...............................................................
"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του"
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
έγραψε ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (facebook, 19. 10. 2026)
Πώς να σκεφτούμε τις επιδράσεις του Οδυσσέα Ελύτη; Δεν εννοώ τις επιδράσεις που δέχτηκε: Αυτές έχουν διερευνηθεί κατ΄επανάληψη στο παρελθόν, συνεχίζονται με πάσα επιμέλεια στις ημέρες μας και είναι πιθανόν να συνεχιστούν με την ίδια φροντίδα και μελλοντικά. Εννοώ τις επιδράσεις που άσκησε: γιατί κάποιες επιδράσεις έχει ασκήσει σίγουρα ο Ελύτης στις νεότερες γενιές κι αυτές θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω προχωρώντας, σ΄ένα πεδίο που όπως κι να το κοιτάξουμε δεν μοιάζει ιδιαίτερα διερευνημένο.
Ποιες ακριβώς, όμως, είναι οι νεότερες γενιές; Είναι, βέβαια, οι γενιές που θα καλλιεργήσουν την ποίηση από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα μέχρι και τα σημερινά χρόνια. Είναι η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά: μια χορεία ποιητών την οποία ο Ελύτης, φεύγοντας από τη ζωή λίγο πριν από την εκπνοή του 20ου αιώνα, θα προλάβει να τη δει να φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της. Κι είναι επιπροσθέτως η γενιά του 1970 και οι επίγονοί της. Τη γενιά του 1970 ο Ελύτηςθα προλάβει επίσης να τη δει μεστή ενώ και οι επίγονοί της δεν θα είναι στα σπάργανα της νιότης τους όταν θα πεθάνει ο ποιητής.
Μιλάμε, λοιπόν, για τέσσερις γενιές με τις οποίες συμπορεύτηκε επί μακρόν ο Ελύτης (μια πεντηκονταετία στο σύνολο της διαδρομής), διαμορφώνοντας με κάποιον τρόπο ένα μέρος της ταυτότητάς τους (ξέρω πως ο όρος γενιά έχει πέσει θύμα ποικίλων καταχρήσεων μα στα μακροσκελή, όπως το προκείμενο, διαγράμματα δεν έχει πάψει να διατηρεί τη λειτουργικότητά του, ακόμα κι αν επιστρατεύεται περισσότερο για να οριοθετήσει κάποιες γραμματειακές υποπεριόδους και λιγότερο για να αναδείξει λογοτεχνικές συσσωματώσεις με συμπαγή χαρακτηριστικά.
Εκκινώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, τι συνέβη καταρχάς με την υπερρεαλιστική της ομάδα; Πόσο συναναστράφηκε το κλίμα του Ελύτη και σε ποιον βαθμό επικοινώνησε με την τεχνική του; Ας εξετάσουμε τα ευρήματα. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ακολούθησε έναν εξαιρετικά ορθόδοξο υπερρεαλιστικό δρόμο, με μεγάλες λογικές υπερβάσεις και πλήθος εικονοποιητικά και ακουστικά απροσδόκητα, συνδυασμένα με μιαν ιδιαιτέρως αναστατωμένη και διαταραγμένη γραφή. Πρόκειται για έναν υπερρεαλισμό που δεν υιοθέτησε και δεν υπερασπίστηκε ποτέ ο Ελύτης, ο οποίος αν κληροδότησε κάτι στον Κακναβάτο, αυτό είναι το ανυψωτικό και το ενορατικό στοιχείο της έκφρασης. Ο Μίλτος Σαχτούρης, πάλι, συνταίριαξε από την πρώτη στιγμή τον υπερρεαλισμό του με μια σαφώς εξπρεσιονιστική παράμετρο, ανασύροντας στην επιφάνεια μιαν επικράτεια παραλόγου και τρόμου που επίσης δεν ανήκει στην ατμόσφαιρα του Ελύτη. Ο Δ. Π. Παπαδίτσας, από τη μεριά του, ταίριαξε στο ξεκίνημά του πιο πολύ με το ρηξικέλευθο, αποθεμελιωτικό στυλ του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, κρατώντας μακριά από τον λόγο του τη μεταστοιχειωτική φαντασία του Ελύτη, που αργότερα θα σκοντάψει και στο επίβουλο υπαρξιακό σύμπαν το οποίο θα χτίσει βαθμιαία ο ποιητής. Και η Μαντώ Αραβαντινού, ωστόσο, θα σταθεί μακριά από τον Ελύτη, τόσο εξαιτίας της σταθερά αφαιρετικής (έως και γεωμετρικής) γραφής της όσο και λόγω της έκδηλης τάσης της προς το σύμβολο και την αλληγορία.
Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, από τη άλλη πλευρά, θα μπορούσα να πω ότι πλησιάζει περισσότερο τον Ελύτη, χάρη στη διάχυτη ερωτική της διάθεση. Κι εδώ, εντούτοις, η σχέση θα παραμείνει εντέλει χαλαρή μια και η Χατζηλαζάρου έχει έναν εξομολογητικό τόνο και μια λογική στιχουργική δομή που την απομακρύνουν ευθύς εξαρχής από την περίτεχνη κρυπτικότητα του Ελύτη. Σκέφτομαι πως ο εγγύτερος ίσως στον Ελύτη μεταπολεμικός υπερρεαλιστής είναι ο Γιώργος Λίκος: με τη μυστηριακή ομολογία της φύσης, που διαπερνά απ’ άκρου εις άκρον τον στίχο του, με τα λαμπερά (κάποτε εκτυφλωτικά) του χρώματα, παρά τη μαύρη αχλή που συχνά προϋποθέτουν, αλλά και με τη μουσικότητα των εικόνων του. Και ο Νάνος Βαλαωρίτης, όμως, που δεν είναι ακριβώς υπερρεαλιστής, δεν στέκει εκτός τροχιάς Ελύτη, συγκεράζοντας, στις πρώτες τουλάχιστον ποιητικές του προσπάθειες, την καταφυγή στον μύθο και στο αρχέτυπο με μιαν ισχυρή μεταμορφωτική φαντασία. Για τον Ε. Χ. Γονατά, που έχει κάποιες μακρινές υπερρεαλιστικές καταβολές, παραμένοντας στη μεθόριο ποίησης και πεζογραφίας, ο Ελύτης είναι πιθανόν να έχει παίξει κάποιον ρόλο ως προς την αποσπασματική ονειρική του αφήγηση. Ο Τάκης Βαρβιτισώτης, τέλος, μολονότι δύσκολα θα κατατασσόταν στους μεταπολεμικούς υπερρεαλιστές, εμφανίζεται στα νιάτα του με μιαν υπερρεαλιστική μετριοπάθεια πολύ γνώριμη στον Ελύτη.
Τα συμπεράσματα δεν είναι πλούσια: Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές δεν διασταυρώνονται σε κεντρική λεωφόρο με τον Ελύτη: τον βρίσκουν οπωσδήποτε μπροστά τους, βρίσκουν και κάποιους τρόπους να συνεννοηθούν με τη γλώσσα και την εικονογραφία του, αλλά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κληρονόμους του ούτε, έστω, έμμεσους μεταβιβαστές του στη γενιά τους ή και στις επόμενες. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Επειδή οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές είναι είτε πολύ ορθόδοξοι (Κακναβάτος) είτε πολύ ανορθόδοξοι (Χατζηλαζάρου) στις επιλογές τους; Επειδή ο υπερρεαλισμός συνιστά για τους περισσότερους ένα πάτημα για να αναχθούν κατόπιν στη δική τους, αυτόνομη σφαίρα (με τον Παπαδίτσα να βαδίζει προς την υπαρξιακή ποίηση, τον Σαχτούρη να φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό, την Αραβαντινού να καταλήγει στην αφαίρεση και την αλληγορία, τον Βαλαωρίτη να αγκαλιάζει πολλαπλές όψεις του μοντερνισμού, τον Γονατά να παίζει με τους φαντεζίστ και τον Βαρβιτσιώτη να οδεύει προς τον καθαρό λυρισμό); Ή μήπως επειδή γενικότερα η μεταπολεμική αγωγή τους, που αποτυπώνει την εμπειρία της άνδρωσής τους μέσα στη φωτιά της παγκόσμιας σύρραξης (εδώ ας υπολογίσουμε πιο πολύ τον Κακναβάτο, τον Σαχτούρη, τον Παπαδίτσα και τον Λίκο), επιτρέπει στην ποίησή τους μιαν ιστορική σκοτεινιά ασύμπτωτη με τη σκοτεινιά του Ελύτη, η οποία είναι η σκοτεινιά της κρυμμένης τύψης, της συμφιλίωσης του έρωτα και του θανάτου αλλά και της καθαρής θανατολογίας και θανατογραφίας;
Ισχύουν μάλλον και οι τρεις εξηγήσεις, θα πιαστώ, όμως, από την τελευταία για να δώσω μιαν απάντηση στην εύλογη απορία γιατί ο Ελύτης απουσιάζει πανηγυρικά από το υπόλοιπο τοπίο της πρώτης, αλλά και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Το «πανηγυρικά», βέβαια, είναι μια λέξη: μεμονωμένα κάδρα, σπασμένα γυαλάκια στίχων, κρυπτομνησίες και σκόρπιες παραπομπές είμαστε ασφαλώς σε θέση να εντοπίσουμε σε ποικίλα σημεία της ποιητικής παραγωγής τόσο των πρώτων όσο και των δεύτερων μεταπολεμικών. Συντεταγμένο, παρόλα αυτά, μέτωπο επιδράσεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να διακρίνουμε. Και φταίει, νομίζω, γι αυτό η Ιστορία.
