Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήμουνα εκεί και να το πιστέψεις περικαλώ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ήμουνα εκεί και να το πιστέψεις περικαλώ.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Ήμουν κι εγώ εκεί... γράφει ο Μεθόδιος Αργουμέντης

.............................................................


                  Ήμουν κι εγώ εκεί...


Δείχνουν τα εγγόνια στους παππούδες πάνω από το τείχος του Βερολίνου το 1961

   Πασχαλινές διακοπές έκανα στο Βερολίνο το 1989, έξι μήνες δηλαδή πριν πέσει το Τείχος του και καταβαραθρωθούν μαζί του και οι χώρες του υπαρκτού/ανύπαρκτου σοσιαλισμού. Έδρα μας, φυσικά το Δυτικό Βερολίνο. Αυτονόητη ήταν και η μεγάλη επιθυμία μας να επισκεφθούμε και το Ανατολικό. Είχε και μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον (Μουσείο Περγάμου, Αλεξάντερπλατς, Μπερλίνερ Ανσάμπλ, κλπ.). Η διαδικασία για να το επισκεφθεί κανείς ήταν μια διαδικασία όμοια με την επίσκεψη από μια χώρα σε μια άλλη (διαβατήριο, βίζα κλπ.), διαδικασία που την είχαμε περάσει στην άφιξή μας στο αεροδρόμιο του Ανατ. Βερολίνου καθώς είχαμε διαλέξει να πάμε στη Γερμανία με την Interflug, την αεροπορική εταιρεία των Ανατολικογερμανών, καθότι φθηνότερη και με απευθείας πτήση εκεί. 
    Η επίσκεψή μας ήταν μια μονοήμερη εκδρομή που είχε ορισμένη χρονική διάρκεια, από το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου, αν δεν με γελάει η μνήμη μου. Δεν θα γράψω για τα αξιοθέατα της πόλης. Θα γράψω για τα συναισθήματα που μού γεννήθηκαν στην άφιξή μας το πρωί και στην αναχώρησή μας το σούρουπο εκείνης της μέρας. 
   Η διαδρομή με το τρένο, σαν τον δικό μας Προαστειακό. Στην αρχή και για 3-4 σταθμούς η διαδρομή είναι υπόγεια. Σ' αυτούς τους σταθμούς το τρένο δεν σταματούσε - υποφωτισμένοι ήσαν, με άδειες πλατφόρμες. Θύμιζαν τον δικό μας σταθμό του Ηλεκτρικού, στην πλατεία Βικτωρίας. Παρένθεση: αν βρεθείτε στη Βικτώρια κοιτάξτε τα πλακάκια στους τοίχους και τις άσπρες με τα μαύρα γράμματα επιγραφές. Κάτω δεξιά στην κάθε επιγραφή γράφει "Berlin". Οι σταθμοί του υπογείου (Μοναστηράκι, Ομόνοια, Βικτώρια) ολοκληρώθηκαν από Γερμανούς κατασκευαστές επί καθεστώτος Ιω. Μεταξά. Τα ίδια πλακάκια και την ίδια γραμματοσειρά είδα σ' αυτούς τους σταθμούς της υπόγειας διαδρομής από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο. Παρένθεση στην παρένθεση: Καλά έμειναν οι παλιοί τοίχοι και οι παλιές επιγραφές στους δύο σταθμούς μας. Και θα ήταν πολύ καλύτερα από αισθητική άποψη όλοι οι σταθμοί του Ηλεκτρικού να αναπαλαιώνονταν και όχι να ανακαινίζονταν. Όπου ανακαινίστηκαν, τη θέση των παλαιών πήραν αισθητικά εξαμβλώματα.   Κλείνω τις παρενθέσεις. 
   Πίσω στο Βερολίνο, λοιπόν. Μετά η διαδρομή ήταν - και είναι ακόμη φαντάζομαι - επίγεια. Οπότε, πια η ομοιότητα με τον δικό μας Ηλεκτρικό ήταν πλέον καταφανής. 
   Ο σταθμός που αποβιβαστήκαμε ήταν σαν τον σταθμό του Ηλεκτρικού στον Πειραιά. Όμως με σιδερένια γέφυρα πάνω από τις πλατφόρμες και τη γραμμή του τρένου, όπου κάτω από το άγρυπνο βλέμμα ένοπλων στρατιωτών-φρουρών, πολίτες το Ανατολικό Βερολίνο υποδέχονταν συγκινημένοι συγγενείς τους φορτωμένους με δώρα (υπέθεσα πράγματα που δεν υπήρχαν εκεί) από το Δυτικό.  Είχαμε πληροφορηθεί ότι επιτρεπόταν μία φορά το χρόνο να ανταλλάσσουν επισκέψεις συγγενείς που στις 13 Αυγούστου του 1961 έτυχε να ζουν άλλοι στον Ανατολικό Τομέα και άλλοι στον Δυτικό. Οι ίδιες συγκινητικές στιγμές επαναλήφθηκαν το σούρουπο της ίδιας μέρας στην αναχώρηση και στην επιστροφή μας στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί συνειδητοποίησα τον παραλογισμό του Τείχους του Βερολίνου. Ήταν σαν να είχε κόψει, π.χ. την Πατησίων στη μέση - στο Πεδίο του Άρεως, ας πούμε - και όσοι βρέθηκαν εκείνη τη μέρα από την Ιουλιανού και την Λεωφόρο Αλεξάνδρας και πάνω δεν θα μπορούσαν - και δεν μπορούσαν χωρίς την άδεια των αρχών - να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους που ζούσαν στην Ηπείρου, ας πούμε, ή από τα Εξάρχεια και νοτιότερα. Βλέπαμε μητέρες (χήρες οι περισσότερες, καθώς είχαν χάσει τους άντρες τους στον Μεγάλο Πόλεμο) με άσπρα μαλλιά να αποχαιρετούν τα παιδιά τους (άντρες και γυναίκες 40 και 50 χρονών πια) με δάκρυα στα μάτια που θα ξαναβλέπονταν μετά από ένα χρόνο! Ρύθμιση που ίσχυε μόνο από το 1985-6 από την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ και μετά. Πριν από το 1985 έκαναν χρόνια να συναντηθούν και με πολύ σκληρούς όρους και προϋποθέσεις (βαθμός συγγένειας, ασθένειες και θάνατοι συγγενών, άδειες μόνο για έναν συγγενή για να εκβιάζεται να επιστρέψει στην οικογένεια που είχε αφήσει πίσω κλπ.). Εξ ου και οι αποδράσεις από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο, οι περισσότερες με θανάσιμη κατάληξη για τους δραπέτες. Για γεωπολιτικά παιχνίδια και τον ρουν της Ιστορίας ελάχιστη έως μηδαμινή αξία έχουν τα πρόσωπα, οι οικογένειές τους, οι λαχτάρες τους και τα δράματά τους...

