Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπηρος δείξε τα χέρια σου.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάπηρος δείξε τα χέρια σου.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

[«Τα Θρησκευτικά έχουν αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν» ρεπορτάζ του Δ.Κ. Σβολόπουλου για τη Σοβιετική Ένωση του 1931" γράφει ο Τάσος Θεοφίλου (www.lifo,gr, 17.10,2026) ]

..............................................................

 


«Τα Θρησκευτικά έχουν αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν»


Ο Δ.Κ. Σβολόπουλος, ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση τον Μάιο του 1931 και συνομίλησε με τους επιστήμονες εκεί, θέτοντας τα πρώτα ερωτήματα σχετικά με τη δημόσια εκπαίδευση.







γράφει ο Τάσος Θεοφίλου (www.lifo,gr, 17.10,2026)



ΤΙ ΙΣΧΥΕ ΣΧΕΤΙΚΑ με την ανατροφή των Ρωσόπουλων, ποιος επιβαρυνόταν με τα έξοδα, ποια ήταν η υποχρεωτική εκπαίδευση και πόσο διαρκούσε;

Σύμφωνα με τις απαντήσεις που του δόθηκαν, η ανατροφή των παιδιών αφηνόταν στους γονείς, εκτός από την ανατροφή των παιδιών εκείνων που εισάγονταν στα δημόσια ιδρύματα, πάντοτε με τη συγκατάθεση των γονιών τους.

Η υποχρεωτική εκπαίδευση, από το 1930-1931, διαρκούσε από την ηλικία των 8 έως την ηλικία των 15 ετών. Τα παιδιά δεν επιτρεπόταν να εργαστούν πριν από τα 16. Κατ’ εξαίρεση, επιτρεπόταν η εργασία παιδιών ηλικίας 14 έως 16 ετών, αλλά μόνο για 4 ώρες την ημέρα. Όμως, και τα περισσότερα εργαζόμενα παιδιά από 16 μέχρι 18 ετών φοιτούσαν το βράδυ στις επαγγελματικές σχολές, όπου μάθαιναν κάποια τέχνη.

«Ο κίνδυνος του σεξουαλικού ενστίκτου δεν αποτελεί υπόθεσιν με την οποίαν ημπορούν ν’ απασχοληθούν οι διδάσκαλοι εις την σημερινήν Ρωσσίαν. Άλλως τε υποστηρίζεται υπ’ αυτών ότι, σύμφωνα με τον νόμον του Φρόιντ, το ένστικτον τούτο ατονεί υπό την επίδρασιν του πολιτικού και κοινωνικού ενστίκτου».

«Η νέα κατάστασις, η οποία ευθύς εξ αρχής ετόνισα ότι εδημιουργήθη εις την Ρωσσίαν, δεν άφησεν άθικτον και το σχολείον. Έχω υπ’ όψιν μου την νέαν μεταρρύθμισιν, η οποία επεβλήθη από του παρελθόντος Οκτωβρίου εις την εκπαίδευσιν, το νέον σύστημα το οποίον διετάχθη και ανέλαβε να εφαρμόση ο στρατιωτικός Μπουμπνώφ, αντί του διανοουμένου και επί μακρά έτη υπουργού Λουνατσάρσκυ.

Αλλ’ ας αφήσωμεν τα πρόσωπα και ας έλθωμεν εις το σύστημα ή μάλλον ας εισέλθωμεν εις το σχολείον».
«Πτωχέ Ντάλτον, εάν έβλεπες την μέθοδόν σου εφαρμοζομένην»

Ο Έλληνας δημοσιογράφος δεν θα ξεχνούσε ποτέ την πρώτη εντύπωση που είχε από το πρότυπο σχολείο της Πετρούπολης. Έτυχε, μάλιστα, να αρχίσει την επίσκεψή του από την αίθουσα της Μουσικής. Ήταν η ώρα του πιάνου. Οι μαθητές που υποτίθεται ότι ξεχώριζαν για το καλλιτεχνικό τους ταλέντο ήταν ανεβασμένοι άλλοι πάνω στις καρέκλες, άλλοι στα παράθυρα, και δύο –οι πιο μουσόληπτοι, φαίνεται– είχαν σκαρφαλώσει πάνω στο πιάνο!

«Τίποτε το εξαιρετικόν και τίποτε το ασύνηθες. Η εμφάνισίς μας, μαζί με τον αρμόδιον της σχολής, ουδόλως μετέβαλε την στάσιν των. Μας ετραγούδησαν μόνον τον ύμνον της Διεθνούς ζωηρότατα και ενθουσιωδέστατα».

Κατάλαβε αργότερα ότι αυτό ήταν σύνηθες για το συγκεκριμένο σύστημα. Γιατί και στην αίθουσα της Γεωγραφίας, τα πράγματα την ώρα του μαθήματος εξελίσσονταν πάντα με την ίδια «κομμουνιστική τάξη». Το ίδιο συνέβαινε και στο ξυλουργείο του σχολείου, με την ίδια ελευθερία.



Στη νέα Ρωσία είχαν ως βάση της εκπαίδευσης, όπως τόνιζαν στον επισκέπτη, τη μέθοδο του Ντάλτον. Ο ρόλος του δασκάλου περιοριζόταν στο να δίνει το θέμα, το οποίο οι μαθητές έπειτα, χωρισμένοι σε ομάδες των τριών ή τεσσάρων, το επεξεργάζονταν στα μικρά τραπεζάκια τους, καθώς τα θρανία είχαν καταργηθεί.




«Η επεξεργασία διαρκεί, αναλόγως του μαθήματος, τέσσαρας ή πέντε ημέρας και κατόπιν εκλέγεται από κάθε ομάδα ένας, ο οποίος αναλαμβάνει να το αναπτύξη, να δεχθή τας αντικρούσεις των συμμαθητών του και τας διαλογικάς συζητήσεις. Πτωχέ Ντάλτον, εάν έβλεπες την μέθοδόν σου εφαρμοζομένην».

Οι αίθουσες μαθημάτων στα σχολεία της νέας Ρωσίας ήταν μοναδικές στον κόσμο. Μια απόλυτη ελευθερία, που ούτε ο Ρουσό δεν φαντάστηκε, επιβαλλόταν από πάνω. Στους τοίχους υπήρχαν κάθε είδους σχέδια, κάθε εκδήλωση της παιδικής σκέψης, κάθε σχήμα. Ο Λένιν φυσικά κυριαρχούσε, ακολουθούσε ο Στάλιν και ο Βοροσίλοφ. Και γύρω γύρω στους τοίχους βρίσκονταν οι απαραίτητες επιγραφές:

«Είμαστε παιδιά του Οκτώβρη».

«Μη λησμονείτε τον Λένιν».

«Μη στολίζετε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, γιατί σας αναστατώνει τις ιδέες».





Το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας

Κάθε σχολείο στη Ρωσία είχε το υποχρεωτικό μάθημα της Κοινωνιογνωσίας, στο οποίο δινόταν ιδιαίτερη σημασία. Το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας αποσκοπούσε στο να διαμορφώσει το παιδί κομμουνιστικά. Το μάθημα αφορούσε την Ιστορία της Ρωσίας, η οποία άρχιζε από τον Οκτώβριο του 1917, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση.

«Προ του 1917 δεν υφίσταται ιστορία Ρωσσίας διά τον μαθητήν της προλεταριακής Δημοκρατίας. Αυτή η Ρωσσία ενεκλείσθη εις τα μουσεία».

Αλλά το μάθημα της Κοινωνιογνωσίας επεκτεινόταν, θα μπορούσε να πει κανείς, και στο πεδίο της εφαρμογής. Δηλαδή, το σχολείο αποτελούσε, τρόπον τινά, και μια μικρή κομμουνιστική δημοκρατία. Οι μικροί μαθητές είχαν τις «Σαμπράνιές» τους (σ.σ.: συνελεύσεις), στις οποίες αγόρευαν, συσκέπτονταν, έπαιρναν αποφάσεις και καθόριζαν την τάξη του σχολείου, καθώς και τις επιβαλλόμενες ποινές «εις τους παρεκτρεπομένους μαθητάς, τους οποίους τιμωρεί όχι ο διδάσκαλος, αλλά οι συμμαθηταί των».




Όλα τα σχολεία στη Ρωσία ήταν μεικτά. Αγόρια και κορίτσια μαζί, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, έστω και την παραμικρότερη, μάθαιναν, έπαιζαν, συσκέπτονταν και γυμνάζονταν με απόλυτη ελευθερία.

Σχετικά με αυτό το ειδικό μάθημα της Κοινωνιογνωσίας υπήρχε σε κάθε σχολείο μια πλουσιότατη βιβλιοθήκη, μαρξιστική κατά ενενήντα τοις εκατό. Ο απεσταλμένος της «Ακροπόλεως» δεν ήξερε τι κατάφερναν να μάθουν οι μικροί αυτοί Ρώσοι στα τέσσερα πρώτα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσής τους, η οποία γινόταν με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, γνώριζαν λεπτομερώς την ιστορία της Επανάστασης, του Λένιν και του Κόμματος από το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους.

Βέβαια, η ρωσική γλώσσα είχε απλοποιηθεί από τους μπολσεβίκους με πολύ τολμηρό τρόπο. Είχαν αφαιρεθεί γράμματα από το αλφάβητο και η ορθογραφία της σχεδόν είχε καταργηθεί ολοκληρωτικά.

