Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

"Δρόμοι που χάθηκα" Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης Μουσική & Πρώτη εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης (Από "ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ" ζωντανή ηχογράφηση από τον "ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ" στο θέατρο Λυκαβηττού (1977)

 ...............................................................


"Δρόμοι που χάθηκα"


Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης


Δρόμοι που χάθηκα
γωνιές που στάθηκα
δάκρυα που πίστεψα
παιχνίδια στο νερό.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Νύχτες που έκλαψα
γέφυρες που έκαψα
άστρα π' αγάπησα
που πάω και τι θα βρω.
Πικρό το βράδυ φτάνει.

Λόγια που ξέχασα
φίλοι που έχασα
καημέ μεγάλε μου
ας πάμε τώρα οι δυο.
Πικρό το βράδυ φτάνει.






Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

"Ο Θίασος". "Η εκτέλεση του πατέρα από τα SS" Από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου "Ο Θίασος" (1975) (youtube, 21.5.2013)

 ...............................................................


"Ο Θίασος". "Η εκτέλεση του πατέρα από τα SS"

"Εγώ ήρθα από την θάλασσα, από την Ιωνία. Εσείς από που ήρθατε;"

Από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου "Ο Θίασος" (1975)

(youtube, 21.5.2013)

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

"Ας μιλήσουμε επιτέλους για τον καπιταλισμό" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών" /"ΑΠΟΨΕΙΣ", 17.02.26)

 ..............................................................



Ας μιλήσουμε επιτέλους για τον καπιταλισμό





γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης  ("Εφημερίδα των Συντακτών" /"ΑΠΟΨΕΙΣ", 17.02.26) 


Το ρεπορτάζ της Δανάης Κισκήρα-Μπαρτσώκα με τίτλο «Ολοένα και μειώνεται η αξία της ζωής των εργατών» στην «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου είναι συγκλονιστικό. Αναφέρεται στις συνθήκες που οδήγησαν στο φονικό εργατικό δυστύχημα των Τρικάλων, κατά τρόπο που καταδεικνύει ότι το φρικαλέο συμβάν ήταν απολύτως αναμενόμενο. Τα πολύνεκρα δυστυχήματα κατά τα τελευταία χρόνια δεν είναι πλέον σπάνιο φαινόμενο. Τούτο όμως είχε την ακόλουθη ιδιαιτερότητα: δεν εμπλέκονταν άμεσα φορείς του δημόσιου τομέα – όπως δημόσιες συγκοινωνίες (Τέμπη) ή δυνάμεις καταστολής (Πύλος, Χίος). Και κατά τούτο, ως τραγικό γεγονός, είναι αποκαλυπτικό μιας γενικότερης κατάστασης με άμεσα πολιτικές διαστάσεις που αφορούν αμεσότατα τις (όποιες) δυνάμεις της Αριστεράς.

Μάλλον το πιο κεντρικό ζήτημα στην όλη υπόθεση της ανασυγκρότησης της Αριστεράς είναι η χρήση ή μη χρήση του όρου «καπιταλισμός». Μπορεί εκ πρώτης όψεως να ακούγεται φορμαλιστικό αλλά δεν είναι καθόλου. Οταν δεν κατονομάζεται ο βασικός αντίπαλος ενός κινήματος το κίνημα αυτό είναι αδύνατον να υπάρξει. Αφήνοντας κατά μέρος την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, αυτό έχει να κάνει με τα φαντάσματα του σταλινισμού που εξακολουθούν να στοιχειώνουν την (όποια) Αριστερά. Η χρήση του όρου «καπιταλισμός» είναι ακόμα ταυτισμένη με το απομεινάρι του σταλινισμού.

Σε άμεση συνάφεια με το παραπάνω: εκτός από την κατονομασία του καπιταλισμού ως του αντίπαλου συστήματος, θα έπρεπε να κατονομάζονται και οι ίδιοι οι (μεγαλο)καπιταλιστές. Πρώτα κατηγορείται ο ίδιος ο δολοφόνος και κατόπιν καταγγέλλεται η πιθανή αστυνομική ανεπάρκεια πρόληψης του εγκλήματος. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η Αριστερά θα έπρεπε να μάθει να εκφράζει τη δημόσια κριτική της με απεύθυνση πρώτιστα σε συγκεκριμένους καπιταλιστές και δευτερευόντως σε καθεστωτικά κόμματα, κυβερνήσεις και κρατικούς μηχανισμούς, διευκρινίζοντας ότι τα τελευταία δεν είναι παρά οι πολιτικοί υπηρέτες των πρώτων. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε περιπτώσεις εργατικών δυστυχημάτων, αλλά και στις άθλιες συνθήκες εργασίας γενικότερα, στις μαζικές απολύσεις, στην αισχροκέρδεια... Σε όλες δηλαδή τις περιπτώσεις όπου είναι σαφές πως η πρώτη και κύρια ευθύνη είναι εκείνη των καπιταλιστών. Προφανώς οι καπιταλιστές «βρίσκουν και τα κάνουν», αλλά τούτο απλούστατα ισχύει επειδή οι ίδιοι ελέγχουν τους κρατικούς θεσμούς που στηρίζουν το σύστημα.

Παρ’ ότι σε αφηρημένο θεωρητικό επίπεδο είναι αμφισβητήσιμο ότι παντού και πάντα το οικονομικό επίπεδο είναι καθοριστικό, το ζήτημα είναι ότι στην καπιταλιστική κοινωνία η οικονομία εκ των πραγμάτων είναι καθοριστική διότι ο καπιταλισμός είναι κυρίως οικονομικό σύστημα εξουσίας. Και τούτο πάντα ίσχυε για τις καπιταλιστικές κοινωνίες, απλώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές εξαιτίας της επικράτησης του νεοφιλελεύθερου -δηλαδή του ασύδοτου πλέον- καπιταλισμού.

Παρ’ ότι η ιστορικά συγκεκριμένη αιτία για την οποία η κοινοβουλευτική Αριστερά αποφεύγει να χρησιμοποιεί τον όρο «καπιταλισμός» είναι επειδή –κάκιστα, έστω- ο όρος πλέον ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τη φρασεολογία του σταλινισμού, υπάρχουν γενικότερες και βαθύτερες αιτίες, που θα μπορούσαμε να χωρίσουμε σε δύο είδη. Το πρώτο ας το πούμε οικονομικό-ταξικό και το δεύτερο ιδεολογικό.

Ενα κόμμα της Αριστεράς που φιλοδοξεί να εκπροσωπεί και τις μεσαίες τάξεις δεν μπορεί να εναντιώνεται συνολικά στους καπιταλιστές, δεδομένου ότι καπιταλιστές είναι και οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Τούτο το πρόβλημα όμως καταδεικνύει ακριβώς το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι μεν οικονομικό σύστημα διότι στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά ως σύστημα εξουσίας έχει τους αληθινά ισχυρούς που είναι σε θέση με τις πρακτικές τους να ελέγχουν σε τεράστιο βαθμό την οικονομία, το κράτος αλλά και την κοινωνία εν γένει. Και τούτοι βέβαια είναι οι μεγαλοεπιχειρηματίες (μάλλον αποπροσανατολιστικός είναι και ο όρος «ολιγάρχες» – είναι κάμποσοι). Αυτοί είναι οι αληθινοί αντίπαλοι της Αριστεράς.

Η ιδεολογική αιτία για την αδυναμία της ρητής εναντίωσης της Αριστεράς στον καπιταλισμό έχει να κάνει ακριβώς με την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Παρ’ ότι από το ξέσπασμα της κρίσης προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα στο οικονομικό επίπεδο ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποδεδειγμένα αποτύχει παταγωδώς, στο επίπεδο της ιδεολογίας, που σε μεγάλο βαθμό επενεργεί ασυνείδητα, φαίνεται πως εξακολουθεί να ασκεί μια «ύπουλη» –καθ’ ότι υποδόρια- ηγεμονία. Οχι όλοι βέβαια, αλλά πολλοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «άτομο-επιχείρηση» – που με τις «σωστές κινήσεις» θα πλουτίσει στήνοντας όντως τη δική του επιχείρηση. Η μοναδική περίπτωση τούτοι οι εργαζόμενοι κάποτε να αφυπνιστούν είναι αν η Αριστερά αρχίσει να εξηγεί τι σημαίνει καπιταλισμός – και πάντως όχι αν τους χαϊδεύει τα αυτιά μιλώντας για δημοκρατικό καπιταλισμό και υγιή επιχειρηματικότητα.

Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

"Ο Φακός" ποίημα του ποιητή, συγγραφέα και φίλου στο fb Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 16.2.2026)

 ...............................................................





