Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα του χωριού και της πόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα του χωριού και της πόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

"Η Κυψέλη που βουλιάζει" έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών"/"Ανοχύρωτη Πόλη", 3-4.10.2026)

...............................................................



Η Κυψέλη που βουλιάζει

Αυτό που βιώνουμε είναι βιασμός. Μια βρόμικη αλλοίωση των ζωών, της κουλτούρας της πόλης, του αττικού τοπίου, της μακράς και της βραχείας ιστορίας της





έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών"/"Ανοχύρωτη Πόλη", 3-4.10.2026)


Το μετρό περνάει κάτω από την πόλη μας κόβοντας τις ρίζες των κατοικιών. Η πόλη αυτή είναι μια πλημμύρα ανθρώπων. Γεμάτη. Διαρκώς γεμάτη. Τα μέσα μεταφοράς τη διασχίζουν αλλά δεν την εξυπηρετούν.


Πάρε το 224 ή το 022 ένα τυχαίο μεσημέρι και θα καταλάβεις τι σημαίνει να εξευτελίζεσαι μέσα από την πιο καθημερινή δραστηριότητα. Εδώ είμαστε πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο και προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα. Οταν έγινε γνωστό πως θα ξεκινήσει νέα γραμμή του μετρό πολλοί χαμογέλασαν. Οι πιο πολλοί -σχεδόν όλοι- ειρωνικά. Η εμπειρία βλέπετε. Πολλοί είπαν πως το έργο αυτό δεν θα γίνει ποτέ, πως ολόκληρη η περιοχή θα μετατραπεί σε ένα ατελείωτο γιαπί για χρόνια. Η Κυψέλη άλλωστε (όπως και πολλές περιοχές της Αθήνας) είναι ένας ασθενής με τον θώρακα μονίμως ανοικτό για διαφορετικές επεμβάσεις: καλώδια, φυσικό αέριο, παροχές. Και ο ασθενής μονίμως ξαπλωμένος.

Οσοι μεγαλώσαμε εδώ θυμόμαστε αυτόν τον θόρυβο που συνεχίζει. Ηταν τα τρυπάνια και τα Black & Decker της αντιπαροχής. Στο πάνω μέρος της Κυψέλης ολόκληρες γειτονιές μετατράπηκαν σε απρόσωπες προθήκες ανθρώπων. Θυμάμαι την οικοδομή απέναντι από το σπίτι μου να κοπανάει αμείλικτα ενώ έδινα πανελλήνιες και προσπαθούσα να διαβάσω, σαν ο ήχος της άχρηστης γνώσης να είχε βρει εδώ τη σωστή του τονικότητα. Τα τρυπάνια συνεχίζουν και σήμερα. Είναι οι ατελείωτες επιδιορθώσεις της Airbnb μεταμόρφωσης. Διαμερίσματα που αδειάζουν, που γίνονται εύχρηστα για βιαστική χρήση. Βολικά και απρόσωπα, ροκανίζοντας τον κοινωνικό δεσμό της γειτονιάς. Μαθαίνεις όμως να ζεις εδώ. Παρά το γεγονός πως η πόλη χτίστηκε στραβά, δομήθηκε πάνω σε ρέματα και χειμάρρους από μεθυσμένους εργολάβους και μεγαλομανείς μηχανικούς. Ετσι τη βρήκαμε την πόλη και την κατοικήσαμε.

Τις τελευταίες εβδομάδες οι ρίζες των σπιτιών κόβονται από την έλλειψη σχεδίου. Τοίχοι στραβώνουν, κτίρια κουνιούνται, υπόγεια πλημμυρίζουν. Ολα μοιάζουν με τα πρώτα καρέ ενός αυτοκινητικού δυστυχήματος σε αργή κίνηση. Γιατί η μαλακία -το ξέρεις- θα γίνει. Και οι γείτονές μου, λίγο πιο κάτω από εκεί που μένω, τρέμουν και οργίζονται κάθε φορά που ακούν τις δηλώσεις του υφυπουργού Υποδομών. Νιώθουν κοροϊδία, γελοιότητα, σαν να τους λερώνει μια βρόμα προφορική. Ανθρωποι που ζούσανε εδώ μια ζωή, άνθρωποι που με το ζόρι καταφέρνουν να συμπληρώσουν τα χρήματα για να πληρώσουν το ενοίκιο του μήνα και κάποιοι που δανείστηκαν από χίλιες μπάντες και θα ξεχρεώνουν μια ζωή για ένα σπίτι σε ένα κτίριο που τώρα κουνιέται και αύριο μπορεί να πέσει.

Τα σπίτια είναι παλιά, δεν αντέχουν στην ανάπτυξη. Λίγο-πολύ αυτό ήταν το ρεζουμέ από τα σχόλια του υφυπουργού πριν από μερικές εβδομάδες σε τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε. Υπενθυμίζοντάς μας πως δεν υπήρξε ποτέ πιο τοξική και πιο ταξική κυβέρνηση που να έχει περάσει από αυτή τη χώρα. Ακόμα και το σπίτι σου σε αυτή τη συνθήκη μπορεί να είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια, κάτι αδιάφορο σε έναν κακόγουστο και χυδαίο σχεδιασμό ηλίθιων ανθρώπων που δεν μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνουν οι ανθρώπινες ζωές, η καθημερινότητα, οι κοινότητες.

Αυτό που βιώνουμε είναι βιασμός. Από την Κυψέλη μέχρι το Ελληνικό και από τον εξευγενισμό των γειτονιών μέχρι το άδειασμα του κέντρου. Μια βρόμικη αλλοίωση των ζωών, της κουλτούρας της πόλης, του αττικού τοπίου, της μακράς και της βραχείας ιστορίας της. Μια επέλαση των κατσαπλιάδων που στη λαίμαργη πορεία τους δεν διστάζουν να βυθίσουν κτίρια, να φράξουν πλατείες, να βιάσουν τον συλλογικό ορίζοντα. Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόληψη, χωρίς μέριμνα.

Γιατί αυτό που ορίζουν ως ανάπτυξη δεν είναι τίποτα άλλο από ένα καρκίνωμα και τα κτίρια που τρίζουν στην Κυψέλη μία από τις πολλές μεταστάσεις του.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

"Μουσειοποίηση της ζωής" έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)

 ...............................................................



"Μουσειοποίηση της ζωής"

Βρισκόμαστε στο 2038. Οι κάτοικοι της Hellas Corporation είναι καθημαγμένοι από τη φτώχεια, τη μοναξιά και την τρέλα


έγραψε η Βασιλική Στεργίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.8.2026)


Bρισκόμαστε στο 2038. Οι κάτοικοι της Hellas Corporation είναι καθημαγμένοι από τη φτώχεια, τη μοναξιά και την τρέλα. Προκύπτει το φαινόμενο των κοιμώμενων στους δρόμους: όπως περπατάν οι άνθρωποι, ξαφνικά πέφτουν κάτω και κοιμούνται στα πεζοδρόμια ή στην άκρη ενός πάρκου, σε κάθε περίπτωση αρνούνται να σηκωθούν από εκεί.


Η εσωτερίκευση μιας παρατεταμένης κούρασης και παραίτησης τους οδηγεί σε μια μορφή αναβαλλόμενης αυτοχειρίας. Μόνο ένα 5% του πληθυσμού διαβιοί με μια κάποια κανονικότητα, αυτός ο πληθυσμός έχει το προνόμιο να απολαμβάνει τέχνη και θεάματα. Φυσικά υπάρχει και το ένα τοις εκατό που κατέχει και διαχειρίζεται τα πάντα, μέχρι και όλη την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Το μουσείο που θα περιγραφεί παρακάτω το διαχειρίζεται η Helenic Heritage Organization SA, εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον. Η θεματική του μουσείου είναι «Η ζωή και ο κόσμος όπως ήταν κάποτε». Εκεί συρρέουν εκλεκτοί επισκέπτες.

Στις οθόνες αυτού του φανταστικού μουσείου, μεταδίδονται σε διαρκή ροή: ένα δάκρυ που κυλάει πάνω σε ένα ανθρώπινο μάγουλο. Η πτήση μιας μέλισσας. Ο ήχος ενός λυγμού. Το παλαμοσχιδές φύλλο ενός πλάτανου. Το γέλιο ενός σαλτιμπάγκου. Ενα παρατεταμένο ουρλιαχτό. Μετά άλλο ένα. Μετά, ένα pop τραγουδάκι.

Και κάπου εκεί, στη βουβή παρακολούθηση όλων αυτών, εμφανίζεται σε μια άλλη οθόνη η εικόνα δύο ανθρώπινων στομάτων που ενώνονται ηδονικά. Η ένωσή τους είναι ζ ω ν τ α ν ή, το φιλί υποστασιοποιείται σε ένα ον πλήρες, ένα ον φιλί που σπρώχνει την οθόνη όπως ένα έμβρυο την κοιλιά της μάνας του, ένα φιλί που καμπυλώνει ανυπόμονα την επίπεδη μεμβράνη και σκάει έξω από αυτή σαν ωστικό κύμα. Οι επισκέπτες του μουσείου αναστατώνονται και τρομάζουν, το φιλί χορεύει, ευωδιάζει, αγγίζει, η μεγάλη ηδονή της ψυχικής ένωσης είναι αυτή που το παρακινεί, αυτού του είδους η εκστατική χαρά τούς είναι απόλυτα ξένη.


Ακούγεται η σειρήνα του συναγερμού. Από τα μεγάφωνα ανακοινώνεται πως σύντομα θα συλληφθεί ο υποκινητής του ζωντανού φιλιού καθώς και το ίδιο το φιλί. Στις κατηγορίες θα προστεθεί η διατάραξη της ησυχίας των επισκεπτών, η ηθική και ψυχική εγρήγορση που έχουν ήδη ποινικοποιηθεί, η λανθάνουσα ενεργοποίηση της επιθυμίας για ζωή που πρέπει να αδρανοποιηθεί πάραυτα.

Ο ήχος από τη σειρήνα του συναγερμού παύει ξαφνικά και οι οθόνες σβήνουν. Τότε εμφανίζεται ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ Κ.Μ. σε όλες τις οθόνες ταυτόχρονα. Είναι το βλέμμα του πρωθυπουργού. Αυτό το μοναδικό βλέμμα-ανάβλεμμα που κοιτάζει προς τα πάνω, το βλέμμα εκείνο που κατά τη γνώμη των ψηφοφόρων του είναι ένα βλέμμα-προσευχή που αιτείται στον επουράνιο πατέρα με την πορτοκαλί κόμη την εξέλιξη του οράματος της Αριστείας του ιδίου και του επιτελείου του.

Το πλήθος καθηλώνεται από αυτό το βλέμμα. Ολοι γονατίζουν, ενώνονται και συγχωνεύονται σε ένα ομοούσιο σώμα που μοιάζει με αφράτο ζυμάρι. Τα εγώ αίρονται. Οι αποστάσεις καταλύονται. Ο ανθρώπινος πολτός απλώνεται σε όλη την έκταση του μουσείου. Ξεχειλίζει έξω από αυτό, καταλαμβάνει την πόλη, καταπίνει τα πάντα, μαζί με τα franchise μνημεία της και τα άπειρα σουβλατζίδικά της.

*Συγγραφέας

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

"Δεν ξέρουμε ποιος μένει δίπλα μας…" γράφει ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ", 08.06.25)

 ...............................................................