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, είχε γίνει άραγε η ρωσική γλώσσα τόσο απλή και εύκολη;

«Διότι κατά το εκπαιδευτικόν σύστημα, το εφαρμοζόμενον σήμερον εν Ρωσσία, οι μικροί μαθηταί τον περισσότερον χρόνον των περιέργων σπουδών των τον αφιερώνουν εις μαθήματα και πρακτικάς γνώσεις, εξυπηρετούσας το πολιτικόν κυρίως μέρος του καθεστώτος, και κατά δεύτερον λόγον την άλλην κατάρτισιν».


Τα Θρησκευτικά και το σεξουαλικό ένστικτο

Το μάθημα των Θρησκευτικών είχε καταργηθεί εντελώς από όλα τα σχολεία της Ρωσίας. Όχι μόνο είχε καταργηθεί, «αλλά και έχει αντικατασταθή από την αθεϊστικήν προπαγάνδαν, η οποία εντατικώς εργάζεται, με αποτελέσματα μάλιστα αξιοσημείωτα».

Στο μουσείο αυτού του ίδιου πρότυπου σχολείου έδειξαν στον Σβολόπουλο έναν στατιστικό πίνακα έρευνας που είχαν κάνει σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μαθητών. Σύμφωνα με αυτόν, το ποσοστό των άθεων μαθητών, κατά την τελευταία στατιστική του σχολείου, έφτανε το 84,5% ανάμεσα στα αγόρια και το 64% ανάμεσα στα κορίτσια. Το αποτέλεσμα αυτό, μέχρι εκείνη την ημέρα, δεν θεωρούνταν και τόσο ικανοποιητικό.

Όλα τα σχολεία στη Ρωσία ήταν μεικτά. Αγόρια και κορίτσια μαζί, τόσο στην πρώτη τετρατάξια σχολή όσο και στη δεύτερη, την πεντατάξια, αλλά και σε όλα τα πανεπιστήμια διαφόρων ειδών που υπήρχαν –γιατί στη Ρωσία, εκτός από το ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο, υπήρχε και το εργατικό και το πρακτικό και το κομμουνιστικό, δηλαδή της προπαγάνδας–, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, έστω και την παραμικρότερη, μάθαιναν, έπαιζαν, συσκέπτονταν και γυμνάζονταν με απόλυτη ελευθερία.


Μαθητές κατά τη διάρκεια του διαλείμματος στο Πρότυπο
Σχολείο αρ. 9 στη Μόσχα, 1930.

«Ο κίνδυνος του σεξουαλικού ενστίκτου δεν αποτελεί υπόθεσιν με την οποίαν ημπορούν ν’ απασχοληθούν οι διδάσκαλοι εις την σημερινήν Ρωσσίαν. Άλλως τε υποστηρίζεται υπ’ αυτών ότι, σύμφωνα με τον νόμον του Φρόιντ, το ένστικτον τούτο ατονεί υπό την επίδρασιν του πολιτικού και κοινωνικού ενστίκτου. Μικρά πράγματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν ν’ απασχολήσουν τους επί κεφαλής της νέας γενεάς».

Εξάλλου, το είπαν στον Έλληνα ρεπόρτερ απερίφραστα: το Κράτος ήταν το μόνο που δεν μπορούσε να ενδιαφερθεί για το ζήτημα του έρωτα στη Ρωσία· ενδιαφερόταν για άλλα πράγματα και είχε άλλους αντικειμενικούς σκοπούς. Ειδικά στην εκπαίδευση, οι σκοποί που είχε θέσει τότε ήταν πολιτικοί και επαναστατικοί. Αυτό που επιδίωκε τότε ήταν να κάνει τον πολίτη κομμουνιστή και επαναστάτη, για να τον χρησιμοποιήσει για τους άλλους γενικότερους σκοπούς του.



«Πρέπει να ομολογηθή ότι η προσπάθεια των τελευταίων ιδίως χρόνων προς ανέγερσιν σχολείων και προς καταπολέμησιν του αναλφαβητισμού είναι εις την δημοκρατίαν των Σοβιέτ τεραστία».

Μια ματιά και στα άλλα σχολεία

Ο Σβολόπουλος μπήκε σε πολλά σχολεία στη Ρωσία, εύκολα και χωρίς κόπο, κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του. Άλλωστε, υπήρχε τέτοια αφθονία. «Διότι πρέπει να ομολογηθή ότι η προσπάθεια των τελευταίων ιδίως χρόνων προς ανέγερσιν σχολείων και προς καταπολέμησιν του αναλφαβητισμού είναι εις την δημοκρατίαν των Σοβιέτ τεραστία».





Αλλά αν όλη αυτή η προσπάθεια είχε σκοπούς που αφορούσαν την εξυπηρέτηση του συστήματος και την ενίσχυση του σκληρού πειραματισμού τους, ο οποίος μέχρι τότε, κατά τον Έλληνα δημοσιογράφο, δεν παρουσίαζε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, το γεγονός ότι ανεγείρονταν σχολεία, ότι δημιουργούνταν σχολεία με την επίταξη σπιτιών που είχαν μέχρι τότε αποφύγει αυτό το μέτρο, ότι από τις σχολές αποφοιτούσαν μαζικά κομμουνιστές δάσκαλοι και στέλνονταν σε ολόκληρη τη Ρωσία, καθώς και το γεγονός ότι δινόταν αγώνας κατά του αναλφαβητισμού, ήταν πράγματα που η αντικειμενική έρευνά του δεν μπορούσε να μην τα σημειώσει.

«Ιδίως ο αναλφαβητισμός εκτυπήθη και κτυπάται κατακέφαλα. Τα καθιδρύματα “Λικμπέζ” (εκκαθάρισις αναλφαβητισμού) περιελάμβανον κατά το 1927-28 1,3 εκατομμύρια ατόμων. Κατά το 1928-29 περιελάμβανον 2,7 εκατομμύρια ατόμων. Κατά το 1929-30 περιελάμβανον 10,5 εκατομμύρια ατόμων. Υπολογίζεται δε ότι κατά το 1931 εις τα καθιδρύματα “Λικμπέζ” θα περιλαμβάνωνται 25 περίπου εκατομμύρια ατόμων. Είναι μία εργασία αύτη, την οποίαν ουδείς δύναται να τους την αμφισβητήση».

Στη Μόσχα και στην Πετρούπολη, ο Δ.Κ. Σβολόπουλος επισκέφθηκε περισσότερα από δέκα σχολεία, μεταξύ των οποίων και εκείνα που χαρακτηρίζονταν πρότυπα. Συμφωνούσε ότι, επί τσαρικού καθεστώτος, η εκπαίδευση αποτελούσε στίγμα και ότι η αδιαφορία για την εκπαίδευση του λαού ήταν εγκληματική. Από τους τριακόσιους Ρώσους, οι διακόσιοι ήταν αναλφάβητοι.

«Τίθεται όμως το ερώτημα: Ότι διά να θεραπεύσωμεν μίαν κοινωνίαν τυφλών, είναι απαραίτητον άρα γε να την καταστήσωμεν κοινωνίαν διεφθαρμένων και επικινδύνων ανθρώπων; Είναι, φαίνεται, τραγική η μοίρα της ρωσσικής φυλής. Από της Σκύλλης εις την Χάρυβδιν».

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

"Το φάντασμα του αρχηγισμού" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.10.2026)

 ..............................................................



Το φάντασμα του αρχηγισμού

Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς την ΕΛΑΣ, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί.




γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.10.2026)



Από τότε που αποχώρησε ο Στέφανος Κασσελάκης από τον ΣΥΡΙΖΑ, εδώ και δύο χρόνια περίπου, τίθεται το ζήτημα της πιθανής συνεργασίας μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς – ανάλογα με τη φάση και την εκάστοτε συγκυρία, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα και επιτακτικά. Τούτο το γεγονός από μόνο του σημαίνει πως για αρκετούς που συμμετείχαν στην ίδρυση της Νέας Αριστεράς το καθοριστικό πρόβλημα που είχαν με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εκλογή και η παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία. Και ότι κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τούτο το πρόβλημα έπαψε να υπάρχει, δεν υφίσταται πλέον λόγος για την εξακολούθηση του διαχωρισμού των δύο κομμάτων.

Δύο ερωτήματα βέβαια προκύπτουν ως προς αυτό. Το πρώτο είναι πώς συμβιβάζονται όσοι από τη Νέα Αριστερά μιλούν για συνεργασία με το γεγονός πως οι εναπομείναντες στον ΣΥΡΙΖΑ μετά το φθινόπωρο του 2023 ανέχτηκαν και στήριξαν τον Κασσελάκη επί έναν χρόνο. Και μια πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πως δεν αρκεί μια διαφωνία σε ένα συγκεκριμένο θέμα που τώρα ανήκει πρακτικά στο παρελθόν για να παρατείνει ες αεί έναν απόλυτο θεσμικό διαχωρισμό μεταξύ πρώην συντρόφων με πολυετή συμπαρουσία στον ίδιο κομματικό φορέα. Τούτη όμως η πιθανή απάντηση μας οδηγεί μοιραία στο δεύτερο ερώτημα, που φαίνεται κάπως πιο αμείλικτο. Η εκλογή και η ενιαύσια παραμονή του Κασσελάκη στην προεδρία του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν ένα ειδικό και συγκεκριμένο ατυχές συμβάν ή μήπως οι συνθήκες που το δημιούργησαν ήταν πολύ γενικότερες και βαθύτερες και συνεπώς δεν γίνεται να δεχτούμε ότι εξαλείφθηκαν μαζί με το φαινόμενο που προκάλεσαν;

Σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Κίνητρα και αντικίνητρα για συνεργασία» («Εφ.Συν.», 15.9.2026), είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως βασικό αντικίνητρο της Νέας Αριστεράς για συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι το πολύ πιθανό ενδεχόμενο οι βουλευτές του δεύτερου να διαλύσουν τη συνεργασία και να πάνε με την ΕΛΑΣ –έχοντας παραδώσει πρώτα τις έδρες τους, εννοείται– κρίνοντας πως με το κόμμα του Τσίπρα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγούν. Οφείλω τώρα να εξηγήσω πως με αυτή μου την εκτίμηση δεν αναφέρομαι σε έναν «κυνικό» και υπολογιστικό καιροσκοπισμό από την πλευρά των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον απλούστατο λόγο ότι, ακόμα και αν παραδώσουν τις έδρες τους, ο Τσίπρας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τους δεχτεί ως υποψήφιους βουλευτές του κόμματός του – και αυτό οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ το γνωρίζουν. Οι πιθανότητες να επανεκλεγούν θα είναι όντως περισσότερες με την ΕΛΑΣ, υπό τον όρο ότι… θα είναι όντως υποψήφιοι. Τι τους εγγυάται όμως ότι ο Τσίπρας δεν θα προτιμήσει πρόσωπα που έχουν ήδη εισρεύσει στο κόμμα του από την ίδρυσή του – αν όχι νωρίτερα κιόλας, διά μέσου του Ινστιτούτου του;

Η επίγνωση ακριβώς τούτης της αβεβαιότητας ως προς την αποδοχή από τον Τσίπρα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την αμφιθυμία που τώρα επικρατεί στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό και το κόμμα του. Από τη μια, κάποια στελέχη και βουλευτές εξακολουθούν να λοξοκοιτάζουν προς τα εκεί, από την άλλη κάποιοι εμφανίζονται ως «αντι-τσιπρικοί». Οι δεύτεροι δεν είναι και τόσο πειστικοί. Το ότι δεν είναι ιδιαίτερα πειστικοί σχετίζεται με το δεύτερο, πιο «αμείλικτο» ερώτημα που ετέθη παραπάνω. Οσοι δεν έφυγαν το φθινόπωρο του 2023 και ανέχτηκαν επί έναν χρόνο τον Κασσελάκη δεν είχαν ταυτιστεί με κάποιο «σούργελο» που δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική. Ας μην υποτιμούμε τόσο πολύ την κρίση τους. Είχαν αποδεχτεί στην πράξη αλλά και στην ιδεολογία τους τη βαθύτερη δομή του ΣΥΡΙΖΑ όπως εκείνη είχε διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια – δομή της οποίας το φαινόμενο Κασσελάκη ήταν το έσχατο επακόλουθο. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται τώρα για τη Νέα Αριστερά είναι αν θα αποφασίσει να συνεργαστεί με ένα κόμμα που κατά τεκμήριο εξακολουθεί να στοιχειώνεται από το φάντασμα του αρχηγισμού.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

"Η ελληνική Αριστερά και οι κοινωνικές συμμαχίες" γράφει ο Χρήστος Λάσκος (tvxs.gr, 12.10.2026)

 .............................................................



Η ελληνική Αριστερά και οι κοινωνικές συμμαχίες





                   γράφει ο Χρήστος Λάσκος (tvxs.gr, 12.10.2026)



Με αφορμή κάποιες πρόσφατες εκλ
ογικές επιτυχίες της Αριστεράς διεθνώς, έχει εξελιχθεί σε πρωτεύον το ερώτημα σχετικά με το τί κάνουν καλά όσοι τα καταφέρνουν.

Ερώτημα κρίσιμο ιδίως σε μια εποχή, που, από πολλές απόψεις, θυμίζει έσχατους καιρούς· εποχή, στην οποία ο εκφασισμός των κοινωνιών είναι το πολιτικό απόσταγμα μιας διαδικασίας πραγματικά οριακής, με την κλιματική κρίση, την εκτόξευση της εκμετάλλευσης και την πολεμική παράκρουση να είναι ενεργές πραγματικότητες.

Οι ερμηνείες αυτών των εκλογικών επιτυχιών περιφέρονται γύρω από τον τρόπο της καμπάνιας, την επικοινωνιακή τακτική, οργανωτικές πρακτικές «νέου τύπου», την επίτευξη μιας εγγύτητας, που χαρακτήριζε την αριστερή πολιτική στις καλύτερες ιστορικά στιγμές της. Συχνή είναι η επισήμανση του γεγονότος πως η προγραμματική πρόταση επικεντρώνεται σε υλικά ζητήματα άμεσης προτεραιότητας για την πλειοψηφία. Πως το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή, αποκτάει εκ νέου την βαρύτητα που του πρέπει.

Είναι αλήθεια πως η ταξική έγκληση, ιδίως στις ΗΠΑ, προεξάρχει. Η απεύθυνση είναι, σχεδόν μονόπαντη: working class, working class, working class. H middle class δεν έχει ποτέ σχεδόν την τιμητική της· έστω λίγο.

Πράγμα που διαφοροποιεί έντονα τη δική μας περίπτωση. Σ’ εμάς , η «μεσαία τάξη» είναι η πολύφερνη νύφη. Πρώτα πρώτα, η εργατική τάξη σπανίως κατονομάζεται, σπανίως λέγεται με το όνομά της· προτιμώνται όροι, όπως ο «κόσμος της εργασίας» ή οι «εργαζόμενοι».

Στην πραγματικότητα, ο όρος τάξη χρησιμοποιείται μόνο για τη «μεσαία»! Πρόκειται για αναλυτικό παράδοξο: η «μεσαία τάξη» είναι τόσο απροσδιόριστη που είναι αδύνατον να εκληφθεί ως τάξη.

Ακόμα κι όταν, -όπως, ας πούμε, συμβαίνει εμμονικά στο λόγο του κ. Τσίπρα-, η «μεσαία τάξη» δεν μονοπωλεί την θέση του υποκειμένου της έγκλησης, και τότε η εργατική τάξη δεν είναι αρκετή. Πάντοτε κάποιοι μικρομεσαίοι θα προστεθούν.

Είναι κακό αυτό; Τις περισσότερες φορές ναι, νομίζω ότι είναι κακό.

Εξηγούμαι: η εργατική τάξη ορίζεται από το γεγονός πως τα μέλη της επιβιώνουν κυρίως χάρη στην πώληση της εργασιακής τους δύναμης. Αν δεν το κάνουν, σύντομα θα βρεθούν σε επιβιοτικό αδιέξοδο. Είναι εξαρτημένοι, σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες του πληθυσμού, οι οποίες, όχι χωρίς λόγο, προσδιορίζονται ως «ελεύθεροι» επαγγελματικά.

Αυτό δεν αλλάζει από το προφανές γεγονός πως σημαντικό μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών κάθε άλλο παρά ελεύθερο είναι. Τα μπλοκάκια είναι πιο εξαρτημένοι από τους εξαρτημένους. Και όχι μόνο· ο Κεν Λόουτς μας έχει κάνει σοφότερους περισσότερο από όσο πολλοί κοινωνιολόγοι.

Όπως δεν αλλάζει τα πράγματα το γεγονός πως σημαντικό μέρος μικρών και μεσαίων εταιριών δυσκολεύεται ιδιαίτερα. Αυτό είναι ο καπιταλισμός.

Η ταξική συμμαχία, που φαντάζεται μεγάλο μέρος της ελληνικής Αριστεράς, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Στην ακραία της εκδοχή -που και πάλι την εκπροσωπεί κατεξοχήν ο κ. Τσίπρας- η πατριωτική φορολόγηση, που αφορά 4000 οικογένειες με εισόδημα άνω του ενός εκατομμυρίου, είναι δείκτης μιας πολιτικάντικης στάσης. Γενικότερα, ωστόσο, η αντιπαράθεση κυρίως με το «μεγάλο κεφάλαιο» και τα «μονοπώλια» ή τα «ολιγοπώλια», είναι μέρος της ίδιας βασικής τοποθέτησης.

Μόνο που και οι μικρές επιχειρήσεις δίνουν εισόδημα στα αφεντικά τους μέσα από την εκμετάλλευση των εργατών τους. Τα συμφέροντα των αφεντικών είναι καταστατικά αντίθετα σε αυτά των εργατριών. Ιδίως στην Ελλάδα, όπου το μόνο συγκριτικό πλεονέκτημα του επιχειρηματικού της τομέα είναι η φτηνή, χωρίς δικαιώματα και τρομοκρατημένη εργασία η αντίθεση είναι ακόμη οξύτερη. Συχνά, τα μικρά αφεντικά έχουν περισσότερους λόγους για την αξιοποίηση αυτού του συγκριτικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τα μεγάλα.

Η εργατική τάξη έχει βιωματική εμπειρία αυτού του γεγονότος. Η νεολαία, μεγάλο μέρος της οποίας πια ανήκει στην εργατική τάξη, είναι ακόμη περισσότερο «ενήμερη» σχετικά.