Ο ΦΑΚΟΣ


Πολύ βαθύτερα ο φακός τον διαπερνάει
απ’ όσο οι σφαίρες που στο στήθος του θα μπουν.
Έτσι όπως προχωρά κι αυτός στους άλλους πλάι
τα βλέφαρά του, ασάλευτα, λες και ρουφούν

όλο το φως – το τελευταίο που θα δουν.
Πρωί Δευτέρας, άνοιξη, Πρώτη του Μάη,
τα «Stillgestanden!» και τα «Marsch!» δεν τον πτοούν;
διερωτάται όποιος τον βλέπει να περνάει.

Κι ύστερα πάλι, ποιον κοιτάει, τη ζωή,
αυτά που πίστεψε, όλα εκείνα που θα χάσει,
ν’ ακούει των όπλων γύρω την οχλοβοή;

Δίπλα στις κάννες ο φακός, μια ακόμα κάννη,
το «Πυρ!» το ανέκκλητο κορδώνεται να πιάσει.
Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει.

Κώστας Κουτσουρέλης
(facebook, 16.2.2026)


«ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΔΑΝΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ-ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗΣ / Ενότητα: Ποιήματα για το θέατρο» (Απόσπασμα) του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 ...............................................................



          Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


·       «ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΔΑΝΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ-ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗΣ» (Απόσπασμα) του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. «Θεμέλιο», 2000)

 

Εσύ, ηθοποιέ,

πρέπει, πρώτα και πάνω απ’ όλα,

την τέχνη της παρατήρησης να καταχτήσεις.

 

Σημασία δεν έχει πώς φαντάζεις στη σκηνή, αλλά

τι  έ χ ε ι ς  δ ε ι και τι σε μας μπορείς  ν α  δ ε ί ξ ε ι ς. Ό,τι

     αξίζει, είναι να μάθουμε

τ ι  ξ έ ρ ε ι ς .

Θα σε παρατηρούμε, για να δούμε

αν σωστά έχεις παρατηρήσει.

 

Όμως εκείνος που παρατηρεί τον εαυτό του μοναχά,

ποτέ του δε μπορεί τους ανθρώπους να γνωρίσει. Όλη του η έγνοια

είναι να κρύψει τον εαυτό του από τα μάτια του. Και ποιος

το καταφέρνει καλύτερα απ’ τον ίδιον;

 

Για τούτο, τη σπουδή σας πρέπει να την αρχινήσετε

ανάμεσα σε ζωντανούς ανθρώπους. Πρώτο σκολειό σας

να ‘ναι ο τόπος της δουλειάς σας, το σπίτι σας, η γειτονιά σας.

Κι ο δρόμος, το λεωφορείο, τα μαγαζιά. Εκεί, παρατηρήστε

τον καθένα, τον ξένο σαν να ‘ταν γνώριμός σας,

τον γνώριμο σα να ήταν ξένος.    

Κοιτάξτε κείνον τον φορολογούμενο: δε μοιάζει

μ’ όλους τους άλλους που τους φόρους τους πληρώνουν, κι ας

τους πληρώνουν όλοι τους γκρινιάζοντας. Τούτη την ώρα,

      μάλιστα,

δε μοιάζει ούτε με τον ίδιο τον εαυτό του.

Κι ο ταμίας που τους φόρους παίρνει,

είναι στ’ αλήθεια  α λ λ ι ώ τ ι κ ο ς  από κείνον που πληρώνει;

Όχι μονάχα φορολογείται κι ο ίδιος, μα έχει τόσες

άλλες ομοιότητες μ’ αυτόν που πιλατεύει! Και τούτη δω

     η γυναίκα

πάντα της  δ ε  μιλάει  έ τ σ ι  απότομα, ούτε κι εκείνη η άλλη

γλυκότροπη είναι μ’  ό λ ο υ ς  έτσι. Κι ο φαντασμένος ο πελάτης

είναι  μ ο ν ά χ α  φαντασμένος, ή μήπως και γεμάτος φόβους

     κι αγωνίες;

Όμως, η άτολμη γυναίκα, που δεν έχει ποδήματα για το παιδί της;

Πόσα βασίλεια δεν καταχτήθηκαν με την κουρελιασμένη τόλμη

    της…

Δέστε, κι άλλο παιδί προσμένει! Κι είδατε τη ματιά

του αρρώστου σαν να του λένε πως δε θα γιατρευτεί ποτέ

μα πώς θα γιατρευόταν αν δεν ήταν

αναγκασμένος να δουλεύει; Κοιτάξτε πώς περνάει

τους μήνες που του μένουν, φυλλομετρώντας το βιβλίο που λέει

πώς μπορεί να γίνει  τ ό π ο ς  ζ ω ή ς  η γη μας.

