιατί αποτελεί προϋπόθεση για τις πράξεις τους. Καθημερινή πρακτική ακόμα και όταν δεν πράττει. Όλοι οι σηκωμένοι ώμοι της αδιαφορίας στους δρόμους, κουβαλούν ξανά και ξανά κάθε μέρα φέρετρα. Αυτός που γράφει στα σχόλια του Πρώτου Θέματος συνηγορώντας στις δολοφονίες μεταναστών αναρωτώμενος τι λέμε για τους Έλληνες, ο youtuber που θεωρεί πως συμβάλει στο δημόσιο διάλογο όταν θέτει το ζήτημα του βιασμού προς συζήτηση συνδέοντας το με επιλογές ρουχισμού και όλοι αυτοί που συνδέουν φυλή, φύλο και θρησκεία σε μία απόλυτη προστακτική, συμμετέχουν εξίσου στη δολοφονία. Μολύνουν με τις βεβαιότητές τους οποιαδήποτε ελπίδα για κάτι καλύτερο, είναι η δική τους καθήλωση που τραβάει πίσω οτιδήποτε γύρω. Είναι επιταγή με όλες αυτές τις νοοτροπίες να τελειώνουμε.
Έτσι πεθαίνουν εδώ οι άνθρωποι. Και η κοινωνία μονίμως εκκρεμεί. Η κοινωνία μας είναι ακριβώς αυτό το διακύβευμα ανάμεσα σε αυτές τις πράξεις και την απάντηση που παίρνουν. Ακόμα περισσότερο ανάμεσα σε όλες τις πράξεις που προηγούνται, αναμένουν και συντάσσονται πίσω από τα γεγονότα που ξέσπασαν και ότι τις εμποδίζει να ξεσπάσουν. Ανάμεσα σε όλες τις καταφάσεις στον αρχαϊκό νόμο της επιβολής με κάθε κόστος και κάθε νόμο που ορίζει η συμβίωση και η αλληλεγγύη. Γιατί το διακύβευμα στην κοινωνία δεν είναι μόνο τα θύματα του σήμερα, του αύριο και του χθες και η δικαιοσύνη που πρέπει να αποδοθεί. Είναι η ίδια η επικράτηση των φυγόκεντρων δυνάμεων που διαλύουν το σύνολο υπέρ του ατομικισμού αυτού που θέλει και μπορεί να επιβληθεί.
Όταν πεθαίνουν έτσι οι άνθρωποι, μαζί τους θάβεται και η κοινωνία.

http://tsalapatis.blogspot.com/

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΝΤΟΡΡΟ (1895-1954) γράφει ο φίλος στο fb και ποιητής Ηλίας Κεφάλας (facebook, 10/12/2018)


..............................................................
 




ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΝΤΟΡΡΟ 
(1895-1954)


Είμαστε τα ζωντανά του γλυτωμού
σε ξένες θετικότητες.
Κι ανύπαρχτο περνάει το διάστημα
απ’ την υγεία ώς την αρρώστια.
Πιο άνθρωποι,
θα βλέπουμε, αγριεμένοι από ντροπή,
τα τωρινά μας.
Απίστευτη η τέχνη μας να κάνουμε
στιγμές κι αιωνιότητες.
Δεν είν’ αυτά που θά ’λεγα
Ούτε κι εκείνα που τα φέραν.

(Θ. ΝΤ.)


Στό μεταίχμιο πολλῶν φιλολογικῶν καί γραμματολογικῶν ἐρευνῶν ἐγγράφεται ἡ περίπτωση τοῦ ποιητῆ Θεόδωρου Ντόρρου, ὁ ὁποῖος ἐμφάνισε ξαφνικά μία ποιητική συλλογή τό 1930 μέ τόν εὐφάνταστο καί χιουμοριστικό τίτλο «Στοῦ γλυτωμοῦ τό χάζι». Τά μόνα στοιχεῖα πού μᾶς γνωστοποιοῦν κάτι τό συγκεκριμένο γιά τόν ποιητή εἶναι οἱ δύο διευθύνσεις του πού ἀναγράφονται στό βιβλίο: μία τῆς Νέας Ὑόρκης καί μία τοῦ Παρισιοῦ, πρός τίς ὁποῖες ἄν ἀπευθύνονταν οἱ ἐνδιαφερόμενοι θά ἐλάμβαναν δωρεάν τή συλλογή. Ἡ ἀλληλογραφία του μέ τόν Θράσο Καστανάκη, ἀλλά καί νεώτερες ἔρευνες ἐπιβεβαιώνουν σήμερα τή γέννησή του ἀπό ἑλληνοαμερικανούς γονεῖς κατά τό 1895 καί τήν αὐτοκτονία μαζί μέ τή γυναίκα του τό 1954 στό Παρίσι. Τό ὄνομά του εἶναι πραγματικό καί ὄχι ψευδώνυμο, ὅπως πολλοί εἶχαν φαντασθεῖ, καί ὁ ἴδιος εἶχε ἀπασχοληθεῖ στήν οίκογενειακή ἐπιχείρηση εἰδῶν προικός Dorros Bros.
Ἡ ποιητική συλλογή «Στοῦ γλυτωμοῦ τό χάζι» (Παρίσι 1930, 1931, Ἀθήνα 1981, 2005) εἶναι ὁλόκληρη γραμμένη σέ ἐλεύθερο στίχο καί αὐτό συνιστοῦσε μιά πρωτοπορία γιά τήν ἐποχή, ἀφοῦ μέχρι τότε ὁ ἐλεύθερος στίχος εἶχε χρησιμοποιηθεῖ ἀπό ἐλάχιστους καί μόνο σέ κάποια σποραδικά τους ποιήματα. Ὁ Ντόρρος ὅμως, παρά τήν ἐμφανῆ του προσφυγή στόν ἴαμβο καί τίς συχνές μετρικές του ἰσορροπίες, δέν σταματάει μόνον ἐκεῖ. Θέλει νά εἶναι προκλητικός τόσο μέ τό ὕφος τῶν ποιημάτων ὅσο καί μέ τό νοηματικό τους περιεχόμενο καί τήν ἐν γένει μορφολογία τους. Μέ ὅλα αὐτά δείχνει ὅτι - αὐτός, ένας ἄγνωστος καί ἐντελῶς ξαφνικά - εἶναι σέ θέση νά ἀναζητήσει καινούρια πράγματα. Τόν κατέταξαν ἀμέσως στόν ὑπερρεαλισμό (Ν. Λαπαθιώτης, Δ. Μεντζέλος), ἕνα κίνημα πού ἔμπαινε ἀνώριμο ἀκόμα στήν Ἑλλάδα. Ἐξετάζοντας μέ προσοχή σήμερα τήν ἀναπάντεχη ποίηση τοῦ Ντόρρου προβληματιζόμαστε ὡς πρός τήν κατάταξή της σέ μιά συγκεκριμένη σχολή. Ἡ σύγχρονη κριτική (Ἀ. Ἀργυρίου, Ν. Βαγενᾶς, Γ. Γιάνναρης, Φ. Ἀμπατζοπούλου κλπ) βλέπει κατευθύνσεις πολλές μέσα στά λιγοστά ποιήματα τοῦ Ντόρρου, ἀνάμεσα στίς ὁποῖες ὑπάρχει βέβαια καί ἡ ὑπερρεαλιστική πρακτική, παράλληλα μέ τή μοντερνικότητα, τή μετασυμβολιστική ἐκδοχή καί τήν καθαρά νεωτερική γραφή. Τό πλέον βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι ὁ Θεόδωρος Ντόρρος ἐπιδόθηκε σέ μιά ποίηση μέ «ἀσυνεχῆ λογική» (Μ. Ἀθανασοπούλου), διαμορφωμένη ἀπό τήν πιεστική ἀνάγκη νά βρεῖ καινούρια ἔκφραση, νά δημιουργήσει ἕνα μορφικό παλίμψηστο, πού πολύ δύσκολα θά ἄφηνε νά φανεῖ ἀπό κάτω του τό ὑπόστρωμα τῆς ποιητικῆς ἀπελπισίας τοῦ μεσοπολέμου ἤ ὁ νόστος τοῦ Μπωντλαίρ. Ὁ δεσμός του ὅμως μέ τόν ὑπερρεαλισμό εἶναι πιό βαθύς, ὅπως φαίνεται ἀπό μία ἐπακόλουθη πραγματεία του («Intelligence», Παρίσι, 1936) μέ τήν ὁποία καταθέτει τή δική του μαρτυρία περί τά κοινωνιολογικά καί θεωρητικά τῆς τέχνης.
Ἡ συλλογή «Στοῦ γλυτωμοῦ τό χάζι» ἀποτελεῖται ἀπό 15 μικρά καί μεγάλα ποιήματα μέσα στά ὁποῖα δεσπόζει ὁ προβληματισμός τοῦ ἀστικοῦ τοπίου καί ὁ ψυχισμός τοῦ ξενιτεμένου καί ἀποκομμένου ἀπό τίς ρίζες του ἀνθρώπου. Ἡ ἀτελής γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας βαραίνει στήν ἔκφραση καί σ’ αὐτήν ἐν πολλοῖς ὀφείλονται καί κάποιες ἐξεζητημένες ἀσάφειες, πού πολλές φορές ἐκλαμβάνονται ὡς ἠθελημένες νοηματικές ἐκτροπές καί μορφικές ἀσυνέχειες. Ὁ Ντόρρος συνομιλεῖ ἐμφανῶς μέ τόν Καρυωτάκη καί τόν Μπωντλαίρ, παίζει ἀνάμεσα στή νοσταλγία καί τήν ἀποστροφή, τήν ἀντίσταση καί τήν προσχώρηση, τή συναίνεση καί τήν ἄρνηση, τήν κρυφή οἰμωγή καί τόν σαρκασμό. Τό βλέμμα του ἐπικεντρώνεται συχνά στό μή-ποτέ καί τόν μή-τόπο. Οἱ παρομοιώσεις του σημαίνουν ὅτι κρύβει ἔντεχνα τόν λυρισμό, ἐνῶ οἱ πολυδύναμες εἰκόνες του εἶναι ὅ,τι τό πιό ζωντανό στοιχειώνει καί ἀναδεικνύει τό ποίημά του. Καταλήγει σχεδόν πάντα συμπερασματικός ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὑπόθεση εἶναι κάτι τό ἀπελπιστικά τελειωμένο καί ἀδικαίωτο, ὁπότε καί ὁ δρόμος του πρός τήν αὐτοκτονία ἦταν προδιαγεγραμμένος τόσο ὡς ἐνδοκειμενικό ὅσο καί ὡς ἐξωκειμενικό στοιχεῖο.