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Αποσπάσματα από το βραβευμένο "'55", το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη όπως παρουσιάστηκαν* στην απονομή του βραβείου Ν.Θέμελη στην Άνδρο (17/8/2013)

......................................................

 Αποσπάσματα από το βραβευμένο "'55", το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη.







1) …Ζω στην Τουρκία, μια χώρα φτωχή. Η Πόλη είναι η πατρίδα μου. Ας είναι η καταγωγή και η αγωγή μου ελληνική, η καρδιά μου δεν χτυπάει στην Ελλάδα. Παρά την αγάπη μου γι’ αυτήν. Εδώ έχω δέσει για πάντα, είμαι σκλάβα της Πόλης, είναι μια αιχμαλωσία ισόβια, μια αρρώστια αγιάτρευτη, ένα χούι αθεράπευτο, μια συνήθεια κι ένας έρωτας που γεννιέσαι και πεθαίνεις κολλημένος επάνω του. 


 


Ένα φαρμάκι γλυκό, που χωρίς αυτό δεν νοείται η ύπαρξή σου. Είμαι η σάρκα ενός στρειδιού, γεννήθηκα ενωμένη μαζί του κι έτσι θα πάει ως το τέλος. Η ψυχή μου είναι σφαλισμένη με μιαν αλυσίδα που σέρνει πίσω της γενεές γενεών των ανθρώπων μας, όλων όσων έλαχε να ζήσουν στον ευλογημένο και τυραννισμένο μας τόπο. (σελ.261-262)



2) … Ο τόπος δεν με χωρεί, θέλω να πάρω έναν δρόμο να με βγάζει έξω, μακριά απ’ την Πόλη, να χαθώ, να μην τη βλέπω, γιατί τέτοιαν ώρα όλα, οι άνθρωποι, τα τοπία, τα σπίτια, τα μαγαζιά, με ξαναγυρνούν σ’ εκείνη τη φαρμακερή εποχή και δεν μπορώ να το βαστάξω. Αλλά πάλι, πώς να παρατήσω τη μάνα μου απροστάτευτη, ορφανή, ο Ρωμιός πρέπει να φυλάγει  Θερμοπύλες, πρέπει να είναι στις επάλξεις, «είμαστε στο καθήκον» είχε πει ο μεγάλος Ρουμί. Αχώνευτο πράγμα που ο νους μου δεν το χωρά κι ο καιρός με το πέρασμά του, ο πανδαμάτωρ χρόνος που λένε, θαρρείς και δεν μπορεί αυτήν την περίπτωση να την κάνει ζάπτι. Ναι μεν φαινομενικώς τα κουκουλώνει και τα στοιβάζει στον πάτο της μνήμης, αλλά έτσι, μια να ξύσεις με την άκρη του νυχιού σου το παλαιό σου τραύμα, κάτι να διεις κατά σύμπτωση μέσα στο δρόμο, μπορεί να σ’ τα φέρει εμπρός σου όλα τα θλιβερά τότε συμβάντα σ’ ένα δευτερόλεπτο και να μην μπορείς να εύρεις τον τσαρέ σου… (σ.319)



