Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2020: Έτος Αλμπέρ Καμί - 60 χρόνια από το θάνατό του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2020: Έτος Αλμπέρ Καμί - 60 χρόνια από το θάνατό του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» του Αλμπέρ Καμί (1913-1960) (μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. «Εξάντας», 1989)

.................................................







Αλμπέρ Καμί (1913-1960)










Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» του

 Αλμπέρ Καμί (1913-1960) (μτφ. Βασίλης Τομανάς, 


εκδ. «Εξάντας», 1989)

 

…Σηκώθηκε όρθιος μόλις τ’ άκουσε και με κοίταξε κατάματα. Είν’ ένα παιχνίδι, που το ‘ξερα καλά. Συχνά διασκεδάζαμε παίζοντάς το με τον Σελέστ ή τον Εμανουέλ και, κατά κανόνα, αυτοί απέστρεφαν τα μάτια. Κι ο ιερέας το ‘ξερε καλά τούτο το παιχνίδι, το κατάλαβα αμέσως: το βλέμμα του ήταν τελείως σταθερό. Ούτε και η φωνή του έτρεμε όταν μου είπε: «Ώστε δεν έχετε καμία ελπίδα και ζείτε με τη σκέψη ότι θα πεθάνετε ολόκληρος;» «Ναι», αποκρίθηκα.

   Κατέβασε τότε το κεφάλι και ξανακάθισε κάτω. Μου είπε ότι με λυπόταν. Έκρινε ότι κάτι τέτοιο ήταν αβάσταχτο για έναν άνθρωπο. Εγώ το μόνο που ένιωσα ότι άρχιζε να μ’ ενοχλεί. Γύρισα κι εγώ αλλού τα μάτια και πήγα κάτω απ’ το φεγγίτη. Ακούμπησα με τον ώμο στον τοίχο. Δίχως να τον πολυπαρακολουθώ, κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να μου υποβάλει ερωτήσεις. Μιλούσε γεμάτος ανησυχία και άγχος. Κατάλαβα ότι είχε συγκινηθεί, κι έδωσα μεγαλύτερη προσοχή στα λεγόμενά του.

   Μου έλεγε ότι ήταν βέβαιος πως η αίτησή μου θα γινόταν δεκτή, μα ότι κουβαλούσα το βάρος μιας αμαρτίας, κι απ’ αυτό έπρεπε ν’ απαλλαγώ. Κατά τη γνώμη του, η δικαιοσύνη των ανθρώπων δεν ήταν τίποτα και η δικαιοσύνη του Θεού ήταν το παν. Έκανα το σχόλιο ότι με είχε καταδικάσει η πρώτη. Μου αποκρίθηκε ότι, παρ’ όλ’ αυτά, η δικαιοσύνη των ανθρώπων δεν είχε εξαλείψει το αμάρτημά μου. Του είπα ότι δεν ήξερα τι ήταν αμάρτημα. Το μόνο που μου είχαν πει ότι ήμουν ένοχος. Ήμουνα ένοχος, πλήρωνα, δε μπορούσαν να μου ζητήσουν τίποτα περισσότερο. Εκείνη τη στιγμή, σηκώθηκε πάλι όρθιος, και σκέφτηκα ότι, αν ήθελε να μετακινηθεί μέσα σε τούτο το στενό κελί, δεν είχε πολλές δυνατότητες. Έπρεπε είτε να κάθεται είτε να σηκώνεται όρθιος.

   Είχα καρφώσει τα μάτια στο πάτωμα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και σταμάτησε, σάμπως να μην τολμούσε να προχωρήσει περισσότερο. Κοίταξε τον ουρανό ανάμεσ’ απ’ τα σίδερα. «Απατάσθε, τέκνον μου», μου είπε, «θα μπορούσαν να σας ζητήσουν κάτι περισσότερο. Κι ίσως να σας το ζητήσουν κιόλας». «Τι πράμα;» «Θα μπορούσαν να σας ζητήσουν να δείτε». «Να δω τι;»

   Ο ιερέας έριξε μια ματιά ολόγυρά του κι αποκρίθηκε με μια φωνή που μου φάνηκε άξαφνα πολύ κουρασμένη: «Όλες αυτές οι πέτρες στάζουν πόνο, το ξέρω. Ποτέ μου δεν τις αντίκρισα χωρίς αγωνία. Μα στο βάθος της καρδιάς μου, ξέρω ότι οι πιο δυστυχισμένοι από σας είδαν να βγαίνει από το σκοτάδι τους ένα θεϊκό πρόσωπο. Αυτό ακριβώς το πρόσωπο σας ζητούν να δείτε».

   Αναστατώθηκα λιγάκι. Είπα ότι, μήνες τώρα, κοίταζα αυτούς τους τοίχους. Τίποτα και κανένα στον κόσμο δεν γνώριζα καλύτερα απ’ αυτούς. Ίσως, πάει πολύς καιρός από τότε, είχα αναζητήσει σ’ αυτούς ένα πρόσωπο. Μα το πρόσωπο αυτό είχε το χρώμα του ήλιου και τη φλόγα του πόθου: ήταν το πρόσωπο της Μαρί. Μάταια το ‘χα αναζητήσει. Τώρα, αυτά είχαν περάσει. Και όπως κι αν έχει το πράμα, δεν είχα δει να προβάλει τίποτε απ’ τις νοτισμένες τούτες πέτρες.

   Ο ιερέας με κοίταξε με κάποια συμπόνια. Τώρα είχα στηριχτεί ολόκληρος στον τοίχο, και στο μέτωπό μου κυλούσε ο φως της ημέρας. Είπε μερικές κουβέντες που δεν άκουσα και με ρώτησε πολύ γρήγορα αν του επέτρεπα να με φιλήσει. «Όχι», αποκρίθηκα. Γύρισε κατά την άλλη μεριά και βάδισε κατά τον τοίχο, που από πάνω του πέρασε αργά το χέρι του. «Ώστε την αγαπάτε τόσο πολύ αυτή τη γη;» μουρμούρισε. Δεν αποκρίθηκα.

   Έμεινε αρκετή ώρα κοιτάζοντας αλλού. Η παρουσία του με βάραινε και μ’ ερέθιζε. Ήμουν έτοιμος να του πω να φύγει, να μ’ αφήσει ήσυχο, όταν άξαφνα, φώναξε, σα να ξεσπούσε, γυρίζοντας προς τα εμένα: «Όχι, δε μπορώ να σας πιστέψω. Είμαι βέβαιος ότι φτάσατε κάποτε να ευχηθείτε να υπήρχε μια καλύτερη ζωή». Του αποκρίθηκα ότι φυσικά και το έκανα, μ’ αυτό δεν είχε πιο μεγάλη σημασία απ’ την  ευχή να ήμουν πλούσιος, να κολυμπώ πολύ γρήγορα ή να έχω πιο όμορφο στόμα. Ήταν κάτι παρόμοιο. Μα μ’ έκοψε και θέλησε να μάθει πώς έβλεπα κείνη την άλλη ζωή. Τότε, του φώναξα: «Μια ζωή που σ’ αυτήν θα μπορούσα ν’ αναθυμάμαι τούτην εδώ», κι αμέσως μετά του είπα ότι με είχε κουράσει. Ήθελε να μου μιλήσει και για το Θεό, μα τον πλησίασα και προσπάθησα να του εξηγήσω, για τελευταία φορά, ότι ο καιρός που μου έμενε ήταν λιγοστός. Δεν ήθελα να τον χάσω με το Θεό. Δοκίμασε ν’ αλλάξει θέμα και με ρώτησε γιατί τον αποκαλούσα «κύριε» κι όχι «πάτερ». Αυτό με νευρίασε και του αποκρίθηκα ότι δεν ήταν πατέρας μου: ότι ήταν με τους άλλους.

   «Όχι, τέκνο μου», είπε κι ακούμπησε το χέρι στον ώμο μου. «Είμαι μαζί σας. Μα δε μπορείτε να το καταλάβετε, επειδή η καρδιά σας είναι τυφλή. Θα προσευχηθώ για σας».   