Το βάρος της Ιστορίας: Η Ιστορία είναι για τον Ελύτη ένα ανυπόφορο βάρος: μια πολλαπλά παραμορφωμένη και εξαντλημένη πραγματικότητα, που χρειάζεται πρώτα να σβηστεί από τον χάρτη της οικουμένης και μετά να ξαναγραφτεί εξυπαρχής και να ενταχθεί στην προοπτική μιας λυτρωτικής ουτοπίας, την οποία θα αρδεύσουν τα ζείδωρα νάματα της τέχνης. Για τους πρώτους και τους δεύτερους μεταπολεμικούς (ακόμα και για τους πλέον υπαρξιακούς και εξατομικευμένους αναμεταξύ τους), η Ιστορία έχει σιδερένια γόνατα: κουβαλά όλη τη φρίκη με την οποία γέμισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τους ανθρώπους, σκορπίζοντας παντού το αίμα, τον όλεθρο και τον εξανδραποδισμό.
Ο Ελύτης θέλει να κλείσει μια τρύπα που έχει ανοίξει η Ιστορία στο σύμπαν επειδή εξισώνει την Ιστορία με μιαν εν γένει μοχθηρή και ταυτοχρόνως εκκενωμένη πραγματικότητα, η οποία εναντιώνεται πεισματικά στο απελευθερωτικό βλέμμα της ποίησης. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι μεταπολεμικοί βλέπουν στην Ιστορία την ανέκκλητη φθορά και την ασύνορη έρημο που έχει επιφέρει με την αποπνικτική βοή της στις συνειδήσεις. Και στην έρημο δεν υπάρχουν, κακά τα ψέματα, ούτε οράσεις ούτε ουτοπίες. Σε μια τέτοια τροχιά, η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά θα νιώσει σίγουρα καλύτερα με τον ρεαλισμό του Καβάφη, με τη στυφή αμεσότητα του Καρυωτάκη, όπως και με τον περί φθοράς λόγο του Σεφέρη.
Η γύμνια, η ξηρότητα, ο χαμηλός τόνος και η αδιακόσμητη υποβολή του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη στέκουν στους αντίποδες του Ελύτη, που με το ένα του μάτι κοιτάζει προς τα έξω, προς ένα φωτεινό και σωτήριο ουτοπικό μέλλον, ενώ με το άλλο στρέφεται στα ενδότερα της ποιητικής του τέχνης, για να προσέλθει στον ναό της αυτοδύναμης ακτινοβολίας της και να λατρέψει απέραντα τον άμωμο θεό της.
Κατά τα άλλα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι μεταπολεμικοί ποιητές θα στραφούν στον λυρισμό, ο Ελύτης θα είναι, φυσικά, παρών. Τον είδαμε πώς συναντά τον Βαρβιτσιώτη από την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Θα τον δούμε να προκαλεί κάποια έλξη και στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά: ένας λυρικός που θα λατρέψει με τη σειρά του, όσο παραμένει νέος, το κάλλος της ποίησης, επιστρατεύοντας για τα τελετουργικά της λατρείας του μιαν έντονα μυθοποιητική φαντασία. Τελειώνοντας με τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ο Ελύτης δεν αποκλείεται να έχει ένα μερίδιο συμμετοχής και στον δραματικό λυρισμό της Κικής Δημουλά, με τις ξαφνικές γλωσσικές αναφλέξεις και συστροφές που δονούν τα ποιήματά της από την πρώτη μέχρι και την τελευταία συλλογή της.
Σταματώ, στους δύο πρώτους κύκλους επιδράσεων του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατό του κι αν χρειαστεί θα συνεχίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου