Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος περί ποιήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος περί ποιήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Τίτος Πατρίκιος | "Βίος και Πολιτεία" #100

 ...............................................................


Τίτος Πατρίκιος | "Βίος" και Πολιτεία" #100


Ένα ξεχωριστό και εορταστικό επεισόδιο Βίος και Πολιτεία με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο. Παρουσιάζει ο Κώστας Κατσουλάρης.

(youtube, 12.2.2026)

Βιογραφικό: Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα 1928, γιος των ηθοποιών Σπύρου και Λέλας Πατρικίου. Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Άη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967. Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό "Ξεκίνημα της Νιότης", ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Χωματόδρομος". Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού "Επιθεώρηση Τέχνης" από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. Το Φεβρουάριο του 2020 έλαβε τα διάσημα του Αξιωματούχου του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών από τον πρέσβη της Γαλλίας στην Ελλάδα, Patrick Maisonnave. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίτου Πατρίκιου βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, "Τίτος Πατρίκιος", στο "Η ελληνική ποίηση · η πρώτη μεταπολεμική γενιά", Αθήνα: Σοκόλης, 1982, Αλέξανδρος Αργυρίου, "Πατρίκιος Τίτος", στο "Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό", τ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Δώρα Μέντη, "Πατρίκιος Τίτος", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007. Λογοτεχνικά Βραβεία: -Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1994) -Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών (2008) -Premio Letterario Internazionale Laudomia Bonanni (2009) -Max Jacob Etranger (2016) -Βραβείο Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών (2022).



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο", 14 Φεβρουαρίου 2026, 8 μ.μ.

 ..............................................................





ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ

Το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου ο "Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο" σας προσκαλεί με χαρά και συγκίνηση σε μια αξιοσημείωτη ποιητική συνάντηση. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος θα συνομιλήσει με τον σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο για την ιστορία του μέσα στην ποίηση και το συνολικό ποιητικό του έργο μέσα στο διάβα της ιστορίας μας.
Κείμενα και ποιήματα θα διαβάσουν ο Μανώλης Γιούργος, ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος και ο Γιώργος Μαρκόπουλος.


· Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο, Ελευθερίου Βενιζέλου 17, Μαρούσι, κοντά στον ΗΣΑΠ
· Σάββατο 14/2/26
· Έναρξη 8μμ
· Είσοδος ελεύθερη
· Πληροφορίες – κρατήσεις: 2106817042


Τετάρτη 16 Ιουλίου 2025

"...Η ποίηση υπάρχει για να σε ταρακουνά..." Μαρία Λαϊνά (1947 - 2023) Από συνέντευξή της στην Τίνα Μανδηλαρά και στη Lifo

 ...............................................................


Τους ποιητές δεν τους παίρνουν
σοβαρά όπως τους συγγραφείς.

Τη μυθοπλασία έχουν την τάση
να την παίρνουν στα σοβαρά -

ακόμα και βιβλία
που παίρνει ο κόσμος στα καράβια
για να περάσει την ώρα του.

Αλλά η ποίηση δεν είναι για να
τη σέρνεις μαζί σου, όπου να 'ναι,

ή για να τη διαβάζεις το βράδυ
πριν πέσεις για ύπνο.

Η ποίηση υπάρχει
για να σε ταρακουνά.

Προξενεί και ευχαρίστηση,
αλλά είναι μια ευχαρίστηση που
ενδεχομένως να φαίνεται δυσάρεστη.



Συμφωνώ με τον Στεφάν Μαλαρμέ,
που έλεγε ότι ''Η ποίηση
δε γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις.''

Δε μπορείς να φτιάξεις
ποίηση με ιδέες, μπορείς όμως
να έχεις μια ιδέα στο μυαλό σου

και να δοκιμάσεις να δεις αν θα βγει
μέσω των λέξεων - και αν δε βγει
δεν πειράζει. Ίσως είναι και για καλό.


Ευτυχώς, οι λέξεις μού έδωσαν
μια κάποια έμπνευση και λειτούργησαν
ως κινητήριος δύναμη, όχι οι ιδέες.

Μπορεί η πάλη μαζί τους
να ήταν διαρκής και αφόρητη

και να ένιωσα ότι με εξοντώνουν,
αλλά δεν εγκατέλειψα ποτέ.

Όταν βρίσκω μια λέξη
που μου αρέσει ή που ταιριάζει,

νιώθω ότι χοροπηδάω από χαρά. Δεν
υπάρχει μεγαλύτερη ηδονή από αυτό...


Μαρία Λαϊνά




Πηγή: lifo. gr
Απόσπασμα από συνέντευξη
στην Τίνα Μανδηλαρά.








Φωτογραφία:
Στάθης Μαμαλάκης / LIFO

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

"Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στον αστερισμό του λυρισμού και του μοντερνισμού" γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ("Εφημερίδα των Συντακτών"- ΝΗΣΙΔΕΣ 02.03.25)

 ............................................................



Ο Μανόλης Αναγνωστάκης στον αστερισμό του λυρισμού και του μοντερνισμού





γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου* ("Εφημερίδα των Συντακτών"- ΝΗΣΙΔΕΣ 02.03.25) 




Χαμηλόφωνος, συνομιλητικός, καχύποπτος απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να δείξει φανταχτερό και μεγαλόσχημο, ο ποιητής πενθεί σιωπηρά, κάποτε ακόμα και κρυπτικά (κι εδώ θα βρούμε τους οργανικούς δεσμούς του με τον μοντερνισμό) τους φίλους που αφανίστηκαν στα δύσκολα χρόνια, την επαναστατική ιδεολογία που μεταμορφώθηκε σε σύστημα κλειστού πολιτικού ελέγχου, αλλά και τις ευκαιρίες της ζωής που πέταξαν εν μιά νυκτί μακριά ή τους ατέλειωτους συμβιβασμούς της καθημερινότητας. Και η γλώσσα του μεταπηδά σιγά σιγά από τον θρήνο στην οργή, από την οργή στον σαρκασμό και την ειρωνεία και από την ειρωνεία στην αφαιρετική και αποστασιοποιημένη διατύπωση, όπου όλα πια δείχνουν μάταια και οριστικά τελειωμένα.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) σημάδεψε τη νεανική αλλά και την επαγγελματική μου ζωή στο ξεκίνημά της. Τον γνώρισα ως νεαρός συντάκτης στην Αυγή της δεκαετίας του 1980 και το ενδιαφέρον του για την κριτική, που δεν τον εγκατέλειψε ούτε στην ωριμότητά του, είχε τις ευεργετικές του επιδράσεις και επάνω μου: ύστερα από δική του πρωτοβουλία ανέλαβα στην εφημερίδα τη στήλη κριτικής της λογοτεχνίας.

Γράφοντας στο πλαίσιο του επετειακού έτους για τον Αναγνωστάκη, είναι αδύνατο να μην ανακαλέσω το επίμονο αίσθημα συλλογικότητας που διακατείχε τη μεταπολιτευτική του παρουσία. Και μιλώ επίτηδες για «επιμονή» και όχι για «πολιτική ένταξη» ή για «αγωνιστικό φρόνημα». Γιατί ο Αναγνωστάκης δεν είχε τίποτε το κανονιστικό και το από καθέδρας - κι αυτό για τους νέους του είδους μου αποτελούσε σωστή αποκάλυψη. Ακόμα κι όταν έκανε μαθήματα στο κομματικό Κέντρο Μαρξιστικών Σπουδών, σε μια αίθουσα με θέα την είσοδο του Πολυτεχνείου, όπου συχνά τον συνόδευα για λογαριασμό της "Αυγής", ο λόγος του δεν ήταν λόγος διδαχής και άνωθεν διδασκαλίας, αλλά μια ζωντανή και ανοιχτή συνομιλία, που κινητοποιούσε αμέσως τον ακροατή. Κι ο ακροατής γινόταν έτσι ισότιμος συνομιλητής κι όχι ένα πρόσωπο καθισμένο άβολα στην καρέκλα του, ανυπόμονο να τρέξει προς την έξοδο μόλις θα τελείωνε η προκαθορισμένη ώρα.

Δεν πρόκειται, όμως, μόνο γι’ αυτό. Θυμάμαι τον Αναγνωστάκη όταν έμπαινε στα γραφεία της "Αυγής" και άλλαζε πάραυτα τη διάθεση όλων μας με το ευφρόσυνο χιούμορ του. Ενα χιούμορ ασεβές, άθεο να το πω, που δεν υποκλινόταν σε καμία ιεραρχία, πολιτική ή λογοτεχνική - πώς να ξεχάσουμε τον "Μανούσο Φάσση"; Αναλογίζομαι, πάντως, τον Αναγνωστάκη και σε άλλες στιγμές, όταν το χιούμορ όφειλε να παραχωρήσει τη θέση του στην καίρια, άμεση παρέμβαση, όπως ένα βράδυ σε μια δημόσια συζήτηση την οποία είχε διοργανώσει το ΚΚΕ Εσωτερικού στο Πολυτεχνείο. Αντιδρώντας εκεί σε μια ομολογουμένως περίεργη διατύπωση του Δ. Ν. Μαρωνίτη ότι η Αριστερά όφειλε να ορίσει αξίες για τη λογοτεχνία, ο Αναγνωστάκης έσπευσε να ξεκαθαρίσει πως η Αριστερά είχε προδικτατορικά πληρώσει πανάκριβα ανάλογες αντιλήψεις και πως τέτοια ζητήματα ανήκαν οριστικά στο παρελθόν.


Το ποιητικό έργο και ο λυρικός ανθολόγος

Το ποιητικό έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη καλύπτει μια πλήρη τριακονταετία. Ξεκινάει με τις "Εποχές" (1941-1944, 1946-1948 και 1949-1950), ανδρώνεται με τις "Συνέχειες" (1953-1954, 1955 και 1963) και ολοκληρώνεται με τον "Στόχο" (1971). Μια τελευταία νότα δίνει ο ποιητής με το "Περιθώριο ΄68 - ΄69" (1979) και με το "ΥΓ." (1983). Στη δουλειά του θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τα κριτικά του κείμενα (συγκεντρωμένα σήμερα σε δύο τόμους), καθώς και το σατιρικό δοκίμιο (το ανέφερα ήδη) "Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του". Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης (1987). Μαζί ο μονόλογος "Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά" (με πρόλογο του Παντελή Μπουκάλα και επίμετρο-επιμέλεια Μισέλ Φάις, 2012).

Στοχαστικός, με έντονο σκεπτικισμό, όπως και βυθισμένος στις σκληρές μνήμες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, ο Αναγνωστάκης δεν ξεκόβει ποτέ από τον λυρισμό. Από τα ποιήματά του απουσιάζει, ωστόσο, εξ αρχής οποιοδήποτε στοιχείο έξαρσης ή διαστολής. Χαμηλόφωνος, συνομιλητικός, καχύποπτος απέναντι σε οτιδήποτε μπορεί να δείξει φανταχτερό και μεγαλόσχημο, ο ποιητής πενθεί σιωπηρά, κάποτε ακόμα και κρυπτικά (κι εδώ θα βρούμε τους οργανικούς δεσμούς του με τον μοντερνισμό) τους φίλους που αφανίστηκαν στα δύσκολα χρόνια, την επαναστατική ιδεολογία που μεταμορφώθηκε σε σύστημα κλειστού πολιτικού ελέγχου, αλλά και τις ευκαιρίες της ζωής που πέταξαν εν μιά νυκτί μακριά ή τους ατέλειωτους συμβιβασμούς της καθημερινότητας. Και η γλώσσα του μεταπηδά σιγά σιγά από τον θρήνο στην οργή, από την οργή στον σαρκασμό και την ειρωνεία και από την ειρωνεία στην αφαιρετική και αποστασιοποιημένη διατύπωση, όπου όλα πια δείχνουν μάταια και οριστικά τελειωμένα.

Μια από τις σημαντικότερες φωνές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και της ελληνικής μεταπολεμικής ποίησης, ο Αναγνωστάκης κερδίζει αμέσως με τον αφαιμαγμένο λυρικό του λόγο τον αναγνώστη: η απουσία οποιασδήποτε προσποίησης στον στίχο του, η σχεδόν φυσική εκφορά του και η εκ πεποιθήσεως εκφραστική του λιτότητα συστήνουν ένα έργο μονίμως ανοιχτό και εν προόδω – πολιτικό και υπαρξιακό.