   Τότε, δεν ξέρω γιατί, κάτι έσπασε μέσα μου. Βάλθηκα να ουρλιάζω όσο πιο δυνατά μπορούσα και τον έβρισα και του είπα να μην προσευχηθεί. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μου αδειάσει τη γωνιά. Τον είχα αρπάξει απ’ το γιακά του ράσου του. Ξέχυνα πάνω του όλο το φαρμάκι απ’ τα έγκατα της καρδιάς μου, σε ξεσπάσματα οργής και συνάμα χαράς. Φαινόταν τόσο βέβαιος, έτσι δεν είναι; Κι όμως καμιά απ’ τις βεβαιότητές του δεν άξιζε όσο μια τρίχα μιας γυναίκας. Δεν ήταν καν βέβαιος ότι ζούσε, αφού ζούσε σαν πεθαμένος. Εγώ φαινόταν να ‘χω τα χέρια μου αδειανά. Μα ήμουν βέβαιος για τον εαυτό μου, βέβαιος για όλα, πιο βέβαιος απ’ αυτόν, βέβαιος για τη ζωή μου και για το θάνατο που έμελλε να ‘ρθει. Ναι, δεν είχα τίποτ’ άλλο εξ απ’ αυτό. Μα, τουλάχιστον, κρατούσα τούτη την αλήθεια όσο με κρατούσε κι αυτή. Είχα δίκιο παλιότερα, είχα δίκιο τώρα, είχα δίκιο παντοτινά. Είχα ζήσει με τον τάδε τρόπο και θα ‘χα μπορέσει να ζήσω με τον δείνα. Είχα κάνει αυτό και δεν είχα κάνει εκείνο. Δεν είχα κάνει το ένα, ενώ είχα κάνει το άλλο. Και ύστερα; Ήταν σάμπως να περίμενα όλο τούτο τον καιρό αυτό το λεπτό κι αυτό το χάραμα που θα με δικαίωνε. Τίποτα, τίποτα δεν είχε νόημα, και ήξερα καλά το γιατί. Το ‘ξερε κι αυτός το γιατί. Από τα βάθη του μέλλοντός μου, σ’ όλη τη διάρκεια της παράλογης αυτής ζωής που είχα περάσει, μια σκοτεινή πνοή ανέβαινε προς τα εμένα μέσ’ από χρόνια που δεν είχαν έρθει ακόμα, και η πνοή αυτή ισοπέδωνε στο διάβα της όλα όσα μου πρότειναν  τότε, στα όχι πιο πραγματικά χρόνια που είχα ζήσει. Τι μ’ ένοιαζε ο θάνατος των άλλων, η αγάπη της μάνας, τι μ’ ένοιαζε ο Θεός του, η ζωή που διαλέγουμε, τα πεπρωμένα που διαλέγουμε, αφού ένα πεπρωμένο έμελλε να επιλέξει εμένα και, μαζί με μένα, δισεκατομμύρια προνομιούχους που, όπως αυτός, δήλωναν ότι ήταν αδέρφια μου; Καταλάβαινε, καταλάβαινε, το λοιπόν; Όλοι οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι. Υπήρχαν μόνο προνομιούχοι. Και τους άλλους μια μέρα θα τους καταδίκαζαν. Τι σημασία είχε αν κάποιος, που τον είχαν καταδικάσει για φόνο, είχε εκτελεστεί επειδή δεν είχε κλάψει στην κηδεία της μάνας του; Ο σκύλος του Σαλαμάνο άξιζε όσο και η γυναίκα του. Η κοντούλα με τις κινήσεις του αυτομάτου ήταν εξίσου ένοχη με την Παριζιάνα που είχε παντρευτεί ο Μασόν ή με τη Μαρί που ήθελε να την παντρευτώ. Τι σημασία είχε που ο Ραϊμόν ήταν φίλος μου, όπως και ο Σελέστ, που άξιζε περισσότερα απ’ αυτόν; Τι σημασία είχε που η Μαρί πρόσφερε σήμερα το στόμα της σ’ έναν καινούργιο Μερσό; Καταλάβαινε, το λοιπόν, αυτός ο καταδικασμένος, ότι απ’ τα βάθη του μέλλοντός μου… Μ’ έπνιγαν όλ’ αυτά, που τα φώναζα δυνατά. Τότε, όμως, μου άρπαξαν τον παπά απ’ τα χέρια, και οι φύλακες με φοβέριξαν. Αυτός, όμως, τους καθησύχασε και με κοίταξε για μια στιγμή αμίλητος. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Γύρισε απ’ την άλλη κι εξαφανίστηκε.

   Όταν έφυγε, ξαναβρήκα τη γαλήνη. Ήμουν εξαντλημένος και ρίχτηκα στο στρώμα μου. Πιστεύω πως κοιμήθηκα, επειδή με ξύπνησαν τ’ αστέρια πάνω στο πρόσωπό μου. Θόρυβοι της εξοχής έφταναν ως εμένα. Μυρουδιές της νύχτας, της γης και τ’ αλατιού δρόσιζαν τα μηλίγγια μου. Η εξαίσια γαλήνη του κοιμισμένου τούτου καλοκαιριού έμπαινε μέσα μου σαν πλημμυρίδα. Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ έσβηνε η νύχτα, ούρλιαξαν κάτι σειρήνες. Ανάγγελαν αναχωρήσεις για έναν κόσμο, που στο εξής μού ήταν παντοτινά αδιάφορος. Για πρώτη φορά έπειτα από πολύν καιρό, συλλογίστηκα τη μαμά.  Μου φάνηκε ότι καταλάβαινα γιατί στο τέλος της ζωής της είχε αποκτήσει έναν «μνηστήρα», γιατί είχε ερωτοτροπήσει με την ιδέα να ξαναρχίσει. Εκεί κάτω, ακόμα κι εκεί κάτω, γύρω από κείνο το γηροκομείο όπου οι ζωές έσβηναν, το βράδυ έμοιαζε με μελαγχολική ανάπαυλα. Τόσο κοντά στο θάνατο, η μαμά θα πρέπει να ένιωσε λυτρωμένη κι έτοιμη να ξαναζήσει τα πάντα. Κανένας, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να την κλάψει. Κι εγώ νιώθω να ξαναζήσω τα πάντα. Σάμπως τούτη η μεγάλη οργή να είχε φέρει την  κάθαρσή μου απ’ το κακό, να μ’ είχε απαλλάξει απ’ την ελπίδα, μπροστά σε τούτη τη νυχτιά που ήταν φορτωμένη με σημεία κι αστέρια, ξανοιγόμουν για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Έτσι που τον ένιωσα τόσο όμοιό μου, τόσο αδελφικό επιτέλους, ένιωσα ότι ήμουν και είμαι ακόμα ευτυχισμένος. Για να ολοκληρωθούν όλα, για να νιώσω λιγότερο μόνος, μου έμενε μονάχα να υπάρχουν πολλοί θεατές τη μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους. 


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει για τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο» του Αλμπέρ Καμύ Σαν σήμερα το 1960, πεθαίνει ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας έγραψε ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ www.lifo.gr 4.1.2021

 ..............................................................



Ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει για τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο» του Αλμπέρ Καμύ 



Σαν σήμερα το 1960, πεθαίνει ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας

έγραψε ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ www.lifo.gr 4.1.2021 





Ο Αλμπέρ Καμύ, γνωστός στη χώρα μας, γεννήθηκε το 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας. Ο πατέρας του ήταν Αλσατός εργάτης και πέθανε στη μάχη του Μάρνη. Η μητέρα του είχε σπανιόλικη καταγωγή και εργαζόταν ως παραδουλεύτρα. Τα τρία μέλη της οικογένειας ζούσαν σε ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το 1918 ο Καμύ πήγε στο δημοτικό σχολείο χάρη στον Λουί Ζερμαίν, που τον βοήθηκε να κερδίσει μια υποτροφία. Το 1930 η φυματίωση κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της, θέτοντας τέλος στην αθλητική του σταδιοδρομία (ποδόσφαιρο, κολύμβηση και μποξ). Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να πετύχει την agrégation που θα του άνοιγε τον δρόμο για το πανεπιστήμιο, εξαιτίας και πάλι της φυματίωσης. 

