Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα στον ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα στον ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

"ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ" ποίημα του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990) από τη συλλογή «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» (Κέδρος, 1991)

 ..............................................................



                    Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)



ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Δεν αγαπούσε διόλου τα πουλιά, τα λουλούδια, τα δέντρα
που γίναν σύμβολα ιδεών, χρησιμοποιούμενα εξίσου
από εντελώς αντίθετες παρατάξεις. Αυτός προσπαθούσε
να τα επαναφέρει στη φυσική τους υπόσταση. Τα περι-
στέρια, π.χ.,
όχι συνθήματα ποικίλων συνεδρίων, αλλά πουλιά ωραία,
ερωτικά, βαρυπερπάτητα, που όλο φιλιούνται στόμα με
στόμα στην αυλή και μου γεμίζουν τα πλακάκια με κου-
τσουλιές και πούπουλα (μ’ αρέσουν έτσι)∙
ή, το πολύ πολύ: μικροί ταχυδρόμοι που μεταφέρουν πά-
νω απ’ τις σφαίρες
τα γράμματα φτωχών παιδιών προς το Θεό ζητώντας του
τετράδια και παπούτσια και λίγες καραμέλες. Τα κρίνα
όχι εμβλήματα αγνότητας μα φυτά μυροβόλα όλο αισθη-
σιασμό με ολάνοιχτα τα πέταλά τους να δείχνουν τεντω-
μένους τους χρυσόσπορους στήμονες.
Κι η ελιά
όχι έπαθλο νίκης ή ειρήνης αλλά μάνα καρποφόρα που
δίνει το λαδάκι για το πιάτο μας και για το λύχνο, για του
μωρού το σύγκαμα και για το λαβωμένο γόνατο του αν-
ήσυχου, ανυπάκοου παιδιού, κι ακόμη
για το φτωχό το καντηλάκι της Παναγίας. Κι εγώ – είπε -
καθόλου μύθος, ήρωας ή θεός, μα απλός εργάτης όπως
κι εσύ κι εσύ και ο άλλος – προλετάριος της τέχνης
ερωτευμένος πάντα με τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα
και τους ανθρώπους,
ερωτευμένος προπάντων με το κάλλος των καθάριων
στοχασμών
και με το κάλλος των νεανικών σωμάτων – ένας εργάτης
που γράφει, γράφει ακατάπαυστα για όλους και για όλα
και το όνομά του σύντομο κι ευκολοπρόφερτο: Γιάννης
Ρίτσος.

Καρλόβασι, 12. VIII. 87

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Αποσπάσματα από την «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου (1909 – 1990) («Τέταρτη Διάσταση», εκδ. «Κέδρος»,18η έκδοση, 1996)

 ...............................................................



            Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)



·       Αποσπάσματα από την «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου (1909 – 1990) («Τέταρτη Διάσταση», εκδ. «Κέδρος»,18η έκδοση, 1996)

 

(Έχει γυρίσει, όπως κάθε καλοκαίρι, απ’ την ξένη σκοτεινή χώρα, στο μεγάλο, εξοχικό, πατρικό της σπίτι, - πολύ ωχρή, σαν κουρασμένη απ’ το ταξίδι, σαν άρρωστη απ’ τη μεγάλη διαφορά κλίματος, φωτός, θερμότητας. Σαν ένα στρώμα προφυλακτικής σκιάς σκεπάζει ακόμα το πρόσωπό της και τα χέρια της. Μένει ξαπλωμένη στον παλιό καναπέ, σ’ ένα ευρύχωρο, φρεσκοασβεστωμένο δωμάτιο, στο πάνω πάτωμα, με κλεισμένα τα παντζούρια στα τρία παράθυρα και στην μπαλκονόπορτα. Ωστόσο η αντηλιά φωτίζει έντονα τους τοίχους με τρεμάμενα ραβδωτά φέγγη. Στο πάτωμα ένα σωρό πανέρια, γεμάτα αγριολούλουδα, όμοια μ’ εκείνα που δεν είχε προφτάσει να πάρει μαζί της, τότε, στο πρώτο ξαφνικό ταξίδι της. Φαίνεται πως, πριν από λίγο, της τάχαν φέρει οι φιλενάδες της για τα καλωσορίσματα. Τώρα, μένει κοντά της μονάχα μια νέα με ανάλαφρο κυανό φόρεμα, με κυανή ταινία στα μαλλιά, σα νάναι η πιο πιστή, η θυσιασμένη της φίλη, η υδάτινη Κυάνη. Πλάι στον καναπέ, πάνω σε μια καρέκλα, ένα πιάτο με δροσερό νερό. Η φίλη της, κάθε τόσο, βρέχει εκεί ένα βατιστένιο κεντητό μαντιλάκι, το στίβει και το αποθέτει χαμηλά στο μέτωπο της ταξιδιώτισσας, κρύβοντάς της τα φρύδια. Πότε-πότε, καμιά σταγόνα κυλάει λοξά στο μάγουλό της, νοτίζει το φαρδύ πολύχρωμο μαξιλάρι, - έτσι κάπως σα να κλαίει με ξένα δάκρυα. Και τα μαλλιά της είναι λίγο βρεγμένα. Έξω, μόλις ακούγεται η θάλασσα – γαλήνια, λάδι – και κάποτε η φωνή κάποιου κολυμβητή. Η αντηλιά τότε δυναμώνει στο δωμάτιο. Μιλάει η ταξιδιώτισσα):

«Αλήθεια σου λέω, - είμουν καλά εκεί πέρα. Συνήθισα. Εδώ δεν αντέχω· είναι πολύ το φως – μ’ αρρωσταίνει – απογυμνωτικό, απροσπέλαστο·

όλα τα δείχνει και τα κρύβει· αλλάζει κάθε τόσο – δεν προφταίνεις· αλλάζεις·

αισθάνεσαι το χρόνο που φεύγει – μια ατέλειωτη, κουραστική μετακίνηση·

σπάζουν τα γυαλικά στη μετακόμιση, μένουν στο δρόμο, αστράφτουν·

άλλοι πηδούν στη στεριά, άλλοι ανεβαίνουν στα πλοία· - όπως τότε,

έρχονταν, φεύγαν οι επισκέπτες μας, έρχονταν άλλοι·

μέναν για λίγο στους διαδρόμους οι μεγάλες βαλίτσες τους –

μια ξένη μυρωδιά, ξένες χώρες, ξένα ονόματα, - το σπίτι

δε μας ανήκε· - είταν κι αυτό μια βαλίτσα μ’ εσώρρουχα καινούργια,

        άγνωστά μας –

μπορούσε κάποιος να την πάρει απ’ το πέτσινο χερούλι και να φύγει…

 

                                                          …Κει πέρα,

κανείς δεν πέφτει στο νερό· κανείς δεν φωνάζει. Τα τρία ποτάμια,

σταχτιά, ακατάδεχτα, καθώς συρρέουν τριγύρω στο μεγάλο βράχο,

έχουν ολότελα άλλο θόρυβο – ισχυρό, ομοιόμορφο –

εκείνον τον ακίνητο θόρυβο της αιώνιας ροής· - τον συνηθίζεις·

σχεδόν δεν τον ακούς…

 

…Έτρεξα επάνω, στο μεγάλο δωμάτιο, άνοιξα την μπαλκονόπορτα·

μπήκε μια μυρωδιά από κατράμι και χαρούπι, μια μυρωδιά από κόκκινο·

το σκυλί της μητέρας κοιμόταν στον ίσκιο της μεγάλης μουσμουλιάς

με τη μουσούδα του πάνω στα δυο πόδια του. Σφάλησα πάλι την πόρτα.

