Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναγνώσεις-επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναγνώσεις-επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ) Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebook, 22.10.2026)

............................................................... 


"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ)

                      Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





Είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα πόσο και πώς επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης τούς ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Περνώντας στις νεότερες γενιές, τη γενιά του 1970 και τη γενιά του 1980, εκείνοι που θα επανασυνδέσουν τον λυρισμό του με τον υπερρεαλισμό, για τον εκτρέψουν εν συνεχεία προς μια γλωσσοκεντρική, μεταμοντερνιστικής απόληξης τροχιά, είναι δίχως την παραμικρή αμφιβολία ο Δημήτρης Καλοκύρης και ο Ευγένιος Αρανίτσης: ο Αρανίτσης, τον οποίο μνημονεύω πρόωρα, μια και ανήκει στους επιγόνους της γενιάς του 1970, με τη μουσικότητα του στίχου του και τη ροπή του προς το παράλογο και το ακατανόητο (το ακατανόητο και η απροσδιοριστία ως ριζικές συνθήκες της ύπαρξης), ο Καλοκύρης με τη συνειρμική του προσωδία και τη φαντασμαγορική ανασκαφή του θρύλου, σ’ ένα ποιητικό διακείμενο με μπορχεσιανή πολυσυλλεκτικότητα.
Προς τη διακειμενικότητα θα στραφεί και ο ερωτικός λόγος του Διονύση Καψάλη, που θα περιβάλει την ελυτική καταγωγή του με έναν αλληλοϋπονομευτικό συνδυασμό ελεύθερου στίχου και παραδοσιακής φόρμας. Με τον Χριστόφορο Λιοντάκη ο ελυτικός έρωτας θα μυθολογηθεί μέσω του κρητικού Λαβύρινθου και του Μινώταυρου, σ΄ένα δραματικά φορτισμένο αντιθετικό ζεύγος σκότους-φωτός. Η ερωτική πλησμονή του Γιώργου Βέη θα κορφολογήσει τα αισθησιακά διαθέσιμα του ελυτικού λυρισμού, για να τα διακοσμήσει με μια πανδαισία γεωγραφικής παγχρωμίας. Σ΄ έναν τύπο άδολου ερωτισμού θα ακουμπήσει, αντίθετα, ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης, που θα αποσπάσει από τον λυρισμό του Ελύτη μόνο την εξωστρεφή μουσική του.
Και οι επίγονοι της γενιάς του 1970 τι θα κληθούν κάνουν με τον Ελύτη; Το μεταμοντερνιστικό παιγνιώδες και ο διακειμενικός συμφυρμός θα δώσουν κι εν προκειμένω το παρών. Ο Στρατής Πασχάλης θα ενοφθαλμίσει στη φαντασιακή υψηγορία και την ποιητική ουτοπία της ελυτικής διαύγειας την παράδοση του γαλλικού συμβολισμού, ο Θανάσης Χατζόπουλος θα συμπλέξει την ελυτική φαντασία και ενόραση με την ψυχαναλυτική εικονογράφηση των ονειρικών του θραυσμάτων και ο Γιώργος Κοροπούλης θα διεμβολίσει την ελυτική ερωτική ανάταση με τη μελαγχολία και τα ποιητικά μέτρα του μεσοπολέμου σ’ ένα κράμα ειρωνείας, παρωδίας και σαρκασμού.
Ο κύκλος κλείνει και οι επιδράσεις του Ελύτη οδηγούνται στο πέρας τους (δεν θα αναφερθώ στους ποιητές που έπονται της γενιάς του 1970 και των επιγόνων της και γιατί κάποιες ομάδες τελούν ακόμη υπό διαμόρφωση και γιατί δεν ελέγχω καλά το συγκριτολογικό τους πεδίο). Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως μολονότι αυξάνουν σημαντικά στις μεταπολιτευτικές ποιητικές γενιές, οι ελυτικές επιδράσεις δεν αποκτούν ποτέ εντυπωσιακό όγκο στους κόλπους τους. Πιθανόν επειδή με την εξαίρεση των τάσεων που παρακολουθήσαμε και αυτές οι γενιές θητεύουν σ΄έναν κόσμο ασύμβατο με τον κόσμο του Ελύτη: όχι πια γιατί αντί να συνεγείρονται από τη δυνατότητα της τέχνης για μιαν οντολογική υπέρβαση του παρόντος, παραμένουν βυθισμένες στη ζώσα Ιστορία, όπως οι αμέσως προηγούμενες, αλλά επειδή ο ατομικισμός, ο κυνισμός και η μυθολογική αποσάρθρωση του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα κατάφεραν να τους εμπνεύσουν μιαν εγγενώς αντιλυρική στάση, που αν πρόκειται να συμπεριλάβει κάποτε στις παρακαταθήκες της τον υπερρεαλισμό, δεν θα το αποπειραθεί μέσω του Ελύτη.
Γιατί, εντούτοις, τα λέω όλα αυτά; Θα έπρεπε τάχα να δημιουργήσει υποχρεωτικά σχολή ο Ελύτης και θα έπρεπε επιπροσθέτως να συνωστίζονται εκόντες άκοντες οι νεότεροι στην ποιητική του αυλή προκειμένου να προμηθευτούν υποδείξεις και διδάγματα; Εννοείται πως όχι. Στη λογοτεχνία ουδείς εκ των άνω κανόνας μπορεί να ισχύσει και τα πράγματα πάντα αυτορυθμίζονται. Αξίζει, νομίζω, παρ' όλα αυτά, τον κόπο να τελειώσω με την υπόμνηση πως ένας ποιητής ο οποίος είναι ταυτισμένος στην κοινή συνείδηση με την περίσσεια των ερωτικών αισθημάτων και την ελληνική του λαμπρότητα (το κοστούμι που δεν έχει πάψει μέχρι σήμερα να ράβει για τον Ελύτη η δημόσια προσληψή του), παραμένει μέχρι και τώρα που συζητάμε δύστοκος ως προς την ενδοποιητική του διάχυση και οικειοποίηση. Κι αυτό γιατί οι λέξεις και οι παραστάσεις του, τα οπτικά και τα ηχητικά του σχήματα, αλλά και ολόκληρη η ποιητική του ανατρέπουν ευθύς εξαρχής την έξωθεν υποδοχή και αποδοχή του έργου του: έργο το οποίο εξακολουθεί να κοιτάζει με προσήλωση στον εσωτερικό του καθρέφτη και να αντλεί από εκεί τη μοναδική και σπάνια αύρα του.

"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του" (α' μέρος) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebooK, 19.10. 2026)

 ...............................................................


"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του"

              Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





έγραψε ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (facebook, 19. 10. 2026)

Πώς να σκεφτούμε τις επιδράσεις του Οδυσσέα Ελύτη; Δεν εννοώ τις επιδράσεις που δέχτηκε: Αυτές έχουν διερευνηθεί κατ΄επανάληψη στο παρελθόν, συνεχίζονται με πάσα επιμέλεια στις ημέρες μας και είναι πιθανόν να συνεχιστούν με την ίδια φροντίδα και μελλοντικά. Εννοώ τις επιδράσεις που άσκησε: γιατί κάποιες επιδράσεις έχει ασκήσει σίγουρα ο Ελύτης στις νεότερες γενιές κι αυτές θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω προχωρώντας, σ΄ένα πεδίο που όπως κι να το κοιτάξουμε δεν μοιάζει ιδιαίτερα διερευνημένο.
Ποιες ακριβώς, όμως, είναι οι νεότερες γενιές; Είναι, βέβαια, οι γενιές που θα καλλιεργήσουν την ποίηση από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα μέχρι και τα σημερινά χρόνια. Είναι η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά: μια χορεία ποιητών την οποία ο Ελύτης, φεύγοντας από τη ζωή λίγο πριν από την εκπνοή του 20ου αιώνα, θα προλάβει να τη δει να φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της. Κι είναι επιπροσθέτως η γενιά του 1970 και οι επίγονοί της. Τη γενιά του 1970 ο Ελύτηςθα προλάβει επίσης να τη δει μεστή ενώ και οι επίγονοί της δεν θα είναι στα σπάργανα της νιότης τους όταν θα πεθάνει ο ποιητής.
Μιλάμε, λοιπόν, για τέσσερις γενιές με τις οποίες συμπορεύτηκε επί μακρόν ο Ελύτης (μια πεντηκονταετία στο σύνολο της διαδρομής), διαμορφώνοντας με κάποιον τρόπο ένα μέρος της ταυτότητάς τους (ξέρω πως ο όρος γενιά έχει πέσει θύμα ποικίλων καταχρήσεων μα στα μακροσκελή, όπως το προκείμενο, διαγράμματα δεν έχει πάψει να διατηρεί τη λειτουργικότητά του, ακόμα κι αν επιστρατεύεται περισσότερο για να οριοθετήσει κάποιες γραμματειακές υποπεριόδους και λιγότερο για να αναδείξει λογοτεχνικές συσσωματώσεις με συμπαγή χαρακτηριστικά.
Εκκινώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, τι συνέβη καταρχάς με την υπερρεαλιστική της ομάδα; Πόσο συναναστράφηκε το κλίμα του Ελύτη και σε ποιον βαθμό επικοινώνησε με την τεχνική του; Ας εξετάσουμε τα ευρήματα. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ακολούθησε έναν εξαιρετικά ορθόδοξο υπερρεαλιστικό δρόμο, με μεγάλες λογικές υπερβάσεις και πλήθος εικονοποιητικά και ακουστικά απροσδόκητα, συνδυασμένα με μιαν ιδιαιτέρως αναστατωμένη και διαταραγμένη γραφή. Πρόκειται για έναν υπερρεαλισμό που δεν υιοθέτησε και δεν υπερασπίστηκε ποτέ ο Ελύτης, ο οποίος αν κληροδότησε κάτι στον Κακναβάτο, αυτό είναι το ανυψωτικό και το ενορατικό στοιχείο της έκφρασης. Ο Μίλτος Σαχτούρης, πάλι, συνταίριαξε από την πρώτη στιγμή τον υπερρεαλισμό του με μια σαφώς εξπρεσιονιστική παράμετρο, ανασύροντας στην επιφάνεια μιαν επικράτεια παραλόγου και τρόμου που επίσης δεν ανήκει στην ατμόσφαιρα του Ελύτη. Ο Δ. Π. Παπαδίτσας, από τη μεριά του, ταίριαξε στο ξεκίνημά του πιο πολύ με το ρηξικέλευθο, αποθεμελιωτικό στυλ του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, κρατώντας μακριά από τον λόγο του τη μεταστοιχειωτική φαντασία του Ελύτη, που αργότερα θα σκοντάψει και στο επίβουλο υπαρξιακό σύμπαν το οποίο θα χτίσει βαθμιαία ο ποιητής. Και η Μαντώ Αραβαντινού, ωστόσο, θα σταθεί μακριά από τον Ελύτη, τόσο εξαιτίας της σταθερά αφαιρετικής (έως και γεωμετρικής) γραφής της όσο και λόγω της έκδηλης τάσης της προς το σύμβολο και την αλληγορία.
Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, από τη άλλη πλευρά, θα μπορούσα να πω ότι πλησιάζει περισσότερο τον Ελύτη, χάρη στη διάχυτη ερωτική της διάθεση. Κι εδώ, εντούτοις, η σχέση θα παραμείνει εντέλει χαλαρή μια και η Χατζηλαζάρου έχει έναν εξομολογητικό τόνο και μια λογική στιχουργική δομή που την απομακρύνουν ευθύς εξαρχής από την περίτεχνη κρυπτικότητα του Ελύτη. Σκέφτομαι πως ο εγγύτερος ίσως στον Ελύτη μεταπολεμικός υπερρεαλιστής είναι ο Γιώργος Λίκος: με τη μυστηριακή ομολογία της φύσης, που διαπερνά απ’ άκρου εις άκρον τον στίχο του, με τα λαμπερά (κάποτε εκτυφλωτικά) του χρώματα, παρά τη μαύρη αχλή που συχνά προϋποθέτουν, αλλά και με τη μουσικότητα των εικόνων του. Και ο Νάνος Βαλαωρίτης, όμως, που δεν είναι ακριβώς υπερρεαλιστής, δεν στέκει εκτός τροχιάς Ελύτη, συγκεράζοντας, στις πρώτες τουλάχιστον ποιητικές του προσπάθειες, την καταφυγή στον μύθο και στο αρχέτυπο με μιαν ισχυρή μεταμορφωτική φαντασία. Για τον Ε. Χ. Γονατά, που έχει κάποιες μακρινές υπερρεαλιστικές καταβολές, παραμένοντας στη μεθόριο ποίησης και πεζογραφίας, ο Ελύτης είναι πιθανόν να έχει παίξει κάποιον ρόλο ως προς την αποσπασματική ονειρική του αφήγηση. Ο Τάκης Βαρβιτισώτης, τέλος, μολονότι δύσκολα θα κατατασσόταν στους μεταπολεμικούς υπερρεαλιστές, εμφανίζεται στα νιάτα του με μιαν υπερρεαλιστική μετριοπάθεια πολύ γνώριμη στον Ελύτη.
Τα συμπεράσματα δεν είναι πλούσια: Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές δεν διασταυρώνονται σε κεντρική λεωφόρο με τον Ελύτη: τον βρίσκουν οπωσδήποτε μπροστά τους, βρίσκουν και κάποιους τρόπους να συνεννοηθούν με τη γλώσσα και την εικονογραφία του, αλλά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κληρονόμους του ούτε, έστω, έμμεσους μεταβιβαστές του στη γενιά τους ή και στις επόμενες. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Επειδή οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές είναι είτε πολύ ορθόδοξοι (Κακναβάτος) είτε πολύ ανορθόδοξοι (Χατζηλαζάρου) στις επιλογές τους; Επειδή ο υπερρεαλισμός συνιστά για τους περισσότερους ένα πάτημα για να αναχθούν κατόπιν στη δική τους, αυτόνομη σφαίρα (με τον Παπαδίτσα να βαδίζει προς την υπαρξιακή ποίηση, τον Σαχτούρη να φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό, την Αραβαντινού να καταλήγει στην αφαίρεση και την αλληγορία, τον Βαλαωρίτη να αγκαλιάζει πολλαπλές όψεις του μοντερνισμού, τον Γονατά να παίζει με τους φαντεζίστ και τον Βαρβιτσιώτη να οδεύει προς τον καθαρό λυρισμό); Ή μήπως επειδή γενικότερα η μεταπολεμική αγωγή τους, που αποτυπώνει την εμπειρία της άνδρωσής τους μέσα στη φωτιά της παγκόσμιας σύρραξης (εδώ ας υπολογίσουμε πιο πολύ τον Κακναβάτο, τον Σαχτούρη, τον Παπαδίτσα και τον Λίκο), επιτρέπει στην ποίησή τους μιαν ιστορική σκοτεινιά ασύμπτωτη με τη σκοτεινιά του Ελύτη, η οποία είναι η σκοτεινιά της κρυμμένης τύψης, της συμφιλίωσης του έρωτα και του θανάτου αλλά και της καθαρής θανατολογίας και θανατογραφίας;
Ισχύουν μάλλον και οι τρεις εξηγήσεις, θα πιαστώ, όμως, από την τελευταία για να δώσω μιαν απάντηση στην εύλογη απορία γιατί ο Ελύτης απουσιάζει πανηγυρικά από το υπόλοιπο τοπίο της πρώτης, αλλά και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Το «πανηγυρικά», βέβαια, είναι μια λέξη: μεμονωμένα κάδρα, σπασμένα γυαλάκια στίχων, κρυπτομνησίες και σκόρπιες παραπομπές είμαστε ασφαλώς σε θέση να εντοπίσουμε σε ποικίλα σημεία της ποιητικής παραγωγής τόσο των πρώτων όσο και των δεύτερων μεταπολεμικών. Συντεταγμένο, παρόλα αυτά, μέτωπο επιδράσεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να διακρίνουμε. Και φταίει, νομίζω, γι αυτό η Ιστορία.
Το βάρος της Ιστορίας: Η Ιστορία είναι για τον Ελύτη ένα ανυπόφορο βάρος: μια πολλαπλά παραμορφωμένη και εξαντλημένη πραγματικότητα, που χρειάζεται πρώτα να σβηστεί από τον χάρτη της οικουμένης και μετά να ξαναγραφτεί εξυπαρχής και να ενταχθεί στην προοπτική μιας λυτρωτικής ουτοπίας, την οποία θα αρδεύσουν τα ζείδωρα νάματα της τέχνης. Για τους πρώτους και τους δεύτερους μεταπολεμικούς (ακόμα και για τους πλέον υπαρξιακούς και εξατομικευμένους αναμεταξύ τους), η Ιστορία έχει σιδερένια γόνατα: κουβαλά όλη τη φρίκη με την οποία γέμισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τους ανθρώπους, σκορπίζοντας παντού το αίμα, τον όλεθρο και τον εξανδραποδισμό.
Ο Ελύτης θέλει να κλείσει μια τρύπα που έχει ανοίξει η Ιστορία στο σύμπαν επειδή εξισώνει την Ιστορία με μιαν εν γένει μοχθηρή και ταυτοχρόνως εκκενωμένη πραγματικότητα, η οποία εναντιώνεται πεισματικά στο απελευθερωτικό βλέμμα της ποίησης. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι μεταπολεμικοί βλέπουν στην Ιστορία την ανέκκλητη φθορά και την ασύνορη έρημο που έχει επιφέρει με την αποπνικτική βοή της στις συνειδήσεις. Και στην έρημο δεν υπάρχουν, κακά τα ψέματα, ούτε οράσεις ούτε ουτοπίες. Σε μια τέτοια τροχιά, η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά θα νιώσει σίγουρα καλύτερα με τον ρεαλισμό του Καβάφη, με τη στυφή αμεσότητα του Καρυωτάκη, όπως και με τον περί φθοράς λόγο του Σεφέρη.
Η γύμνια, η ξηρότητα, ο χαμηλός τόνος και η αδιακόσμητη υποβολή του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη στέκουν στους αντίποδες του Ελύτη, που με το ένα του μάτι κοιτάζει προς τα έξω, προς ένα φωτεινό και σωτήριο ουτοπικό μέλλον, ενώ με το άλλο στρέφεται στα ενδότερα της ποιητικής του τέχνης, για να προσέλθει στον ναό της αυτοδύναμης ακτινοβολίας της και να λατρέψει απέραντα τον άμωμο θεό της.
Κατά τα άλλα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι μεταπολεμικοί ποιητές θα στραφούν στον λυρισμό, ο Ελύτης θα είναι, φυσικά, παρών. Τον είδαμε πώς συναντά τον Βαρβιτσιώτη από την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Θα τον δούμε να προκαλεί κάποια έλξη και στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά: ένας λυρικός που θα λατρέψει με τη σειρά του, όσο παραμένει νέος, το κάλλος της ποίησης, επιστρατεύοντας για τα τελετουργικά της λατρείας του μιαν έντονα μυθοποιητική φαντασία. Τελειώνοντας με τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ο Ελύτης δεν αποκλείεται να έχει ένα μερίδιο συμμετοχής και στον δραματικό λυρισμό της Κικής Δημουλά, με τις ξαφνικές γλωσσικές αναφλέξεις και συστροφές που δονούν τα ποιήματά της από την πρώτη μέχρι και την τελευταία συλλογή της.
Σταματώ, στους δύο πρώτους κύκλους επιδράσεων του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατό του κι αν χρειαστεί θα συνεχίσω.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