Όταν πλέον εγκαθίσταται στο Παρίσι, είναι δηλωμένος κομμουνιστής, συγγραφέας κάποιων βιβλίων, θαυμαστής του Μαλρώ, του Ζιντ και του Μοντερλάν, ωσότου γνωρίσει τις μεγάλες φυσιογνωμίες της πόλης: Μερλώ-Ποντύ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ κ.λπ. Χωρίς να έχουμε καμιά προκατάληψη απέναντι στον συγγραφέα, οφείλουμε να πούμε ότι ο κύκλος του Σαρτρ εκτιμούσε τον Καμύ, αλλά συνάμα δεν ξεχνούσε ότι ο «νέος» από το Αλγέρι ήταν αυτοδίδακτος. Όταν, μάλιστα, ο Καμύ κέρδισε το Νόμπελ, οι σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα του κύκλου έγιναν περισσότερο περίπλοκες. Το σημαντικό είναι ότι, ενώ ο Καμύ δεν είχε κάνει φιλοσοφικές σπουδές, τελικά, με μια σειρά δοκιμίων –σύντομα, αλλά γοητευτικά–, κέρδισε την εκτίμηση πρώτα του αναγνωστικού κοινού και κατόπιν των συναδέλφων του. Έχουμε και λέμε: ο Μύθος του Σισύφου, η Πανούκλα, ο Επαναστατημένος Άνθρωπος, ο Ξένος κ.λπ. Γενικά, όλο το έργο του αφιερώθηκε σε έναν ηθικισμό στα όρια του παραλόγου και σε έναν κομμουνισμό που μαχόταν τον σταλινισμό. 



Είναι εξόχως χαρακτηριστική η επινοητικότητα του Καμύ να βρίσκει σε κάθε θεωρία τόσο τον δήμιο όσο και το θύμα και να καταλήγει σε βροντώδη συμπεράσματα. 






Η αρχική πρόθεση του Καμύ προφανώς ήταν να γράψει ένα βιβλίο για την ηθική, είτε πρόκειται για τον φόνο, είτε για την εξέγερση, είτε, τέλος, για την κομμουνιστική επανάσταση που είχε μεγάλο κύρος στις μέρες του. Το ίδιο πάνω-κάτω ζήτημα θέλησε να θίξει στον Μύθο του Σισύφου, με τη διαφορά ότι στον Σίσυφο δεν έχουμε να κάνουμε με φόνο αλλά με αυτοκτονία, η οποία θέτει μια σειρά προβλημάτων. Τα ίδια περίπου προβλήματα θέτει και ο «επαναστατημένος άνθρωπος», με τη διαφορά ότι ο αυτόχειρας στρέφεται κατά του εαυτού του, ενώ ο επαναστατημένος ξεπαστρεύει κάποιον εχθρό και οδεύει προς την εκτέλεση με το κεφάλι ψηλά, σάμπως να επιτέλεσε το ιστορικό του καθήκον. Με άλλα λόγια, ο φόνος τελείται στο επίπεδο των αξιών και όχι στο επίπεδο του παραλόγου. 


«Ο ατομικισμός πήρε τη θέση της πίστης, η λογική τη θέση της Βίβλου, η πολιτική τη θέση της θρησκείας και της Εκκλησίας, η γη τη θέση του ουρανού, η εργασία τη θέση της προσευχής, η δυστυχία τη θέση της κόλασης, ο άνθρωπος τη θέση του Χριστού». 



Ο Καμύ θα «δικάσει» με τον τρόπο του τη «συμμορία των επαναστατημένων» φονιάδων, με τη διαφορά ότι στον καθένα θα επιλέξει διαφορετικά επιχειρήματα. Ιστορικά, όπως γράφει, η πρώτη συγκροτημένη επίθεση προέρχεται από τον Σαντ, που συγκεντρώνει σε μία μοναδική και τεράστια πολεμική μηχανή τα επιχειρήματα της ελευθεριάζουσας σκέψης, μέχρι την εποχή του κληρικού Μεσλιέ και του Βολταίρου. Ο Σαντ είναι άθεος. Πιο σωστά, η ιδέα που σχηματίζει για τον Θεό είναι η ιδέα μιας εγκληματικής θεότητας που συντρίβει τον άνθρωπο και τον αρνείται. Έγραφε: «Η εθνική φυλάκισή μου, η γκιλοτίνα μπροστά στα μάτια μου, μου έκανε χίλιες φορές περισσότερο κακό από όλες τις Βαστίλλες του κόσμου». Άλλωστε, από αυτήν τη φράση άντλησε το κουράγιο να είναι δημόσια μετριοπαθής κατά τη διάρκεια της Τρομοκρατίας και να επέμβει γενναιόψυχα για να σώσει μια πεθερά, η οποία εντούτοις τον είχε κλείσει στη Βαστίλλη. Παράδοξη συνήθεια των Γάλλων: φιλοσοφούν παρακολουθώντας καρατομήσεις! 



Ο δανδισμός είναι μια μορφή παρακμής του ασκητισμού. Σύμφωνα με τον Μπωντλαίρ, το έμβλημα του δανδή είναι να ζεις και να πεθαίνεις μπροστά σε έναν καθρέφτη. Ο δανδής εκπλήσσει πάντα. Μονίμως βρίσκεται σε ρήξη, στο περιθώριο, αναγκάζει τους άλλους να τον δημιουργούν με την άρνηση των αξιών τους. Με άλλα λόγια, παίζει τη ζωή του επειδή ακριβώς αδυνατεί να τη βιώσει σε βάθος. Όλα σε αυτό τον κόσμο, λέει ο Μπωντλαίρ, αποπνέουν έγκλημα, η εφημερίδα, οι τοίχοι, το πρόσωπο του ανθρώπου... 

Τα σχετικά με τον Ντοστογιέφσκι, περιττό να το πούμε, είναι γνωστά και διαβασμένα. Ειδικά η ρήση: «Αν δεν υπάρχει αρετή, δεν υπάρχει και νόμος, άρα όλα επιτρέπονται»! Τα ίδια έχουμε να πούμε και για τον Στίρνερ, ενώ για τον Νίτσε, έχουμε να κάνουμε με τον πρώτο πραγματικό μηδενιστή της Ευρώπης. Απόδειξη ότι ξεκινά με το «ο Θεός πέθανε», οπότε στρέφεται ενάντια σε οτιδήποτε σκοπεύει να αντικαταστήσει δολίως τη χαμένη θεότητα και να ντροπιάζει έναν κόσμο, από τον οποίο λείπει αναμφίβολα ο προορισμός, που εξακολουθεί, όμως, να είναι το μόνο χωνευτήρι των θεών. Γενικά, ο Νίτσε δεν σχεδίαζε να σκοτώσει τον Θεό, απεναντίας τον βρήκε νεκρό στην ψυχή της εποχής του. Η ίδια σκέψη φέρνει τον Νίτσε αντιμέτωπο με τον σοσιαλισμό και όλες τις μορφές του ανθρωπιστικού χριστιανισμού. Ο σοσιαλισμός είναι μηδενιστικός, με την έννοια που ο Νίτσε δίνει στη λέξη. Μηδενιστής δεν είναι εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα, αλλά εκείνος που δεν πιστεύει σε αυτό που είναι. Από αυτή την άποψη, όλες οι μορφές του σοσιαλισμού είναι εκφυλισμένες εκδηλώσεις της χριστιανικής παρακμής. Για τον χριστιανισμό, ανταμοιβή και τιμωρία προϋπέθεταν μια ιστορία. Ο Νίτσε πολεμά τις σοσιαλιστικές θεωρίες ως ηθικές θεωρίες. Ο μηδενισμός είναι η λογική κατάληξη των λεγόμενων ανώτερων αξιών μας. 