Τόσο ο λυρισμός όσο και ο μοντερνισμός μάς έχουν προετοιμάσει για να πάμε από τον ποιητή στον ανθολόγο. Το 1987 ο Αναγνωστάκης διάβασε στον ραδιοσταθμό του Ηρακλείου Κρήτης ποιήματα ελασσόνων ποιητών της προπολεμικής περιόδου, ποιήματα, όπως τα έλεγε ο ίδιος, «λυρικά μιας εποχής στους παλιούς ρυθμούς». Η επιλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1990 με τίτλο "Η χαμηλή φωνή", περιλαμβάνοντας ποιητές πριν από τη γενιά του 1930 με ελάσσονα ποιήματα (όχι κατ’ ανάγκην και από ελάσσονες ποιητές) και λυρικούς τόνους από τον Λορέντζο Μαβίλη, τον Μιλτιάδη Μαλακάση, τον Λάμπρο Πορφύρα, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Ρώμο Φιλύρα μέχρι τον Ρήγα Γκόλφη, τον Απόστολο Μελαχρινό, τον Κώστα Ουράνη, τον Κώστα Καρυωτάκη και τον Νίκο Καββαδία. Το ανθολογικό έργο του Αναγνωστάκη συμπληρώθηκε το 2019 με την έκδοση Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί. Ενα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης, ξεδιπλώνοντας πανοραμικά μπροστά μας έναν χάρτη του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού: από τον Τάκη Παπατσώνη, τον Θεόδωρο Ντόρρο, τον Αναστάσιο Δρίβα, τον Γιώργο Θέμελη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τη Ζωή Καρέλλη, τον Γ. Θ. Βαφόπουλο, τον Δ. Ι. Αντωνίου και τον Αλέξανδρο Μπάρα μέχρι τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Νικήτα Ράντο, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Ζήση Οικονόμου, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νίκο Γκάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αλέξανδρο Μάτσα, τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Μηνά Δημάκη, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη και τον Αρη Δικταίο. 
Και αυτό το υλικό έχει τις ρίζες του στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Για λογαριασμό του ηχογράφησε ο Αναγνωστάκης, το καλοκαίρι του 1988, με τη συνεργασία του Γιώργου Ζεβελάκη, τα ποιήματα των νεωτερικών ποιητών. Σε συνέντευξη που έδωσε τότε ο ποιητής στον Ζεβελάκη, που δημοσιεύεται ως εισαγωγή στην ανθολογία των νεωτερικών, σημειώνει πως οι επιλογές του είναι λιγότερο υποκειμενικές από όσο ήταν με την παραδοσιακή ποίηση - και τούτο γιατί ήθελε να δείξει σε ένα πιο αντιπροσωπευτικό φάσμα ένα τόσο ευρύ και περίπλοκο καλλιτεχνικό κίνημα όπως ο ποιητικός μοντερνισμός.

Τι είναι ο ελεύθερος στίχος και πώς οδηγεί στη μορφική αποδέσμευση; Πώς η γλώσσα της καθημερινότητας και του κοινού, αδιακόσμητου λόγου μετατρέπεται σε πεδίο της σύγχρονης ποιητικής έκφρασης; Κι ακόμα, μέσα από ποιους δρόμους καταργούνται τα όρια ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση, δημιουργώντας παράδοξες και ταυτοχρόνως ανατρεπτικές αναμίξεις; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει ο Αναγνωστάκης με την ανθολογία του, επιμένοντας ότι προκειμένου να παρουσιαστούν με κάποια επάρκεια οι νεωτερικοί ποιητές θα έπρεπε να υιοθετηθεί ένα πιο αντικειμενικό κριτήριο. Η υποκειμενικότητα, ωστόσο, του ανθολόγου-ποιητή ευτυχώς δεν κρύβεται. Ας μην ξεχάσουμε πως ο Αναγνωστάκης σταμάτησε νωρίς να γράφει ποίηση, ενώ το 1987 ανθολόγησε τον εαυτό του σε ένα βιβλίο των εκδόσεων του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού Παρατηρητής που είχε τίτλο Μανόλης Αναγνωστάκης αυτοανθολογούμενος (με ένα σημείωμα του Ξ. Α. Κοκόλη). Εκεί έκλεινε μια πορεία που ήταν ολοκληρωμένη ήδη από τη δεκαετία του 1970, μια και ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως η ποιητική πράξη αποτελεί έργο της νεανικής ηλικίας. Σε αυτή τη βάση είναι επιλεγμένα και τα ποιήματα των νεωτερικών ποιητών, που αποτυπώνουν τα φανερώματα της νιότης τους χωρίς να καλύπτουν (και ακόμα λιγότερο να εξαντλούν) το υστερότερα έργο τους. 
Παρ' όλα αυτά, τα 197 ποιήματα των 22 ανθολογούμενων ποιητών (η επιμέλεια είναι του Ζεβελάκη) δίνουν μια στιβαρή εικόνα του ελληνικού μοντερνισμού δίχως να εγκλωβίζονται στα στενά όρια της λογοτεχνικής γενιάς και των χρονολογιών πρώτης εμφάνισης ή πρώτης δημοσίευσης (τα συνήθη μέτρα και σταθμά για τις ποιητικές ανθολογίες). Κι έτσι οι νεωτερικοί ποιητές του Αναγνωστάκη συνιστούν όντως ένα αντιπροσωπευτικό δειγματολόγιο των τάσεων, των διαθέσεων και των κατευθύνσεων του καιρού τους: μια στιγμή σε πολλαπλές εκδοχές ή μάλλον πολλαπλές εκδοχές ενός όχι ενιαίου αλλά ακανόνιστου φαινομένου με ποικίλες και ασύμμετρες απολήξεις.





Πώς να διαβάσουμε τη βιβλιογραφία του ποιητή;

Στη Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023), Ομιλος Φίλων του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη σε συνεργασία με τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024, ο ακάματος Δημήτρης Δασκαλόπουλος καταγράφει όχι μόνο τη μακρά εκδοτική πορεία του ποιητικού, δοκιμιακού και ανθολογικού του έργου μέσα στον χρόνο μα και την αχαρτογράφητη πληθώρα, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, των μεμονωμένων δημοσιευμάτων του. Εξίσου σημαντικό είναι το ότι ο Δασκαλόπουλος καταγράφει επίσης τα δημοσιεύματα για τον ποιητή, φτάνοντας μέχρι τις ημέρες μας.

Διαβάζεται, ωστόσο, μια βιβλιογραφία κι αν ναι, τότε πώς ακριβώς; Κάθε βιβλιογραφία έχει πρωτίστως χρηστικό σκοπό: θέλει να βοηθήσει τους παντός είδους ερευνητές τόσο ως προς τον εντοπισμό των πρωτογενών και των δευτερογενών πηγών τους όσο και ως προς τις κατευθύνσεις τις οποίες επιδιώκει να ψάξει η έρευνά τους. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο γι’ αυτό, αλλά και για τους τόπους (ποιητικούς, κριτικούς και φιλολογικούς) τους οποίους είναι σε θέση να υποδείξει για τον γενικότερο αναγνώστη ο βιβλιογράφος - ακόμα και για τα ερωτήματα τα οποία είναι δυνατόν να εγερθούν στην αναγνωστική συνείδηση όσο προσπαθεί να ικανοποιήσει τις περιέργειές της. Ενα πιθανό ερευνητικό ζητούμενο και παράδειγμα είναι (τι άλλο;) η χρόνια συναναστροφή του Αναγνωστάκη με τον λυρισμό. Και αυτό θα μας κάνει να επιστρέψουμε στις ανθολογίες του και να τις συσχετίσουμε εκ των πραγμάτων με την ποίησή του.


*Κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Για τη συλλογή ποιημάτων της Παυλίνας Παμπούδη "Άμμος και λίγα βότσαλα" (εκδ. Ροές/Ποίηση, 2024) Από την ποιήτρια και φίλη στο fb Χλόη Κουτσουμπέλη (facebook, 9.11.2024)

 ..............................................................


Τι να πούμε για την ποιήτρια Παυλίνα Παμπούδη; Έχει εκδώσει αμέτρητα βιβλία, παιδικά, ποιητικά, πεζά (όσο πεζά μπορούν να είναι τα βιβλία της Παυλίνας) δεν διαφημίζει ποτέ τα βιβλία της, κάνει ελάχιστες παρουσιάσεις, αν κάνει καθόλου, και κυρίως η στάση ζωής της, ο τρόπος που κινείται και αναπνέει είναι απόλυτα ποιητικός, με μία αίσθηση του χιούμορ τελείως ανατρεπτική όπως άλλωστε είναι και η ίδια η ποίησή της.
Αγαπώ την ποίηση της Παυλίνας γιατί πάντα με κλειδώνει σε πολυάριθμους μικρούς κόσμους από τους οποίους δεν θα ήθελα ποτέ να βγω και ταυτόχρονα μου ανοίγει δρόμους και διαβάσεις και μονοπάτια καινούργια και συγκλονιστικά.
Πότε, όπως γράφει η ίδια στην τελευταία ποιητική της συλλογή ΑΜΜΟΣ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΒΟΤΣΑΛΑ, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2024, εμφανίζεται ξαφνικά "σμήνος αργυρό αφρόψαρων", πότε "ακούγεται ντουπ ντουπ ο ήχος των προγόνων" καθώς γυρνά η μυλόπετρα του χρόνου"πότε "ουρλιάζουν οι αγέλες των νυχτών" όμως ο άνθρωπος, χωρίς γένος και φύλο είναι πάντα στο επίκεντρο, μικρός, μεγάλος, ανυπεράσπιστος, δυνατός, δημιουργός, θνητός και αθάνατος μαζί.
Παραθέτω το τελευταίο ποίημα της ενότητας: ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

ΜΕΝΕΙ

Μένει ένας κατάμαυρος
Άγραφος στίχος στο λευκό, στην ξόβεργα
Πετούμενο ετοιμοθάνατο
Σε καίρια στιγμή-περιδινούμενη

.
Και το παιδί; Τι λέει το άναρχο, υπέροχο, ελεύθερο παιδί μέσα στον άνθρωπο; Το παιδί που η Παυλίνα έχει διασώσει ανέπαφο;
Από την ενότητα αυτή παραθέτω το ποίημα:


ΑΣ ΜΟΥΤΖΟΥΡΩΣΩ


Στο μεταξύ ας μουτζουρώσω κι άλλο, είπα
Να, μονοκονδυλιά η αποτύπωση:
Σπιτάκι παιδικό, λείπει η πόρτα
Βαρύ το όρος πίσω, λείπει ο θεός
Η θάλασσα σγουρή κι ο ήλιος πολυπλόκαμος
Σε πρώτο πλάνο
Τέλος, στην άκρη του χαρτιού το ανθρωπάκι
Αδέξιο κι έτοιμο να πετάξει-
.
Εκεί με βρήκα∙ τα υπόλοιπα είναι γνωστά-
.
Δεν έτυχαν τυχαία όλ’ αυτά-



Κι ο άνεμος, τι λέει ο άνεμος στην Παυλίνα; Ο αρχαίος άνεμος, ο τωρινός; Όπως αναδεύει την άμμο του χρόνου, όπως σαρώνει τα πάντα και τα αλλάζει και μένουν πάντα οριστικά και αμετάκλητα ίδια; "Και δεν υπάρχουν νικητές", όπως γράφει η Παυλίνα, "ποτέ στις ατέλειωτες μάχες."
Γράφει στην ενότητα ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ στο ποίημά της με τίτλο Anno Mundi:


Αρχή του νέου χρόνου, έτη τόσα
Απ’ το Μπιγκ Μπανγκ, το Τσίμτσουμ,
Τον Κατακλυσμό
ή την Εγείρα
.
Μα ποιος μετράει τον χρόνο, ποιος τα νερά
Ποιος τη σισύφεια πορεία
Του άθλιου προσκυνητή, του ένθεου
Του έντρομου
Του σαρκοφάγου, του κανίβαλου
.
Και ποιος τις σπείρες
και τους λαβύρινθους της εξέλιξης
Κι όλες τις λάθος θεωρίες, όλο λάθος;
.
Ο νέος χρόνος προς ή ο από;
.
Άραγε πλησιάζουμε
Κάπου, ποιος ξέρει πού
Ή μήπως οπισθοχωρούμε
Κι ίσως βρεθούμε πάλι σε, ποιος ξέρει ποια
Σημαδιακή, ανύπαρκτη,
Χαμένη, επινοημένη, άσχετη χρονολογία;
.
Ποιος ξέρει τι;

Γεμάτη ερωτήματα αυτή η βαθιά και στοχαστική συλλογή, για την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, για την πραγματική ουσία της ανθρωπινότητάς μας, για τον προορισμό, για την καταγωγή και για την ποίηση αφού: «Λοξά πατήματα πουλιών, ιερογλυφικά στην άμμο» είναι όλα τα ποιήματα που γράφουμε.

Όχι όμως και τα ποιήματα της Παυλίνας Παμπούδη.




Από την ποιήτρια και φίλη στο fb  Χλόη Κουτσουμπέλη (facebook, 9.11.2024)

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

"Το ποτάμι" Κοινό ποιητικό σύμβολο των ποιητών της "Αθηναϊκής Σχολής" Γεωργίου Δροσίνη και Ιωάννη Πολέμη. Από το προφίλ "Νέα Αθηναϊκή Σχολή" στο fb (facebook, 2.11.2024)

 ...............................................................





Ο Γεώργιος Δροσίνης (αριστερά) και ο Ιωάννης Πολέμης (δεξιά) ήταν δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς του 1880. Οι δυο τους υπήρξαν στενοί φίλοι από τα νεανικά τους χρόνια, όταν άρχισαν να δημοσιεύουν τα πρώτα τους ποιήματα στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής (~1880), μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Πολέμη το 1924. Για τη σημερινή μας συνδυαστική ανάρτηση επιλέξαμε ένα ζεύγος ποιημάτων, ένα από τον κάθε ποιητή, που αναπτύσσονται γύρω από το ίδιο, κύριο, ποιητικό σύμβολο, «το ποτάμι».



Τὸ ποτάμι τοῦ χρόνου μὲς στὸ χάος κυλᾶ...
Στὸ γοργὸ κύλημά του τὰ νερὰ τὰ καθάρια,
στὸ γοργὸ κύλημά του τὰ νερὰ τὰ θολὰ
κάπου δείχνουν διαμάντια, κάπου δείχνουν λιθάρια.