 

Ίσως γι’ αυτό διαλέγουμε στο τέλος τη σκιά. Το σκοτάδι είναι μαύρο –

μαύρο, στιλπνό, αναλλοίωτο, χωρίς αποχρώσεις. Γλυτώνεις

απ’ την προσπάθεια να διακρίνεις, - προς τι;

                                                                       Ο υπηρέτης εκείνος

είταν φτιαγμένος σαν από σκοτάδι. Θυμάσαι; - Όταν μ’ άρπαξε

μαζεύαμε λουλούδια στο μεγάλο λιβάδι. Τα κανίσκια γεμάτα

κρόκους, λουλούδια στο μεγάλο λιβάδι. Τα κανίσκια γεμάτα

κρόκους, βιολέτες, κρίνους, ρόδα, αμάραντα, υακίνθους· - εγώ είχα

          σκύψει

πάνω σ’ ένα παράξενο λουλούδι – σα νάρκισσος έμοιαζε, - ένας νάρκισσος

πρωτόφαντος, μ’ εκατό χρώματα, μ’ εκατό μίσχους·

σπίθιζαν πάνω του οι σταγόνες της δροσιάς. Κ’ εγώ εκεί, θαμπωμένη,

γερτή, σαν αναδιπλωμένη εντός μου, σα σκυμμένη σ’ ένα πηγάδι,

να βλέπω τη μορφή μου (αυτάρκης σχεδόν), ερωτευμένη

με την τριανταφυλλένια σκιά στις άκρες των χειλιών μου,

με την κρουστή, φιλντισένια κοιλότητα ανάμεσα στα στήθη.

 

Πάνω απ’ την πλάτη μου πλατάγιζε σαν σημαία το λιοπύρι·

μούκαιγε τα μαλλιά· χιλιάδες άστρα λεπτότατα αναβόσβηναν,

ένα σε κάθε τρίχα μου, με πεντάχτινα χρώματα. Τάβλεπα

μέσα στο δροσερό νερό (ή μέσα σ’ εκείνον τον νάρκισσο; - δεν ξέρω),

         αμέτρητα

σπιθίζανε γύρω στο πρόσωπό μου, σα νάχα πιάσει φωτιά, και σα νάθελα

να πέσω μέσα στο νερένιο είδωλό μου να τη σβήσω.

 

                                                                                       Κι άξαφνα

είδα ορθωμένα μπρος στα μάτια μου τα δυο κατάμαυρα άλογά του

και τυφλωμένα από το φως, (τάδα μες στο νερό κ’ εκείνα). Φώναξα,

όχι από φόβο αλλά από θάμπος, σα να με κατάπιε το λουλούδι εκείνο,

σα νάπεσα μες στο πηγάδι, σα να πήδησα μονομιάς όλη τη σκάλα

ως τα δωμάτια των υπηρετών· κ’ ένιωσα στο γυμνό μου πέλμα

το εξαίσιο γλύστρημα του κάτω ημικύκλιου. Μόλις που πρόφτασα

να δω πού πέφτανε σ’ αυτό το ρήγμα τα κανίσκια μας με τα λουλούδια,

η κρήνη του κήπου, το πέτρινο λιοντάρι, η χάλκινη χελώνα.

 

Θυμάμαι αυτή την αυστηρή, εσωτερική πυκνότητα, και πάνω της

σας άκουσα να με φωνάζετε με τ’ όνομά μου·

και τ’ όνομά μου είταν ξένο· κ’ οι φίλες μου ξένες·

ξένο το επάνω φως με τα τετράγωνα, κάτασπρα σπίτια,

με τους σαρκώδεις, πολύχρωμους καρπούς, προσποιητούς κι αυθάδεις,

μ’ εκείνο το εύθραυστο, αδηφάγο στόμα των δημητριακών. Δε φοβήθηκα

           διόλου.

 

Την απώλεια μόλις που την ένιωσα στην άκρη των χειλιών μου

που ξαφνικά στεγνώσαν· - δε σχημάτιζαν φθόγγο ή διάθεση φθόγγου,

μονάχα η μακρινή, σκοτεινή ελευθερία, ανταμωμένη

σώμα με σώμα – εγώ κ’ εκείνη – η μια μέσα στην άλλη – ένα απίστευτο

          σώμα.

Κ’ ένιωσα τότε το χέρι του τυλιγμένο στη μέση μου

τραχύ, δασύτριχο, μυώδες, να δαμάζει την αντίστασή μου· - ποιαν

         αντίσταση; -

εγώ δεν ήμουν εγώ· - κανένας φόβος λοιπόν για μια ταπείνωση·

       τα πάντα

είχαν ακινητήσει σε μια απέραντη διαύγεια

ενός συντελεσμένου ακατόρθωτου.

                                                          «Φοβάσαι;», μου είπε

(τι ανίσχυροι πούναι οι πολύ δυνατοί· - φοβούνται πάντα

μήπως δεν τους φοβόμαστε όσο πρέπει, - οι ωραίοι, οι ανύποπτοι

μέσα στην παιδικήν αλαζονεία τους). «Ναι, του είπα, - φοβάμαι»,

κ’ εκείνος μ’ έσφιξε πάνω του πιότερο, τόσο που αισθάνθηκα του χεριού του

          το τρίχωμα

να εισδύει μες απ’ τους πόρους μου σα νάμουν δεμένη στο σώμα του

με χιλιάδες λεπτότατες ρίζες – καθόλου δεσμευμένη, μια κ’ ήμουν αφημένη.

 

Εκεί τα σπίτια είναι υπόγεια, τα ποτάμια υπόγεια, ο ουρανός υπόγειος·

λίγες λεύκες μονάχα τεφρές στο υπόγειο περιβόλι,

τα μαύρα κυπαρίσσια, οι άγονες ιτιές, η άγρια μέντα

και μερικές ροδιές.

                               Μου καθάριζε ρόδια με τα ίδια του τα χέρια.

Τα δάχτυλά του μαύριζαν ακόμη πιο πολύ. Τα κουκιά του ροδιού

        θαμποφέγγαν

σα γυάλινα φιαλίδια γεμάτα μ’ αίμα. Με τάιζε στην παλάμη του

ανάμεσα στα μεγάλα πιθάρια και στα πέτρινα σκαμνιά, μη και ξεχάσω

και δε γυρίσω πάλι κοντά του. – Πώς να μη γυρίσω; Τούτη η θάλασσα

σου τινάζει το φέγγος της, τριμμένο γυαλί, στα μάτια, στο στόμα,

μες στο πουκάμισο μες στα σαντάλια.

                                                            «Κράτησέ με, - του έλεγα· -

        άφησέ με

νάμαι μονάχα το ένα – έστω μισό· - τ’ ολόκληρο μισό (όποιο νάναι),

όχι τα δυο, τα χωριστά και άσμιχτα, γιατί δε μου μένει

παρά νάμαι η τομή – δηλαδή να μην είμαι –

μια κάθετη μονάχα μαχαιριά κι ο συθέμελος πόνος – »·

και το μαχαίρι, ούτε κι αυτό να μην είναι δικό σου. «Δεν αντέχω, - του

       έλεγα· - κράτησέ με».

 

Εκείνος είναι η μεγάλη, σκοτεινή βεβαιότητα – η μόνη. Κατηφής πάντα

με τα χοντρά του φρύδια να του κρύβουν τα μάτια,

τόσον όρθιος, κι ωστόσο σα σκυμμένος,

κλονισμένος στον εαυτό του, μες στο τρίχωμά του, αόρατος σχεδόν,

δαγκώνοντας ένα φύλλο ή καπνίζοντας την πήλινη πίπα του

κ’ η μικρή φλόγα να φωτίζει απ’ τα κάτω τα ρουθούνια του

σα ν’ αστράφτει μακριά σ’ ένα έρημο, σάρκινο τοπίο,

ένα τοπίο απορροφητικό· - μ’ απορροφούσε…

 

…Ατέλειωτες μέρες. Αργεί να νυχτώσει. Κ’ η νύχτα σα μέρα – δε σε κρύβει…

 

…Είναι όμορφα το φθινόπωρο. Ανασαίνω. Ο ήλιος χάνει

τη δεσποτεία του, την τρομερή έπαρσή του. Τα πάντα ημερεύουν·

τα πάντα επιστρέφουν στον εαυτό τους, τόσο που λέω

μην είναι ο θάνατος ο πιο αληθινός εαυτός μας. Το άστρο της εσπέρας

ανατέλλει πολύ πιο ψηλά, κρυστάλλινο, διάφανο· μαρμαίρει

ευοίωνο πάνω απ’ το μαύρο δάσος, σαν μια ελάχιστη

σταγόνα, πεντακάθαρο νερό, αχτινοβολώντας

πολύ κοντά, σαν κολλημένο στο τζάμι του παράθυρου και ταυτόχρονα

απέραντα μακριά, - μια λευκή λάμψη, ένα δάκρυ

διϋλισμένο, όλο διαύγεια, ανεξαρτησία κ’ ευφρόσυνη ματαιότητα –

μια σιωπηλή, βαθειά βεβαιότητα του τέλους και του πάντα.

 

Τότε είναι η ώρα να επιστρέψω κοντά του, σχεδόν λυτρωμένη,

ή μάλλον για να λυτρωθώ μες στον ίσκιο του. Τράβηξε τις κουρτίνες.

         Κοίτα

μια μέλισσα στάθηκε ασάλευτη στο δαχτυλίδι μου,

βομβίζει κιόλας – την ακούς; - μια ηχητική δαχτυλιδόπετρα.

 

Κλείσε, λοιπόν, τις κουρτίνες. Δεν αντέχω εδώ πέρα.

Τούτο το φως με τρυπάει με χιλιάδες βελόνες,

μου τυφλώνει τα μάτια. Δεν το αντέχω. Τράβηξέ τες, σου λέω, τις κουρτίνες.

 

(Η φίλη της σηκώθηκε να τραβήξει τις κουρτίνες. Μα εκείνη τινάχτηκε απ’ τον καναπέ. Το βρεγμένο μαντίλι έπεσε στο πάτωμα. Έφτασε με δυο βήματα στο παράθυρο. Έπιασε το κορδόνι. Σταμάτησε εκεί, με το χέρι υψωμένο. Και, μεμιάς, άνοιξε διάπλατα τις γρίλιες. Έμεινε έτσι, μες στο εκτυφλωτικό φως, σαν άγαλμα που λίγο-λίγο ζωντανεύει. Κινεί το χέρι της. Νεύει προς τα έξω. Μια βάρκα γεμάτη νεαρές κολυμβήτριες περνάει. Φωνάζουν. Χαιρετούν. Στο δρόμο της ακρογιαλιάς, που αχνίζει απ’ τη ζέστη, περνάει ένα μεγάλο μαύρο σκυλί (μήπως εκείνο;) κρατώντας ανάμεσα στα δόντια του ένα καλάθι με πολύχρωμους καρπούς. Κοιτάζει αόριστα, σαν τυφλό, προς το παράθυρο. Ένας ωραίος, ηλιοκαμένος κολυμβητής, περνώντας πλάι του, του δίνει μια κλωτσιά στην κοιλιά με το γυμνό του πόδι. Η κόρη, στο παράθυρο, γέλασε. Το σκυλί συνέχισε το δρόμο του. Η νέα γύρισε μέσα. Χτύπησε το κουδούνι. Ένας υπηρέτης, με ριγωτό γκριζόμαυρο παντελόνι, πολύ εφαρμοστό (ίσως εκείνο του θείου της) παρουσιάστηκε στην πόρτα. «Να ετοιμαστεί το τραπέζι», του είπε. Εκείνος έφυγε. Οι δυο φίλες άνοιξαν την μπαλκονόπορτα και τ’ άλλα δυο παράθυρα. Το δωμάτιο πλημμύρισε φως. Μοσκοβολάνε τα λουλούδια στα καλάθια. Ακούγονται πιο δυνατές οι φωνές απ’ τη θάλασσα, ανάμιχτες με τους χτύπους απ’ τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα κάτω στην τραπεζαρία. Το νοτισμένο μαντίλι μένει στο πάτωμα σαν ένα μικρό, πονηρό, άσπρο πουλί, ήμερο τάχα και υπάκουο. Λίγο-λίγο στεγνώνει κι αχνίζει).

 

ΑΘΗΝΑ, ΕΛΕΥΣΙΝΑ, ΔΙΜΗΝΙΟ, ΣΑΜΟΣ, Δεκέμβρης 1965-Δεκέμβρης 1970.    


Τρίτη 9 Απριλίου 2024

Απόσπασμα από την «Επιστροφή της Ιφιγένειας» (Νοέμβριος 1971-Αύγουστος1972) του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) (από τη συλλογή «Τέταρτη Διάσταση», εκδ. «Κέδρος, ιη’ έκδοση, 1996)

 ...............................................................




          Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)



· Απόσπασμα από την «Επιστροφή της Ιφιγένειας» (Νοέμβριος 1971 - Αύγουστος 1972) του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990) (από τη συλλογή «Τέταρτη Διάσταση», εκδ. «Κέδρος, ιη' έκδοση, 1996)

 



«…Όλα, λοιπόν, γι’ αυτή την ερήμωση; Γι’ αυτή την ελάχιστη
επιτρεπτή μας διάρκεια; Ποια σημασία, λοιπόν, η επιτυχία, η αποτυχία;
Στο κομοδίνο της μητέρας βρήκα ξέθωρες πια, κιτρινισμένες
τις παιδικές φωτογραφίες μας. Πόσο θλιμμένα, πόσο ανέτοιμα
τα πρόσωπά μας, τα χέρια μας, σαν σφραγισμένα κιόλας απ’ τη μοίρα.
Στη μια απ’ αυτές βυζαίνεις το ’να δάχτυλό σου σα να θέλεις
να τραφείς μόνος απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου και μαζί σα να ντρέπεσαι
που θέλεις να τραφείς· γι’ αυτό και το δείχνεις
με μια τραχιά πρόωρη αυθάδεια στα παιδικά σου μάτια.

Τί μόνοι, θε μου, και ξένοι παρόλη την κοινότητα της μοίρας μας. Τόσην ώρα
μιλώ μόνο για μένα, μόλο που το ξέρω
πως εσύ λείπεις πιο πέρα από ’να τέλος, εντελώς αποκομμένο
από κάθε συνέχεια, εκεί που εξαφανίζονται οι λέξεις, κι η σιωπή
δε μοιάζει ταιριαστή με τίποτα, κι ούτε αναπαύεται στον εαυτό της.
Αυτό κανένας δεν το αντέχει· — ίσως γι’ αυτό επιμένω ακόμη
σε λόγια, σε συσχετισμούς, σε αναμονές κι αναμνήσεις,
σε μια προκαταδικασμένη απόπειρα μεταλλαγής ή μεταμφίεσης έστω
όπως τότε μπροστά στο Βωμό — τόσο μονάχη, τόσο ανυπεράσπιστη και τρομαγμένη
κλαίγοντας με μικρόπρεπα αναφιλητά που τ’ άκουγα η ίδια
πιο δυνατά απ’ όσο τ’ άκουγαν οι άλλοι.
Κι άξαφνα
είδα ένα αγκάθι άκρη άκρη στο χιτώνα της μητέρας και μεμιάς κατάλαβα
το αναπότρεπτο πια του θανάτου μου. «Τελειώνετε», είπα
προφέροντας καθαρά συλλαβή συλλαβή. «Δεν πειράζει
μια κι είναι για τη χώρα μου· μια κι είναι
να ξεκινήσουν τα καράβια μας, δεν πειράζει για μένα». Κι είδα στη ματιά τους
το θαυμασμό και τη θλίψη· (έτσι τουλάχιστον
ζήτησα να εκμεταλλευτώ το θάνατό μου — αν γίνεται). Τούτα τα λόγια
χιλιάδες φορές τα ’δα γραμμένα στο μάρμαρο. Μου ανάβανε τα μάγουλα. Ευχήθηκα
να ’χα πεθάνει τότε στ’ αλήθεια, για να μην τα ξανακούσω. Ωστόσο
και μέσα στη ντροπή μου ήταν και κάποια μυστική ευφροσύνη
ίσως σαν την επιτυχία του ηθοποιού.
Τώρα
το δράμα τέλειωσε· — δεν έχουμε πια θεατές κι ακροατές. Η αλλαγή
ακατόρθωτη πια· κι η μεταμφίεση
άδεια από κάθε σημασία, — ούτε κι εμάς τους ίδιους δεν ελευθερώνει
απέναντι σε ποιούς; απέναντι σε ποιόν καθρέφτη;

Γι’ αυτό δε φόρεσα ξανά την προσωπίδα του ελαφιού που ’χε φυλάξει η μητέρα
για τις δικές της μόνον συγκινήσεις, γιατί, βέβαια, το γνώριζε εκείνη
ότι σ’ εμένα πια δε θα χρειαζόταν. Όλα
τα γνώριζε από πριν εκείνη — δεν τα απόφευγε, δεν πισωδρομούσε.
Κι εσένα, καλέ μου, είμαι βέβαιη, παρά το διώξιμό σου,
εσένα σ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους μας — γιατί ’σουν άντρας. Στο δικό σου πρόσωπο
ίσως τιμώρησε τη δέσμευσή της. Πολύ αγαπούσε η μητέρα,
κι αυτό δε συγχωρούσε στον εαυτό της αυτή η περήφανη
η ωραία, η αυταρχική, η ανεξάρτητη· δε συγχωρούσε
το να μην είναι αυτάρκης.
Και τώρα συλλογιέμαι
πως τα πολλά της κοσμήματα δεν τα φορούσε διόλου
για στολισμό, παρά για ν’ αποτρέπει ή να μετατοπίζει τα βλέμματα των άλλων
ή μάλλον για να κρύβει κομμάτια απ’ τη σάρκα της
την τόσο ευαίσθητη στο κρύο, στη ζέστη, στο φως ή στον ίσκιο,
σε μια περαστική πνοή εντόμου, στο άγγιγμα της υγρασίας. Θυμάσαι
πόσο εύκολα ανατρίχιαζε; — το δέρμα της θαρρείς κι αναβόσβηνε
με χίλια χρώματα, απ’ την ώχρα ώς τ’ ολοπόρφυρο, ενώ
κρατούσε ασάλευτα τα μάτια της σ’ ένα σημείο
όπως οι σκοινοβάτες που παρ’ όλο το πολύχρωμο κοστούμι τους
έχουν πάντοτε μάτια σκοτεινά. Πιθανόν με τα μάτια
να κρατιούνται στον αέρα· πιθανόν μ’ αυτά
να ισορροπούν τα μέλη τους, να πειθαρχούν, να καθηλώνονται
μες στην ακριβοζυγισμένη κίνησή τους.

Ω, ναι,
πολύ σ’ αγαπούσε η μητέρα, τόσο που εμείς ζηλεύαμε. Τα βράδια
μες στην τραπεζαρία, στο μεγάλο καναπέ, μετά το δείπνο,
σου χάιδευε συχνά τα μαλλιά (πάντα με ασάλευτα μάτια). Τότε θαρρούσα
ότι τα δάχτυλά της θ’ απομείνουν κολλημένα στον αυχένα σου ή ότι
οι βόστρυχοί σου θα ζωντάνευαν και θα της κράταγαν τα δάχτυλα, ενώ
εσύ κοιμόσουν κιόλας ή έκανες πως κοιμόσουν.

Κάποια Πρωτοχρονιά, λίγο πιο πριν απ’ τη μεγάλη εκστρατεία,
σου ’χε χαρίσει ένα όμορφο γαλάζιο βελουδένιο κοστούμι,
με χρυσή ζώνη κι ένα χρυσό σπαθάκι. Εσύ, χωρίς λόγο,
είχες θυμώσει· δεν ήθελες να σε ντύσει η μητέρα· ντύθηκες μόνος.
Στεκόσουν μπροστά στον καθρέφτη, ωραίος, ωραίος,
σαν άξαφνα μεγαλωμένος, — ένας άγγελος κάπως οργισμένος. Πρόσεξα τότε
πως ήσουν δύο — ένας εσύ κι ένας μες στον καθρέφτη, όχι ο ίδιος. Η μητέρα
γονάτισε απρόσμενα μπροστά σου με υπερτονισμένη απλότητα
να διορθώσει μια πτυχή του βελούδου στα σκέλη σου. Εμείς
οι τρεις αδελφές σου στην πόρτα, στρέψαμε αμέσως τη ράχη,
κατεβήκαμε γρήγορα τη σκάλα — δεν ξέρω
αν από ζήλεια ή αν είχαμε κιόλας μαντέψει
πως κάτι πια θα συνέβαινε.
Το ξύλινο αλογάκι σου
το βρήκα χτες, όχι στην αποθήκη με τα παλιά μας έπιπλα,
το βρήκα κάτω απ’ το κρεβάτι της μητέρας· και, παράξενο,
ο νους μου πήγε σ’ εκείνο της Τροίας.
Λοιπόν
δεν πρέπει να ’χεις παράπονο, αδελφέ μου. Ώρες ώρες
όσα έγιναν μου φαίνονται σα να μην έγιναν. Δεν το νομίζεις κι εσύ; Χτες τη νύχτα
άκουσα πάλι πίσω απ’ τους τοίχους εκείνη τη λέξη:
«φως», «φως», «φως», τυπικά μιλημένη πάλι και πάλι
σαν ενθαρρυντικά κι ειρωνικά ταυτόχρονα — ίσως να ’ταν
ο τρίτος παπαγάλος της μητέρας· — λες, στ’ αλήθεια, να ’χει επιζήσει
απ’ τις κρυφές φροντίδες κάποιας υπηρέτριας; Τ’ άκουσα ολοκάθαρα…»

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Απόσπασμα από τον "Αγαμέμνονα" του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) (Από τη συλλογή "Τέταρτη Διάσταση", 1956 - 1972, εκδ. "Κέδρος" 1996)

 ...............................................................







           Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)


Απόσπασμα από τον "Αγαμέμνονα" (Από τη συλλογή "Τέταρτη Διάσταση", 1956 - 1972, εκδ. "Κέδρος" 1996)



"...Περνάν τα χρόνια. Φεύγουμε. Γερνάμε· — όχι εσύ. Ξέρεις, η Ελένη,
σαν έπεσε η πόλη, ώρες ολόκληρες, καθόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη
που έβαλε και της κουβαλήσαν μες στο πλοίο· — παράξενος καθρέφτης:
δυο χρυσοί, παμπόνηροι έρωτες, λαξευμένοι στα πλάγια του κάδρου,
γυμνοί, χωρίς φαρέτρα, χωρίς τόξο, κοιτούν με δυσπιστία
αυτόν που κοιτάζεται στο κρύσταλλο. Λοιπόν, η Ελένη

φτιάχνει το πρόσωπό της τώρα στο πρότυπο της μνήμης της — κι ίσως πιο ωραίο
με την ανάμνηση, τη γνώση και τη θέληση (και με το πείσμα ακόμη)
με μυστικές βαφές —ολόκληρη αλχημεία— με ώχρα, ρόδινο, μαβί, ασημένιο,
με ισχυρό μαύρο τριγύρω στο γλαυκό των ματιών της,
με βαθύ βυσσινί στα μαλακά, σαρκώδη χείλη.

Βάφει τώρα το στόμα της μεγάλο, σα να ’ναι να εκφωνήσει απ’ τον εξώστη
ένα ανεξήγητο «όχι», ή να φιλήσει ένα Θεό. Μα, τί τα θες, το πρόσωπό της
δεν είναι κείνο πια που γι’ αυτό ξεκινήσαμε, γι’ αυτό πολεμήσαμε
σπέρνοντας με σπασμένα κουπιά, με τροχούς και κρανία πελάγη και κάμπους.
Ένα άλλο πρόσωπο πια —μπορεί το πιο δικό της— άλλο ωστόσο.
Κάτω απ’ τα εξαίσια χρώματα της θηλυκής της τέχνης
είναι σα να καλύπτει ή να κοιμίζει πικρά το θάνατό της. Και το ξέρει.

Μια μέρα, στο τραπέζι, κάτω στην ακρογιαλιά, για τα επινίκια,
αφού είχαμε θάψει τους νεκρούς, κι η πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη
κάπνιζε ακόμα στο ήσυχο φθινοπωριάτικο λυκόφως, η Ελένη
κρατώντας το ποτήρι μπρος στα χείλη της, φώναξε:
«ακούστε πώς ηχούν τα βραχιόλια μου· εγώ είμαι πεθαμένη» —
κι απ’ τα δόντια της χύθηκε ένα κάτασπρο φέγγος, που αιφνίδια
όλα έγιναν μάρμαρο και κόκαλο. Τα χέρια κι οι φωνές καρφώθηκαν στον αέρα.

Όλα άσπρα, κάτασπρα — και τα κατάρτια κι η θάλασσα· ένας γλάρος,
σαν χτυπημένος από αόρατο βέλος, έπεσε άηχα
καταμεσής στο τραπέζι, πλάι στους αμφορείς. Η Ελένη
τον πήρε στα χέρια της, τον κοίταζε αμίλητη,
έβρεξε το μικρό της δάχτυλο στο αίμα του κι έγραψε στο τραπεζομάντιλο
έναν άψογο κύκλο — ίσως μηδέν, ίσως ολόκληρο. Ύστερα,
μαδώντας, με μια κίνηση απίστευτης χάρης, μια τούφα πούπουλα
απ’ την κοιλιά του πουλιού, τα σκόρπισε γελώντας στα μαλλιά μας. Ξεχάσαμε.
Έμεινε μόνο μια γεύση λευκότητας κι εκείνος ο ανεξήγητος κύκλος.

Στο γυρισμό, στο Αιγαίο πέλαγος, μια νύχτα με μεγάλη φουρτούνα,
έσπασε το τιμόνι. Τότε αισθάνθηκα μια τρομαγμένη ελευθερία
μέσα σ’ αυτό το ακυβέρνητο ακριβώς. Παρατηρούσα
με μιαν απίστευτη όραση μες στο σκοτάδι. Ξεχώρισα
μια ναυτική κουλούρα να τινάζεται στα κύματα. Κατόρθωσα, μάλιστα,
στο λίγο φέγγος των πυρσών, να διακρίνω πάνω της τη λέξη «Λάχεσις».

Κι αυτή η κουλούρα, εκείνο το όνομα, και το ότι τα είδα,
μου ’δωσαν μια περίεργη ισχύ και γαλήνη· κι είπα μέσα μου:
«και μόνο αυτή η κουλούρα να σωθεί, δε χάθηκε τίποτα».

Την άλλη μέρα, γαλήνεψε το Αιγαίο· την είδα να επιπλέει
ανάμεσα στους ναυαγούς και στα σπασμένα ξύλα. Τη μάζεψα.
Την έχω ακόμη μες στον μπόγο μου σα μυστικό σωσίβιο. Αν θέλεις
μπορείς να την κρεμάσεις σα θυμητικό σ’ όποια κάμαρα
ή και να την πετάξεις —δε μου χρειάζεται πια— «Λάχεσις» λέει.

Ακατανόητα όλα, απατηλά· — κείνος ο Δούρειος Ίππος μπρος στα τείχη,
αμείλικτος· με τα τεράστια γυάλινα μάτια του αντανακλώντας τη θάλασσα —
ένα άλογο ξύλινο, με μάτια γαλάζια, ολοζώντανα. Θα νόμιζες
πως η ίδια η θάλασσα κοιτούσε τον εαυτό της με τα μάτια του αλόγου,
κοιτούσε ταυτόχρονα και τα σπλάχνα του αλόγου, θεοσκότεινα, κούφια,
με τους κλεισμένους, πάνοπλους πολεμιστές. Ωστόσο διατήρησα
εκείνη την γαλάζιαν όραση της θάλασσας, απέραντη,
ευσπλαχνική, κατάκοπη. Καμιά μνησικακία για τη μοίρα·
μονάχα η αίσθηση ενός ξένου αναπότρεπτου νόμου που έχει καταργήσει
τα λάθη και τις αμαρτίες καθενός χωριστά και την ευθύνη ολωνών μας.
Καμιά φορά κι η κούραση σού αφήνει ένα προαίσθημα αφθαρσίας, — έτσι δεν είναι;

Σ’ ένα συμπόσιο, εκεί κάτω, σε μια τρίμερη ανάπαυλα της μάχης,
όταν οι πάντες μεθυσμένοι (όχι τόσο από κρασί, όσο από θάνατο),
έσπαζαν τα ποτήρια τους στα βράχια, μου φάνηκε σα να ’δα τα σπασμένα ποτήρια
ακέρια πάλι κι αράγιστα να λάμπουν σε μιαν έξοχη σειρά ώς την άκρη του ορίζοντα,
σπιθίζοντας στις φλόγες των πυρσών· τελευταίο τελευταίο
έλαμπε το μισό φεγγάρι — μια ασημένια κούπα, αχνίζοντας γαλήνια
γεμάτη γάλα χλιαρό.
Και τότε ο Ίων, ο εικοσάχρονος,
πέταξε το χιτώνα του, κι ολόγυμνος σα θεός, πήδησε πάνω στο τραπέζι,
κλώτσησε πιάτα κι αμφορείς, έχυσε μιαν υδρία κρασί στη σγουρή κόμη του,
μούσκεψε ακέριος, έσταζε, έλαμπε. «Υπάρχει το ασύντριφτο»,
«υπάρχει το ασύντριφτο», φώναζε. Πέταξε το ποτήρι του — δεν έσπασε·
του το ’δωσαν ξανά· σημάδεψε μιαν άγκυρα· το ξαναπέταξε·
τέταρτη, πέμπτη, δέκατη φορά, — δεν έσπασε· (ίσως να ’ταν φτιαγμένο
από άλλη ουσία — ψεύτικο, — ποιός ξέρει; — ίσως πάλι
η ίδια η μέθη μας να μας επέβαλε την πειθώ του ακατόρθωτου).
Την άλλη μέρα
ο Ίων σκοτώθηκε στη μάχη. Ζήτησα το ποτήρι του μες στη σκηνή του, στο γυλιό του·
ερεύνησα παντού. Δεν το βρήκα. Όμως τα λόγια του εκείνα τα θυμάμαι.

Θαρρώ πως δε μ’ ακούς· — σα να βιάζεσαι. Μα, ναι, όλοι βιαζόμαστε
να σταματήσει ο άλλος, να μιλήσουμε εμείς. Και καθένας μας
μονάχα τα δικά του λόγια ακούει. Τί σημασία έχουν τα λόγια; Μόνο η πράξη
μετριέται και μετράει, — όπως τόνιζες πάντα.
Λες να ’χει κρυώσει
το νερό που μου ετοίμασες; Δε χρειάζεται νά ’ρθεις μαζί μου·
τα καταφέρνω μόνος μου — συνήθισα κει κάτω· κι ίσως καλύτερα έτσι.
Και, να σου πω, σα να ντρέπομαι κιόλας μπροστά σου.

Πέρασαν τόσα χρόνια — ξεμάθαμε· ξεχάσαμε. Το σώμα
(όχι μονάχα η ψυχή) σα να ’χει χάσει την παλιά του εκείνη βεβαιότητα:
κρουστό κι ολόρθο μες στην ίδια του χαρά να υπάρχει και να βλέπεται. Τώρα
μονάχα βλέπει (δύσπιστο αυτό και γερασμένο) με μιαν άλλην όραση
την έμπιστη κι αγέραστη ομορφιά του κόσμου, που πια δεν του ανήκει.
Τούτη την όραση, κανένας δεν τη συγχωρεί. Κι αλήθεια, έτσι ανεξάρτητη,
έτσι βαθιά κι αυτάρκης κι απεριόριστη, θαρρώ πως εμποδίζει
κι εμάς και τους άλλους — ανώφελη.
Τούτο το ρίγος — όχι γυάλινο τώρα,
εδώ στη ραχοκοκαλιά μου, — αλλιώτικο. Πριν λίγο ακόμη,
όλα ήταν γυάλινα —πρόσωπα, σώματα, αντικείμενα, τοπία, εσύ, εγώ, τα παιδιά μας—
γυάλινα, ακάλυπτα, στιλπνά — από σκληρό, διαυγές γυαλί. Παρατηρούσα μέσα τους μ’ ενδιαφέρον,
σχεδόν με αγαλλίαση — σαν σ’ ενυδρείο την κίνηση όμορφων, μικρών παράξενων ψαριών
ή και μεγάλων, άσκημων, σκυθρωπών κι αιμοβόρων — παράξενων πάντα. Κι έτσι, αιφνίδια,
σα να ’χει μαλακώσει το γυαλί — δεν παίρνει σχήμα, δεν έχει διαφάνεια,
σα να μην είχε σχήμα και διαφάνεια ποτέ· — σωριάστηκε χάμου
μαζί μ’ εκείνα που περιείχε — μια μάζα θολή, σα λερωμένο τσουβάλι
όπου μαζέψαν όπως όπως βρώμικα εσώρουχα για να τα πλύνουν μια μέρα
και δεν τα πλένουν· — βαρέθηκαν· τα ξεχάσαν εκεί (θέλουν να τα ξεχάσουν), πεταμένα
στο πάτωμα, σιμά στην πόρτα· — πέφτουν πάνω του, το κλωτσούν καθώς βγαίνουν
και πιο πολύ καθώς μπαίνουν στο σπίτι. Κι αλήθεια, τα ξεχάσαν,
και τί θα κάνουν να τα θυμηθούν; — έχουν σαπίσει κιόλας κλεισμένα
μέσα στην ίδια τους τη μυρωδιά από πανάρχαιους ιδρώτες, ούρα και αίμα.
Στο λουτρό, στο λουτρό,

Θα κρυώσει το νερό, θα ’χει κρυώσει. Πηγαίνω. Εσύ μείνε· — δε χρειάζεται. Επιμένεις; — Έλα."



"(Ο άντρας σηκώθηκε. Προχωρεί — προφανώς για το λουτρώνα. Αμίλητη η γυναίκα τον ακολουθεί. Έφυγαν. Η αίθουσα, άδεια τώρα, φαίνεται πιο μεγάλη. Ανέγγιχτο στο τραπέζι το πρόγευμα. Τα ποτήρια έχουν θαμπώσει κάπως. Το κράνος πάντα εκεί, μπροστά στον καθρέφτη. Βαριά ησυχία μέσα κι έξω απ’ το σπίτι. Ένα μερμήγκι σεργιανάει πάλι στ’ άσπρο τραπεζομάντιλο. Παρακολουθώντας το μερμήγκι, προσέχεις στο κέντρο του τραπεζιού ένα κυκλικό κέντημα — ένα στεφάνι κόκκινα λουλούδια. Άξαφνα, ακούγεται έξω, απ’ τη μαρμάρινη σκάλα, η φωνή της ξένης γυναίκας, σε καθάρια ελληνικά: «Πολίτες του Άργους, πολίτες του Άργους, το μεγάλο χρυσόψαρο μέσα στο μαύρο δίχτυ, και το σπαθί υψωμένο. Πολίτες τους Άργους, το σπαθί υψωμένο, δίγλωσσο, πολίτες του Άργους, πολίτες—». Δυνατά τύμπανα, σάλπιγγες, θόρυβος, πνίγουν τη φωνή τους. Ένας άντρας, ωραίος, ασκεπής, με πολεμική στολή, μ’ ένα μεγάλο, ματωμένο σπαθί στο χέρι, μπαίνει στην άδεια αίθουσα. Με τ’ αριστερό του χέρι παίρνει το κράνος απ’ την κονσόλα. Το φοράει ανάποδα. Η αλογοουρά στο πρόσωπό του. Σαν προσωπείο. Βγαίνει. Η φωνή της παραλοϊσμένης γυναίκας: «Πολίτες του Άργους, αργά πια, αργά, πολίτες του Άργους—». Σταματάει. Τα τύμπανα δυναμώνουν. Η πρώτη γυναίκα μπαίνει στην αίθουσα. Ωχρή, υψηλή, πανέμορφη. Ανεβαίνει σε μια καρέκλα. Κρεμάει στο καρφί του τοίχου μια ναυτική κουλούρα. "Λάχεσις", λέει. Ύστερα πλησιάζει τον καθρέφτη και διορθώνει τα μαλλιά της)."

ΑΘΗΝΑ, ΣΙΚΥΩΝ, ΗΡΑΙΟΝ, ΣΑΜΟΣ, Δεκέμβρης 1966–Οχτώβρης 1970




Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023

"Νύχτωσε" πρωτοχρονιάτικο (1.1.1988) ποίημα του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990)

 ............................................................



   Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)


Νύχτωσε


Νύχτωσε
Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ’ το χρόνο του. Απ’ το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ’ αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου – είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ’ αυτή την ησυχία,
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε


“Νύχτωσε”, Γιάννης Ρίτσος
Αθήνα την 1.1.88

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

Ξανά από τον "Αίαντα" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990) (Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος, 2009)

 ...............................................................


Ξανά από τον "Αίαντα" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990)




Στην αρχή: 

(Ένας μεγαλόσωμος, πολυδύναμος άντρας κείτεται χάμου στο πάτωμα, ανάμεσα σε σπασμένα πιατικά, κατσαρόλες, σφαγμένα ζώα, γάτες, σκυλιά, κότες, αρνιά, κατσίκια, ένα άσπρο κριάρι δεμένο όρθιο στον πάσσαλο, ένα γαϊδούρι, δυο άλογα. Φοράει μιαν άσπρη νυχτικιά σκισμένη, καταματωμένη —κάτι σαν αρχαίος χιτώνας— που αφήνει ακάλυπτο σχεδόν το ρωμαλέο του σώμα. Δείχνει κουρασμένος, σαν μόλις να συνέρχεται από ολονύχτιο μεθύσι. Στο πρόσωπό του μια έκφραση ανημπόριας και θλίψης, ολότελα αταίριαστη, και μάλιστα ανάρμοστη, με τις σωματικές του διαστάσεις, τους προτεταμένους μυώνες στους βραχίονες, στους μηρούς, στις κνήμες. Μια γυναίκα, με ξαφνικά χαρακτηριστικά, χλωμή, ξαγρυπνισμένη, τρομαγμένη, κι ίσως μυστικά οργισμένη, στέκεται αμίλητη μπροστά στην πόρτα. Η στάση της κάπως παράξενη — σα να κρύβει πίσω της ένα μικρό παιδί. Έχει ξημερώσει απ’ ώρα. Έξω θα πρέπει να ’χει δυνατό φως. Εδώ, μια άρρωστη ανταύγεια σέρνεται στους τοίχους απ’ τις κλεισμένες γρίλιες. Ακούγονται στο δρόμο φωνές απ’ τους οπωροπώλες, τους τροχιστάδες, τους ιχθυοπώλες, και λίγο πιο κάτω στ’ ακρογιάλι φωνές ναυτών που πλένουν και συγυρίζουν τ’ αραγμένα καράβια. Ο άντρας ασάλευτος καταγής. Δεν ξέρεις πού κοιτάει, τί βλέπει. Μιλάει αργά, κουρασμένα και πότε πότε πυρετικά ή και κάπως φοβισμένα)...

«…Λίγο πιο πάνω απ’ τ’ ακρογιάλι, λόφοι ολόκληροι, σαπίζουν
τα ρούχα των νεκρών πολεμιστών· σκεβρώνουν τα παπούτσια, σκουριάζουν οι πόρπες
απ’ τις μεγάλες υγρασίες και τις βροχές· λίγο λίγο έχει γίνει
ένα στρώμα παχύ, μαλακό· με την άνοιξη ξεπροβαίνουν κει πέρα
χιλιάδες πολύχρωμα αγριολούλουδα — μπορεί να παίρνουνε τα χρώματά τους
από κείνα τα ρούχα των νεκρών. Αν περπατήσεις πάνω τους θα νιώσεις
κάποια βαθιά, γαλήνια μαλακότητα — όχι αυτή της φθοράς και της αραίωσης, όχι,
μιαν άλλη μαλακότητα, του τελειωμένου και του ανύπαρκτου. Δαγκώνεις ένα φύλλο
κι αυτό δεν έχει γεύση. Κόβεις ένα λουλούδι· το κοιτάζεις·
βλέπεις μέσ’ απ’ τα πέταλά του ένα διάφανο τοπίο στο χρώμα και στο σχήμα
του λουλουδιού· — όλα είναι κοίλα, σε βαθιά κοιλότητα· μπορεί μ’ ένα βήμα
να περάσεις αντίπερα με τις ήσυχες λεύκες και τ’ άσπρο ποτάμι.

Αυτοί που φύγαν γυρίζουν αθόρυβα κοντά μας, απ’ τους δρόμους
τους πιο κοντινούς, πάνω απ’ τους λόφους με τα λιόδεντρα, μέσ’ απ’ τ’ αμπέλια, —
τους είδα όπως γυρνούσα σπίτι. Μου έγνεφαν. Οι καπνοδόχοι
ήταν σα μαύρα αγάλματα πάνω στις στέγες. Περνούσαν
σκοτεινοί, σκοτεινοί και μουγγοί, σαν τα δέντρα της όχθης γραμμένα
στο φωτεινό κομμάτι των νερών. Ένα άσπρο φεγγάρι
στέκεται πάνω τους ολημερίς — δεν τους φωτίζει. Διασχίζουν το δρόμο,
κοιτούν μες στα ψιλικατζίδικα τις καραμέλες σκεπασμένες με τουλπάνι,
κοιτούν τις χαρτονένιες κούκλες με τους σπάγγους, τα τσιγάρα, τα σπίρτα,
τα τσιμπιδάκια, τις εφημερίδες — δε διαβάζουν μήτε τους τίτλους. Κοιτιούνται
στη σκονισμένη βιτρίνα του ψωμάδικου. Σαν ξερά χόρτα
τους πέφτουν τα μαλλιά στα μάγουλα, στο πηγούνι, στους ώμους.

Τα χέρια τους είναι μακριά και μαραμένα —δεν μπορούν να κρατήσουν
ασπίδες και τόξα— μήτε που το σκέφτονται· μήτε διορθώνουν
την έκφραση των χαλαρών χειλιών τους. Ανεξέλεγκτοι, αόρατοι,
μ’ εκείνη την ευφρόσυνη αυστηρότητα χυτή στη στάση τους, αρμονισμένη
με την ωραία κίνησή τους, με την έλλειψη κάθε αδημονίας,
με τον αργό, διαρκή χρόνο τους. Απρόσβλητοι. Τους ζήλεψα.

Στη γέφυρα διασταυρωθήκαν μ’ ένα μπουλούκι τσιγγάνων. Κανένας
δεν τους διέκρινε. Μονάχα που το θρόισμα απ’ τα κίτρινα φουστάνια
σταμάτησε μεμιάς, κι οι μύλοι του καφέ σπιθίσαν άξαφνα
με χρυσοκόκκινες σπίθες. Τα εφτά κατάμαυρα άλογα
έσκυψαν το κεφάλι τους στο χώμα· τέντωσαν το αυτί. Μονάχα
η θεόρατη αρκούδα με τους κρίκους στάθηκε στα πισινά της πόδια
καταμεσής στη γέφυρα, εμποδίζοντας την κίνηση του κόσμου.

Δεν έλεγε να το σαλέψει από κει, —κοίταζε πίσω, οσμιζόταν τον αέρα—
μια μυρωδιά από θειάφι και λιβάνι και σταφύλι. Τα μάτια της
μεγάλα, μαύρα, αδιαπέραστα. Χρειάστηκε να της τραβήξουν
πολλές φορές το λουρί· σηκώσανε και τα μαστίγια. Έφυγε
στρέφοντας κάθε τόσο το κεφάλι πίσω, βλέποντας μαζί μου.

Ο ίσκιος ενός πουλιού πέρασε τότε μπρος στα πόδια μου —δε σήκωσα τα μάτια·—
συμπάθεια μακρινή και συχώρεση. Κι ευχήθηκα μέσα μου
λίγη γαλήνη — όχι δόξα, όχι δόξα. Πάρτε τα τούτα τα σφαγμένα αρνιά και τα βόδια —
αρνιά και βόδια, ναι· — κι εχθροί μου αλώβητοι να με χλευάζουν.
Πάρτε τα από δω πέρα — δεν μπορώ να τα βλέπω. Αχ, έτσι πάντα,
όλη τη δύναμή μου ξόδεψα πολεμώντας φαντάσματα, κερδίζοντας νίκες
ολότελα φανταστικές, κυριεύοντας χρυσές πολιτείες
ανύπαρκτες, ανύπαρκτες, ανύπαρκτες. Λοιπόν, αρνιά και βόδια. Τίποτ’ άλλο…»




Στο τέλος: 

(Φεύγει. Η γυναίκα μένει ασάλευτη πλάι στην πόρτα. Ακούγεται βουερό καμπάνισμα, σαν κάποιο σφυρί να χτύπησε έναν μετάλλινο δίσκο κρεμάμενον σε μια άλλη κάμαρα. Ίσως ένα αόρατο πόδι να χτύπησε την πεσμένη ασπίδα με τις εφτά αδιαπέραστες δίπλες. Ο ήχος συνεχίζεται. Μπαίνουν οι υπηρέτες. Μαζεύουν τα σφαγμένα ζώα. Και τ’ άσπρο κριάρι με τα λυπημένα μάτια. Έρχεται αμίλητη μια ψηλή, χοντροκόκαλη δούλα με μια μεγάλη σκούπα. Σαρώνει τα σπασμένα πιατικά, τ’ αποτσίγαρα, τα πατημένα μπρίκια. Το μαύρο της λυτό μαντίλι τής κρύβει το πρόσωπο. Φεύγει. Το δωμάτιο άδειασε. Φάνηκε μονομιάς πολύ μεγάλο. Ο ήχος του μετάλλινου δίσκου σώπασε. Τώρα ακούγονται πολύ καθαρά έξω οι φωνές του δρόμου, η κίνηση του λιμανιού — γερανοί, τροχαλίες, αλυσίδες. Κι άξαφνα μπαίνει τρέχοντας ένας ναύτης. «Ο αφέντης», λέει· "πάει ο αφέντης· — το σπαθί μπηγμένο στα πλευρά του". Η γυναίκα ασάλευτη στην πόρτα· κι η ψηλή δούλα, στο βάθος του διαδρόμου, ορθή, πετρωμένη, με τα δυο της χέρια ακουμπισμένα στο ξύλο της μεγάλης σκούπας).

ΛΕΡΟΣ, ΣΑΜΟΣ, Αύγουστος 1967–Ιανουάριος 1969

Ποιήματα ΣΤ΄: "Τέταρτη διάσταση" (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος, 2009


Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Απόσπασμα από τον «Αίαντα» του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990). Από την συλλογή «Τέταρτη Διάσταση» (εκδ. «Κέδρος», 9η έκδοση, 1979)

 ...............................................................






             Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)


·       Απόσπασμα από τον «Αίαντα» του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990). Από την συλλογή «Τέταρτη Διάσταση» (εκδ. «Κέδρος», 9η έκδοση, 1979)

 

(Ένας μεγαλόσωμος, πολυδύναμος άντρας κείτεται χάμου στο πάτωμα, ανάμεσα σε σπασμένα πιατικά, κατσαρόλες, σφαγμένα ζώα, γάτες, σκυλιά, κόττες, αρνιά, κατσίκια, ένα άσπρο κριάρι δεμένο όρθιο στον πάσσαλο, ένα γαϊδούρι, δυο άλογα. Φοράει μιαν άσπρη νυχτικιά σκισμένη, καταματωμένη – κάτι σαν αρχαίος χιτώνας – που αφήνει ακάλυπτο σχεδόν το ρωμαλέο του σώμα. Δείχνει κουρασμένος, σαν μόλις να συνέρχεται από ολονύχτιο μεθύσι. Στο πρόσωπό του μια έκφραση ανημπόριας και θλίψης, ολότελα αταίριαστη, και μάλιστα ανάρμοστη, με τις σωματικές του διαστάσεις, τους προτεταμένους μυώνες στους βραχίονες, στους μηρούς, στις κνήμες. Μια γυναίκα, με ξενικά χαρακτηριστικά, χλωμή, ξαγρυπνισμένη, τρομαγμένη, κ’ ίσως μυστικά οργισμένη, στέκεται αμίλητη μπροστά στην πόρτα. Η στάση της κάπως παράξενη – σα να κρύβει πίσω της ένα μικρό παιδί. Έχει ξημερώσει απ’ ώρα. Έξω θα πρέπει νάχει δυνατό φως. Εδώ, μια άρρωστη ανταύγεια σέρνεται στους τοίχους απ’ τις κλεισμένες γρίλλιες. Ακούγονται στο δρόμο φωνές απ’ τους οπωροπώλες, τους τροχιστάδες, τους ιχθυοπώλες, και λίγο πιο κάτω στ’ ακρογιάλι φωνές ναυτών που πλένουν και συγυρίζουν τ’ αραγμένα καράβια. Ο άντρας ασάλευτος καταγής. Δεν ξέρεις πού κοιτάει, τι βλέπει. Μιλάει αργά, κουρασμένα και πότε-πότε πυρετικά ή και κάπως φοβισμένα) : 

 

…Έφυγε τούτη η νύχτα. Αλάφρωσα. Μη φοβάσαι γυναίκα.

Βγήκα ξανά το χάραμα. Σ’ είδα που στέκοσουν άγρυπνη στην

                                                                                                           / πόρτα.

Κατέβηκα κάτου στ’ ακρογιάλι, πριν ξυπνήσουν οι ναύτες,

πήρα στη φούχτα μου νερό κ’ έβρεξα τα μελήγγια μου. Τι μικροί,

                                                                                                         / θε μου,

τι μικροί πούμαστε μπροστά στον απέραντο κόσμο που ξυπνάει,

μπρος στο γαλήνιο, αθάνατο φως. Κ’ ένιωσα ξάφνου να μικραίνει

όλη η κατάρα κι ο τρόμος της νύχτας· - έτσι μικρός, μαζεμένος

ανάμεσα στα βράχια, με μιαν όμορφη, αθόρυβη θλίψη,

μια λύπηση για τον εαυτό μου, - να κοιτάζω τ’ ασάλευτα καράβια,

να βλέπω πάλι, και να ξέρω πως βλέπω, - χαιρόμουν, - και ν’ ακούω.

 

Μια βάρκα είχε ένα κόκκινο ζωνάρι γύρω-γύρω· τ’ αντιφέγγισμά της

μες στο νερό πιο κόκκινο και δροσερό σαν μια φωτιά σβησμένη·

κ’ είπα ξανά : «σαν μια φωτιά σβησμένη»· - μια γλυκιά αναγάλλια

μου ξέσφιξε τα δόντια και τα γόνατα γι’ αυτό «σαν», - που μπορούσα

να βάζω πάλι τόνα πράγμα δίπλα στ’ άλλο, να μιλώ, να μεταλλάζω,-

«σαν μια φωτιά σβησμένη», και δε μ’ έκαψε. Τι ήμερα που ακουγόταν

μοναχικό το τρίξιμο των σανιδιών και των σκοινιών με την ανάσα

      του νερού, – γαλήνιο

τρίξιμο αόρατων κουπιών και σκαρμών, μια μυστική κωπηλασία

παίρνοντάς με μακριά, λησμονημένον, χωρίς όπλα καθόλου.

 

Τότε σηκώθηκε κοντά μου ένα κοπάδι γλάροι – με στέγασε μια

                                                                                                       / άσπρη

τρεμάμενη αψίδα, - πράες, ανάλαφρες, ευγενικές φτερούγες

σαλεύοντας στον αέρα καταφατικά – μεγάλες φιλικές παλάμες

χειροκροτώντας άηχα τη σιωπή, χτυπώντας με στον ώμο

μ’ εμπιστοσύνη πάλι, - ναι, μια νέα εμπιστοσύνη. Λοιπόν,

                                                                                    / μη λυπάσαι.

 

Σε βεβαιώνω, είμαι ήσυχος τώρα· - ούτε το θάνατο των άλλων

ούτε και το δικό μου αποζητώ. Δε με νοιάζει καθόλου

η απάτη των θεών κ’ η αυταπάτη μου, μήτε κι η χλεύη

των συμπολεμιστών μου, – είμαι μακριά, δε με φτάνει. Τι να τα κάνω

τ’ άσκοπα λάφυρα και τη μεγάλη ασπίδα και το δόρυ;

Να φυλαχτείς από τι; και με τι τρόπο; Δε με λυγίσανε οι Τρώες –

τίποτα ο φόβος δεν είναι του εχθρού μπροστά στο φόβο του φίλου

που ξέρει τις κρυφές πληγές κ’ εκεί σημαδεύει. Κειτόμουν

                                                                                 / στ’ ακρογιάλι

κοιτάζοντας το χάραμα χλωμό, σκιερό, χωρίς το βάρος

καμμιάς αναμονής κι ελπίδας. Η καρδιά του ανθρώπου

είναι μια νοτισμένη ρίζα μες στο χώμα, υπομονετική, κρυμμένη

τόσο βαθιά – πλησιάζει η άνοιξη – μπορεί και πάλι να πετάξει

                                                                                           / βλαστάρια…

 

 

…Στο σπίτι, βρήκα τη μητέρα καθισμένη στην τραπεζαρία,

σκυφτή, στοχαστική, περνώντας σε λεπτή κλωστή μαργαριτάρια

λευκά, γαλαζωπά, ασημένια. «Τι θα τα κάνεις, μητέρα;» της είπα.

Κ’ εκείνη: «Θα τα ρίξω στο πηγάδι». Χαμογέλασε. «Μα τότε

γιατί τ’ αρμαθιάζεις;» Την κοιτούσα. Δε σήκωσε τα μάτια. «Κείνη

                                                                                     / που θα τα φορέσει

έτσι τα θέλει», αποκρίθηκε. Και μονομιάς κατάλαβα

πως μέσα σε κάθε πηγάδι, και μέσα μας, είναι μια όμορφη γυναίκα

                                                                                                         / πνιγμένη,

μια πνιγμένη γυναίκα που δε λέει να πεθάνει, κι ούτε ξέρω

                                                                                        / τι σημαίνει,

καρτερική, καρτερική, κάτω απ’ το θόρυβο που κάνουν τ’ άλογα,

                                                                       / τ’ αμάξια, τ’ άρματά μας. 

 

Άνοιξε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα, ξεμαντάλωσε τη μάντρα.

Δεν είναι τίποτα. Θα βγω για λίγο να πλυθώ στο ποτάμι. Πες

                                                                                       / στον Τεύκρο –

Αλήθεια, πούναι ο Τεύκρος; Τεύκρο, Τεύκρο. Πάρτε τα κι αυτά

                                                                                                    / τα ζώα.

 

Πάω να πλυθώ, να πλύνω το σπαθί μου· - ίσως και βρω έναν άντρα

                                                                                                    / να τα πούμε.

Τι όμορφη μέρα, - ω φέγγος του ήλιου, ποτάμι χρυσό – Γεια σου,

                                                                                                    / γυναίκα.

(Φεύγει. Η γυναίκα μένει ασάλευτη πλάι στην πόρτα. Ακούγεται βουερό καμπάνισμα, σαν κάποιο σφυρί να χτύπησε έναν μετάλλινο δίσκο κρεμάμενον σε μια άλλη κάμαρα. Ίσως ένα αόρατο πόδι να χτύπησε την πεσμένη ασπίδα με τις εφτά αδιαπέραστες δίπλες. Ο ήχος συνεχίζεται. Μπαίνουν οι υπηρέτες. Μαζεύουν τα σφαγμένα ζώα. Και τ’ άσπρο κριάρι με τα λυπημένα μάτια. Έρχεται αμίλητη μια ψηλή, χοντροκόκκαλη δούλα με μια μεγάλη σκούπα. Σαρώνει τα σπασμένα πιατικά, τ’ αποτσίγαρα, τα πατημένα μπρίκια. Το μαύρο της λυτό μαντίλι τής κρύβει το πρόσωπο. Φεύγει το δωμάτιο άδειασε. Φάνηκε μονομιάς πολύ μεγάλο. Ο ήχος του μετάλλινου δίσκου σώπασε. Τώρα ακούγονται πολύ καθαρά έξω οι φωνές του δρόμου, η κίνηση του λιμανιού – γερανοί, τροχαλίες, αλυσίδες. Κι άξαφνα μπαίνει τρέχοντας ένας ναύτης. «Ο αφέντης», λέει· «πάει ο αφέντης· - το σπαθί μπηγμένο στα πλευρά του». Η γυναίκα ασάλευτη στην πόρτα· κ’ η ψηλή δούλα, στο βάθος του διαδρόμου, ορθή, πετρωμένη, με τα δυο χέρια της ακουμπισμένα στο ξύλο της μεγάλης σκούπας).

 

                                                   ΛΕΡΟΣ, ΣΑΜΟΣ, Αύγουστος 1967 – Ιανουάριος 1969