Οι σελίδες για τη Γαλλική Επανάσταση, την τρομοκρατία, την εκτέλεση του Γάλλου βασιλιά, τον Νίτσε, διαβάζονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με ειδική ικανότητα ο Καμύ κατορθώνει να βρίσκει την ομοιότητα ανάμεσα σε ζητήματα ριζικώς διαφορετικά, οπότε το θέμα του καταφέρνει να επιβιώνει, παρά το γεγονός ότι ο αφηγητής περνάει μέσα από «την αντάρα των αιώνων». Αν, για παράδειγμα, πάρουμε τον Χέγκελ και την υπερδιάσημη διαλεκτική μεταξύ Κυρίου και Δούλου, η συμβολαιική λογική του Ρουσώ καταργείται, για να κυριαρχήσει το γνωστό δίπολο: κάθε συνείδηση, για να υπάρχει, επιζητεί τον θάνατο της άλλης. Αλλά, στην περίπτωση που μία από τις συνειδήσεις εκμηδενίζεται, η νικητήρια συνείδηση (του Κυρίου δηλαδή) δεν επιτυγχάνει καν να αναγνωριστεί, αφού αυτό δεν γίνεται να επιτευχθεί από μια συνείδηση που δεν υπάρχει πλέον. 

Είναι εξόχως χαρακτηριστική η επινοητικότητα του Καμύ να βρίσκει σε κάθε θεωρία τόσο τον δήμιο όσο και το θύμα και να καταλήγει σε βροντώδη συμπεράσματα. Μία από τις εγελιανές ομάδες που διαδέχτηκαν τον δάσκαλο υποστήριξε ότι ο δούλος ελευθερώνεται μόνο όταν αυτός υποδουλώσει με τη σειρά του. Γράφει ο Καμύ: «Ο ατομικισμός πήρε τη θέση της πίστης, η λογική τη θέση της Βίβλου, η πολιτική τη θέση της θρησκείας και της Εκκλησίας, η γη τη θέση του ουρανού, η εργασία τη θέση της προσευχής, η δυστυχία τη θέση της κόλασης, ο άνθρωπος τη θέση του Χριστού». 

Ο Καμύ δεν ορρωδεί προ οιασδήποτε ιδεολογίας, όχι επειδή είναι ο μέγας γνώστης αλλά επειδή το σύστημά του τελικά είναι πιο όμορφο και αποτελεσματικό απ' ό,τι φαντάστηκε. Λατίνος νομικός, ο Μουσολίνι είχε αρκεστεί στη λογική του Κράτους, το οποίο μεταμόρφωνε μόνο, με πολλή ρητορική σε απόλυτο. Η ρήση του: «Τίποτα εκτός του Κράτους, πάνω από το Κράτος, ενάντια στο Κράτος. Όλα στο Κράτος, για το Κράτος, μέσα στο Κράτος». Αντίθετα, η χιτλερική Γερμανία έδωσε σε τούτη τη λανθασμένη λογική την αληθινή της γλώσσα, τη γλώσσα μιας θρησκείας. «Η θεϊκή μας αποστολή, γράφει μια ναζιστική εφημερίδα, ήταν να οδηγήσουμε τον καθένα στις πηγές, στις Μάνες. Ήταν στ' αλήθεια αποστολή του Θεού». Η τιμή βρισκόταν στην υπακοή, που συγχεόταν συχνά με το έγκλημα. Ο στρατιωτικός νόμος τιμωρεί με θάνατο την ανυπακοή και γι' αυτόν τιμή είναι η υποταγή. Όταν όλοι είναι στρατιώτες, έγκλημα θεωρείται να μη σκοτώνεις όταν σε διατάζουν να το κάνεις... Ο Σπέερ απέδειξε στη δίκη της Νυρεμβέργης ότι ο Χίτλερ, παρότι μπορούσε να σταματήσει τον πόλεμο, προτίμησε τη γενική αυτοκτονία, τον υλικό και πολιτικό θάνατο του γερμανικού έθνους. Χίτλερ: «Αν ο γερμανικός λαός δεν έχει τα κότσια να νικήσει, δεν είναι άξιος να ζει...». 

Είναι προφανές για τον Καμύ –που άλλοτε εμφανίζεται ως αρχιερέας της πολιτικής αλήθειας και άλλοτε ταυτισμένος με τους λογής λογής απολογητές θεωριών που απέτυχαν– ότι στο επιμέρους τα καταφέρνει πολύ καλά, στην ολότητα του ζητήματος όμως υστερεί, παράδειγμα ο Μαρξ, που είναι ο προφήτης της παραγωγής και μας επιτρέπεται να συμπεράνουμε ότι το σύστημα γι' αυτόν προηγείται της πραγματικότητας. Υπερασπίστηκε τον Ρικάρντο ενάντια σε εκείνους που τον κατηγορούσαν ότι τον ενδιέφερε η παραγωγή για την παραγωγή («πολύ σωστά!» αναφωνεί ο Μαρξ) και πως την ήθελε χωρίς να ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Ακριβώς εκεί βρίσκεται η αξία του, αποκρίνεται ο Μαρξ με την ίδια θρασύτητα όπως ο Χέγκελ. «Τι σημασία έχει πράγματι η θυσία των ανθρώπων, αν πρόκειται να συνεισφέρει στη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας! Η πρόοδος μοιάζει με τον απαίσιο Θεό της ειδωλολατρίας που δεν ήθελε να πιει το νέκταρ παρά μόνο μέσα από το κρανίο των σκοτωμένων εχθρών του» . 

Από κοινωνικός επαναστάτης, αρχιερέας της ιστορίας, γνώστης κάθε ιστορικού νοήματος, ο Καμύ στο τέλος του βιβλίου του μεταμορφώνεται σε έναν θεωρητικό των μη απόλυτων λύσεων, υπό την έννοια ότι το πνεύμα δεν πολεμά, αλλά απλώς χαρίζεται. Άρα, σε κάθε κόλαση φεγγίζει μια πνευματική αλήθεια που ζωογονεί και συντηρεί τη ζωή. Παράδειγμα: ο Ερνστ Ντβίνγκερ μιλάει στο Ημερολόγιο της Σιβηρίας για έναν Γερμανό αξιωματικό που, φυλακισμένος από χρόνια σε ένα στρατόπεδο όπου βασίλευαν το κρύο και η πείνα, έφτιαξε ένα άλαλο πιάνο με ξύλινα πλήκτρα. Εκεί, άθλιος και ρακένδυτος, συνέθετε μια παράξενη μουσική που μόνο αυτός άκουγε. «Έτσι, σε τούτη την κόλαση, μυστηριώδεις μελωδίες και βάναυσες εικόνες χαμένης ομορφιάς θα έφερναν πάντα σε εμάς, καταμεσής του εγκλήματος και της τρέλας, την ηχώ αυτής της αρμονικής ανταρσίας που μαρτυρεί στους αιώνες το ανθρώπινο μεγαλείο».

Άρα, η προοπτική πέραν του μηδενισμού μπορεί κάλλιστα να έχει κάποιο νόημα. 



Πηγή: www.lifo.gr




Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Από τα «Σημειωματάρια» του Αλμπέρ Καμί (1913 – 1960) (μτφ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. «Εξάντας», 1987) – μέρος ε’ και τελευταίο…

.............................................................




Αλμπέρ Καμί (1913 -1960)








·         Από τα «Σημειωματάρια» του Αλμπέρ Καμί (1913 – 1960) 

(μτφ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. «Εξάντας», 1987) – 

- μέρος ε’ και τελευταίο…


               ΤΕΤΡΑΔΙΟ 6ο ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1948 – ΜΑΡΤΙΟΣ 1951


          ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ BUCHER*

   «Οι άνθρωποι που τους βαραίνει μια βαθιά θλίψη προδίδονται όταν είναι ευτυχισμένοι: έχουν έναν τρόπο να αρπάζουν την ευτυχία, σαν να θέλουν να την αγκαλιάσουν και να την πνίξουν από ζήλεια…»
*Σημ.: Προσχέδιο νουβέλας που συναντάμε πολλές φορές.

       ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ ’48 – ΚΟΜΟ
   «Τι θα κάνουμε έναν ουρανό στερημένο από την αγάπη μας. Μένουμε μόνοι στη φρίκη των αληθινών ημερών μας».