"Ο Ντάριο Φο ήταν επινοητής μιας νέας θεατρικής γλώσσας" έγραψε η Χριστίνα Γαλανοπούλου (www.lifo.gr, 13.10.2016)

 ..............................................................



Ο Ντάριο Φο ήταν επινοητής μιας νέας θεατρικής γλώσσας



Η θεατρική μεταγλώσσα του Ντάριο Φο, η ζωή και η εργογραφία του


 έγραψε η Χριστίνα Γαλανοπούλου (www.lifo.gr, 13.10.2016)



Σκηνοθέτης, ηθοποιός και λογοτέχνης βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, με μία βαριά πολιτική, προσωπική και καλλιτεχνική ιστορία να κατεβαίνει ως το σήμερα, ο Ντάριο Φο θα πεθάνει σε σε ηλικία 90 ετών στις 13 Οκτωβρίου του 2016 από πνευμονία.


Θεατρικός συγγραφέας, εικονογράφος, ζωγράφος, σκηνογράφος, ακτιβιστής και πολλά άλλα, ο Ντάριο Φο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997. Μαζί με σύζυγό του, την αξέχαστη Φράνκα Ράμε, για πάνω από 50 χρόνια, θα «ξεσηκώνουν» τον ιταλικό κόσμο της τέχνης. Τη μέρα του θανάτου του η εφημερίδα La Repubblica, θα γράψει, ότι οι δυο τους είχαν «μετατρέψει τη ζωή τους σε τέχνη» κι αυτό δεν ήταν άλλο ένα δημοσιογραφικό κλισέ, αλλά η απόλυτη αλήθεια.

Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, 
είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης 
χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως 
γλώσσα αντίδρασης απέναντι στην εκάστοτε εξουσία


Ο Ντάριο Φο γεννιέται το 1926 στο Λεγκιούνo Σαντζιάνο, στο Βαρέζε. Μαθαίνει να μιλάει από τον πατέρα του, ερασιτέχνη ηθοποιό, σοσιαλιστή, διευθυντή των ιταλικών σιδηροδρόμων. Ο Φελίτσε, όταν δεν τραγουδάει και δεν μαθαίνει παιδικά παιχνίδια στον μικρό Ντάριο, μετατίθεται από ιταλική επαρχία σε ιταλική επαρχία. Άλλωστε, η αντιφασιστική του δράση, η προσφορά καταφυγίου σε πρόσφυγες και στρατιώτες, έπλασε και τον χαρακτήρα του γιου, που έμαθε από μικρός να βγάλει γλώσσα κι όταν τον κυνηγούν να την αλλάζει, να την μεταμορφώνει, να «αμπαλάρει» τα νοήματα για να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Φο, στα 89 του σήμερα, υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φυσιογνωμίες στα γράμματα και την παγκόσμια Τέχνη.

Διανοητής, συγγραφέας, ζωγράφος, νομπελίστας, δημιουργός μίας ολοκαίνουριας παλιάς γλώσσας για να απευθυνθεί στο κοινό, έχει γράφει περισσότερα από 70 έργα, τα οποία «σφραγίζουν» το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Καθόλου εύκολο θύμα της λογοκρισίας του Τζούλιο Αντρεότι, είναι εκείνος που θα ηγηθεί του Grammelot, μίας σύνθεσης χειρονομιών, γκριμάτσας, γλωσσικών ιδιωματισμών, όλα ως γλώσσα επικοινωνίας, αλλά και αντίδρασης απέναντι στους γλωσσικούς και αξιακούς κώδικες της εκάστοτε εξουσίας. Η πρώτη εκδοχή αυτού του γλωσσικού κώδικα απαντάται στα έργα της Commedia dell’arte του 16ου αιώνα, που αγαπούσε ο Φο.



Με την ηθοποιό σύζυγο του, συνεργάτιδα και συνοδοιπόρο, Φράνκα 
Ράμε. Η Ράμε πέθανε το 2013


Βέβαια, η «μετα-γλώσσα» του Φο δεν τον γλιτώνει πάντα από τις περιπέτειες με το επίσημο κράτος της εποχής του. Για τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού», έργο πολυδιαβασμένο και πολυ-ανεβασμένο στις θεατρικές σκηνές όλου του κόσμου, ο Φο θα φυλακιστεί και η σύζυγος και συνεργάτις του, Φράνκα Ράμε, θα απαχθεί από ομάδα νεοφασιστών, θα βασανιστεί και θα βιαστεί.

Θα τη βρουν σε άθλια κατάσταση πεταμένη σ' ένα πάρκο, λίγες μέρες μετά. Το έργο που προκάλεσε αυτή τη θηριωδία, αναφερόταν στη συνωμοσία πίσω από τη δολοφονία του αναρχικού Τζουζέπε Πινέλι από τις αστυνομικές αρχές το 1969. Η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997, από κάποιους θεωρήθηκε χρύσωμα του χαπιού για τις ταλαιπωρίες που υπέστη ο συγγραφέας και η σύζυγος του, από κάποιους μια αληθινή αναγνώριση του έργου του και από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μία πολύ κακή εξέλιξη για τα… ήθη και τις ανθρώπινες αξίες.

Κάκιστη, αν σκεφτεί κανείς τον επίκαιρο λόγο του, πείτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση, αλλά κυρίως μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του, έκανε την αναμέτρηση με την κάθε μορφής εξουσίας να φαίνεται πιο εύκολη, τη δε εξουσία, αστεία και πάντα κατώτερη των περιστάσεων. Τόσο ο ίδιος όσο και η Ράμε, περισσότερο ίσως απ' ό,τι Έλληνες διανοητές, στήριξαν τον αγώνα τον ελληνικό αγώνα ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών.

Το 1997, όταν παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας


Αντέχουν μέχρι σήμερα:

«Απαιτούν οι άνθρωποι ένα πραγματικά δίκαιο σύστημα; Ωραία, θα το τακτοποιήσουμε, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν με ένα λιγότερο άδικο... Θέλουν επανάσταση; Καλά θα τους δώσουμε μεταρρυθμίσεις – πολλές μεταρρυθμίσεις, θα τους πνίξουμε στις μεταρρυθμίσεις. Ή μάλλον, θα τους πνίξουμε στις υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων, επειδή δεν θα τους δώσουμε ποτέ πραγματικές μεταρρυθμίσεις!» - Από τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού».

«Σ’ έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν’ αναπνεύσω κι εγώ; Θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε…»Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι…» - Από το «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».


Εργογραφία

- "Δάχτυλο στο μάτι" (Il dito nell'occhio, 1953)

- "Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ" (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959)

- "Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια)" (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960)

- "Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη" (Chi ruba un piede è fortunato in amore, 1961

- "H Mεγάλη Παντομίμα" ("Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi"), 1968

- "Μίστερο Μπούφο" (Mistero Buffo, 1969)

- "Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι' αυτό Είναι Αφεντικό" (L'operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969)

- "Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού" (Morte accidentale di un anarchico, 1970)

- "Φενταγίν" (Fedayin, 1971)

- "Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω!" (Non si paga, non si paga!, 1974)

- "Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά" (La marijuana della mamma è la piu bella, 1976)

- "Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία" (Tutti casa letto e chiesa, 1977)

- "Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες" (Storia della tigre et altre storie, 1978)

- "Η Όπερα του Ζητιάνου", (L'opera dello sghignazzo, 1981)

- "Μια Μάνα" (Una madre, 1982)


- "Το Ανοιχτό Ζευγάρι" (Coppio aperta, 1983)


- "Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος" (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984)

- "Το Ημερολόγιο της Εύας" (Diario di Eva, 1984)

- "Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο" (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985)

- "Ο Πάπας και η Μάγισσα" (Il papa e la strega, 1989)

- "Ο Ανώμαλος Δικέφαλος" (L'anomalo Bicefalo, 2003)


Ζωγραφίζοντας. Το άλλο μεγάλο πάθος του Φο.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

"90 χρόνια ελληνικού φασισμού" έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 4.8.2026)

 ..............................................................