Καὶ στὰ δύο πλευρά του καὶ στὶς δυό του μεριὲς
ἡ ζωὴ μὲ τὸ Χάρο μέρα νύχτα παλεύουν·
κι ὅπου βλέπεις ἀγκάθια καὶ χλωρὲς λιγαριὲς
κελαϊδοῦν τὰ πουλάκια καὶ τὰ φίδια σαλεύουν.

Τὸ ποτάμι τοῦ χρόνου μὲς στὸ χάος κυλᾶ...
Στὰ γοργὰ κύματά του καθρεφτίζοντ' οἱ κάμποι,
κι ὁ χρυσόφωτος ἥλιος ποὺ προβάλλει ψηλὰ
δευτερώνεται κάτω καὶ στὰ κύματα λάμπει.

Τὸ ποτάμι τοῦ χρόνου μ᾿ ἀφρισμένη θωριά
μὲς στὰ βάθη του πνίγει τὶς χαρὲς καὶ τοὺς πόνους,
καὶ τὸ κῦμα του σέρνει καὶ γκρεμίζει βαρειά
τῶν φτωχῶν τὶς καλύβες, τῶν ρηγάδων τοὺς θρόνους.

Εἶν᾿ ἡ ἄβυσσος πίσω καὶ τὸ χάος μπροστά—
Μὲς στὸ ρεῦμα του πλέει μιὰ ἀκυβέρνητη βάρκα·
καπετάνιος ὁ Χάρος τὸ δρεπάνι βαστᾶ
μὲ κοκκάλινο χέρι δίχως νεῦρα καὶ σάρκα.

Τί τὸν κάνει τὸν Χάρο νὰ γελᾶ, νὰ γελᾶ;
πόθεν ἔρχετ᾽ ἡ βάρκα ποὺ ἀψηφᾶ τὸν ἀγέρα;
τὸ ποτάμι τοῦ χρόνου ποὺ στὸ χάος κυλᾶ
ποῦ θὰ φτάση μιὰ μέρα;

Ιωάννης Πολέμης, Το Ποτάμι του Χρόνου, Αλάβαστρα, 1900



***



—Πές μου, ποτάμι, ποῦ τρελλὰ μέσα ’ς τοὺς κάμπους τρέχεις,
Καὶ τόσαις ἐμμορφιαὶς τῆς γῆς μὲ τὰ νερά σου βρέχεις,
Γιατὶ μᾶς ψάλλεις θλιβερὸ σκοπὸ μὲ τὴ φωνή σου;
Ποιὸς ἄλλος ζῇ τέτοια ζωὴ γλυκειὰ ’σὰν τὴ ζωή σου;

Κ’ ἐκεῖνο ἀποκρίθηκε: «—Τί εὐτυχία ἔχω,
Ἀφοῦ ἡ Μοῖρα μοὔγραψε αἰώνια νὰ τρέχω;
Ἂν ῥοδοδάφναις γέρνουνε μὲ χάρι ’ς τὰ νερά μου,
Ἂν λυγαριαὶς κι’ ἀγράμπελαις ἀνθίζουν ’ς τὰ πλευρά μου,
Μήπως ’μπορῶ νὰ ταὶς χαρῶ καὶ νὰ ταὶς ἀγαπήσω;
Περνῶ ταὶς βλέπω μιὰ στιγμὴ καὶ ταὶς ἀφίνω ’πίσω...

Καὶ τὸ ποτάμι ’σώπασε —κι’ ἀφίνει τὸ διαβάτη
Μὲ πικραμένη τὴν καρδιά, μὲ δακρυσμένο μάτι·
Γιατὶ μιὰ μαύρη, μιὰ σκληρὴ ἰδέα τὸν τρομάζει:
Πῶς κ’ ἡ ’δική του ἡ ζωὴ μὲ τὸ ποτάμι
’μοιάζει.

Γεώργιος Δροσίνης, Το Ποτάμι, Σταλακτίται, 1881


#Νέα_Αθηναϊκή_Σχολή #Γεώργιος_Δροσίνης #Ιωάννης_Πολέμης





Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

Μικρό γενέθλιο αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο (17.7.1926-28.9.1990) - Από το βιβλίο της συντρόφου του ποιητή Εύας Μπέη "Με τον Νίκο Καρούζο-Ημερολόγιο" (εκδ. Loggia, Νοέμβριος 2021)

.............................................................


"...Νέοι άνθρωποι με πλησιάζουν πάλι και με ρωτούν για τον Νίκο Καρούζο. Αρκετοί πια αισθάνονται πως η ποίησή του άμεσα τους αφορά και καταφεύγουν σ' αυτήν. Τώρα τελευταία μια ομάδα εικοσιπεντάρηδων του Πολυτεχνείου, με πολλές ανησυχίες, ετοιμάζονται να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του και με πλησίασαν. Για κάποια χρόνια σαν να έπεφτε απάνω του μια σκιά. Η "υλοφροσύνη" των τελευταίων δεκαετιών, η απλοϊκή εμπιστοσύνη στην παντοδυναμία της επιστήμης, η αβάσιμη αισιοδοξία που μας χαρακτηρίζει σαν λαό, κι αυτή η αίσθηση του "βέλους της προόδου" που ενδιαφερόταν μόνο για στόχους, δεν εναρμονίζονταν με το "δυσοίωνο" της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του. Ο Νίκος Καρούζος έζησε κι έγραψε - εν μέρει εκ πεποιθήσεως, εν μέρει λόγω συνθηκών - σε πλήρη ακτημοσύνη, στην πιο ακραία οικονομική φρίκη, αποκτώντας μια αξιοθαύμαστη αυτάρκεια. Όχι αναίμακτα, βέβαια. Κι όταν γράφει : θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα,* σίγουρα δεν πρόκειται για ευφυολόγημα, αλλά για άγριο υπαρξιακό στρίμωγμα. Τον έθλιβε η αντιμετώπιση της τέχνης σαν ρηχή διασκέδαση ή σαν στείρα περιπλάνηση σε ιδιωτικά ναρκοπέδια' τον έθλιβε η απώλεια του συλλογικού βιώματος, η χαμένη ενότητα του ατόμου με τον κόσμο, με τον εαυτό του..."

*Σημ.: "Ora et labora", Νίκος Καρούζος, τομ. Β', σελ.26.


Από το βιβλίο της συντρόφου του ποιητή Εύας Μπέη "Με τον Νίκο Καρούζο-Ημερολόγιο" (εκδ. Loggia, Νοέμβριος 2021)

 




Νίκος Καρούζος (17.7.1926-28.9.1990)

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ / "Πάροδος", τχ. 13 (Μάρτιος 2007) από την κόρη του ποιητή και φίλη στο fb Σοφία Λάσκαρη (facebook, 17.4.2024)

 ...............................................................



               Χρίστος Λάσκαρης (1931 - 2008)


ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ


Πάροδος, τχ. 13 (Μάρτιος 2007)

A' ΜΕΡΟΣ:


Β.Ι.: Αγαπητέ Χρίστο, διαβάζω στο βιογραφικό σου: γεννήθηκε στο Χάβαρι Ηλείας το 1931 καί τό 1945 μετανάστευσε στην Πάτρα. Μπορεῖς νά μᾶς μιλήσεις για αὐτή τήν περίοδο τῆς ζωῆς σου πού συμπίπτει μέ μεγάλα ἐθνικά καί παγκόσμια Ιστορικά γεγονότα. Πόσο ἡ ἐπαφή μέ τήν μικρή κοινωνία τοῦ χωριοῦ καί τήν ὕπαι θρο σημάδεψε τήν μετέπειτα ζωή καί τή δημιουργία σου;
Χ.Λ: - 'Αγαπητέ Βασίλη. Στο παραπάνω ἐρώτημά σου ἔχω νά σοῦ ἀπαντήσω ὅτι ή χρονική αυτή περίοδος που αναφέρεις αντιστοιχεί στην παιδική μου ηλικία. Καί εἶναι περισσότερο από βέβαιο πώς ή παιδική ηλικία μᾶς σημαδεύει, μᾶς σφραγίζει. ̓Από αὐτή ἀντλοῦμε γιά τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου μας. Τα μεγάλα ἱστορικά γεγονότα στην περίοδο αὐτή τῆς παιδικῆς ἡλικίας δέ νομίζω πώς επιδροῦν ἄμεσα. Ἴσως να λειτουργοῦν ὑπόγεια καί νά παραμένουν σε μιά λανθάνουσα κατάσταση.
Β.Ι.: Στο βιογραφικό σου αναφέρεις: «μετανάστευσε» στην Πάτρα. Υπάρχουν όρισμένοι συγγραφεῖς γιά νά μήν πῶ ἀρκετοί πού ψυχικά δέν ἐνσωματώνονται ποτέ στη νέα τους πατρίδα, ἐκεῖ ὅπου μετεγκαθίστανται, καί παραμένουν ἐσαεί ἐσωτερικοί μετανάστες, κουβαλώντας μέσα τους την αρχική πατρίδα. Νά ὑποθέσουμε ὅτι τό «μετανάστευσε» ὑποδηλώνει κάτι ἀντίστοιχο; Τί το καινούριο κομίζει στη ζωή σου ἡ μετεγκατάσταση στην Πάτρα;
Χ.Λ.: - Ἡ λέξη “μετανάστευση” πού χρησιμοποιῶ, ή μετακίνησή μου ἀπό τό χωριό μου τό Χάβαρι στην Πάτρα στην παιδική ηλικία, εἶναι μᾶλλον μιά ἔκφραση ἤπια. Σωστότερο θά ἦταν νά ἔλεγα “ξερίζωμα”. Ἔτσι εἰσέπραξα αυτή την αλλαγή καί ἦταν τό πρῶτο βαθύ καί ἀνεπούλωτο ψυχικό τραῦμα. Το καινούργιο πού κόμισε σε μένα ἦταν πώς αἰσθάνθηκα ἀποκομμένος, χαμένος.
Β.Ι. Πότε ἀρχίζει ἡ ἐπαφή σου μέ τή λογοτεχνία, ἡ μαθητεία σου στόν χῶρο, ποιοί οἱ ἀγαπημένοι συγγραφεῖς καί ποιές οἱ ἐπιδράσεις τους καί πότε ἐκδηλώνονται τά πρῶτα συγγραφικά σου βήματα;
Χ.Λ.: - Η επαφή μου μέ τή λογοτεχνία ἄρχισε από το Δημοτικό σχολείο. Τά πρῶτα σκιρτήματα πού ἔνιωσα διαβάζοντας ποιήματα τοῦ Παπαντωνίου, Πολέμη, Δροσίνη... Μετά, στα δεκατρία μου μέ Ντίκενς, ̓Αθλίους τοῦ Οὐγκώ κ.λπ. Μεγαλώνοντας ἀγάπησα πολύ τούς Καβάφη, Καρυωτάκη. Βέβαια, ὅταν ἀγαπᾶς κάτι πολύ ἀσκεῖ πάνω σου καί τήν ἀνάλογη επίδραση. Τα πρώτα λογοτεχνικά μου βήματα – μᾶλλον παραλογοτεχνία – ἔκαμα γύρω στά εἴκοσι. Στά εἴκοσι τρία μου με σημάδεψε ὁ θάνατος τοῦ πατέρα μου. Με σημάδεψε βαθιά. Αργότερα, ἕνα ἄλλο σημαδιακό γεγονός καί λόγω ιδιοσυγκρασίας μέ βύθισε σε μια ψυχική έρη μιά. Πάλεψα μέσα της, ὅπως παλεύεις πεσμένος σε θεοσκότεινο λαγούμι, κάμπο- σα χρόνια. (Αν είχες προσέξει το ποίημα «Χριστούγεννα 1969» θα καταλάβαινες.) Τότε ἁρπάχτηκα κυριολεκτικά ἀπό τήν Ποίηση ἡ ὁποία καί μέ ἔσωσε. Ἔτσι ἔζησα.
Β.Ι.: Εκδίδεις τήν πρώτη σου ποιητική συλλογή «ὁ εὐτυχισμένος καιρός επέρασε» στην Πάτρα το 1979. Τί ὁδήγησε σ' αὐτή τήν καθυστερημένη εμφάνιση καί ποιά ἡ λογοτεχνική σου δραστηριότητα στα χρόνια που προηγήθηκαν;
Χ.Λ.: - 'Αρπάχτηκα, λοιπόν, ἀπό τήν ποίηση καί ἔγραφα χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σκοπό. Ἔγραφα, ἔγραφα, ὁπότε μετά από χρόνια μοῦ εἶπε ἡ γυναίκα μου, ἡ ὁποία ὀφείλω να σημειώσω πώς ἀπό ἰδιοσυγκρασία ἔχει δυνατό καί σωστό αίσθητήριο καί γιά τήν ποίηση: "γιατί δέν τά μαζεύεις αὐτά νά μή χαθοῦν;” Ἔτσι το 1979, μέ πολλή καθυστέρηση ὅπως λές, τύπωσα το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο ἐδῶ στήν Πάτρα, σε 200 αντίτυπα. Ο τίτλος του: “Ποιήματα 1965-1978". Το 1995 πού βγῆκε ή πρώτη συγκεντρωτική έκδοση (ἐκδόσεις “Μπιλιέτο”), ἔγινε μιά επιλογή ἀπό αὐτό τὸ πρῶτο βιβλίο, πῆρε τόν τίτλο “Ο ευτυχισμένος καιρός ἐπέρασε”, καί ἀποτέλε σε μαζί μέ τίς ἄλλες τρεῖς μέχρι τότε ποιητικές συλλογές, την πρώτη ὅπως ἤδη ἀνέ φερα συγκεντρωτική έκδοση.
Β.Ι.: Ανήκεις στη γενιά του '60 ἤ δεύτερη μεταπολεμική γενιά τήν ἀποκαλούμενη «χαμένη γενιά». Ωστόσο οἱ ἔντονες αναφορές στον ἱστορικό χρόνο τῆς κατοχικῆς, ἐμφυλιακῆς καί μεταπολεμικής Ελλάδας, ὁ κοινωνικός προβληματισμός μέ το συνακόλουθο κλίμα τῆς ἥττας, τῆς διάψευσης, τῆς ἀμφισβήτησης καί τῆς ἔσωστρέφειας που χαρακτηρίζουν καί δίνουν το στίγμα τῆς ποίησης της δεύτερης μετα- πολεμικῆς γενιᾶς εἶναι στοιχεῖα πού ἐμφανίζονται περιορισμένα καί δέν κυριαρχοῦν στήν ποίησή σου. Υπάρχουν, κυρίως στην πρώτη συλλογή, διατυπωμένα μέ ἕναν τρόπο πλάγιο, βραδυφλεγή, λιγότερο επιθετικό καί κραυγαλέο, ὅμως ἀθόρυβα διαβρωτικό, δραστικό, σαρκαστικό καί πικρό. Ἡ ὄψιμη εμφάνιση σε φέρνει κοντά καί στή γενιά του '70 προσδίδοντας στό ἔργο σου ἕναν μεταιχμιακό χαρακτήρα, σέ μιά ιδιαίτερη ὅμως ἀτομική πορεία. Τά γεγονότα καί οἱ ἐμπειρίες τῶν προηγούμενων δεκαετιών εκφρασμένα στην ποίησή σου σε μεταγενέστερο χρόνο, ἀποκομμένα ἀπό τήν ἐποχή τους, μοιάζουν νά ἔχουν φιλτραριστεῖ καί νά ἔχουν ὀξειδωθεῖ ἀπό τή μνήμη ἀφήνοντας ἕνα ἀπόσταγμα βουβῆς καί ἐπίμονης ὀδύνης. Υπάρχει μιά εποπτεία τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, μιά πλεονεκτική ἀλλά καί μοναχική προσέγγιση, μιά ὥριμη καί ἐξ ἀποστάσεως θεώρηση τῶν πεπραγμένων καί μιά ἐσωτερικοποίηση τῶν ὅσων ἤδη ἔχουν συντελεστεί καί συνιστοῦν στό ἑξῆς μνήμη, συνείδηση καί σῶμα τοῦ ποιητῆ καί τῆς ποίησής του. Ποιά εἶναι ἡ δική σου άποψη; Ποῦ τοποθετεῖς τήν ποίησή σου αναφορικά μέ τίς δυό γενεές τοῦ '60 καί τοῦ '70, Θεωρεῖς ὅτι ἡ ὄψιμη εμφάνισή σου διαφοροποίησε καί τήν ὀπτική μέ τήν ὁποία προσεγγίζεις τά πράγματα, σε σχέση μέ τίς δυό γενιές, δίνοντάς της ένα διαφορε τικό στίγμα;
Χ.Λ.: - Οὔτε τήν κατοχή, οὔτε τόν ἐμφύλιο ἔζησα ἄμεσα. Τήν κατοχή τήν ἔζησα στο χωριό πολύ μικρός, μακρυά από εικόνες μέ τόν κατακτητή, καθώς τό ἴδιο καί τόν ἐμφύλιο ἀφοῦ ζοῦσα στην Πάτρα μακρυά ἀπό ἀνάλογες εικόνες. Ἔτσι, δέν εἶχαν ἐπίδραση ἄμεση πάνω μου καί δέν καταγράφτηκαν στην ποίησή μου. Ὅσο
γιά τό μεταιχμιακό χαρακτῆρα πού μπορεῖ νά ἔχει ἡ ποίησή μου ἀνάμεσα στις δύο γενεές '60 και '70 πού ἀναφέρεις, δύσκολο νά ἀπαντήσω. Ἔπειτα, ἄν τά ποιήματά μου δέ μιλάνε γιά μένα, ἐγώ δέ μπορῶ νά μιλήσω γιά τά ποιήματά μου. Εγώ ἕνα ξέρω: πώς μέ τόν ἑαυτό μου πάλεψα πού μέ βασάνισε πολύ...
Β.Ι.: Πρώτη ποιητική συλλογή: «Ο ευτυχισμένος καιρός πέρασε». Τί συνιστᾶ τήν εὐτυχία, σέ τί καί σέ ποιά περίοδο αναφέρεται «ὁ εὐτυχισμένος καιρός»; Υπήρξε πράγματι εὐτυχισμένος καιρός; Κι αὐτό τό «ἐπέρασε», πού μέ τόση βεβαιότητα ἐκφράζεται ἀποτελεῖ μιά τελεσίδικη ετυμηγορία γιά κάτι πού ανήκει στο παρελθόν καί δέν πρόκειται ποτέ να ξαναϋπάρξει;
Χ.Λ.: - “Ο εὐτυχισμένος καιρός” αναφέρεται στην παιδική ηλικία. Ἐκεῖνα τά ἀξέχαστα καλοκαίρια – γιατί καί τό σχολεῖο ἦταν βάσανο - ἡ ἐλευθερία μέσα στο παιχνίδι, τά πρῶτα ἐρωτικά σκιρτήματα, τί ἄλλο ἦταν παρά ἡ ἴδια ἡ εὐτυχία; Δέν ξαναγυρίζουν πιά τα χρόνια ἐκεῖνα. Κι αυτό δίνει στα ποιήματα ένα πικρό καταστάλαγμα
Β.Ι.: Να μείνουμε λίγο ἀκόμα στον «εὐτυχισμένο καιρό». Εἰκόνες ἀπό τά παιδικά χρόνια, τήν οἰκογενειακή ζωή, τον πατέρα, τήν μητέρα, τό σπίτι στήν ἐξοχή, είναι το πλαίσιο πού συνθέτει τόν «ευτυχισμένο καιρό» καί πού ἀνιχνεύεται στα ποιήματα τοῦ συγκεντρωτικού τόμου ποιημάτων ἐκδ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2004 «Ταξιδεύεις ἀκόμα», «Νά ὑπάρχουν ἀκόμα», «Εἰκόνα μακρινή», «Ο βυθός», «Όνειρο», «Μέρες τοῦ '50», «Γιά νά φτάσω ὥς ἐσένα», «Τό παιδί», «Παιδική ζωγραφιά», «'Αντιστέκονται». Μεταφέρω κάποιους στίχους καί ποιήματα: «Ταξιδεύεις ἀκόμα» Ταξιδεύεις ακόμα βουερό σπίτι τῆς ἐξοχῆς... ακόμα ἀντλεῖς ἀπ' τό πηγάδι νερό..... εικόνα μαγική καί ἄσβηστη θλίψη, ἀκόμα κρατᾶς τό παιδί / στην καρδιά σου. «Μέρες τοῦ *50» /ἐπιστροφή σε χρόνια φτώχιας: ασπρόμαυρη ζωή γεμάτη ἀξιοπρέπεια. «Παιδική ζωγραφιά» ... /Μιά ζωγραφιά πού μᾶς θυμίζει τήν ἐποχή τῆς εὐτυχίας μας. «Αντιστέκονται» Οἱ εὐτυχισμένες μέρες ἀντιστέκονται στο σημερινό κενό οι παλιές εὐτυχισμένες μέρες πάνω σε ποδήλατα. «Ὁ εὐτυχισμένος καιρός επέρασε». Εἶναι ὅσα νοσταλγεῖ ὁ ποιητής, σ ̓ αὐτά ἐπιστρέφει συνέχεια μέσα ἀπό τήν μνήμη καί τά ὄνειρα. Όμως ποιά ἡ εὐτυχία τοῦ σήμερα; Τήν ἀπάντηση τήν παίρνουμε από το ποίημα «Στο γράψιμο» Η ευτυχία του βρίσκεται στο γράψιμο... καί ἡ ἐλευθερία του βρίσκεται στο γράψιμο, καί ή ἀγάπη του γιά τόν πλησίον. Να επισημάνω πώς ἄν γιά τόν Χρίστο Λάσκαρη ή παιδική ηλικία είναι πηγή ευτυχίας γιά ἄλλους μέ μεγάλες τραυματικές εμπειρίες ἀποτελεῖ πηγή δυστυχίας καί ἡ ἀνάμνησή της ἕνα οδυνηρό καί δυσβάσταχτο φορτίο. Η μνήμη λειτουργεῖ ἀντισταθμιστικά απέναντι στις δυσκολίες τῆς ζωῆς. Φιλτράρει καί λειαίνει τις δυσάρεστες στιγμές τοῦ παρελθόντος, υπερτονίζει τίς ὄμορφες καί ὡραιοποιεί συνηθισμένες καταστάσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Προβάλλει κυρίως τίς ἐπιθυμίες, τίς ἀνάγκες καί τά ὄνειρά μας καί τείνει νά καταστεῖ ἕνας προσωπικός χώρος ἀσφάλειας καί σταθερότητας.
Ὅμως Χρίστο, δέν ὑπάρχουν καί ἄλλες πηγές ευτυχίας ὅπως ὁ ἔρωτας, ἡ συντροφικότητα ἤ καί ἀκόμα πιο σταθερές όπως ἡ προσφορά, ἡ ἀλληλεγγύη, ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀτομική ολοκλήρωση, οι μικρές καθημερινές χαρές;
Χ.Λ.: – Συμφωνῶ μέ ὅλα ὅσα γράφεις στο ερώτημά σου. Πολύ σωστά τά τοποθετεῖς καί συνυπογράφω.
Β.Ι.: Που συναντώνται ὁ ἔρωτας, ἡ ζωή καί ὁ θάνατος; Γράφεις γιά τόν ἔρωτα: Ποίημα «Οἱ δύο λέξεις» Θ ̓ ἀρχίσω μέ τή λέξη ἔρωτας/καί θα τελειώσω μέ τή λέξη χῶμα. Τίς ἐνδιάμεσες, θαρρῶ πώς τίς μαντεύετε. Καί σέ ἄλλο ποίημα «Αγνωστοι τρόμοι» Τί σκοτεινή πού εἶναι ἡ ζωή, βαθιά μέσα στον ἔρωτα! Αγνωστοι τρόμοι ἀνεβαίνουνε ἀπό παντοῦ πολλές λυπημένες μέρες, πολλή μοναξιά. Πρωταρχικός λοιπόν ὁ ρόλος τοῦ ἔρωτα στη ζωή. Τί εἶναι ὅμως ἐκεῖνο πού δέν τοῦ δίνει διάρκεια ὅπως μαρτυροῦν καί οἱ παρακάτω στίχοι; «Ἔφυγε» ... τόσος ἔρωτας/ καί νά καταβροχθίζεται!! «Τραγούδι δέ βγαίνει» ... Τραγούδι δέ βγαίνει... /* Αναρωτιέσαι τί απέγινε τόση μουσική/ που πνίγηκε τόσος ἔρωτας. Εἶναι ἡ φύση τοῦ ἔρωτα τέτοια πού νά ἐξαντλεῖται γρήγορα, εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου καί οἱ ἀδυναμίες του; Τόν ἔρωτα τόν συναντάμε καί σέ ἄλλα ποιήματα τοῦ συγκεντρωτι κοῦ τόμου μέ τή μορφή τῆς φθορᾶς, τῆς ἀπώλειας, τῆς ἔλλειψης, τῆς ἐπιθυμίας: «Έρωτας», «Λαϊκό ζευγάρι», «Νόρα», «Τήν εἶχα γιά χαμένη», «Εχτές καί σήμερα», «Ακόρεστο ζώο», «Ποιός μίλησε γι' ἀγάπη», «Θά πρέπει νά ὑπῆρξε», «Ποτέ μου δέν περίμενα», «Τί ἔφταιξε», «Δέν τήν ἐλέγχω τήν ἀγάπη μου», «Δέν εἶναι λίγο», «Το στρώμα τους».
Χ.Λ.: - Όπως τό γράφεις: πρωταρχικός ὁ ρόλος τοῦ ἔρωτα στη ζωή. Εκεῖνο πού δέν τοῦ δίνει διάρκεια, εἶναι τό ἴδιο ἐκεῖνο πού δέν δίνει διάρκεια στη "στιγμή". Φεύγει. Γι' αὐτό καί στό ποίημα ὑπάρχει ένα πικρό καταστάλαγμα. Παλεύει, αγαπητέ Βασίλη, ὁ ποιητής μέ τή φθορά. Τελικά τό μοναδικό θέμα τῆς ποίησης εἶναι ὁ θάνατος.
Β.Ι.: Ελάχιστες αναφορές ὑπάρχουν γιά τήν ζωή σε ολόκληρο τό ποιητικό ἔργο σου κι αὐτές ἀπαισιόδοξες καί ἀποφατικές. Η ζωή είναι ἕνα πεδίο συνεχούς δοκι μασίας καί ὀδύνης, ἕνας ἀτέλειωτος ἀγώνας ενάντια στην καθημερινή φθορά. «Παραλλαγή σ' ἕνα θέμα» Σάν τόν καφέ καί ἡ ζωή. Μόνο οἱ πρῶτες ρουφηξιές ἀξίζουν. Αν τό σκηνικό τῆς ζωῆς εἶναι αὐτό τί δίνει ώθηση στον ἄνθρωπο να συνεχίζει νά ζεῖ; Εἶναι ἡ ἐλπίδα, ἡ ψευδαίσθηση ὅτι κάτι σημαντικό μπορεῖ νά συμβεί; «Τό ψέμμα» Είχα τήν αἴσθηση πώς πήγαινα, πώς θά έφτανα σέ λίγο κάπου. Αὐτό τό ψέμμα κράτησε μιά ὁλόκληρη ζωή.
Χ.Λ.: - Στό ἐρώτημα τήν ἀπάντηση δίνεις πάλι ὁ ἴδιος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχεις διαβάσει πολύ καλά τά ποιήματα, τά ἔχεις ψάξει. ̓Ακριβῶς τό ποίημα: “Τό ψέμμα" δίνει στό ἐρώτημά σου τήν ἀπάντηση.
Β.Ι.: Ο θάνατος εἶναι παρών σέ ὁλόκληρο τό ποιητικό έργο. Ἔχει ἕναν δραματικό χαρακτήρα, διεισδύει παντοῦ καί δηλώνεται σταθερά με κάθε τρόπο· εἴτε άμεσα, εἴτε έμμεσα μέ τή μορφή τῆς ἐγκατάλειψης, της παραίτησης, τῆς φθορᾶς, τῆς ἔλλειψης ἐπικοινωνίας, τῆς ἄγονης σιωπῆς, τῆς ἀνίας, τοῦ κενοῦ, τῆς ὑποβαθμισμένης ζωῆς μέσα σ' ἕνα περιβάλλον ἀφιλόξενο καί ψυχρό. Μεταφέρω τούς στίχους τοῦ ποιήματος «σύντομο βιογραφικό» ἀπό τήν ὁμώνυμη συλλογή. / Χρησιμοποίησα τίς λέξεις, / κατά προτίμηση τις πιο σκοτεινές. Μ' αὐτές ἐργάστηκα, μ' αὐτές καί μέ ἕνα φόβο. Στη λέξη θάνατος, κατέφυγα πολλές φορές/ μοῦ φαίνονταν, ἡ μόνη ἀληθινή. Σε παλαιότερη συνέντευξή σου (Αὐγή 23/11/1997) εἶχες τονίσει: «Επηρεάστηκα ἀπό τήν ἐλεγειακή ποίηση. Στην «αισιόδοξη» ποίηση δεν πιστεύω. Βάζω τή λέξη σέ εἰσαγωγικά, γιατί ἔχω τή γνώμη πώς δέν ὑπάρχει τέτοια ποίηση. Επιτρέψτε μου νά ἔχω μεγάλη δυσπιστία στην ποίηση πού δέν βγαίνει από πόνο». Ας σταθοῦμε σ' αὐτό τό σημεῖο, νά τό σχολιάσουμε κάπως περισσότερο. Γιατί όπωσδήποτε πόνος; Είναι γιατί, ὅπως ἀναφέρεις σέ μιά ἄλλη συνέντευξή σου ('Αγγελιοφόρος 30/5/2004), «γράφω ποιήματα» σημαίνει προσπαθώ να κρατηθῶ στή Ζωή... ἀπό μιά ἔλλειψη γράφουμε. Καί δέ γράφουμε παρά τότε μόνο πού τό κενό μᾶς ἀπειλεῖ;
- Χ.Λ.: - Πάλι ἀπαντᾶς, καί μάλιστα πολύ χαρακτηριστικά, στο ερώτημά σου μεταφέροντας στίχους μου. Οπωσδήποτε δεν πιστεύω στην “αισιόδοξη” ποίηση. Ἔχεις ἐσύ διαβάσει – καθότι καί ποιητής – αισιόδοξο ποίημα; Μιλάμε για ποίημα. Ἐγώ τουλάχιστον ὄχι. Ἔπειτα δέν ὑπάρχει “αισιόδοξη” ή “ἀπαισιόδοξη” ποίηση. Υπάρχουν καλοί καί κακοί ποιητές... Εσύ τί λές; Από μιά έλλειψη δέ γράφουμε; Καί δέν συμφωνεῖς ὅτι τά ποιήματα πρέπει νά βγαίνουνε από πόνο; Ο Ντοστογιέφσκι ἔχει πεῖ: “δῶστε μου ἕναν πόνο νά σᾶς δώσω ἕνα ἀριστούργημα”.
Β.Ι.: Τόπος δοκιμασίας ἡ ποίηση ἀλλά καί ὕπαρξης (Συνέντευξη Αὐγή 23/12/1997) Ύπαρξης ναί ἀλλά γιά ποιόν; Ποιός εἶναι ὁ ἀποδέκτης της ποίησης; Ποῦ ἀπευθύνεται τό ποίημα, στούς ἄλλους, σε κάποιο υποθετικό αναγνωστικό κοινό ή μήπως ὁ κατ ̓ ἐξοχήν, ὁ μοναδικός αποδέκτης εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ποιητής πού «ἁρπάζεται σάν τόν πνιγμένο ἀπ' τήν σανίδα-ποίηση»; Κι ἂν ἔτσι ἔχουν τά πράγματα γιατί ὁ ποιητής αναζητᾶ ἀγωνιωδῶς τήν ἀναγνώριση αδιαφορώντας επιδεικτικά γιά τό ἔργο τῶν ὁμοτέχνων του; Ποιό το κέρδος; Μήπως ἔτσι δέν εὐτελίζεται ή ποίηση καί δέν ακυρώνεται ή λειτουργία της σάν «τόπος δοκιμασίας καί ὕπαρξης»;
Χ.Λ.: - Κατ' αρχήν, ὅταν γράφεις, δέν βάζεις κανένα ἐρώτημα στόν ἑαυτό σου: “γιατί γράφω;”, “για ποιόν γράφω;”. Γράφεις γιατί δέν μπορεῖς νά κάνεις ἀλλιῶς. Ἔπειτα ὁ ἀληθινός ποιητής δεν γράφει γιά τήν ἀναγνώριση. Ἐκεῖνο πού τόν καίει ὅμως εἶναι νά δεῖ τί κάνει. Γι' αυτό δίνει τά ποιήματά του σε ομότεχνους νά τοῦ ποῦν τή γνώμη τους. Ωστόσο, ὅταν τό ποίημα πάρει την τελική του μορφή καί δημοσιευτεί, θα πάρει τό δρόμο του. Αν πράγματι “ὑπάρχει”, θά βρεῖ καί τούς ἀναγνῶστες του.
Β.Ι.: Είναι κοινή διαπίστωση ὅτι ὁ κόσμος οὔτε αγοράζει οὔτε διαβάζει ποίηση ἀλλά οὔτε καί οἱ ἐκδοτικοί οίκοι ἐπενδύουν στην ποίηση, τήν θεωροῦν ἀντιεμπορική. Τα Μ.Μ.Ε. δέν τήν προβάλλουν καί οἱ ἔμμισθοι κριτικοί λογοτεχνίας πού ἐργάζονται σ' αὐτά (κυρίως στον τύπο) θεωροῦν ἐπαγγελματικά ασύμφορο να ἀσχοληθοῦν μέ τήν ποίηση. Ἔτσι ἡ ποίηση πορεύεται τόν μοναχικό της δρόμο καί ή τύχη της κρίνεται ἐρήμην τοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ ἐξαρτώμενη ολοκληρωτικά ἀπό τίς διαθέσεις καί τίς ἀποφάσεις μιᾶς ὀλιγομελούς κοινότητας κριτικῶν λογο τεχνίας. Να γιατί δέν εἶναι περίεργο πού οἱ ποιητές ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο να τύχουν τῆς εὔνοιας τῶν κριτικῶν καί νά εἰσπράξουν ὅσο τό δυνατόν περισσότερες ευνοϊκές κριτικές. Είναι αυτονόητο ότι κάτι τέτοιο δεν δίνει κῦρος στην ποίηση, δέν ἀποτελεῖ ὑπεράσπισή της αλλά εκποίησή της. Μήπως ὅμως ζητᾶμε πολλά ἀπό τήν ποίηση; Μήπως ο ρόλος της εἶναι ὑπερτιμημένος καί ἡ ὕπαρξή της ελάχιστα ή καθόλου ἐνδιαφέρει τόν κόσμο, ή δέ παρέμβασή της είναι μηδαμινή ἕως ἀνύπαρκτη; Ποιός πιστεύει πραγματικά σ' αυτήν; Ο Μίλτος Σαχτούρης σέ ἀναδημοσιευμένη παλιά συνέντευξή του στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17/6/2006 στην ερώτηση «Πῶς μπορεῖ ἕνας ποιητής να φανεί χρήσιμος; Τό ἔργο σας ἔχει κάποιο αἴτημα πέρα ἀπό τή μυστηριώδη ἀνάγκη πού τό κινεῖ;» απαντά. Ο ποιητής είναι ἄχρηστος. Εἶναι είδος πολυτελείας. Βοηθάει ὁρισμένους μόνον εὐαίσθητους ἀνθρώπους νά ξεπεράσουν τις δυσκολίες πού ἔχει αὐτή ἡ ζωή. Βρισκόμαστε ἀπ ̓ ὅ,τι φαίνεται πολύ μακριά, ἴσως νά ἀποτελεῖ οὐτοπία, ἀπό τόν ποιητή ὅπως τόν ὁραματίστηκε ὁ Ρεμπώ καί ὅπως τόν παρουσιάζει ὁ Χένρυ Μίλλερ στο βιβλίο του γιά τόν Ρεμπώ «Ο καιρός τῶν δολοφόνων» ἐκδ. ΝΕΦΕΛΗ 1982. Γράφει ὁ Μίλλερ: «Η τέχνη πρέπει να προκαλεῖ τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, τόν ὁραματισμό, τη διαύγεια, τό θάρρος καί τήν πίστη. Ποιός εἶναι ὁ καλλιτέχνης τοῦ λόγου πού, αὐτά τα τελευταία χρόνια, συγκλόνισε τον κόσμο στο βαθμό πού τό πέτυχε ὁ Χίτλερ; Ποιό ποίημα αναστάτωσε τόν κόσμο ὅπως τό ἔκανε ἡ ἀτομική βόμβα;... Υπάρχει ἔστω ἕνας ποιητής πρώτου μεγέθους; Δε βλέπω κανέναν. Καί δέν ὀνομάζω ποιητή ὅποιον σκαρώνει στίχους, μέ ή χωρίς ρίμα, ἀλλά ἐκεῖνον πού εἶναι ἱκανός να ἀλλάξει βαθιά τόν κόσμο». Μιά παρόμοια θέση εκφράζει καί ὁ Μανόλης Αναγνωστάκης, τήν ἴδια ἀρνητική ἀπάντηση δίνει μέ τούς παρακάτω στίχους ἀπό τό ποίημα «Επίλογος» τῆς συλ λογῆς «Στόχος». - /«Γιατί», ὅπως πολύ σωστά εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος, «Κανένας στίχος σήμερα δέν κινητοποιεῖ τίς μάζες/ Κανένας στίχος σήμερα δέν ἀνατρέπει καθεστῶτα». Ποιά ἡ δική σου ἄποψη Χρίστο γιά τόν ρόλο τῆς ποίησης καί τοῦ ποιητῆ, ποιά ή θέση καί ἡ λειτουργία τῆς ποίησης στόν τόπο μας σήμερα καί πῶς κρίνεις τόν ποιητή ὅπως τόν ὁραματίστηκε ὁ Ρεμπώ; Τόν ποιητή-ἄνθρωπο, τόν ποιητή τῆς ζωῆς καί τῆς δράσης, τόν ποιητή πού ή ζωή του γίνεται λόγος καί ὁ λόγος ζωή; 
Χ.Λ.: - Πολύ σωστά ὅσα διατυπώνεις σ' αὐτό σου τό ἐρώτημα. Καί ὁ ρόλος τῆς ποίησης; Μεγάλες κουβέντες: ὁ ποιητής – ἄνθρωπος, ὁ ποιητής τῆς ζωῆς καί τῆς δράσης, ὁ ποιητής πού ή ζωή του γίνεται λόγος καί ὁ λόγος ζωή. Η γνώμη μου εἶναι πώς ὁ ρόλος τῆς Ποίησης εἶναι “νά παρηγορεί. Ὅταν ὁ ἀναγνώστης διαβάζοντας τό ποίημα βλέπει πώς καί κάποιος ἄλλος πάσχει ὅπως κι αὐτός, παρηγορεῖται. Νιώθει καλύτερα. Άλλα τά εἴδη τοῦ Λόγου πού εἶναι γιά νά “κινητοποιοῦν τίς μάζες γιά νά ἀνατρέπουν καθεστῶτα.” Καί βέβαια καί ἡ ρητορική ποίηση. Αλλά εἶναι ποίηση;
Β.Ι.: Η πρώτη συλλογή «Ο εὐτυχισμένος καιρός ἐπέρασε» ἀποτελεῖ τόν προθάλαμο τῆς ποιητικῆς θεώρησης τοῦ Χρίστου Λάσκαρη. Μᾶς εἰσάγει καί μᾶς προϊδεάζει γιά τό τί πρόκειται νά ἀκολουθήσει. Οι τίτλοι τῶν ἄλλων πέντε συλλογῶν πού ἐκδίδονται στη συνέχεια, «Νά ἐμποδίζεις τις σκιές» 1982, «Να τελειώνουμε!» 1986, «Σύντομο βιογραφικό» 1991, «Τέλος προγράμματος» 1997, «Δωμάτιο γιά ἕναν» 2001, είναι δηλωτικοί τοῦ ἐλεγειακού χαρακτήρα τῶν ποιημάτων. Ασκήσεις μοναξιᾶς καί θανάτου, ἡ τραγική μοῖρα τοῦ μοναχικοῦ ἀνθρώπου· ἕνα πνεῦμα σε διαρκή ἐγρήγορση καί ἐνδοσκόπηση, πού ἀγωνίζεται νά ὑπάρξει κόντρα στη γυμνή ἀλήθεια, την σκληρή πραγματικότητα καί τήν καθημερινή θανάσιμη ἐπανάληψη. ̓Ανατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς σκάβει βαθιά, ἀνοίγει λάκκους, «ξεθάβει μέρες παιδικές», ξετυλίγει τό νῆμα τοῦ σκοτεινοῦ της λαβυρίνθου, φέρνει στό φῶς θαμμένα μυστικά. Επώδυνη καί ἐργώδης πορεία στήν ἔρημο τῆς ἀλήθειας, στην κοφτερή λάμψη τοῦ ἀνυπότακτου νοῦ. Ολομόναχος ὁ ποιητής, απόντες οἱ ἄλλοι, ἀπών ὁ μῦθος, ἀπών κι ὁ οὐρανός, ἡ ἐλπίδα, μιά κάποια παρήγορη προσδοκία γιά κάτι πέρα ἀπ' τό κενό, πέρα ἀπό τό χῶμα. Μόνο του στήριγμα ή ποίηση «ή γλυκιά της αίσθηση, ή θαυμαστή της πληρότητα», «ή βακτηρία του γιά τά γεράματα», «οἱ μικρές καθημερινές λέξεις», «τά ποιήματα πού ἐμποδίζουνε τό θάνατο νά έκδηλωθεί». Ο ποιητής ακροβατεί στο τεντωμένο σκοινί τῆς ποίησης. Από κάτω χάσκει τό κενό, τό σκοτάδι, ἡ ἀνυπαρξία, ὁ τάφος. Ο θάνατος παραμονεύει παντοῦ. Κι ὅταν ἡ ποίηση ἐκλείπει, ὁ ποιητής βυθίζεται στη συντριβή καί ή ζωή του νεκρώνεται. «Αγονη σιωπή» ... Αλλά, Θεέ μου, ὄχι μιά τέτοια σιωπή. Τί σόϊ σιωπή εἶναι αὐτή πού δέ γεννάει ποιήματα. Μιά ἄγονη σιωπή που παραπέμπει στούς στίχους τοῦ Καρυωτάκη/Ακόμη ὁ πόνος, ἄλλοτε πού εὐώδα, νά μέ βαραίνει στείρος. Η συνεχής άσκηση θανάτου ὁδηγεῖ στή δραματική κορύφωση τῆς προετοιμασίας γιά τήν ἔλευσή του, καθιστώντας τον συνοδοιπόρο καί σύντροφο. «Έρχεται ὁ θάνατος» Ἔρχεται ὁ θάνατος καί κάθεται δίπλα μου, τελευταῖα ὅλο καί πιό συχνά ἔρχεται καί κάθεται δίπλα μου κάθεται αμίλητος, μέ τό χέρι του πάνω στο γόνατό μου. Ξεκινώντας ἀπό τό ποίημα «Απνοια», τῆς συλλογῆς «Νά ἐμποδίζεις τί σκιές», ὅπου προβάλλεται ἡ ἐσωτερική άπνοια στο εξωτερικό σκηνικό/Απομεσήμερο κι οἱ δρόμοι ἄδειοι, τά τραπεζάκια στην πλατεία κουρασμένα, καί περνώντας δείγματο ληπτικά στα ποιήματα, «Μοναχικοί ταξιδιώτες», τῆς συλλογής «Να τελειώνουμε», «Εθνικός δρόμος» τῆς συλλογῆς «Σύντομο βιογραφικό», «Ἡσυχία» τῆς συλλογῆς «Τέλος τοῦ προγράμματος», ὡς καί τήν τελευταία συλλογή «Δωμάτιο γιά ἕναν», ὁ Λάσκαρης πορεύεται αταλάντευτα τόν δύσκολο δρόμο τῆς μοναξιᾶς καί τοῦ θανάτου σαρκάζοντας καί αυτοσαρκαζόμενος, κάποιες φορές ετοιμόρροπος αλλά πάντοτε ἐποπτεύων, φτάνοντας κάποτε σέ ἔξοχες εικόνες ἀσύλληπτης ἐπινόησης εκρηκτικά δραματικές καί μακάβριες καί μεταφέροντας κάτι ἀπ' τήν δαιμονική ατμόσφαιρα τοῦ Κάφκα καί τοῦ Πόε. Λίγο πριν πέσει ἡ αὐλαία, στο ποίημα «Μονόπρακτο» θα πει Τό ἔργο παίζεται σε μία πράξη καί μέ ἕνα μόνο πρόσωπο:/ αὐτόν ὁλομόναχο πάνω στη σκηνή να λέει τα πικρά του λόγια. Η αυλαία πέφτει, τά φῶτα σβήνουν καί ὁ ποιητής συνεχίζει τον δικό του μοναχικό δρόμο. «Ο δρόμος» Πήγαινα μόνος, ὁ δρόμος ήταν μακρύς και σιωπηλός και εγώ πήγαινα μόνος. Προσπάθησα μέ μιά πνοή να διαπεράσω τό ποιητικό σου σῶμα καί νά φτάσω στο απόσταγμα τῆς ποίησής σου. Χρίστο ὁ λόγος σέ σένα. Μέ ἀφορμή τά παραπάνω δῶσε μας μία συνοπτική προσέγγιση τῆς ποίησής σου μέσα ἀπό ἕνα σου αὐτοσχόλιο.
Χ.Λ.: - Πόσο αναλυτικά, μέ τί οξυδέρκεια, παραθέτοντας στίχους καί ποιήματα, ἀσκεῖς τήν κριτική σου, καί πόσο ουσιαστικά εἶναι αὐτά πού γράφεις. Τό αὐτοσχόλιό μου: καί βέβαια, είναι μοναχικός ὁ δρόμος τῆς ποίησης. Μέσα στην σπαραχτική της ερημιά, ή Ομορφιά. Χάσκει κάτω μας τό κενό. Αλλά ή αισθητική πού ἀποπνέει τό ποίημα, ὅταν τό κατορθώνεις, σε γεμίζει, σε κρατάει ζωντανό. “Πηγαίνεις μόνος”, ὁ δρόμος σιωπηλός καί μοναχικός. Ὅσο πιό μοναχικός, τόσο καί πιό μοναδικός.
Β.Ι.: Χρίστο ποιά ἡ ἄποψή σου γιά τήν θρησκεία, την πολιτική καί τήν ἐπιστήμη; Πιστεύεις σ' αὐτές; Γράφεις στα ποιήματα «Ο ουρανός κι ἐγώ» καί «Χῶμα εἴμαστε» τῆς συλλογῆς «Δωμάτιο γιά ἕναν». Στο πρώτο: Ποτέ μου δεν ταξίδεψα στόν οὐρανό... ὁ οὐρανός στάθηκε πάντα μακρινός και υλικό για ποίηση. Καί στό ἄλλο: χῶμα εἴμαστε καί στό χῶμα θά πᾶμε. Τόν οὐρανό, γιά λόγους πού εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανείς, τόν ἐπινοήσαμε. Αν ἀπό τόν ἁπλό ἄνθρωπο ἀφαιρέσουμε τήν πίστη στην θρησκεία μέ τί θά τήν ἀντικαταστήσουμε; Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπό κάποιο στήριγμα, «τήν βακτηρία του» όπως αναφέρεις. Καί ἄν γιά τόν ποιητή, τόν καλλιτέχνη, τό στήριγμα εἶναι ἡ δημιουργία, γιά τόν πολιτικό ή πολιτική καί γιά τόν ἐπιστήμονα ή επιστήμη, ποιά μπορεῖ νά εἶναι «ή βακτηρία» τοῦ ἁπλοῦ ἀνθρώπου; Ο φιλόσοφος Τζόρτζ Στάινερ σε μεταφρασμένη συνέντευξή του (Καθημερινή 14/01/2001), στις ερωτήσεις ἄν «ἡ ἰδέα τῆς πνευματικῆς καλλιέργει ας πού ἀναδύθηκε από τον Διαφωτισμό πέτυχε στον ρόλο της νά ἐξανθρωπίσει τόν ἄνθρωπο» καί «ποιά ηθική θά ἦταν δυνατό νά οἰκοδομηθεί στον 21ο αιώνα καί ποῦ θα μποροῦσε νά στηριχθεῖ αὐτή;», ἀπαντᾶ: – Γιά μένα ὁ ἐξανθρωπιστικός ρόλος τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν πρέπει να τεθεί σοβαρά υπό αμφισβήτηση. Ανθρωπιστικές ἐπιστῆμες, ανθρωπιστικά γράμματα ... τί ἀλαζονικές λέξεις! Αλλοτε ή ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ στήριζε τίς ἀξίες ἀκόμη καί τίς αἰσθητικές. Ὅμως, εφόσον οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν ὅλο καί λιγότερο, θά πρέπει νά βροῦμε μιά ἠθική τοῦ ἀνθρώπου, μιά ἠθική χωρίς Θεό, χωρίς δεκάλογο, μιά κοσμική ηθική Πιστεύω ὅτι μποροῦμε νά βροῦμε στίς ἐπιστῆμες, μιά ηθική τῆς ἀλήθειας, μιά ποιητική τοῦ αὔριο, ἕνα νόημα τοῦ μέλλοντος. Στά γράμματα μπλοφάρουμε ἀπό τό πρωΐ ὥς τό βράδυ. Στίς ἐπιστῆμες δέν ἔχει μπλόφες. Αν κάνεις ζαβολιές εἶσαι τελειωμένος-. Πῶς σχολιάζεις τήν ἄποψη αυτή τοῦ Στάινερ;
Χ.Λ.: - Δέν εἶμαι σε θέση να σχολιάσω τήν ἄποψη αυτή του Στάινερ. Εκείνο όμως πού θά ἤθελα νά τονίσω εἶναι: “ἡ στάση ζωῆς" πού πρέπει νά ἔχουμε. Καί πάνω ἀπ' ὅλα ἡ ἀξιοπρέπεια. Καί κυρίως ή πίστη σέ κάτι. Δέν εἶναι ἀπαραίτητο αὐτό τό “κάτι” νά εἶναι ἡ θρησκεία, ἤ ἡ ἐπιστήμη, ή ή πολιτική. Μπορεῖ νά εἶναι ἕνα σκαμνί πού φτιάχνει ὁ ἄντρας, ἤ μιά μηλόπιττα πού φτιάχνει ἡ γυναίκα. Ὅταν πιστεύουν σ ̓ αὐτό πού κάνουν νιώθουν μια πληρότητα. Απλοί άνθρωποι πού δέν πολυβασανίζονται μέ σκέψεις, πού ζοῦνε ἁπλά αλλά ουσιαστικά. Ο D.H Lawrence στο ποίημά του: “Είμαστε Μεταβιβαστές” (μεταγραφή Ελένη Δαμβουνέλη), γράφει: «... Ακόμη κι όταν μιά γυναίκα φτιάχνει μιά μηλόπιττα ἤ ἕνα σκαμνί ἕνας ἄντρας, ἄν ζωή πάει μέσα στη μηλόπιττα, καλή εἶναι ἡ μηλόπιττα, καλό τό σκαμνί, εὐχαριστημένη εἶναι ἡ γυναίκα, μέ νέα ζωή να κελαρύζει μέσα της, εὐχαριστημένος καί ὁ ἄντρας...». Γράφεις: “ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἕνα στήριγμα “τή βακτηρία του”. Ο καλλιτέχνης ἔχει στήριγμα τη δημιουργία. Ο απλός άνθρωπος ὅμως;” Τό σκαμνί πού θά φτιάξει ή τη μηλόπιττα. Κάθε ἄνθρωπος βρίσκει να κάνει αὐτό πού τοῦ ταιριάζει. Αρκεῖ σ ̓ αὐτό πού κάνει νά ὑπάρχει ἀγάπη καί συνέπεια. Ο Πόουπ ὁ ποιητής έχει γράψει: «παιξε καλά το ρόλο σου μονάχα αὐτό ἀξίζει.»
Β.Ι.: Ποιά εἶναι ἡ ἄποψή σου γιά τήν «κοινωνική ποίηση» ή καλύτερα γιά τήν ποίηση μέ κοινωνικό προσανατολισμό; Καί δέν λέω «στρατευμένη ποίηση», δέν τήν ταυτίζω μέ αὐτήν. Θά μποροῦσε ὡστόσο κάτω από ιδιαίτερες καταστάσεις να παί ξει ένα σημαντικό ρόλο «ή στρατευμένη ποίηση» καί νά ἀποβεί καθοριστικά χρή σιμη; Στήν ἐρώτηση «Ποιός εἶναι ὁ ρόλος τοῦ ποιητῆ σε δύσκολους καιρούς» (Συνέντευξη «Καθημερινή» 20/02/2000) ὁ Μίλτος Σαχτούρης ἀπαντᾶ. – Ο ρόλος τοῦ ποιητῆ εἶναι ἕνας καί στούς εὔκολους καί στούς δύσκολους καιρούς: νά εἶναι ὁ ἑαυτός του καί νά γράφει αὐτά πού λέει ἡ καρδιά του καί τό μυαλό του. Ὅσοι ἐπηρεάστηκαν πολύ ἀπό τά γεγονότα καί πῆραν θέσεις πολύ επαναστατικές χάθηκαν. Μόνο ἕνας εἰλικρινής ἔμεινε. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Γιατί ἡ ποίηση δέν εἶναι περιστασιακή, είναι αἰώνια - Στό ἔργο σου δέν συναντώνται στοιχεία κοινωνικῆς ποίησης. Ὅ,τι ὑπάρχει εἶναι μιά νοσταλγική καί ἔμμεση παραίνεση γιά ἐπιστροφή στη φυσική ζωή καί μιά απορριπτική προσέγγιση τοῦ σύγχρονου καί ἀποξενωτικοῦ τρόπου ζωής στις πόλεις. Αναφέρω τά ποιήματα: «Δύσκολοι και ροί», «Παιδιά τῶν ἀσανσέρ» (ἴσως τό ἀντιπροσωπευτικότερο), «Ανθρωποι τῆς πόλης», «Ο φωταγωγός», «'Ανοίγω το παράθυρο». «Το σύνθημα» (ένα πικρό σχό λιο γιά τό ποῦ καταλήγουν οι κατά καιρούς κοινωνικοί αγώνες), «Το σούπερ-μάρκετ», «Κάποτε στην Αθήνα», «Καταστολή εξέγερσης» καί «Οδός Κωνσταντινουπόλεως» Σ' αὐτό τό δρόμο με τις πολυκατοικίες, παλιά παίζαμε.... Τώρα δέν παίζουνε παιδιά. Τώρα ουρλιάζουν τροχοφόρα.
Χ.Λ.: - Κοινωνική ποίηση; οπωσδήποτε, ναί. Μόνο νά μή γράφεται ἐξεπίτηδες. Αὐτό θά ἦταν κακό. ̓́Αν τώρα συμβεῖ νά ἔχει τό ποίημα καί κοινωνικό χαρακτήρα καλό θά εἶναι. Αν δέν ἔχει τί νά κάνουμε. Δέν χάλασε κι ὁ κόσμος. Πάντως, τό ποίημα ἀρκεῖ νά ὑπάρχει. Κι ὅταν ὑπάρχει ὅλα τά κάνει. Η εμβέλειά του εἶναι ἀπεριόριστη.
Β.Ι.: Σε συνέντευξή σου (ΑΥΓΗ 23/11/1997) είχες αναφέρει πώς ἐκτός ἀπό τήν ἐλεγειακή ποίηση, οἱ ποιητές ἀπό τούς ὁποίους επηρεάστηκες περισσότερο εἶναι ὁ Καρυωτάκης καί ὁ Καβάφης καί ἀπό τούς ξένους ὁ Ουνγκαρέτι. Σημαντικές συγγένειες διαπιστώνονται ἐπίσης καί μέ τόν Χριστιανόπουλο, ἐνῶ δέν λείπουν καί κάποιες ἐπιρροές από τόν ̓Αναγνωστάκη. Οἱ ἐπιδράσεις αὐτές ἀνιχνεύονται στο ἔργο σου. Ο Καρυωτάκης ὡς πρός τόν ἐλεγειακό, σατιρικό, σαρκαστικό καί πικρό χαρακτήρα (ποιήματα: «Ἐπαρχία» σελ. 29, «Ἐπαρχία» σελ.278, «Κάθε πρωΐ στην ἴδια στάση», «Υπάλληλοι», «Σβηστό ήφαίστειο», «Αγονη σιωπή»), ο Καβάφης μέ τήν πυκνότητα καί ἀκρίβεια τοῦ λόγου, τίς στέρεες εἰκόνες, τήν σκηνοθετημένη ὀργάνωση τοῦ ποιήματος, τήν δημιουργία ατμοσφαιρικής συγκίνησης («Ανία», «Επέστρεφα», «Ξενοδοχείο “ἡ ̓Αρκαδία"», «Παραίτηση»), ὁ ̓Αναγνωστάκης μέ τόν ευθύβολο λόγο, την πικρή σάτιρα καί τήν εὑρηματικότητα τῶν συμβόλων («Ο νεκρός»), ὁ Χριστιανόπουλος μέ τήν μοναξιά τοῦ ἔρωτα, την συμπυκνωμένη καί μικρή φόρμα τοῦ ποιήματος («Θά μιλήσω γι' αὐτούς», «Τί ἔφταιξε», «'Ανέραστα βιβλία»), καί τέλος ὁ Οὐνγκαρέτι μέ τήν λεπτότητα, διαύγεια καί ἀνάλαφρη αίσθηση στίς εἰκόνες καί στόν λόγο. Ποιοί ἄλλοι ποιητές ἐπέδρασαν γόνιμα καί μέ ποιό τρόπο στο ποιητικό σου ἔργο;
Χ.Λ.: - Δέν ξέρω πῶς τό ἐννοοῦσα τότε. Πάντως εἶναι οἱ ποιητές πού περισσότερο ἀγαπῶ καί μουρμουρίζω ποιήματά τους. Κι ὅταν ἀγαπᾶς κάτι εἶναι εὔλογο να ἐπηρεαστεῖς. Αν καί ἀναλογιζόμενος τά ποιήματά μου δέν βλέπω φανερούς έπηρεασμούς. Αν ἐσύ βλέπεις, ἔτσι θά εἶναι. Μέ ρωτάς ποιοί ἄλλοι ποιητές μέ ἐπη- ρέασαν. Πολλούς ποιητές δικούς μας καί ξένους ἔχω κατά καιρούς ἀγαπήσει καί μερικά ποιήματά τους τα μουρμουρίζω καί τά ἀπολαμβάνω. Πῶς νά μήν ἀπολαύ σεις τό δραματικό ποίημα "Κοινωνία" τοῦ Ἕζρα Πάουντ: «Η οικογένεια παρήκμαζε, καί οὕτω πῶς ἡ μικρή ̓Αουρέλια, πού εἶχε γελάσει σε δεκαοχτώ καλοκαίρια, τώρα ὑπομένει τό παράλυτο χάδι τοῦ Φιδίππου».
Β.Ι.: Υπάρχουν στην ποίησή σου λέξεις-κλειδιά που συναντώνται συχνά ἤ σταθερά. ̓Αναφέρω ἐνδεικτικά τίς ἑξῆς: Μητέρα, πατέρας, παιδί, σπίτι, κάμαρη, παράθυρο, δρόμος, ἐπιστροφή, νύχτα, φεγγάρι, μοναξιά, ερημιά, σιωπή, θλίψη, ἀνία, σκιά, καφενεῖο, ἐπαρχία, Κυριακή. Εξαιρῶ κάποιες σημαντικές στις οποίες ἤδη ἔχουμε ἀναφερθεῖ ἐκτενῶς. Πώς λειτουργοῦν οἱ λέξεις αυτές στην ποίησή σου; Τί σημαίνει ἡ ἐμμονή στις λέξεις επαρχία καί Κυριακή; Τρία ποιήματά σου ἔχουν τόν τίτλο «Επαρχία» ἐνῶ γιά τήν Κυριακή γράφεις στο ποίημα «Φοβερότερος αὐτός» Εκτός ἀπό τόν φυσικό, υπάρχει καί ὁ ἄλλος θάνατος: αὐτός τῆς Κυριακῆς/. Γιατί φοβερότερος αὐτός;
Χ.Λ.: - Σέ ὅλους τούς ποιητές, επανέρχονται με κάποια συχνότητα κάποιες λέξεις στα ποιήματά τους. Η εμμονή μου στις λέξεις επαρχία καί Κυριακή, δηλώνει τήν ἀνία καί τήν πλήξη, αὐτή τήν ἀκηδεία πού κατατρύχει τόν εὐαίσθητο ἄνθρωπο ἰδίως τις Κυριακές. Από αὐτή τήν ἄποψη γράφω πώς ὁ θάνατος τῆς Κυριακῆς εἶναι φοβερότερος.

