Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ.Μ.Ενημέρωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ.Μ.Ενημέρωσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

«Οχλαγωγία» και «χαχανητά» έγραψε η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ", 06.05.26)

 ...............................................................




          «Οχλαγωγία» και «χαχανητά»








έγραψε η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ",  06.05.26) 


Η χρήση λεκτικών επεξηγήσεων για γεγονότα προκειμένου να γίνουν κατανοητά κατά τη ροή μιας αφήγησης είναι συνήθης σε τηλεοπτικά και άλλα προγράμματα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι συνήθως απλές και ουδέτερες. Στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ με τίτλο «Στο χιλιοστό» διάβασα τις λέξεις «οχλαγωγία», επεξήγηση εικόνας που δείχνει αντιπαράθεση αστυνομίας/διαδηλωτών, και «χαχανητά», όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης και άλλοι επιτελείς τού τότε υπουργείου Οικονομικών ανέμεναν τους κυρίους Ντάισελμπλουμ και Βίζερ. Η δεύτερη αυτή λέξη αμφιβάλλω αν χρησιμοποιείται καν σε κωμικές αναπαραστάσεις. Γιατί η δράση είναι που προκαλεί σε αυτές το γέλιο και όχι οι γελοίες λέξεις. Πάντως οι δύο αξιωματούχοι ήταν προσκεκλημένοι στην πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ.

Η άλλη λέξη, η «οχλαγωγία», μου θύμισε απόψεις για τον «όχλο» που θεωρείται ο λαός από παρατηρητές που τον σιχαίνονται και τον φοβούνται. Περιέγραφε μια εικόνα που χρησιμοποιείται από μέσα για να αποτρέψει τη συμμετοχή σε πράξεις αντίστασης: Εδειχνε το τέλος μιας διαδήλωσης στη σχεδόν άδεια πλατεία Συντάγματος με ελάχιστους μαυροντυμένους διαδηλωτές να συγκρούονται με κάποιους αόρατους αστυνομικούς.

Οι διαδηλώσεις που άρχισαν τον Μάιο του 2010, παραμονή της υπογραφής της αποικιοκρατικής σύμβασης, και σημαδεύτηκαν στην περίπτωση της Μαρφίν από ένα έγκλημα που δεν έχει διαλευκανθεί, ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξετυλιγόταν το δράμα μιας κοινωνίας. Που μέρος των πολιτών της αρνούνταν τη συλλογική ενοχή την οποία επικαλούνταν κυρίως οι ένοχοι. Και που ερχόταν αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου πολιτισμική προπαγάνδα, κυρίως από γερμανικά μέσα, για να πέσει η αξία της, προς όφελος όσων σορτάρουν στην καταστροφή ανθρώπων και λαών. Οπως είδαμε να γίνεται με τα τρένα, τα αεροδρόμια και συνεχίζεται με τα ταξί, τα ΕΛΤΑ, την πρωτογενή παραγωγή της. Σε συνεργασία με ιθαγενείς πολιτικούς που έχουν σφραγιστεί από την υποτέλεια. Εν τω μεταξύ οι αυτοκτονίες αυτών που τσακίστηκαν από τα μέτρα της «εξυγίανσης» πολλαπλασιάζονταν χωρίς να έχουμε, όσο γνωρίζω, τον ακριβή τους αριθμό.

«Ολα άλλαξαν. Από την ημέρα που ο πατέρας μου χρεοκόπησε και η μητέρα μου έχασε τη δουλειά της. Χάθηκε η αρμονία στο σπίτι μας. Δεν ήθελα να σηκωθώ το πρωί. Είχα χάσει τη διάθεση για ζωή». Θυμάμαι κάποια από τα λόγια που είχα λάβει τότε από μια φοιτήτρια.

Στο πρώτο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ τίποτα από αυτά δεν υπάρχει ως φόντο. Περιμένω το σύνολο για να έχω τελική γνώμη. Ωστόσο η έπαρση κάποιων από τους συνεντευξιαζόμενους, τα ανεξήγητα χαμόγελα άλλων, μια κάποια επίγνωση τρίτων εγγράφονταν σε ένα προβληματικό «αντικειμενικό» πλαίσιο παράλληλων λόγων με κάποιες εκπλήξεις από αποκαλύψεις της στιγμής όταν τα αίτια είναι πολυδιάστατα και οι συνέπειες των ιστορικών αυτών γεγονότων ακόμα και σε άψυχους αριθμούς των δεικτών ανάπτυξης και ευημερίας τραγικοί στη χώρα μας. Κάτι που οδηγεί καθημερινά σε μια άμβλυνση της ηθικής και σε μια άνευ προηγουμένου βία.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

"Στο «καφενείο» των σόσιαλ μίντια" γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 17.01.25)

 ............................................................



Στο «καφενείο» των σόσιαλ μίντια







γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 17.01.25) 



Τα σόσιαλ μίντια είναι μια αρένα όπου απλώς ο καθένας εκτονώνει την οργή, τον θυμό και την απογοήτευσή του από τη ζωή, αλλά δεν κουνάει το δαχτυλάκι του για να αλλάξει κάτι από την πραγματικότητα που ζει.

Πολλά έχουν γραφτεί για τα σόσιαλ μίντια και τον τρόπο που αυτά (δεν) προάγουν την ανθρώπινη σκέψη. Ο Ισπανός φιλόσοφος Φερνάντο Σαβατέρ, στο βιβλίο του «Η ηθική της ανάγκης» (εκδόσεις Πατάκη) αναφέρει: «Οταν ένας άνθρωπος μπαίνει σε καλούπι για να εκφραστεί με κείμενο 140 χαρακτήρων, όταν συνηθίζει στην ύβρη και στην προσβολή, χάνει μέρος από την ικανότητά του για επιχειρηματολογία, που είναι το μεδούλι της σκέψης».

Αυτό σε συνδυασμό με τη διάσπαση της προσοχής, από την πληθώρα των διαφημίσεων που καταναλώνουμε καθημερινά, είναι ένα πρόβλημα που δεν συναντάμε μόνο στα παιδιά, αλλά και στους μεγάλους.

Στην κυριολεξία ζούμε μια κατάσταση διαρκούς ζάπινγκ με το τηλέφωνο στο χέρι και αυτό μας εμποδίζει να συγκεντρωθούμε αρκετά. Ομως όλα όσα είναι σημαντικά στη ζωή μας απαιτούν προσοχή: προπαντός η γνώση. Οπως λέει ο Σαβατέρ, «ακόμα και για να μεταβάλεις την πραγματικότητα, για να φέρεις εις πέρας πολιτικές αλλαγές ή κοινωνικές προόδους, είναι απαραίτητο να συγκεντρωθείς. Χωρίς τη δέουσα προσοχή δεν υπάρχει πρόοδος, ούτε πολιτισμός, ούτε ανθρώπινη εξέλιξη».

Οσον δε αφορά ένα σχέδιο για το μέλλον ή αυτό που λέμε ανθρώπινα ιδεώδη, «αυτά μοιάζουν με τον ορίζοντα. Κανένας δεν μπορεί να φτάσει τον ορίζοντα, όμως μπορούμε να πάμε προς αυτόν και αξίζει τον κόπο να βαδίζουμε προς τα εκεί, γιατί μόνο έτσι προχωράμε ως άτομα, ως κοινωνία και ως είδος».

Τα σόσιαλ μίντια είναι μια αρένα όπου απλώς ο καθένας εκτονώνει την οργή, τον θυμό και την απογοήτευσή του από τη ζωή, αλλά δεν κουνάει το δαχτυλάκι του για να αλλάξει κάτι από την πραγματικότητα που ζει.

Είναι πολύ εύκολο να ξεσπάμε, να κουτσομπολεύουμε και να έχουμε μια συμπεριφορά του στιλ «αν ήμουν για μια μέρα πρωθυπουργός...», στο «καφενείο» των σόσιαλ μίντια, αλλά αυτό δεν μας γλιτώνει από την υποχρέωση να ασχολούμαστε με την πολιτική και όλα εκείνα που αφορούν τα κοινά. Το διατυπώνει έξοχα ο συγγραφέας, λέγοντας πως «δεν είναι ότι μας εξαπατούν, τους αφήνουμε να μας εξαπατήσουν».

Ενόψει της επερχόμενης κρίσης που προεξοφλείται από πολλούς, το κράτος αποτελεί το άσυλο τελευταίας καταφυγής: είναι ένα φράγμα προστασίας κόντρα στις αγορές, για να μη σε αφήσει μόνο σου απέναντί τους.

Το νεοφιλελεύθερο δόγμα, όμως, δεν το αντιμετωπίζει έτσι: είναι ένας πολιορκητικός κριός που επιχειρεί να σπάσει τις πύλες και να αφήσει τις αγορές να μπουν μέσα, λεηλατώντας τα πάντα και βιάζοντας τους πάντες. Οι νεοφιλελεύθεροι είναι στοχοπροσηλωμένοι όσο κανένας άλλος και αποτελούν καμικάζι των αγορών. Μπορούν ακόμα και να πεθάνουν, αρκεί να βγάλουν τα ασημικά της οικογένειας στο σφυρί.

Το ιδεώδες που λέγαμε παραπάνω, όπως λέει ο Σαβατέρ, «φαίνεται στη γραμμή του ορίζοντα, πλησιάζεις και, εκεί που το πλησιάζεις, αυτό απομακρύνεται. Ολα τα πολιτικά ιδεώδη έτσι είναι: η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ηθική, η ισονομία… μπορείς να προχωρήσεις προς αυτά, αλλά δεν θα τα φτάσεις ποτέ».

Κατ’ αρχάς δεν πρέπει να κρίνουμε μόνο τους άλλους, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν αρκεί να κρίνουμε την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, χωρίς να κρίνουμε τον εαυτό μας: από τη στιγμή που λέμε: είμαι αγανακτισμένος με όλους εκτός από τον εαυτό μου, είμαι υποκριτής!

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Σταύρος Λυγερός: «Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μητσοτάκη είναι ότι έχει απέναντί του τον ΣΥΡΙΖΑ»

 ...............................................................


Σταύρος Λυγερός: «Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μητσοτάκη είναι ότι έχει απέναντί του τον ΣΥΡΙΖΑ»




τη συνέντευξη πήρε ο Γιάννης Πανταζόπουλος (www.lifo.gr, 4.1.2023)


Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου για την Ουκρανία, ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλά στη LiFO για την πολιτική και διεθνή επικαιρότητα, τη δημοσιογραφία και τη «γενιά του Πολυτεχνείου», ενώ θυμάται άγνωστα περιστατικά απ’ την πολυετή καριέρα του.

Ο Σταύρος Λυγερός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις ως δημοσιογράφος και συγγραφέας, αφού από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 εργάζεται ανελλιπώς στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Γνώρισε τη δόξα των εφημερίδων (για 23 χρόνια ήταν στο βασικό επιτελείο της εφημερίδας «Η Καθημερινή») και με τις αναλύσεις του έχει καλύψει ενδελεχώς όλα τα μεγάλα εγχώρια και διεθνή γεγονότα.

Ήταν μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, ενώ σήμερα είναι πολιτικός και διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN καθώς και διευθυντής του ιστότοπου «SLpress.gr».

Τον συναντώ στο σπίτι του, στην περιοχή του Παπάγου. Υπάρχουν βιβλιοθήκες με πολυάριθμους τόμους και συγγράμματα ακόμη και στην είσοδο του διαμερίσματός του. Συνολικά έχει γράψει 16 βιβλία, ενώ αφορμή για τη συνάντησή μας αποτέλεσε η έκδοση της μελέτης που συνυπογράφει με τον δρα Σωτήρη Δημόπουλο και φέρει τον τίτλο: «Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τον κόσμο. Οι περίπλοκες σχέσεις Ουκρανών-Ρώσων στην Ιστορία».

Σ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας υποστηρίζει με σθένος και μαχητικότητα τα πιστεύω του, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές οι απόψεις του έχουν προκαλέσει αντιπάθειες. Διαθέτει τεράστια εμπειρία στο διεθνές ρεπορτάζ και στο τελευταίο του βιβλίο εξηγεί αναλυτικά γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία θα αλλάξει τον κόσμο, γεωπολιτικά και γεωοικονομικά.

Στην αποκαλυπτική συνέντευξη που ακολουθεί προχωρά σε έναν απολογισμό ζωής, περιγράφει γεγονότα, στιγμές και συναντήσεις που χαράχτηκαν ανεξίτηλες στη μνήμη του, μιλά για τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας και σχολιάζει με τον δικό του διεισδυτικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας.


Η δημοσιογραφική παραγωγή είναι ένα προϊόν, μία υπηρεσία που κοστίζει, και ως εκ τούτου κάποιος πρέπει να την πληρώνει. Όταν ο αναγνώστης μετατρέπεται σε τζαμπατζή, τότε η ενημέρωση γίνεται όμηρος αυτού που πληρώνει, του ιδιοκτήτη και των μεγάλων διαφημιζόμενων. Πώς μπορεί ο τζαμπατζής πολίτης-αναγνώστης να απαιτεί αδέσμευτη δημοσιογραφία, όταν ο ίδιος, ως καταναλωτής του δημοσιογραφικού προϊόντος, θεωρεί δικαίωμά του να έχει δωρεάν πρόσβαση;


— Τι τίτλο θα δίνατε στην εποχή μας;
 
Ζούμε σε μια εποχή παρακμής. Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι αν τελικά έχω γεράσει και εκφράζομαι σαν τους ηλικιωμένους που αναπολούν τα παλιά, τα χρόνια που όλα τούς φαίνονταν καλύτερα. Όσο και να το ψάχνω, όμως, καταλήγω με τα νοητικά εργαλεία μου ότι ζούμε μέρες παρακμής στον δημόσιο βίο. Με δύο λόγια, ο τίτλος που θα έβαζα θα ήταν: «Από το κακό στο χειρότερο».

— Πιστεύετε ότι είναι σύμπτωμα μόνο αυτής της περιόδου;

Πάντα στον δημόσιο βίο υπήρχε ιδιοτέλεια, αναξιοπρέπεια και μικρότητα. Υπήρχαν, όμως, κάποια όρια, τα οποία σήμερα έχουν παραβιαστεί. Για παράδειγμα, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο στο παρελθόν να είχαμε την τεκμηριωμένη αποκάλυψη για υποκλοπές συνομιλιών του υπουργού Κωστή Χατζηδάκη και η μοναδική αντίδρασή του να είναι: «Εγώ δεν το πιστεύω». Μου θυμίζει τον απατημένο σύζυγο όταν βρίσκει τη γυναίκα του με εραστή στο κρεβάτι και λέει: «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να με απάτησε…».

— Πάντως και παλαιότερα είχαμε υποθέσεις παρακολουθήσεων.

Αναμφίβολα. Η διαφορά αφορά στην έκταση του φαινομένου. Ο πειρασμός κάθε εξουσίας να παρακολουθεί αντιπάλους και φίλους είναι μεγάλος, αλλά στην τωρινή περίπτωση όλα δείχνουν ότι οι υποκλοπές είχαν βιομηχανοποιηθεί.


— Οι υποκλοπές θα επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα;
 
Σίγουρα, αλλά δεν μπορώ να υπολογίσω πόσο. Ο πολίτης που αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα οικονομικά είναι λογικό όταν ερωτάται να θεωρεί πρώτο πρόβλημα την ακρίβεια και όχι τις υποκλοπές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ενδιαφέρεται μόνο για την ακρίβεια και όχι για τα προβλήματα όπως οι υποκλοπές, τα εθνικά κ.λπ. Αυτή την ανάγνωση τη θεωρώ επιπόλαιη. Προφανώς, όμως, δεν έχουν όλοι οι πολίτες την ίδια θεσμική ευαισθησία, δεν ενοχλούνται στον ίδιο βαθμό από τις υποκλοπές.

Ωστόσο, πιστεύω ότι το εν λόγω σκάνδαλο θα κοστίσει πολιτικά-εκλογικά στον Μητσοτάκη. Το πόσο, θα μας το δείξουν οι κάλπες. Θα εξαρτηθεί και από το κλίμα που θα δημιουργηθεί όταν θα βγαίνουν κατά ριπάς οι συνομιλίες. Μετά λόγου γνώσεως λέω ότι οι υποκλαπείσες συνομιλίες έχουν περιέλθει στα χέρια αντιπάλων της κυβέρνησης και το επόμενο διάστημα θα δουν το φως της δημοσιότητας.

— Πώς αξιολογείτε τα πολιτικά κόμματα;

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Μητσοτάκη είναι ότι έχει απέναντί του τον ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας, γεμάτο ιδεοληψίες, που η κρίση και τα μνημόνια το εκτόξευσαν πολιτικά και εκλογικά στην κορυφή.

Για να είμαστε δίκαιοι, όμως, παρά το γεγονός ότι έπληξε τη μεσαία τάξη για να ενισχύσει φτωχότερα στρώματα, δημοσιονομικά άφησε ένα μαξιλάρι δεκάδων δισ., χωρίς το οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα μπορούσε να πορευτεί όπως πορεύτηκε. Πολιτικά, όμως, δεν έχει καταφέρει να πείσει την πλειονότητα ότι αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης. Είναι ακριβώς αυτό που εξ αντιδιαστολής κρατάει ακόμα όρθιο τον Μητσοτάκη.


— Αυτό οφείλεται στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ή στον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν τα κέντρα ισχύος;
 
Και στα δύο. Σε ό,τι αφορά στο πώς τον αντιμετωπίζουν οι ανώτερες τάξεις, με τον ΣΥΡΙΖΑ συνέβη ό,τι είχε συμβεί με το ΠΑΣΟΚ το 1981. Τότε το θεωρούσαν ένα είδος πολιτικής ανορθογραφίας. Η τότε δεξιά και οι άρχουσες ελίτ πολιτικά και «αισθητικά» θεωρούσαν ότι οι «πληβείοι» του ΠΑΣΟΚ δεν δικαιούνται να είναι στα σαλόνια της εξουσίας. Βέβαια, αργότερα το ΠΑΣΟΚ έγινε οργανικό μέρος του κατεστημένου.

Το ίδιο παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια με τον ΣΥΡΙΖΑ, παρότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έθιξε ουσιαστικά τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Είναι ξεκάθαρο, όμως, ότι δεν τον γουστάρουν πολιτικά-«αισθητικά».

— Τι είναι αυτό που σας δυσαρεστεί στην τωρινή κυβέρνηση;
 
Τα περισσότερα ΜΜΕ σήμερα βρίσκονται στα χέρια παραγόντων του μεγάλου κεφαλαίου. Έχει εκλείψει ο παραδοσιακός εκδότης. Οι εφημερίδες στο παρελθόν είχαν μια διαλεκτική σχέση με τα κόμματα και τους αναγνώστες τους. Είχαν περισσότερο ή λιγότερο παραταξιακό χαρακτήρα. Τα επηρέαζαν και επηρεάζονταν από αυτά. Δεν ήταν η εφημερίδα εξάρτημα του κόμματος, αλλά ούτε και το αντίθετο.

Το σημερινό συστημικό μιντιακό τοπίο εμφανίζει τον μικρότερο βαθμό πλουραλισμού από τη Μεταπολίτευση, παραπέμποντας, όσον αφορά τη μονομέρειά του, σε σοβιετικού τύπου καθεστώτα. Προφανώς, δεν σε υποχρεώνουν να γράψεις ό,τι θέλει η εξουσία, αλλά εάν είσαι πραγματικά ανεξάρτητος κινδυνεύεις με απόλυση και περιθωριοποίηση.

Δεν είναι τυχαίο ότι βγήκαν αποδείξεις για τις υποκλοπές και τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα τις απέκρυψαν. Κάποια αναφέρθηκαν στις ανακοινώσεις του Χατζηδάκη και του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να αναφέρουν την αιτία που προκάλεσε τις ανακοινώσεις. Μπορεί τυπικά να μην υπάρχει πρόβλημα ελευθεροτυπίας, αλλά υπάρχει ουσιαστικά, μέσω της απειλής του αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης.

Κυβερνήσεις της ΝΔ είχαμε αρκετές, αλλά τόσο κλειστό σύστημα εξουσίας δεν έχει προϋπάρξει. Οι άρχουσες ελίτ έχουν σχεδόν ταυτιστεί, μάλλον λόγω της διανομής των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη…» (γέλια).


Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο στο παρελθόν να είχαμε την τεκμηριωμένη αποκάλυψη για υποκλοπές συνομιλιών του υπουργού Κωστή Χατζηδάκη και η μοναδική αντίδρασή του να είναι: «Εγώ δεν το πιστεύω». Μου θυμίζει τον απατημένο σύζυγο όταν βρίσκει τη γυναίκα του με εραστή στο κρεβάτι και λέει: «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να με απάτησε…».

— Δεν πιστεύετε ότι έχουν ευθύνη και οι πολίτες για όλο αυτό που περιγράφετε;
 
Φυσικά έχουν. Στην Ελλάδα επικρατεί η «κουλτούρα του τζάμπα» όσον αφορά την ενημέρωση. Η ποιότητα της ενημέρωσης, η αδέσμευτη δημοσιογραφία δεν παρέχεται τζάμπα.

Παλαιότερα, οι πολίτες-αναγνώστες πλήρωναν για να αγοράσουν την εφημερίδα τους. Άρα, οι εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη τα «θέλω» των αναγνωστών τους, αφού η οικονομική ανεξαρτησία τους εξαρτιόταν από την κυκλοφορία τους, που ήταν η κύρια πηγή των εσόδων τους. Αυτά καταργήθηκαν με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, του ιδιωτικού ραδιοφώνου και των ιστοσελίδων, που όλα εξαρτώνται οικονομικά από τις διαφημίσεις, άρα όχι από τους τηλεθεατές-ακροατές-αναγνώστες.

Η δημοσιογραφική παραγωγή είναι ένα προϊόν, μία υπηρεσία που κοστίζει, και ως εκ τούτου κάποιος πρέπει να την πληρώνει. Όταν ο αναγνώστης μετατρέπεται σε τζαμπατζή, τότε η ενημέρωση γίνεται όμηρος αυτού που πληρώνει, του ιδιοκτήτη και των μεγάλων διαφημιζόμενων. Πώς μπορεί ο τζαμπατζής πολίτης-αναγνώστης να απαιτεί αδέσμευτη δημοσιογραφία, όταν ο ίδιος, ως καταναλωτής του δημοσιογραφικού προϊόντος, θεωρεί δικαίωμά του να έχει δωρεάν πρόσβαση; Δεν αναλογίζεται ότι εάν δεν πληρώνει ο καταναλωτής, το πλαίσιο της ενημέρωσης θα καθοριστεί από άλλους, οι οποίοι έχουν συμφέροντα και δεν ενδιαφέρονται για την αδέσμευτη δημοσιογραφία;

Ένα παράδειγμα: σήμερα ένας ιστότοπος μπορεί να ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση. Μπορεί, όμως, να ασκεί σκληρή κριτική στο τραπεζικό σύστημα, όταν οι τράπεζες είναι οι βασικοί διαφημιζόμενοι;


— Τι είναι για σας η δημοσιογραφία;

Δύο πράγματα: πρώτον, έλεγχος της εκάστοτε εξουσίας μέσω ερευνών, ρεπορτάζ, αναλύσεων και σχολίων. Η δημοσιογραφία οφείλει να φωτίζει και να ερμηνεύει. Δεύτερον, η κατά το δυνατόν πιο αντικειμενική ενημέρωση για τα συμβαίνοντα. Μπορεί η αξιολόγηση των ειδήσεων να εμπεριέχει ένα αναπόφευκτο υποκειμενικό κριτήριο, αλλά η απόκρυψη ή το «θάψιμο» ειδήσεων συνιστά λογοκρισία.

— Έχετε θητεύσει σε μεγάλες εφημερίδες στο παρελθόν. Τότε δεν υπήρχε λογοκρισία;

Πάντα ο Τύπος είχε κάποιου είδους διαπλοκή με την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα. Μην ψάχνεις το «άσπρο-μαύρο». Βρισκόμαστε στη ζώνη του γκρι. Απλώς, έχει μεγάλη διαφορά το γκρι να είναι πολύ σκούρο, κοντά στο μαύρο, από το να είναι πολύ ανοιχτό, κοντά στο άσπρο. Σημασία έχει λοιπόν σε ποιο σημείο του φάσματος του γκρι είσαι.

Ήμουν 23 χρόνια στο επιτελείο της «Καθημερινής». Πριν από πολλά χρόνια είχα γράψει στην πρώτη σελίδα ένα «δύσκολο» άρθρο για τον Έλληνα εφοπλιστή Κ. Περατικό, ο οποίος ήταν θύμα της οργάνωσης «17 Νοέμβρη». Έμαθα εκ των υστέρων ότι ο εκδότης Αριστείδης Αλαφούζος είχε πει στον διευθυντή: «Πώς θα αντικρίσω την οικογένεια του Περατικού;».

Ανασύρω από τη μνήμη μου αυτό το περιστατικό για να σας πω ότι δεν ήρθε ποτέ ο ίδιος να μου ζητήσει τον λόγο, ούτε φυσικά να απαγορεύσει τη δημοσίευσή του. Σήμερα θα είχα απολυθεί χωρίς εξηγήσεις.

Έχουν, λοιπόν, αλλάξει πολύ και τα πρόσωπα και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στα μέσα ενημέρωσης. Ο Λαμπράκης και ο Τεγόπουλος, με όλες τις αμαρτίες τους, δεν ήταν σαν τους σημερινούς ιδιοκτήτες.


— Υπήρξαν δημοσιογράφοι που εκτιμούσατε από εκείνη την εποχή;

Προφανώς υπήρχαν δημοσιογράφοι άξιοι να τους εκτιμήσεις, όπως και το αντίθετο. Θα σου απαντήσω, όμως, πάλι με μια ιστορία από το παρελθόν. Ήταν η περίοδος του Σχεδίου Ανάν στην Κύπρο, το 2003. Όσοι τότε στην «Καθημερινή» γράφαμε για εξωτερική πολιτική είχαμε αρνητική στάση.

Ένα απόγευμα καλεί ο Αριστείδης Αλαφούζος το επιτελείο της «Καθημερινής» σε μια έκτακτη σύσκεψη. Ήταν τρομοκρατημένος. Κοιτώντας τη θάλασσα στο Φάληρο, μας είπε: «Κύριοι, θα μας βομβαρδίσει ο 6ος στόλος!».

Όπως μας εξήγησε, του είχε τηλεφωνήσει το αφεντικό της ExxonMobil, στην οποία είχε χρονοναυλώσει τάνκερ, και του είπε ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν οργισμένο με την «Καθημερινή» για τη στάση της έναντι του Σχεδίου Ανάν. Δεν μας απαγόρευσε, όμως, να γράφουμε εναντίον, ούτε μας επέβαλε βέβαια να γράψουμε υπέρ. Απλά, ζήτησε να γραφτεί και κάποιο άρθρο υπέρ του Σχεδίου, όπως και έγινε. Την περίοδο των μνημονίων όμως το κλίμα άλλαξε ριζικά...

— Εκείνη την περίοδο είναι που φύγατε από την «Καθημερινή».

Ουσιαστικά με απέλυσαν στο τέλος του 2012, για την ακρίβεια με εξανάγκασαν να φύγω από την εφημερίδα λόγω της αντιμνημονιακής αρθρογραφίας μου.

Η άποψή μου ήταν ότι το μνημόνιο δεν ήταν η σωστή θεραπεία, παρότι έγραφα ότι δεν υπήρχε ανώδυνος δρόμος για την υπέρβαση της κρίσης. Το ευρύτερο σύστημα εξουσίας, όμως, είχε ζοριστεί πολύ, λόγω και των κοινωνικών αντιδράσεων. Θεωρούσε πως δεν είχε πια την πολυτέλεια να ανέχεται διαφορετικές φωνές.

— Τον Απρίλιο του 2014, πριν από τις ευρωεκλογές του Μαΐου, και σε εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου, η νυν ευρωβουλευτής και πρώην δημοσιογράφος Μαρία Σπυράκη είχε δηλώσει: «Γνώριζα ότι τροφοδοτούνταν οι τράπεζες από τον Μάιο έως τον Ιούνιο με μετρητά διότι υπήρχε μεγάλη απόσυρση χρημάτων. Η συνείδησή μου ως πολίτη, ως Ελληνίδας, δεν μου επέτρεψε να δω το δημοσιογραφικό μου συμφέρον, τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα. Κοινώς, πήρα την πληροφορία στο μαξιλάρι μου. Αποφάσισα να μην το πω».

- Επιτρέψτε μου να μη θεωρώ σημαντικό το περιστατικό αυτό. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το σύστημα είχε σφίξει και η πλειονότητα και των δημοσιογράφων έσπευσε να προσαρμοστεί είτε γιατί είχε την τάση να προσαρμόζεται στο κυρίαρχο κλίμα κάθε εποχής είτε γιατί φοβήθηκε ότι θα περιθωριοποιηθεί.

— Ποια είναι η απάντηση της αριστεράς σε όλα αυτά που ζούμε; Και πώς ορίζετε τον αριστερό;
 
Για μένα η πρωτογενής έννοια της αριστεράς ορίζεται από το ενδιαφέρον για τους αδύναμους της κοινωνίας και το συλλογικό καλό, για το καλό της κοινωνίας και της πατρίδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανακεύεις, και πολύ περισσότερο «τεμπελοποιείς», τους αδύναμους. Σημαίνει, όμως, ότι φροντίζεις να τους ανοίγεις παραγωγικές διεξόδους.

Θα μου πείτε, ισχύει αυτός ο ορισμός για τη σημερινή αριστερά; Θα απαντήσω αρνητικά. Σήμερα η πολιτική αριστερά έχει, τουλάχιστον σε ορισμένες πτυχές της, μετατραπεί σε παραφυάδα του νεοφιλελευθερισμού. Αναφέρομαι αφ’ ενός στον άκρατο δικαιωματισμό και στην πολιτική ορθότητα, αφ’ ετέρου στην απέχθειά της και για τον δημοκρατικό πατριωτισμό.





— Ο Νίκος Ανδρουλάκης συμπλήρωσε έναν χρόνο στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Ο απολογισμός κρίνεται θετικός ή όχι;

Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα που αποδομήθηκε πολιτικά-εκλογικά, πληρώνοντας το κόστος των μνημονίων. Η δυναμική που προεκλήθη πριν έναν χρόνο με την εκλογή νέου προέδρου πολιτικά δεν είχε συνέχεια.

Ο Ανδρουλάκης έδειξε ότι έχει οργανωτικό ταλέντο, αλλά πολιτικά στάθηκε ανίκανος να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Δεδομένου ότι η συγκυρία ευνοούσε μια ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ, εάν είχε αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες, το ΠΑΣΟΚ ίσως να προσέγγιζε το 20%.

— Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο «Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τον κόσμο – Οι περίπλοκες σχέσεις Ουκρανών-Ρώσων στην Ιστορία». Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτό.

Στην πραγματικότητα είναι δύο βιβλία σε συσκευασία ενός. Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τον κόσμο», είναι γραμμένο από μένα και αποτελεί μια μελέτη για τη γεωπολιτική, διπλωματική, στρατιωτική και γεωοικονομική διάσταση της ουκρανικής κρίσης.

Το δεύτερο μέρος, με τίτλο «Οι περίπλοκες σχέσεις Ουκρανών-Ρώσων στην Ιστορία», γραμμένο από τον δρα Σωτήρη Δημόπουλο, ο οποίος έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου, είναι μοναδικό στην ελληνική βιβλιογραφία. Αναλύει το πώς διαμορφώθηκαν οι φυλετικές και εθνικές ταυτότητες στον γεωγραφικό χώρο της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας χιλιετίας, από όταν δηλαδή αρχίζουν να συγκροτούνται στην περιοχή κάποια προπλάσματα κρατικής οντότητας.

— Γιατί αυτός ο πόλεμος θα αλλάξει τον κόσμο;

Είναι ξεκάθαρο ότι αυτός ο πόλεμος, όποια κι αν είναι η κατάληξή του, θα αλλάξει ποιοτικά το διεθνές σύστημα. Ο κόσμος θα είναι γεωπολιτικά και γεωοικονομικά διαφορετικός. Είναι ορατή η μετάβαση από τη σημερινή παγκοσμιοποίηση σε έναν νέο διπολισμό, όπου στη μία πλευρά θα είναι η Δύση και στην άλλη ο αναδυόμενος ευρασιατικός πόλος.

Με αυτή την έννοια, ενώ είναι ένας τοπικός πόλεμος, είναι ταυτόχρονα και παγκόσμιος σε ό,τι αφορά στις επιπτώσεις του. Επειδή το κλίμα είναι και ιδεολογικά φορτισμένο, η μελέτη μου αποφεύγει φιλορωσικούς και αντιρωσικούς χαρακτηρισμούς. Εξετάζει τα εναλλακτικά σενάρια, προσφέροντας στον αναγνώστη και στοιχεία και ερμηνευτικά σχήματα για να βγάλει ο ίδιος τα συμπεράσματά του.

— Ήταν σωστή η απόφαση της Ελλάδας να στείλει οπλισμό στην Ουκρανία;
 
Όχι. Η Ελλάδα σωστά καταδίκασε κατηγορηματικά τη ρωσική εισβολή. Σωστά εφάρμοσε τις δυτικές κυρώσεις. Λάθος, ο πρωθυπουργός πρωτοστάτησε στην πολεμική ρητορική εναντίον της Ρωσίας, χωρίς καν να του το ζητήσουν οι Αμερικανοί. Κι αυτό επειδή ο πόλεμος κάποτε θα τελειώσει και τόσο η Ελλάδα όσο και η Ρωσία θα παραμείνουν στην ίδια περιοχή και θα έπρεπε να σκεφτούμε αυτή η γειτνίαση να μη στραφεί εναντίον των εθνικών συμφερόντων μας.

Τέλος, η Ελλάδα είναι η μοναδική δυτική χώρα που απειλείται ευθέως. Ο ελληνικός λαός πληρώνει από το υστέρημά του για την άμυνά του και λόγω της τουρκικής απειλής δεν μας περισσεύει ούτε μία σφαίρα. Αυτό ήταν το επιχείρημα που έπρεπε να είχε προτάξει ο Μητσοτάκης.

— Πώς αξιολογείτε την επιθετική ρητορική της Τουρκίας;
 
Το τελευταίο διάστημα η πολεμική ρητορική της Άγκυρας δεν έχει προηγούμενο στις διεθνείς σχέσεις. Δεν υποτιμώ την προεκλογική σκοπιμότητα του Ερντογάν, αλλά μην αποδίδουμε τα πάντα σ’ αυτήν. Αυτή εγγράφεται στο πλαίσιο του χρόνιου τουρκικού επεκτατισμού.

Ο Τούρκος Πρόεδρος επιδιώκει μια εύκολη νίκη για να την πουλήσει στους ψηφοφόρους, αφού έχει χάσει τον πόλεμο της οικονομίας. Δεν επιδιώκει πόλεμο, που θα είναι αμοιβαία καταστροφικός. Επιδιώκει ένα θερμό επεισόδιο σε τόπο και χρόνο που θα ευνοεί τους Τούρκους.

Για να αποτρέψουμε έναν εκ μέρους τους στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό, η κυβέρνηση οφείλει με ξεκάθαρο τρόπο να δηλώσει πως εάν οι Τούρκοι ανοίξουν την πόρτα του τρελοκομείου, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να μπει, όπως είχε πει ο Γεώργιος Παπανδρέου στη δεκαετία του 1960.


Παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπληξε τη μεσαία τάξη για να ενισχύσει φτωχότερα στρώματα, δημοσιονομικά άφησε ένα μαξιλάρι δεκάδων δισ., χωρίς το οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα μπορούσε να πορευτεί όπως πορεύτηκε.

— Συμφωνείτε με την παραπομπή των ελληνοτουρκικών στη Χάγη;

Εξαρτάται από το τι θα παραπέμψουμε στη Χάγη. Εάν παραπέμψουμε την οριοθέτηση της ΑΟΖ με βάση το διεθνές δίκαιο, καμία αντίρρηση. Τι θα συμβεί, όμως, εάν οι Τούρκοι εμφανίσουν χάρτη που δείχνει κατοικημένες νησίδες, όπως π.χ. οι Οινούσσες και το Αγαθονήσι, ως τουρκικές;

Η ΑΟΖ οριοθετείται με βάση την ξηρά. Εάν η Τουρκία δηλώνει ότι τις ανήκουν ελληνικές νησίδες, πάμε σε αδιέξοδο. Εκτός αν αποδεχθούμε κάποιοι ξένοι δικαστές να αποφασίσουν εάν θα μικρύνουν την ελληνική επικράτεια. Να υπογραμμίσω ότι για «μοίρασμα» είναι μόνο ελληνικές νησίδες, καμία τουρκική, άρα η Ελλάδα έχει μόνο να χάσει.

— Ποια είναι η γνώμη σας για τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια;

Δεν συμμερίζομαι τη θετική άποψη που έχουν γι’ αυτόν πολλοί συμπατριώτες μας. Δεν θέλω να μηδενίσω τα όσα έχει πράξει στη θητεία του, αλλά έχω να του καταλογίσω πολλά λάθη και άτυπους χειρισμούς. Ο Δένδιας, εξάλλου, άσκησε εξωτερική πολιτική με γνώμονα και τη δεδηλωμένη αρχηγική φιλοδοξία του.


— Έχετε σκεφτεί ποτέ να ασχοληθείτε με την πολιτική;
 
Μου είχε προταθεί κάποιες φορές στο παρελθόν και μάλιστα είχα βολιδοσκοπηθεί και για υψηλή κυβερνητική θέση. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι προτάσεις είχαν προέλθει από διαφορετικά κόμματα. Επέλεξα, όμως, να παραμείνω μάχιμος δημοσιογράφος, ίσως γιατί παραήμουν ανεξάρτητος για να αποδεχθώ τις αναπόφευκτες εκπτώσεις που συνεπάγεται η ένταξη σε κομματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο σε κυβερνητικό.

— Ήσασταν μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Πολλοί κατηγορούν τη «γενιά του Πολυτεχνείου» για όλα τα δεινά της Μεταπολίτευσης. Πώς το σχολιάζετε;

- Δυσκολεύομαι να κατανοήσω τέτοιους αφορισμούς. Πρώτα από όλα, υπάρχουν πρόσωπα, όχι μία ενιαία γενιά. Είδαμε περιπτώσεις στελεχών του τότε φοιτητικού κινήματος που έκαναν πολιτική καριέρα με εφαλτήριο το Πολυτεχνείο. Ανθρώπινο και καθόλου μεμπτό αυτό καθαυτό. Το πώς πολιτεύτηκαν είναι άλλο ζήτημα. Για παράδειγμα, άλλο ο Κώστας Λαλιώτης κι άλλο η Μαρία Δαμανάκη.

Αλλά και κάποια πρόσωπα δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν μια γενιά. Μήπως είδατε κάποιον από τη γενιά του Πολυτεχνείου να γίνεται πρωθυπουργός; Όχι. Η σκυτάλη πέρασε από πάνω της. Από τους Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Μητσοτάκη και Κώστα Σημίτη, περάσαμε στους Κώστα Καραμανλή, Γιώργο Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα και Κυριάκο Μητσοτάκη.

— Κάποτε είχατε γράψει στην «Καθημερινή» ότι «η περιβόητη “γενιά του Πολυτεχνείου” δεν είναι μόνο όσοι το 1974 επιβιβάστηκαν στα τρένα των κομμάτων και στη συνέχεια εισήλθαν, περισσότερο ή λιγότερο, στον αστερισμό της επωνυμίας. Είναι κυρίως οι άλλοι, που προτίμησαν το κυνήγι της ουτοπίας, αρνούμενοι τη μίζερη ασφάλεια των μηχανισμών. Είναι όλοι εκείνοι που, γνωρίζοντας την εκτυφλωτική διαύγεια της με προσωπικό κόστος και χωρίς την προσδοκία ανταλλάγματος πολιτικής πράξης, δεν άντεξαν τον συγχρωτισμό με το θαμπό παιχνίδι του ποικιλόχρωμου πολιτικαντισμού. Είναι όλοι εκείνοι που βυθίστηκαν στην επώδυνη κρίση της αμφισβήτησης, προτιμώντας την περιπέτεια της μοναχικής διαδρομής, που τους έβγαλε στις πιο διαφορετικές ακτές».

- Θα το υπέγραφα και σήμερα μέχρι κεραίας.

— Υπάρχει κάτι για το οποίο έχετε μετανιώσει;
 
Για πάρα πολλά. Συνήθως οι άνθρωποι λένε ότι δεν έχουν μετανιώσει για τίποτα. Δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία. Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα φρόντιζα αρκετά πράγματα να τα έχω κάνει καλύτερα. Ίσως και να είχα κάνει και άλλες κεντρικές επιλογές ζωής.

— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;
 
Να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια, να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Είμαι περήφανος που δεν υπήρξα λαμόγιο, αλλά ενίοτε ήμουν πιο επιπόλαιος απ’ ό,τι έπρεπε. Παρασύρθηκα και εγώ από τη χαλαρότητα μιας εποχής. Τουλάχιστον, ελπίζω ότι ως παρακαταθήκη αφήνω πίσω μου ένα καλό όνομα. Και το «στερνοπούλι» μου, ο ενημερωτικός ιστότοπος SLpress.gr, πιστεύω ότι κινείται στις ράγες της –θέλω να ελπίζω– αξιοπρεπούς δημοσιογραφικής διαδρομής μου.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

"Έγκλημα στον Κολωνό" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 16.10.2022 )

 ...............................................................




"Έγκλημα στον Κολωνό"


έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας  ("Καθημερινή", 16.10.2022 )




Μολονότι οι τίτλοι στα πρωτοσέλιδα και στα δελτία ειδήσεων επιμένουν ότι «συγκλονίστηκε όλη η Ελλάδα», «σοκαρίστηκε η χώρα» και «πάγωσε το πανελλήνιο», δεν έχουμε λόγους να εμπιστευθούμε τα κλισέ. Ούτε η εμπειρία μας το επιτρέπει ούτε όσα συμβαίνουν αφότου αποκαλύφθηκε η αποτρόπαιη δράση στον Κολωνό ενός επιπλέον «καλού χριστιανού και χρηστού πολίτη». Δυστυχώς, είναι πολλοί και πολλών κατηγοριών όσοι αδιαφορούν παγερά για τον εξακολουθητικό βιασμό της δωδεκάχρονης. Για τη μετατροπή του κοριτσιού σε εμπόρευμα από ένα «καλό παιδί, καλό άνθρωπο, καλό οικογενειάρχη, καλό επαγγελματία, καλό Ελληνα και καλό νεοδημοκράτη», όπως τον ζωγράφισε ο περιφερειάρχης Γιώργος Πατούλης, σε φιλική – προεκλογική σύναξη του 2017.


Πρώτοι και χειρότεροι, αδιαφορούν ολωσδιόλου οι βιαστές, άγνωστο πόσοι, που έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το τεφαρίκι, και οι 213 που γράφτηκαν στον κατάλογο αναμονής. «Χρηστοί πολίτες» θα είναι κι αυτοί, και σίγουρα «άνθρωποι της διπλανής πόρτας». Ουδείς κυκλοφορεί με την επιγραφή «προσοχή! λεχρίτης!» χαραγμένη στο μέτωπό του. Οσοι βίασαν και καμάρωναν έπειτα στις αντροπαρέες τους, κι όσοι άλλοι «παιδόφιλοι» (ατυχέστατος ο όρος, σχεδόν απαλλακτικός) περίμεναν να βιάσουν, είναι συνεργοί του καταστηματάρχη που σκηνοθέτησε τον εαυτό του σαν «καλό χριστιανό, θερμό πατριώτη και αγνό φιλάνθρωπο». Ο παιδοβιαστής του Κολωνού δεν είναι πλάσμα της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου. Εχει βγει από τη βαθύτατα υποκριτική μήτρα της νεοελληνικής κοινωνίας. Στους κόλπους της, ο πατριωτισμός και ο χριστιανισμός λειτουργούν σαν μοχλός γρήγορης, άκοπης και παρ’ αξίαν επιτυχίας και ανόδου, κοινωνικής και κομματικοπολιτικής. Αλλά και σαν άλλοθι για κάθε είδους ανομία, σε ατομικό επίπεδο, για κάθε ερίφη, ή σε συλλογικό, για κάθε γκρούπα, σύλλογο, κομματίδιο ή και κόμμα που σπεύδει να δηλώσει αυθεντικός εκφραστής και μόνος νόμιμος ιδιοκτήτης των «μεγάλων αξιών».

Ο αξιότιμος επιχειρηματίας του Κολωνού πούλαγε σημαίες στο μαγαζί του, ιεροψαλτική στις εκκλησίες και ελληνοψυχία σε κάθε πρόθυμο να ψωνίσει την πραμάτεια του. Φωτογραφιζόταν με τον Σταυρό σαν να φωτογραφιζόταν με φιλαράκι του, και με τη γαλανόλευκη σαν να του την εμπιστεύτηκε η ίδια η Ιστορία, όπως θα του υπαγόρευαν άλλωστε τα φρονήματά του. Κι έκανε λέει δωρεές. Πολλές. Για να φτιάξει το προφίλ του ενάρετου στη γειτονιά του αλλά και σε «υψηλότερες» κοινωνικές περιοχές· στις περιοχές πολιτικών που τα κριτήριά τους (αν έχουν) πέφτουν σε λήθαργο όταν τους λιβανίζουν. Για φανταστείτε τι ύμνους για την αξιοσύνη τους θα έχουν ακούσει ο κ. Πατούλης και ο κ. Κώστας Μπακογιάνης. Οσο αυστηροί κι αν είναι με τον εαυτό τους, λύγισαν. Τις ίδιες στιγμές, όπως μαρτυρούν τα επίσημα στοιχεία, ο «καλός Σαμαρείτης», που ήταν απλώς λεχρίτης, σεργιάνιζε στο Σκοτεινό Διαδίκτυο αναζητώντας συνένοχη πελατεία. Ηξερε από τον ίδιο του τον εαυτό πόσα καθάρματα κυκλοφορούν εκεί έξω, φορώντας τη μάσκα-δόλωμα που κραυγάζει πως ο βίος τους είναι ανεπίληπτος. Με το ανώνυμο θράσος που διακρίνει τα αποβράσματα, κατασκεύαζε προφίλ προστυχιάς και εμπορίου παιδικής σάρκας· παιδικής ψυχούλας. Από τα «Αβάδιστα» των παλαιών μικρών αγγελιών, στις ειδικές στήλες των εφημερίδων, και τις «άρτι αφιχθείσες Ουκρανές», που τις ταυτίζαμε με τις πόρνες, μην κοροϊδευόμαστε και σε αυτό το ζήτημα, περάσαμε πια σε αναρτήσεις βίντεο. Η πρώτη που εκσυγχρονίζεται είναι η ανομία, το έγκλημα. Πάντα και παντού, κι ας ακούγεται αφοριστικό αυτό.


Ο,τι χυδαίο είναι να γίνει για να σώσουν το τομάρι τους τα καμάρια της κοινωνίας, θα γίνει. Έχει ξαναγίνει. Πολλές φορές.


Όσοι έχουν τη φωλιά τους λερωμένη αναζητούν τώρα τους πιο αμοραλιστές δικολάβους της πιάτσας. Για να στήσουν σενάρια απαλλακτικά ή μετριαστικά της φρίκης. Για να προβάλουν άλλοθι, έστω εξαγορασμένα. Και για να συκοφαντήσουν το θύμα τους, θαρρείς κι ένα δωδεκάχρονο είναι ώριμο άτομο, ικανό να αποφασίσει ελεύθερα, ανεπηρέαστα. Ο,τι χυδαίο είναι να γίνει για να σώσουν το τομάρι τους τα καμάρια της κοινωνίας, θα γίνει. Εχει ξαναγίνει. Πολλές φορές. Και πρόσφατα. Εχει υπάρξει άραγε δίκη βιασμένης γυναίκας που να μην κατάντησε βασανιστήριό της; Δεύτερος βιασμός της; Ηδη άλλωστε στο Διαδίκτυο οι κακόψυχοι ξαναβιάζουν το κορίτσι: «πήγαινε γυρεύοντας», «τους προκάλεσε», «τι δώδεκα χρονών, αυτή μοιάζει δεκαεξάχρονη». Αλλοι πάλι αθωώνουν τους αγύρτες, διατυπώνοντας στο Διαδίκτυο (ανωνύμως, πώς αλλιώς) το δόγμα ενός ανατριχιαστικά πολιτικάντικου ηθικού σχετικισμού: «Χίλιες φορές παιδεραστής παρά τουρκόσπορος, ανθέλληνας και ψεύτης σταλινοφασίστας». Καταλάβαμε. Δεκαράκι δεν δίνουν για την ισόβια καταστροφή ενός ανθρώπου και κάποιοι σπουδαιοφανείς «διαμορφωτές της κοινής γνώμης». Ενοχλήθηκαν επειδή άλλαξε λέει η ατζέντα με την αποκάλυψη της κτηνωδίας, που η Αστυνομία έκανε ό,τι μπορούσε για να την καθυστερήσει. Ετσι, αντί ν’ ακούσουμε επί τέταρτο στα κανάλια τούς λιβανωτούς για τους σταθμούς του μετρό στον Πειραιά, τους ακούσαμε μόνο επί δεκάλεπτο, γιατί οι δίαυλοι χαράμισαν πολύτιμο χρόνο για το ασήμαντο επεισόδιο του Κολωνού. Οι αγανακτισμένοι τουιτεριστές (και οι σύμμαχοί τους υπουργοί, λέγε με Αδωνι) είναι βέβαιοι ότι με τους παιδοβιαστές ασχολούνται μόνο οι «ανύπαρκτοι και οι μουσαμαδένιοι», που «δεν κάνουν πολιτική αλλά ψυχοθεραπεία, βγάζοντας όλα τα συμπλέγματά τους». Λίγο ακόμη και θα μας πουν ότι ξανάπιασαν δουλειά οι διαβόητες προχουντικά «Εδαΐτισσες με τις μαύρες κάλτσες», που τάχα αποπλανούσαν χρηστούς πολίτες. «Κόλπο στον Κολωνό» θα μας πουν. «Συριζοκνίτισσες έκαναν μάγια σε αγνούς Ελληνες».

Αδιάφοροι παραμένουν και οι αποδέκτες της δημόσιας έκκλησης της δικηγόρου της οικογένειας, της κ. Ασπασίας Ταραχοπούλου. «Το παιδί βάλλεται από παντού», είπε. «Αυτό που υφίσταται τώρα είναι δεύτερη διαπόμπευση. Κάνω έκκληση στα κανάλια και στους δημοσιογράφους να αφήσουν την οικογένεια στην ησυχία τους, γιατί περνούν ένα βασανιστήριο». Ακούει κανείς; Κατανοεί ότι η κοπελίτσα δεν έχει πού να σταθεί σε όλη την Ελλάδα, αφού οι κιτρινόψυχοι έδωσαν τα στοιχεία της βορά στη μαζική νοσηρή περιέργεια αλλά και στην κακότητα όσων επείγονται να καθαρίσουν τον βιαστή ή τέλος πάντων να φτιασιδώσουν το λερό προφίλ του, εκθειάζοντάς τον, τώρα πια, σαν «επιφανή πολίτη», όπως ο συνδικαλιστής αστυνομικός Στ. Μπαλάσκας;

«Μπορεί μερικές φορές να υπάρχει υπερβολή στο κυνήγι της είδησης», απάντησε στην κ. Ταραχοπούλου ο κ. Νίκος Ευαγγελάτος, προσφάτως βραβευθείς από το Ιδρυμα Μπότση (και αδρώς αμειφθείς από τη λίστα Πέτσα), παρότι πεντάκις διαγραφείς από την ΕΣΗΕΑ για ποικίλες «υπερβολές» του. Να πούμε πως είναι απλώς καριερίστικη «υπερβολή» να λες στο ρεπορτάζ σου ότι βρίσκεσαι στο Αφγανιστάν ενώ είσαι στο Πακιστάν; Ας το πούμε. Ομως δεν είναι απλή «υπερβολή» να εμφανίζεις στην εκπομπή σου το τρισδιάστατο ολόγραμμα της νεκρής Τζωρτζίνας, όπως έκανε ο κ. Ευαγγελάτος. Ούτε να εμφανίζεις τη φωτογραφία της δωδεκάχρονης, έστω με μωσαϊκό, όπως έκανε η κ. Τατιάνα Στεφανίδου, που μάλιστα χαρακτήρισε «ερωτική πράξη» τον βιασμό. Ανθρωποφαγία είναι.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

"Δύσκολες ιστορίες" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.7.2022)

 ...............................................................


                     Δύσκολες ιστορίες




έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.7.2022)



Στήνω αυτί ευπρεπώς, όσο γίνεται. Παρακολουθώ παρέα των γυναικών που κολυμπούν κοντά μου, το βοριαδάκι μάς πηγαίνει όλες προς την ίδια κατεύθυνση. Κουτσομπολεύουν, το κουτσομπολιό είναι διαρκώς αναγκαία τροφή για κοινωνικές παρατηρήσεις. Διακριτικά ακολουθώ.

- Τον αγάπησε πολύ και κατάστρεψε τη ζωή της, αποφαίνεται η μία.


Οπα. Εδώ έχει πολύ ψωμί. Οι άλλες εννοείται ότι μπαίνουν στην αρένα που ανοίγει η έκφραση «κατάστρεψε τη ζωή της», βαριά κουβέντα όπως και να το κάνεις. Ανυπομονώ να ακούσω λεπτομέρειες. Τι θεωρούν καταστροφή ζωής για μια γυναίκα; Να σταματήσει το σχολείο; Να μπλέξει με άντρα που την κακοποιεί; Να βρεθεί στη φυλακή; Να παρατήσει τη δουλειά της και να μείνει σπίτι; Να παρατήσει το σπίτι και να κάνει καριέρα, ή να προσπαθήσει;


- Για όλα φταίνε οι άντρες δηλαδή, κατά τη γνώμη σου;

- Δεν συγχωρώ πια τις γυναίκες, δεν μπορεί να είμαστε θύματα πάντα! Τώρα έχουμε ίδια δικαιώματα, έχουμε ευκαιρίες, δεν γίνεται να μην μπορούμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας.

Συμφωνώ και μου έρχεται να το φωνάξω και να μπω στην κουβέντα, αλλά συγκρατούμαι.

- Δεν μου άρεσε η πονηριά και η υποκρισία της γενικά, συνεχίζει η επικριτική.

- Δεν ήταν πονηρή, αυτοάμυνα λέγεται αυτό.

- Αυτοί οι χαρακτήρες δεν με πείθουν. Πολύ κλισέ. Πάντα στα χωριά όλα μπλεγμένα έτσι... Σε κάθε επεισόδιο δράματα, όλο κάτι γινόταν εντελώς απίθανο, όχι ευχαριστώ. Είχα σταματήσει να το παρακολουθώ από την άνοιξη. Θέλω σενάρια πιο κοντά στη ζωή μου...

Απομακρύνομαι απογοητευμένη. Για σίριαλ μιλούσαν κι εγώ νόμιζα ότι μου προσέφεραν την περιγραφή αληθινών ανθρώπων. Τόση οικειότητα, σαν να κουτσομπόλευαν στ’ αλήθεια κάποια γειτόνισσα ή φίλη. Αν δεν ήταν η αυστηρή κριτικός που έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, θα συνέχιζα να παριστάνω ότι με παίρνει το κύμα για να μη χάσω τίποτε από την ιστορία και να προσπαθώ να φανταστώ πώς είναι αυτοί οι άνθρωποι.

Θα έφτιαχνα τις δικές μου εικόνες, θα τους έκανα χαρακτήρες της ίδιας της ζωής τους, θα έβγαζα τα καταπληκτικά μου συμπεράσματα, θα τους έβλεπα να αλωνίζουν, ντυμένοι από εμένα βέβαια, σε ντεκόρ που θα διάλεγα. Όμως η σκηνοθεσία έχει ήδη γίνει, η κατασκευή υπάρχει, το σενάριο ήταν από την αρχή σενάριο, οι χαρακτήρες έτοιμοι, στην οθόνη. Ήδη κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ίσως κολυμπάνε εδώ παραπέρα, αν και το χωριό τους δεν έχει θάλασσα, αν κρίνω από τα συμφραζόμενα. Οι αληθινοί άνθρωποι παραμένουν δύσκολες ιστορίες.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

"Δημοσιογράφος - πολιτικός - whatever" έγραψε ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ (www.lifo.gr 17.3.2019)


...............................................................




Δημοσιογράφος - πολιτικός - whatever

Η χαλαρή και προβλέψιμη μετάβαση δημοσιογραφικών «αστέρων» στην επαγγελματική πολιτική σκηνή 









έγραψε ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ www.lifo.gr 17.3.2019 







Δεν χρειαζόταν να δω την αυθορμήτως στημένη σκηνή δημοσιοποίησης της υποψηφιότητας για την Eυρωβουλή του Κώστα Αρβανίτη την ώρα της τηλεοπτικής εκπομπής του ίδιου για να παγιωθεί μέσα μου η βαθιά δυσανεξία στους δημοσιογραφικούς αστέρες (σχεδόν πάντα για «αστέρες» πρόκειται) που κάνουν την τόσο χαλαρή, άνετη –ένα ελαφρύ πηδηματάκι, ανεπαίσθητο‒ και προβλέψιμη μετάβαση στην επαγγελματική πολιτική σκηνή.

Δημοσιογράφος - πολιτικός - whatever, δηλαδή, κατά την παλιά lifestyle υβριδική ιδιότητα, μοντέλο - ηθοποιός - whatever.

Το είδα όμως έτσι κι αλλιώς από βίτσιο ‒ εκ των υστέρων προφανώς, σε βιντεάκι στο YouTube, δεν παρακολουθώ ενημερωτικές εκπομπές στην τηλεόραση, κρατική και ιδιωτική, αρκετά άχαρη και δυσάρεστη είναι η ζωή, και ακόμα περισσότερο η επικαιρότητα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αλλάζει κάποιος πίστα, αναζητώντας υψηλότερο κύρος και ενδεχομένως ανώτερο μισθό. Ούτε ότι αποτελεί σχεδόν πάντα μια προδιαγεγραμμένη κατάληξη που μοιάζει με ανταμοιβή υπηρεσιών ή με ημι-αργομισθία πολυτελείας.

Οι δημοσιογράφοι που μπαίνουν πανηγυρικά στις κομματικές λίστες ως διασημότητες μπαίνουν, ως ηχηρές μεταγραφές της τελευταίας στιγμής που, αν αποδειχτούν «παλτά», δεν χάθηκε κι ο κόσμος.

Ούτε ότι υπάρχει μια βαθιά αντίφαση μεταξύ του ελέγχου της εξουσίας και της άσκησης της εξουσίας (ναι, σιγά, αυτό μας μάρανε, αυτές οι διαχωριστικές γραμμές έχουν θολώσει προ πολλού).

Ούτε το άρθρο 1, παράγραφος δ του κώδικα δεοντολογίας: «Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: Να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από τις προσωπικές πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του». (χα χα, καρδούλες, λυπάμαι, κ.λπ.).

Ούτε καν επειδή επισφραγίζεται σε κάθε τέτοια περίπτωση η ομογενοποίηση των δύο επαγγελμάτων και παγιώνεται στους ψηφοφόρους η αίσθηση διαπλοκής και ματαιότητας.

Είναι κυρίως επειδή με εκνευρίζουν οι «διασημότητες» όταν πολιτεύονται έτσι χαλαρά. Και οι δημοσιογράφοι που μπαίνουν πανηγυρικά στις κομματικές λίστες ως διασημότητες μπαίνουν, ως ηχηρές μεταγραφές της τελευταίας στιγμής που, αν αποδειχτούν «παλτά», δεν χάθηκε κι ο κόσμος.

Κάπου εδώ θα πρέπει υποχρεωτικά να δηλώσω ότι δεν πρόκειται για μονόπαντη επίθεση στην κυβέρνηση η αναφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση (παρ' ότι αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα του υποδειγματικού και αλάνθαστου παλαιοκομματικού καθεστωτισμού και του κυβερνώντος κόμματος), ούτε για «ξέπλυμα» των αντιπάλων.

Αυτό είναι το νοσηρό αποτύπωμα του σύγχρονου δημόσιου διαλόγου όπως ασκείται στα social media και κοντεύει να καταπιεί την όποια ψύχραιμη δημοσιογραφική αντίληψη έχει απομείνει ‒ με πιο επιρρεπείς, βεβαίως, τους ίδιους τους δημοσιογράφους.

Θα πει κάποιος, εδώ πολιτεύεται η σάρα και η μάρα, εδώ το κόμμα του Λεβέντη το στηρίζει σταθερά ένα αλλόκοτο 3%, οι δημοσιογράφοι σε πείραξαν; Καλύτεροι είναι, δηλαδή, οι δικηγόροι, οι γιατροί, οι πολιτευτές καριέρας, οι γόνοι και οι συγγενείς;

Μα, αυτοί δεν σβήνουν την προηγούμενη ιδιότητά τους όπως (οφείλουν να) κάνουν οι δημοσιογράφοι, ασχέτως αν κάποιοι αργότερα, αφού ολοκληρώσουν (διά της μη επανεκλογής) τη θητεία τους στα έδρανα –της Αθήνας ή των Βρυξελλών‒ επιστρέφουν δριμύτεροι στο προηγούμενο «λειτούργημα» και ενδεχομένως σοφότεροι, και σίγουρα ακόμα πιο κυνικοί από πριν.

Εκτός κι αν έχει τελικά δίκιο ο Άντριου Φέργκιουσον, πρώην διευθυντής της συντηρητικής εβδομαδιαίας επιθεώρησης «Weekly Standard», που κατέβασε οριστικά τα ρολά της τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, ο οποίος, με μια αποστροφή του που έχει μείνει παροιμιώδης, έμοιαζε να πιστεύει ότι οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα είναι πιο «σοβαρό», ακόμα και του πολιτικού:

«Η δημοσιογραφία είναι σαν ένα ελάττωμα χαρακτήρα. Είναι σαν να ζεις τη ζωή από μια ασφαλή απόσταση, σαν να κοιτάς την παρέλαση που περνάει, σημειώνοντας τις αστοχίες, τα λάθη της και προτείνοντας ανέφικτες λύσεις για τη βελτίωσή της. Δεν είναι ζωή αυτή για σοβαρά άτομα και οι δημοσιογράφοι το γνωρίζουν κατά βάθος...»

Πηγή: www.lifo.gr