Αλλά και από μακροοικονομική άποψη, σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες έχουν τον τρόπο να μετακυλούν την αύξηση του κόστους στους μισθωτούς, ενώ οι τελευταίοι μόνο να τον υφίστανται μπορούν. Δεν είναι «παράλογο» για έναν επιχειρηματία να συναινεί σε αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών, όταν κάτι τέτοιο αντικειμενικά θα σήμαινε άμεση αύξηση του εργασιακού κόστους του;

Ή, σε ό,τι αφορά τη φορολογία, ποιο αφεντικό θα αισθάνονταν ευχάριστα με μια ριζική μεταρρύθμιση, που θα μείωνε το φορολογικό βάρος για τους μισθωτούς, όταν η διατήρηση των δημόσιων εσόδων θα σήμαινε αναγκαστικά επιβάρυνση των ίδιων των επιχειρηματιών;

Συνολικότερα ο λαός της ιδιοκτησίας έχει ανταγωνιστικά συμφέροντα απέναντι στην εργατική τάξη· τα τερατώδη ενοίκια δεν τα εισπράττουν μόνο τα φαντς, όπως είναι γνωστό. Η απαιτούμενη μεγάλη μείωσή τους θα πολεμηθεί ανηλεώς και από «μεσαίους» εισοδηματίες.

Δεν θα συνεχίσω με αυτήν την απλοϊκή «πολιτική οικονομία». Είναι, μάλλον, σαφές τι υποστηρίζω. Ακόμα κι αν η σχηματική αυτή παρουσίαση είναι εσφαλμένη, έχω την εντύπωση πως εντοπίζει ουσιώδη στοιχεία μιας αριστερής πολιτικής, για την οποία το κοινωνικό ζήτημα στο επίκεντρο.

Πάνε δεκαετίες τώρα, αφότου ο Πουλαντζάς -και άλλοι, εξίσου πειστικά- αποδόμησε τον στρατηγικό λαϊκομετωπισμό του, σοβιετικής, ως επί το πλείστον, κοπής, «κομμουνισμού», για τον οποίο απαξάπαντες -πλην μερικών υπερ-πλουσίων- μοιράζονται τα ίδια συμφέροντα. Και η ελληνική Αριστερά συνεχίζει το βιολί της, αφού τον μετέτρεψε σε «ινστιτούτο».

Πολλοί δημοσιολόγοι, αλλά και πολιτικοί επιστήμονες, δυσκολεύονται να εξηγήσουν το παράδοξο της πολύχρονης και αναμφισβήτητης κυριαρχίας της Δεξιάς στη χώρα μας. Ενώ, νομίζω, ο πυρήνας της εξήγησης βρίσκεται μπροστά στη μύτη μας.

Ο θεμελιώδης, λοιπόν, λόγος της διαρκούς κατίσχυσης της Δεξιάς είναι πως συγκροτεί στο πολιτικό πεδίο ένα κοινωνικό -ταξικό μπλοκ, εξαιρετικά συμπαγές, πολύ συνειδητοποιημένο ταξικά και με μεγάλη αυτοπεποίθηση. Ο εκλογικός πυρήνας του διηνεκούς 30% σε αυτό στηρίζεται και, με αυτόν τον τρόπο, δίνει τη βάση στη δεξιά ηγεμονία, η οποία, «πείθοντας» και τμήμα των κατώτερων τάξεων, συντηρητικών ιδεολογικά, καταφέρνει να αναπαράγεται με σχετική άνεση.

Με άλλα λόγια, ο λαός της ιδιοκτησίας έχει πλήρη συνείδηση των συμφερόντων του, τα οποία είναι για τον ίδιο αδιαπραγμάτευτα.

Η απάντηση σε αυτήν την συνθήκη δεν πρόκειται να παραχθεί από «κοστολογημένα προγράμματα» και την αντίστοιχη «δημοσιονομική σοβαρότητα», αλλά με την διαμόρφωση ενός αντίπαλου ταξικού μπλοκ, το οποίο θα νικήσει τον συνασπισμό της Δεξιάς.

Λέγεται συχνά πως «τα πράγματα είναι πιο σύνθετα». Συνήθως πρόκειται για υπεκφυγή. Πάντοτε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το θέμα είναι γύρω από ποιον, όχι τόσο «σύνθετο», άξονα πρέπει να στρέψεις την προσοχή σου, ώστε η «συνθετότητα» να μην οδηγεί σε αναλυτικό κομφούζιο.

Επανέρχομαι στην αρχή: οι σημερινές επιτυχείς αριστερές πολιτικές βασίζονται σε «απλά» ταξικά αιτήματα. Στο σημείο που βρίσκονται τα πράγματα σήμερα, στη φάση απεγνωσμένης άμυνας για τις κατώτερες τάξεις, δεν απαιτείται κι άλλος κακοχωνεμένος Γκράμσι. Αυτά που μας απειλούν είναι, εν τέλει, απλά, σχεδόν προφανή.

Η εργοδοσία είναι η εργοδοσία, μικρή και μεγάλη. Τα αφεντικά είναι τα αφεντικά, μικρά και μεγάλα -πολλές φορές, αριστερά και δεξιά, ίδια. Οι μετέπειτα διαφοροποιήσεις δεν πρέπει να ξεπερνούν το θεμελιώδες αδιαφοροποίητο.

Πρόκειται για γενίκευση, βέβαια. Αλλά οι ίδιες οι επιστήμες δεν θεμελιώνονται σε γενικεύσεις; Σε αυτό δεν στηρίζεται η υπεροχή τους ως μορφές γνώσης;

Χωρίς γενίκευση δεν υπάρχει γνώση. Και, νομίζω, ούτε συνεκτική πολιτική παρέμβαση.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

«Δεν μετανιώνω για ό,τι πάλεψα, για ό,τι έζησα» | Ματιές στη ζωή και το έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου (https://www.katiousa.gr,10-10-2026)

 ...............................................................


«Δεν μετανιώνω για ό,τι πάλεψα, για ό,τι έζησα» | Ματιές στη ζωή και το έργο του Γιώργου Σεβαστίκογλου

(https://www.katiousa.gr,10-10-2026)


Μια αναφορά στον σκηνοθέτη, συγγραφέα και δάσκαλο του θεάτρου Γιώργο Σεβαστίκογλου, που υπήρξε πρωτοπόρος ερευνητής της θεατρικής πράξης, του θεατρικού λόγου και των εκφραστικών μέσων της σκηνής, με σταθερό προσανατολισμό στην κοινωνική αποστολή της τέχνης.



Κατιούσα



Μια αναφορά στον σκηνοθέτη, συγγραφέα και δάσκαλο του θεάτρου Γιώργο Σεβαστίκογλου, που υπήρξε πρωτοπόρος ερευνητής της θεατρικής πράξης, του θεατρικού λόγου και των εκφραστικών μέσων της σκηνής, με σταθερό προσανατολισμό στην κοινωνική αποστολή της τέχνης.
Ο δάσκαλος και σκηνοθέτης στην Κατοχή

Γεννήθηκε το 1913 στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης και στην Ελλάδα ήρθε με την οικογένειά του, το 1924.

Την περίοδο της Κατοχής γίνεται μέλος του ΚΚΕ και υπήρξε στέλεχος της Κομματικής Οργάνωσης Θεάτρου, η οποία συνεδρίαζε συχνά στο σπίτι του Γ. Ρίτσου. Μαζί με τις σπουδές του στη Νομική εργαζόταν και ως μεταφραστής σε περιοδικά και εφημερίδες.

Εκείνα τα χρόνια γίνεται και βασικός συνεργάτης του Κάρολου Κουν στο νεοσύστατο τότε Θέατρο Τέχνης. Στο Αλβανικό Μέτωπο έγραφε στον Κουν: «Μαζεύω λέξεις για τη μετάφραση» – επρόκειτο για «Τα καπνοτόπια», που ο Κουν κατάφερε τελικά να ανεβάσει ξεγελώντας τη γερμανική λογοκρισία.

Το 1943 ανέβηκε και το πρώτο του πρωτότυπο έργο, «Κωνσταντίνου και Ελένης», σε σκηνοθεσία Κουν. Στο κέντρο του έργου στέκει η «γαλάζια πολιτεία», μια κοινωνία ελεύθερη που μόνο ο τρελο-Γιώργης και η μικρή Ελένη πιστεύουν πραγματικά. Γραμμένο το έργο μέσα στην Κατοχή, το όραμα αυτό της «γαλάζιας πολιτείας» μοιάζει να ταυτίζεται με την ίδια τη λαχτάρα μιας γενιάς για μια κοινωνία δίκαιη και αληθινή.

Παράλληλα μελετούσε και μετέφραζε Στανισλάφσκι, Βαχτάνγκοφ, Ταΐροφ, Μέγιερχολντ, τους μεγάλους της σοβιετικής σκηνοθετικής σχολής. Το 1943 δημιούργησε ένα ημιπαράνομο εργαστήριο έρευνας γύρω από το ρώσικο πρωτοποριακό θέατρο. Εκεί, ανάμεσα στους νέους ανθρώπους που μαζεύτηκαν γύρω από αυτή την κρυφή μελέτη, γνώρισε και την γυναίκα που θα γινόταν αργότερα σύντροφός του σε όλη του τη ζωή, την νεαρή τότε Αλκη Ζέη.
Απελευθέρωση, Δεκέμβρης και το τρανό σχολείο του αγώνα

Μετά την Απελευθέρωση συντόνισε τη συγκρότηση του «Θεάτρου του Λαού». Η πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα ήταν το ανέβασμα του «Επιτάφιου» του Ρίτσου – με τη μορφή ορατόριου – που ανέβηκε τον Νοέμβρη του ’44 για τα 26 χρόνια του Κόμματος.

Το «Θέατρο του Λαού» δεν πρόλαβε να ζήσει για πολύ… Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της Ασπασίας Παπαθανασίου για την τελευταία παράσταση του θιάσου, που δόθηκε πριν ξεσπάσει ο Δεκέμβρης.

«Στο έργο υπήρχε μια σκηνή όπου οι ΕΠΟΝίτες με τον καθοδηγητή τους συνεδριάζουν. Με χαμηλωμένο το φως στη σκηνή, καθόμασταν γύρω από ένα τραπέζι, στη μέση ο Μάνος [Ζαχαρίας]. Δεν κοίταζε εμάς, αλλά το κοινό. Με προτεταμένο το χέρι και με σφιγμένη τη γροθιά, βγάζει τον λόγο του: “Λοιπόν, σύντροφοι, η κατάσταση είναι κρίσιμη…” και ακούγεται όλη η “γραμμή” του Κόμματος της συγκεκριμένης μέρας. Εκείνο το βράδυ, αποφασίσαμε να εμφανισθώ στη σκηνή με τη στολή μου του ΕΛΑΣ, για να γράψω, υποτίθεται, συνθήματα στους τοίχους. Ετσι και έγινε. Τα συνθήματα, φυσικά, δεν ήταν της Κατοχής, αλλά εκείνης της μέρας – και εκεί ακριβώς μας “πυροβολούν”… Την άλλη μέρα στη μεγάλη διαδήλωση, βγήκε και το “Λαϊκό Θέατρο” με τα λάβαρά του να πάρει μέρος στη ματωμένη εκείνη πορεία. Στο Σύνταγμα… Αρχισαν οι πυροβολισμοί… Στο “Λαϊκό Θέατρο” δεν ξαναγύρισαν οι ηθοποιοί του. Πήρε ο καθένας τον δρόμο του».

Στις μέρες της μεγάλης ταξικής σύγκρουσης στην Αθήνα, ο Σεβαστίκογλου μαζί με τον νεαρό τότε σκιτσογράφο Μέντη Μποσταντζόγλου – τον μετέπειτα «Μποστ» – γράφουν κάλαντα που απαγγέλλονταν στα πρόχειρα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ εμψυχώνοντας και παρηγορώντας τους μαχητές.

Μετά τη Βάρκιζα, με κατεύθυνση του ΚΚΕ ιδρύονται οι «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» που συμμετείχαν οι Αιμίλιος Βεάκης, Μιράντα Μιράτ, Αντώνης Γιαννίδης, αλλά και νέοι καλλιτέχνες που μόλις τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα, όπως οι Αλέκα Παΐζη, Ασπασία Παπαθανασίου, Αλέξης Δαμιανός, Τίτος Βανδής, Λυκούργος Καλλέργης, Δήμος Σταρένιος, Νάσος Κεδράκας, με σκηνοθέτη πάντα τον Γ. Σεβαστίκογλου.

«Ηταν η περίοδος της αχαλίνωτης τρομοκρατικής δράσης των “αγανακτισμένων πολιτών”… Τέτοια επίθεση δέχτηκε κι ο θίασος των “μεγάλων”, λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα του “Ιούλιου Καίσαρα”. Επιτέθηκαν οι μπράβοι, ξυλοκόπησαν τους θεατές, ανέβηκαν στη σκηνή, διέλυσαν τα πάντα, κυνήγησαν και χτύπησαν τους ηθοποιούς, τραυμάτισαν σοβαρά στο μάτι τον Αντώνη Γιαννίδη. Ο θίασος των “μεγάλων” αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τις παραστάσεις του. Και η διεύθυνση κάλεσε τους “νέους” να σώσουμε την κατάσταση», έλεγε αργότερα ο Σεβαστίκογλου, δίνοντας ανάγλυφα το στίγμα των ημερών.

Η αστική κριτική δεν άργησε να στοχοποιήσει τον θίασο. Ο Μ. Καραγάτσης, σχολιάζοντας παράσταση με πρώην μέλη των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», έγραφε: «(…) Ο θίασος αυτός έχει δύο ιδιοτυπίας: 1) ότι όλοι οι ηθοποιοί ήσαν οπαδοί μιας ορισμένης πολιτικής ιδεολογίας και 2) ότι έπαιξε έργα που πρωτίστως επροπαγάνδιζαν την παραπάνω πολιτική ιδεολογία και δευτερευόντως εξυπηρετούσαν το πνεύμα και την τέχνη (…)». Βέβαια, η κριτική ήταν το ηπιότερο απ’ όσα δέχτηκε ο θίασος, αφού πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες επιθέσεις από μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης «Χ», πρώην ταγματασφαλίτες και εθνοφύλακες, με τη συνεργασία της χωροφυλακής.

Την ίδια περίοδο έγραφε και θεατρική κριτική στον «Ριζοσπάστη». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αντίληψή του για τον μεταπολεμικό θεατή: «Το κοινό δεν είναι κείνο που ξέραμε. Ανέβηκε ποιοτικά κι άνοιξαν τα μάτια του στο τρανό σχολειό του αγώνα για τα δίκια του… ίσα-ίσα λαχταρά να δει και ν’ ακούσει τους καημούς του μεταλλαγμένους σε τέχνη».

Ο θίασος των «Ενωμένων Καλλιτεχνών» διέκοψε οριστικά τη λειτουργία του τον Σεπτέμβριο του 1946. Στην Αθήνα το κλίμα πια ήταν ασφυκτικό…


Στο βουνό: Ο κινηματογραφιστής του ΔΣΕ

Ο Γ. Σεβαστίκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο ερήμην του, επειδή λιποτάκτησε από τον αστικό στρατό. Ο δρόμος προς τον Γράμμο δεν ήταν ευθύς. «Είμαστε 4-5 κομμουνιστές, φύγαμε λαθραία από το Πέραμα με καΐκι για την Ιταλία», θυμόταν σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη», το 1990. «Εκεί το Ιταλικό Κόμμα θα μας βοηθούσε να περάσουμε στην Τσεχοσλοβακία κι από ‘κει να γυρίσουμε στον Γράμμο. Στο Λέτσε όμως μας πιάσανε…». Δεκατέσσερις ιταλικές φυλακές πέρασε, προτού καταφέρει επιτέλους να φτάσει στον προορισμό του.

Φτάνοντας στον Γράμμο συγκροτήθηκε το φωτοκινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ. «Ο Μουσούρης σαν οπερατέρ κι εγώ σαν υπεύθυνος θα είμαστε το “κινηματογραφικό συνεργείο” του ΔΣΕ!… Στο βουνό ήρθε αργότερα και κινηματογραφούσε κι ο Μάνος Ζαχαρίας».

Το σημαντικότερο κοινό τους έργο ήταν το ντοκιμαντέρ «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας», γύρισμα αποφασισμένο από το Γενικό Αρχηγείο για ν’ απαντήσει στην προπαγάνδα περί «παιδομαζώματος». Στο πλαίσιο της περιοδείας του Πολ Ελυάρ στο βουνό το 1949, ο Σεβαστίκογλου – μόνιμος διερμηνέας και συνοδός του – τύπωνε τις φωτογραφίες της επίσκεψης σε φορητό σκοτεινό θάλαμο μέσα στο ίδιο το βουνό.

Μετά την ήττα, ο Σεβαστίκογλου ακολούθησε τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς.


Τασκένδη: Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της πολιτικής προσφυγιάς

Στην Τασκένδη τον περιμένει ήδη μια οργανωμένη ελληνική κοινότητα προσφύγων. Συγκροτήθηκε ο θίασος «Κεντρικό Συγκρότημα Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων». Εμπνευστής και σκηνοθέτης ο ίδιος ο Σεβαστίκογλου, διευθυντής ο Αντώνης Γιαννίδης, οργανωτικά υπεύθυνος ο Δημήτρης Σπάθης. Η εναρκτήρια παράσταση δόθηκε στις 10 Μάρτη 1951, παρουσία εκπροσώπων του Μπολσεβίκικου Κόμματος και της Κομσομόλ.

Σε ομιλία του στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (Οκτώβρης 1950), ο ίδιος ο Γιαννίδης ανέφερε ότι οι Σοβιετικοί είχαν χτίσει στον θίασο, μέσα σε τρεις μήνες, «ένα ωραιότατο θέατρο για πεντακόσιους θεατές», με τα σκηνικά να εκτελούνται από το σκηνογραφικό εργαστήριο της Οπερας της Τασκένδης, και ότι «έργα από τη ζωή μας και τον αγώνα μας έγραψαν και θα γράψουν οι σύντροφοι Γιώργης Σεβαστίκογλου και Αλέξης Πάρνης».

Εκεί ο Σεβαστίκογλου έγραψε πράγματι τα πρωτότυπα έργα «Σε μαρμαρένια αλώνια», «Να ελευθερώσουμε τους αλυσωμένους» και «Η Μαρούσω η Βαγγέλαινα δίνει όρκο». Το πιο σπουδαίο έργο που έγραψε εκείνη την περίοδο είναι η «Αγγέλα», ένα συνταρακτικό, ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα – καταγγελία της ψυχροπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, με κεντρική ηρωίδα την ορφανή από πατέρα, αδελφή σκοτωμένου κομμουνιστή αγωνιστή της Αντίστασης, 17χρονη υπηρέτρια Αγγέλα. Το έργο γνώρισε τεράστια επιτυχία σε 27 θέατρα της ΕΣΣΔ και στην Ελλάδα πρωτοπαίχτηκε το 1965 από το Θέατρο Τέχνης.

Εγραψε επίσης σενάρια για ταινίες που σκηνοθέτησε ο Μάνος Ζαχαρίας – «Το σταυροδρόμι», «Οι σφουγγαράδες» από διήγημα του Ν. Κάσδαγλη.