Και μην ξεχάστε τις εικόνες στην οθόνη και τις εφημερίδες!

Δέστε πώς περπατάνε και μιλάνε οι δυνατοί

που  της μοίρας σας τα νήματα κρατάνε στ’ άσπρα τους χέρια

      τ’ ανελέητα.

Αυτούς, κοιτάχτε τους προσεχτικά. Και τώρα,

φανταστείτε το καθετί που γίνεται τριγύρω σας (όλο ετούτο το

     αντιπάλεμα)

σαν  γ ε γ ο ν ό τ α  ι σ τ ο ρ ι κ ά.

Γιατί  έ τ σ ι  πρέπει να τα δείξετε στο θέατρο.

Πάλη για μια δουλειά, γλυκόπικρες κουβέντες

άντρα με γυναίκα, καυγάδες για βιβλία,

καρτερικές υποταγές κι άγριους ξεσηκωμούς, απόπειρες

      κι αποτυχίες –

όλα να τα παραστήσετε σαν γεγονότα ιστορικά.

(Και τούτο ακόμα, που τώρα γίνεται δω πέρα, μπορείτε

σαν εικόνα να το δείτε: πώς ένας συγγραφέας

εξόριστος σας μαθαίνει

της παρατήρησης την τέχνη).

 

Για να παρατηρείς

πρέπει να μάθεις να συγκρίνεις. Για να συγκρίνεις

πρέπει να ‘χεις παρατηρήσει. Με την παρατήρηση

φτάνεις στη γνώση, αλλά μια κάποια γνώση χρειάζεται

για να παρατηρείς. Κι ακόμα:

παρατηρεί στραβά όποιος δεν ξέρει

τ ι  ν α  τ ι ς  κ ά ν ε ι  τις παρατηρήσεις του. Ο περβολάρης

κοιτάει τις μηλιές του πιο προσεχτικά παρά ο διαβάτης.

Αλλά κανένας δεν μπορεί να δει τον άνθρωπο σωστά, αν δεν ξέρει

πως ο άνθρωπος είναι η μοίρα του ανθρώπου.

 

                                                                                             (1934)            


Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Aria di Fiorenza - Paul O'Dette -Baroque Lute Music (Composer: Giovanni Girolamo Kapsberger) (youtube, 28.3.2020)

 ...............................................................



Aria di Fiorenza  - Paul O'Dette -Baroque Lute Music (Composer: Giovanni Girolamo Kapsberger)

(youtube, 28.3.2020)



"Να μην μπορείς" & "Ειδήσεις" Δύο ποιήματα της Παυλίνας Παμπούδη από τη συλλογή "Άμμος και λίγα βότσαλα / Α' ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ" (εκδ. "Ροές/Ποίηση", 2024)

...............................................................






Παυλίνα Παμπούδη (γ. 1948)



Να μην μπορείς


Εξαίρετη εδώ η μόνωση

Δεν κάνει πλέον ούτε κρύο ούτε ζέστη

Ο θόρυβος του δρόμου δεν ακούγεται

Ή δεν υπάρχει δρόμος πια


Ούτε πουλιά ούτε παιδιά

Ούτε καν γάτες από τον ακάλυπτο

'Η δεν υπάρχουν πια


Εντάξει -


Μα να μην μπορείς, ο άνθρωπος

Ούτε ένα τηλέφωνο

Να πάρεις τους νεκρούς -


Ειδήσεις


Πάντως

Υπάρχει ακόμα τηλεόραση

Τα πανθ' ορώσα

Τι καλά -


Ειδήσεις

Που πλάθετε αδιάκοπα τον κόσμο

Όπως η σκέψη μου

Κι ας διακόπτεται κι αυτή

Από παλιούς συναγερμούς, σειρήνες, κορναρίσματα

Ειδήσεις

Που τα ανώδυνα και τα φριχτά 

Και τα φριχτότερα ομογενοποιείτε


Ναι, έτσι πρέπει:

Να με διασπάτε συνεχώς

Να μη διακρίνω

Πού μου χρεώνεται στον άνθρωπο ο λόγος

Πού το χάος - 


Από την ποιητική συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη "Άμμος και λίγα βότσαλα / Α' ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ" (εκδ. "Ροές/Ποίηση", 2024)







"ΕΤΣΙ ΠΛΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ" & "ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΜΗΣΗ" / Δύο ποιήματα για το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) Από την έκδοση "ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ / Ενότητα "Ποιήματα για το Θέατρο" (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. "Θεμέλιο", ε' εκδ. 2000)

 ...............................................................





     Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


ΕΤΣΙ ΠΛΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

[So bildet sichn der Mensch]


Λέει ναι, και λέει όχι.

Δέρνει, και τόνε δέρνουνε.

Πάει μ' αυτούς, πάει μ' εκείνους.

Έτσι πλάθεται ο άνθρωπος αλλάζοντας

κι έτσι γεννιέται μέσα μας η εικόνα του.

Μας μοιάζει, και δε μας μοιάζει ωστόσο.


ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΜΗΣΗ 

[Uber die Nachahmung]


Όποιος μιμείται μόνο, χωρίς να 'χει τίποτα να πει

δικό του πάνω σε κείνο που μιμείται, μοιάζει

με τον κακόμοιρο το χιμπατζή

που μαϊμουδίζει τον αφέντη του καθώς καπνίζει,

μα δεν καπνίζει ο ίδιος. Γιατί ποτέ

η μίμηση η αστόχαστη δεν μπορεί να 'ναι

μίμηση αληθινή!


Από την έκδοση "ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ ΠΟΙΗΜΑΤΑ / Ενότητα "Ποιήματα για το Θέατρο" (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. "Θεμέλιο", ε' εκδ. 2000)

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

"Γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 15.2.2026)

 ...............................................................



Γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;


Η μετριοπάθεια απέναντι σε όσα λέγονται και συμβαίνουν, και χτίζουν τη φασιστική συμπεριφορά, δεν αρκεί, ούτε το να στεκόμαστε στην ηθική. Πρέπει να καταλάβουμε τι κινεί όσους την υιοθετούν.





γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 15.2.2026)


ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, στη σκιά της μετατόπισης «απλών» ανθρώπων και πολιτικού προσωπικού σε θέσεις πολύ κοντά στον φασισμό, ηχεί συχνότερα και κυρίως χωρίς αναστολές και ο αντίστοιχος λόγος.

Ακούγεται πολύ αυτός ο λόγος γιατί έχει κοινό και συγχρόνως διαμορφώνει νεότερα ακροατήρια «μεταλαμπαδεύοντας» τις αναλήθειές του και τις μακάβριες βεβαιότητές του. Δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι ψεύτικων λογαριασμών αλλά, δυστυχώς, μια πραγματική σφαίρα γνώμης και συναισθημάτων, ένας κόσμος συνανθρώπων. Έτσι, όταν ο γνωστός δικηγόρος καλεί τον «κάθε κ. Ρούτσι να σέβεται τη χώρα από την οποία τρώει ψωμί», ακολουθεί ένα δεύτερο στάδιο, μια ανώτερη κλίμακα περιφρόνησης, όπου η πολιτικός ζητά Μακρόνησο και Γυάρο για τους μετανάστες. «Ήδη υπάρχουν εγκαταστάσεις εκεί», πρόσθεσε – και βέβαια ξέρουμε τι και πώς έχει χτιστεί στους συγκεκριμένους τόπους. Κλείνοντας το μάτι στη στρατοπεδική εθνικοφροσύνη, ενώνεται έτσι το χθες με το σήμερα, η ωραιοποίηση της παλιάς κρατικής βίας με την απαίτηση να ξαναζεσταθεί σήμερα κατά των «εισβολέων».


Υπάρχει ακροατήριο που δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτήν τη ρητορική. Και όχι μόνο δεν νιώθει άβολα ή δεν θυμώνει με αυτά αλλά χαίρεται, απολαμβάνει και, ιδίως, ταυτίζεται.