       […]
   Η υπευθυνότητα έναντι της ιστορίας απαλλάσσει από την υπευθυνότητα έναντι των ανθρώπινων. Έτσι βολεύεται.

   Τα άστρα λαμπυρίζουν με τον ίδιο ρυθμό που τερετίζουν τα τζιτζίκια. Μουσική σφαιρών.

   Τρέλα αρετής που συγκλονίζει αυτό τον αιώνα. Στρέφοντας τα νώτα στον σκεπτικισμό, που είναι εν μέρει ταπεινοφροσύνη, η ανθρωπότητα γίνεται δύσκαμπτη προκειμένου να βρει μιαν αλήθεια. Θα χαλαρώσει όταν η κοινωνία ξαναβρεί μια πλάνη που θα είναι βιώσιμη.

   Η χαρά της ζωής διασκορπά, καταργεί τη συγκέντρωση, σταματάει κάθε ορμή προς το μεγαλείο. Αλλά χωρίς τη χαρά της ζωής… Όχι, δεν υπάρχει λύση. Εκτός κι αν από ένα μεγάλο έρωτα δημιουργήσεις μια ρίζα και βρεις εκεί την πηγή της ζωής, χωρίς να τιμωρηθείς για αντιπερισπασμό.


         1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1948

   «Κοντεύω να τελειώσω τη σειρά των έργων που είχα σκοπό να γράψω πριν από δέκα χρόνια. Μ’ έβαλαν στο σωστό κανάλι του επαγγέλματός μου. Τώρα που ξέρω ότι το χέρι μου δε θα τρέμει, θα μπορώ ν’ αφήσω την τρέλα μου να εκφραστεί ελεύθερα». Έτσι μιλούσε εκείνος που ήξερε τι έκανε.
   Σε τελευταία ανάλυση η πυρά.

   Νύχτα στην κορυφή του Vaucluse. Ο γαλαξίας κατεβαίνει ως τις φωλιές των φώτων της κοιλάδας. Όλα συγχέονται. Υπάρχουν χωριά στον ουρανό και αστερισμοί στο βουνό.

   Όταν κάνεις κάτι για ένα πλάσμα (αν το κάνεις αληθινά) απαρνείσαι ένα άλλο. Δεν μπορεί κανείς να υποτάσσεται στην άρνηση των όντων·  είναι ένας νόμος που αποδυναμώνει στο διηνεκές. Σε ακραίες περιπτώσεις το να αγαπάς ένα ον ισοδυναμεί με το να σκοτώνεις όλα τα άλλα.

   Στην αρχή δεν αγαπάμε κανέναν. Κατόπιν τους αγαπάμε όλους γενικά. Στη συνέχεια αγαπάμε ορισμένους, ύστερα μόνον ένα και ύστερα τον ένα.

   Όσο ο άνθρωπος δεν έχει δαμάσει τον πόθο, δεν έχει δαμάσει τίποτα. Και δεν τον δαμάζει σχεδόν ποτέ.

   Vinaver*. Ο συγγραφέας είναι τελικά υπεύθυνος για ό,τι έχει κάνει απέναντι στην κοινωνία. Ωστόσο πρέπει να παραδεχτεί (και σ’ αυτό το σημείο πρέπει να φανεί πολύ σεμνός, ελάχιστα απαιτητικός) ότι δεν γνωρίζει εξ υπαρχής την υπευθυνότητά του, ότι αγνοεί, όσο γράφει, τις συνθήκες της δέσμευσης – του κινδύνου που αναλαμβάνει.

             […]

   Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας της Μόσχας, στην πλατεία Trubnaia, μπροστά σ’ ένα κτίριο κατεστραμμένο από τα κανόνια, ένα πιάτο μ’ ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας μαζί με μια πινακίδα που γράφει: «Δώστε τον οβολό σας για τα θύματα».

             […]
   Ολόκληρη η ιστορία της ρωσικής τρομοκρατίας μπορεί να θεωρηθεί ως ιστορία πάλης μεταξύ των διανοουμένων και της απολυταρχίας, ενώπιον του σιωπηλού λαού.

             […]
   Δεν μπορείς να πιστεύεις στην καλοσύνη, στην ηθική και στην αφιλοκέρδεια χάριν της ψυχολογίας. Και δεν μπορείς να πιστεύεις στο κακό, κλπ. χάριν της ιστορίας.

   Μυθιστόρημα*. Οι εραστές από πέτρα. Και ήξερε τώρα γιατί είχε υποφέρει όλο το διάστημα αυτού του έρωτα, κάτι που δεν μπόρεσε να λυθεί παρά όταν… τη δεδομένη στιγμή… κάποιος άνεμος ουρανόσταλτος τους απολίθωσε πάνω στην ίδια την ορμή του έρωτά τους. Ακινητοποιημένοι στο εξής για πάντα ο ένας αντίκρυ στον άλλο, αποσπασμένοι απ’ τη σκληρή γη, αγνοώντας τους πόθους που κυλούσαν μανιασμένοι γύρω τους και στραμμένοι ο ένας προς τον άλλο, προς την υπέροχη θαρρείς όψη της συμπληρωματικής αγάπης.
*Σημ.: Παράγραφος που αποκαταστάθηκε από τους εκδότες.

   Δε λέει κανείς ούτε το ένα τέταρτο όσων ξέρει. Διαφορετικά θα γκρεμίζονταν τα πάντα. Λέει ελάχιστα, και να τους που ουρλιάζουν.

   Όταν έχεις δει μια και μοναδική φορά τη λάμψη της ευτυχίας στο πρόσωπο ενός πλάσματος που αγαπάς, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχει άλλη τάση στον άνθρωπο παρά μόνο να προκαλεί αυτό το φως στα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν… Και σε σπαράζει η σκέψη της δυστυχίας και του σκοταδιού που ρίχνεις, με το γεγονός και μόνο της ζωής σου, στις καρδιές που συναντάς.

             […]

   Sperber: «Ο Θεός ας τιμωρεί τους ευσεβείς που, αντί να πάνε στην εκκλησία, μπαίνουν σε ένα επαναστατικό κόμμα για να το κάνουν εκκλησία»...


          …ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΤΟΥ ‘49

   Μυθιστόρημα. «Κάπου, σε μιαν απόμακρη μεριά της ψυχής του, ένιωθε αγάπη γι’ αυτούς. Ήταν αντικείμενα  μιας αληθινής αγάπης, αλλά από τόση απόσταση που η λέξη αποκτούσε καινούρια σημασία».
   «Δυο πράγματα επιθυμούσε. Το πρώτο ήταν η απόλυτη κατάκτηση, το δεύτερο η απόλυτη ανάμνηση που ήθελε να της αφήσει. Οι άνθρωποι ξέρουν πολύ καλά ότι ο έρωτας προορίζεται να πεθάνει, γι’ αυτό, όσο ζουν, δουλεύουν για την ανάμνησή του. Ήθελε να της δώσει μια μεγάλη εικόνα του εαυτού του, ώστε ο έρωτάς τους να μείνει οριστικά μεγάλος. Ωστόσο τώρα ήξερε ότι δεν ήταν μεγάλος, ότι κι αυτή μια μέρα – αργά ή γρήγορα – θα το μάθαινε, και αντί για απόλυτη ανάμνηση, θα γινόταν, γι’ αυτόν τουλάχιστον, απόλυτος θάνατος. Η νίκη, η μοναδική νίκη θα ήταν να αναγνωρίσει ότι ο έρωτας μπορεί να είναι μεγάλος ακόμα κι αν ο εραστής δεν είναι. Αλλά δεν ήταν ακόμα έτοιμος γι’ αυτή την τρομερή ταπεινοφροσύνη».
   «Κουβαλούσε πάνω του, λαξεμένη με πυρωμένο σίδερο, την ανάμνηση του προσώπου της που το είχε καταφάει ο πόνος… Τότε περίπου έχασε για πρώτη φορά την αυτοεκτίμησή του. Κατώτερος στον έρωτα, είχε δίκιο εκείνη».
         (…)
   «Ακριβώς εκείνη την ημέρα την έχασε. Φαινομενικά, η δυστυχία ήρθε αργότερα. Όμως αυτός ήξερε πως είχε έρθει εκείνη την ημέρα. Για να την κρατήσει, θα ‘πρεπε να μην είχε λαθέψει ποτέ. Είχε τέτοιες απαιτήσεις, ώστε δεν του επέτρεπε ποτέ να κάνει ούτε ένα λάθος, να επιδείξει την παραμικρή αδυναμία. Από οποιονδήποτε άλλο θα το αποδεχόταν, το είχε αποδεχτεί και θα το αποδεχόταν. Όχι γι’ αυτόν, όμως. Είναι τα προνόμια του έρωτα».
   «Στον έρωτα υπάρχει τιμή. Όταν χαθεί, ο έρωτας εκμηδενίζεται».

           ΤΕΛΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ’49. ΥΠΟΤΡΟΠΗ

   …Ύστερα από μια τόσο παρατεταμένη βεβαιότητα πως είχα γιατρευτεί, ήταν φυσικό αυτή η πτώση να με απελπίσει. Και με απελπίζει πραγματικά. Ωστόσο, επειδή διαδέχεται μια αδιάκοπη συνέχεια από απελπισίες, καταλήγει να μου προκαλεί γέλια. Επί τέλους λυτρώθηκα. Και η τρέλα είναι λύτρωση.

           […]
   Αν υπάρχει ψυχή, είναι πλάνη να πιστεύουμε ότι μας έχει δοθεί δημιουργημένη. Η ψυχή δημιουργείται εδώ, κατά τη διάρκεια όλης της ζωής μας. Και το να ζει κανείς δεν είναι παρά ο μακρύς αυτός και βασανιστικός τοκετός. Όταν η ψυχή είναι έτοιμη, δημιουργημένη από εμάς και τον πόνο, είναι η ώρα του θανάτου.
        
         […]
   Επιμένει κανείς να συγχέει κανείς το γάμο και τον έρωτα αφενός, την ευτυχία και τον έρωτα αφετέρου. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα κοινό. Γι’ αυτό συμβαίνει, επειδή η απουσία έρωτα είναι συχνότερη από τον έρωτα, μερικοί γάμοι να είναι ευτυχισμένοι.
           […]

   Ντελακρουά. «Ό,τι πιο αληθινό υπάρχει μέσα μου είναι οι ψευδαισθήσεις που δημιουργώ με τη ζωγραφική μου. Τα υπόλοιπα είναι κινούμενη άμμος».

   Ντελακρουά. «Αυτό που χαρακτηρίζει τους μεγαλοφυείς ανθρώπους… δεν είναι οι καινούριες ιδέες, αλλά η ιδέα που τους διακατέχει ότι το ειπωμένο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό»

           (…)

   Id. «Η εικόνα της περιοχής (του Μαρόκου) θα μείνει πάντοτε στα μάτια μου. Οι άνθρωποι αυτής της ισχυρής φυλής θα κινούνται πάντοτε, όσο ζω, μέσα στη θύμησή μου. Σ’ αυτούς ξαναβρήκα πραγματικά την πανάρχαια ομορφιά».
   Id. «…Βρίσκονται πιο κοντά στη φύση με χίλιους τρόπους: με τα ρούχα τους, με το σχήμα των παπουτσιών τους. Εμείς, με τους κορσέδες μας, με τα στενά παπούτσια και τις γελοίες ζώνες μας, προκαλούμε τον οίκτο. Η χάρη εκδικείται την επιστήμη μας».


           10 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1950

   Σε τελευταία ανάλυση, δεν είδα ποτέ πολύ ξεκάθαρα μέσα μου. Αλλά ακολουθούσα πάντοτε, από ένστικτο, ένα αόρατο άστρο…

   Υπάρχει μέσα μου μια αναρχία, μια φρικτή αταξία. Το να δημιουργώ μού κοστίζει χίλιους θανάτους γιατί πρόκειται για τάξη και όλη μου η ύπαρξη αντιστέκεται στην τάξη. Χωρίς αυτήν, όμως, θα πέθαινα διασκορπισμένος.

            […]

   Ντελακρουά – για τις αποστάσεις στο Λονδίνο.
   «Πρέπει κανείς να υπολογίζει με λεύγες: αυτή και μόνο η δυσαναλογία ανάμεσα στην απεραντοσύνη του τοπίου όπου κατοικούν αυτοί οι άνθρωποι και στη φυσική ανεπάρκεια των ανθρώπινων αναλογιών με προκαλεί να τις δηλώσω εχθρούς του αληθινού πολιτισμού· εκείνου του πολιτισμού που φέρνει τους ανθρώπους κοντά στον αττικό πολιτισμό – που έκανε τον Παρθενώνα μεγάλο σαν τα σπίτια μας κι έκλεινε τόση ευφυΐα, ζωή δύναμη, μεγαλείο στο στενό περίγραμμα των ορίων του, τα οποία κάνουν να χαμογελά η βαρβαρότητά μας, τόσο στριμωγμένη στα τεράστια κράτη της».
…Id. «Είναι τρομακτικό, λέει ο Ντελακρουά, σε πόσων μνημείων και έργων τέχνης την εξαφάνιση συνέβαλαν οι επαναστάτες».

           […]

   Η καρδιά δεν είναι τα πάντα. Πρέπει να είναι, γιατί χωρίς αυτήν… Ωστόσο, πρέπει να κυριαρχείται και να μεταμορφώνεται.

   …Ο έρωτας είναι αδικία, αλλά η δικαιοσύνη δεν επαρκεί.
   …Το παράλογο στον έρωτα είναι ότι επιθυμεί κανείς να τον επισπεύσει και να χάσει τις ημέρες της αναμονής. Δηλαδή επιθυμεί να πλησιάσει στο τέλος. Από μια άποψη  ο έρωτας συμπίπτει με το θάνατο.

             […]

   Έζησα χωρίς μέτρο της ομορφιάς: αιώνιος άρτος.
             […]

   Εκείνοι που δεν αξίωσαν την απόλυτη παρθενία των όντων και του κόσμου και δεν ούρλιαξαν από νοσταλγία και αδυναμία μπροστά στον ανέφικτο χαρακτήρα της· εκείνοι που δεν καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να επινοήσει τον έρωτα αλλά απλώς τον επαναλαμβάνει, δεν μπορούν να καταλάβουν την πραγματικότητα της εξέγερσης και την καταστροφική μανία της*.
*Σημ.: Βλ. Ο Επαναστατημένος άνθρωπος


   Δε μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι ομολογίες τους.

             […]

   Κάθε εκπλήρωση είναι δουλεία. Υποχρεώνει σε μια υψηλότερη εκπλήρωση.
    

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Από τα «Σημειωματάρια» του Αλμπέρ Καμί (1913 – 1960) (μτφ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. «Εξάντας»,1987) – μέρος δ’.

.............................................................








Αλμπέρ Καμί (1913 - 1960)








·         Από τα «Σημειωματάρια» του Αλμπέρ Καμί (1913 – 1960) 

(μτφ. Λήδα Παλλαντίου, εκδ. «Εξάντας», 

1987) – μέρος δ’.


         ΤΕΤΡΑΔΙΟ 5ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1945 – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1948

   Το μοναδικό σύγχρονο πρόβλημα: μπορούμε να μεταμορφώσουμε τον κόσμο δίχως να πιστεύουμε στην απόλυτη εξουσία της λογικής; Παρά τις ορθολογιστικές ψευδαισθήσεις, ακόμα και τις μαρξιστικές, ολόκληρη η ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία της ελευθερίας. Πώς θα μπορούσαν να προσδιοριστούν οι δρόμοι της ελευθερίας; Είναι αναμφισβήτητα εσφαλμένο να υποστηρίζουμε ότι προσδιορισμένο είναι αυτό που έπαψε να ζει. Προσδιορισμένο είναι μόνο ό,τι έχει βιωθεί. Και ο ίδιος ο Θεός, αν υπήρχε, δεν θα μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν. Ωστόσο, το μέλλον δεν του ανήκει ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ό,τι στον άνθρωπο.

   Πολιτικές αντινομίες. Βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να διαλέξει κανείς ανάμεσα στο να είναι θύμα ή θύτης – αυτό και τίποτα άλλο. Δεν είναι εύκολο να διαλέξεις. Πάντοτε πίστευα ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν θύτες και θύματα. Σε τελευταία ανάλυση είναι αυτονόητο. Όμως αυτή η αλήθεια δεν είναι διαδεδομένη.
   Τρέφω έντονη αγάπη για την ελευθερία. Και, για κάθε διανοούμενο, η ελευθερία συγχέεται τελικά με την ελευθερία της έκφρασης. Παρ’ όλα αυτά, αντιλαμβάνομαι απόλυτα πως, για μια μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων, αυτή δεν είναι η πρώτιστη φροντίδα: μόνο η δικαιοσύνη μπορεί να τους παράσχει το υλικό μίνιμουμ που χρειάζονται, ενώ, δικαίως ή αδίκως, θα θυσίαζαν ευχαρίστως την ελευθερία για μια στοιχειώδη δικαιοσύνη.
   Αυτά τα γνωρίζω εδώ και πολύ καιρό. Και θα έκρινα απαραίτητο να υπεραμυνθώ μιας συμφιλίωσης μεταξύ δικαιοσύνης και ελευθερίας, μιας και, κατά τη γνώμη μου, εκεί θα βρισκόταν η έσχατη ελπίδα της Δύσης. Αλλά αυτή η συμφιλίωση δεν είναι δυνατή παρά μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο κλίμα, το οποίο σήμερα θεωρώ σχεδόν ουτοπικό. Πρέπει άραγε να θυσιάσει κανείς μια από τις δύο αυτές αξίες; Τι να σκεφθείς σ’ αυτή την περίπτωση;

   Πολιτική (συνέχεια). Όλα ξεκινούν από το ότι οι εντεταλμένοι να μιλήσουν για το λαό δε νοιάζονται ούτε νοιάστηκαν ποτέ πραγματικά για την ελευθερία. Σε στιγμές ειλικρίνειας, μάλιστα, υπερηφανεύονται για το αντίθετο. Ενώ μια απλή μέριμνα θα ήταν αρκετή…
   Οι σπάνιοι άνθρωποι που ζουν μ’ αυτή τη μέριμνα αργά ή γρήγορα θα αφανιστούν (και υπάρχουν πολλοί τρόποι αφανισμού σ’ αυτή την περίπτωση). Αν είναι περήφανοι, θα αγωνιστούν. Πώς όμως θα μπορούσαν να παλέψουν ενάντια στ’ αδέλφια τους και σε ολόκληρη τη δικαιοσύνη; Απλούστατα θα δώσουν τη μαρτυρία τους. Κι ύστερα από δυο χιλιετίες θα είμαστε μάρτυρες της θυσίας του Σωκράτη, που έχει επαναληφθεί τόσες φορές. Προγραμματισμός για την επαύριο: επίσημη και γεμάτη σημασία θανάτωση των μαρτύρων της ελευθερίας.

   Εξέγερση: αξίζει να δημιουργεί κανείς για να συναντά τους ανθρώπους; Σιγά-σιγά, όμως η δημιουργία μας χωρίζει από όλους και μας πετάει μακριά δίχως τον ίσκιο μιας αγάπης.

   …Τι θα μπορούσε να είναι (τι είναι (1)) για μένα η αθανασία; Να ζει κανείς ώσπου να εξαφανιστεί από τη γη και ο τελευταίος άνθρωπος. Τίποτα περισσότερο.
   (1). Το «τι είναι» έχει προστεθεί στο χειρόγραφο με μολύβι.



       …ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ – 32 ΧΡΟΝΩΝ

   Η πιο φυσική κλίση του ανθρώπου είναι να καταστρέφεται παρασέρνοντας όλο τον κόσμο μαζί του. Πόσες αμέτρητες προσπάθειες για να ‘ναι κανείς απλώς φυσιολογικός! Και πόση ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια για όποιον έχει τη φιλοδοξία να αυτοκυριαρχείται και να κυριαρχεί στο πνεύμα. Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα αφ’ εαυτού. Δεν είναι παρά μια απεριόριστη δυνατότητα. Είναι όμως ο απεριόριστα υπεύθυνος γι’ αυτή τη δυνατότητα. Ο άνθρωπος μόνος του τείνει προς τη διάλυσή του. Αλλά όταν η βούληση, η συνείδηση και το πνεύμα της περιπέτειας υπερισχύουν, τότε η δυνατότητα αρχίζει να αυξάνει. Κανείς δεν μπορεί να πει ότι άγγιξε το όριο του ανθρώπου. Αυτό μου δίδαξαν τα πέντε τελευταία χρόνια. Από το κτήνος στον οσιομάρτυρα, από το πνεύμα του κακού στην απελπισμένη θυσία, ούτε μια μαρτυρία που να μην είναι συγκλονιστική. Συμβαίνει στον καθένα μας να εκμεταλλευτεί μέσα του τη μεγαλύτερη δυνατότητα του ανθρώπου, την αμετάκλητή του αρετή. Την ημέρα που το ανθρώπινο ον θα αποκτήσει κάποια σημασία, θα τεθεί το πρόβλημα του Θεού. Όχι όμως πριν, ποτέ πριν βιωθεί η δυνατότητα ως το τέλος. Ένας είναι ο στόχος των μεγάλων πράξεων: η ανθρώπινη γονιμότητα. Αλλά πρώτα πρέπει να γίνεις κύριος του εαυτού σου.

   …Χέγκελ: «Μόνο η σύγχρονη πόλη προσφέρει στο πνεύμα το έδαφος για την αυτοσυνείδησή του». Σημαντικό. Είναι ο καιρός των μεγάλων πόλεων. Ακρωτηρίασαν τον κόσμο από ένα μέρος της αλήθειας του, απ’ αυτό που αποτελεί τη διάρκεια και την ισορροπία του: τη φύση, τη θάλασσα, κλπ. Δεν υπάρχει συνείδηση παρά μόνο στους δρόμους!
   (Βλ. Σαρτρ: Όλες οι σύγχρονες φιλοσοφίες της ιστορίας, κλπ.)

         […]
   Για να μεταβάλει μια σκέψη τον κόσμο, πρέπει κατ’ αρχήν να μεταβάλει τη ζωή του φορέα της να μεταβληθεί η ίδια σε παράδειγμα.

   …Αρχές της σύγχρονης τρέλας. Ο χριστιανισμός απέτρεψε τον άνθρωπο από τον κόσμο. Τον περιόρισε στον εαυτό του και στην ιστορία του. Ο κομμουνισμός είναι λογική συνέχεια του χριστιανισμού. Μια ιστορία χριστιανών.
   Id. Ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού, η εξέγερση του σώματος. Χρειάστηκαν δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού για να μπορέσουν να το εκθέσουν γυμνό στις παραλίες. Γι’ αυτό και η υπερβολή. Ξαναβρήκε τη θέση του ως προς τη χρήση. Απομένει να του την ξαναδώσουμε και στη φιλοσοφία και στη μεταφυσική. Αυτό είναι ένα από τα νοήματα του σύγχρονου σπασμού.

   Σωστή κριτική του Albert Wild σχετικά με το παράλογο: «Το συναίσθημα της αγωνίας δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το συναίσθημα της ελευθερίας».

   Οι Έλληνες απέδιδαν στον άνθρωπο και μια θεϊκή πλευρά. Αλλά το θεϊκό στοιχείο δεν ήταν τα πάντα.

         […]
   Καίσλερ. Η ακραία θεωρία: «Οποιοσδήποτε αντιτίθεται προς τη δικτατορία πρέπει να αποδέχεται τον εμφύλιο πόλεμο ως μέσο. Οποιοσδήποτε υποχωρεί μπροστά στον εμφύλιο πόλεμο πρέπει να εγκαταλείπει την αντίθεση και να αποδέχεται τη δικτατορία». Αυτός είναι ο τυπικός «ιστορικός» συλλογισμός.

   Id. «Αυτό (το Κόμμα) αρνούνταν την ελεύθερη διαιτησία του ατόμου – και ταυτόχρονα απαιτούσε απ’ αυτό μια θεληματική αυταπάρνηση. Αρνείτο ότι είχε τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο λύσεων και ταυτόχρονα απαιτούσε να διαλέγει διαρκώς τη σωστή. Αρνούνταν ότι είχε την ευχέρεια διαχωρισμού του καλού από το κακό – και συγχρόνως μιλούσε με πάθος για ενοχή και προδοσία. Το άτομο – ωρολογιακός μηχανισμός ρυθμισμένος αιώνια, που τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει ή να τον επηρεάσει – ήταν τοποθετημένο υπό την επιρροή της οικονομικής αναγκαιότητας, ενώ το Κόμμα αξίωνε την εξέγερση του μηχανισμού ενάντια στο ρολόι και την αλλαγή της κίνησής του».
   Τύπος της «ιστορικής» αντίφασης. 

    Id. «Ο ισχυρότερος πειρασμός για ανθρώπους σαν εμάς είναι η άρνηση της βίας, η μεταμέλεια, η ειρήνη με τον εαυτό μας. Οι πειρασμοί του Θεού υπήρξαν πάντοτε πιο επικίνδυνοι για την ανθρωπότητα από τους πειρασμούς του Σατανά».

         […]
   Προτιμώ τους στρατευμένους ανθρώπους από τις στρατευμένες λογοτεχνίες. Το θάρρος στη ζωή και το ταλέντο στα έργα αρκούν. Άλλωστε ο συγγραφέας στρατεύεται όταν θέλει. Αξία του είναι η κίνησή του. Κι αν αυτό πρέπει να γίνει νόμος, επάγγελμα ή τρομοκρατία, πού βρίσκεται τότε η αξία;
   Φαίνεται πως το να γράφεις σήμερα ένα ποίημα για την άνοιξη θα σήμαινε ότι υπηρετείς τον καπιταλισμό. Δεν είμαι ποιητής, ωστόσο θα απολάμβανα χωρίς υστεροβουλία ένα τέτοιο έργο, αν ήταν ωραίο. Υπηρετεί κανείς όλους τους ανθρώπους ή κανένα. Κι αν ο άνθρωπος χρειάζεται ψωμί και δικαιοσύνη, αν πρέπει να κάνει αυτό που πρέπει  για να ικανοποιήσει την ανάγκη, έχει ανάγκη και από την καθαρή ομορφιά, που είναι το ψωμί της καρδιάς του. Τα υπόλοιπα δεν είναι σοβαρά.
   Ναι, θα ευχόμουν να είναι λιγότερο στρατευμένοι στα έργα τους και λίγο περισσότερο στην καθημερινή ζωή τους.



       …ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1946. 33 ΕΤΩΝ Σ’ ΕΝΑ ΜΗΝΑ

   …Τέχνη και εξέγερση. Ο Μπρετόν είχε δίκιο. Ούτε κι εγώ πιστεύω στη ρήξη ανάμεσα στον κόσμο και τον άνθρωπο. Υπάρχουν στιγμές συμφωνίας με τη σκληρή φύση. Όμως η φύση δεν είναι ποτέ σκληρή. Τα τοπία φεύγουν και ξεχνιούνται. Γι’ αυτό υπάρχουν οι ζωγράφοι. Και η υπερρεαλιστική ζωγραφική, για παράδειγμα, είναι μέσα στην κίνησή της η έκφραση αυτής της εξέγερσης του ανθρώπου ενάντια στη Δημιουργία. Ωστόσο η πλάνη ήταν ότι ήθελε να διαφυλάξει ή να μιμηθεί το μερίδιο του θαύματος μέσα στη φύση. Ο αληθινά επαναστατημένος καλλιτέχνης δεν αρνείται τα θαύματα, τα δαμάζει.

   …Ανυπόφορη μοναξιά – κάτι στο οποίο δεν μπορώ να πιστέψω ούτε να υπαχθώ.
   Αυτό που δημιουργεί τη μοναξιά ενός ανθρώπου είναι η ανανδρία των άλλων. Πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε κι αυτή την ανανδρία; Είναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μου. Κι από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να δείξω περιφρόνηση.

         […]


           BRIANCON. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ΤΟΥ ‘47

   …Ενώ τα ανθρώπινα έργα, τελικά, κάλυπταν σιγά-σιγά τους απέραντους χώρους όπου λαγοκοιμόταν ο κόσμος, σε βαθμό που η ιδέα της παρθένας φύσης να συμμετέχει σήμερα στο μύθο της Εδέμ (δεν υπάρχουν πλέον νησιά), - εποικίζοντας τις ερήμους, διαιρώντας σε κλήρους τις παραλίες και γεμίζοντας ακόμα και τον ουρανό με μεγάλες γραμμές όπως εκείνες των αεροπλάνων, με ανέπαφες μόνο τις περιοχές όπου δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος – συγχρόνως (και για τους ίδιους λόγους) το ιστορικό συναίσθημα της φύσης κάλυπτε σιγά-σιγά το συναίσθημα της φύσης μέσα στις ανθρώπινες καρδιές. Αφαίρεσε από το δημιουργό το μερίδιό του για να το ξαναδώσει στο ανθρώπινο πλάσμα, με μια κίνηση τόσο ισχυρή και ακαταμάχητη ώστε να μπορεί να φανταστεί κανείς τη μέρα που το σιωπηλό δημιούργημα της φύσης θα αντικατασταθεί ολόκληρο από το ανθρώπινο. Πλάσμα φρικτό και κεραυνοβόλο, που αντηχεί από επαναστατικές και πολεμικές κλαγγές, που βουίζει από εργοστάσια και τρένα, καθοριστικό και θριαμβευτικό στην πορεία του μέσα στην ιστορία. Πλάσμα που, αφού επιτέλεσε το έργο του πάνω σ’ αυτή τη γη, απέδειξε κατά κάποιο τρόπο πως ό,τι μεγαλεπήβολο και εκπληκτικό μπορούσε να κάνει στη διάρκεια χιλιάδων χρόνων, δεν άξιζε το φευγαλέο άρωμα του αγριοτριαντάφυλλου, την κοιλάδα με τις ελιές, τον αγαπημένο σκύλο.

   …Νέμεσις – θεά του μέτρου. Όσοι ξεπερνούν το μέτρο θα καταστραφούν ανελέητα.

             […]


       25 ΙΟΥΝΙΟΥ ΤΟΥ ‘47


   …Λωτρεαμόν. Όλο το νερό της θάλασσας δε θα έφτανε για να ξεπλύνει μια κηλίδα αίματος.

             […]
   …Πώς να δώσεις στον κόσμο να καταλάβει ότι ένα φτωχό παιδί μπορεί να ντρέπεται δίχως να ζηλεύει.

       […]
   Η πολεμική – ως στοιχείο αφαίρεσης. Κάθε φορά που αποφασίζει κανείς να θεωρήσει έναν άνθρωπο εχθρό του τον κάνει αφηρημένο. Τον απομακρύνει. Δε θέλει πια να ακούει το εκρηκτικό του γέλιο. Έχει γίνει μια φιγούρα.

   Αν, για να ξεπεράσει κανείς το μηδενισμό, πρέπει να επιστρέψει στο χριστιανισμό, μπορεί τότε, ακολουθώντας αυτή την πορεία, να ξεπεράσει τον χριστιανισμό με τον ελληνισμό.

   …Μια ακραία αρετή που συνίσταται στο να σκοτώνεις τα πάθη. Μια βαθύτερη αρετή που συνίσταται στο να τα εξισορροπείς.

         […]
   Κατά τους Αιγυπτίους ο δίκαιος πρέπει να μπορεί να λέει μετά θάνατον: «Δε στενοχώρησα κανένα». Διαφορετικά επέρχεται η τιμωρία.