(Δεν βρέθηκε φωτογραφία του ποιητῆ)

"Δεν θέλουμε να ξέρουμε. Δεν θέλουμε να σας ξέρουμε." έγραψε ο Πέτρος Κατσάκος ("ΑΥΓΗ", 8/12/2018)

..............................................................


Δεν θέλουμε να ξέρουμε. Δεν θέλουμε να σας ξέρουμε.




             έγραψε ο Πέτρος Κατσάκος ("ΑΥΓΗ", 8/12/2018)

Είμαστε κι εμείς που δεν θέλουμε να ξέρουμε τι φορούσε,/ δεν θέλουμε να ξέρουμε για το μήκος της φούστας της,/ δεν θέλουμε να ξέρουμε με ποιους έκανε παρέα,/ αν έλεγε ναι ή αν...
Είμαστε κι εμείς που δεν θέλουμε να ξέρουμε τι φορούσε,/ δεν θέλουμε να ξέρουμε για το μήκος της φούστας της,/ δεν θέλουμε να ξέρουμε με ποιους έκανε παρέα,/ αν έλεγε ναι ή αν έλεγε όχι./ Δεν θέλουμε να ξέρουμε αν έβγαινε,/ αν έπινε,/ αν κάπνιζε./ Δεν θέλουμε να ξέρουμε τι έτρωγε,/ πού έμενε,/ τι ώρα κοιμόταν,/ τι ώρα ξυπνούσε./ Αρκεί που πια δεν μπορεί ξανά να ονειρευτεί./
Δεν θέλουμε να ξέρουμε αν τη χτύπησαν, με τι τη χτύπησαν,/ αν την έπνιξαν,/ αν πόνεσε,/ αν ήταν δεμένα τα πόδια της,/ αν ήταν λυμένα τα μαλλιά της./ Δεν θέλουμε να μάθουμε για το παρελθόν της./ Αρκεί που πια δεν έχει αύριο./
Δεν θέλουμε να μάθουμε για το ήθος και για το ποιόν της./ Δεν θέλουμε να ακούσουμε, δεν θέλουμε να δούμε τα στοιχεία και τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της δικογραφίας./ Δεν θέλουμε να διαβάσουμε τον χαρτοπόλεμο των πιπεράτων διαρροών./ Δεν θέλουμε φωτογραφίες./ Δεν θέλουμε φρικιαστικές περιγραφές./ Δεν μας νοιάζουν οι λεπτομέρειες./ Δεν θέλουμε να ξέρουμε τις πληροφορίες σας./ Δεν μας αφορούν τα αποκλειστικά σας./
Δεν θέλουμε να γίνουμε μάρτυρες στην αναπαράσταση του εγκλήματος./ Δεν σας χρειαζόμαστε για να μισήσουμε τους φερόμενους ως δράστες ούτε για να τους βρούμε ελαφρυντικά./ Δεν θέλουμε να πάρουμε μέρος στην επανάληψη του εγκλήματος./ Δεν θέλουμε να γίνουμε συνένοχοι στη διαπόμπευση ενός νεκρού κοριτσιού που δολοφονείται μεσημέρι - βράδυ στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο./
Δεν θέλουμε άλλους γείτονες να πέφτουν απ' τα σύννεφα./ Δεν θέλουμε κι άλλους οπαδούς του νόμου του Λιντς./ Δεν θέλουμε δικηγόρους με φωτογένεια να ποζάρουν την αυταρέσκειά τους στο γυαλί./ Δεν θέλουμε καριερίστες της “είδησης”./ Δεν θέλουμε θλιμμένους περαστικούς και εξαγριωμένους καφενόβιους που είδαν φως και μπήκαν./ Δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση με τις δακρύβρεχτες ανταποκρίσεις σας./
Δεν θέλουμε να ξέρουμε./ Δεν θέλουμε να σας ξέρουμε.
Τέλος.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

«Ένα ναυάγιο με έκανε αυτό που είμαι» Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ μιλάει στη Ζωή Λιάκα ("ΤΑ ΝΕΑ", 6 Δεκεμβρίου 2018)


.............................................................