Αυτό το οποίο στεγάζει μια πιο αμιγή, παραδειγματική, φασιστική ρητορική είναι όταν αναφέρεται κανείς σε κάποιους –άνδρες, γυναίκες και παιδιά– με όρους «ταΐσματος» και «ποτίσματος». Ρητορική στάνης και κοτετσιού ή ακόμα και χοιροστασίου, συνδυασμένη με μια έκφραση στο πρόσωπο που στερείται οποιασδήποτε συναίσθησης, μια έκφραση παγερής περιφρόνησης. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι λόγια που σε άλλο πλαίσιο θα ήταν απλώς ανώδυνα, επιστρατεύονται ως σκεύη σκληρότητας και εργαλεία συμβολικής βίας. Έτσι ακριβώς χτίζεται μια ιδεολογία αφιλοξενίας και εχροπαθούς αυτοσυντήρησης, με περιφρόνηση για αυτόν που βρίσκεται σε δεινή θέση, όχι από κάποιο καπρίτσιο, ούτε γιατί του αρέσει να ταλαιπωρείται και να κινδυνεύει με θάνατο.


Ο λόγος που απαιτεί δηλώσεις υποτακτικού σεβασμού από τον «κάθε κ. Ρούτσι» ή τον προκαταβολικό εγκλεισμό των διασωσμένων στα ξερονήσια, ο λόγος που υπόσχεται σε κάθε στροφή οχυρά και σύνορα, ενθαρρύνει τη φασιστική φαντασία. Αυτή η ρητορική δεν είναι όμως κάτι εκτός, κάτι «περιθωριακό». Ακόμα κι αν δεν έχει πάντοτε εκλογική τύχη, η περίμετρός της είναι πολύ μεγαλύτερη. Το λάθος είναι να πιστέψουμε πως αφορά μόνο την πολιτική (ακρο)δεξιά, ενώ έχει τρυπήσει υποδόρια το κοινωνικό σώμα.

Η απανθρωποποίηση που εκφράζεται με την έκκληση για στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και με το κάλεσμα για πειθαρχική βουβαμάρα (στον «κάθε κ. Ρουτσι») είναι η όξυνση μιας κοινότοπης ανισότητας. Η κοινότοπη ανισότητα κυκλοφορεί μέσα στην ιδεολογία του συρμού, λίγο αξιοκρατικά αριστοκρατική, διαθέσιμη να χωρίσει τους τάχα παραγωγικούς από τους μη παραγωγικούς, πρόθυμη να υποπτευτεί όποιον/-α ασκεί έλεγχο και κριτική στον επίσημο λόγο. Μια πιο θορυβώδης εκδοχή του ίδιου βλέμματος φτάνει ως τη βάναυση απορία: γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;

Υπάρχει ακροατήριο που δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτήν τη ρητορική. Και όχι μόνο δεν νιώθει άβολα ή δεν θυμώνει με αυτά αλλά χαίρεται, απολαμβάνει και, ιδίως, ταυτίζεται. Το έχουμε ξαναγράψει: αν δεν καταλάβουμε γιατί κάποιος καταναλώνει απολαμβάνοντας τη φαντασίωση περί ξερονησιών και τις βυθισμένες λέμβους, αν δεν σκύψουμε να δούμε τι παράγει πλέον την επιθυμία για φασιστικές κουβέντες (αλλά και πράξεις και καταστάσεις), θα έχουμε σταθεί μόνο στην ηθική.

Δεν υποτιμώ την ηθική διάσταση, ούτε το αίσθημα αηδίας και τον θυμό. Αυτά είναι η πρώτη ύλη για μια άλλη κοινωνική φαντασία, μια διαφορετική ανάγνωση του κόσμου και των ανθρώπινων προβλημάτων. Απέναντι στην απανθρωποποίηση όμως πρέπει να είμαστε σκληρότεροι και όχι μετριοπαθείς. Η μετριοπάθεια απέναντι στα τερατώδη πράγματα που λέγονται ή στα αίσχη που συμβαίνουν είναι ένα φάρμακο που έχει λήξει και έχει χάσει τη δραστική του ουσία. Το γεγονός πως στην ελληνική δημόσια και τηλεοπτική σφαίρα ακούγεται η λέξη Μακρόνησος και η λέξη Γυάρος ως κομμάτι μιας «λύσης», μιας «διεξόδου» είναι σημάδι παρακμής που κατασκευάζει –έχει βαλθεί να κατασκευάσει από καιρό– τον ελληνικό τραμπισμό. Θέλοντας μάλιστα να υπενθυμίζει και τις ένδοξες ρίζες του στο έτος 1949 και στα στρατόπεδα εκείνης της εποχής. Η σύγχρονη απανθρωποποίηση αντλεί πάντα επιλεκτικά και από το παρελθόν.