    Δεν ξέρουμε ποιος μένει δίπλα μας…








γράφει ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ", 08.06.25) 


Τον σημερινό τίτλο μού τον έδωσε ο φίλος Αντρέας στο καφενείο του Παγκρατίου που μαζευόμαστε τα μεσημέρια. Μιλούσαμε για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα γνωστά ερ-μπι-εν-μπι (του μπι ορ νοτ του μπι…) που μας έχουν πάρει και σηκώσει σπίτια και γειτονιές. Τόσο που, έλεγα, ενώ με τους απέναντι, τώρα που καλοκαίριασε, παλιά λέγαμε και καμιά καλησπέρα… τι κάνετε; πώς είστε; τι κάνουν τα παιδιά; και άλλα κοινωνικά της γειτονιάς, ακόμα και με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, χωρίς αυλές ή καρέκλες στα πεζοδρόμια του απογεύματος. Τώρα δεν βλέπεις άνθρωπο, τον χειμώνα, παρά σπάνια. Και από το Πάσχα και μετά, βλέπεις να παρελαύνουν εναλλασσόμενα πλήθη αγνώστων που ανάβουν και σβήνουν τα φώτα σε άδεια δωμάτια και εξαφανίζονται σαν κομήτες, ώσπου να έρθει ο επόμενος…


«Ετσι ακριβώς είναι», συμφώνησε ο Αντρέας. «Το πιστεύετε; Δεν ξέρω ποιος μένει δίπλα μου!». Κανονικά θα έπρεπε να πει – τώρα που το ξανασκέφτομαι – «Δεν ξέρω ποιοι διέρχονται από δίπλα μου…», μιας και κανείς δεν μένει τόσο που να τον γνωρίσεις, ενώ οι πιο πολλοί είναι… κομήτες της αλλοδαπής, που προαναγγέλλουν την άφιξή τους ή αναγγέλλουν την αναχώρησή τους με τη… μελωδία των ρουλεμάν στις κυλιόμενες αποσκευές τους. Ενώ πλάι στα κουδούνια της πολυκατοικίας τοποθετούνται πια εκείνα τα μαγικά κουτάκια με τους κωδικούς, που πατάς και σου βγαίνει το κλειδί, πατάς και τον τραπεζικό κωδικό σου στο κινητό, κλείνεις συμφωνία βραχείας μισθώσεως, πληρώνεις και νοικάρης και ιδιοκτήτης παραμένουν, όπως ήταν εξ αρχής, από δυο χωριά χωριάτες, με άλλες γλώσσες, άλλα ήθη και έθιμα…

Ομως –εδώ είναι το ενδιαφέρον, εδώ και ο κίνδυνος, όχι ο ελλοχεύων, ο παρών και εν ενεργεία κίνδυνος– με τα σπίτια, μονοκατοικίες ή διαμερίσματα, άδεια από παρελθόν και μνήμες, τις γειτονιές σε αποσύνθεση προς εξαφάνιση, τον κοινωνικό ιστό (ποιον κοινωνικό ιστό; λόγια μόνο· τέλος πάντων…) σμπαράλια· κι όταν λέω «σμπαράλια» εννοώ καβγάδες και αντεγκλήσεις για τα ρέστα της πατάτας, και άσε πια το ποινικό δίκαιο και την εγκληματικότητα, εκεί χτυπάμε μπιέλες… Που θα πει, για τους νεότερους, όπως γινόταν με τα παλιά αυτοκίνητα, όταν κοβόταν ο ιμάντας μετάδοσης της κίνησης. Αυτό έχει συμβεί και αυτό έχουμε πάθει: έχει κοπεί ο ιμάντας της κίνησης. Επιπλέον, έχουν παραλύσει και οι οδικές βοήθειες. Ενώ ακριβαίνουν τα… διόδια.

Δεν χρειάζονται πολλά πειστήρια. Ενα-δυο μόνο, ενδεικτικά, να πάρουμε πικρή γεύση της κατρακύλας, που την επιτείνουν πιστεύω –αν δεν την ενθαρρύνουν– οι επί του θέματος χειρισμοί και ανοχές προς υπαιτίους της σημερινής κυβέρνησης: Στη σχετική πλατφόρμα stegasi.gov.gr, άνοιξε την Τρίτη μαζί με τον Προσωπικό Αριθμό (επίσημα πράγματα δηλαδή), καταγράφεται («Συντακτών», 4/6) ότι η βραχυχρόνια μίσθωση στην (τουριστική) χώρα μας ανέτρεψε υπέρ αυτής το… τουριστικό ισοδύναμο (να χρησιμοποιήσω μια ανόητη έκφραση της μόδας) εις βάρος των ξενοδοχείων! Ξενοδοχεία, 900.000 κλίνες, ερ-μπι-εν-μπι, 1.000.000.

Συγχρόνως, «“Ιπτάμενες” οι τιμές κατοικίας», «Συντακτών», 3/6. Ενώ επισημαίνεται (αυτό, οι ενδιαφερόμενοι δεν περίμεναν να το πληροφορηθούν από τα ρεπορτάζ) «απουσία ουσιαστικού ελέγχου αισχροκέρδειας και μέριμνας για κοινωνική κατοικία». Στο μεταξύ, ο αρμόδιος υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης («Βήμα», 25/5) αναζητεί επειγόντως λύση στα κλειστά σπίτια «σχολαζόντων κληροδοτημάτων». Λες και ήταν χθες! Με «σχολάζοντα κληροδοτήματα» ξεκίνησα τη δημοσιογραφική μου καριέρα, και ακόμα σχολάζουν… Μια τρακατρούκα κι όποιον πάρει η μπάλα. Το έχω ξαναγράψει: Το επιθυμητό ακροατήριο του κ. Μητσοτάκη και των περί αυτόν είναι οι «λοβοτομημένοι» αμνήμονες…

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

"Η ορατή και αόρατη πόλη μας" γράφει η Κυριακή Μπεϊόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.09.24)

 ..............................................................


           Η ορατή και αόρατη πόλη μας







γράφει η Κυριακή Μπεϊόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.09.24) 



Ταξιδεύω στις «Αόρατες Πόλεις». Ο Καλβίνο μού λέει πως ο Μάρκο Πόλο θα γίνει οδηγός μου. Δίπλα μου έχω έναν μελαγχολικό αυτοκράτορα, «που κατάλαβε ότι η τεράστια εξουσία του μετράει λίγο, αφού έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πάει κατά διαβόλου».


Ο οδηγός μας είναι ένας οραματιστής ταξιδιώτης που περιγράφει ασύλληπτες για τον νου πόλεις. Φανταστείτε, υπάρχει και μία που μου θυμίζει πολύ τη δική μου, που αν και μικρή διευρύνεται συνεχώς και τελικά αποκαλύπτεται πως αποτελείται από πολλές ομόκεντρες πόλεις που επεκτείνονται διαρκώς. Μια πόλη-αράχνη.

Ο οδηγός μού δείχνει παλιές καρτποστάλ αυτής της πόλης. Συμφωνούμε πως ήταν πολύ όμορφη. Στα αφώτιστα στενά ζουν οι παλιοί θεοί της. Κοιμούνται σε παγκάκια. Δεν ταιριάζουν με τη σύγχρονη εικόνα, δεν ξέρουν να οδηγούν αυτοκίνητο, δεν έχουν κινητό, και διαβάζουν ποίηση.

Σήμερα; Σήμερα είναι μια μητρόπολη. Ολα μοιάζουν πολύ, τα καταστήματα είναι πανομοιότυπα, τα καφέ είναι πανομοιότυπα, τα ρούχα είναι πανομοιότυπα... Ομως, στο πίσω μέρος του μυαλού μας θυμόμαστε μια γοητευτική πόλη φτιαγμένη από διαφορές, «μια πόλη χωρίς σχήματα και χωρίς μορφή, μια πόλη γεμάτη από ιδιαιτερότητες». Ο συνεπιβάτης μου με ρωτά αν ζω σε μια ευτυχισμένη ή μια δυστυχισμένη πόλη. Του είπα ότι μου θυμίζει σε έναν βαθμό μια πόλη της αυτοκρατορίας του. Την πόλη «Χλόη». Οι πολίτες αμέτρητοι, σε κάθε τους συναπάντημα «φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά». Σε αυτό το αστραπιαίο βλέμμα έχουν προλάβει να αξιολογήσουν την ανταλλακτική σου αξία. Πόσο χρήσιμος τους είσαι, πόσο κοστίζουν αυτά που φοράς, πόση λάμψη διαθέτεις. Δεν ξέρω αν είναι ευτυχισμένοι ή δυστυχείς. Εδώ στο τώρα, στις αρχές του φθινοπώρου, θα έλεγα πως η ευτυχία και η δυστυχία έχουν δώσει τη θέση του στη συνεχή αγωνία. Ολοι κάτι θέλουν να καταφέρουν.

Ισως αυτή την εποχή η πόλη μου να μου θυμίζει περισσότερο την ένδοξη πόλη «Κλαρίσα» της αυτοκρατορίας σου, του λέω. Η Κλαρίσα γνώρισε πολλές ακμές και παρακμές. «Στημένη από τα παράταιρα κομμάτια μιας άχρηστης πλέον Κλαρίσας, άρχισε να παίρνει μορφή η Κλαρίσα της επιβίωσης». Οσοι μένουν εδώ ψάχνουν με αγωνία να βρουν ένα σπίτι που μπορούν να πληρώσουν. Λίγοι τα καταφέρνουν, γι’ αυτό πολλοί απελπίζονται και φεύγουν. Μένουν για λίγο στα παγκάκια και μαζί με τους παλιούς θεούς αποχαιρετούν την πόλη που έχασαν, την πόλη που τώρα τους διώχνει.

Δεν είναι μόνο η πόλη σου, οι περισσότερες έχουν γίνει έτσι, η κρίση της πολύ μεγάλης πόλης είναι η άλλη κρίση της φύσης, λέει ο συγγραφέας των «Αόρατων Πόλεων». Δεν είναι όμως όλα μαύρα. Στις αρχές του φθινοπώρου, μέσα στη μεγάλη δυστυχισμένη πόλη-αράχνη κρύβονται πολλές μικρές αόρατες ευτυχισμένες πόλεις. Τις καλλιεργούν με αλληλεγγύη και συναίσθημα οι πιο ευαίσθητοι κάτοικοι. Αυτές οι μικρές πόλεις είναι που κάνουν τη διαφορά, που επιτρέπουν στη μεγάλη πόλη να χαμογελά και αυτό το φθινόπωρο.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024

"Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία" του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 13.9.2024)

 ..............................................................



Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία





του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 13.9.2024)


Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.


Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού.

* * *

Πύλη διοικητικού μεγάρου. Στην ουρά. Κι όμως, περισσότερο από ουρά το σχήμα που σχηματίζει το πλήθος εκεί, μοιάζει με χωνί – στενό στη στόμιο, φαρδύ στην κορυφή. Ο κόσμος συρρέει απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Σειρά ή προτεραιότητα εκεί μέσα δεν ισχύει, όλα είναι ζήτημα ροής, όλοι ποθούν να γίνουν μια ώρα αρχύτερα η τυχερή σταγόνα που θα τα καταφέρει να κελαρύσει προς την είσοδο.

Η εβδομηντάρα κυρία (οξυζενέ μαλλί, πέτσινη καπαρντίνα ταμπά, φουλάρι σ’ όλα τα χρώματα της ίριδας, φιρμάτη υπέρογκη τσάντα) τοποθετημένη στρατηγικά, λοξά πίσω αριστερά, πετάει το ποδαράκι της στο ύψος του ώμου του μπροστινού της. Στα μουλωχτά, διερευνητικά στην αρχή. Σ’ ολίγο σ’ ολιγάκι, κι αφού διαπιστώσει μηδενική πρόθεση αντιστάσεως, τον παρακάμπτει και τον προσπερνά. Ακολουθούν πίσω της με τον ίδιο τρόπο ολόκληρη η οικογένεια (υιός σαρανταπεντάρης και νύφη μετά τέκνου σε προεφηβική ηλικία.)

Ένα τέταρτο αργότερα, έχοντας κερδίσει τρία τουλάχιστον μέτρα, πάντα στα μουλωχτά εξακολουθούν να προελαύνουν συφάμελοι πλευρίζοντας και υπερφαλαγγίζοντας έναν μετά τον άλλο τους προπορευόμενους. Πίσω τους, σαν ρυάκι ευκίνητο που ανοίγει δρόμο μέσα από τα στεκάμενα νερά, βλέπεις να μιμούνται το παράδειγμά τους και άλλοι.

* * *

Οι Έλληνες στον δημόσιο χώρο είναι αντιφατικοί. Ο ξένος επισκέπτης δύσκολα το ψυχανεμίζεται. Σ’ εκείνον απέναντι φορούν το καλό τους χαμόγελο, είναι εγκάρδιοι, καταδεκτικοί, πρόθυμοι. Ανάμεσά τους, αντίθετα, είναι αγενείς, εριστικοί ή και ανοιχτά εχθρικοί. Ιδίως στις μεγάλες πόλεις, η καχυποψία φαίνεται πως είναι η μόνη πραγματική σταθερά.