Β΄ΜΕΡΟΣ

ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ


Πάροδος, τχ. 13 (Μάρτιος 2007)


Β.Ι.: Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης σ' ἕνα του κριτικό σημείωμα (ΑΥΓΗ 11/01/2004) μέ ἀφορμή τήν ποιητική σου συλλογή «Δωμάτιο γιά ἕναν» γράφει γιά τό σύνολο τοῦ ἔργου σου τήν ἑξῆς εὔστοχη καί σημαντική παρατήρηση. - Ένα μαγικό στοιχεῖο τῆς ποίησης τοῦ Λάσκαρη εἶναι ἡ σκηνοθεσία της. Κάθε ποίημα εἶναι ἕνα θεατρικό ἔργο, ἕνα ἀκαριαίο μονόπρακτο. Πράγματι πρόκειται για ποιήματα μέ εικαστική καί σκηνογραφική απόδοση καί μέ ὀργάνωση σκηνοθετική. Ποιήματα- στιγμιότυπα, σοφά ἐπιλεγμένα καί στημένα, ἀποτυπωμένα ἀστραπιαία σά νά ἔχει παγώσει ἡ εἰκόνα τή στιγμή τῆς σύλληψής τους. Αὐτή τήν σκηνοθετημένη καί ατμοσφαιρική οργάνωση τῶν ποιημάτων την βρίσκουμε συχνά στον Καβάφη, τόν Χριστιανόπουλο καί ἀρκετούς ἄλλους ποιητές τῆς «ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ», γιά νά ἀναφέρω κάποιους μόνο ποιητές μέ τούς ὁποίους ὁ Λάσκαρης ἔχει συγγενικά γνωρίσματα. Πῶς ὀργανώνεται αὐτή ἡ σκηνοθεσία, που στοχεύει καί τί πετυχαίνει;
Χ.Λ.: - Κοίταξε: ὁ κάθε ποιητής μέ τόν καιρό καί δουλεύοντας σκληρά, φτάνει σε μιά προσωπική γραφή, σέ μιά φόρμα τοῦ ποιήματος πού οὔτε μποροῦσε νά τήν φανταστεί. Τώρα που στοχεύει καί τί πετυχαίνει αὐτή ἡ σκηνοθεσία, μόνο ὁ ἀναγνώστης θα μποροῦσε νά πεῖ.
Β.Ι: Να μείνουμε γιά λίγο ἐδῶ, νά εἰσχωρήσουμε στη γλώσσα, στη δομή καί στήν ὀργάνωση τῶν ποιημάτων. Γράφει ὁ ̓Αργύρης Χιόνης στο ίδιο σημείωμα. - Διαπίστωσα τήν ἐκπληκτική συνέπεια καί τή διαρκή ανανέωση. Ποίηση ευρηματική, πυκνή, λιτή, μεστή, πού παρά τήν έμμονή ὡς πρός τό θέμα ποτέ δέν ἔχουμε έπα νάληψη ὡς πρός τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο αὐτό ἐκφράζεται. - Τό ποιά εἶναι ἡ αίσθητική τοῦ Λάσκαρη, ή ποιητική του θεώρηση, ή Ars poetica, μᾶς τό λέει ὁ ἴδιος σέ παλαιότερες συνεντεύξεις του. – Ποίηση σημαίνει τόπος δοκιμασίας, ἀγώνας γιά να κρατηθεῖς στή ζωή, ὅταν κινδυνεύεις, ὅταν ἀπειλεῖσαι ἀπό τό κενό, ἀπό τήν καθημερινή επανάληψη καί φθορά. Στόν ἀγώνα αυτόν εἶσαι ὁλομόναχος. Τά ποιήματα πρέπει νά βγαίνουν ἀπό τά βιώματα καί ὄχι ἀπό τήν φαντασία μας καί πρέπει νά γράφονται σπάνια καί διστακτικά -. Ακόμα πιο ολοκληρωμένα ἀναπτύσσει το ποιητικό του πιστεύω μέσα ἀπό τούς στίχους. Τουλάχιστον 26 ποιήματα άναφέρονται στην ποίηση, στην λειτουργία της, στον ρόλο της, στη σχέση ποίησης καί ποιητῇ. Τά παραθέτω: «Θέλω μονάχα», «Το ποίημα πού δέ γράφτηκε», «Το πηγάδι» σελ. 104, «Μέσα σου να σκάβεις», «Γιά νά γραφτεῖ αὐτό τό ποίημα», «Σε φίλο ποιητή», «Ποιητική τέχνη», «Τα στηρίγματα», «Έγραψε ποιήματα», «Ο τρόμος μου σε παραλλαγές», «Νά βγαίνεις ἀπ' τό ποίημα χορτασμένος», «'Αλίμονό σου», «Μόνο μέσα στα ποιήματα», «Κριτική», «Το ποίημα πού περιμένει», «Η βακτηρία του», «Τόν ἔρωτα τόν ζει», «Ποιήματα», «Προσευχήσου για μένα», «Παρακαλῶ, ἕνα ποί ημα», «Προτοῦ γεράσω κι ἄλλο», «Γι ̓ αὐτούς πού σκάβουν βαθιά», «Δέ γράφονται τά ποιήματα σ' ἕνα χαρτί»/ Δέ γράφονται τά ποιήματα σ' ἕνα χαρτί ξεθάβονται μέ μιάν ἀξίνα τά μεσάνυχτα ἀφήνοντας κι ἀπό ένα λάκκο./, «Το πηγάδι» σελ. 76 Τή σκοτεινή δοκιμασία ζῷ τοῦ ποιήματος/.../κάτι ανάμεσα χαμό κι ἐλπίδα./, «Γράφουμε ποιήματα σημαίνει» Γράφουμε ποιήματα σημαίνει ἐμποδίζουμε τό θάνατο, νά ἐκδηλωθεί..... «Στο γράψιμο» / "Η ευτυχία του βρίσκεται στο γράψιμο... καί ἡ ἐλευθερία του βρίσκεται στο γράψιμο καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν πλησίον. Υπάρχει κάτι πού θά ἤθελες να τονίσεις περισσότερο, κάτι σημαντικό πού παραλείφθηκε; Στήν ἐρώτηση «Τό ἔργο σας ἔχει, κυρίως ἀπό ἄποψη ὕφους, μιά συνεκτικότητα καί συνέπεια πρωτοφανή», ὁ Μίλτος Σαχτούρης ἀπαντᾶ. - Δέν ἐκτιμῶ ὅσους πετάγονται ἀπό τό ἕνα θέμα στό ἄλλο καί ἀλλάζουν ὕφος σάν πουκάμισο. Εἶναι κάτι πού μέ ένοχλεῖ καί στόν Πικάσο. Η λεγόμενη ανανέωση. Ἕνας γνήσιος ποιητής ἕναν κόσμο ἔχει καί αὐτόν ἐκφράζει. Πιστεύεις πώς σέ ἐκφράζει μιά τέτοια άποψη;
Χ.Λ.: - Ακουσε: ὁ κάθε δημιουργός, στην περίπτωσή μας ὁ ποιητής, έχει ἕνα δικό του χώρο προσωπικό πού θα κινηθεί. Μέσα του θα σκάψει. Όταν κάποτε ὁ χῶρος του ἐξαντληθεῖ, θά πρέπει νά βρεῖ τή δύναμη να σταματήσει. Γι' αὐτό ἔχω πεῖ πώς τά ποιήματα πρέπει να βγαίνουν ἀπ' τά βιώματά μας. Καί ὅπως βλέπεις συναντιέμαι μέ τό Σαχτούρη: «ὁ γνήσιος ποιητής ἕναν κόσμο ἔχει καί αὐτόν ἐκφράζει».
Β.Ι.: Αφησα γιά τό τέλος μιά ερώτηση πού ἀφορᾶ ἕνα ἐξαιρετικά ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τῆς ποίησής σου, πού τήν καθορίζει ἀπόλυτα καί τήν καθιστά ξεχωριστή περίπτωση σ' ολόκληρη τήν νεοελληνική ποίηση. Πρόκειται γιά τήν μικρή φόρμα τῶν ποιημάτων σου καί δέν ὁμιλῶ γιά μιά περιστασιακά μικρή φόρμα, κάτι πού μπορεῖ νά συναντήσουμε καί σέ ἄλλους ποιητές, ἀλλά γιά ὁλόκληρο τό ἔργο σου. Ἡ γλώσσα τῶν ἀριθμῶν τό βεβαιώνει. 317 ποιήματα συνολικά μέ κάτι λιγότερο από 18.000 συλλαβές· ἔργο δηλαδή μικρότερο σε έκταση ἀπό αὐτό τοῦ Καβάφη ἀκόμη καί τοῦ ̓Αναγνωστάκη. Εκτός από τήν πρώτη ποιητική συλλογή, ὅπου καί συναντώνται καί τά μεγαλύτερα ποιήματα (14 ξεπερνοῦν τίς 100 συλλαβές), μέ μέσο όρο συλλαβῶν κάθε ποιήματος 85, ὅλες οἱ ὑπόλοιπες συλλογές ἔχουν μέσο ὄρο συλλαβῶν τῶν ποιημάτων από 45-55. Πρακτικά αὐτό ισοδυναμεί με τετράστιχα ἤ πεντάστιχα ἐνδεκασύλλαβα ποιήματα. Από τίς ὑπόλοιπες συλλογές μόνο 4 ποιήματα ξεπερνούν τις 100 συλλαβές. Κανένα ποίημα σε ολόκληρο τό ἔργο δέν ξεπερνά τις 200 συλλαβές. Γίνεται λοιπόν απόλυτα κατανοητό πώς ὁ Λάσκαρης ἀναζητᾶ ὅλο καί περισσότερο τήν ἐκφραστική συμπύκνωση καί λιτότητα, μένοντας στο ἀπόλυτα ἀναγκαῖο καί ὁδεύοντας συνεχώς πρός τήν σιωπή, πρός μιά ποίηση πού θά μποροῦσε νά ὀριστεῖ σάν «ὁμιλοῦσα σιωπή» ή σάν «μικρές παύσεις στη σιωπή». Λέει στο ποίημα: «Γι' αὐτούς πού σκάβουν βαθιά» Τόν κέρδισε ή σιωπή. Εἶχε πολύ/μέσα στην ποίηση βαδίσει. Τό μικρῆς ἔκτασης ποίημα αρχίζει να κερδίζει έδαφος μεταπολεμικά. Ξεπηδά σάν μιά βαθύτερη εσωτερική ἀνάγκη ἀπέναντι στα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα ὁ ποιητικός λόγος ἰδιαίτερα στούς ποιητές τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς, ἀνα- διπλώνεται, γίνεται περισσότερο στοχαστικός, χαμηλόφωνος, ἐξομολογητικός καί ἄμεσος, ἀναζητώντας τήν συμπύκνωση καί τήν ἐκφραστική λιτότητα. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος καί ἀρκετοί ἀπό τούς συνεργαζόμενους ποιητές τοῦ περιοδικοῦ «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» καί τῶν «ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΟΥ», ἕνας ἀπό αὐτούς καί ὁ Χρίστος Λάσκαρης, καλλιεργοῦν τήν ρεαλιστική, ἀκριβῆ, σύντομη καί πυκνή ποι- ητική γραφή, γράφοντας κατά καιρούς ὀλιγόστιχα ποιήματα. Η πιό έκδηλη περίπτωση εἶναι τοῦ Ντίνου Χριστιανόπουλου μέ τήν συλλογή «Τό κορμί καί τό σαρά- κι». Μιά ἄλλη περίπτωση σύγχρονη, ἀποτελεῖ ὁ ἱερομόναχος Συμεών ή Συμεών ὁ Περουβιανός μέ δυό συλλογές στο ενεργητικό του «Συμεών μνῆμα», 1994 και «Μέ ἱμάτιον μέλαν» 1999, αμφότερες ἀπό τίς ἐκδόσεις ΑΓΡΑ. Μιά ποίηση ἀκόμα πιό σύντομη, πού τήν φέρνει κοντά στα χαϊκού, καί ἡ ὁποία κινείται στο μεταίχμιο τῆς ἀσκητικῆς καί κοσμικῆς ζωῆς. Μιά ποίηση πού τείνει κι αὐτή πρός τήν σιωπή άναδεικνύοντας τήν ἀξία της καί δίνοντας λόγο καί ἦχο στην εσωτερική της φωνή. Χρίστο μίλησέ μας γιά ὅλη αὐτή τήν πορεία, πῶς ξεκίνησε, τί ἦταν ἐκεῖνο πού σε ὤθησε νά γράψεις σύντομα ποιήματα καί πῶς παγιώθηκε αὐτός ὁ τρόπος έκφρα- σης; Δέν ἔνιωσες ποτέ τήν ἀνάγκη νά γράψεις κάποια στιγμή μεγαλύτερα ποιήματα; Θεωρεῖς ὅτι τό μικρό ποίημα πλεονεκτεῖ ἀπέναντι στα μεγαλύτερα ποιήματα; Ο Ζωγράφος Πάνος Παπανάκος (1930-1999) μιά ἀντίστοιχη περίπτωση μέ τήν δική σου, σε εικαστικό ὅμως ἐπίπεδο, καί ὁ ὁποῖος ζωγράφισε κατ' ἐξοχήν μικρά ἔργα, σ' ἕνα του αὐτοσχόλιο (Μάρτιος τοῦ 1997) ἀναφερόμενος στον λόγο πού τόν ὁδήγησε νά ἐκφράζεται ἔτσι, λέει «...Ζωγραφίζω σε μικρές διαστάσεις, γιατί οἱ μεγάλες με τρομάζουν, γιά τήν ἔνταση πού ἀπαιτοῦν γιά νά ἔχουν πυκνότητα». Συμμερίζεσαι τήν ἄποψη αὐτή; Η μακρόχρονη συνεργασία μέ τήν «ΔΙΑΓΩΝΙΟ» τοῦ Χριστιανόπουλου σέ ἐπηρέασε καί σέ ποιό βαθμό στην μικρή φόρμα τῶν ποι- ημάτων σου; Ταιριάζει ἤ ὄχι στο ταμπεραμέντο καί στήν φύση τοῦ ἔλληνα τό μικρό ποίημα καί ὁ ἐξαιρετικά λιτός τρόπος έκφρασης; Η κριτική νιώθει αρκετά αμήχανη στό νά προσεγγίσει περιπτώσεις πού ἐμφανίζουν κάποια ξεχωριστά χαρακτηριστικά καί πού τό ὑπόστρωμα γιά τήν ἀξιολόγησή τους ἤ τούς εἶναι ἄγνωστο ἤ ἀπουσιάζει καί ἑπομένως δύσκολα μποροῦν νά τούς ἐντάξουν κάπου. Θεωρεῖς ὅτι κάπως ἀνάλογα σέ προσέγγισε καί σέ προσεγγίζει ή κριτική;
Χ.Λ.: - Μικρό ή μεγάλο σε έκταση τό ποίημα, δέν ἔχει νά κάνει. ̓Αρκεῖ νά ὑπάρχει. Κι ὅταν ὑπάρχει, ὅπως τό ξανάπα, ὅλα τά κάνει. Η περίπτωσή μου: μέ μεγαλύτερα ποιήματα ξεκίνησα. Δουλεύοντας ὅμως, καταλάβαινα ὅλο καί περισσότερο. Ἔτσι ἔφτασα σ' αυτή τη μικρή φόρμα. Ο λόγος; Κατάλαβα, δουλεύοντας, πώς τό αἴσθημα, αὐτός ὁ ψυχισμός πού ἤθελα νά αἰχμαλωτίσω, στο κάπως ἐκτεταμένο ποίημα διαχέετο καί χανότανε. Καί ἦταν κρίμα. Καί μή νομίσεις πώς τό μικρό ποίημα εἶναι εὔκολο. Γιά νά αἰχμαλωτίσεις αὐτό τό αἴσθημα, αὐτή τήν ταραχή πού σέ διακατέχει, πρέπει να παλέψεις πολύ. Νά ἀφαιρέσεις καί νά ξανααφαιρέσεις. Καί πολλές φορές, να θυσιάσεις. Έτοιμο το μικρό ποίημα φαίνεται εὔκολο. ̓Αλλά δέν εἶναι. Ὅσον ἀφορᾶ τόν κ. Χριστιανόπουλο, τόν ποιητή τῆς «ερωτικῆς ἀγωνίας», πού τόν δραματικό χαρακτῆρα τῶν ποιημάτων του πολύ ἐκτιμῶ, ἡ συνεργασία μαζί του μέ βοήθησε πολύ. Καί θέλω ἐδῶ νά τό σημειώσω. Μαζί του γνωρίστηκα στα σαράντα ἐννέα μου. Πολύ μεγάλος γιά νά ἐπηρεαστῶ. Μέ τό ζωγράφο Πάνο Παπανάκο, πού τήν ταπεινή ζωγραφική του μέ τά ζεστά χρώματα, πολύ ἐκτιμῶ, γνωρίστηκα μετά το 1995 ὅταν εἶχε διαβάσει τά ποιήματά μου στη συγκεντρωτική ἔκδοση τῶν ἐκδόσεων “Μπιλιέτο”. Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε συνάντησή μας στη Θεσσαλονίκη – ήταν πολύ ἄρρωστος - πού μέ ρώτησε μέ δέος: «Χρίστο, τί λές; Υπάρχει τίποτα μετά από δῶ;» Ταράχτηκα. Ἔμεινα σιωπηλός. (Που να φανταστῶ ὅτι καί 'γώ ἀργότερα θα βρισκόμουνα σε παρόμοια θέση.) Ὅσο γιά τήν κριτική, ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐξετάζει, δέν εἶναι ἂν εἶναι μικρό ή μεγάλο τό ποίημα. Αλλά, ἄν εἶναι γνήσιο καί ἄν ἔχει ἀντίκρυσμα. 
Β.Ι.: Χρίστο, τί θά συμβούλευες τούς νέους, ἕνα εἶδος πνευματικῆς διαθήκης, σ' αὐτούς τούς δύσκολους καιρούς πού ζοῦμε;
Χ.Λ.: - Ποιός εἶμαι ἐγώ, ἀγαπητέ Βασίλη, γιά νά δίνω συμβουλές; Ὅσο γιά τούς δύσκολους καιρούς πού λές: οἱ δύσκολοι καιροί είναι καί πηγή γιά καλύτερη ποίηση. Ἂν ἔχω κάτι νά τούς συμβουλέψω: να διαβάζουν ὅλο καί περισσότερο ποίηση. Δική μας καί ξένη. Ο Σαχτούρης σέ μιά συνέντευξή του ἔχει πεῖ ὅσον ἀφορᾶ τούς νέους: «Δεν φαίνεται στό ἔργο τους, ή ποίηση πού ἔχει προηγηθεῖ». Τέλος, θά ἤθελα νά τούς πῶ νά ἔχουν μιά "στάση ζωής”, καί κυρίως ἀξιοπρέπεια. Παραθέτω σχετικό ποίημά μου. «Στο τσίρκο»: «Δέν ἄντεξε τή μοναξιά τοῦ ποιητή. Προσχώρησε κι αυτός στο τσίρκο». Εὐχαριστῶ.