Το 1965 το ιστορικό θέατρο της Μόσχας Βαχτάνγκοφ του προσέφερε μόνιμη θέση δεύτερου σκηνοθέτη. Αρνήθηκε: «Μου είχαν πει ότι πρέπει να γυρίσω (στην Ελλάδα). Ηταν κι η νοσταλγία κι έφυγα… Αν έμενα θα είχα μια εμπειρία μεγαλύτερη».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που επέλεγε τον δρόμο του αγώνα αντί της καλλιτεχνικής καταξίωσης: Είχε φύγει για το βουνό «την ώρα που η κριτική υμνούσε τη μετάφραση και τη σκηνοθεσία» του στο «Θάψτε τους νεκρούς». Ομως, γνώριζε καλά: «Αν δεν έφευγα στο βουνό, μπορεί να ‘μουνα καλύτερος τεχνικά. Αλλά δεν θα ‘μουν γνώστης της πραγματικής ζωής».
Γνώστης της πραγματικής ζωής

Στα χρόνια της δικτατορίας, η δεύτερη εξορία τον έφερε στο Παρίσι, όπου χτίζεται η φήμη του ως εξαιρετικού θεατρικού δασκάλου. Δίδαξε στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Σορβόννης, στον «Οίκο Γραμμάτων», στη Διεθνή Πανεπιστημιούπολη.

«Σαν πορεία έρευνας» χαρακτήριζε ο ίδιος όλη του την καλλιτεχνική διαδρομή: «Χρέος μας είναι να πηγαίνουμε κόντρα στον φόβο του λάθους. Να ερευνούμε ελεύθερα, όπως το παιδί το παιχνίδι, τα φαινόμενα. Κύριο μέλημα της δουλειάς μου ήταν η εμβάθυνση στη γνώση. Η ηδονή του να ανακαλύπτεις τις βαθιές ρίζες του πολιτιστικού φαινομένου».

Σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη» στην αξέχαστη συντρόφισσά μας Αριστούλα Ελληνούδη, το 1990, λίγους μήνες πριν πεθάνει, ερωτώμενος αν μετάνιωσε για όσα πέρασε, απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ούτε μια στιγμή. Θα ξανάκανα ό,τι έκανα”»… Ενώ παρακάτω συμπλήρωνε ότι γνώρισε τον λαό μας, «στις ώρες που κινητοποιούσε τις πιο μεγάλες κι εκφραστικές δυνάμεις του. Στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο… Οι “πληγές” μας χρειάστηκαν για να νιώσουμε ότι έχουμε νεύρα, καρδιά, μυαλό, που θίγονται».Το συγκεκριμένο άρθρο ανήκει στο αφιέρωμα που επιμελείται το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ για μεγάλους δημιουργούς μας που συμμετείχαν στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Είχαν προηγηθεί αφιερώματα στον Κώστα Πουρναρά – Μπόση και τον Αλέξη Πάρνη.
Κώστας Σταματόπουλος
Μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ


Αναδημοσιεύεται από τον "Ριζοσπάστη", Σάββατο 10 Οχτώβρη 2026 – Κυριακή 11 Οχτώβρη 2026

Κεντρική εικόνα ανάρτησης Κατιούσα: Η φωτογραφία της σύνθεσης προέρχεται από το βιβλίο της Κωνσταντίνας Ζηροπούλου «Γιώργος Σεβαστίκογλου, Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής»

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

"Η χρεοκοπία της κριτικής" έγραψε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος (www.lifo.gr, 3.10.2026)

 ..............................................................




Η χρεοκοπία της κριτικής

Η παρακμή του κριτικού λόγου δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη― είναι προϊόν μιάς άνευ προηγουμένου διαπλοκής που έδεσε κόμπο ένα ολόκληρο έθνος.




έγραψε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος (www.lifo.gr, 3.10.2026)


ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, σε συζητήσεις, τυχαίνει να βρεθώ μπροστά σε κάποιον που σχεδόν παραληρεί από αγανάκτηση για την κακότητα ενός έργου τέχνης. «Γιατί δεν το γράφεις;», του λέω. «Είμαι διατεθειμένος να το δημοσιεύσω».

―Α, δεν μπορω. Τον ξέρω (τον δημιουργό) χρόνια… Ποιός αντέχει τη μίρλα του… κ.λπ.

Δεν περνάνε λίγες μέρες και ο αγανακτισμένος δημοσιεύει στη στήλη του έναν δειλό διθύραμβο για το έργο τέχνης που τον αγανάκτησε.

Πιστεύω ότι η κριτική έχει χρεοκοπήσει στην Ελλάδα, σχεδόν σε όλους τους τομείς ― πολιτική, Τέχνες, εστίαση― για μια σειρά λόγων. Και δεν μιλώ για την ανεπαρκή κριτική που δεν ξέρει να αναγνωρίζει το πρώτο από το δεύτερο― τέτοια πάντα υπήρξε, είναι δείγμα αμορφωσιάς, όχι ανηθικότητας. Ούτε μιλώ για όσους μέσα στα χρόνια απέκτησαν εμμονικά γούστα και πάθη, που όσο νάναι τους στερούν την διαύγεια της ματιάς. Μιλάμε για όσους βλέπουν το κακό και το αποσιωπούν.

Αυτή η χρεοκοπία δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι προϊόν μιας άνευ προηγουμένου διαπλοκής που έδεσε κόμπο ένα ολόκληρο έθνος ―σαν κάτι χωριά που όλοι βιάζουν τα παιδιά τους και δεν μιλάει κανείς. Και βεβαίως δεν εξαιρούμε τον εαυτό μας.

Ιδού οι λόγοι που αναγνωρίζω ότι οδήγησαν ως εδώ:

1. Οι δημοσιογράφοι δεν αμείβονται καλά. Έτσι έχουν ανάγκη τα κεράσματα, τις προσκλήσεις, τα δωρεάν ταξίδια κ.λπ. Ορισμένοι αποκτούν με τον καιρό την ψυχολογία του τζαμπατζή: όσο πιο πολυτελές το «κέρασμα», τόσο πιο παθιασμένο το γράψιμο. Ακραία εκδοχή κεράσματος: να σε προσλαμβάνει η κυβέρνηση ως σύμβουλο, ενώ ταυτόχρονα εργάζεσαι στα μέσα.

2. Η πόλη είναι μικρή και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Θέλουν να μη τους βγαίνει ξινή μια έξοδος, όταν πέφτουν πάνω σε εκείνον που έκριναν αυστηρά.

3. Επειδή οι δημοσιογράφοι δεν κάνουν ρεπορτάζ, απλώς δημοσιοποιούν αυτό που οι «πηγές» τούς εγχειρίζουν (διαμοιράζοντάς το κυκλικά, για να είναι όλοι ευχαριστημένοι). Φροντίζουν λοιπόν να τα έχουν καλά με τις πηγές (κάτι μέγαιρες συνήθως που πουλάνε φύκια, ή «υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων» γενικώς). Έτσι η ομερτά συναντά τη νωθρότητα σε έναν εναγκαλισμό, που θα τον έλεγες και διαπλοκή.

4. Η οικονομική δυσπραγία των μέσων έχει επιτρέψει στη διαφήμιση να επιβάλλει επιλεκτικές αποσιωπήσεις «για να μη θιγεί ο πελάτης». Είτε αυτός είναι ένα ταβερνάκι που ψήνει σάπιες μπριζόλες, είτε είναι μια Τράπεζα γεμάτη αποσιωπημένα σκάνδαλα, είτε μια διεφθαρμένη κυβέρνηση. Δεν είναι ίδιας έντασης η απαξία (η πολιτική είναι η μεγαλύτερη διότι θίγει την βασική αποστολή της δημοσιογραφίας που είναι ο έλεγχος της εξουσίας)― είναι όμως απαξία και στις τρεις περιπτώσεις.

5. Οι περισσότεροι σημερινοί εκδότες αντιμετωπίζουν τα media ως πάρεργο- επιχειρούν κυρίως αλλού. Έχουν σκελετούς στην ντουλάπα τους και χρησιμοποιούν τη δημοσιογραφία ως μοχλό πίεσης. Αφ΄ενός προωθούν τα (μεγάλα) συμφέροντά τους, αφ' ετέρου ντιλάρουν με την κυβέρνηση: Με αφήνεις ήσυχο, σε αγιογραφώ νυχθημερόν. Και η κυβέρνηση, ευγνωμονούσα, τους επιδαψιλεύει με νέες εύνοιες.

6. Οι πλείστοι από τους «μη συστημικούς» κριτικούς, που σήμερα σφαδάζουν απο ηθική αγανάκτηση, το βουλώνουν όταν η δική τους παρέα (ή χειρότερα: το δικό τους κόμμα) γίνει κυβέρνηση και Σύστημα. Αποδεδειγμένο. Οπότε ακόμη κι οι ορθές τους κρίσεις, σήμερα, ξέρεις ότι είναι προϊόν στρεψοδικίας.

7. Yπάρχει κι ένας λόγος, κάπως συμπαθητικός. Σε μια χώρα χαμηλών επιδόσεων, που π.χ. η καλλιτεχνική παραγωγή δεν είναι και για χόρταση, όταν βλέπεις κάποιον να προσπαθεί φιλότιμα, χωρίς να τα καταφέρνει πάντα, θες να κάνεις ότι δεν είδες το στραβοπάτημα, δεδομένου ότι υπάρχουν πολύ χειρότερα ένα γύρω.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ (και άλλους ίσως που μου διαφεύγουν), φτάσαμε σε ένα στάδιο που η επίσημη κριτική είναι νεκρή, σε όλα τα επίπεδα. Φυτοζωεί, ένθεν κακείθεν, σε λίγες φωνές που παρότι θα μπορούσαν να εξαγοραστούν, δεν εξαγοράστηκαν.