Πρόκειται για στάση δικαιολογημένη. Ο τακτικός επιβάτης του αθηναϊκό μετρό ξέρει από πείρα ότι τις ώρες της αιχμής, αν βρίσκεται πολύ μακριά από τις πόρτες του βαγονιού, δύσκολα θα τον αφήσουν να κατέβει εγκαίρως στη στάση του. Ο εύλογος κανόνας που ισχύει ειδάλλως –οι εξερχόμενοι έχουν προτεραιότητα, οι εισερχόμενοι να περιμένουν την σειρά τους–, τέτοιες στιγμές παύει να ισχύει. Το κύμα όλων εκείνων που απ’ έξω πιέζουν για να μπουν στον κατάφορτο συρμό ώστε να μη χρειαστεί να περιμένουν τον επόμενο, είναι τόσο σφοδρό που ακόμη και πάνω στην πόρτα να στέκεσαι, μερικές φορές δυσκολεύεσαι ν’ αποβιβαστείς. Πόσο μάλλον όταν στέκεσαι πέντε μέτρα μακρύτερα, και από την έξοδο σε χωρίζουν δέκα κορμιά. Αν θες λοιπόν να γλιτώσεις το άγχος και να προλάβεις, αν θες μάλιστα να αποφύγεις τους διαγκωνισμούς με τους μπάστακες και τους εφοδεύοντες, το καλύτερο είναι να μείνεις όσο το δυνατό κοντά στην έξοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να στριμωχτείς επί κάμποσα λεπτά σαν τη σαρδέλα στην κονσέρβα.

Η κατάσταση στις ουρές δεν είναι πολύ διαφορετική. Η πειθαρχία των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά, που θέλει τους ανθρώπους να στοιχίζονται ο ένας πίσω απ’ τον άλλο καλοπροαίρετα και συνεργατικά, εδώ μοιάζει να λείπει εντελώς. Ο εμπειρικός νόμος της καχυποψίας έχει το πάνω χέρι. Είναι εντελώς βέβαιο, σε διδάσκει η πικρή πείρα κατατροπώνοντας την διάθεσή σου να δειχτείς ευγενής, είναι εντελώς βέβαιο ότι ουκ ολίγοι θα προσπαθήσουν να παρακάμψουν τη φυσική σειρά και να σου φάνε το προβάδισμα.

Για τους πιο ευπρεπείς, ή τους πιο γαλαντόμους, η επιλογή εδώ είναι ζόρικη. Είτε θα πρέπει να είναι έτοιμοι κάθε φορά να φιλονικήσουν προσωπικά με τους ζαβολιάρηδες – και ένα τέτοιο διάβημα, φευ, δεν είναι διόλου ανώδυνο, οι άνθρωποι ετούτοι είναι συνήθως θρασείς και αθυρόστομοι, έχουν λυμένο το ζωνάρι τους για καυγά. Είτε πάλι πρέπει να τους υποστούν, να τους ανεχτούν αδιαμαρτύρητα, αφήνοντας έπειτα τη μέσα τους φωνή να τους ψέγει για τη δειλία και την παθητικότητά τους. Και τα δύο θα τα συναντήσεις στις ουρές. Όμως επικρατεί συνήθως το δεύτερο: πόσο κουράγιο, πόση αντοχή για τσακωμούς νά ’χει κανείς καθημερινά;

Μόνο τα ξινισμένα μούτρα που αποπειρώνται να πάρουν έκφραση αδιάφορη ή έστω στωική, μαρτυρούν κατόπιν την εσωτερική αναστάτωση αυτών των ανθρώπων. Για κάποιους, η μέρα έχει πάει ήδη στράφι, η υποχώρησή τους, το ξέρουν, δεν είναι πράξη ανωτερότητας αλλά ξεκάθαρη ήττα, και μάλιστα ήττα αμαχητί. Και είναι τους ίδιους αυτούς που θα τους δεις στην επόμενη ανάλογη περίσταση να εκρήγνυνται απρόσμενα, με μια ένταση που η στιγμή δεν τη δικαιολογεί, αλλά εξηγείται από τα πολλά που έχουν μαζέψει.


Τα αριθμημένα δελτία προτεραιότητας, είναι αλήθεια, τα τελευταία χρόνια έχουν μειώσει πολύ το πρόβλημα. Στις άτυπες καταστάσεις ωστόσο, εκεί όπου οι προορατικοί δεν έχουν το πάνω χέρι, τα εξαρτημένα ανακλαστικά και πάλι επικρατούν. Οι συνωθούμενοι, περίπου αυτόματα, από ευγενείς συμπολίτες μετατρέπονται σε άτακτο μπουλούκι. Από καλόβολοι συνυπάρχοντες σε αλληλοϋποβλεπόμενους πολεμίους.

* * *

Στα χρόνια της κορύφωσης της ελληνικής κρίσης, 2011-2015, συχνά οι επιβάτες των συγκοινωνιακών μέσων της Αθήνας δεν αγόραζαν εισιτήριο. Δεν το χρειάζονταν. Βγαίνοντας από το λεωφορείο ή το τρόλλευ, πάντα κάποιος αποβιβαζόμενος θα βρισκόταν για να τους δώσει το δικό του. Στο μετρό, πολλές φορές έβρισκες τα εισιτήρια εκεί μπρος στη μύτη σου, αφημένα επιδεικτικά πάνω στα ακυρωτικά μηχανήματα. Καθώς ισχύουν για 90 λεπτά από τη σφράγισή τους, αν αλλάξουν χέρι μπορούν όντως να εξυπηρετήσουν περισσότερους του ενός. Κάτι τέτοιο τύποις βέβαια απαγορεύεται, αν ο ελεγκτής σε συλλάβει μπορεί να σου βάλει πρόστιμο τσουχτερό. Όμως εκείνες τις μέρες κανείς δεν έκανε ελέγχους. Το φαινόμενο διαδόθηκε τόσο, ώστε η διοίκηση του υπογείου σιδηροδρόμου αναγκάστηκε να παραγγείλει μπάρες ηλεκτρονικές για τις εισόδους, ώστε να το πατάξει, Μπήκαν πρόσφατα και μ’ αυτές ο αριθμός των λαθρεπιβατών μειώθηκε κατακόρυφα.

Εκδηλώσεις τέτοιες “αλληλεγγύης” μεταξύ αγνώστων γενικά δεν είναι διόλου ασυνήθιστες. Στους ελληνικούς δρόμους, λ.χ., ο οδηγός που έχει μόλις συναντήσει περιπολικό της αστυνομίας, αναβοσβήνει τα φώτα του προειδοποιητικά στ’ αυτοκίνητα που έρχονται από το αντίθετο ρεύμα. Το μήνυμα είναι σαφές. Προσοχή, κόψτε ταχύτητα, παρακάτω σας περιμένει ενέδρα! Όταν ένα κλιμάκιο της εφορίας ή της υγειονομίας ή της επιθεώρησης εργασίας βγει για ελέγχους, στα πέριξ σημαίνει αυτομάτως συναγερμός. Όχι μόνο οι ήδη ελεγχθέντες, κάθε παρατυχών θεωρεί καθήκον του να ειδοποιήσει.

Σε μια πρώτη ματιά, οι αντιδράσεις αυτές μοιάζει να αντιστρατεύονται εκείνες τις πρώτες, που τρέφονται όπως είδαμε από την καχυποψία των Ελλήνων μεταξύ τους και ευνοούν την αλληλομαχία. Τα φαινόμενα όμως απατούν. Όχι μόνο δεν πρόκειται για υπέρβαση αυτής της καχυποψίας αλλά, αντιθέτως, για την πιο πανηγυρική της επίρρωση. Διότι, ασύγκριτα περισσότερο απ’ ό,τι τους ιδιώτες συμπατριώτες του, ο Έλληνας δεν εμπιστεύεται τις κρατικές αρχές. Όταν λοιπόν συνασπίζεται με εκείνους εναντίον του κράτους και των οργάνων του, δεν είναι η διάθεση προς αλληλοβοήθεια, η τάση προς αλληλοϋποστήριξη που τον ωθεί, ούτε καν ένα περί δικαίου αίσθημα, η επιθυμία του να αντισταθεί στις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της εξουσίας – κάθε άλλο. Τις περισσότερες φορές, και ο ίδιος το γνωρίζει καλά, σπεύδει να βοηθήσει παραβάτες, με τους οποίους ενδέχεται μάλιστα η σχέση του η προσωπική να μην είναι διόλου καλή. Ωστόσο, η δυσπιστία του έναντι του κράτους είναι κίνητρο πιο βαρύνον. Και αυτή είναι τόση ώστε στις μικροσυνωμοσίες που σκαρώνει με τους άλλους να βλέπει μια προληπτική αυτοάμυνα. Αύριο ή μεθαύριο, γρήγορα πάντως, θα βρεθεί κι εκείνος στη θέση όσων τώρα συντρέχει. Καλό είναι λοιπόν να τους έχει αποκούμπι, να ξέρουν ότι τότε τους στάθηκε, ώστε να του σταθούν με τη σειρά τους κι εκείνοι όταν έρθει η στιγμή.

* * *

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, κάθε μορφή συνεργασίας με τις Αρχές, κάθε αρωγή στο έργο τους, είναι εύλογο να θεωρείται αξιόμεμπτη. Ακόμη κι ο ιδιώτης που έχει συμφέρον προσωπικό να καταγγείλει τον γείτονά του –επειδή καταπατεί τους κοινόχρηστους χώρους, λ.χ., ή θορυβεί σε ώρες απαράδεκτες– το κάνει σπανίως και απρόθυμα. Για όλες τις καταγγελίες, ακόμη και για τις πιο εύλογες, η κοινόχρηστη λέξη η ελληνική είναι “κάρφωμα”, που εδώ σημαίνει “κατάδοση”, πράξη ηθικά προδοτική. Το παράδειγμα του Ελβετού που τηλεφωνεί στις υπηρεσίες του δήμου επί τούτου για να καταγγείλει τον σύνοικό του της διπλανής πόρτας επειδή παρατάει εδώ κι εκεί τα σκουπίδια, για τον Έλληνα είναι αδιανόητο. Απέναντι στον κοινό μεγάλο αντίπαλο, που είναι πάντα το κράτος, οι ιδιωτικές διαφορές ωχριούν. Απέναντι στον απρόσωπο Λεβιάθαν που μας κυβερνά, τέτοιο το άτυπο μότο, εμείς οι άλλοι, οι αποδώ, πρέπει να είμαστε ενωμένοι. Στα δύσκολα, να είμαστε μαζί.

Υπάρχουν, εξυπακούεται, αίτια ιστορικά που εξηγούν το φαινόμενο. Επί αιώνες οι Έλληνες έζησαν υπό καθεστώτα βάρβαρα, υπό εξουσίες τυραννικές. Πάνω από 120 είναι οι ένοπλες εξεγέρσεις μικρές και μεγάλες εναντίον της οθωμανοκρατίας που καταγράφει το ιστορικό ημερολόγιο από το 1453 ώς το 1821, από την άλωση του Βυζαντίου δηλαδή ώς την έναρξη του Αγώνα για την ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Πολλές δεκάδες είναι οι αιματηρές ανταρσίες κατά των “Φράγκων”, των δυτικών φεουδαρχικών κρατών που εγκαθιδρύονται στα ελληνικά εδάφη μετά το 1204, και ιδίως στα νησιά διατηρούνται για αιώνες πολλούς. Στις συνθήκες της μακραίωνης ξενοκρατίας, η απείθεια κατά του κράτους, η εξέγερση εναντίον του, η εξαπάτησή του με κάθε μέσο, δεν ήταν απλώς πρακτικά απαραίτητη, ούτε μόνο ηθικά ανεπίληπτη, ήταν τρόπος ζωής, καλύτερα: στρατηγική επιβίωσης.


Αλλά και αργότερα, μετά την Ανεξαρτησία, οι επανειλημμένοι εμφύλιοι, οι πολιτικοί διχασμοί, οι δικτατορίες συντήρησαν αυτό το αίσθημα. Ανεξαρτήτως του ποια παράταξη βρισκόταν στα πράγματα, είχε τον μισό τουλάχιστον πληθυσμό αντίπαλό της φανατικό, προσέκοπτε μονίμως στην ανυποχώρητή του απείθεια. Οι ιστορικοί κάνουν λόγο για πνεύμα, για κουλτούρα αντίστασης. Και, ως γνωστόν, συμπεριφορές ριζωμένες στον πολιτισμό ενός τόπου δεν αλλάζουν εύκολα. Επιβιώνουν αταβιστικά, ακόμη κι όταν οι συνθήκες που τις γέννησαν έχουν πλέον μεταβληθεί.

Ας σκεφτούμε τη φετιχιστική σχέση του Αμερικανού με τα όπλα, την κοφτή δυσπιστία του απέναντι στο κράτος, την απαξιωτική χροιά που ακόμη κι η λέξη government έχει στα χείλη του. Όλα αυτά έχουν βέβαια την αφετηρία τους στην ιστορία, τους κινδύνους και την ανομία που συνόδευσαν την περιπέτεια του αποικισμού. Σήμερα, αποκομμένα από την αφετηρία τους εκείνη, τρέφουν την άλογη βία, κρατούν στη ζωή μια κουλτούρα αυτοδικίας και αίματος. Ο Έλληνας –με εξαίρεση τους Κρητικούς– την οπλολατρεία του Αμερικανού δεν την έχει. Όμως κι εκείνος αισθάνεται διαρκώς απειλούμενος, κάτοικος ενός άγριου και διαρκούς Far West. Κι έχει βρει τους δικούς του τρόπους αμύνης, που συχνά είναι επίσης καταστρεπτικοί.

* * *

Γραφείο τραπέζης. Ο υπάλληλος στρυφνός, απρόθυμος, ανικανοποίητος. Εμπρός του, χτυπητά ψαρωμένος πελάτης, στα γόνατά του κρατάει έναν φάκελο παραγεμισμένο με έγγραφα, βεβαιώσεις, πιστοποιητικά. Με βιάση, πρεμούρα σχεδόν, του τα επιδεικνύει υπάκουα. Κανένα απ’ αυτά δεν είναι αρκετό. Ο υπάλληλος, στρυφνός, απρόθυμος, ανικανοποίητος, έχει στυλώσει τα πόδια. Όλη η στάση του σώματός του μοιάζει σαν να προφέρει ένα ηχηρό “Αδύνατον!”. Ο πελάτης ιδρώνει. Από πίσω ακούς αχνά την ανάσα του. Λαχανιασμένη.

Ξαφνικά, μια φωνή. Συνάδελφος του υπαλλήλου διερχόμενος από τη μεγάλη αίθουσα, σαν να αναγνωρίζει τον πελάτη. Σταματά δυο βήματα πίσω του. Τον προσφωνεί και πάλι. Εκείνος, ξαφνιασμένος, γυρίζει. Χαρούμενοι κι έκπληκτοι εξίσου, ασπάζονται. Ο πελάτης: «Δεν είχα ιδέα ότι δουλεύεις εδώ!» Ο συνάδελφος στρέφεται στον πρώτο υπάλληλο: «Ξέρεις ποιος είναι αυτός;» Ο υπάλληλος προφανώς δεν το ξέρει. Το μαθαίνει όμως. Οι τρεις τους τώρα κουβεντιάζουν μεταξύ τους σαν φίλοι αρχαίοι και αχώριστοι. Φεύγοντας ο πελάτης, ο υπάλληλος, πρόθυμος, προσηνής, ευχαριστημένος, του δίνει το χέρι του. Δεν υπάρχει λόγος να ξανάρθει, εννοείται, την υπόθεσή του την παίρνει εκείνος επάνω του. Ας θεωρεί το ζήτημα λήξαν.

* * *

Ξημερώματα, μεγάλο νοσοκομείο της πρωτεύουσας. Μονάδα εντατικής θεραπείας. Στον προθάλαμο σε μια γωνιά, κουρασμένος και άυπνος ο θεράπων κάτι εξηγεί στους οικείους του ασθενούς. Όταν τελειώνει, ένας νεαρός (γιος; αδελφός;) του προτείνει δειλά έναν φάκελο. Ο γιατρός, προς στιγμήν κάνει πως τον αρνείται. Ο νεαρός επιμένει. Ο γιατρός με μια χειρονομία ζογκλερική που μπορεί να ιδωθεί εξίσου ως τυπική διεκπεραίωση και ως ειλικρινής συστολή, στο τέλος υποχωρεί. Προτού βγει, πιάνει τον νεαρό απ’ τον ώμο, καθησυχαστικά. Σαν να του λέει: εγώ είμαι εδώ.

* * *

Σχεδόν διακόσια χρόνια μετά την κήρυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας της σύγχρονης Ελλάδας, για τον κάτοικό του το κράτος που χτίστηκε έκτοτε, και μαζί του κάθε υπέρτερη, αφηρημένη, “απρόσωπη” αρχή, δημόσια αλλά και ιδιωτική, παραμένει πάντοτε αντίπαλος. Τίποτε δεν είναι πιο ξένο στους Έλληνες από την ιδέα ότι μπορούν να επαφεθούν, να προσβλέψουν μάλιστα με εμπιστοσύνη στην αμεροληψία ενός νομικού κανόνα ή στην καλή προαίρεση ενός θεσμού, μιας υπηρεσίας, μιας εταιρείας. Απεναντίας, όσο πιο βαθιά είναι βυθισμένοι στη βιοτική πραγματικότητα (κι αυτό ισχύει περισσότερο για τα ασθενέστερα, ευάλωτα στρώματα) τόσο πιο ακράδαντη προκύπτει η επίγνωση: εγγύηση άλλη από την πρόσωπο προς πρόσωπο σχέση δεν έχουν. Μόνον αυτόν που γνωρίζεις ο ίδιος, ή έστω που τον γνωρίζουν εκείνοι που εσύ γνωρίζεις, μπορείς αύριο μεθαύριο να τον καλέσεις να σου δώσει εξηγήσεις αν δεν σου φερθεί σωστά. Άρα μόνον σ’ αυτόν μπορείς από μιας αρχής να απευθυνθείς. Ο Έλληνας λογοδοτεί στον γνώριμό του, μόνο ένας τέτοιος μπορεί να τον “πάρει στο φιλότιμο”, μόνο αυτόν ντρέπεται και λογαριάζει, και μόνο σ’ εκείνου την αρωγή μπορεί να ελπίσει όταν τα πράγματα γίνουν ζόρικα.

Ένας ξένος παρατηρητής θα μιλούσε εδώ για “διαφθορά”. Και πράγματι, για την ενδημική μας διαφθορά έκανε ομόφωνα λόγος ο ευρωπαϊκός τύπος στο απόγειο της κρίσης που έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ακόμη και ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός έτσι περιέγραψε την Ελλάδα: μια χώρα διεφθαρμένη. Όμως η τρέχουσα έννοια της διαφθοράς είναι πολύ ρηχή σε ουσία, πολύ ηθικολογική για να περιγράψει επαρκώς τα καθέκαστα. Το “γρηγορόσημο”, το “φακελάκι”, το “λάδωμα”, το “βύσμα”, λέξεις διαβόητες κάποιες και εκτός Ελλάδος, δεν είναι πράξεις τυπικής διαφθοράς όπως θα τις έλεγε ένας Γερμανός ή ένας Αμερικάνος. Είναι συμβολικοί μηχανισμοί εξοικείωσης που ως χειρονομία ξεπερνούν κατά πολύ τη σημασία της πράξης που ρυθμίζουν.


Ο ασθενής λ.χ. που δωροδοκεί αυτοθέλητα τον γιατρό του, δεν τον εξαγοράζει απλώς. Κάνει κάτι βαθύτερο: ιδρύει διά της συνενοχής μια προσωπική σχέση. Η επαγγελματική, ουδέτερη επαφή, που δεν την εμπιστεύεται, όπως δεν εμπιστεύεται εκ των προτέρων κανενός την ευσυνειδησία και την επάρκεια, εδώ προσωποποιείται. Με το “φακελάκι” ο γιατρός γίνεται κατά κάποιο τρόπο οικείος του, συνέταιρος σωστός, πράγμα που δίνει στον ασθενή ένα κάποιο εχέγγυο ότι θα κάνει σωστά τη δουλειά του – εχέγγυο που ειδάλλως κανένα προσοντολόγιο, κανείς θεσμικός έλεγχος δεν μπορεί να του παράσχει. Το ίδιο ισχύει και για τον υπάλληλο της τράπεζας. Η προσωπική γνωριμία, η σύσταση έστω από έναν κοινό γνωστό, είναι μια πρόσθετη εξασφάλιση, μια επιβεβαίωση εγγύτητας ικανή να κάμψει και την πιο σκληρή γραφειοκρατία. Ακόμη και σ’ ένα ιδιωτικό πιστωτικό ίδρυμα, ο πήχυς των αξιώσεων κατεβαίνει δραστικά όταν ο δεσμός προς τον πελάτη πάψει να είναι τυπικός και απρόσωπος. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

Οι γονείς που πληρώνουν μια μικρή περιουσία τον καθηγητή του παιδιού τους για να του κάνει εκτός σχολείου ιδιαίτερα· ο μαγαζάτορας που καμώνεται ότι φυλάει για τον πελάτη του ξεχωριστά την καλύτερη πραμάτεια του («Όχι από εκεί! Θα σου βάλω εγώ!»)· ο εκδότης που κολακεύει τον συγγραφέα του δηλώνοντάς του ότι θα του εκδώσει το βιβλίο προτού καν το διαβάσει, όλοι αυτοί προσωποποιούν, δίνουν δηλαδή στην επαγγελματική σχέση την όψη –ή απλώς την επίφαση– του προσωπικού δεσμού. Ξέρουν ότι άλλος τρόπος για να τους εμπιστευθούν δεν υπάρχει.

Και πράγματι, ελλείψει άλλου μηχανισμού διευθέτησης των συγκρούσεων, χωρίς πίστη στην δυνατότητα των νόμων και των θεσμών να βάλουν τάξη εκείνοι, ποια εξασφάλιση μπορεί να έχει κανείς πέρα από αυτήν, την άμεση προσωπική επαφή; Σ’ ένα περιβάλλον διαρκούς καχυποψίας, αλληλομαχίας αέναης, η εμπιστοσύνη για να γεννηθεί πρέπει να είναι παρούσα και βιωμένη: προσωπική. Μόνο τέτοιοι δεσμοί μπορούν να απαλύνουν τις εντάσεις και να γεφυρώσουν τα χάσματα. Μόνο αυτοί έχουν τη δύναμη να κομίσουν την κάθαρση στα μικροδράματα της σκόρπιας ζωής.





Σε μετάφραση της Elisabetta Garieri, το δοκίμιο αυτό πρωτοδημοσίευτηκε στα ιταλικά στον τόμο τον αφιερωμένο στην Ελλάδα της εκδοτικής σειράς Τhe Passenger: Per esploratori del mondo, Iperborea, Μιλάνο 2019. Επίσης, στην αγγλόφωνη έκδοση του τόμου (Europa Editions UK, 2020, μετάφραση Konstantine Matsoukas). Στα ελληνικά κυκλοφόρησε σε φυλλάδιο εκτός εμπορίου από «Τα Πτυχία των Θυρίδων» – Εκδόσεις Παρασκήνιο, 2020.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

"Στην Καισαριανή..." από τον μουσικο-κριτικό και φίλο στο fb Φώντα Τρούσα (facebook, 28.5.2024)

 ...............................................................