3) …Η ηλικία περνά μανίτσα μου, και χαμπάρι δεν παίρνουμε. Όπως τα θυμούμαι τα λέγω. Το θυμητικό μου είναι γερό. Δεν λησμονώ πρόσωπα, συμπεριφορές και περιστατικά·  όλα όσα σφραγίσαν τη ζωή μου, εκείνα τα φυλάγω καλά στο σεντούκι της μνήμης μου.(σελ.34)


4) …- Πώς σε λένε, φίλε μου; - Αρίφ. Όμορφος, πολύ όμορφος άντρας. Αρίφ στα τουρκικά θα πει λόγιος, πεπαιδευμένος, αρχαϊστί αρίφρων. Λεβεντονιός ήταν, κορμί κυπαρισσένιο, σελβί μποϊλού!  Ψέματα δεν μπορώ να πω. Με το που αντίκρυσα την όψη του, το βλέμμα του, την κατατομή του έγινε μέσα μου ένα κρακ, ερωτεύτηκα, ντελί ολντούμ, (τρελάθηκα), έχασα τα μυαλά μου. Κολάστηκα απ’ την καλλονή του, μπάρεμ. Έπαθα αυτό που λένε οι Τούρκοι «γιλντιρίμ ασκί» και οι Έλληνες «κεραυνοβόλος έρως».

    Δεν μ’ ένοιαζε εκείνη την ώρα το μιλλέτι του, αν ήταν Τούρκος. Πιο πολύ ευρωπαϊκή φυσιογνωμία είχε, ξανθοκάστανος ήταν με αρρενωπά, όμως ευγενή χαρακτηριστικά και επιδερμίδα σταρένια. Και σιγά τον Τούρκο! Όσο ήμουνα Τούρκισσα εγώ άλλο τόσο ήτανε Τούρκος κι ο ερίφης. Όπως με αποκάλυψε αργότερα ανήκε σε μια φυλή των Ζαζά.

   Όταν πια σταμάτησε το παράπονο – ντράπηκε, επιτέλους, άντρας πράμα, να βγάζει το σεκλέτι του με σπαραγμό μπροστά σε γυναίκα -, κι αφού σηκώθηκε όρθιος και μέτρησα με το μάτι το ανάστημα και την παρουσία του όλη, τότε αυτοστιγμεί ένιωσα πως για μένα αυτός ήταν ένας μοιραίος αρσενικός κι ένας άνθρωπος που θα σφραγίσει το πεπρωμένο μου. – Τζαν κουρμπάν (Τι υπέροχα), είπα μέσα μου, αφού έτσι το θέλει η ζωή…

– Σανά χαστά (Με σένα είμαι άρρωστη), τον δήλωσα απ’ την πρώτη νύχτα…

…Τι με κοιτάς, παλικάρι μου, για μένα είσαι Τανρινίν μισαφιρί (Μουσαφίρης του Θεού, απρόσκλητος νυχτερινός επισκέπτης), τον λέγω. Ύστερα τον έγδυσα με τα χέρια μου. Αργά, αργά. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν. Σαν δυο φλόγες κεριού στο αγεράκι. Οι κόρες του οι ψιχαλιστές είχαν τουλάχιστον πέντε χρώματα, πιτσιλισμένα σε αρμονικές δόσεις: το πράσινο του πεύκου, το γκρίζο της στάχτης, το μελί της κερήθρας, το χρυσαφί του ντάλα ήλιου, το μαύρο που αφήνει πίσω της η νύχτα για να χαράξει η αυγή…
…Είχε τη μυρωδιά του βουνίσιου έλατου, της μέντας, του σχοίνου της πατρίδας του. Άρχισα να τον πλένω παντού, όπως ακριβώς προηγουμένως τα μωράκια του…
…Με έπιασε σφιχτά τα χέρια. – Μπιρ τανέμ (Μοναδική μου), μελεγίμ (Άγγελέ μου). Έλιωσα… (σελ. 92-96, αποσπάσματα)
5) …Κάποιος κρατά το έγχρωμο πορτρέτο του Πορθητή, άλλος κουβαλά μια τεράστια φωτογραφία του Ατατούρκ. Δυο μελαχρινοί τραγουδούν και παίζουν ανατολίτικα σαρκιά, ο ένας με το ζουρνά και ο άλλος με το νταούλι. Ένας κοντοστούπης μοιράζει σφυριά, ένας καμπούρης τσεκούρια, ένας τυφλός αφίσες. Κάποιος αξιωματικός της χωροφυλακής βγάζει τη στολή του και ντύνεται με παλιόρουχα. Δυο νεαρές κοπέλες με βρομισμένες καμπαρντίνες και υψωμένη την τουρκική σημαία παίρνουν φόρα και κλοτσούν με τα τακούνια τους τα κατεβασμένα κεπέγκια ενός ελληνικού φωτογραφείου. Άλλος τσακίζει έναν φωνογράφο, άλλος στραπατσάρει ένα πελώριο ραδιόφωνο. Κάποιος ξηλώνει μια ραπτομηχανή, άλλος ξεχαρβαλώνει ένα ψυγείο.  Πού το πάνε εκείνοι οι τρεις το μακρύ αμάξι που σέρνουν με τριχιές σαν άλογο στο αλώνι; Ένα μικρό φορτηγάκι το δένουν από τέσσερις μεριές και το τραβολογούν σαν να θέλουν να το κόψουν και να το μοιράσουν. Κάποιος βαράει μια γραφομηχανή στα ντουβάρια του Αγά τζαμί. Άλλος κρατά υψωμένη σαν τρόπαιο την τενεκεδένια ρεκλάμα κάποιας μάρκας σοκολάτας με μια κοπέλα ξανθιά. Άλλος, που φορεί στολή εισπράκτορα λεωφορείου, διαλύει σκυμμένος ένα ωραίο ακορντεόν με το σφυρί του. Δύο ταγκαλάκια έχουν σκαρφαλώσει στα κάγκελα μιας εβραίικης συναγωγής και εμψυχώνουν τους διαδηλωτές με μια ντουντούκα. Καμιά δεκαριά μεγαλόσωμοι κοστουμαρισμένοι άντρες μπαίνουν στο σχολείο μου, το Ζάππειο, τσακίζουν έπιπλα, γκρεμίζουν στην είσοδο το άγαλμα του Ζάππα. Πολλοί κουνούν στο αέρα σημαιάκια ή ταμπλώ με σύνθημα «Η Κύπρος είναι τουρκική και θα μείνει τουρκική»...
   Οι διασαλευτές της τάξης γράφουν στους τοίχους αιμοβόρα συνθήματα: «Στο διάβολο οι Έλληνες» και «Κάτω η Ελλάς».
  Μερικοί στέκονται στις άκρες του δρόμου και παρακολουθούν τα δρώμενα. Κάποιοι απ’ αυτούς, που έχουν μέσα τους ανθρωπιά μπορεί να θέλουν να επέμβουν, να σταματήσουν το κακό με δεν μπορούν... (σελ. 103-104)



 ...Κι ο αγαπητικός μου ο Αρίφ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας απ’ αυτούς! Α, πα, πα, το συλλογιέμαι κι ανατριχιάζω! Άβουλα φτωχόπαιδα, έρημα πουλιά της Ανατολίας, γίνεστε πιόνια του κάθε επιτήδειου, του κάθε αγύρτη!... (σελ. 105)
6)... Το δέντρο, ολόκληρο
        Το φως, γεμάτο
        Το φρούτο πλήρες
        Μόνο ο δικός μου κόσμος
        Είναι κομμάτια
        Ένας μεγάλος καθρέφτης έσπασε
        Έσπασε και διαλύθηκε στο χώμα
        Έπεσε μέσα στο σύμπαν
        Μα έγινε πια κομμάτια.
        Τον κόλλησα κομμάτι κομμάτι
        Τριγύρισα από χώρα σε χώρα
        Ήταν μια φλόγα που την άναψα
        Την άναψα, μα έγινε κομμάτια 
     
"Παράμπρατσα", που σημαίνει διαλυμένος, κομματιασμένος.
ποίημα του Μπεντρί Ραχμί Εγιούμπογλου
 


*: Τα αποσπάσματα διάβασε ο Μανώλης Γιούργος. Η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου τραγούδησε a capella τα τρία τραγούδια που πλαισίωσαν την αφήγηση και εδώ παρουσιάζονται στις πρώτες τους εκτελέσεις.
......................................................................

Στον Θωμά Κοροβίνη απενεμήθη το Βραβείο Νίκου Θέμελη

Στην Ανδρο πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της απονομής
Εδώ οι λεπτομέρειες της βραδιάς:
http://tanea24.gr/ston-thoma-korovini-apenemithi-to-vraveio-nikou-themeli.4713d0b56951c52a4d2efa5a5f65eb01.html 


Ο σκηνοθέτης Παντ. Βούλγαρης απονέμει το βραβείο στον Θωμά Κοροβίνη











Κι εδώ το τραγούδι που τραγούδησε a capella ο Θωμάς Κοροβίνης στο τέλος της εκδήλωσης. Τραγούδι για την Κωνσταντινούπολη.



          ΠΡΟΣΕΥΧΗ




Στίχοι:  

Θωμάς Κοροβίνης

Μουσική:  

Θωμάς Κοροβίνης





Βλαχέρνα λένε μια Ρωμιά
που βγαίνει το βραδάκι,
με μαύρο κεφαλοδεσμό
και με κρυφό σαράκι.

Και σεργιανάει το Μαρμαρά,
το Πέρα και την Πόλη,
απ’ την κορφή του σαραγιού
για να την βλέπουν όλοι.

Μεριέ Μανά και Παναγιά
κι Αγία μου Βλαχέρνα,
το δάκρυ σου σαν αγιασμό
σ’ εχθρούς και φίλους κέρνα.

Από τον πρώτο τον καιρό
κι αυτό το ξέρουν όλοι,
όσα κλειδιά κι αν άλλαξε,
δικιά σου είναι η πόλη.

Τούρκοι κι αιχμάλωτου Ρωμιοί,
χαμάληδες κι αλάνια,
γύφτισσες του Σουλουκουλέ
πασάδες και τσογλάνια.

Την προσευχή του κάνουνε,
τρέμουνε την οργή σου
τους φουκαράδες ελεούν
για να χαρεί η ψυχή σου.

Μεριέ Μανά και Παναγιά
κι Αγία μου Βλαχέρνα,
το δάκρυ σου σαν αγιασμό
σ’ εχθρούς και φίλους κέρνα.

Από τον πρώτο τον καιρό
κι αυτό το ξέρουν όλοι,
όσα κλειδιά κι αν άλλαξε,
δικιά σου είναι η πόλη.



Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

"50 χρόνια από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου" ("Ναυτεμπορική"/Γαλλικό Πρακτορείο)

....................................................................................

Πενήντα χρόνια από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου

NAFTEMPORIKI.GR Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011 14:21
Τελευταία Ενημέρωση : 10/08/2011 15:59
Το πολιτισμικό χάσμα παραμένει όσο οι συνθήκες διαβίωσης από τη μία και από την άλλη πλευρά του «αόρατου τείχους» παραμένουν διαφορετικές.
Πενήντα χρόνια μετά την ανέγερσή του το Τείχος του Βερολίνου, που γκρεμίστηκε το 1989, εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά του στη Γερμανία και συνεχίζει να σημαδεύει νοοτροπίες διατηρώντας τον χωρισμό ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή.
«Ναι, εξακολουθεί να υπάρχει ένα ψηλό τείχος. Είκοσι χρόνια μετά την επανένωση, οι Γερμανοί αισθάνονται ακόμη ξένοι μεταξύ τους», δηλώνει ο Κλάους Σρέντερ, πολιτικός επιστήμονας του ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου.
Παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί μετά την επανένωση για την άμβλυνση των διαφορών ανάμεσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία ανήκε στον δυτικό κόσμο, και την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, που ανήκε στο σοβιετικό μπλοκ, η αίσθηση του χάσματος επικρατεί.
Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της 50ής επετείου της ανέγερσης του Τείχους στις 13 Αυγούστου 1961, το 83% των ερωτηθέντων από τα έξι κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας (το 90% στην περίπτωση της Σαξωνίας-Ανχαλτ), θεωρούν ότι εξακολουθεί να υπάρχει «ένα αόρατο τείχος», ένα τεράστιο πολιτισμικό χάσμα με τους γείτονές τους.
«Η πλειοψηφία των Ανατολικογερμανών δεν γνωρίζουν σε ποιον κόσμο ανήκουν, δεν θεωρούν ότι ανήκουν πλήρως στην επανενωμένη Γερμανία. Ωστόσο, δεν επιθυμούν μία επιστροφή στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας... η πλειοψηφία ονειρεύεται μία Ανατολική Γερμανία που έχει η ίδια διαμορφώσει, την φαντασίωση ενός εξιδανικευμένου κοινωνικού κράτους, μία χώρα όπου ζούσαν με λίγα, αλλά όπου ήταν καλά», εξηγεί ο Κλάους Σρέντερ περιγράφοντας τη νοσταλγία της Ανατολικής Γερμανίας (Ostalgie).
«Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες αξίες που έχουν εξαφανισθεί», λέει ο Φρανκ Χόλτσμαν, από το Ροστόκ, επικεφαλής ένωσης για την επανένταξη των μακροχρόνια άνεργων στο Μάρζαν-Χέλεσντορφ, συνοικία του βορειο-ανατολικού Βερολίνου.
Πρόσφατα πήγε να δει το «Hinterm Horizont», μουσική παράσταση με θέμα το Βερολίνο της εποχής του Τείχους του δυτικογερμανού τραγουδιστή Ούντο Λίντενμπεργκ και απογοητεύθηκε πολύ: «μόνο κλισέ, η Στάζι, το ντόπινγκ, λες και δεν υπήρχαν παρά μόνο αυτά». Ο Φρανκ Χόλτσμαν το θεωρεί άδικο «ξένοι να μάς περιγράφουν πώς υποτίθεται ότι ζούσαμε».
Από την πλευρά της δυτικής Γερμανίας θεωρούν τους «Ossies» «λίγο οπισθοδρομικούς», υπενθυμίζει ο καθηγητής Σρέντερ. Και παράλληλα με την Ostalgie, έχει αναπτυχθεί και μία «Westalgie», για την εποχή που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν χρειαζόταν να πληρώνει για να βοηθήσει τους ανατολικούς της γείτονες.
«Λένε ότι πληρώνουν για όλα -περίπου 80 με 100 δισεκατομμύρια ευρώ μεταφέρονται κάθε χρόνο από τη δυτική στην ανατολική Γερμανία- ωστόσο είναι αναγκασμένοι να υπομείνουν τη δυσαρέσκεια των Ανατολικογερμανών, την άκρα δεξιά και την άκρα αριστερά που αναπτύσσονται, κλπ» λέει ο καθηγητής Σρέντερ.
Το πολιτισμικό χάσμα παραμένει όσο οι συνθήκες διαβίωσης από τη μία και από την άλλη πλευρά του «αόρατου τείχους» παραμένουν διαφορετικές.
Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου ερευνών IW, του Νοεμβρίου 2009, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας αντιστοιχεί στο 70% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην πρώην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, έναντι 30% το 1991. Σύμφωνα με τη μελέτη, αναμένεται εντός της επόμενης δεκαετίας να φθάσει το 80%, αλλά η απόλυτη εξισορρόπηση παραμένει ουτοπική.
Σύμφωνα με τον Κλάους Σρέντερ, θα χρειασθούν ακόμη «15 έως 20 χρόνια, πριν οι διαφορές νοοτροπίας ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική Γερμανία εξελιχθούν σε τοπικές διαφορές, με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη βόρεια και την νότια Γερμανία».
Από το σπίτι του στη συνοικία Μάρζαν-Χέλεσντορφ, ο Φρανκ Χόλτσμαν λέει: «Εγώ ο ίδιος, όταν παίρνω το αυτοκίνητο, λέω 'πάω στη Δύση'».
Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Γαλλ. Πρακτορείο

....................................................................................

Το Τείχος που κανείς δεν σκόπευε να κτίσει

Σαν σήμερα, πριν από μισό αιώνα, άρχισε να χωρίζει το Βερολίνο

Επιμέλεια: Κίττυ Ξενάκη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Σάββατο 13 Αυγούστου 2011
«Niemand hat die Absicht, eine Mauer zu errichten!» «Κανείς δεν σκοπεύει να χτίσει τείχος!» διακήρυττε ο Βάλτερ Ούλμπριχτ, ο πρώτος γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος, στις 15 Ιουνίου του 1961. Λιγότερο από δύο μήνες αργότερα, πριν από ακριβώς μισό αιώνα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 13ης Αυγούστου 1961, η κυβέρνηση της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας έστειλε 40.000 στρατιώτες και αστυνομικούς να σφραγίσουν με συρματόπλεγμα σχεδόν όλα τα σημεία διέλευσης στο Δυτικό Βερολίνο. Το πρώτο τούβλο μπήκε δύο ημέρες αργότερα - οι ιστορικοί ακόμα ερίζουν για το πού ακριβώς. Το Τείχος που «κανείς δεν σκόπευε να χτίσει» έπαιρνε τον δρόμο της Ιστορίας.

Το επέβαλε, στη συνείδηση των ανατολικογερμανικών αρχών, η διαφυγή από το 1949 στην ελευθερία της Δύσης 2,6 εκατομμυρίων πολιτών, οι περισσότεροι νέοι, ειδικευμένοι και μορφωμένοι. Το Τείχος χώρισε οικογένειες, πυροδότησε αναρίθμητες προσωπικές τραγωδίες, έγινε το απόλυτο σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου, άντεξε 28 χρόνια, και έπεσε στις 9 Νοεμβρίου του 1989. Πρόπερσι γιορτάστηκαν τα 20 χρόνια από την πτώση του. Πέρυσι τα 20 χρόνια από την επανένωση της Γερμανίας. Σήμερα τιμάται - δεν γιορτάζεται - η επέτειος της ανέγερσης.
Η καγκελάριος Μέρκελ θα είναι εκεί, στο μνημείο της Μπερνάουερ Στράσε, το ίδιο και ο πρόεδρος Κρίστιαν Βουλφ. Θα τηρηθεί ενός λεπτού σιγή. Εκατομμύρια τουρίστες θα περάσουν ακόμα μια μέρα αναζητώντας τα υπολείμματα του Τείχους. Στο Βερολίνο του 2011 έχουν απομείνει λίγα. Το ψηλότερο τείχος είναι πια αόρατο - ένα 83% των πολιτών των έξι κρατιδίων της Ανατολικής Γερμανίας θεωρούν ότι εξακολουθεί να τους χωρίζει τεράστιο πολιτισμικό χάσμα από τους γείτονές τους.



...........................................................

Δες και εδώ ένα πολύ κατατοπιστικό γράφημα για την ιστορία του Τείχους, τις οχυρώσεις του και τις προσπάθειες απόδρασης από την "Ανατολή" στη "Δύση" http://www.naftemporiki.gr/infographics/graph.asp?id=40517  
Α, και κάτι ακόμα: Για να καταλάβει κανείς τι σήμαινε το τείχος για τη ζωή των Βερολινέζων, ας φανταστεί την ύπαρξή του, παραδείγματος χάριν, κάθετα στην Πατησίων, την Αχαρνών και την Λιοσίων, και το Σταθμό του ΗΣΑΠ στην Αττική ως συνοριακό σταθμό μιας άλλης χώρας! Μέχρι την Ιουλιανού, λέμε τώρα, το ένα κράτος, από κει και πέρα το άλλο! Κατ' αναλογίαν, φαντασθείτε το και προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα αυτής της πόλης. Κι όλα αυτό να έχει ανεγερθεί μέσα σε λίγες μέρες! Και οι συγγενείς μιας οικογένειας που εντελώς τυχαία θα βρίσκονταν από τη μία μεριά του Τείχους να μην επιτρέπεται πια να δουν τους συγγενείς τους που θα βρίσκονταν από την άλλη, ή κι αν επιτρεπόταν, με τέτοιους περιοριστικούς όρους (βαθμοί συγγένειας, μόνο ορισμένα πρόσωπα της οικογένειας, περιορισμένο δικαίωμα μέσα σε κάθε χρόνο κλπ.) που θα καθιστούσε τις συναντήσεις μαρτύριο, συναντήσεις και αποχαιρετισμούς ξενιτεμένων χρόνια. 

Πέμπτη 26 Αυγούστου 2010

Διακοπές στη Σύρο - μέρος Α'.



   Κόσμος "πατείς με πατώ σε" στο πλοίο. Ο έλεγχος των εισιτηρίων αρχίζει και τελειώνει στην επιβίβαση. Μέσα στο πλοίο ο έλεγχος έχει "ξεφύγει". Παρότι έχουμε εισιτήριο καταστρώματος καθόμαστε στη "διακεκριμένη" θέση! Σιγά τη διακεκριμένη, μόνη διαφορά το γκαρσόνι που έρχεται να πάρει και να φέρει την παραγγελία, όχι σελφ-σέρβις δηλαδή. Κατά τα άλλα ο ένας πάνω στον άλλο. Η παρέα ευκατάστατων οικογενειών με τους 16άρηδες με τα λάπτοπ και η νεαρή μάνα από τη δυτική Αθήνα με τα πέντε παιδιά της και ο σύζυγος δίπλα ακουμπισμένος στο παράθυρο του σαλονιού να κοιμάται μέχρι τη Σύρο του καλού  καιρού. Ένα σαλόνι με αντιπροσωπευτική κοινωνική διαστρωμάτωση! Μα πού είναι η κρίση; Κόσμος όλων των οικονομικών δυνατοτήτων 10 του μηνός Αυγούστου έχει γεμίσει ασφυκτικά το "Blue Star Ithaki" και ταξιδεύει για Σύρο, Τήνο, Μύκονο προφανώς για διακοπές. Σκέφτομαι πως ο Έλληνας μέχρι η κρίση να βαθύνει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο... μέχρι να στεγνώσει το πηγάδι, που λέει ο λόγος, θα πιει όλο το νερό. Κι από φθινόπωρο βλέπουμε...



   ...Μένουμε στην Ερμούπολη. Δεν είναι η πρώτη φορά που την επισκεπτόμαστε. Ήμασταν εδώ και πέρυσι το καλοκαίρι, και πρόπερσι το χειμώνα, και άλλες χρονιές, καλοκαίρια, Πάσχα, με καύσωνες και με χειμωνιάτικες ψύχρες, με ανοιξιάτικες λιακάδες, αλλά και καταιγίδες, με άπνοια και με βοριάδες, με τη θάλασσα απλώς να σε συντροφεύει μόνο με τη θέα της και τον ήχο της, ή τώρα να σε καλεί συνεχώς για να σε παρηγορήσει στην αγκαλιά της, μιας και η φετινή παρατεταμένη ζέστη και υγρασία δεν αντέχεται. Θέλω να πω ότι την Ερμούπολη την έχουμε περπατήσει με όλες τις εικόνες της, με όλα τα χρώματά της, με όλους τους ήχους της, αλλά και με τα αισθήματα που όλα αυτά μας γέννησαν. Και φυσικά και την Άνω Σύρα, που κι αυτήν την τόσο διαφορετική, για λόγους οικονομίας της έκφρασης, Ερμούπολη τη λογαριάζουμε. 
 Αυτός, λοιπόν, ο "διπλός" οικισμός πάντα μας έδινε την αίσθηση ενός ευρωπαϊκού πολιτισμού που στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της Ελλάδας έχει χαθεί. Ανοίγω παρένθεση: στις άλλες πόλεις, με εξαίρεση τα παλιά τους κομμάτια που σε ελάχιστες διασώζονται, μόνο νύξεις μπορεί το μάτι, κι αυτό πολύ ευαίσθητο και επί τούτου ενεργητικό, να διακρίνει. Στην Ερμούπολη αυτό δεν συμβαίνει. Είναι εντυπωσιακό που έστω σαν σκηνικό αυτή η πόλη αποπνέει συνολικά αυτό το ευρωπαϊκό άρωμα. Στους αστούς των προσφύγων του 1821,1822 και μετά (Χιώτες, Ψαριανοί, Μικρασιάτες και Κρητικοί του 19ου αιώνα) "χρωστάει" αυτόν τον αέρα της Ευρώπης. Αλλά και στην Άνω Σύρα, την καθολική, αναπνέει κανείς αυτόν τον ευρωπαϊκό αέρα, απλώς εκεί η κλίμακα είναι πολύ πιο μικρή, υπηρετική και χρηστική για τον βίο των ιδρυτών της - οχυρό έφτιαξαν για να αμύνονται στους πειρατές και μετά αισθητικώς να ζουν...   




