Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (1931-1972). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (1931-1972). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

«Ο φωτογράφος» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931 – 1972) Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο ΜΠΙΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» (εκδ. «ΚΕΔΡΟΣ», 1987)

 ...............................................................



• «Ο φωτογράφος» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931 – 1972) Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο ΜΠΙΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» (εκδ. «ΚΕΔΡΟΣ», 1987)





ΕΙΜΑΙ ο φωτογράφος. Για την ακρίβεια μεγεθύνω φωτογραφίες νεκρών. Από μια φθαρμένη φωτογραφία, ποντικοφαγωμένη ακόμα και πάνω στο πρόσωπο, πολλές φορές η μισή, μπορώ, ανακαλύπτοντας τα στοιχεία που λείπουν, να συνταιριάσω το σύνολο, παρουσιάζοντας κάτι το ωραίο.
Φυσικά ανδρών, γι’ αυτό και μόνο πελάτισσες, χήρες αποκλειστικά, κι έχω διακοσμήσει ανάλογα το μαγαζί: Στα παράθυρα μαύρες κουρτίνες, κρέπια κρέμονται εδώ κι εκεί, κι ένα μαύρο χαλί οδηγεί στο σκοτεινό θάλαμο όπου συνήθως εργάζομαι.
Απαραίτητα θα τους βάλω γραβάτα, την ίδια γραβάτα σε όλους, θα σβήσω τα γένια, θα βάλω μαλλιά όπου λείπουν και θα κάνω χωρίστρα. Όλες μένουν ευχαριστημένες και βρίσκουν πως μοιάζει στον άνθρωπό τους πολύ, φτυστός, ολοζώντανος, με τα φρύδια του τόξο, κοκκινάδι στα χείλη, στα μαλλιά μπριγιαντίνη, και μάτια μεγάλα. Μόλις τον βλέπουμε ένα «αχ» βαθύ βγαίνει απ’ τα στήθη, τον αρπάζουνε υστερικά, τον σφίγγουνε στην αγκαλιά τους, ακολουθούν σπασμοί διαρκείας, κι έπειτα τέζα. Γι αυτό υπάρχει κρεβάτι με καθαρά σεντόνια, παραβάν όπου γδύνονται και στο βάθος μπιντές.
Μέχρι σήμερα δεν είχα καμιά αποτυχία. Όλες βρίσκανε αυτό που ζητούσαν, ντυνόνταν, ευχαριστούσαν και φεύγανε. Όμως αυτή με την παλ νυχτικιά, πρόσωπο παλ, πάλλεται στο στρώμα επάνω φωνάζοντας : «Δεν είναι αυτός, δεν είναι αυτός», και κλαίει δαγκώνοντας τα μαξιλάρια με λύσσα. Ούτε κι εγώ μπορώ να ισχυριστώ πως «είναι αυτός», γιατί μη έχοντας βγάλει φωτογραφία ποτέ του, πρέπει να τον αναπαραστήσω από την αρχή. Κοπιάρω λοιπόν τον προηγούμενο και τώρα αυτή, ανυπόμονη στο κρεβάτι ανάσκελα, δεν τον γνωρίζει κι είμαι υποχρεωμένος να σιάξω άλλον κι άλλον στα γρήγορα ώσπου να την ικανοποιήσω.
Δουλεύω εντατικά ενώ αυτή σφαδάζει δίπλα μου, κι αν αρωτιέμαι μήπως δεν υπήρξε ποτέ το ζητούμενο πρόσωπο, μήπως αυτή τη στιγμή ψάχνει για το σχήμα ενός προσώπου που θα τ’ αγαπήσει. Απ’ την άλλη μεριά είναι το παλ πρόσωπό της όλα ωχρά σα να έχει αδειάσει το αίμα της, κι αυτό πρέπει κάπου να το ‘δωσε, κάπου πρέπει να το ‘χει ξοδέψει.
Χιλιοστό κάδρο και πάντα η φωνή της: «Δεν είναι αυτός, δεν είναι αυτός». Νομίζω πως θα σπαταλήσω τη ζωή μου σ’ αυτή τη μεγέθυνση και θ’ αποτυγχάνω συνέχεια παρ’ ότι γνωρίζω τα χαρακτηριστικά του πια ένα προς ένα, καλύτερα απ’ οποιοδήποτε άλλο μοντέλο μου.
Είμαι γέρος, κι ακόμη παιδεύομαι στο σκοτεινό θάλαμο με δίπλα μου αυτή να σπαράζει. Δεν αντέχω πια το μουγκρητό της. Δε θυμάμαι πόσα πορτραίτα έφτιαξα για χάρη της. Η μνήμη μου λίγη, η όρασή μου κοντή, πολύ το σκοτάδι εδώ μέσα, καθώς επιχειρώ την τελευταία μεγέθυνση βάζοντας τις δυνάμεις όλες, ότι μου μένει από την παλιά μου ορμή, το μεράκι μου, τη ζωή μου: Ακουμπάω στο τελάρο ολόκληρος κι αποτυπώνω τα δικά μου χαρακτηριστικά.
«Επί τέλους τι άλλο θέλεις;» της φωνάζω καθώς της δίνω την τελευταία πνοή μου, πετώντας πάνω στο κρεβάτι το ομοίωμά μου μεγεθυμένο υπερφυσικά. «Εσύ είσαι, εσύ είσαι», και κλαίει μ’ αναφιλητά…
Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια.




Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

«Έτσι σαν πρόλογος (ασπρόμαυρο)» από τη συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα (1931-1972) «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

 ...............................................................




            Μάριος Χάκκας (1931 - 1972)



·      «Έτσι σαν πρόλογος (ασπρόμαυρο)» από τη συλλογή διηγημάτων  του Μάριου Χάκκα (1931-1972) «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες» (εκδ. «Κέδρος», 1987, 14η έκδοση)

 



ΠΕΡΑ μια πάλλευκη Ακρόπολη, λαμπρός Παρθενώνας, Ερέχθειο, Προπύλαια, όλα στο μάρμαρο.

   «Είσαι σκυλάκι του καναπέ. Γαβγίζεις, όμως οι επισκέπτες γνωρίζουν καλά πως δεν μπορείς να δαγκώσεις».

   «Είσαι παράξενος απελευθερωτής καναρινιών που θα τα φάνε οι γάτες. Το ξέρεις πως δεν κάνουνε χωρίς κλουβί, η ελευθερία είναι ανασφάλεια. Τι πάσχεις και παιδεύεσαι;»

   «Είσαι επιβάτης σε καράβι που μποτζάρει επικίνδυνα. Από το φινιστρίνι σου πότε βλέπεις τον ουρανό και πότε τη θάλασσα. Εσύ μπερδεύεις επίτηδες το ανοιχτό με το βαθύ γαλάζιο, καταργείς τον ορίζοντα κι ενώνεις τον ουρανό με τη θάλασσα».

   «Είσαι ένας ανίατος ιδεοκράτης, μ’ αυτή την τάση σου να γενικεύεις, προχωρώντας από το μέρος στο όλο, χωρίς να λαβαίνεις υπ’ όψη σου τόπο και χρόνο, καταλήγεις σε μερικές ιδέες φαντάσματα. Μ’ αυτές προσπαθείς να εκβιάσεις τα πράγματα, γαβγίζεις, ανοίγεις κλουβιά, μα δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τα πράγματα, γιατί αυτά τελικά καθορίζουν το δρόμο σου, πάνω σ’ αυτά διαρκώς σκουντουφλάς, όπως και μέσα στο διάδρομο του καραβιού, η όλο καμπύλες πορεία σου είναι απ’ το μπότζι κι έχει για ακρότατα όρια τα τοιχώματα του διαδρόμου».

   «Επιτέλους, σταμάτα πια αυτή τη γρίνια. Το έδαφος υπάρχει πάντα κάτω από τα πόδια σου, ένα κάποιο έδαφος για να σταθείς και να υπάρξεις. Πάψε να παριστάνεις τον ξεριζωμένο. Κι έπειτα, ιστορία είναι αυτό που έγινε κι όχι αυτό που θάθελες να γίνει».

   «Παραδέχομαι πως οπωσδήποτε γύρω μου υπάρχει ένας χώρος, ένα κάποιο τοπίο, γκραβούρα φθινοπώρου, καψάλα απέραντη, σκουριασμένα πεύκα φορτωμένα σακούλες και κάμπιες».

   «Παραδέχομαι ακόμα πως υπάρχει ένας δρόμος, στα πέλματα φάλαγγα στις φτέρνες πετροζούλημα μόνιμο, ένας δρόμος φυτεμένος με πέτρες που τσακίζουν τα δάχτυλα».

   «Εδώ ξοδεύτηκε ο χρόνος μου να εξωραΐσω τα πράγματα. Έφαγα τη ζωή μου να σιάξω αυτό το τοπίο ν’ ανοίξω έναν ανθρώπινο δρόμο. Κατέληξα να πετροβολάω τον αέρα».

   «Τόσα χρόνια σ’ αυτόν το μάταιο πόλεμο, κι ακόμα πασχίζω, γαβγίζοντας, έστω κι ας μη μπορώ να δαγκώσω, γράφοντας συνθήματα οργής πίσω από πόρτες δημόσιων καμπινέδων, αφημένος στο επικίνδυνο μπότζι των νεύρων μου να μου χαράζει πορεία, ανοίγοντας κλουβιά καναρινιών στο καταχείμωνο, που θα βρεθούνε σαν τα όνειρά μας κόκαλο στο ρείθρο ή φτερά να ταξιδεύουν πάνω απ’ αυλές και στέγες – πούπουλα».

   Τώρα, πέρα διαγράφεται καθαρά μια Ακρόπολη γκρίζα, ένας σταχτής Παρθενώνας, Ερέχθειο ξερολιθιά σχιστολίθου, Προπύλαια χρώμα τσιμέντου, κι ο ναός της Απτέρου Νίκης, κοινός χωμάτινος τάφος για τα σπασμένα φτερά μας…