«Ένα ναυάγιο με έκανε αυτό που είμαι»

Ο άνθρωπος που σημάδεψε και καθόρισε τη ζωή του ήταν ο παππούς του. Ο σημαντικός αυτός καλλιτέχνης δεν μιλάει όμως μόνο γι’ αυτό το πρόσωπο. Σκιαγραφεί με τη λοξή ματιά του την πορεία μιας ολόκληρης ζωής. Και από τα προσωπικά του ναυάγια, μοιάζει με φάρο όλων μας

«Ενα ναυάγιο με έκανε αυτό που είμαι» | tanea.gr  
ΠΡΙΣΜΑ 27/12/2006 ΚΑΜΠΑΝΙΑ 
Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΣ 
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  
 
 
τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Λιάκα ("ΤΑ ΝΕΑ", 
Στην παράστασή σας «Τους ζυγούς λύσατε» βάλατε τη φράση «η ανανέωση της διαρκούς εκκρεμότητας στη ζωή μας». Οι δικές σας εκκρεμότητες ποιες είναι;
Ισως να μην φανεί σαφής η απάντησή μου, όμως εμπεριέχει τη θέση μου. Το καθετί απειλείται από αυτό που το συνιστά, από τον ίδιο του τον εαυτό δηλαδή. Το θέατρο, για παράδειγμα, πεθαίνει από το πολύ θέατρο, η πολιτική από την πολλή πολιτική. Υπάρχει και η αντίληψη που υποστηρίζει ότι το δίκιο έχει να κάνει μόνο με το δίκιο, η οικονομία μόνο με την οικονομία, η πολιτική μόνο με την πολιτική, η τέχνη μόνο με την τέχνη. Αυτό, κατά τον μεγάλο συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ, είναι ορισμός του κιτς».

Αν, κ. Παπαβασιλείου, δεχθούμε ότι όλα είναι ζυμώσεις, γιατί έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει;
Γιατί, κατά την άποψή μου, τα πεδία εφαρμογής των σωστών υποτιθέμενων πραγμάτων έχουν αλλάξει. Σήμερα «πατάμε» σε δύο βάρκες. Ως αισθητήρια πατάμε στη «βάρκα» του στερεώματος και ως εμπειρία στη βάρκα του Διαστήματος. Οι άνθρωποι είναι κουνημένοι. Θα σας το πω αλλιώς με ένα παράδειγμα, αν μου επιτρέπετε: έχετε στο χέρι σας μια τεχνολογία διαστημοπλοίου, αλλά στην ακτίνα των ματιών σας οι δυνατότητες παραμένουν ίδιες. Εχετε υποστεί δηλαδή μια μετατόπιση, έχετε βγει από τον άξονα. Ολοι μας έχουμε βγει από τον άξονα. Δεν βλέπετε εσείς ανθρώπους που δεν μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια, παρά μόνο την οθόνη; Η «οθονοποίηση» της σημερινής ζωής είναι η πληγή των ημερών.

Γιατί δώσατε συνέχεια στο «Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι»; Βάλατε τον ήρωά σας Φωκίωνα – και τρόφιμο του ΑΑΨΟΥ (Ασυλο Ανιάτως Ψεκασθέντων Ολικώς Υστερούντων) – να πολιτεύεται…
Αυτό είναι μια χειρονομία αντίστροφου σφετερισμού. Η πολιτική είναι εκ γενετής υπόθεση σκηνής. Και ξέρετε ότι οι αρχαίοι γέννησαν και αυτή τη σκηνή, όχι μόνο τη θεατρική. Γνώριζαν πολύ καλά ότι το λεγόμενο δημοκρατικό παιχνίδι έχει να κάνει με μια πολλαπλότητα σκηνών. Τότε βγαίνει ο Αριστοφάνης και λέει «όλοι δικαιούστε να μετέχετε στην κουλτούρα των σκηνών» (της πολιτικής, οικονομικής, θρησκευτικής κ.λπ). Σκηνή χωρίς έναν βαθμό δημιουργικής απάτης δεν υπάρχει: είτε είσαι δικηγόρος στο δικαστήριο είτε πολιτικός στο Κοινοβούλιο, θα κάνεις μια παράσταση. Περί αυτού πρόκειται, να μην κοροϊδευόμαστε.

Αυτό μοιάζει με αθώωση…
Καθόλου. Για εμένα είναι παιδική ασθένεια να ρίχνουμε τα κρίματα αυτού του κόσμου στους πολιτικούς. Εχουμε όλοι ευθύνη. Και μην ξεχνάτε ότι ο κόσμος παραμένει ατελής, και ευτυχώς που παραμένει ατελής για να λαχταρούμε την τελειότητα. Αν κάποιος μας πει ότι «εγώ σ" την προσφέρω την τελειότητα – σαν καθεστώς -, θα πρέπει να το βάλουμε στα πόδια. Είναι προτιμότερη η λαχτάρα της τελειότητας από την όχθη της ατέλειας.

Εξ επαγγέλματος ή εκ φύσεως έχετε αυτή τη λοξή ματιά;
Θα σας το πω αλλιώς. Οφείλω να έχω τα μάτια μου πάνω σε ό,τι παίρνει τον δρόμο της λόξας. Ανθρώπινες συμπεριφορές, καταστάσεις κ.λπ. που λοξεύουν. Χρησιμοποιώ σχήματα που θα με πάνε παρακάτω, όπως πολύ σωστά είπατε. Σε οποιοδήποτε παρακάτω: Καλό, κακό, δεν έχει σημασία. Σε αυτό το παρακάτω στο οποίο λογοδοτούμε. Αν δεν υπάρχει αυτό, δεν υπάρχει ιστορία.

Λέτε κάποια στιγμή ως Φωκίων, άρα και ως υποψήφιος πολιτικός στην παράστασή σας, «μας τιμούν εξοντώνοντάς μας».
Σε αυτό το σχήμα στηρίζεται όλη η πολιτική: «Βλαμμένος» και «πρωτοπόρος», «άχρηστος» και «πολύτιμος» μας χαρακτηρίζουν. Αυτή η αντίφαση υπάρχει στον πυρήνα της αναγνώρισης του έργου «Ασυλο από την Κομισιόν». Φανταστικά πράγματα, όπως καταλαβαίνετε!

Υπάρχουν και οι φράσεις που σέρνουν συνεχώς τους προεκλογικούς αγώνες όλων των εποχών: «Πώς φτάσαμε ώς εδώ» και «μαζί θα προχωρήσουμε».
Εχουν τη σφραγίδα του  Ανδρέα Παπανδρέου. Ηταν ένα στερεότυπο του μακαρίτη, οπότε τιμώντας τον είπα να το επαναλάβει και ο Φωκίων. Ξέρετε, η Ελλάς είναι μια ιδιαίτερη χώρα. Ανέκδοτο διπλό είναι η Ελλάς. Είναι κάτι το πρωτότυπο εκ γενετής και πολύ αστείο. Σκεφτείτε πόσες χιλιάδες χαρτιά χρειάζονται για να μη γίνει μια επένδυση! Το αναφέρω ως μέρος της αβάστακτης γραφειοκρατίας, αφού πρέπει να μιλήσουμε και με παραδείγματα. Σε αυτή τη χώρα μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει η επικράτεια του δουλέματος και αυτό το έχουμε αποδεχθεί. Θα σας επαναλάβω εδώ αυτό που είπε ο Γερμανός που έφτιαχνε το τραμ: «Τα πράγματα γίνονται με δύο τρόπους: με τον σωστό τρόπο και με τον ελληνικό τρόπο».