90 χρόνια ελληνικού φασισμού

Από τον 19ο αιώνα, η ελληνική άρχουσα τάξη είχε μάθει να κυβερνά σχεδόν αποκλειστικά με τον βούρδουλα του καταπιεστικού κράτους





έγραψε ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 4.8.2026)

Από μία άποψη, η σύγχρονη εποχή αρχίζει κατά την περίοδο από το 1922 έως το 1933 – από τότε δηλαδή που ο φασισμός και ο ναζισμός άρχισαν να είναι κυρίαρχοι στην Ιταλία και στη Γερμανία αντίστοιχα.


Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να δεχτούμε κάτι τέτοιο, αν συμφωνήσουμε ότι η διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και σύγχρονης εποχής συνίσταται στο ότι η δεύτερη δεν είναι παρά η ιστορική δοκιμασία των προϋποθέσεων της πρώτης. Και ότι η πρώτη δεν είναι απλώς μια ιστορική περίοδος, την έναρξη της οποίας όλοι, με λίγο-πολύ αυθαίρετο τρόπο, τοποθετούν κάπου μεταξύ Αναγέννησης και Βιομηχανικής Επανάστασης, αλλά μια κοινωνική, πολιτική και διανοητική κατάσταση που συναντάμε στην ιστορία της Δύσης και που ορίζεται επί τη βάσει του πλέγματος λόγων και πρακτικών που συναποτελούν τον Διαφωτισμό.

Η ιστορική δοκιμασία των προϋποθέσεων της νεωτερικότητας ως κατάστασης Διαφωτισμού, από την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού κι έπειτα, ποτέ δεν έπαψε να ισχύει. Ακόμη και μετά την ήττα του χιτλερικού ναζισμού στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η έμπρακτη αμφισβήτηση των κοινωνικο-πολιτικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων του Διαφωτισμού πάντοτε απειλούσε τις δυτικές χώρες: είτε με τη μορφή νεο-φασιστικών, νεο-ναζιστικών και ακροδεξιών εν γένει οργανώσεων και κινημάτων, είτε με τη μορφή στρατιωτικών δικτατοριών που είχαν ως -υπόρρητο, έστω- πρότυπο τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. Η όλη θεωρητική συζήτηση περί «μετα-νεωτερικότητας» αγνοεί το γεγονός ότι, στο εσωτερικό της νεωτερικότητας και πολύ πριν από τη λεγόμενη «μετα-νεωτερική» εποχή, υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει μια πρακτική αμφισβήτησή της πολύ πιο κρίσιμα απειλητική απ’ όσο η «δυσπιστία απέναντι στις μεγάλες αφηγήσεις».

Υπ’ αυτή την έννοια, η 4η Αυγούστου 1936 σηματοδοτεί την έναρξη της «σύγχρονης εποχής» στην Ελλάδα. Με μία σημαντική όμως διαφορά από τη σύγχρονη εποχή των δυτικών χωρών. Παρ’ ότι οι αρχές του Διαφωτισμού και η συνακόλουθη επιστημονική ορθολογικότητα όντως σε έναν βαθμό στηρίχτηκαν στην αρχαία ελληνική σκέψη, η νεοελληνική κοινωνία πόρρω απείχε από το να στηρίζεται, πρακτικά ή ιδεολογικά, στις εν λόγω αρχές. Από τον 19ο αιώνα, η ελληνική άρχουσα τάξη είχε μάθει να κυβερνά σχεδόν αποκλειστικά με τον βούρδουλα του καταπιεστικού κράτους, καθώς και με τον ασύδοτο προνεωτερικό αυταρχισμό των τσιφλικάδων τον οποίο κατ’ ουσίαν ουδέποτε απέβαλε.

Ο ελληνικός φασισμός λοιπόν, από τότε που κυριάρχησε για πρώτη φορά, δεν ήταν τόσο μια αμφισβήτηση των προϋποθέσεων της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού όσο μια εμφανής πλέον επιβεβαίωση του γεγονότος ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις ουσιαστικά ποτέ δεν ίσχυαν στη νεοελληνική κοινωνία. Εξ ου και το ότι, παρά το έπος του ελληνο-ιταλικού πολέμου και τον ηρωισμό της ΕΑΜικής αντίστασης, από το 1936 έως το 1974 παρατηρείται μια αδιάλειπτη συνέχεια ακραιφνώς φασιστικών και φασιστοειδών καταστάσεων που διαδέχονταν η μια την άλλη με έναν σχεδόν λογικό ειρμό: μεταξική δικτατορία, ναζιστική κατοχή με δωσίλογους και ταγματασφαλίτες, μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος, που κατά μέγα μέρος στηριζόταν στους τελευταίους και που κατέληξε στη χουντική επταετία.

Μάλλον πιο σημαντική όμως, καθ’ ότι μακροπρόθεσμα πιο επικίνδυνη, ήταν η αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού φασισμού μετά το 1974. Μετά την παταγώδη πολιτική και ιδεολογική αποτυχία της χούντας και με δεδομένη τη στρατηγική οργανικής ενσωμάτωσης του ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, πρώτα με την ΕΟΚ και κατόπιν με την ευρωζώνη, ο ελληνικός φασισμός αναγκάστηκε κατά διαστήματα να λειτουργεί υποδόρια. Κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, οι δραστηριότητες του μεταδικτατορικού ελληνικού φασισμού περιστρέφονταν γύρω από τον βασικό πυλώνα της μεταχουντικής Δεξιάς, ήτοι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Μετά την «αριστερή παρένθεση» 2015-2019, αλλά και ιδίως μετά τη σχεδόν ολοκληρωτική πλέον αφάνιση της Αριστεράς, ο νεοδημοκρατικός φασισμός έχει πλέον «ξεσαλώσει». Σε συμβολικό επίπεδο, αυτό φαίνεται και στη δημόσια παρουσία των στελεχών. Ο Ιωάννης Λαδάς, ως αρχιμπάτσος της χούντας, κυκλοφορούσε με σκούρα γυαλιά. Εκσυγχρονισμένος φασισμός: το πνευματικό τέκνο του Παττακού που είναι τώρα υπουργός Υγείας απειλεί τους πολίτες με… «έξυπνα γυαλιά».

● Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

"Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΤΡΑ" -ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου (24.11.1922 - 2.7.1978) Από τη συλλογή "Ευθύτης οδών" & τα "Ποιήματα 1941 - 1974" (εκδ. Καστανιώτης, 1981, β' έκδοση)

 ...............................................................



Άρης Αλεξάνδρου (24.11.1922 - 2.7.1978)


Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΤΡΑ


Ορθός στη μέση του ναού

στέκεται και ζυγιάζει

στο χέρι το σπαθί του την ελπίδα στο μυαλό του.

Μπορεί οι φίλοι του στη Σπάρτη κάτι να πετύχουν

ίσως και πέρα στην Αθήνα συμβεί καμιά μεταβολή

κι ο Ξέρξης

                     όσο κι αν είναι απίθανο

                                                              κάπως να συμβάλει.

Φτάνει να μείνει ζωντανός, ορθός ή κι ακουμπώντας 

                                                                            /στο βωμό

πεσμένος έστω μπρούμυτα στις πλάκες

φτάνει να κρατήσει λίγες μέρες

να μη βιαστεί να προδικάσει την κρίση των Θεών.

Ίσως να γίνουν όλα πιο απλά.

Σαν πέσει η νύχτα, μπορεί να κοιμηθούνε οι φρουροί

και τότε ξεγλιστρώντας θα φτάσει ως τη Μεσσηνία.


Την πρώτη πέτρα

την έχτισαν τα χέρια της μητέρας.

Μια μια οι σειρές υψώνονται στην πόλη και καθώς γέρνει

                                                                                        / ο ήλιος

βυθίζονται στον ίσκιο

τα πόδια

                το κορμί

                                τα χέρια των χτιστάδων.

Λίγο ακόμα

και θα πέσουν στο σκοτάδι

                                                καρατομημένα

                                                                           τα κεφάλια.

Τότε αυτός

                    ορθός στη μέση του ναού

                              θα μπήξει μες στο στήθος του το ξίφος.


Εδώ που έχω καταφύγει

σωριάζονται μια μια οι εποχές

βαριές σαν πέτρες.

Ορθός στη μέση της ζωής

δε ζυγιάζω τίποτα.

Ξέρξης και Αθήνα δεν υπάρχουν.

Είμαι προδότης για τη Σπάρτη για τους είλωτες σπαρτιάτης.

Με το σπαθί χαράζω 

                                       στα στεγνωμένα χείλη 

                                                                              το χαμόγελό μου.


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

"ΕΤΣΙ ΠΛΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ" ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) Από τη συλλογή "ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. "Θεμέλιο", 2000)

 ...............................................................



           Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


"ΕΤΣΙ ΠΛΑΘΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ"


Λέει ναι, και λέει όχι.
Δέρνει, και τόνε δέρνουνε.
Πάει μ' αυτούς, πάει μ' εκείνους.
Έτσι πλάθεται ο άνθρωπος αλλάζοντας
κι έτσι γεννιέται μέσα μας η εικόνα του.
Μας μοιάζει, και δε μας μοιάζει ωστόσο


Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)

Από τη συλλογή "ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (μτφ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. "Θεμέλιο", 2000)

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

"Πόση μνήμη αντέχεται; Πόση λήθη χρειάζεται;" γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (www.news247.gr, 06 Ιουνίου 2026)

...............................................................



Πόση μνήμη αντέχεται; Πόση λήθη χρειάζεται;







Μαρτυρικά χωριά: Καλάβρυτα, Δίστομο, Κάντανος, Κοντομαρί και τόσα άλλα… Πόση μνήμη αντέχεται εδώ; Πόση λήθη χρειάζεται;

γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (www.news247.gr, 06 Ιουνίου 2026)

Ο Θεμιστοκλής, διάσημος για τις μνημονικές του ικανότητες, παραπονιόταν: «Συγκρατώ αυτά που δεν επιθυμώ, και δεν μπορώ να ξεχάσω αυτά που θέλω να ξεχάσω». Όντως, η ανθρώπινη μνήμη δεν υπακούει στη βούλησή μας.


Ο Θεμιστοκλής λέει ουσιαστικά ότι θυμάται ακουσίως πράγματα —προσβολές, αποτυχίες, δυσάρεστα γεγονότα—, αδυνατώντας να τα διαγράψει. Η μνήμη τον βαραίνει. Γι’ αυτό λοιπόν και η λήθη, όχι μόνο η μνήμη, είναι κι αυτή ικανότητα. Συνήθως θαυμάζουμε την ικανότητα να θυμάται κανείς. Εξίσου πολύτιμη όμως είναι και η ικανότητα να ξεχνά. Μια μνήμη χωρίς λήθη παγιδεύει τον άνθρωπο. Ο Θεμιστοκλής δεν εννοούσε ότι η μνήμη του ήταν «χαλασμένη». Εννοούσε ότι η τέλεια μνήμη δεν είναι αναγκαστικά ευλογία — γιατί ο άνθρωπος συχνά χρειάζεται όχι μόνο να θυμάται, αλλά και να ξεχνά, κυρίως όταν επίμονα, συναισθηματικά φορτισμένα γεγονότα τον στοιχειώνουν.

Η βία του παρελθόντος, οι πόλεμοι και οι καταστροφές είναι κατεξοχήν τέτοια. Η μνήμη μιας μαζικής σφαγής, του ολοκαυτώματος ενός τόπου δεν είναι απλή ανάμνηση· είναι βάρος αβάσταχτο. Όταν κάνω λόγο για μνήμη που «αντέχεται», το ρήμα υποδηλώνει κάτι που πιέζει, που μπορεί να γίνει αφόρητο. Λέμε συχνά ότι η μνήμη συγκροτεί κοινότητα. Συνέχει ανθρώπους με δεσμούς αλληλεγγύης. Όμως, πόσες και πόσες κοινότητες δεν γίνονται βάρη για τα μέλη τους; Η μνήμη —ατομική ή συλλογική— δεν είναι κατ’ ανάγκην λυτρωτική. Μπορεί να τραυματίζει, να παραλύει, να καθηλώνει στο παρελθόν.

Ο τίτλος είναι λοιπόν ερώτημα ορίων: πόση ιστορική μνήμη μπορεί να σηκώσει μια κοινωνία χωρίς να εγκλωβιστεί στην ενοχή, τη μνησικακία ή την αέναη θυματοποίηση; Πόση προσωπική μνήμη μπορεί να αντέξει ένα άτομο χωρίς να συνθλιβεί από τα τραύματα, τις απώλειες, τις ευθύνες; Η μνήμη, όταν γίνεται απόλυτη, παύει να είναι γνώση και γίνεται βάσανο.

Ταυτόχρονα, ο προβληματισμός «πόση λήθη χρειάζεται;» παρουσιάζει τη λήθη ως αναγκαιότητα. Όχι ως προδοσία. Το ρήμα «χρειάζεται» της αφαιρεί το ηθικό στίγμα της φυγής ή της συγκάλυψης. Χωρίς κάποια μορφή λήθης δεν υπάρχει συνέχεια, ούτε ζωή, ούτε μέλλον. Πόση αποσιώπηση, πόση αποφόρτιση, πόση απόσταση από το παρελθόν είναι απαραίτητη για να μπορέσει κανείς να δράσει στο παρόν; Η αντίστροφα, πότε η μνήμη υπηρετεί τη δικαιοσύνη και πότε τη νεύρωση; Πότε η λήθη ως συνθήκη επιβίωσης θεραπεύει και πότε ως άρνηση της αλήθειας, συγκαλύπτει;


Υπάρχει ένταση ανάμεσα στα δύο. Διαρκής αναμέτρηση: γι’ αυτό τα ερωτήματα απαντώνται ως ένα. Όχι χωριστά. Συνθέτουν ένα ηθικό και υπαρξιακό πρόβλημα. Τη στιγμή που χωρίς μνήμη, χάνεται η ευθύνη, η ιστορία, η ταυτότητα, χωρίς λήθη χάνεται η δυνατότητα της συμφιλίωσης, της κίνησης προς το μέλλον. Πρέπει λοιπόν να ζούμε χωρίς να προδίδουμε το παρελθόν, αλλά και χωρίς να εγκλωβιστούμε και να συντριβούμε από αυτό.
Η μνήμη είναι επιλεκτική. Και η λήθη επίσης

Πρόκειται λοιπόν για ένα κατεξοχήν ερώτημα μέτρου στη διαχείριση της ιστορίας. Η μνήμη ενός εγκλήματος που η κοινότητά μας υπέστη είναι αναγκαία. Η μνήμη ενός εγκλήματος που η κοινότητά μας διέπραξε είναι περισσότερο αναγκαία. Η συνδυαστική μνήμη του πρώτου με τη λήθη του δευτέρου αποτελεί το πιο γνώριμο σύμπτωμα του τυφλού εθνικισμού. Η Ελλάδα δυστυχώς πάσχει από αυτό.

Μνημειοποιούμε τα εγκλήματα που υπεστήκαμε και απωθούμε τα δικά μας. Τα αγνοούμε, τα αποσιωπούμε, τα ωραιοποιούμε ή τα δικαιολογούμε.
Υπάρχουν κοινότητες που αναγνωρίζουν κάποια εγκλήματα που διεπράχθησαν από εκείνες, άλλα όμως τα υποβαθμίζουν και τα καταφρονούν. Αυτό συνέβη κατεξοχήν στη μεταπολεμική Γερμανία: ενώ το Ολοκαύτωμα των Εβραίων αποτέλεσε διαρκή εστία αυτοενοχοποίησης, τα ναζιστικά εγκλήματα στα Βαλκάνια (έναντι άλλων) ουσιαστικά δεν διδάσκονται. Αν οι Γερμανοί γνώριζαν το μισό απ’ όσο ξέρουν για την εβραϊκή γενοκτονία, για τα αίσχη που κάνανε στην Ελλάδα επί Κατοχής, μάλλον θα ήταν ηπιότεροι στον τρόπο που ασπάστηκαν τα καταφρονητικά στερεότυπα εναντίον των Ελλήνων στην περίοδο της κρίσης (2009-2019).

Η άνιση μνήμη είναι άδικη μνήμη. Όμως, από την άλλη, ολική μνήμη δεν μπορούμε να έχουμε. Πάντα κάποια ξεχνάμε. Το ερώτημα λοιπόν είναι με ποια κριτήρια ξεχνάμε, ποιος αποφασίζει τι θυμόμαστε και τι ξεχνάμε και πότε η μνήμη παύει να παράγει δικαιοσύνη και αρχίζει να αναπαράγει καταναγκασμούς εντός της κοινότητας και κυρίως σε βάρος τρίτων.
Από την άλλη, θα επιμείνω στο αρχικό μου σημείο: όταν η μνήμη γίνεται εμμονή, παύει να είναι εργαλείο κατανόησης και μετατρέπεται σε άλλοθι πνευματικής ακινησίας μιας κοινότητας που βιώνει διαρκώς την απόλυτη απειλή σε καθεστώς ηθικής παράλυσης. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς επιλεκτική λήθη: αμνηστίες, μεταβατικές συμφωνίες, «κλεισίματα» ιστορικών κύκλων. Η λήθη εδώ δεν είναι άρνηση του εγκλήματος, αλλά συνθήκη συνύπαρξης. Ας σκεφτούμε να μη συνέβαινε κάτι τέτοιο στη Μεταπολίτευση ή μετά τον Εμφύλιο…

Η μνήμη του τραύματος δεν είναι απλή αφήγηση ή καταγραφή. Είναι ηθική ευθύνη. Το υποκείμενο δεν θυμάται — ξαναζεί. Και τότε προκύπτει ένα σημείο πέραν του οποίου η μνήμη δεν φωτίζει με τη λάμψη της, αλλά κατακλύζει και θολώνει. Γι’ αυτό και η ψυχική αντοχή δεν μετριέται με το πόσα θυμάται κανείς, αλλά με το αν μπορεί να επεξεργαστεί αυτό που θυμάται με τη διαρκή δυνατότητα ταύτισης και αποστασιοποίησης μαζί, σύνδεσης και αποσύνδεσης, που είναι απαραίτητη για να υπάρξει ζωή. Αν όλα είναι παρόντα στο ψυχικό πεδίο, τότε τίποτα δεν είναι βιώσιμο. Η λήθη είναι χώρος αναπνοής. Η ανθρώπινη και πολιτική ωριμότητα δεν κρίνεται από το αν θυμόμαστε ή ξεχνάμε, αλλά από το πώς, πότε και γιατί.
Η μνήμη είναι δίκοπη

Εν κατακλείδι, η μνήμη είναι δίκοπη. Κι αυτό το βλέπουμε κατεξοχήν σήμερα στις κοινωνίες που στο όνομά της μνήμης τους εγκληματούν. Η μνήμη του ναζιστικού Ολοκαυτώματος μπορεί να λειτουργήσει με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Μπορεί να λειτουργήσει ως ενοχή και ηθικός φραγμός για τον θύτη, για το θύμα και για όλους. Αυτή ήταν ελπίδα του Never again μετά τον Β΄ Παγκόσμιο.

Μπορούμε να καταλάβουμε πλήρως γιατί η μνήμη περιβάλλεται με τόσο κύρος στα μάτια όλων των εχθρών του ολοκληρωτισμού: γιατί κάθε πράξη ανάμνησης, ακόμη και η πιο ταπεινή, ταυτίστηκε με την αντίσταση στον ολοκληρωτισμό. Η διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος έχει καθολικό, οικουμενικό νόημα: όχι μόνο «να μη συμβεί ξανά στους Εβραίους», αλλά «να μη συμβεί ξανά σε κανέναν». Όχι μόνο στους Κρητικούς, τους Καλαβρυτινούς, αλλά σε κανέναν. Σε αυτή την ανάγνωση, η μνήμη λειτουργεί ως ενίσχυση της ευαισθησίας απέναντι σε διώξεις, απανθρωποποίηση και μαζική βία — ανεξάρτητα από το ποιος είναι θύμα ή δράστης. Αυτή είναι η οικουμενική, ανθρωπιστική ανάγνωση της μεταπολεμικής μνήμης. Αυτή η ανάγνωση δυστυχώς σήμερα, 81 χρόνια μετά, ξεθωριάζει επικίνδυνα.

Στη θέση της αναδύεται μια εγκληματική ανάγνωση της μνήμης. Η αντίληψή της ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας, αντοχής, ασφάλειας και επιβίωσης. Στο Ισραήλ —και σε μείζονα τμήματα της πολιτικής του κουλτούρας— η μνήμη του Ολοκαυτώματος συνδέθηκε με το επιχείρημα ότι οι Εβραίοι δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά σε διεθνείς εγγυήσεις ασφάλειας. Από αυτή τη σκοπιά, η ιστορική εμπειρία της εξόντωσης χρησιμοποιείται για να τονίσει την ανάγκη αυτοάμυνας ενός «εκλεκτού λαού» και κρατικής ισχύος. Το κάποτε κατεξοχήν θύμα έγινε σήμερα ο κατεξοχήν θύτης, διατηρώντας και χρησιμοποιώντας την αυτοεικόνα του θύματος.

Κάπως έτσι, αντί η μνήμη να λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των ηθικών φραγμών, στην απανθρωποποίηση καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο: σε εργαλείο άμβλυνσης και σχετικοποίησής τους. Με τον τρόπο αυτό, η συλλογική τραυματική μνήμη όταν συνδέεται τόσο δομικά με τη συνέχεια ενός κράτους, καταλήγει να λειτουργεί ως πλαίσιο ηθικής εξαίρεσης. Η κοινωνία που αντιλαμβάνεται διαρκώς τον εαυτό της υπό το πρίσμα μιας υπαρξιακής απειλής, μετακινεί συνεχώς τα όρια του πολιτικά ή ηθικά αποδεκτού.

Οι καιροί σήμερα μάς καλούν να εκθειάσουμε τη μνήμη. Ορθώς το κάνουμε γιατί η σημερινή κοινωνία μας θέλει να ξεχνάμε και να καταναλώνουμε πληροφορίες σε fast truck διαδικασίες. Όμως, πάρα ταύτα, και για όλους τους παραπάνω λόγους, θεωρώ ζωτικότερο να θέτουμε εαυτούς ενώπιον των υπαρξιακών ευθυνών που έχουμε απέναντί της.

Τον τελευταίο χρόνο είχα την τιμητική ευκαιρία να προσκληθώ ως ομιλητής σε εκδηλώσεις μνήμης των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ελλάδα: στο Δίστομο, τα Καλάβρυτα, την Κάντανο και το Κοντομαρί Χανίων. Το κείμενο αυτό αποτελεί συμπύκνωση των βασικών μου σκέψεων για τους μαρτυρικούς αυτούς τόπους.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ "Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ" Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ..............................................................


"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ




Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός, μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων. Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

                                     ι'


Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


         Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
                  Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
                                                      * μιαν αγάπη
                     Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


     Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
 Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
                                        * να φωτίσουν
       Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


 Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
             "Ο που σ' είδε * να ζει
                                       * και στην πέτρα"
      Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

 Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
 Των φονιάδων το αίμα * με φως
                                           * ξεπληρώνω
          Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο....



Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)




Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

"ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗΣ ΜΝΗΜΗΣ" Από τον ποιητή και φίλο στο fb Γιώργο Χ. Θεοχάρη (facebook, 21.4.2026)

 ...............................................................


ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗΣ ΜΝΗΜΗΣ





Από τον ποιητή και φίλο στο fb Γιώργο Χ. Θεοχάρη (facebook, 21.4.2026)


Η σύλληψή μου συνέβη την Πρωτομαγιά του 1971, λίγο πριν το μεσημέρι, σε ένα ημιυπόγειο Bar, στη διασταύρωση των οδών Ακαδημίας και Σίνα, κάτω από το κτήριο της Σχολής Δημοσιογραφίας – Δημοσιολογίας και Δημοσίων Σχέσεων του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου «Όμηρος», όπου φοιτούσα. Ας σημειωθεί, ως αξιολογικό της αιτίας συλλήψεώς μου, το ότι εργαζόμουν στις εκδόσεις Κέδρος της Νανάς Καλλιανέση, όπου λίγους μήνες πρωτύτερα είχαν εκδοθεί τα «18 Κείμενα» και όπου, εκεί στη μικρή ορθογώνια στοά της Πανεπιστημίου 44, χτυπούσε η καρδιά της λογοτεχνικής αντίστασης εκείνα τα μαύρα χρόνια. Κι ίσως, ακόμη, η ενεργή συμμετοχή μου σε δημόσιες αναγνώσεις ποίησης στις φοιτητικές συντροφιές της εποχής, στη Σχολή Δολιανίτη, στο Πειραματικό θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη κι αλλού. Κατά τη σωματική έρευνα που μου έγινε βρέθηκαν στις τσέπες μου ποιήματά μου με αντιδικτατορικές νύξεις και κάποια τρυκάκια με αντιχουντικά συνθήματα. Μετά την εξακρίβωση στοιχείων και τις σχετικές διαδικασίες, στην Ασφάλεια, με παρέδωσαν στην ΕΣΑ, αφού διαπιστώθηκε ότι βρισκόμουν με αναβολή στρατεύσεως λόγω σπουδών, και το αντικείμενο που αναζητούσαν με τη σύλληψή μου ήταν, προφανώς, του ενδιαφέροντος της Στρατιωτικής Αστυνομίας.
Κρατήθηκα στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, στο χώρο που σήμερα βρίσκεται το Πάρκο Ελευθερίας, 23 ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων είχα, θα έλεγα, χαθεί από προσώπου γης. Κανείς από τους φίλους και οικείους μου δεν γνώρισε πού βρίσκομαι, τι έγινα, αν ζω ή αν πέθανα. Μετά από μιας εβδομάδας απεγνωσμένη και ατελέσφορη αναζήτηση οι γονείς μου, κατόρθωσαν να πληροφορηθούν, από τον συμπατριώτη μας λοχαγό Χρήστο Δαδιώτη (συνέλαβε τη μέρα του πραξικοπήματος τον Γ. Παπανδρέου στο Καστρί), συμμαθητή της μάνας μου, διοικητή της Σχολής Αλεξιπτωτιστών στον Ασπρόπυργο, ότι βρισκόμουν κρατούμενος στο ΕΑΤ/ΕΣΑ ανακρινόμενος. Ο πατέρας μου συνοδευόμενος από τον θείο Νίκο Διαμαντή, αδελφό της μάνας μου, έφτασαν τρεις φορές στην πύλη του ΕΑΤ/ΕΣΑ αναζητώντας με και λάμβαναν την απάντηση ότι δεν υπάρχει κρατούμενος με αυτά τα στοιχεία, φεύγοντας άπρακτοι και βαλαντωμένοι. Μετά από κάθε επίσκεψη του πατέρα και του θείου μου ένας Εσατζής ερχόταν στο κελί μου να με πληροφορήσει ότι οι δικοί μου είναι όλοι καλά και ότι ήρθαν στην πύλη αλλά επειδή δεν επιτρέπεται η συνάντηση κρατουμένων με επισκέπτες, άφησαν τους χαιρετισμούς τους και αποχώρησαν.
Το ζητούμενο για την ΕΣΑ εκείνη την περίοδο ήταν ο εντοπισμός και η εξουδετέρωση αντιστασιακών ομάδων που έβαζαν βόμβες στην Αθήνα. Έτσι και το πλαίσιο της δικής μου ανάκρισης οριοθετήθηκε κυρίως σ’ αυτό. Δεν θυμάμαι πια πόσες φορές κατέθεσα εγγράφως απαντώντας στις ίδιες ερωτήσεις, προσπαθώντας να μην αποκαλύψω πράγματα πέρα από εκείνα που ήταν φανερό ότι γνώριζαν. Κάθε μέρα σχεδόν ένας Εσατζής έμπαινε στο κελί με μια δίφυλλη κόλλα αναφοράς κι ένα στυλό κι αφού έπεφτε το σχετικό μπερντάχι διέτασσε να ξαναγράψω όσα κατέθεσα την προηγουμένη, ελπίζοντας, σκέφτομαι, ότι ίσως δεν έχω απομνημονεύσει επακριβώς την πρώτη κατάθεση και, δεν μπορεί, κάπου θα κάνω το λάθος να πω περισσότερα. Οι ερωτήσεις ήταν τρεις, έτσι όπως φαίνονται στο χαρτί της φωτογραφίας που παραθέτω: 1. Εκρηκτικά, 2. Ονόματα με επάγγελμα, ηλικία, διεύθυνση κατοικίας, τηλέφωνο, σε χαρακωμένη κατάσταση, 3. Οικίαι εντός των οποίων γινόντανε συγκεντρώσεις. Το χαρτάκι με τις ερωτήσεις το διέσωσα κρύβοντάς το μέσα στο παπούτσι μου και, ευτυχώς, δεν αναζητήθηκε από τους Εσατζήδες, πιθανόν επειδή ήταν αναγκαίο να παραμένει για να γνωρίζω σε τι πρέπει να απαντώ καθημερινά, και μάλλον στο τέλος ξεχάστηκε. Οι ερωτήσεις είναι γραμμένες με κόκκινο στυλό σε λεπτό γυαλιστερό χαρτί από το χέρι του ταγματάρχη Δημητρίου Παπαχαραλάμπους, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο 2ο γραφείο του ΕΑΤ/ΕΣΑ και με ανέκρινε ο ίδιος την πρώτη μέρα προσαγωγής μου. Ο Παπαχαραλάμπους δικάστηκε από το Στρατοδικείο στη Μεταπολίτευση σε 2 χρόνια φυλάκιση για κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή.
Ανάμεσα στους βασανιστές Εσατζήδες που υπηρετούσαν όταν κρατήθηκα ήταν και ο περιβόητος Τσέλιγκας (Γιάννης Αγγελής) από την Αράχωβα, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι καταγόμουν από τη, γειτονική στην Αράχωβα, Δεσφίνα, μετήλθε τον ρόλο του καλού και δεν ξανασήκωσε χέρι επάνω μου, αφήνοντας αυτό το ρόλο σε άλλους. Μια νύχτα, μετά από ξυλοδαρμό, μου έφερε μάλιστα σουβλάκια από την καντίνα της πλατείας Μαβίλη. Δικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση για βιαιοπραγία ανωτέρου κατά συρροή, συνέργεια σε κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή, βαριά σωματική βλάβη κατά συρροή, εξύβριση ανωτέρου κατά συρροή. Λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του αρρώστησε και πέθανε από καρκίνο. Λυπήθηκα μαθαίνοντας τον θάνατό του. Ήταν συμπατριώτης, συνομήλικος και παραστρατημένος, ένα ανδρείκελο στα χέρια των στρατοκρατών, όπως εκατοντάδες άλλα νέα παιδιά.
Την 23η ημέρα της κράτησής μου και επειδή, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των βασανιστών μου, δεν προέκυπταν στοιχεία για βομβιστικές επιθέσεις, αλλά μονάχα «ήπια» αντιστασιακή δράση μέσα από τη λογοτεχνία και την Τέχνη γενικότερα και από τις διεκδικήσεις ανωτατοποίησης της Σχολής Δημοσιογραφίας (μετείχα στην επιτροπή της Σχολής μου που έκανε παράσταση δύο φορές στον Γ. Γεωργαλά, στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, για το θέμα αυτό), έληξε η κράτησή μου στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, ανακλήθηκε η αναβολή στράτευσης λόγω σπουδών, η οποία εκτεινόταν ως τον Δεκέμβριο του 1974, ντύθηκα στρατιώτης και φυλακίστηκα στο ΚΕΣΑ στο Γουδί, όπου κρατήθηκα μέχρι τον Οκτώβριο του 1971, οπότε με απόφαση του 2ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ μου έγινε καθαίρεση από τον βαθμό του Αρχηγού πληρώματος μέσων αρμάτων (Λοχίας στα άρματα Μ 47) και ένταξη στο βαθμό του Τυφεκιοφόρου και παράλληλα μετάταξη από το Όπλο των Τεθωρακισμένων στο Όπλο του Πεζικού και, χαρακτηρισμένος Β’ (κομμουνιστής εξ ιδίας δράσεως, αφού τον χαρακτηρισμό ως Α’ τον είχα εξασφαλισμένο από τη δράση του πατέρα μου, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο) πήγα να υπηρετήσω τη θητεία μου στα βόρεια σύνορα της πατρίδας.
Στο ΚΕΣΑ ανακρίθηκα, δεχόμενος τις γροθιές και τα χαστούκια του, από τον ίλαρχο Σπυρίδωνα Σταθάκη, έναν θηριώδη υπέρβαρο αξιωματικό ο οποίος φέρεται ως επικεφαλής της στρατιωτικής περιπόλου που σκότωσε τον πεντάχρονο Δημήτρη Θεοδωρά του Θεοφάνη, που περπατούσε με τη μητέρα του στα όρια Ζωγράφου Παπάγου το μεσημέρι της 17η Νοέμβρη 1973.
Δύο μνήμες έχουν χαραχθεί στην ψυχή μου από αυτή τη σύντομη και ελάχιστης ταλαιπωρίας, μπρος στα βασανιστήρια που υπέστησαν άλλοι άνθρωποι, περιπέτειά μου:
Η πρώτη αφορά στην εικόνα που αντίκριζα από το κελί μου στο ΕΑΤ/ΕΣΑ εκείνα τα ήρεμα, λαμπερά Αττικά απογεύματα, όταν από το μεγάλο, μοναδικό, παράθυρο, το χωρίς πατζούρια και κλεισμένο με πυκνό μεταλλικό δικτυωτό πλέγμα, έβλεπα στα μπαλκόνια του Ναυτικού Νοσοκομείου, κληρωτούς που νοσηλεύονταν και κάθονταν μαζί με τους δικούς τους που τους είχαν επισκεφτεί. Μου έμενε τότε η καρδιά και βούρκωνα, έκλαιγα με παράπονο μακαρίζοντας την καλή τους τύχη, ευχόμενος να είχα κι εγώ αρρωστήσει αλλά να ήμουν ελεύθερος και να με επισκεπτόταν κι εμένα η μάνα μου να με παρηγορήσει.
Η δεύτερη αναφέρεται σε απογεύματα Κυριακών, το Φθινόπωρο του 1971 στο κελί μου στο ΚΕΣΑ (εκεί το παράθυρο/φεγγίτης ήταν διαστάσεων 50 Χ 50 εκ. και τόσο ψηλά που χρειαζόταν σκάλα για να δεις έξω) όταν ο φρουρός Εσατζής, περιμένοντας να αρχίσουν οι ποδοσφαιρικές μεταδόσεις στο τρανζιστοράκι που είχε στο κρατητήριο, το άφηνε ανοιχτό στη διάρκεια της εκπομπής «Η Λύρα παρουσιάζει» κι άκουγα την αισθαντική φωνή του Γιώργου Παπαστεφάνου να παρουσιάζει τραγούδια του Νέου Κύματος κι η βελούδινη φωνή της Πόπης Αστεριάδη καθώς και η ενθύμηση της ωραιότητας της μορφής της έμπαιναν στο κελί μου, εισχωρούσαν ευεργετικά εντός μου και μαλάκωναν την πονεμένη μου ψυχή. Ήμουν παιδί στα 19 μου χρόνια…




Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα και ενενήντα χρόνια, αντίστοιχα, από την αποδημία των ποιητών...

 ..............................................................



            Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του πρώτου (1996) και 90 χρόνια από την εκτέλεση του Λόρκα στα 1936 από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί επτά τραγούδια του Λόρκα με τον τίτλο"Romancero Gitano" τραγούδια που έχει μεταφράσει ο Οδυσσέας Ελύτης. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα 1967 με τη Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει τα τραγούδια, μέσα στη δικτατορία τα ερμηνεύει ξανά σε ενορχήστρωση του σπουδαίου κιθαρίστα Τζον Ουίλιαμς και κοντά στη Μεταπολίτευση τα τραγουδάει η Αρλέτα σε μια πιο λυρική ερμηνεία - με συνοδεία μόνο κιθάρας, ίσως του Νότη Μαυρουδή. Τα τραγούδια του "Ρομανσέρο Χιτάνο" τα παρουσιάζει ξανά ο Μίκης με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και την Σοφία Μιχαηλίδου στον Μουσικό Αύγουστο του 1978 στο θέατρο του Λυκαβηττού. Εδώ ολόκληρο το έργο με την ποίηση του Λόρκα στη μετάφραση του Ελύτη με την αδρή και περισσότερο λυρική ερμηνεία της Αρλέτας...


Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΑ ΚΑΤΗΧΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΥΣ ΣΑΜΟΥ! 26 Φεβρουαρίου (1943) , ημέρα Μνήμης! (Από το facebook, 26.2.2026)

 ...............................................................


ΜΙΑ ΚΑΤΗΧΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΥΣ ΣΑΜΟΥ!
26 Φεβρουαρίου (1943) , ημέρα Μνήμης!


Η Ιουλία Γκαρμπολά (όπως ήταν το πατρικό της) γεννήθηκε στους Μυτιληνιούς Σάμου στις 31 Μαίου 1910 από φτωχή οικογένεια. Το 1930 μεταφέρθηκε στην Αθήνα με σκοπό να βρει εργασία. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Μπίμπα, του οποίου και έλαβε το επώνυμο, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία. Ο Μπίμπας ήταν εκ γενετής τυφλός.
Το ζευγάρι διέμενε φτωχικά στην οδό Πινότση 14 στο Κουκάκι της Αθήνας.
Η Μπίμπα λόγω της φτώχειας εργαζόταν ως υπηρετικό προσωπικό σε οικίες πλουσίων, ενώ τα απογεύματα δίδασκε στο κατηχητικό σχολείο, στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Φιλοπάππου στο Κουκάκι.
Αν και δεν ήταν δασκάλα, την φώναζαν χαϊδευτικά "δασκαλίτσα" κι ας είχε μόλις τελειώσει το δημοτικό.
Σύμφωνα με επιστολή που συνέγραψε στην φυλακή τον Μάιο του 1941, μετά την υποστολή της κατοχικής σημαίας από τη Ακρόπολη (απο τους Γλέζο και Σάντα) άναψε η φλόγα μέσα της και θέλησε να συνδράμει ενεργά στην Αντίσταση.
Τον Μάρτιο του 1942, η Ιουλία Μπίμπα προσχώρησε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) που ιδρύθηκε από τον απόταχτο (στο κίνημα του 1935) υποσμηναγό Κωνσταντίνο Περρίκο. Η ΠΕΑΝ ήταν ανεξάρτητη κομματικά οργάνωση. Όχι πως οι πολιτικά οργανωμένες οργανώσεις δεν ενέπνεαν ή δεν έκαναν αγώνα.
Το αντίθετο. Απλώς φαίνεται πως η ίδια δεν ήθελε να ενταχθεί κάπου πολιτικά. Ηθελε απλώς να συνεισφέρει στον αγώνα για την ελευθερία, πέρα απο ιδεολογίες.
Αρχικά τα μέλη της ΠΕΑΝ κινούνταν τα βράδια και έγραφαν πατριωτικά συνθήματα εναντίον των κατακτητών στους τοίχους των αθηναικών συνοικιών, ενώ μοίραζαν κρυφά προκηρύξεις και την εφημερίδα της οργάνωσης «ΔΟΞΑ». Σκοπός ήταν η ανύψωση του ηθικού και του εθνικού αισθήματος των υποδούλων Ελλήνων.
Όμως η ΠΕΑΝ θα μείνει στην ιστορία για τη δράση της στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 όταν αντίναξε τη προδοτική και φιλοναζιστική οργάνωση ΕΣΠΟ.
Το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου στις 08:30, η Ιουλία Μπίμπα μέσα σε μια τσάντα για ψώνια μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό, κάτω από τα χόρτα, μέχρι τη πλατεία Κάνιγγος, όπου την παρέδωσε σε δύο συναγωνιστές της, στον Μυτιληναίο και τον Γαλάτη, που την τοποθέτησαν εντός του κτηρίου και πυροδότησαν το φιτίλι.
Λίγο αργότερα στις 11:57 το πρωί, μια εκκωφαντική έκρηξη διέλυσε το κτίριο της ΕΣΠΟ.
Οι γερμανικές διωκτικές αρχές ξεκίνησαν τις έρευνες για το κτύπημα. Τα μέλη της ΠΕΑΝ κρύφτηκαν σε ένα σπίτι στην οδό Θησέως 259 στη Καλλιθέα, αλλά δυστυχώς κατόπιν προδοσίας στις 11 Νοεμβρίου 1942, η Γκεστάπο συνέλαβε πέντε μέλη της οργάνωσης , μεταξύ των οποίων και την Ιουλία.
Η Μπίμπα φυλακίστηκε στο Εμπειρίκειο Άσυλο στη πλατεία Μαβίλη που λειτουργούσε ως κολαστήριο και φυλακή για τις γυναίκες της αντίστασης. Εκεί η Ιουλία Μπίμπα βασανίστηκε επι μέρες δίχως να προδώσει κανέναν, ενώ ανέλαβε την ευθύνη του κτυπήματος υποστηρίζοντας ότι έδρασε μόνη της.
Μέσα από την φυλακή, έγραφε στη φίλη της και γειτόνισσα της στο Κουκάκι, Άννα Πατέρα, γράμματα γραμμένα με μολύβι, μερικά γραμμένα σε χαρτί τουαλέτας.
Σε ένα απο αυτά τα γράμματα γράφει:

Δεκέμβριος 1942
Αγαπητή Άννα,
πολλές φορές με ρωτάνε εδώ στη φυλακή πώς βρήκα τη δύναμη εγώ, ένα άβγαλτο κορίτσι απ’ τη Σάμο ν’ ανακατευτώ στην Αντίσταση. Ούτε κι εγώ ξέρω να σου πω. Κάτι μέσα μου μ’ έτρωγε. Κάτι μου ’λεγε «Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι. Το ζητάει η ώρα». Μπορεί να μ’ έβαλαν στα αίματα κι εκείνα τα παλικάρια που κατέβασαν τη γερμανική σημαία απ’ την Ακρόπολη τον Μάιο του ’41.[…]

πιο κάτω συνεχίζει:

[…] Φέρε μου μόνο καμιά κουβέρτα, γιατί κοιμάμαι πάνω στο τσιμέντο και καμιά φορά κρυώνω. Φέρε μου και λίγο μπληγούρι. Αν δεν υπάρχει μπληγούρι, φέρε μου ρεβίθια. Θυμάμαι συχνά το Κουκάκι και τα στενά του ανθισμένα δρομάκια. Θυμάμαι και τον Άι Νικόλα, εκείνο το πεζούλι που ακουμπούσα και κοίταζα το σπίτι με την πρασινάδα απέναντι. Έμοιαζε με το σπίτι μας στη Σάμο. Είναι παράξενο πόσα πράγματα θυμάται κανείς όταν κοιμάται πάνω στο τσιμέντο. Κουράγιο.
Ο τελευταίος δικός της άνθρωπος που είδε την Ιουλία ήταν ο αδερφός του συζύγου της, στο ολιγόλεπτο επισκεπτήριο της φυλακής. Τη βρήκε δεμένη σ’ ένα δέντρο, με τα χέρια τεντωμένα σαν σταυρωμένη. Το σώμα της είχε καταβληθεί και ήταν σαν σκιά του εαυτού της, αλλά η ψυχή της ήταν ακατάβλητη. Κλαίγοντας του είπε: «Να είσαι περήφανος, γιατί δεν μαρτύρησα απολύτως τίποτα και ας μου κάνανε του κόσμου τα βασανιστήρια».


Στις 31 Δεκεμβρίου 1942, το Γερμανικό στρατοδικείο (έδρευε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός») την καταδίκασε δις εις θάνατο δια πελέκεως, με τις κατηγορίες ένταξη σε αντιστασιακή οργάνωση, απόπειρα δολοφονίας, και παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών.
Παρέμεινε στο Εμπειρίκειο Άσυλο μέχρι τη μεταγωγή της στη Βιέννη, όπου θα εκτελούταν η ποινή.
Στις αρχές Φεβρουαρίου, η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στη Βιέννη, όπου αποκεφαλίστηκε με χρήση γκιλοτίνας στις 26 Φεβρουαρίου 1943. Δυστυχώς η σορός της δεν βρέθηκε ποτέ. Πριν φύγει άφησε ένα σημείωμα στη φίλη της Άννα Πατέρα που έγραφε:

 
«Έχω μπροστά μου μια ανηφόρα και πρέπει να την ανέβω ως το τέλος σκαλί-σκαλί. Ίσως όταν φτάσω στην κορυφή ο κόσμος να φαίνεται από εκεί πιο όμορφος. Ίσως να μη χρειάζομαι εκεί πια ούτε τη ρόμπα μου για το κρύο.... Κουράγιο!
Σε χαιρετώ η φίλη σου Ιουλία Μπίμπα»

Είθε η θυσιαστική της Αγάπη να γίνει παράδειγμα σε όλους μας!
Αιωνία της η Μνήμη!