Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011: Έτος Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011: Έτος Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ) Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebook, 22.10.2026)

............................................................... 


"Πόσο επηρέασε ο Ελύτης. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του" (ΙΙ)

                      Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





Είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα πόσο και πώς επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης τούς ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Περνώντας στις νεότερες γενιές, τη γενιά του 1970 και τη γενιά του 1980, εκείνοι που θα επανασυνδέσουν τον λυρισμό του με τον υπερρεαλισμό, για τον εκτρέψουν εν συνεχεία προς μια γλωσσοκεντρική, μεταμοντερνιστικής απόληξης τροχιά, είναι δίχως την παραμικρή αμφιβολία ο Δημήτρης Καλοκύρης και ο Ευγένιος Αρανίτσης: ο Αρανίτσης, τον οποίο μνημονεύω πρόωρα, μια και ανήκει στους επιγόνους της γενιάς του 1970, με τη μουσικότητα του στίχου του και τη ροπή του προς το παράλογο και το ακατανόητο (το ακατανόητο και η απροσδιοριστία ως ριζικές συνθήκες της ύπαρξης), ο Καλοκύρης με τη συνειρμική του προσωδία και τη φαντασμαγορική ανασκαφή του θρύλου, σ’ ένα ποιητικό διακείμενο με μπορχεσιανή πολυσυλλεκτικότητα.
Προς τη διακειμενικότητα θα στραφεί και ο ερωτικός λόγος του Διονύση Καψάλη, που θα περιβάλει την ελυτική καταγωγή του με έναν αλληλοϋπονομευτικό συνδυασμό ελεύθερου στίχου και παραδοσιακής φόρμας. Με τον Χριστόφορο Λιοντάκη ο ελυτικός έρωτας θα μυθολογηθεί μέσω του κρητικού Λαβύρινθου και του Μινώταυρου, σ΄ένα δραματικά φορτισμένο αντιθετικό ζεύγος σκότους-φωτός. Η ερωτική πλησμονή του Γιώργου Βέη θα κορφολογήσει τα αισθησιακά διαθέσιμα του ελυτικού λυρισμού, για να τα διακοσμήσει με μια πανδαισία γεωγραφικής παγχρωμίας. Σ΄ έναν τύπο άδολου ερωτισμού θα ακουμπήσει, αντίθετα, ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης, που θα αποσπάσει από τον λυρισμό του Ελύτη μόνο την εξωστρεφή μουσική του.
Και οι επίγονοι της γενιάς του 1970 τι θα κληθούν κάνουν με τον Ελύτη; Το μεταμοντερνιστικό παιγνιώδες και ο διακειμενικός συμφυρμός θα δώσουν κι εν προκειμένω το παρών. Ο Στρατής Πασχάλης θα ενοφθαλμίσει στη φαντασιακή υψηγορία και την ποιητική ουτοπία της ελυτικής διαύγειας την παράδοση του γαλλικού συμβολισμού, ο Θανάσης Χατζόπουλος θα συμπλέξει την ελυτική φαντασία και ενόραση με την ψυχαναλυτική εικονογράφηση των ονειρικών του θραυσμάτων και ο Γιώργος Κοροπούλης θα διεμβολίσει την ελυτική ερωτική ανάταση με τη μελαγχολία και τα ποιητικά μέτρα του μεσοπολέμου σ’ ένα κράμα ειρωνείας, παρωδίας και σαρκασμού.
Ο κύκλος κλείνει και οι επιδράσεις του Ελύτη οδηγούνται στο πέρας τους (δεν θα αναφερθώ στους ποιητές που έπονται της γενιάς του 1970 και των επιγόνων της και γιατί κάποιες ομάδες τελούν ακόμη υπό διαμόρφωση και γιατί δεν ελέγχω καλά το συγκριτολογικό τους πεδίο). Θα πρέπει να παραδεχτούμε πως μολονότι αυξάνουν σημαντικά στις μεταπολιτευτικές ποιητικές γενιές, οι ελυτικές επιδράσεις δεν αποκτούν ποτέ εντυπωσιακό όγκο στους κόλπους τους. Πιθανόν επειδή με την εξαίρεση των τάσεων που παρακολουθήσαμε και αυτές οι γενιές θητεύουν σ΄έναν κόσμο ασύμβατο με τον κόσμο του Ελύτη: όχι πια γιατί αντί να συνεγείρονται από τη δυνατότητα της τέχνης για μιαν οντολογική υπέρβαση του παρόντος, παραμένουν βυθισμένες στη ζώσα Ιστορία, όπως οι αμέσως προηγούμενες, αλλά επειδή ο ατομικισμός, ο κυνισμός και η μυθολογική αποσάρθρωση του τελευταίου τετάρτου του 20ου αιώνα κατάφεραν να τους εμπνεύσουν μιαν εγγενώς αντιλυρική στάση, που αν πρόκειται να συμπεριλάβει κάποτε στις παρακαταθήκες της τον υπερρεαλισμό, δεν θα το αποπειραθεί μέσω του Ελύτη.
Γιατί, εντούτοις, τα λέω όλα αυτά; Θα έπρεπε τάχα να δημιουργήσει υποχρεωτικά σχολή ο Ελύτης και θα έπρεπε επιπροσθέτως να συνωστίζονται εκόντες άκοντες οι νεότεροι στην ποιητική του αυλή προκειμένου να προμηθευτούν υποδείξεις και διδάγματα; Εννοείται πως όχι. Στη λογοτεχνία ουδείς εκ των άνω κανόνας μπορεί να ισχύσει και τα πράγματα πάντα αυτορυθμίζονται. Αξίζει, νομίζω, παρ' όλα αυτά, τον κόπο να τελειώσω με την υπόμνηση πως ένας ποιητής ο οποίος είναι ταυτισμένος στην κοινή συνείδηση με την περίσσεια των ερωτικών αισθημάτων και την ελληνική του λαμπρότητα (το κοστούμι που δεν έχει πάψει μέχρι σήμερα να ράβει για τον Ελύτη η δημόσια προσληψή του), παραμένει μέχρι και τώρα που συζητάμε δύστοκος ως προς την ενδοποιητική του διάχυση και οικειοποίηση. Κι αυτό γιατί οι λέξεις και οι παραστάσεις του, τα οπτικά και τα ηχητικά του σχήματα, αλλά και ολόκληρη η ποιητική του ανατρέπουν ευθύς εξαρχής την έξωθεν υποδοχή και αποδοχή του έργου του: έργο το οποίο εξακολουθεί να κοιτάζει με προσήλωση στον εσωτερικό του καθρέφτη και να αντλεί από εκεί τη μοναδική και σπάνια αύρα του.

"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του" (α' μέρος) από τον κριτικό λογοτεχνίας και φίλο στο fb Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (facebooK, 19.10. 2026)

 ...............................................................


"Πόσο επηρέασε ο Οδυσσέας Ελύτης; Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του"

              Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)





έγραψε ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (facebook, 19. 10. 2026)

Πώς να σκεφτούμε τις επιδράσεις του Οδυσσέα Ελύτη; Δεν εννοώ τις επιδράσεις που δέχτηκε: Αυτές έχουν διερευνηθεί κατ΄επανάληψη στο παρελθόν, συνεχίζονται με πάσα επιμέλεια στις ημέρες μας και είναι πιθανόν να συνεχιστούν με την ίδια φροντίδα και μελλοντικά. Εννοώ τις επιδράσεις που άσκησε: γιατί κάποιες επιδράσεις έχει ασκήσει σίγουρα ο Ελύτης στις νεότερες γενιές κι αυτές θα προσπαθήσω να ιχνηλατήσω προχωρώντας, σ΄ένα πεδίο που όπως κι να το κοιτάξουμε δεν μοιάζει ιδιαίτερα διερευνημένο.
Ποιες ακριβώς, όμως, είναι οι νεότερες γενιές; Είναι, βέβαια, οι γενιές που θα καλλιεργήσουν την ποίηση από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα μέχρι και τα σημερινά χρόνια. Είναι η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά: μια χορεία ποιητών την οποία ο Ελύτης, φεύγοντας από τη ζωή λίγο πριν από την εκπνοή του 20ου αιώνα, θα προλάβει να τη δει να φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της. Κι είναι επιπροσθέτως η γενιά του 1970 και οι επίγονοί της. Τη γενιά του 1970 ο Ελύτηςθα προλάβει επίσης να τη δει μεστή ενώ και οι επίγονοί της δεν θα είναι στα σπάργανα της νιότης τους όταν θα πεθάνει ο ποιητής.
Μιλάμε, λοιπόν, για τέσσερις γενιές με τις οποίες συμπορεύτηκε επί μακρόν ο Ελύτης (μια πεντηκονταετία στο σύνολο της διαδρομής), διαμορφώνοντας με κάποιον τρόπο ένα μέρος της ταυτότητάς τους (ξέρω πως ο όρος γενιά έχει πέσει θύμα ποικίλων καταχρήσεων μα στα μακροσκελή, όπως το προκείμενο, διαγράμματα δεν έχει πάψει να διατηρεί τη λειτουργικότητά του, ακόμα κι αν επιστρατεύεται περισσότερο για να οριοθετήσει κάποιες γραμματειακές υποπεριόδους και λιγότερο για να αναδείξει λογοτεχνικές συσσωματώσεις με συμπαγή χαρακτηριστικά.
Εκκινώντας από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, τι συνέβη καταρχάς με την υπερρεαλιστική της ομάδα; Πόσο συναναστράφηκε το κλίμα του Ελύτη και σε ποιον βαθμό επικοινώνησε με την τεχνική του; Ας εξετάσουμε τα ευρήματα. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ακολούθησε έναν εξαιρετικά ορθόδοξο υπερρεαλιστικό δρόμο, με μεγάλες λογικές υπερβάσεις και πλήθος εικονοποιητικά και ακουστικά απροσδόκητα, συνδυασμένα με μιαν ιδιαιτέρως αναστατωμένη και διαταραγμένη γραφή. Πρόκειται για έναν υπερρεαλισμό που δεν υιοθέτησε και δεν υπερασπίστηκε ποτέ ο Ελύτης, ο οποίος αν κληροδότησε κάτι στον Κακναβάτο, αυτό είναι το ανυψωτικό και το ενορατικό στοιχείο της έκφρασης. Ο Μίλτος Σαχτούρης, πάλι, συνταίριαξε από την πρώτη στιγμή τον υπερρεαλισμό του με μια σαφώς εξπρεσιονιστική παράμετρο, ανασύροντας στην επιφάνεια μιαν επικράτεια παραλόγου και τρόμου που επίσης δεν ανήκει στην ατμόσφαιρα του Ελύτη. Ο Δ. Π. Παπαδίτσας, από τη μεριά του, ταίριαξε στο ξεκίνημά του πιο πολύ με το ρηξικέλευθο, αποθεμελιωτικό στυλ του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, κρατώντας μακριά από τον λόγο του τη μεταστοιχειωτική φαντασία του Ελύτη, που αργότερα θα σκοντάψει και στο επίβουλο υπαρξιακό σύμπαν το οποίο θα χτίσει βαθμιαία ο ποιητής. Και η Μαντώ Αραβαντινού, ωστόσο, θα σταθεί μακριά από τον Ελύτη, τόσο εξαιτίας της σταθερά αφαιρετικής (έως και γεωμετρικής) γραφής της όσο και λόγω της έκδηλης τάσης της προς το σύμβολο και την αλληγορία.
Για τη Μάτση Χατζηλαζάρου, από τη άλλη πλευρά, θα μπορούσα να πω ότι πλησιάζει περισσότερο τον Ελύτη, χάρη στη διάχυτη ερωτική της διάθεση. Κι εδώ, εντούτοις, η σχέση θα παραμείνει εντέλει χαλαρή μια και η Χατζηλαζάρου έχει έναν εξομολογητικό τόνο και μια λογική στιχουργική δομή που την απομακρύνουν ευθύς εξαρχής από την περίτεχνη κρυπτικότητα του Ελύτη. Σκέφτομαι πως ο εγγύτερος ίσως στον Ελύτη μεταπολεμικός υπερρεαλιστής είναι ο Γιώργος Λίκος: με τη μυστηριακή ομολογία της φύσης, που διαπερνά απ’ άκρου εις άκρον τον στίχο του, με τα λαμπερά (κάποτε εκτυφλωτικά) του χρώματα, παρά τη μαύρη αχλή που συχνά προϋποθέτουν, αλλά και με τη μουσικότητα των εικόνων του. Και ο Νάνος Βαλαωρίτης, όμως, που δεν είναι ακριβώς υπερρεαλιστής, δεν στέκει εκτός τροχιάς Ελύτη, συγκεράζοντας, στις πρώτες τουλάχιστον ποιητικές του προσπάθειες, την καταφυγή στον μύθο και στο αρχέτυπο με μιαν ισχυρή μεταμορφωτική φαντασία. Για τον Ε. Χ. Γονατά, που έχει κάποιες μακρινές υπερρεαλιστικές καταβολές, παραμένοντας στη μεθόριο ποίησης και πεζογραφίας, ο Ελύτης είναι πιθανόν να έχει παίξει κάποιον ρόλο ως προς την αποσπασματική ονειρική του αφήγηση. Ο Τάκης Βαρβιτισώτης, τέλος, μολονότι δύσκολα θα κατατασσόταν στους μεταπολεμικούς υπερρεαλιστές, εμφανίζεται στα νιάτα του με μιαν υπερρεαλιστική μετριοπάθεια πολύ γνώριμη στον Ελύτη.
Τα συμπεράσματα δεν είναι πλούσια: Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές δεν διασταυρώνονται σε κεντρική λεωφόρο με τον Ελύτη: τον βρίσκουν οπωσδήποτε μπροστά τους, βρίσκουν και κάποιους τρόπους να συνεννοηθούν με τη γλώσσα και την εικονογραφία του, αλλά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κληρονόμους του ούτε, έστω, έμμεσους μεταβιβαστές του στη γενιά τους ή και στις επόμενες. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Επειδή οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές είναι είτε πολύ ορθόδοξοι (Κακναβάτος) είτε πολύ ανορθόδοξοι (Χατζηλαζάρου) στις επιλογές τους; Επειδή ο υπερρεαλισμός συνιστά για τους περισσότερους ένα πάτημα για να αναχθούν κατόπιν στη δική τους, αυτόνομη σφαίρα (με τον Παπαδίτσα να βαδίζει προς την υπαρξιακή ποίηση, τον Σαχτούρη να φλερτάρει με τον εξπρεσιονισμό, την Αραβαντινού να καταλήγει στην αφαίρεση και την αλληγορία, τον Βαλαωρίτη να αγκαλιάζει πολλαπλές όψεις του μοντερνισμού, τον Γονατά να παίζει με τους φαντεζίστ και τον Βαρβιτσιώτη να οδεύει προς τον καθαρό λυρισμό); Ή μήπως επειδή γενικότερα η μεταπολεμική αγωγή τους, που αποτυπώνει την εμπειρία της άνδρωσής τους μέσα στη φωτιά της παγκόσμιας σύρραξης (εδώ ας υπολογίσουμε πιο πολύ τον Κακναβάτο, τον Σαχτούρη, τον Παπαδίτσα και τον Λίκο), επιτρέπει στην ποίησή τους μιαν ιστορική σκοτεινιά ασύμπτωτη με τη σκοτεινιά του Ελύτη, η οποία είναι η σκοτεινιά της κρυμμένης τύψης, της συμφιλίωσης του έρωτα και του θανάτου αλλά και της καθαρής θανατολογίας και θανατογραφίας;
Ισχύουν μάλλον και οι τρεις εξηγήσεις, θα πιαστώ, όμως, από την τελευταία για να δώσω μιαν απάντηση στην εύλογη απορία γιατί ο Ελύτης απουσιάζει πανηγυρικά από το υπόλοιπο τοπίο της πρώτης, αλλά και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Το «πανηγυρικά», βέβαια, είναι μια λέξη: μεμονωμένα κάδρα, σπασμένα γυαλάκια στίχων, κρυπτομνησίες και σκόρπιες παραπομπές είμαστε ασφαλώς σε θέση να εντοπίσουμε σε ποικίλα σημεία της ποιητικής παραγωγής τόσο των πρώτων όσο και των δεύτερων μεταπολεμικών. Συντεταγμένο, παρόλα αυτά, μέτωπο επιδράσεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να διακρίνουμε. Και φταίει, νομίζω, γι αυτό η Ιστορία.
Το βάρος της Ιστορίας: Η Ιστορία είναι για τον Ελύτη ένα ανυπόφορο βάρος: μια πολλαπλά παραμορφωμένη και εξαντλημένη πραγματικότητα, που χρειάζεται πρώτα να σβηστεί από τον χάρτη της οικουμένης και μετά να ξαναγραφτεί εξυπαρχής και να ενταχθεί στην προοπτική μιας λυτρωτικής ουτοπίας, την οποία θα αρδεύσουν τα ζείδωρα νάματα της τέχνης. Για τους πρώτους και τους δεύτερους μεταπολεμικούς (ακόμα και για τους πλέον υπαρξιακούς και εξατομικευμένους αναμεταξύ τους), η Ιστορία έχει σιδερένια γόνατα: κουβαλά όλη τη φρίκη με την οποία γέμισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τους ανθρώπους, σκορπίζοντας παντού το αίμα, τον όλεθρο και τον εξανδραποδισμό.
Ο Ελύτης θέλει να κλείσει μια τρύπα που έχει ανοίξει η Ιστορία στο σύμπαν επειδή εξισώνει την Ιστορία με μιαν εν γένει μοχθηρή και ταυτοχρόνως εκκενωμένη πραγματικότητα, η οποία εναντιώνεται πεισματικά στο απελευθερωτικό βλέμμα της ποίησης. Οι πρώτοι και οι δεύτεροι μεταπολεμικοί βλέπουν στην Ιστορία την ανέκκλητη φθορά και την ασύνορη έρημο που έχει επιφέρει με την αποπνικτική βοή της στις συνειδήσεις. Και στην έρημο δεν υπάρχουν, κακά τα ψέματα, ούτε οράσεις ούτε ουτοπίες. Σε μια τέτοια τροχιά, η πρώτη και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά θα νιώσει σίγουρα καλύτερα με τον ρεαλισμό του Καβάφη, με τη στυφή αμεσότητα του Καρυωτάκη, όπως και με τον περί φθοράς λόγο του Σεφέρη.
Η γύμνια, η ξηρότητα, ο χαμηλός τόνος και η αδιακόσμητη υποβολή του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Σεφέρη στέκουν στους αντίποδες του Ελύτη, που με το ένα του μάτι κοιτάζει προς τα έξω, προς ένα φωτεινό και σωτήριο ουτοπικό μέλλον, ενώ με το άλλο στρέφεται στα ενδότερα της ποιητικής του τέχνης, για να προσέλθει στον ναό της αυτοδύναμης ακτινοβολίας της και να λατρέψει απέραντα τον άμωμο θεό της.
Κατά τα άλλα, στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι μεταπολεμικοί ποιητές θα στραφούν στον λυρισμό, ο Ελύτης θα είναι, φυσικά, παρών. Τον είδαμε πώς συναντά τον Βαρβιτσιώτη από την πρώτη μεταπολεμική γενιά. Θα τον δούμε να προκαλεί κάποια έλξη και στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά: ένας λυρικός που θα λατρέψει με τη σειρά του, όσο παραμένει νέος, το κάλλος της ποίησης, επιστρατεύοντας για τα τελετουργικά της λατρείας του μιαν έντονα μυθοποιητική φαντασία. Τελειώνοντας με τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ο Ελύτης δεν αποκλείεται να έχει ένα μερίδιο συμμετοχής και στον δραματικό λυρισμό της Κικής Δημουλά, με τις ξαφνικές γλωσσικές αναφλέξεις και συστροφές που δονούν τα ποιήματά της από την πρώτη μέχρι και την τελευταία συλλογή της.
Σταματώ, στους δύο πρώτους κύκλους επιδράσεων του Οδυσσέα Ελύτη με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατό του κι αν χρειαστεί θα συνεχίσω.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

"ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΝΥΧΤΑ..." πεζό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) από τη ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) "Προσανατολισμοί" (1936)

............................................................. 



                 "ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΝΥΧΤΑ..." 






Στη βραγιά, κοντά στο μουσικό παράπονο της καμπύλης του χεριού σου. Κοντά στα διάφανα στήθη σου, τα ξέσκεπα δάση γεμάτα βιόλες και σπάρτα κι ανοιχτές παλάμες φεγγαριού, ως πέρα στη θάλασσα, τη θάλασσα που χαϊδεύεις, τη θάλασσα που με παίρνει και μ’ αφήνει φεύγοντας σε χίλια κοχύλια.

Ορατή και ωραία γεύομαι την καλή στιγμή σου! Λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με τους ανθρώπους, που τους ορθώνεις στο ανάστημα της καρδιάς σου για να μην προσκυνήσει πια κανείς ό,τι του ανήκει, ό,τι αναδεύεται σαν δάκρυ στη ρίζα κάθε χορταριού στην κορυφή κάθε φτασμένου κλώνου. Λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με την άνοιξη των πραγμάτων που τα δάχτυλά σου ταιριάζουν με τη μοίρα τους.
Ορατή και ωραία στο πλάι σου είμαι ακέραιος! Θέλω δρόμους απέραντους τη διασταύρωση των πουλιών και των σωστών ανθρώπων, τησύναξη των άστρων που θα συμβασιλέψουν. Και θέλω να πιάσω κάτι, ακόμη και την πιο μικρή πυγολαμπίδα σου που πηδάει ανύποπτη μες στην προβιά των κάμπων, για να γράψω με σίγουρη φωτιά πως δεν είναι τίποτε το περαστικό στον κόσμο από τη στιγμήν εκείνη που διαλέξαμε, τη στιγμή τούτη που θέλουμε να υπάρχει πέρα και πάνω από την πάγχρυση εναντιότητα, πέρα και πάνω από τη συμφορά της πάχνης του θανάτου, στη φορά κάθε ανέμου που με αγάπη σημαδεύει την καρδιά μας, στο υπέροχο μυρμήδισμα τ’ ουρανού που νυχτόημερα πλάθεται απ’ την καλοσύνη των άστρων.

από τη ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) "Προσανατολισμοί" (1936)




Σάββατο 23 Μαΐου 2026

"Η ΡΟΥΛΕΤΑ" ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) - Από τη συλλογή "ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" (1972)

...............................................................





            Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


Η ΡΟΥΛΕΤΑ


Βγήκαν τα νιάτα ψεύτικα
στα γηρατειά ερωτεύτηκα
Μεγάλη πόρτα βρήκα
μετάνιωσα - δεν μπήκα
είπα τι κι έτσι τι κι αλλιώς
άλλαξε ρούχα ο Μαωλιός

Στο κόκκινο ποντάρισα
πέντε φορές λαχτάρησα
Τ' ακούμπησα στο μαύρο
ποιος τα 'χασε να τα 'βρω
Είπα να παίξω και στα δυο
γύρισε κι ήρθε το ζερό

Με στη ζωή μας βρε παιδιά
έρχεται πρώτ' η αναποδιάΠρ
Ένα πιάνεις δέκα χάνεις
δέκα ζεις μια θα πεθάνεις.


Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)
Από τη συλλογή "ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" (1972)

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

"Επέτειος" Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη / Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, "Ποίηση" (εκδ. Ίκαρος, 2002)

 ...............................................................



             Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)






"Επέτειος"


… even the weariest river
winds somewhere safe to sea!


Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δέντρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν’ ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλαυκό μες στον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους δρόμους γύρω απ’ την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
– Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα –
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανέλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω από τ’ ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ’ τα νησιά
Πιο χαμηλά απ’ το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
– Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ’ όλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι’ ανθρώπινη καρδιά –
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή από αλάτι
Λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη
Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο.



Σημείωση: Το δίστιχο … even the weariest river / winds somewhere safe to sea! προέρχεται από το ποίημα The Garden Of Proserpine του Άγγλου ποιητή Algernon Charles Swinburne (1937-1909).
Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, "Ποίηση" (εκδ. Ίκαρος, 2002)


Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ "Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ" Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ..............................................................


"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ




Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός, μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων. Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

                                     ι'


Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


         Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
                  Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
                                                      * μιαν αγάπη
                     Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


     Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
 Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
                                        * να φωτίσουν
       Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


 Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
             "Ο που σ' είδε * να ζει
                                       * και στην πέτρα"
      Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

 Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
 Των φονιάδων το αίμα * με φως
                                           * ξεπληρώνω
          Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο....



Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)




Σάββατο 2 Μαΐου 2026

«AD LIBITUM» απόσπασμα από τα «Τρία Ποιήματα Με Σημαία ευκαιρίας» του Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996) («ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – Ποίηση», εκδ. «Ίκαρος», 2002)

 ...............................................................



          Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


·       «AD LIBITUM» απόσπασμα από τα «Τρία Ποιήματα Με Σημαία ευκαιρίας» του Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996) («ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – Ποίηση», εκδ. «Ίκαρος», 2002)

 

1.Είμαι άλφα χρονών κι Ευρωπαίος έως τη μέση

                                                των Άλπεων ή των Πυρηναίων

                                                 το χιόνι μήτε που άγγιξα ποτέ

 

                   δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί

                   πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές

                    ό,τι απομένει αντέχει ακόμη

 

                                        ως πότε

                                        φίλοι

 

                   θα σηκώνουμε το αφορεσμένο παρελθόν

                   γιομάτο βασιλιάδες και υπηκόους

 

                                        προσωπικά

                                         νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι

 

 

που δεν του ‘μεινε μια πλάκα τάφου

μόνον άδεια οικόπεδα κοτρόνια μάντρες

κι ο απαρηγόρητος βοριάς

χτυπώντας πέρα στα ψηλά τα τείχη των εργοστασίων

 

                        έγκλειστοι όλοι μας εκεί δουλεύουμε όπως

                        άλλοτε μέσα στην Ιστορία

 

                                            τα

                                            Επερχόμενα

 

χρόνια χυμένα θα ‘λεγες ακάθαρτο πετρέλαιο

που του βάλανε φωτιά

 

                                          βοήθεια

 

                        Rintrah roars and shakes

                         his fires in the bunden’d air

 

δύστυχο καταμόναχο  έ ν α  μου

 

                                              τι θ’ απογίνεις

θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά

 

                                           και πάει τετέλεσται

 

να τηνε από τώρα κιόλας

                 ντύνεται Μοίρα η Εξουσία και σου σφυράει

 

                                         Ad libitum.


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 ..............................................................




·      Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 

     Από την Δ’ Πράξη

 

…ΑΖΤΑΚ : «Να τος ο Δικαστής!» Ε, αυτό είναι κάτι, που δεν έχει ξανακουστεί ποτέ, σ’ όλη τη χώρα της Γεωργίας. Πολίτες, που είναι ο Εξοχώτατος Κύριος Κυβερνήτης; (Δείχνοντας το χώμα) Εδώ βρίσκεται, ξένε, ο Εξοχώτατος. Και πού είναι ο Προϊστάμενος των Φόρων; Πού είναι ο Πατριάρχης; Πού είναι ο Αρχηγός της Φρουράς; Εδώ, εδώ και πάλι εδώ, κι όλοι τους εδώ! Αυτό, σύντροφοι, περίμενα από σας, αυτό!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Πιο σιγά, μη φωνάζεις! Τι περίμενες, λέει, από μας, πουλάκι μου;

ΑΖΤΑΚ : Αυτό που έγινε και στην Περσία, φίλοι μου, αυτό που έγινε και στην Περσία!

 Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και τι γίνηκε λοιπόν στην Περσία;

ΑΖΤΑΚ : Εδώ και σαράντα χρόνια. Τους κρεμάσανε όλους. Από Βεζύρη μέχρι Εισπράχτορα των Φόρων, όλους! Ο παππούς μου τα είδε ο ίδιος με τα μάτια του, κι ήταν άνθρωπος με μυαλό και γνώση. Τρεις μέρες κρεμάγανε. Απ’ άκρη σ’ άκρη!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος κυβερνούσε, αφού τον Βεζύρη τον κρεμάσανε;

ΑΖΤΑΚ : Ένας αγρότης κυβερνούσε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος διοικούσε το στρατό;

ΑΖΤΑΚ : Ένας στρατιώτης. Απλός στρατιώτης.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος πλέρωνε τους μιστούς;

ΑΖΤΑΚ : Ένας εργάτης βαφέας. Αυτός πλέρωνε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Μπας δεν ήτανε βαφέας κι ήταν υφαντεργάτης;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και δε μας λες, εσύ κύριε απ’ τη Περσία: τι βγήκε απ’ όλ’ αυτά;

ΑΖΤΑΚ : Τι βγήκε; Κι ήταν ανάγκη να βγει τίποτε; Γιατί ψάχνετε άδικα, φίλοι μου; Ο πόλεμος! Ο πόλεμος που βάσταξε τόσα χρόνια! Και το άδικο!... Ο παππούς μου ήξερε απ’ έξω ένα τραγούδι, που τα ‘χει μέσα όλ’ αυτά. Εγώ κι ο φίλος μου ο αστυνόμος θα σας το τραγουδήσουμε. (Στο Σωβά.) Σωβά, κοίτα να μου κρατάς το ίσο:

«Γιατί τα παλικάρια μας κι οι κόρες μας, γιατί

πια δε γνωρίζουν αίμα και δάκρυα τι θα πει;

Γιατί το μόνον αίμα να ‘ναι από τα σφαχτάρια,

γιατί τα μόνα δάκρυα, που λάμπουν το πρωί,

να ‘ναι των φύλλων της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί;

 

Ο Βασιλιάς καινούριες χώρες θα κατακτήσει

και την πεντάρα των φτωχών κι αυτή θα τη ζητήσει.

 

Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί

πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί.

Σ’ όλης της γης τα πέρατα τους άμοιρους σκορπίζουν

κι οι αρχόντοι μες στα σπίτια τους νίκες πανηγυρίζουν!

Ο πόλεμος κι αν χάθηκε, κι αν σπάσαν τα σπαθιά μας,

το πιο σπουδαίο γένηκε: πήραμε τα λεφτά μας!

Αλήθεια, να ‘ναι, πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ : «Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

   ΑΖΤΑΚ : Θέλετε να τ’ ακούσετε όλο, ως το τέλος;

(Ο Α’ Μαυροσκούφης γνέφει «ναι».)

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ, στον Αστυνόμο : Σου το ‘μαθε, βλέπω, το τραγουδάκι σου, ε;

ΣΩΒΑ : Και βέβαια. Μόνο που δεν το τραγουδάω σωστά.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Ναι. (Στον Αζτάκ) Λέγε συνέχεια.

ΑΖΤΑΚ : Η δεύτερη στροφή μιλάει για την ειρήνη:

«Γέμισαν τα γραφεία μας, άλλο πια δε χωράνε,

πληθύναν οι γραφιάδες μας, τους δρόμους πλημμυράνε,

μα ο κακομοίρης ο σποριάς πιο πεινασμένος μένει

κι η άμοιρη φτωχολογιά γυρνάει κουρελιασμένη

Αλήθεια να ‘ναι πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ :   Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

ΑΖΤΑΚ : 

«Γι’ αυτό τα παλικάρια μας αίμα δεν ξέρουν τι θα πει,

  γι’ αυτό τα μόνα δάκρυα που λάμπουν το πρωί πρωί

  δεν είναι παρά της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί».

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Κι έχεις τώρα σκοπό να πας να το τραγουδήσεις αυτό, κάτω στην πόλη;

ΑΖΤΑΚ : Γιατί; Τι συμβαίνει;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Τις βλέπεις εκείνες τις φωτιές, πέρα μακριά; (Ο Αζτάκ κοιτάζει. Ο ουρανός είναι κατακόκκινος σαν από πυρκαγιά.) Είναι στην εργατική συνοικία. Εκεί τους υφεντεργάτες, τους έπιασε το δικό τους, το περσιάνικο που λες κι εσύ. Τους φάνηκε πως ο Πρίγκιπας Καζμπέκι παραείχε μαζέψει εξουσίες στα χέρια του. Και σήμερα το πρωί, να σου και κρεμάνε τον Κοινοτικό Δικαστή. Εννοείς, εμείς τους κάναμε λιώμα στο πι και φι. Εκατό πιάστρα πλέρωνε ο Καζμπέκι το κεφάλι. Κατάλαβες;

ΑΖΤΑΚ, (ύστερα από μικρή σιωπή) : Κατάλαβα…

 

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα και ενενήντα χρόνια, αντίστοιχα, από την αποδημία των ποιητών...

 ..............................................................



            Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του πρώτου (1996) και 90 χρόνια από την εκτέλεση του Λόρκα στα 1936 από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί επτά τραγούδια του Λόρκα με τον τίτλο"Romancero Gitano" τραγούδια που έχει μεταφράσει ο Οδυσσέας Ελύτης. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα 1967 με τη Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει τα τραγούδια, μέσα στη δικτατορία τα ερμηνεύει ξανά σε ενορχήστρωση του σπουδαίου κιθαρίστα Τζον Ουίλιαμς και κοντά στη Μεταπολίτευση τα τραγουδάει η Αρλέτα σε μια πιο λυρική ερμηνεία - με συνοδεία μόνο κιθάρας, ίσως του Νότη Μαυρουδή. Τα τραγούδια του "Ρομανσέρο Χιτάνο" τα παρουσιάζει ξανά ο Μίκης με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και την Σοφία Μιχαηλίδου στον Μουσικό Αύγουστο του 1978 στο θέατρο του Λυκαβηττού. Εδώ ολόκληρο το έργο με την ποίηση του Λόρκα στη μετάφραση του Ελύτη με την αδρή και περισσότερο λυρική ερμηνεία της Αρλέτας...