Πώς έχετε κεφαλοποιήσει όλα αυτά που έχετε εισπράξει από το θέατρο;
Ειλικρινά δεν ξέρω να σας πω. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι επειδή δεν μπορούσα να γίνω πολιτικός, έγινα ηθοποιός και επειδή δεν μπορούσα να γίνω συγγραφέας, έγινα σκηνοθέτης. Αναγνωρίζω το ναυάγιο δύο κλίσεων που τελικά γέννησε μια τρίτη. Και χάρη σε αυτή βλέπω το χαμόγελο των ανθρώπων που, όπως λέει ο Μπέκετ, είναι το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.

Τι σκέφτεστε όταν κάνετε τους ανθρώπους να χαμογελούν;
Ποιος ξέρει τι κουβαλάει μέσα του αυτός ο άνθρωπος και μπορεί να χαμογελά; Υπάρχει μια ψευδαίσθηση η οποία ανήκει στον 20ό αιώνα. Εχει να κάνει με τον εκδημοκρατισμό της ψυχής και την ψυχανάλυση. Ολοι πιστεύουν ότι μπορούν να καταλαβαίνουν τι γίνεται μέσα τους. Αυτή είναι για εμένα η αρρώστια του 20ού αιώνα. Είναι πράγματα τα οποία δεν κινούνται πάντα διά της ευθείας οδού.

Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γίνετε πολιτικός;
Πέντε ετών έδειξα την κλίση αυτή, αν θέλετε το πιστεύετε. Ανέβαινα πάνω στο τζιπ το υπηρεσιακό του πατέρα μου που ήταν δημόσιος υπάλληλος, γεωπόνος, και με έπαιρνε μαζί του. Πήγαινε στα χωριά, ανέβαινα εγώ πάνω στο καπό και εκφωνούσα λόγους, υποσχόμενος τα πάντα στους πάντες, άνω και κάτω.

Πέντε ετών αντιλαμβανόσασταν το βάρος και την έννοια της υπόσχεσης;
Υποσχόμουν, για παράδειγμα, ότι θα παντρέψω τις ανύπαντρες με τον τάδε μεγάλο ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ. Τους ήξερα γιατί διάβαζα αθλητικές εφημερίδες πριν πάω σχολείο. Θυμάμαι στην Α" Δημοτικού είχα μια αθλητική εφημερίδα κρυμμένη κάτω από το θρανίο. Το αντιλαμβάνεται η δασκάλα και με ρωτάει τι είναι αυτό. Απαντώ: «Τίποτα δεν είναι, κυρία». Ερχεται και βλέπει τίτλο «Αίμα και άμμος χθες στου Χαριλάου». Απατεωνάκος κανονικά. Επίσης άκουγα από τη μητέρα μου και τις φίλες της να συζητούν για τη μοίρα των άλλων γυναικών. Ελεγαν, ας πούμε, «η Καιτούλα έμεινε γεροντοκόρη» κ.λπ. Εστηνα εγώ αφτί, μάζευα πληροφορίες ώστε να κάνω την παρέμβασή  μου για να λύσω αυτό το οικουμενικό πρόβλημα. Μου άρεσε. Θεωρούσα υποχρέωσή μου να παρέμβω για να δώσω λύση. Πήγαινα στα σπίτια και υποσχόμουν στα κορίτσια γαμπρούς.

Το συγγραφικό ταλέντο σε ποιον το οφείλετε;
Νομίζω ότι το κλειδί για ό,τι έγινα ήταν ο παππούς μου. Εμαθα να διαβάζω πριν πάω σχολείο και αυτό με καθόρισε. Μου όρισε με έναν τρόπο την πορεία μου. Εστω και αν, όπως σας περιέγραψα, ήθελα να γίνω κάτι άλλο. Ο παππούς μου δημιούργησε τον πυρήνα των πρώτων επιθυμιών – έστω και αν αυτές εξελίχθηκαν. Είχε έρθει πρόσφυγας από τον Πόντο και ήταν αρχιμανδρίτης. Οταν πήγαινα στη Θεσσαλονίκη, μου διάβαζε από την «Εγκυκλοπαίδεια Ηλιος». Για να είμαι φρόνιμος, θυμάμαι, στην ανάγνωση, μου έδινε φουντούκια. Είχε φέρει στο μπαούλο της προσφυγιάς πάρα πολλά βιβλία, εκδόσεις Λειψίας, με τη σφραγίδα «Βιβλιοπωλείο Γεωργιάδου εν Τραπεζούντι 1842». Κάποια από αυτά τα έχω. Και ένα από αυτά είναι ο Αριστοφάνης. Ο παππούς – του οποίου φέρω το όνομα – ήταν ή μορφή που με σημάδεψε και με καθόρισε.

H ποιητική του Θανάση Παπακωνσταντίνου Σκέψεις και μια αποτίμηση του στιχουργικού έργου του Θανάση Παπακωνσταντίνου - Του Παναγιώτη Λογγινίδη (https://www.bookpress.gr, Τεταρτη, 14 Νοεμβριου 2018)

.............................................................
 

H ποιητική του Θανάση Παπακωνσταντίνου

altΣκέψεις και μια αποτίμηση του στιχουργικού έργου του Θανάση Παπακωνσταντίνου

Του Παναγιώτη Λογγινίδη


«Poet has no identity, no nature» λέει ο John Keats, για τον οποίο τόσα πολλά έγραψαν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο Σεφέρης και ο Λορεντζάτος. Και πριν προλάβει κάποιος εύκολα να παρεξηγήσει αυτόν τον πνευματικό ισχυρισμό, η αλήθεια του νοηματικού του πυρήνα συμπυκνώνεται, κατά τη γνώμη μου, στο ακόλουθο: ο ποιητής είναι ο φορέας της εποχής του· διαπιστώνει τη γλώσσα της, την υποδεικνύει και ανοίγει δρόμους, άλλοτε δύσβατους, άλλοτε ευρείς στη μάζα που τον επηρεάζει κι από την πλευρά της, τον καθοδηγεί. Ο ποιητής λοιπόν, αφήνεται στον εξαφανισμό του, στην απώλεια του δρώντος υποκειμένου του για να γίνει η κοινή γλώσσα, το συλλογικό προϊόν των ιδεών (αστικών, επαρχιακών, φυσικών) που συνεχώς τον βομβαρδίζουν (ή έτσι τουλάχιστον γινόταν έως πρόσφατα) και συνεχώς τις περνά από κόσκινο. Η φλυαρία λοιπόν δε χωρεί στην ποιητική γραφή καθώς είναι προϊόν έλλειψης διαλογής, άρα έλλειψης ολιγάρκειας, στοιχείο συνυφασμένο μόνο με την ποιητική γραφή.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον ποιητή, ο οποίος μπορεί να είναι λεξοπαραγωγός σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργεί μαζικές γλωσσικές συμπεριφορές (Ελύτης, Βάρναλης, Ρίτσος), πολύ περισσότερο με τους ποιητές που καθορίζουν τη γλωσσική και πνευματική πορεία ενός έθνους (Κάλβος, Σολωμός), ο στιχουργός εμπνέει, συνομιλεί, προτείνει, συστήνει αλλά μένει πάντα σε ένα επίπεδο πρώτης ψηλάφησης. 
Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ο ποιητής είναι αυτός που αποτελεί το δείγμα του πλέον ανοιχτού σώματος, του πλέον δεκτικού νου, του πιο πρόσφορου ψυχισμού για κάθε συγκίνηση (όσο κι αν οι τελευταίες εκλείπουν στην εποχή μας). Όμως το βάρος που φέρει μοναδικά αυτός στον κόσμο είναι αυτό της εγγύησης ανάδειξης της γλώσσας που χρησιμοποιεί μια κοινωνία, η κοινωνία του. Η λεκτική του φτώχεια, είναι δείγμα της λεξιπενίας, της ελλειμματικής έκφρασης της εποχής του. Η ξενικότητά του, είναι δείγμα κατακερματισμού της κοινωνίας, ελλείμματος συλλογικής συναισθηματικής έκφρασης, πιθηκισμού συμπεριφορών δυνατών, στοιχεία δηλαδή ακατάλληλα για πανομοιότυπη εφαρμογή σε κάθε περιβάλλον.
Τα παραπάνω καθήκοντα βαραίνουν σίγουρα τον ποιητή, μέσα από τα οποία επιβιώνει, μοναχικός και αόρατος. Αυτά είναι η ταυτότητά του, αν μας επιτρέπεται να συγκεντρώσουμε χαρακτηριστικά σε κάποιον, τόσα ώστε να καταλήξουμε σε κάποιον χαρακτηρισμό. Σπάνια συνθέτες (σύγχρονου) τραγουδιού καθορίζουν σε επίπεδο πνευματικής «αριστοκρατίας» τη γλωσσική οδό ενός λαού ή ακόμα καλύτερα μιας περιοχής, πριν κατακλειστούμε από εθνικά σύνορα και στεγνά έθνη-κράτη.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον ποιητή, ο οποίος μπορεί να είναι λεξοπαραγωγός σε τέτοιο βαθμό που να δημιουργεί μαζικές γλωσσικές συμπεριφορές (Ελύτης, Βάρναλης, Ρίτσος), πολύ περισσότερο με τους ποιητές που καθορίζουν τη γλωσσική και πνευματική πορεία ενός έθνους (Κάλβος, Σολωμός), ο στιχουργός εμπνέει, συνομιλεί, προτείνει, συστήνει αλλά μένει πάντα σε ένα επίπεδο πρώτης ψηλάφησης.
alt
Αγία Νοσταλγία (1993)
Ήδη με μια δεδομένη πια πνευματική ατροφία από τη δεκαετία του ’80 και τη σχεδόν παντελή έλλειψη νέων ποιητών βάθους ή τέτοιας σπουδαιότητας που να τοποθετηθούν στη σειρά της αιώνιας ποιητικής κλίμακας, η στιχουργική φαινόταν να μας προσφέρει τις τελευταίες πνευματικές αναπνοές, με διαρκώς γηρασμένους στιχοπαραγωγούς. Από τις λίγες λοιπόν εξαιρέσεις που ακολούθησαν τη στιχουργική μεγαλοσύνη μίας ολόκληρης γενιάς, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, εισερχόμενος στα στιχουργικά, αθόρυβα, έμελε να στεριώσει στη μαζική μουσική έκφραση, θυμίζοντάς μας εποχές, που η ποιότητα και η αξία που αυτή επέφερε στον ψυχισμό, μπορούσε να μεταφέρεται στους πολλούς μέσω των στίχων και της συμφυούς μουσικής επένδυσης. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ήρθε λοιπόν για να μείνει, όπως μαρτυρά η αδιάκοπη έως τώρα παρουσία του στις μουσικές συνήθειές μας.
Παρακολουθώντας την πορεία του Θανάση Παπακωνσταντίνου στην πρώιμή του περίοδο διακρίνει τη σταδιακή καταξίωσή του στους λαϊκούς δημιουργούς μέσω της εμπέδωσης των φυσικών αξιών που λάμπουν στον λόγο του και τις οποίες το αντίθετο παρά κρυπτικά παρουσιάζει στους καλεσμένους, σα σεμεδάκια σε προίκα. Έτσι ο νέος Θανάσης Παπακωνσταντίνου ακολουθεί στα μουσικά πράγματα το δημιουργικό crescendo των μεγάλων ποιητών. Στη στιχουργική του νεότητα είναι αισιόδοξος, ζωντανός, γεμάτος ανεμελιά και ακατάπαυστη ερωτολατρεία. Δεν τον απασχολούν στην πρώτη αυτή χρονική του περίοδο βαριά ζητήματα που στοιχειώνουν τους μεσήλικες και δικαιώνουν έτσι την ενεργητική σπιρτάδα των νεότερων. Πέρα από την ιδιότυπη γλώσσα του, στην οποία θα άξιζε μια αυτοτελής αναφορά, το βασικό στοιχείο των πρώτων δίσκων του (δεκαετία ’90) είναι η θεματολογία, κοινή με τη μεγάλη (λαϊκή) παράδοση: κοινά μοτίβα όπως ο έρωτας («Οι Καλογέροι», «Όποιος αγάπησε δεν ξέρει να το πει»), το πάθος για τις γυναίκες («Λύκος κακός», «Μιλώ για σένα», «Στυλίτης»), ο θάνατος («Κάτω απ’το μαξιλάρι», «Του κάτω κόσμου οι φύλακες») αλλά και το αντίθετό του, δηλαδή το φιλί ως δείγμα αιώνιας ζωής ή αλλιώς θανάτου του χρόνου («Φιλί αμέθυστο», «Κομήτης του Χάλευ»).
Ο σκληρός πυρήνας των λεκτικών σημαινομένων των στίχων του, περνάει πρώτα από την έγκριση της φύσης, του απόλυτου και μόνου ρυθμιστή της καθημερινής ζωής του ανθρώπου, αφού όλα συμβαίνουν κατά τις διαταγές της και όποιος το αντιλαμβάνεται άμεσα, κοιμάται τουλάχιστον με την πόρτα ανοιχτή.
Η θεματολογία της πρώτης δεκαετούς σημαντικής παρουσίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου στη μουσική και στιχουργική ζωή κυριαρχείται απ’ ό,τι κυριαρχούσε ανά τους αιώνες στη θεματολογία όλων των σπουδαίων λογοτεχνών: απλά ζητήματα, συναισθηματικά σταθερά μοτίβα, χωρίς εξειδικευμένες περίπλοκες αναφορές ή θέματα πολυγώνια. Άλλωστε η καλλιτεχνία έγκειται στην ανάπτυξη του απλού (από το οποίο μπορείς πιο εύκολα να φτάσεις, παντού κατά τον Ο. Ελύτη) και όχι στο ίδιο το θέμα, αυτό καθ' εαυτό. Φτάνει κανείς να αναλογιστεί τον Οιδίποδα Τύραννο ή τον Άμλετ για να αντιληφθεί τι εννοώ. 
alt
Στην Ανδρομέδα και στη γη (1995)
Η πρώτη αυτή στιχουργική του δεκαετία –τουλάχιστον όπως εμφανίζεται στους εκδοθέντες δίσκους του– φανερώνει ταυτόχρονα και την κυρίαρχη ιδεολογικά πλευρά του στιχουργού, αυτό το στοιχείο του ψυχισμού του ξεχειλίζει, σαν υπερχειλούς υποκειμενικού κινήτρου πράξη κι αφήνει αμείωτα σημάδια στους στίχους του. Κι αυτό το στοιχείο δεν είναι άλλο από το ιδεοσύμβολο της φυσικής ρύθμισης των γήινων, τη μόνη αλήθεια στο σύμπαν του Θανάση Παπακωνσταντίνου που καθόλου τυχαία αποτελεί την αλήθεια των σπουδαίων στιχουργών αλλά και των μεγάλων ποιητών όλων των εποχών, με εξαίρεση τη δική μας. Αντιλαμβάνεται κανείς, ότι κάπου εκεί, στο πέρασμα ανάμεσα απ’ τα κοντά παντελονάκια στην ευθυτενή ανδρική σοβαρότητα, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου δέχτηκε το βάπτισμα της φύσης (βλ. Μελέτες Λορεντζάτου), διαδικασία κάποτε απαραίτητη για κάθε σπουδαίο ποιητή. Ο σκληρός πυρήνας των λεκτικών σημαινομένων των στίχων του, περνάει πρώτα από την έγκριση της φύσης, του απόλυτου και μόνου ρυθμιστή της καθημερινής ζωής του ανθρώπου, αφού όλα συμβαίνουν κατά τις διαταγές της και όποιος το αντιλαμβάνεται άμεσα, κοιμάται τουλάχιστον με την πόρτα ανοιχτή. Ενίοτε κι εφόσον αποφασίσει να πάει παραπέρα τη νόησή του, η αντίληψη της λειτουργίας και της καλαισθησίας των κανόνων της φύσης αποτελεί το μόνο ελατήριο για τη μοναδική γραφή, αυτή που είναι προορισμένη να ξεπεράσει την εποχή της, αφού η αέναη αναπαραγωγή των φυσικών κανόνων ταπεινώνει το χρόνο. Η αντίθετη πορεία, οδηγεί τους καλλιτέχνες ή τους ποιητές σε αυτιστικούς κύκλους και ατελή συναισθηματικά vertigo, με αποτέλεσμα το διαρκές κυνήγι της αλήθειας που ποτέ δεν τη φτάνουν. Ποιας αλήθειας όμως όταν οι αστοί γραφιάδες της εποχής μας έχουν δει μόνο τη μισή ζωή και αγνοούν την αιτία της ή ακόμα καλύτερα τη βάση της, την αποκωδικοποίησή της;

alt

Η γλώσσα της φύσης, που έτσι κι αλλιώς αποτελεί το κύριο κοινό στοιχείο όλων των σπουδαίων καλλιτεχνών πρέπει να είναι θεμελιώδης στην κατάκτησή της από τους σύγχρονους καλλιτέχνες ώστε να ξαναεφευρεθεί η τέχνη. Αφού λοιπόν το ωραίο έχει κατακτηθεί κατά το Γάλλο διανοούμενο, αφού όλα τα σπουδαία έχουν από καιρό αποτυπωθεί στην ανθρώπινη γλώσσα και εικονοπλασία, αυτό που μένει στους καλλιτέχνες κάθε εποχής είναι να ξαναβρούν τους στόχους οι οποίοι δεν είναι άλλοι από αυτούς κάθε εποχής, προσαρμοζόμενους στις συνθήκες της. Γίνεται αντιληπτό ότι ο άξονας που διαπερνά τους καλλιτέχνες και τους ποιητές κάθε εποχής είναι ένας και μοναδικός και εκεί πάνω ο καθένας φτιάχνει τέχνη. Η κατανόηση όμως της ανθρώπινης υπόστασης στο όλο, στο περιβάλλον είναι προαπαιτούμενο για σπουδαίες επιδόσεις. 
alt
Βραχνός προφήτης (2000)
Τόσο πολύ λοιπόν έχει κατανοήσει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αυτή την αυστηρή αρχή ώστε οι λέξεις του υποκλίνονται στον αέρα που φυσάει στον κάμπο και ο ήχος του ψυχισμού του παίρνει την αντήχηση του τριζονιού, βράδυ Αυγούστου. Παραθέτω ως αναγνώριση της αξίας των στίχων του Θανάση Παπακωνσταντίνου τους παράλληλους στίχους του Γ. Σεφέρη Στέρνες άδεις κι αυτές που ηχούν και που τις προσκυνούμε, ενώ ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου απευθύνεται στο μεταφυσικό πρόσωπο του Πηνειού, ο οποίος αντίστοιχα είναι αντικείμενο λατρείας, υπερσκελίζοντας την εικόνα για να πάει κατευθείαν στο σημαινόμενο. Κι αν ζούμε σε εποχές που εικόνα και εικονιζόμενο ταυτίζονται (Αρανίτσης, orphan drugs) κι αυτό καθιστά αδύνατο στους καλλιτέχνες να διακρίνουν την αλήθεια, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ανήκει σε εκείνη τη γενιά που πρόλαβε το διαχωρισμό και με ορθάνοιχτες τις αισθήσεις της είδε το εικονιζόμενο, δηλαδή την αλήθεια του κόσμου.
Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να πει με παρρησία ότι η στιχουργική (ίσως και η μουσική) του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι τρόπον τινά η συνέχιση του λαϊκορεμπέτικου ή του δημοτικού, του λαϊκού εν γένει τραγουδιού, ειδικά στο βαθμό που μαζικά και ποιοτικά ψυχαγωγεί.
Κατά τα λοιπά, η γλώσσα του Θανάση Παπακωνσταντίνου στην πρώιμη πρώτη περίοδό του (1990-2000) χαρακτηρίζεται ως απλή, ευθεία, άμεση, κατά το δυνατόν λαϊκή, χωρίς υπαινιγμούς, φληναφήματα και μεγαλόστομες εκρήξεις. Τρόπος δηλαδή που μαρτυρά τη σύνδεσή του με τη στιχουργική απλότητα του καθόλου απλού ρεμπέτικου τραγουδιού ή και του πρώτου λαϊκού που η διαφάνειά τους τα φύτεψε δια παντός στο συλλογικό υποσυνείδητο. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να πει με παρρησία ότι η στιχουργική (ίσως και η μουσική) του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι τρόπον τινά η συνέχιση του λαϊκορεμπέτικου ή του δημοτικού, του λαϊκού εν γένει τραγουδιού, ειδικά στο βαθμό που μαζικά και ποιοτικά ψυχαγωγεί. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις που εύκολα θα συνέχεε κάποιος τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου με ένα ρεμπέτικο ή δημοτικό, χαρακτηριστικό παράδεθγμα το «Μιλώ για σένα», αφήγηση βγαλμένη απ’ την ανέμελη σκληρότητα της Ηπείρου, της οποίας η αμεσότητα γίνεται πιο έντονη στον επαγγελματία στιχουργό με τα γλωσσικά τεχνάσματα (συναιρέσεις, εκθλίψεις/μιλώ, μ’ απάντησαν). Άλλωστε, η επανάληψη στιχουργικού μοτίβου παραπέμπει συνεχώς σε λαϊκά και δημοτικά τραγούδια, όπως η συνομιλία με εξωανθρώπινα όντα (π.χ. «Μαύρα σύννεφα»), στοιχείο παρμένο από το γνωστό μοτίβο των πουλιών που μιλούν την ανθρώπινη γλώσσα. Η μαγική ικανότητα της ανθρώπινης γλώσσας σε όντα που φυσιολογικά δεν την εκστομίζουν, μόνο την αλήθεια μπορεί να φανερώνει, αφού τους δόθηκε η λαλιά για να αποκαλύψουν με μεταφυσικό τρόπο το μυστικό, κομιστές δηλαδή της ακαταμάχητης θεόσταλτης αλήθειας. Επομένως, η θεόσταλτη λαλιά, ως ισορροπιστής του ανεξήγητου μεταφυσικού με το ανθρώπινο γήινο, ως ηρεμιστικό δηλαδή της επιθανάτιας αγωνίας του ελλειμματικού ανθρώπου μόνο αληθινό μπορεί να είναι. Κι έτσι λοιπόν, τα γεφύρια χορταριάζουν, η γη ανθίζει εκεί που θέλει κι είναι χάρτινοι οι αγγέλλοι.
alt
Αγρύπνια (2002)
Ακολούθως, στη δεύτερη περίοδό του, αν μου επιτρέπεται ο τεχνητός αυτός κατακερματισμός, δηλαδή κατά τη δεκαετία του 2000, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου εμφανίζεται γλωσσικά και άρα νοηματικά, πιο συμπαγής, πιο επικός, θάλλουν τα πολιτικά στοιχεία για να ανοίξουν τα μπουμπούκια στην τρίτη του περίοδο, την πρωτίστως πολιτικοποιημένη. Τα πράγματα λοιπόν στη δεύτερη περίοδο σοβαρεύουν. Οι κοινωνικοπολιτικές υπομνήσεις καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο σε βάρος του γλεντιού και της παρέας. Χαρακτηριστικά, φράσεις όπως: όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη, όπως επίσης, πότε αλύγιστος και πότε χάρτινος, ή ακόμα και, από τα θαύματα του κόσμου εξαντλημένοςξύπνα να δεις τους άρχοντες πως γίνονται κουρέλια, δεν επιδιώκουν τίποτα άλλο παρά την καλλιτεχνική ωρίμανση του νοήματος, όπως επισυμβαίνει στους στίχους του Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Η αρτιότερη στιχουργικά παρουσία του επισφραγίζεται από την εμφάνιση ποιητικόμορφων στίχων, όπου κυριαρχεί η τονικότητα. 
Εντύπωση προκαλούν τραγούδια («Περσεφόνη», «Αγρύπνια» κ.α), ατόφια ποιήματα, στα οποία προτάσσει μερικώς την έμμετρη γραφή (μεταξύ 2ου και 4ου στίχου κάθε στροφής), σε μια περίοδο που τραγούδια του είναι γραμμένα ολόκληρα σε έμμετρο λόγο («Πεχλιβάνης», «Στην Αμερική»). Φυσικά, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, συχνά δεν ξεχνάει να μας υπενθυμίσει με στιχουργικά τρικ ότι πρόκειται για τραγούδια, για λεκτικά δηλαδή υποσύνολα που σκοπό έχουν να ακολουθήσουν και τελικά να μεταστρέψουν τη διάθεση του ακροατή κι όχι να υποκαταστήσουν τη δίνη της ποιητικής ανάγνωσης. Ας πούμε ότι διακρίνουμε έξυπνα απλοϊκότροπα ρεφραίν («Κομμωτριάκι», «Βάλια Κάλντα») ή επαναλαμβανόμενες φράσεις (Όλη της γης η σκόνη/«Διάφανος», Α, και στην Αμερική, μαζί με την Μαρίκα, το Δούσια, τον Κωστή/«Στην Αμερική») κι άλλα τεχνικά κόλπα που μαρτυρούν την ικανότητα του Θανάση Παπακωνσταντίνου να χειρίζεται μουσικά τις λέξεις όπως έμαθε τόσο από της ανατολικής προέλευσης λαϊκορεμπέτικης μουσικής γραφής όσο κι από το δυτικό μπόλιασμα του διαφωτισμού στη μουσική μας και στη λογοτεχνική μας κουλτούρα.