Το ότι έχουν βάλει στόχο να διαλύσουν τις πόλεις μας, και κατ’ επέκταση τις κοινωνίες, αφήνοντας ανεξέλεγκτη την επέλαση των επιχειρηματικών συμφερόντων είναι ηλίου φαεινότερον. Το είδαμε και στο κέντρο της Αθήνας με τη γελοιότητα του «μεγάλου περιπάτου», το βλέπεις στα Εξάρχεια και αλλού.
Στην Καισαριανή, στην πόλη, στον δήμο που ανήκω, αυτή τη στιγμή συντελούνται τρία περιβαλλοντικά εγκλήματα (για να μην πω και για ένα τέταρτο, που ετοιμάζεται).
Το πρώτο έχει να κάνει με τη χωροθέτηση του σταθμού της γραμμής 4 του μετρό «Πανεπιστήμιο». Τα έργα έχουν καταλάβει εκτάσεις εκατέρωθεν του δρόμου, μέσα στο δάσος, με αθρόες κοπές δέντρων – και με το σταθμό να μην εξυπηρετεί τους φοιτητές, γιατί είναι πολύ χαμηλά στις σχολές, αλλά αλλότρια συμφέροντα. Προφανώς ο σταθμός έπρεπε να γίνει πολύ πιο πάνω, σε έτοιμο και άπλετο χώρο χωρίς βλάστηση, εκεί κοντά όπου είναι το τούνελ, το γνωστό και από τις ταινίες 80s του Δαλιανίδη (με τις κόντρες των μηχανόβιων). Μόνο το σημείο εκείνο εξυπηρετεί αμέριστα τους φοιτητές, δίχως να επιβαρύνει το περιβάλλον, τουλάχιστον τόσο όσο η υπάρχουσα χωροθέτηση. Δηλαδή το έγκλημα των Εξαρχείων δεν είναι μόνο του. Ένα αυτό.
Δύο. Διαλύσανε την πλατεία της Καισαριανής και στη θέση της έχουν έτοιμο ένα μπετοναρισμένο έκτρωμα. Τα κυβικά του μπετόν, με την συμφωνία και των παπάδων (γιατί είναι και η εκκλησία της «Παναγίτσας» εκεί πέρα), που έχουνε πέσει και από τις δυο μεριές της πλατείας είναι αδιανόητα, για τόσο μικρό σε έκταση μέρος, ενώ και η προηγούμενη βλάστηση έχει διαλυθεί στο μεγαλύτερο μέρος της. Η πλατεία θα έχει πλέον νόημα μόνο σαν τσιμεντένια αλάνα και... πάρκιν φαγάδων.
Τρίτο και χειρότερο; Θέλουν να διαλύσουν και το Σκοπευτήριο – ένα καταπληκτικό και ευτυχώς αναξιοποίητο ακόμη πάρκο, πλήρους ελεύθερης πρόσβασης, που έχει μετατραπεί σε χώρο μάζωξης της νεολαίας της πόλης και των φοιτητών, με καθημερινά πικνίκ, με παρέες και συγκεντρώσεις κάτω ή γύρω από τα δέντρα.
Πατώντας πάνω σε μια γελοιότητα που αποκαλείται «Χάραμα» ο δήμος, που είναι ΚΚΕ, επιζητά εναγωνίως την αξιοποίηση της παράγκας του Χαράματος, προκειμένου να χτιστεί εκεί πολιτιστικό κέντρο λέει, θέατρο 800 θέσεων, αναψυκτήριο και δεν ξέρω τι άλλη μ@λακία τους έχει κατεβεί στο κεφάλι.
Όλες οι παρατάξεις ψηφίσανε υπέρ της αξιοποίησης, ΚΚΕ, ΝΔ, Σύριζα, Πασόκ, ενώ κάποιος αριστεριστής ψήφισε λευκό, όπως έμαθα χθες – ούτε αυτός δεν είπε «όχι». Η συμπαιγνία είναι τρομερή.
Το σημερινό Χάραμα είναι μία τρώγλη, χωρίς κανένα νόημα και χωρίς καμία πολιτισμική σημασία. Μόνο γκρέμισμα του πρέπει και απόδοση του χώρου στους πολίτες – με παράλληλη επέκταση του πράσινου. Απεναντίας ήδη έχουν «λαμαρινιάσει» τον τόπο εκεί, κι είναι έτοιμοι να πετσοκόψουν κάμποσα ακόμη δέντρα.
Στάβλοι του βασιλιά ήτανε κάποτε το Χάραμα, που κάποια στιγμή έγιναν ξενυχτάδικο, το οποίο επί χούντας, όπως κάθε ξενυχτάδικο, πήρε τα πάνω του, τελείως ανεξέλεγκτα τοποθετημένο, δίπλα σε κατοικήσιμη περιοχή (και όχι μόνο). Μάζευε, θέλω να πω, όλη την ψευτο-μπουρζουαζία και την ξεπλυμένη ιντελιγκέντσια, που ανακάλυπτε στον Τσιτσάνη και την Μπέλλου ένα κάποιο είδος αυθεντικότητας, την οποία όλοι εκείνοι, που ερχόντουσαν με τις κουρσάρες τους από τις καλές γειτονιές της Αθήνας, είχαν ήδη ξεπουλήσει.
Αφήνω δε το γεγονός της ευθείας προσβολής του ιερού χώρου του Σκοπευτηρίου, που είναι δίπλα, με τους 200 νεκρούς κομμουνιστές την Πρωτομαγιά του ’44, το αίμα των οποίων, όπως τους κουβαλάγανε, έρρεε «ποτάμι» μέχρι το Παγκράτι.
Εκεί όπου θα έπρεπε να ήταν ένα πάρκο μνήμης και σιωπής, με τελείως ήπιες δράσεις, σε λίγο θα γίνεται «το σώσε» ή «της πουτ@νας», όπως θέλετε πείτε το, από τους... αξιοποιητές.
Κι εντάξει για τους... δεξιο-αριστερό-σοσιαληστές, αλλά και για το ΚΚΕ ρε φίλε; Κρίμα, πολύ κρίμα.
Ο χειμαζόμενος λαός είναι μόνος του. Παίζονται μπροστά στα μάτια του τα χειρότερα παιγνίδια, με τον ίδιο να παρακολουθεί ανήμπορος να αντιδράσει, καθώς τα τελευταία ψίχουλα είναι έτοιμα να πέσουν από το τραπέζι, για να του κλείσουν και το στόμα. Γιατί τα μάτια και τ’ αυτιά του τα έχουν ήδη κλείσει.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

"Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;" γράφει ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.05.24)

 .............................................................




    Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;







γράφει ο Μανώλης Πιμπλής   ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.05.24) 




Η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη βρίσκονται σε τουριστικό πυρετό. Για τη Γαλλία, πρώτη στην Ευρώπη σε τουρισμό, το 2023 ήταν μια χρονιά-ρεκόρ που αναμένεται να καταρριφθεί το «ολυμπιακό» 2024 με πάνω από 100 εκατομμύρια τουρίστες. Η Ισπανία έβαλε, λέει, στόχο να την ξεπεράσει. Η Κρήτη φέτος φαίνεται πως θα βουλιάξει. Τον Απρίλιο είχε 50 αεροπλάνα περισσότερα από τον περσινό Απρίλιο. Και οι κρατήσεις είναι στο ζενίθ. Αναρωτιέται κανείς: τι κάνει τους ανθρώπους να ταξιδεύουν τόσο; Αν οφείλεται στον εγκλεισμό του κορονοϊού, μάλλον θα χρειαστούμε στρατιές ψυχιάτρων για να δούμε τι ακριβώς προκάλεσε αυτή η πανδημία.


Γεγονός είναι όμως ότι η Αθήνα, όπως και πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, θα πρέπει πλέον να προβλέψουν, πέρα από λωρίδες για ποδήλατα, και λωρίδες για βαλίτσες με ρόδες. Το κέντρο της πρωτεύουσας γίνεται ένα απέραντο ξενοδοχείο και φαγάδικο, ενώ κάποιοι παλιομοδίτικοι χώροι, όπως τα σινεμά, γίνονται θυσία στον βωμό του νέου θεού, του τουρισμού. Η Ευρώπη συνολικά τείνει να μετατραπεί σε μια τεράστια Ντισνεϊλάντ, ένα μουσείο που η υπόλοιπη ανθρωπότητα θα επισκέπτεται για να βλέπει, με θαυμασμό ή αποτροπιασμό, ένα ορισμένο παρελθόν.

Το ταξίδι βέβαια ήταν πάντα ένα όνειρο. Αλλά ο σύγχρονος τουρισμός φυλακίζει το όνειρο και το απομαγεύει. Τα ξενοδοχεία που είναι ίδια παντού, οι οργανωμένες διακοπές, οι τουρ οπερέιτορ αφαιρούν πολύ από τη μαγεία του ονείρου που έχει ανάγκη το απρόβλεπτο, τη φυγή, τη γνωριμία με άλλους κόσμους. Χάριν της απόλυτα ασφαλούς μετακίνησης και διαμονής το ταξίδι γίνεται κάτι κοινότοπο. Μετατρέπεται σε μια μανία μετακίνησης για τη μετακίνηση, από επιθυμία γίνεται υποχρέωση.

Μπορεί μάλιστα από όνειρο το ταξίδι να μετατραπεί σε εφιάλτη. Γιατί τα αεροπλάνα είναι απίθανα ενεργοβόρα, οι υποδομές που λειτουργούν τον μισό χρόνο αλλοιώνουν εντελώς το περιβάλλον και του αφαιρούν κάθε χαρακτήρα που πριν διέθετε. Στο τέλος η μανία του ταξιδιού θα μπορούσε να καταστρέψει τον πλανήτη.

Οπως πολύ ενεργοβόρο είναι και το διαδίκτυο. Αυτό ακριβώς το διαδίκτυο που παρακινεί τον κόσμο να μετακινείται. Με τα ηλιοβασιλέματα, τις γαλαζοπράσινες θάλασσες, τις μουσειακές πόλεις. Οι φωτογραφίες διακτινίζονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Και έτσι τόσο οι τουρίστες, όσο και οι μετανάστες -οι μόνοι για τους οποίους το ταξίδι παραμένει αυθεντικό όνειρο- ονειρεύονται ταξίδια με κάθε μέσο. Αεροπλάνο ή καρυδότσουφλο. Οι έχοντες χρήματα αγοράζουν εξοχικά σε άλλες χώρες.

Ένα από τα άγνωστα κόμματα που κατεβαίνουν στις ευρωεκλογές έχει έμβλημα τη φωτογραφία του Κολοκοτρώνη και ομνύει στην αγνότητα και τον πατριωτισμό των αγωνιστών καθώς και στην «καθαρή» ελληνική ταυτότητα που απειλείται. Κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε, αυτά, εκτός από εθνικιστικά, φαντάζουν αστεία. Ο Κολοκοτρώνης, αν ζούσε σήμερα, μπορεί να αναζητούσε κι αυτός καμιά ξαπλώστρα στη Ζάκυνθο, τη Λευκάδα ή τις Μαλδίβες. Κι αν δεν είχε λεφτά, μπορεί και να πολεμούσε στην Ουκρανία. Με ποιανού το μέρος, θα σας γελάσω.

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

"ΕΛΙΑ" γράφει ο φίλος στο fb Γιάννης Σχίζας (facebook & "Δρόμος της Αριστεράς", 18.5.2024)

 ..............................................................



"ΕΛΙΑ" 


γράφει ο φίλος στο fb Γιάννης Σχίζας (facebook & "Δρόμος της Αριστεράς", 18.5.2024) 







Ό,τι είναι ο χρυσός για την μεταλλευτική παραγωγή, είναι ο καρπός της ελαιόδενδρου για την φυτική. Η Ευρώπη δεν είναι η μόνη ήπειρος που παράγει ελαιόλαδο, όμως η μεγαλύτερη Ευρωπαϊκή παραγωγή συγκεντρώνεται στην λεκάνη της Μεσογείου , με την Ισπανία και την Ιταλία να καταλαμβάνουν τις δύο πρώτες θέσεις και την Ελλάδα να είναι στην τρίτη . Η χώρα μας κατέχει περίπου το 13% της ελαιοπαραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο, που αντιστοιχεί σε 300.000 έως 400.000 τόνους ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της ελαιοκομικής χρονιάς.. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), οι ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελαιών το 2023 ανήλθαν σε 195,5 χιλιάδες τόνους, σημειώνοντας μια αύξηση σε σχέση με το 2022 που ήταν στους 172,8 χιλιάδες τόνους (+13,1%). Από την άλλη οι ισπανικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελαιών το 2023 ανήλθαν σε 281,6 χιλιάδες τόνους, σημειώνοντας μείωση σε σχέση με το 2022 , που ήταν στους 329,8 χιλιάδες τόνους (-14,6%). Οι υψηλές τιμές παραγωγού και, κατ’ επέκταση, οι τιμές στην κατανάλωση ενθαρρύνουν τη στροφή σε φθηνότερα βρώσιμα έλαια ή μειώνουν τις ποσότητες ή/και τη συχνότητα αγοράς ελαιολάδου. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να μειωθεί το 2023/24, πέφτοντας στα 2,6 κιλά, μείωση 19,2% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της πενταετίας, ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ εκτιμάται ότι θα μειωθούν το 2023/24, κατά περίπου 10%.
Την ίδια στιγμή, η ΕΕ θα παραμείνει μια ελκυστική αγορά για εισαγωγές, τόσο λόγω της χαμηλότερης εγχώριας διαθεσιμότητας όσο και λόγω των υψηλότερων τιμών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι εισαγωγές στην ΕΕ αναμένεται να φτάσουν τους 200.000 τόνους στο τέλος του τρέχοντος καλλιεργητικού έτους (αυξήθηκαν κατά 20% το διάστημα Οκτώβριος 2023 – Φεβρουάριος 2024).
Η Ελιά ξεκινάει τη γήϊνη σταδιοδρομία της από τα φτωχά εδάφη και παραμένει σε εκτάσεις που ,κατά κύριο λόγο, δεν είναι αρδεύσιμες. Στις Κυκλάδες οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στην επιφάνεια απολιθωμένα φύλλα ελιάς, ηλικίας 50 έως 60.000 ετών. Στον ελλαδικό χώρο η ελαιοκαλλιέργεια τοποθετείται ανάμεσα στα 3800 και 2100 πΧ, αλλά η παραγωγή ελαιολάδου θεωρείται δείγμα ανώτερου πολιτισμού. (1)Πάντως στην Αθήνα των κλασικών χρόνων θεωρούσαν την ελιά ιερό δένδρο και έπαιρναν ειδικά μέτρα προστασίας της. Ο Σοφοκλής στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» γράφει :
Το κλωνάρι της γκρίζας ελιάς τα παιδιά μας τρέφει/
Και αυτή ούτε νιος ούτε γέρος ούτε κανείς στρατηγός/
Δεν θα γίνει ποτέ ν’ αφανίσει/
Με το χέρι του σαν θα την κόψει/
Γιατί το άγρυπνο μάτι του Δία/
Της ελιάς που’ ναι τούτος προστάτης/
Την προσέχει πολύ κι η θεά Αθηνά
Το ελαιόδεντρο είναι το δέντρο των φτωχών, που βγαίνει κυρίως σε λεπτά, επικλινή και μη εύφορα εδάφη, στη μυθολογία δε λέγεται ότι ήταν αποτέλεσμα της νίκης της Θεάς Αθηνάς πάνω στον Θεό της Θάλασσας Ποσειδώνα. Πάντως οι Αθηναίοι διακρίθηκαν για την πρώϊμη έκθλιψη των καρπών και την παραγωγή ελαιολάδου.
Η ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΔΕΝΔΡΟΥ
Η καλλιέργεια της ελιάς εντατικοποιήθηκε στη συνέχεια, επί βυζαντινής περιόδου επεκτάθηκε ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και αποτέλεσε σημαντική πρόσοδο της ελληνικής γεωργίας σε όλους τους επόμενους αιώνες. Aλλά και η Βόρεια Αφρική ήταν παλαιόθεν μια σημαντική ελαιοπαραγωγική δύναμη: Ο Βιργίλιος περιγράφει την ίδρυση της Καρχηδόνας το 814π.Χ, από τη Διδώ – που ήταν στην Ελληνική Μυθολογία πριγκίπισσα της Τύρου και ίδρυσε την Καρχηδόνα- και τους Φοίνικες, οι οποίοι εισήγαγαν τα νομίσματα, την αλφάβητο, τους αριθμούς και την ελιά, ως βασικά σύμβολα πολιτισμού. (2)Η μεταγενέστερη κατάληψη της βόρειας Αφρικής από τους Μωαμεθανούς ήταν επόμενο να επηρεάσει και το Κοράνι. «Το φως του Αλλάχ μοιάζει με το φως μιας λάμπας που μέσα από το γυαλί αστράφτει σαν ένα λαμπερό αστέρι και φωτίζεται από την ελιά – το ευλογημένο δέντρο- που δεν ανήκει ούτε στην ανατολή ούτε στη δύση και το λάδι της φωτίζει χωρίς να το αγγίζει η φωτιά: Φως πάνω στο φως».
Ο Ιστορικός Fernand Braudel γράφει :
«Μεσόγειος. Κατεβαίνοντας από Βορρά προς Νότο η πρώτη ελιά που συναντάμε την αναγγέλλει και ο πρώτος Φοινικώνας ορίζει το τέλος της».
Με αυτή και άλλες δηλώσεις, ο Γάλλος συγγραφέας δείχνει την αλληλεπίδραση κλίματος και φυτοκάλυψης.
Σήμερα ο Αντώνης Καπετάνιος γράφει ότι η ελιά αποτελεί εξαιρετικό μέσο αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα , εκτός από το ότι παραχωρεί τον κορμό της για βιότοπο πολλών πουλιών :
« Ορισμένα είδη πουλιών, όπως για παράδειγμα η κουκουβάγια, ο τσαλαπετεινός, η καρακάξα κ.ά., φτιάχνουν τις φωλιές τους στις κουφάλες των κορμών των αιωνόβιων ελαιόδενδρων. Από τα αποδημητικά πουλιά χαρακτηριστικά είναι το Erithacus rubecula και το ψαρόνι, που παρατηρούνται πολύ συχνά στους ελαιώνες την περίοδο του χειμώνα» . Εξ άλλου για τον παλιό, παραδοσιακό ελαιώνα, που υστερεί σε απόδοση ελαιών αλλά είναι ιδιαίτερα ωφέλιμος από περιβαλλοντική άποψη, γράφει ο ίδιος :
«Αποδίδει οξυγόνο στην ατμόσφαιρα, συγκρατεί το έδαφος από τη διάβρωση, κατακρατεί το νερό της βροχής και βοηθά στη διείσδυσή του στο έδαφος, αποτελεί δεξαμενή άνθρακα δεσμεύοντας μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, συντηρεί άγρια χλωρίδα και πανίδα...Σε περιοχές δε με μικρή δασική κάλυψη, οι ελαιώνες αντιπροσωπεύουν πολύτιμη άνθρακο-δεξαμενή που μπορεί να παγιδεύει μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Η ελιά συμβάλλει κατά αυτόν τον τρόπο στην άμβλυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου μέσω της σταθεροποίησης του CO2 στο εσωτερικό της βιομάζας του».
Το δέντρο χάρη στην υψηλή του αξία ήταν επόμενο να εισβάλει και στην Πολιτική ! Το σύνθημα «ελιά – ελιά – και Κώτσο Βασιλιά» κυριάρχησε στην συνθηματολογία των αντιβενιζελικών-Βασιλοφρόνων, παραπέμποντας έμμεσα στη γη και στην αγροτική κατάσταση.. Το σύνθημα, που κυκλοφόρησε με αυτή ή παρεμφερή μορφή στις εκλογές του 1920, ήταν εμπνευσμένο από τον «Βαφτιστικό», μια οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
Στην επαρχία Απουλίας οι Ιταλοί αγρότες συνηθίζουν να κλαδεύουν την κορυφή των ελαιόδενδρων, για να μπορούν να τα τρυγήσουν από το έδαφος . Αντίθετα στην Ελλάδα οι ελιές αφήνονται να πάρουν ογκώδεις διαστάσεις, έτσι ώστε ο καρπός τους να συλλεχθεί κυρίως όταν πέσει κάτω.. Αυτό κάνει τα ελαιόδεντρα πιο θεαματικά, αλλά όχι και τόσο επικερδή , όμως σ’ αυτή τη συνήθεια υπάρχουν εξαιρέσεις : Λόγου χάρη στο Γύθειο συνηθίζουν να κάνουν πεζούλες για τα ελαιόδεντρα και να τα διατηρούν σε χαμηλό ύψος…
Θυμάμαι το 1987, στον ελληνικό βορρά, όπου υπήρχαν αλλεπάλληλες φυτείες με ελαιόδεντρα να έχουν ξεραθεί λόγω του μεγάλου παγετού. Μετά από κάμποσα χρόνια, πληροφορήθηκα ότι οι καλλιεργητές επανήλθαν δριμύτεροι, φυτεύοντας νέα ελαιόδεντρα, πιθανόν μαθαίνοντας για το φαινόμενο του θερμοκηπίου…. Πάντως ο πόνος ψυχής ήταν μεγάλος το 2021 , με τις τεράστιες πυρκαγιές, όταν οι ελιές έστεκαν καμένες, στη Βόρεια Εύβοια και σε άλλα μέρη.
ΤΡΟΦΙΜΟ ΥΨΗΛΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ
Το 2014 στο Μουσείο Μπενάκη εκτίθονταν διάφορα είδη ελαιολάδου, από τα οποία ξεχώρισε ένα, που έκανε 7 ευρώ τα 250 ml ,υπερπαρθένο κατά δήλωση των πωλητών του και το οποίο προοριζόταν να καταναλίσκεται ωμό, δηλαδή μόνο για σαλάτες… Επίσης στον ίδιο χώρο υπήρχε ελαιόλαδο από αυθεντικά ελαιόδεντρα, που δεν είχαν εμβολιαστεί ή άλλως πως βελτιωθεί , που έκαναν το «original» αγουρέλαιο. Τιμή ανά 1000 ml : 70 ευρώ !
Ο ελαιώνας των Αθηνών κατελάμβανε κάποτε μεγάλη έκταση και ήταν μια πραγματική διασημότητα. Η αείμνηστη Τατιάνα Σταύρου στο έργο της «Ελιά- η βιογραφία ενός δένδρου» παρέθετε την άποψη του Φελίξ Μποζούρ ο οποίος το 1797, καταμαρτυρούσε περί του «αφθονότατου και ωραίου ελαιολάδου των Αθηνών».
Μετά την επιτυχημένη σταδιοδρομία της ελιάς στην παραγωγή, υπήρξε μια περίοδος του ανθυγιεινού χαρακτήρα των σπορελαίων. Αυτά τα τελευταία, αποτέλεσμα της έκθλιψης διαφόρων καρπών – όπως της σόγιας, του ηλίανθου, του καλαμποκιού - είναι πολύ επεξεργασμένα και συνήθως χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ακόμη πιο επεξεργασμένων τροφίμων, ενώ διαθέτουν υψηλά επίπεδα ωμέγα -6 λιπαρά, τα οποία μπορούν (κατά την άποψη ειδικών) να οδηγούν σε φλεγμονή. Μερικές φορές μάλιστα προστίθενται σε τρόφιμα που διατίθενται στο εμπόριο ως υγιεινά, όπως κράκερ ολικής αλέσεως, προϊόντα ψωμιού, μπάρες πρωτεϊνης, σάλτσες ή ακόμη και σοκολάτες..
Το ελαιόδενδρο έχει πολλές χρήσεις – κοινωνικές, αθλητικές και εκκλησιαστικές – ενώ επίσης χρησιμοποιείται για λόγους διακοσμητικούς. Στην Ιταλία αφήνουν μικρές τουφίτσες στον κορμό του, που το κάνουν χάρμα οφθαλμών…
H Eλιά είναι εύφλεκτη, όχι όμως τόσο όσο το Πεύκο. Επίσης δεν επιτρέπει βλάστηση κάτω από αυτήν, και κατ αυτό τον τρόπο αμύνεται από τις πυρκαγιές. Η ασθένεια από την οποία έπασχε το δέντρο είχε θορυβήσει προ ετών τους πάντες – παραγωγούς και καταναλωτές - πλήν όμως δεν διαδόθηκε όπως αναμενόταν.
Το 1985-89 επιχειρήθηκε η εξάλειψη 1.000.000 ελαιοδένδρων για να αξιοποιηθεί η αντίστοιχη έκταση για την καλλιέργεια αβοκάντο ! Ευτυχώς όμως, ο ευφάνταστος υπουργός Γεωργίας Γιάννης Ποτάκης δεν πέτυχε σε αυτή την επιδίωξη…


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
«12 μήνες με την ελιά», έκδοση Επιμελητηρίου Μεσσηνίας
«Οι δρόμοι της ελιάς και της Μεσογείου», έκδοση Πολιτιστικού ιδρύματος 2006, Επιμελητήριο Μεσσηνίας
Αντώνη Καπετάνιου “Τα δένδρα π’ αγαπούμε, τα πληγώνουμε! Ωδή σε τρία δένδρα: στην ελιά, στη δρυ, στο πεύκο”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2022
Τατιάνα Σταυρου, «Ελιά- η βιογραφία ενός δένδρου», εκδόσεις Ηλίβατον

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

"Το σινεμά στο κέντρο: close up στην Αθήνα" έγραψε η Αφροδίτη Νικολαΐδου* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 26.04.24)

..............................................................


Το σινεμά στο κέντρο: close up στην Αθήνα





έγραψε η Αφροδίτη Νικολαΐδου* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 26.04.24) 



Ανάμεσα στις εξιδανικευμένες απεικονίσεις της Αθήνας μέσα από μια νοσταλγική και παρελθοντολαγνική ματιά, και στις ρητορικές της ανοικοδόμησης ενός επιφανειακά νεωτεριστικού βλέμματος, ο ελληνικός κινηματογράφος του δημιουργού τολμηρά και ανοικτά συνομίλησε με το τυχαίο, το παράδοξο, το ανοίκειο αυτής της πόλης. Οι ταινίες του αφιερώματος της ΕΣΠΕΚ διαπερνούν ένα ευρύ φάσμα τάσεων: οι εμφανείς νεορεαλιστικές επιρροές της Μαγικής πόλης (1954, Ν. Κούνδουρος) συνδιαλέγονται με το Από την άκρη της πόλης (1998, Κ. Γιάνναρης), οι νεο-νουάρ αποχρώσεις του Ιωάννη του Βίαιου (1973, Τ. Μαρκετάκη) που βάζει στο επίκεντρο μια γυναικοκτονία κινούνται παράλληλα με τον ασφυκτικό κλοιό από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει ο Άγγελος (1982, Γ. Κατακουζηνός), οι flâneurs, άγγελοι και ‘αλήτες’ των δημιουργών του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (στις ταινίες του Θ. Αγγελόπουλου, του Ν. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Πανουσόπουλου, του Β. Βαφέα) ξετυλίγουν το μίτο της αφήγησης οδηγώντας μας στον λαβύρινθο της πόλης και ο διάλογος με τον Νέο Κουήρ Κινηματογράφο φωτίζει μια Αθήνα ζωντανή, παλλόμενη και ειλικρινή που διεκδικεί την ορατότητα του σήμερα. Οι διαδρομές αυτού του αφιερώματος, αισθητικές, χαρτογραφικές, ταυτοτικές, συνιστούν, ανάλογα με το πώς θα κοιτάξεις, συμπυκνωμένες ιστορίες μιας κινηματογραφίας που δεν αποτύπωσε απλώς την πόλη αλλά την ανακάλυψε και την δημιούργησε.


Έτσι, πέραν από την τοποθέτηση των ταινιών αυτού του αφιερώματος στην κοινωνική τους πλαισίωση και τη συμβολή τους στη μεγάλη εικόνα μιας χαρτογράφησης του άστεως, ένας εναλλακτικός τρόπος θέασης είναι να υιοθετήσει κανείς μια ιστοριογραφική προσέγγιση που εστιάζει στα δύο εκείνα στοιχεία που έχουν επισημανθεί ως το ίδιον του μέσου ήδη από τους πρώτους θεωρητικούς του κινηματογράφου, (π.χ. Münsterberg, Eisenstein): το κοντινό πλάνο και το μοντάζ. Το κοντινό πλάνο, δηλαδή η προσήλωση του βλέμματος και η εφαπτική εγγύτητα σε λεπτομέρειες, σε πρόσωπα, σώματα και χειρονομίες και το μοντάζ ως η έλξη ή η σύγκρουση αντιθέτων, ανόμοιων πλάνων και ήχων που δημιουργούν ιδέες, γίνονται η βάση για νέες ιστοριογραφικές και επιμελητικές πρακτικές (“film curating as montage” όπως προτείνει η L. Mulvey). Κάτι που γίνεται κατανοητό και από το ίδιο το trailer του αφιερώματος. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η εναλλαγή κοντινών στα βλέμματα και γενικών στην πόλη αποκαλύπτει την εκρηκτική τους δυναμική. Αντίστοιχα, κι εμείς σε αυτό το κείμενο δεν προτείνουμε μια χαρτογράφηση ή μια γενεαλογία: ζουμάρουμε και μοντάρουμε λεπτομέρειες της κινηματογραφημένης Αθήνας.


Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο, που ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο σκηνοθέτης που περισσότερο έχει συζητηθεί ως αυτός που ασχολήθηκε με την Ιστορία και τις μεγάλες αφηγήσεις, σε μεγάλης διάρκειας πλάνα-σεκάνς και σε γενικά πλάνα, όταν στρέφει το βλέμμα του στην πρωτεύουσα στο Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη (1983), θα μας εισάγει στις μικροϊστορίες της υπόγειας πόλης μέσα από το voice over (με τη σειρά του ένα μονταρισμένο close up σε αποσπάσματα ποιητών και συγγραφέων): ένα παιδικό δωμάτιο από τον 6ο αιώνα π.χ. κάτω από το δικό του, μια σειρά από επιτύμβιες στήλες που μνημονεύουν θανάτους του 5ου αιώνα, και κοντινά, η λεπτομέρεια στα σημάδια, στις τρύπες που έχουν αφήσει οι σφαίρες του Δεκέμβρη του ‘44 στους τοίχους της Αθήνας, τα κιγκλιδώματα σε πόρτες και παράθυρα, κοντινό στο μπρούτζινο ρόπτρο μιας πόρτας, μετωνυμία μιας παλιάς Αθήνας, πριν την αντιπαροχή. Η ποιητική της αστικής μνήμης είναι το κοντινό πλάνο, η εστίαση στο απόσπασμα, εν τέλει η αλλαγή κλίμακας, η μεγέθυνση στιγμών και χώρων. Αλλά και η συναρμολόγησή τους, το μοντάζ: ένα καλογυαλισμένο μαύρο πιάνο με ουρά βρίσκεται όχι μέσα σε κάποια πολυτελή σάλα σπιτιού ή ξενοδοχείου αλλά στην πλατεία Αβησσυνίας μονταρισμένο με πλάνα από εικόνες γκρεμισμένων νεοκλασσικών, πλάνα με μπάζα και υλικά οικοδομών καθώς ακούγεται η μελωδία της Συννεφιασμένης Κυριακής. Αυτή είναι η Αθήνα.

Το αφιέρωμα λειτουργεί σαν μια πρόσκληση του βλέμματος στην επίμονη παρατήρηση των μικρών και ίσως τυχαίων στιγμών, εντάσεων, εικόνων, χειρονομιών που καταγράφουν εφήμερα τη σουρεαλιστική Αθηναϊκότητα. Πέρα από τα γενικά πλάνα με τα οποία είθισται να κινηματογραφείται ο αστικός χώρος, οι ταινίες κάνουν close up σε γειτονιές – όπως στο Δουργούτι της Μαγικής Πόλης - ή πρόσωπα – ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στο Μετέωρο και Σκιά (1985, Τ. Σπετσιώτης), οι ομώνυμοι χαρακτήρες στις ταινίες Ιωάννης ο Βίαιος ή ο Άγγελος, τα πρόσωπα του πλήθους που παρακολουθούμε στις σκηνές γύρω από την Ομόνοια στον Ιωάννη τον Βίαιο, ή μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα στο Poste Restante- Ομόνοια (1982, Χ. Παπαδόπουλος). Η πόλη συγκρατείται από αυτό το πλησίασμα του κινηματογραφικού φακού στα πρόσωπα, στα χείλη, στα μάτια, από το close up σε αυτόν τον “παράξενο κόσμο που λέει ότι βρίσκεται στην Αττική και δεν βρίσκεται πουθενά” (όπως αναφέρει ο στίχος του Σεφέρη στην ταινία του Αγγελόπουλου).

Οι ταινίες που με μεγαλύτερη ακρίβεια κατάφεραν στο παρελθόν να μεταφέρουν το εμπειρία της βιωμένης πόλης στην περίπτωση του ελληνικού κινηματογράφου είναι αυτές που προσπάθησαν να ακολουθήσουν τις αρχές του Ιταλικού νεορεαλισμού: η αποδραματοποιημένη τους πλοκή, η ελευθερία ως προς τον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών, η έλλειψη υψηλού προϋπολογισμού και η επιμονή στη χρήση πραγματικών τοποθεσιών επέτρεψαν στους έλληνες σκηνοθέτες να αποκαλύψουν πτυχές και βιωματικές εμπειρίες της πόλης που ο εμπορικός μεταπολεμικός κινηματογράφος δεν υποψιαζόταν καν. Η προσήλωση ωστόσο στο πραγματικό, στην περίπτωση του αθηναϊκού κινηματογραφικού (νεο)ρεαλισμού, όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά αγκαλιάζει το εξωπραγματικό, και μετεξελίσσεται σε έναν ιδιόρρυθμο σουρεαλισμό: το παράλογο, το παράδοξο, το απρόβλεπτο, το ονειρικό, το ανοίκειο και το αλλόκοτο ως στοιχεία του αθηναϊκού βιώματος – γίνονται τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά μιας κινηματογραφικής ποιητικής της πόλης που διαπερνά εγκάρσια τα είδη, τις αισθητικές προσεγγίσεις, τους δημιουργούς. Η Αθηναϊκή τρέλα βγαλμένη από την αναπάντεχη συνάντηση του μπετόν και της οικοδομής με την επιθυμία και τη φύση.


Ποιητές, Φαντάσματα, Άγγελοι

Η κινηματογραφημένη πόλη δεν είναι μόνο ένα οπτικοακουστικό αρχείο τοποθεσιών, περιοχών, κοινωνικών χώρων. Το Δουργούτι της Μαγικής Πόλης της δεκαετίας του πενήντα, τα συνεργεία στον Πειραιά τη δεκαετία του ογδόντα στο Ρεπό (1982, Β. Βαφέας), τα φαστφουντάδικα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στους Απέναντι (1981, Γ. Πανουσόπουλος), τα μαγαζιά και οι κινηματογράφοι γύρω από την Ομόνοια στον Ιωάννη τον Βίαιο και στο Poste Restante, ή ακόμα και τα προάστια όπως το Μενίδι τη δεκαετία του ενενήντα (Από την άκρη της πόλης) εντυπωσιάζουν όχι μόνο ως αποτυπώσεις μια συγκεκριμένης κοινωνικο-ιστορικής στιγμής αλλά και λόγω των προσώπων που κατοικούν και κινούνται σε αυτά. Η Αθήνα και οι γειτονιές της αποκρυσταλλώνονται στα πρόσωπα, τις χειρονομίες, τα σώματα, τις επιθυμίες. Είναι οι περισσότερο ή λιγότερο χαρακτηριστικοί τύποι που αποτελούν συμπύκνωση της συνάντησης κινηματογράφου και πραγματικότητας: ο Χημικός από τον Μεθύστακα (1950) του Τζαβέλλα, ο Θωμάς στο Δράκο (1956) του Κούνδουρου, η Ψιψίνα της Μαγικής Πόλης, η Στέλλα (1955) του Κακογιάννη, ο Άγγελος του Κατακουζηνού, το Φάντασμα των Απέναντι, η Εσκιμώα στο Delivery (1994, Ν. Παναγιωτόπουλος), η Σούλα στο Άρπα Colla (1982, Ν. Περάκης), ο Σταύρος ο χτίστης από το Μεσολόγγι στο Poste Restante, o Ηλίας που χαϊδεύει τον Παναγιώτη στο Μια θέση στον ήλιο (1995, Κ. Γιάνναρης).

Είναι ο ποιητής Πολύδωρος στο Ένας ερωδιός για τη Γερμανία (1987, Στ. Τορνές) τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης φορώντας καρώ σακάκι που μόλις έχει κλέψει από κατάστημα στη γωνία Ακαδημίας και Αμερικής. Στηριγμένος σε πορτοκαλί κάδο ίσως κάπου στη Σόλωνος αγορεύει για το συνδικαλισμό των ποιητών στον εκδότη Λουκά (τον οποίο υποδύεται ο Τσιώλης), περνώντας με ευγλωττία και πάθος από τον Καβάφη στο Γεφτουσένκο. Το βλέμμα μας στο κοντινό αυτών των δύο εμποδίζεται από λεωφορεία και αυτοκίνητα που περνάνε ανάμεσα σε μας και στην κάμερα, αλλά παρά το εκκωφαντικό ηχοτοπίο παρασυρόμαστε από την συζήτηση, προσηλωνόμαστε και δε χάνουμε λέξη από τις περιπέτειες της επιτροπής των ποιητών. Λίγο παραπέρα, οι δύο σκηνοθέτες (Χρυσομάλλης και Καλογερόπουλος) του Άρπα Colla κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, αφήνοντας πίσω τους διαδηλωτές, γκράφιτι και πανό έξω από τα Προπύλαια, σχολιάζοντας τα αδιέξοδα της κρατικής κινηματογραφικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, κάνοντας μια μικρή στάση για να δουν τις αφίσες έξω από το Ρεξ και το Ιντεάλ. Ο Λουκάς και ο Πολύδωρος μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο στα βιβλιοπωλεία και στα τυπογραφία γύρω από την Ιπποκράτους και την Ασκληπιού, που σαν κήποι προσφέρουν λίγη δροσιά, σκιά και ησυχία στον περιπατητή από το εκκωφαντικό καυτό περιβάλλον του κέντρου της Αθήνας. “Η ποίηση πρέπει πάντα να τυπώνεται με φαρφάλες”, που σημαίνει πεταλούδες, δηλαδή γραμμάτια, λέει ο ποιητής Πολύδωρος στον απελπισμένο τυπογράφο. Οι σκηνοθέτες στο Άρπα Colla βρίσκουν καταφύγιο από τη ζέστη στο Θεμέλιο της Σόλωνος, αποδέχονται την πρόταση του επίμονου πωλητή για το ότι η Αντιγόνη είναι πρώτης τάξεως υλικό για ταινία, και καταλήγουν για ανάγνωση, μάλλον στην ταβέρνα του Μπαρμπα Γιάννη στα Εξάρχεια, πριν όλα αυτά να γίνουν τοπόσημα του αστικού εξευγενισμού και της κουλτούρας του airbnb που ακολουθεί.

Η κινηματογραφημένη Αθήνα κατοικείται όμως και από τα τυχαία πρόσωπα, τους περαστικούς που άλλοτε κοιτάζουν τον φακό με ένα φευγαλέο βλέμμα ή τους βοηθητικούς ηθοποιούς, τους extras που γεμίζουν το φόντο μιας προσοικειωμένης Αθήνας: ο άντρας που περπατάει κάτω από τον ήλιο με ένα καρπούζι στο κεφάλι σε έναν παράδρομο χωματόδρομο της Βουλιαγμένης (στους Απέναντι), ένας λαχειοπώλης που ξύνεται στην άκρη του κάδρου στον Ιωάννη τον Βίαιο, ένας άντρας που κοιτάει τον διπλανό του στο ουρητήριο στην Ομόνοια στο Poste Restante. Πρόσωπα που βλέπουμε πλέον όλο και πιο σπάνια.

Φλορέτες, μοτοσακό και παπάκια

Η κίνηση στην πόλη και γύρω από αυτήν συχνά ταυτίζεται με το βλέμμα της κάμερας. Η κάμερα μπαίνει σε τροχοφόρα και παντός είδους οχήματα μεταφέροντας το κινούμενο βλέμμα του αστικού βιώματος. Τα τελευταία εναπομείναντα κάρα-άμαξες και τα φορτηγά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο είναι σημασιολογικοί κόμβοι της σκληρής δουλειάς και της επιβίωσης ενώ την ίδια περίοδο τα πολυτελή αυτοκίνητα μιας μεγαλοαστικής τάξης κινούνται προς τα προάστια. Οι εργαζόμενες γυναίκες επιστρέφουν με το τελευταίο λεωφορείο όπως φαίνεται στον Ιωάννη τον Βίαιο, ενώ με το τρένο και τα ΚΤΕΛ ταξιδεύει το βλέμμα των Άλλων (φαντάροι, μετανάστες, επαρχιώτες).
Τα δίτροχα όμως αποτελούν το όχημα εκείνο που εκφράζει καλύτερα την Αθήνα: για ένα ή το πολύ δύο άτομα, εκφράζει την ατομική ελευθερία, τη συνεχή μετακίνηση παρ' όλη την κίνηση, την αντισυμβατικότητα (ενίοτε και την παραβατικότητα), τις νεανικές υποκουλτούρες: παπάκια και ντελιβεράδες (Delivery), κόντρες στην Βουλιαγμένης (Οι Απέναντι, Άρπα Colla), μηχανή-δώρο του Άγγελου προς τον έρωτά του τον Μιχάλη (Άγγελος). Η πιο παράδοξη εικόνα έρχεται από το ντοκιμαντέρ του Θ. Αγγελόπουλου, όπου ένας από τους αγγέλους του Γιάννη Τσαρούχη έχει ξεφύγει από την φαινομενική ακινησία της ζωγραφικής κι έχει βρεθεί να οδηγεί στους δρόμους της Αθήνας. Ας φανταστούμε την εικόνα: για μια στιγμή, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ο Άγγελος του Τσαρούχη οδηγεί μια μηχανή στο κέντρο της πόλης. Αυτή η συν-κινητική εικόνα υπήρξε κάποτε μια πραγματική συνθήκη για τους οδηγούς και διαβάτες εκείνης της μέρας στο Σύνταγμα και στην Πανεπιστημίου. Η τέχνη δεν αποτυπώνει τις πόλεις αλλά το αντίστροφο, οι πόλεις αντανακλούν και αποτυπώνουν το μυαλό και τις εικόνες των δημιουργών.
Στο τέλος της δεκαετίας του ενενήντα, μια παρέα εφήβων δεν κινείται με παπάκια. Το Από την Άκρη της πόλης, με πολλά στοιχεία μιας νεορεαλιστικής γραφής, ξεκινάει με την επέλαση της παρέας στο κέντρο της πόλης, στην Ομόνοια, στη Σταδίου και στην Αθηνάς. Τα ρόλερς που φορούν στα πόδια ως μεταφορικό μέσο είναι προέκταση του σώματος τους, της μοναδικής ιδιοκτησίας που έχουν αυτοί οι ήρωες προκειμένου να διεκδικήσουν μια Θέση στον ήλιο.

Μαϊμούδες και ερωδιοί

Προτού η κλιματική αλλαγή μας απασχολήσει σοβαρά, οι ταινίες αυτές αποτελούν κι ένα αποτύπωμα της σχέσης της πόλης με το περιβάλλον, τον καιρό και τη φύση. Σε μια εποχή που κανείς δε χρειαζόταν υπενθύμιση για το πόσο άσχημη είναι η Αθήνα, το νέφος και την ηχορύπανση, οι ήρωες των ταινιών αυτών δείχνουν ιδιαίτερες ικανότητες στο να ξετρυπώνουν εκείνες τις γωνίες όπου η φύση βρίσκει ρωγμές και αντιστέκεται στο μπετόν, στην άσφαλτο και στο γυαλί. Μια αφόρητη ζέστη βασανίζει τους ήρωες που βράζουν στο ζουμί τους, σαν όλες οι ταινίες στην Αθήνα να είναι καταδικασμένες να γυρίζονται μόνο σε συνθήκες καύσωνα. «Αυτή η ζέστη θα με τελειώσει» λέει ένας άντρας μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο στο Delivery, ο Ήμελλος πουλάει τυρόπιτες και τραγουδάει “τι σου έχω κάνει και δε θες να μ’αγαπας” μπροστά σε έναν ανεμιστήρα θυμίζοντας Chungking Express και λίγο πιο πέρα ο Λίτσης με φανελάκι πουλάει νεράκια στο φανάρι. Στο καφενείο στη Δεξαμενή οι δύο σκηνοθέτες στο Άρπα Colla σκέφτονται να κάνουν μια ταινία οικολογικού χαρακτήρα σχολιάζοντας ταυτόχρονα το νέφος.


Σε αυτό το υποβαθμισμένο και βρώμικο αστικό περιβάλλον, οι κινηματογραφιστές καταφέρνουν να βρουν γωνιές πρασίνου, αλσύλια, πάρκα, πλατείες, κήπους ή νεκροταφεία. Αλλά ακόμα και όταν δεν τοποθετούν τη δράση σε πράσινους χώρους, φτιάχνουν ηχοτοπία που υπενθυμίζουν, κυρίως όταν πέφτει η νύχτα την παρουσία της φύσης. Μπούφοι, νυχτοπούλια και σκύλοι ακούγονται στην πρώτη σκηνή της ταινίας που δείχνει της κλοπής μιας μηχανής στους Απέναντι. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στο Μετέωρο και Σκιά κάνει βόλτες στον Εθνικό Κήπο, οι συζητήσεις σκεπάζονται από τιτιβίσματα, ο φακός εστιάζει στα ψάρια της λιμνούλας και διάφοροι κυκλοφορούν με άλογα. Δε βλέπουμε απλά μια Αθήνα του παρελθόντος, αλλά τη φύση που υπήρχε εκεί από πάντα, στο κέντρο της πόλης. Στο Ρεπό του 1982 μια γυναίκα βόσκει την κατσίκα της στα χορτάρια που φυτρώνουν έξω από τα συνεργεία στη Ρετσίνα, ανάμεσα στις γραμμές του τρένου, την άσφαλτο και το χωματόδρομο. Επιβιώσεις υπαίθριων, αγροτικών και προβιομηχανικών πρακτικών που συνυπάρχουν μαζί με ημιτελείς, ανισομερείς νεωτερικές διαδικασίες, και που σήμερα αποτελούν γραφικά στοιχεία της εικονογραφίας της “εξευγενισμένης” πόλης. Στην ίδια ταινία, σε μια δροσερή αυλή μιας μεσοαστικής μονοκατοικίας κάπου στα νότια προάστια, μέλισσες που έχουν ξεφύγει από τα μελίσσια στην ταράτσα επιτίθενται στους ανυπεράσπιστους μπαμπάδες που παρίστανται στο παιδικό πάρτυ. Μέσα σε μια γκρίζα αίθουσα αναμονής του ΙΚΑ μπαίνει ένας ψηλός τύπος που σέρνει από το λουρί μια επιφυλακτική μαϊμού και αρχίζει να τραγουδάει παίζοντας ένα ντέφι. Η σκηνή μοιάζει να επαναλαμβάνει εικόνες που βλέπουμε στη Μαγική Πόλη, τριάντα χρόνια πριν, με πλανόδιους γυρολόγους που τραβολογάνε δυο απρόθυμες μαϊμούδες μέσα στις λάσπες στο Δουργούτι. Στη Μανία (1985, Γ. Πανουσόπουλος), το χάος ξεκινάει όταν η Ζωή μέσα από το λεωφορείο παρατηρεί μια μαϊμού που ξεφεύγει από τα δεσμά της, πηδάει έξω από το αγροτικό αυτοκίνητο και εξαφανίζεται σκαρφαλώνοντας στις φυλλωσιές του Εθνικού Κήπου.


Ο κινηματογράφος δεν προτείνει όμως απλά αναπαραστάσεις του ανοίκειου στην πόλη, αλλά μας τοποθετεί μέσα σε αυτές. Στο τελευταίο πλάνο στο Ρεπό, η κάμερα με ένα τράβελινγκ προς τα πίσω βγαίνει έξω από το ξενοδοχείο Αστέρας στη Βουλιαγμένη: καθώς απομακρυνόμαστε από τους ήχους του τραπεζιού και των συνδαιτυμόνων του εταιρικού δείπνου, βρισκόμαστε στην ησυχία της νύχτας όπου το μόνο που ακούγεται είναι τα νυχτοπούλια. Μπαίνουμε και εμείς ως θεατές στη θέση των πουλιών που παρατηρούν στο σκοτάδι από μακριά τους Αθηναίους πίσω από το τζάμι, πίσω από το φακό.



*Επίκουρη καθηγήτρια Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ - Άννα Πούπου, επίκ. καθηγήτρια Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου, ΕΚΠΑ