Στην αντίπερα όχθη, στην ανεπίσημη χάβρα των social media, οι τολμηρές, ελεύθερες φωνές πνίγονται μέσα στις κραυγές, τις απειλές και τις κατάρες του πλήθους ή των μισθοφόρων.

Κι έτσι, μεταξύ επίσημης σιωπής και ανεπίσημης τσιρίδας, το κακό ταβερνάκι, το κακό βιβλίο, η κακή παράσταση, η κακή Τράπεζα, η κακή κυβέρνηση μένουν οι μοιραίοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού σε ένα μοιραίο κράτος.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

"Η αλαζονεία ως ιδεολογία" έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 29.9.2026)

 ...............................................................


               Η αλαζονεία ως ιδεολογία



έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 29.9.2026)



Η τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η μέχρι το 2023 αξιωματική αντιπολίτευση έχει διαλυθεί, είναι απολύτως αναμενόμενο να αποτελεί το διηνεκές κοινωνικό υπόβαθρο για το αίτημα οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης να μπορέσουν κάπως να συνεργαστούν. Εχω γράψει αρκετά άρθρα προσπαθώντας να εξηγήσω τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους για τους οποίους τούτο το αίτημα είναι ούτως ή άλλως εξωπραγματικό. Δεν παύω όμως να το κατανοώ ως έκφραση κοινωνικής απόγνωσης και πολιτικής αγωνίας.


Και για αυτόν τον λόγο, θα ξεκινήσω το σημερινό άρθρο με μια τελείως υποθετική αφετηρία. Ας ξεχάσουμε λοιπόν προς στιγμήν ότι η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα είναι –κατ’ ουσίαν αλλά και επισήμως– το κόμμα του «δημοκρατικού καπιταλισμού» και της «υγιούς επιχειρηματικότητας». Ας πιστέψουμε δηλαδή, στο πλαίσιο τούτης της υποθετικής αφήγησης, ότι ο όρος «Αριστερή» στην ονομασία του κόμματος «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στην ιδεολογικο-πολιτική πραγματικότητα. Θα ήταν τότε εφικτή μια συνεργασία μαζί του;

Η απάντηση είναι απλή: Οχι. Και τούτο διότι απλούστατα ο ίδιος ο Τσίπρας δεν δείχνει να επιθυμεί οποιουδήποτε είδους συνεργασία με οιονδήποτε. Το ζήτημα έχει μεριμνήσει προνοητικά να το επιλύσει ήδη από τον τίτλο του κόμματος: ο όρος «Συμπαράταξη» υπονοεί ότι η όποια «συνεργασία» βρίσκεται ήδη εντός του κόμματός του – και ότι κατά συνέπεια όποιος θέλει να «συνεργαστεί» δεν έχει παρά να υποβάλει αίτηση ένταξης στην ήδη υπάρχουσα «Συμπαράταξη».

Επισημαίνω πράγματα τα οποία, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ήταν αυτονόητα. Φαίνεται όμως πως για πολλούς δεν είναι. Μόνο έτσι εξηγείται το ότι το αίτημα για συνεργασία, από κοινού με την επίρριψη της ευθύνης για την έλλειψη συνεργασίας, συνήθως δεν απευθύνεται στον Τσίπρα και στην ΕΛΑΣ αλλά στους υπόλοιπους. Εν τοις πράγμασι, με άλλα λόγια, το αίτημα για συνεργασία στις περισσότερες περιπτώσεις ισοδυναμεί με το αίτημα οι υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης να… αυτοδιαλυθούν ως κόμματα και τα μέλη τους να ενταχθούν στο κόμμα του Τσίπρα. Πρόκειται για μια κατάσταση που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού.

Δύσκολο να διεξαχθεί εμπειρική έρευνα για τέτοιου είδους ζητήματα, επομένως μόνο υποθέσεις μπορούμε να διατυπώσουμε. Μια πιθανή αιτία για την προβολή αυτού του παράλογου αιτήματος είναι μια εκτός πραγματικότητας «νοσταλγία», που επιθυμεί μια ως διά μαγείας επαναφορά του παλαιού ισχυρού ΣΥΡΙΖΑ, πάλι με τον Τσίπρα αρχηγό αλλά με διαφορετικό όνομα (ΕΛΑΣ). Τα παράλογα αιτήματα αναμενόμενο είναι να στηρίζονται σε επίσης παράλογες επιθυμίες, αλλά μάλλον θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε τις αιτίες σε κάτι που υπό μία έννοια δεν είναι και τόσο παράλογο.

Ο Τσίπρας τον τελευταίο καιρό μάς σοκάρει με την αμετροεπή αλαζονεία του. Πέρα από τον άκρως προσωποπαγή τρόπο με τον οποίο συγκρότησε το νέο κόμμα του και τον συνακόλουθο τρόπο που αντιλαμβάνεται τις «συνεργασίες» που αναφέρθηκε πιο πάνω, υπάρχουν και κάποιες πρόσφατες δηλώσεις του με τις οποίες ξεπερνάει και τον εαυτό του. Για παράδειγμα, στη ΔΕΘ: «Δεν ζητώ δεύτερη ευκαιρία για μένα, αλλά δεύτερη ευκαιρία για τη χώρα». Δήλωση που προφανώς ισοδυναμεί με: «Ζητώ να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στη χώρα να έχει εμένα πρωθυπουργό». Και πριν από λίγες μέρες: «Ή εμείς [θα ρίξουμε τον Μητσοτάκη] ή κανείς». Δεν έχει νόημα να σχολιάσουμε την περίπτωσή του χαρακτηρολογικά. Ο Τσίπρας έχει σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία. Από τη σκοπιά της κοινωνικής και πολιτικής ανάλυσης, ως κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί – ακόμη και ως προς τη συμπεριφορά του.

Προσφεύγοντας σε μια σχηματική διατύπωση, θα λέγαμε πως, όσον αφορά την αλαζονική του συμπεριφορά, ο Τσίπρας «βρίσκει και τα κάνει»… ιδεολογικά. Φαίνεται πως έχει σκόπιμα δημιουργηθεί από τις κυρίαρχες κοινωνικο-πολιτικές και επικοινωνιακές δυνάμεις ένα ιδεολογικό κλίμα που δικαιώνει και καλλιεργεί περαιτέρω την αλαζονεία του Τσίπρα. Το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς το βολεύουν απεριόριστα η περαιτέρω αφάνιση της Αριστεράς και η συσπείρωση (ή «συμπαράταξη») γύρω από έναν κοινωνικο-πολιτικά ακίνδυνο αλαζόνα ηγέτη.

● Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

"Τυφλὴ ἐποχή" & "Ξανθὸς ὄμορφος ὁ ἐχθρὸς τοῦ βασίλειου" Δύο ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού (1919 - 1998) Από τη συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων», 1953 Φωτογραφία του Κώστα Ορδόλη. Περιοδικό Μανδραγόρας. Τοποθεσία - Ομόνοια, στα έργα για το Μετρό.

 ...............................................................


         Μιχάλης Κατσαρός (1919 - 1998)






Τυφλὴ ἐποχή


Άγνωστη μέρα δεῖξε μας τὸ πρόσωπό σου.
Κάτω
στὸ βάθος
τόσα πέλματα βαριά
τόση βουὴ μὲ καταρράχτες
ἀκούγονται νὰ σπάζουν ἐπιφάνειες
κατρακυλᾶν στὶς φλέβες μας ποτάμια-
ἐγὼ
μὲ φωτεινὸ τὸ μέτωπο νὰ χάνομαι
νὰ μὴν μπορῶ νὰ καταλάβω
πῶς γίνηκε ν᾿ἀναζητᾶμε ὅραμα
τώρα ποὺ ὅλα στερεώθηκαν ἐπίσημα
τώρα ποὺ ἕνας πρίγκηπας ἐπέθανε
τώρα ποὺ οἱ δεῖχτες ὕψωσαν τὰ φέρετρα
κεῖ ποὺ βουλιάζουν οἱ ἀετοὶ τὶς ώρες.
Δεῖξε μας δεῖξε μας τὸ μπόι σου
μέρα μέ τὶς πληγὲς ὀρθὲς στὸ βάδισμά σου
ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸ Βλαδίμηρο
θὰ σὲ στεγάσουμε νὰ μὴ φοβᾶσαι
οἱ ἄλλοι πέτρωσαν δίπλα στοὺς χωροφύλακες
ἔντρομοι θὰ σαλπίσουν
θὰ κλείσουν οἱ πύλες
θὰ κλείσουν τὰ τείχη
θὰ παρατάξουν τὰ στρατεύματα
ἐσὺ
θὰ τοὺς διαπερνᾶς ἀθόρυβα
θὰ προβαδίζεις
καὶ πίσω θὰ σ' ἀκολουθᾶν
οἱ Ἀσσύριοι οἱ Βαβυλώνιοι οἱ Ἰουδαῖοι
οἱ Ἱσπανοὶ πρὶν προδοθοῦν τὰ ὄνειρα
οἱ Γάλλοι μεταλλωρύχοι
ὁ σύντροφός μου Γκαρὼ πρὶν γίνει διευθυντήριο
οἱ πρόεδροι θ᾽ ἀλλάξουν ἔντρομοι τὰ διατάγματα
οἱ ἄλλοι θὰ ὑποκρίνονται τοὺς ἔμπιστους
ἐγὼ μαζὶ μὲ τὴν ἀκολουθία μου
θ' ἀνακηρύσσομαι ἥρωας
τὸ ἀργυρὸ σπαθὶ τῶν ἱπποτῶν θὰ λάμπει
ὁ πρίγκηπας ἓνα χλωμὸ παιδὶ
μὲ πορφυροῦν χιτώνα
πάλι θὰ στερεώνονται οἱ αὐλοκόλακες
κ' ἐγὼ θὰ φεύγω
θ' ἀναζητάω ἔντρομος τὴν ὄψη σου.
Κάτω
στὸ βάθος
τόσα πέλματα βαριά.
'Ακούω νάρχεται καινούργιο βήμα.