... Επιτέλους δεν υπάρχουν φωτεινές επιγραφές-κράχτες στα μαγαζιά, κάθετες στο πεζοδρόμιο και στο δρόμο, που "βγάζουν" μάτι στο βλέμμα του περιηγητή και έχουν μετατρέψει με την αυθαίρετη πολυχρωμία τους την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, το Ηράκλειο κ.ά. πόλεις μας σε βλαχο-Λας Βέγκας και σε κακόγουστες πόλεις της αμερικανικής επαρχίας. Δεύτερη παρένθεση: δεν είμαστε εχθροί του american way of life, πώς μπορεί να είναι κανείς εχθρός του μπλου-τζιν, του ροκ, της τζαζ, κλπ., αλλά οι νεοέλληνες ό,τι πιο κακόγουστο απ' την Αμερική, αυτό βρήκαν ν' αντιγράψουν (πχ. τα κίτρινα ταξί της Αθήνας, τα γυάλινα εμπορικά κέντρα και τα multiplex cinemas). Κλείνω την παρένθεση: αναρωτιέμαι λοιπόν, μα δεν μπορεί ο πελάτης να βρει χωρίς αυτήν τη φωτεινή κακογουστιά το μαγαζί που ψάχνει; Μια επιτοίχια ζωγραφισμένη επιγραφή, απλώς με μια λάμπα φωτισμένη, δεν αρκεί σ' ένα μαγαζί για να δηλώσει την παρουσία του; Πρέπει και να την κραυγάζει;...  
   Μια πόλη είναι και οι ήχοι της... Ευτυχώς όσες βραδιές περπατήσαμε στο λιμάνι τ' αυτιά μας δεν "πληγώθηκαν" από τα "άι γαβ γιου ντάρλινγκ" ελληνικά σουξέ ή από το ντάμπα-ντούμπα των ντάνσιν ξένων χιτς. Να έπαιξε ρόλο ότι γινόταν στην πόλη το 6ο Φεστιβάλ κλασικής μουσικής, στο θέατρο "Απόλλων"; Πάντως ήταν καλύτερο, στις βραδυνές σου βόλτες να ακούς από τις παρέες στα μαγαζιά - κι ας ήταν για εκατομμυριοστή φορά - τη "Φραγκοσυριανή" ή "Τα ματόκλαδά σου λάμπουν" από το "Σφύριξα κι έληξες" ή "τις τσούλες" της Βίσση και "άλλα αριστουργήματα" της τελευταίας εγχώριας εσοδείας...



...Μπράβο πάντως στους διοργανωτές του Φεστιβάλ για τα τρεις συναυλίες που απολαύσαμε (μείναμε μόνο την πρώτη εβδομάδα του φεστιβάλ), μπράβο και για τους μουσικούς που προσκάλεσαν, μπράβο και για το επίπεδο των ερμηνειών τους. Οι μουσικές που πλαισιώνουν το γραφτό μας είναι από έργα που ακούσαμε αυτές τις τρεις μέρες που δώσαμε το "παρών" στον "Απόλλωνα", και οι εκτελέσεις από το Artis Piano Trio, από τον Άρη Γαρουφαλή, τους Τούρκους Kizilay και Altun, την Αγγέλα Γιαννάκη, τον Γιάννη Βακαρέλη και τους μουσικούς της Royal Danish Opera ήταν συγκροτημένες ερμηνείες, αξιοσέβαστες και στο ενημερωμένο μουσικόφιλο αθηναϊκό κοινό - ισχυρό ποσοστό του κοινού ήταν, κι αυτό είναι ένα ζήτημα, αθηναϊκό. Ίσως πρέπει να προβληματίσει τους διοργανωτές η ολίγιστη παρουσία των Συριανών από τις συναυλίες. Η παροιμία "άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό..." μπορεί να κινητοποιήσει τους διοργανωτές στην αναζήτηση τρόπων προσέλκυσης του συριανού κοινού στην κλασική μουσική / εντάξει είναι θέμα παιδείας, αλλά αν περιμένουμε το κράτος να δράσει... 

Ακολουθεί και μέρος Β'  για τις διακοπές στη Σύρο...