alt
Η τρίτη περίοδος του Θανάση Παπακωνσταντίνου, η πιο ώριμή του ηλικιακά, συνδυάζεται με αυτό που ούτως ή άλλως συμβαίνει στον κύκλο της ποιητικής ζωής: οι λέξεις σοβαρεύουν, τα νοήματα απειλούν, ο ουρανός δεν είναι μόνο έναστρος.
Η τρίτη περίοδος του Θανάση Παπακωνσταντίνου, η πιο ώριμή του ηλικιακά, συνδυάζεται με αυτό που ούτως ή άλλως συμβαίνει στον κύκλο της ποιητικής ζωής: οι λέξεις σοβαρεύουν, τα νοήματα απειλούν, ο ουρανός δεν είναι μόνο έναστρος. Ήδη από τους τίτλους των τραγουδιών προμηνύεται η αυστηρότητα των αποκαλυπτόμενων νοημάτων, η σύνοψη των εμπειριών που καραδοκούν στην ανθρώπινη ζωή σαν απειλές και σαν απολαύσεις («Η Αλίκη στη χώρα των τραυμάτων», «Ο ελάχιστος εαυτός», «Μηδεια-μα»). Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου δεν χορεύει αμέριμνος πια, δεν ονειρεύεται τη ζωή ενώ ταυτόχρονα τη ζει (δεν ερωτεύεται, κατά τον Αρανίτση), δεν αποζητά να βρει το καλούπι που δημιούργησε το φυσικό φαντασιακό του. Αυτά είναι πια κομμάτι της σαρκικής του υπόστασης καθώς και των ακροατών του και τώρα, αγωνιά για το αίτιο. Οι λέξεις, από πέτρες τη δεύτερη περίοδό του γίνονται ακούνητοι βράχοι και μας πλακώνουν: Δυο ύαινες σπαράσσονται/σε οργισμένη πάλη/η κάθε μια αναζητά/να καταπιεί την άλλη. Οι στίχοι προδίδουν ψιχία διανόησης κι επίκρισης της προβληματικής μας πια ζωής, δηλαδή της έλλειψης πρωτογενούς νοήματος και του θανάτου των συμβολικών μαξιλαριών για τις μεταφυσικές ανθρώπινες αγωνίες. Οι «Οδοιπόροι», είναι ίσως ο καθρέφτης κι η απάντηση στην εναγώνια προσπάθεια του σκεπτόμενου στιχουργού να εντοπίσει τη μέχρι πρότινος θέση του ανθρώπου στην κοινότητα, στο χωριό, στο σύνολο˙την εκπλήρωση δηλαδή εκείνων των ψυχικών διαδικασιών που εγγυώνται τη διαπροσωπική αλληλοσυμπλήρωση και τελικά τη συλλογική ένταξη στο περιβάλλον.
alt
Διάφανος (2006)
Αφού λοιπόν ξεκίνησε τη στιχουργική του γραφή με πομπούς τη χαρά και τους χορούς, όπως εξάλλου ταιριάζει στη νεότητα, ολοκληρώνει την έως τώρα παρουσία του σαν το τίναγμα του σκύλου όταν βρέχεται, με μια προσπάθεια δηλαδή να απαλλαγεί από όλα αυτά τα δυσάρεστα που πια βλέπει και που δεν βρίσκουν γιατρειά στον χρόνο ή στις κοινές συνήθειες του σύγχρονου ανθρώπου. Η γλώσσα από την πλευρά της, χάνει αρκετά τη φυσική της απόχρωση και βαραίνει, γίνεται κάπως πιο αστική, δηλαδή πιο θεωρητική και πιο πολιτική. Βρίσκουμε πια στα τραγούδια του λέξεις φορτισμένες ιδεολογικά (φασισμόςμισάνθρωπος ή θεματικά φιλελεύθερα), τα οποία αντανακλούν πολιτικά αφηγήματα της εποχής μας: εθνικοπατριωτισμός ή έλλειψη συνόρων; πανανθρώπινη αλληλεγγύη ή μισαλλοδοξία; Κατ’ αυτή την έννοια, ο λόγος του Θανάση Παπακωνσταντίνου παίρνει ποιητική μορφή, αφού οι λέξεις του προσπερνούν τον ρόλο του διασκεδαστή και γίνονται πιόνια στρατευμένα να πυκνώσουν τη σκέψη, να τραυματίσουν τις αστικές μας αντοχές, να δημιουργήσουν το πλαίσιο για σκέψη (cogito).
Από τη σύγκριση λοιπόν των τριών αυτών στιχουργικών εποχών του Θανάση Παπακωνσταντίνου, θα λέγαμε ότι ο στιχουργός κατέληξε να αντικαταστήσει τελικά την ενήλικη ηλικία του με την αιώνια, την παιδική.
Από τη σύγκριση λοιπόν των τριών αυτών στιχουργικών εποχών του Θανάση Παπακωνσταντίνου, θα λέγαμε ότι ο στιχουργός κατέληξε να αντικαταστήσει τελικά την ενήλικη ηλικία του με την αιώνια, την παιδική, την πάντα ζώσα και καθορίζουσα το χρώμα των ματιών μας. Η γενναιοδωρία των στίχων του ομοιάζει με τη γενναιοδωρία των μεγάλων ποιητών στο βαθμό που αυτοθυσιάζεται, που προσφέρει τον εαυτό του στο συλλογικό (ξοινόν) λόγο. Κι αυτό ακριβώς είναι το μέγιστο κατόρθωμα για κάθε σπουδαίο γραφιά. Όχι να εκφράζεις το εγώ ή τον άλλον αλλά τον Άλλο, αυτό που συγκεντρώνει τα πάντα, την κρυφή αλήθεια του κόσμου, αυτό το γενικό που μέσα από τους αιώνες έγινε πανσεβάσμιο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη φύση που έχει την ικανότητα να παρέχει στους αναγνώστες της την ψυχική αγαλλίαση. Αν κάποτε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου έζησε στο παιδικό του πετσί το πέρασμα του αέρα του κάμπου, ώσπου να καταλάβει τι χρώμα αφήνει στο δέρμα το τρίψιμο με τις καλαμιές και πόσο ο ήλιος ωριμάζει το μεσημέρι τις λέξεις και τις συνήθειες των ανθρώπων, αυτό αποτελεί το σπουδαίο μάτι του στιχουργού. Μια ματιά, συντηρημένη στη φορμόλη από εποχές γεμάτες νοήματα. Κι αυτό είναι χωρίς αμφιβολία που κινεί καρδιακές παλινδρομήσεις διαφορετικών ταχυτήτων, διαφορετικών ανθρώπων ταξικά ή μορφωτικά.
alt
Με στόμα που γελά (2018)
Παράδοξο της στιχουργικής γλωσσικής απόδοσης του Θανάση Παπακωνσταντίνου, η διατήρηση ενός κατά τ’ άλλα παλαιομοδίτικου γλωσσικού μοτίβου, καταδικασμένου σε μαρασμό από τους σύγχρονους αστούς στον κοινό λόγο. Οι γλωσσικές αποχρώσεις του Θανάση Παπακωνσταντίνου κάποτε ήταν οι συνήθειες στη ζωή των ανθρώπων, αφού η γλώσσα δεν ήταν τίποτα άλλο απ’ τον συγχρονισμό της ακοής των ανθρώπων που κατοικούσαν ένα μέρος, η οποία μάλιστα πήρε πολύ χρόνο να συγκλίνει και να δημιουργήσει τους ήχους των λέξεων, τις ντοπιολαλιές, τις ενώσεις λεκτικών πολιτισμών, συμπορευμένη αυτή η κοινή ακοή με τη γλώσσα του περιβάλλοντος. Όχι απλώς δεν το κρύβει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αλλά αυτά τα γλωσσικά rebondissement, είναι η κύρια αλήθεια του, ο σκληρός πυρήνας της ζωής του, το μέσο πραγμάτωσης της τέχνης του. Γιατί, ακόμα κι αν κάποιος υπονόμευε το νόημα των στίχων του, η σύνθεσή τους και η μουσικότητά τους είναι καθαρή τέχνη, arte pura.
Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι εκτός από ένας τεχνίτης μιας λαϊκότροπης μουσικής κι ένας τεχνίτης του λόγου, του επαρχιακού και του βαθιά κοσμοπολίτικου, όπως και κάθε σπουδαίος ποιητής.
Αν μπορούμε τελικά να παραλληλίσουμε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου με έναν ποιητή, παραμένει το αρχικό ερώτημα στις συνειδήσεις του κοινού του. Είναι αλήθεια ότι συχνά, οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι σε μεγάλο μέρος τους φυτεμένοι στο ίδιο χωράφι με αυτούς των ποιητών. Άλλοτε πάλι σε όμορο, λιγότερο γόνιμο, χωρίς όμως ο στιχουργός να ισχυρίζεται κάτι περισσότερο. Σημασία έχει σε αυτόν τον παραλληλισμό ότι οι ρίζες των στίχων είναι το ίδιο βαθιές σαν κι αυτές των ουσιωδών ποιημάτων. Πρόκειται δηλαδή για λέξεις τόσο καλά στερεωμένες στη γλωσσική μελαγχολία, τη μόνη σίγουρη δίοδο προς την ήρεμη και χορτασμένη ζωή, ώστε φαντάζουν σαν το ύψιστο κατόρθωμα της λεκτικής τέχνης, την ποίηση, έχοντας ταυτόχρονα την πρόνοια να διαχωρίζονται από αυτήν. Άλλοτε βιαστικά, άλλοτε αποχαυνωμένα, άλλοτε ρωμαλέα, άλλοτε οπισθοχωρώντας, άλλοτε αντανακλώντας διαύγεια, άλλοτε σαν βαριές πέτρες σε θολό πάτο ποταμιού, οι λέξεις του Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν τρίβονται στα πόδια μας γεμάτες ικεσία, αλλά τους επιτρέπουμε να μας ισοπεδώσουν, χωρίς καμιά προσπάθεια άμυνας. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι εκτός από ένας τεχνίτης μιας λαϊκότροπης μουσικής κι ένας τεχνίτης του λόγου, του επαρχιακού και του βαθιά κοσμοπολίτικου, όπως και κάθε σπουδαίος ποιητής.