Ξανθὸς ὄμορφος ὁ ἐχθρὸς τοῦ βασίλειου


Στὶς ἕξη καὶ τριάντα στὴ Ρώμη
νὰ μπαίνεις σὰν ἔμπορας ἢ καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σὲ συνοδὸ χρυσοῦ
καὶ ἄσημο ἐπισκέπτη
κι ὅμως στὸν κόρφο σου νὰ φέρνεις μυστικὰ γράμματα
τοῦ Δεκριανοῦ
κι ἀμέσως νὰ διαδίδεται στὶς ἀγορὲς
μετὰ στὰ ἀνάκτορα
ὅτι κατέφθασε ἕνα πρόσωπο ν' ἀνατινάξει τὴν πόλη.
Ὕστερα ν' ἀνεβαίνεις τὰ ἀξιώματα
στοὺς διαδρόμους νὰ σὲ σταματοῦν ἔντρομα πρόσωπα
ὁ γραμματέας τοῦ αὐτοκράτορος
ἔμπιστα νὰ ρωτᾶ
νὰ τερματίζεται ἡ δεξίωσις
ἡ φήμη νὰ μεταφέρει τὸ μπόι σου
νὰ μεταφέρει τ' ἄλογό σου
ξανθὸς ὄμορφος ὁ ἐχθρὸς τοῦ βασίλειου
ἔχει χιτώνα πράσινο καὶ κάτω τὸ ξίφος
τὰ μάτια του ἀστραπὲς καὶ συνωμοσία
περιπλανᾶται σὲ ὑγρὲς αὐλὲς
καὶ μυστικὰ ὁπλοστάσια—
συγκάλεσε ἐκτάκτως τὴ Σύνοδο
κλεῖστε καλὰ τὶς ἐξώπορτες
ν' ἀσφαλιστεῖτε.
Κ᾿ ἐσὺ ἥσυχα πάνω σὲ ξύλινα τραπέζια καὶ καπηλιὰ
νὰ προετοιμάζεις τὴν ἔνδοξη παρουσία
ὅμως
νὰ ἐκφυλίζεσαι μετὰ σὲ ἀγοραῖο ρήτορα
νὰ κεραυνώνεις τὰ πλήθη μὲ λόγους
νὰ ξεχνᾶς τὸν προορισμό σου
νὰ ξεχνᾶς τ' ἄλογό σου
νὰ προσπαθεῖς νὰ φτάσεις μὲ ὑπομνήματα
τὸν αὐτοκράτορα
νὰ ζητᾶς πίστωση χρόνου
οἱ γραμματεῖς νὰ σοῦ ἀπορρίπτουν τὴν αἴτηση
Πῶς γίνεται τόσο ἐσὺ νὰ ξεπέσεις;
Ἡ ἔνδοξη Ρώμη σὲ περίμενε τόσους αἰῶνες
σὲ προφητεῖες ἔλεγε τὸν ἐρχομό σου
κ' ἐσὺ ἀφομοιώθηκες;


Μιχάλης Κατσαρός




Από τη συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων», 1953

Φωτογραφία του Κώστα Ορδόλη. Περιοδικό Μανδραγόρας. Τοποθεσία - Ομόνοια, στα έργα για το Μετρό.



Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

«Η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο απέναντι στρατόπεδο» γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.7.2026)

 ...............................................................


«Η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο απέναντι στρατόπεδο»



γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.7.2026)



Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι απόσπασμα από πρόσφατη ανακοίνωση της Νέας Αριστεράς, που αναφερόταν κυρίως στη στάση της ΕΛΑΣ στο θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά που έθιγε και γενικότερα ζητήματα. Τι σημαίνει να δηλώνει ένα κόμμα, που στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφεται καν η εκλογική του δύναμη, πως το κόμμα που οι ίδιες δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν σταθερά στη δεύτερη θέση «βρίσκεται στο απέναντι στρατόπεδο»;


Παρότι προς το παρόν δημοσκοπικά απέχει παρασάγγας από το να εκπροσωπείται στην επόμενη Βουλή, η Νέα Αριστερά δεν είναι κόμμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Δεν πρόκειται δηλαδή για κόμμα που οι κοινοβουλευτικοί αγώνες δεν είναι ανάμεσα στις προτεραιότητές του. Που σημαίνει ότι ακόμα και αν βρεθεί εκτός Βουλής το τι γίνεται εντός της το αφορά άμεσα και κατά τρόπο συγκεκριμένο – δεν απορρίπτει συλλήβδην τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τη νομοθετική εξουσία ως «αστική δημοκρατία». Συνεπώς, τα περί «απέναντι στρατόπεδου» δεν αναφέρονται σε έναν νέο δικομματισμό που ούτως ή άλλως δεν την αφορά λόγω ιδεολογικών της θέσεων. Αλλωστε, αυτό φαίνεται κατά τρόπο συγκεκριμένο στην εν λόγω ανακοίνωση, που καταλήγει στη διαπίστωση περί ΕΛΑΣ αντιπαραθέτοντας τις θέσεις της Νέας Αριστεράς για τη νομοθεσία τη σχετική με την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ας δούμε λίγο την «επιτελεστική» διάσταση της διατύπωσης – το τι προσπαθεί να κάνει δηλαδή ως δήλωση, πέρα από το σημασιολογικό της περιεχόμενο. Είναι σαφές πως η φράση «στο απέναντι στρατόπεδο» είναι «βαριά κουβέντα». Δεν είναι κάτι που περνάει απαρατήρητο ή που μπορεί να ξεχαστεί. Η Νέα Αριστερά με αυτή τη φράση κόβει κάθε γέφυρα με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. «Στο απέναντι στρατόπεδο» προφανώς σημαίνει πως αποκλείεται και η οποιαδήποτε προεκλογική ή μετεκλογική συνεργασία. Οπότε, ρεαλιστικά σκεπτόμενοι, μπορούμε να φανταστούμε τον Τσίπρα και τους συν αυτώ να λένε μεταξύ τους με χαιρεκακία: «Κι είχαμε μια σκασίλα που αυτό το δημοσκοπικά ανύπαρκτο κόμμα δεν θέλει συνεργασία μαζί μας…»

Να το θέσω ωμά. Το οριστικό άρθρο της διατύπωσης –«στο (απέναντι στρατόπεδο)» και όχι σκέτα «σε…»– υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο ίδιο στρατόπεδο με τη Νέα Δημοκρατία. Ότι δηλαδή δεν έχει απλώς μετακινηθεί προς την Κεντροαριστερά, αλλά ότι ανήκει πλέον στις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις. Πράγμα που με τη σειρά του ισοδυναμεί με την παραδοχή πως το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς –δηλαδή κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο μαζί με τις δυνάμεις που το στηρίζουν– είναι πλέον πανίσχυρο. Όπως δηλαδή ήταν και πριν από το 2012 που ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε κόμμα εξουσίας. Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η βουλιμία του μεγάλου κεφαλαίου είναι πλέον ακόρεστη, και ο εκφασισμός της κοινωνίας που τη συνοδεύει καθίσταται εφιαλτικός.


Περάσαμε λοιπόν στο ίδιο το σημασιολογικό περιεχόμενο της διατύπωσης για την ΕΛΑΣ και το απέναντι στρατόπεδο. Από όσα σχετικά έχω γράψει, είναι σαφές ότι συμφωνώ με αυτό. Όπως επίσης συμφωνώ και με την επιτελεστική συνιστώσα: μετά και τις αποχωρήσεις όσων (όπως φαίνεται τουλάχιστον εκ των υστέρων) εξαρχής λοξοκοίταζαν προς το κόμμα Τσίπρα, καιρός είναι η Νέα Αριστερά να διακόψει και ρητά πλέον τις σχέσεις της με αυτό. Κάτι εξόχως θετικό κατά την άποψή μου είναι πως αυτή η «διακοπή των διπλωματικών σχέσεων» εκ των πραγμάτων αντιπαρέρχεται την πιεστική προτροπή που μας ταλανίζει πολλαχόθεν εδώ και πολλούς μήνες: «Να στηρίξουμε Τσίπρα για να φύγει ο Μητσοτάκης».

Όταν Τσίπρας και Μητσοτάκης βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, το εκβιαστικό δίλημμα χάνει κάθε νόημα. Δεν θα κουραστώ να υποστηρίζω πως η κύρια αιτία για τη δημοσκοπική αφάνιση της Νέας Αριστεράς είναι πως προξενούσε την εντύπωση μεταβατικού σχήματος. Αυτό άλλωστε φαίνεται περίτρανα και στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ με τα όσα συμβαίνουν τώρα σε εκείνο το κόμμα. Η μόνη ρεαλιστική ελπίδα επιβίωσης της Νέας Αριστεράς είναι να αποσαφηνίσει όσο γίνεται το δικό της ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

*Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών