Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ.Γκ.ΛΟΡΚΑ (1898-1936). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ.Γκ.ΛΟΡΚΑ (1898-1936). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

"ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ" ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη μουσική Μίκης Θεοδωράκης ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη διασκευή για κιθάρα John Williams (youtube, 20.11.2015)

 ..............................................................





 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 - 1936)


"ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ"

ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη

μουσική Μίκης Θεοδωράκης

ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη

διασκευή για κιθάρα John Williams


Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι

       χορεύει κι έρχεται με χάρη

μέσ' από δάφνες και μυρτιές

       κι από το φως ασημωμένη

μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη


Ως τη θωρεί πετιέται ορθός

        ο Άνεμος ο ακοίμιστος

άντρας ο άτιμος κοιτάει

        γλείφεται γλώσσες τις εννιά

κι απέ γλυκά της τραγουδάει:


- Μικρούλα μου άσε να σηκώσω

         το φουστανάκι σου να ιδώ

άσε με λίγο να σ' αγγίξω

         και της κοιλίτσας σου ν' ανοίξω

το ρόδο το γαλαζωπό


Πετάει το ντέφι τρομαγμένη

      και τρέχει τρέχει η Παινεμένη

ξοπίσω της ακολουθεί

      Άνεμος άντρας που κρατεί

μια σπάθα σπάθα αστραφτερή


Άχου το κύμα πώς στενάζει

       ο ελιώνας άχου πώς χλωμιάζει

παίζει των ίσκιων η φλογέρα

      μέσα στον σκοτεινόν αέρα:


- Τρέχα τρέχα Παινεμένη 

        τι όπου να 'ναι σε προφταίνει

ο Άνεμος χιμαέι να

        γλείφεται γλώσσες τις εννιά


Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη

       χώνεται μέσα τρομαγμένη

της δίνουνε κάτι να πιει

       κι εκείνη λέει κι ανιστορεί


Ενώ απ' τη λύσσα του θηρίο

      γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο

δέρνει το σπίτι και το ζώνει

      τα κεραμίδια του δαγκώνει

  

https://www.youtube.com/watch?v=vsIXFeA_1Vc&list=RDvsIXFeA_1Vc&start_radio=1

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) από τη συλλογή «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ποιήματα» (μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, έκδοση β’ 1987)

 ..............................................................






Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

 (1898-1936)







·        «Φθινοπωρινό τραγούδι» ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) από τη συλλογή «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ποιήματα» (μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, έκδοση β’ 1987)

 

   ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ*

 

Σήμερα, νιώθω στην καρδιά μου

ένα κύμα τρεμάμενο από αστέρια,

το μονοπάτι μου όμως χάνεται

μες στην καρδιά της ομίχλης.

Το φως μού κόβει τα φτερά

και της θλίψης μου ο πόνος

τις αναμνήσεις μου υγραίνει

μες στην πηγή της ιδέας.

 

Όλα τα ρόδα λευκά ‘ναι,

τόσο λευκά, σαν τον πόνο μου,

και δεν είναι τα ρόδα λευκά

πάνω τους γιατί έχει χιονίσει.

Πρωτύτερα ως ίριδα λάμπαν.

Και στην ψυχή πάνω χιόνισε.

Το χιόνι της ψυχής έχει

νιφάδες φιλιών κ’ εικόνων

που στον ίσκιο βυθίζονται

ή μέσα στης σκέψης το φως.

 

Το χιόνι πέφτει απ’ τα ρόδα,

μα αυτό, της ψυχής, απομένει,

και των χρόνων τα κάγκελλα

ένα σάβανο κάνουν με δαύτα.  

 

Τάχα, θα λειώση το χιόνι,

ο θάνατος όταν μας πάρη;

Ή θα ‘χουμε, μετά άλλο χιόνι

κι άλλα, τελειότερα, ρόδα;

 

Θα ‘ναι η ειρήνη μαζί μας

όπως ο Χριστός μάς διδάσκει;

Ή του προβλήματος δε θα ‘ναι

ποτέ δυνατή η λύση;

 

Κι αν ο έρωτας μάς απατήση;

Ποιος τη ζωή μας θα ενθαρύννη,

αν μας βυθίση το σούρουπο

μες στην αληθινή γνώση

του Καλού, που ίσως δεν υπάρχει,

και του Κακού, που πάλλει τριγύρω;

 

Αν σβήση η ελπίδα

κι αρχίση η Βαβέλ,

ποιος πυρσός θα φωτίση

πάνω στη γη, τους δρόμους;

 

Αν όνειρο είναι το γαλάζιο,

η αγνότητα τι θα ‘ναι;

Αν ο Έρωτας δεν έχει βέλη,

τι θα ‘ναι η καρδιά;

 

Αν ο θάνατος είναι ο θάνατος

με τους ποιητές τι θα γίνη

και τα κοιμώμενα πράγματα

που κανείς πια δεν τα θυμάται;

Ω, ήλιε των ελπίδων!

Νερό καθάριο! Νέα σελήνη!

Των αγοριών καρδιές!

Σκληρή ψυχή της πέτρας!

Σήμερα νιώθω στην καρδιά

ένα κύμα τρεμάμενο από αστέρια

κ’ είναι όλα τα τριαντάφυλλα

τόσο λευκά, σαν τον πόνο μου.

 

*Σημείωση:  Από το "Βιβλίο Ποιημάτων" (1918-1920) 1921. Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού.


Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Από το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) «Περλιμπλίν και Μπελίσα» (μτφ. Νίκος Γκάτσος, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1997) ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ & "ΠΕΡΑ ΣΤΟ ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ" (Ν.Γκάτσος-Μ.Χατζιδάκις-Φλ.Νταντωνάκη)

 ...............................................................




Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936)





·       Από το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) «Περλιμπλίν και Μπελίσα» (μτφ. Νίκος Γκάτσος, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1997)

 

             ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ

 

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Αφέντη μου, είναι ώρα;

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Όχι ακόμη, Μαρκόλφα.

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Τι τάχα να ‘χει βάλει στον νου του ο αφέντης μου;

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Όσα ποτέ μου ως τώρα δεν είχα φανταστεί.

ΜΑΡΚΟΛΦΑ (κλαίγοντας) : Εγώ, εγώ φταίω για όλα.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Ω! Αν ήξερες τι ευγνωμοσύνη νιώθω στην καρδιά μου για σένα.

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Πριν ήταν όλα τόσο καλά, τόσο ήσυχα… Κάθε πρωί σας έφερνα τον καφέ με το γάλα και τα σταφύλια…

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Ναι, ναι… Τον καφέ με το γάλα και τα σταφύλια… Όμως εγώ, Μαρκόλφα, τι ήμουνα; Μού φαίνεται σα να πέρασαν χίλια χρόνια. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο παράξενα πράγματα έχει ο κόσμος. Ήμουν κλεισμένος μέσα στο σπίτι μου… Μα τώρα όλα έχουν αλλάξει. Η Μπελίσα με την αγάπη της και την ομορφιά της μού χάρισε έναν πολύτιμο θησαυρό που πριν δεν τον ήξερα. Καταλαβαίνεις; Τώρα κλείνω τα μάτια μου και βλέπω το κάθε τι που θέλω να δω… Τα πιο παράξενα πράγματα… Να! Τώρα βλέπω τις νεράιδες που ξεκινούσαν από τις ρεματιές κι ερχόντανε να δουν τη μητέρα μου… Ω, δεν ξέρεις τι όμορφες, τι μικρούλες που είναι… Μπορούν να χορέψουν όλες μαζί πάνω στο μικρό μου το δαχτυλάκι…

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Ναι, ναι οι νεράιδες. Μα τ’ άλλα; Όλα τ’ άλλα;

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Τ’ άλλα; Ω! (Με ικανοποίηση.) Τι είπες στη γυναίκα μου;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Όσο κι αν το ‘κανα με βαριά καρδιά, της είπα ό,τι με πρόσταξε ο αφέντης μου. Της είπα πως εκείνος ο νέος… θα ‘ρθει απόψε… στις δέκα ακριβώς… εδώ στον κήπο… τυλιγμένος όπως πάντα μέσα στην κόκκινη κάπα του.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Κι εκείνη;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Άναψε κι έγινε κατακόκκινη σαν το γεράνι. Έπειτα σήκωσε τα χέρια της στην καρδιά κι άρχισε να φιλάει σαν τρελή τις όμορφες πλεξούδες που πέφτανε πάνω στα στήθια της.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ (ενθουσιασμένος): Έτσι, λοιπόν! Άναψε κι έγινε κατακόκκινη σαν το γεράνι. Και… τι είπε;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Τίποτα. Μόνο ανάσανε βαθιά κι αναστέναξε. Αλλά πώς αναστέναξε, Θεέ μου!

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Ω, ναι! Όπως καμιά γυναίκα δεν έχει αναστενάξει ως τώρα. Έτσι δεν είναι, Μαρκόλφα;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Πρέπει να ‘ναι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ (ζωηρά) : Ναι, ναι! Αυτό είναι! Αυτό θέλω κι εγώ! Να τον αγαπάει περισσότερο κι από την ίδια της τη ζωή! Και σίγουρα τον αγαπάει! Σίγουρα! Είναι ξετρελαμένη μαζί του!

ΜΑΡΚΟΛΦΑ (κλαίγοντας) : Δεν θέλω να το ακούω. Πώς γίνεται, Δον Περλιμπλίν, εσείς ο ίδιος να σπρώχνετε τη γυναίκα σας στη χειρότερη αμαρτία;

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Μαρκόλφα, ο Δον Περλιμπλίν δεν έχει πια τιμή και θέλει να ξεσκάσει λιγάκι. Κατάλαβες; Σε λίγο θα ‘ρθει εδώ στον κήπο μου ο καινούργιος και άγνωστος εραστής της αγαπημένης μου της Μπελίσας… Πρέπει να είμαι γεμάτος χαρά, πρέπει να τραγουδάω, Μαρκόλφα! Τι άλλο μου απομένει να κάμω; (Τραγουδάει) Πού είναι η τιμή σου φτωχέ μου Περλιμπλίν; Πού είναι η τιμή σου;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ: Να με συμπαθάει ο αφέντης μου, αλλ’ απ’ αυτή τη στιγμή ας μη με λογαριάζει στη δούλεψή του. Εμείς οι δούλες έχουμε ακόμα κάποια ντροπή.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Ω, αθώα Μαρκόλφα! Από αύριο θα είσαι ελεύθερη σαν το πουλί. Κάνε ως αύριο υπομονή… Αλλά τώρα πήγαινε, και μην ξεχνάς το καθήκον σου. Θα κάμεις ό,τι σου είπα;

ΜΑΡΚΟΛΦΑ (φεύγει σκουπίζοντας τα δάκρυά της) : Μπορώ; Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ: Μπράβο! Έτσι σε θέλω…

(Αρχίζει ν’ ακούγεται μια γλυκιά σερενάτα. Ο Δον Περλιμπλίν κρύβεται πίσω απ’ τις τριανταφυλλιές)

ΜΠΕΛΙΣΑ (από μέσα, τραγουδάει)

                             Πέρα στο θολό* ποτάμι

                             Έσκυψε η νύχτα να λουστεί.

ΦΩΝΕΣ (μακριά)

                             Έσκυψε η νύχτα να λουστεί.

ΜΠΕΛΙΣΑ (από μέσα)

                             Έτσι κι η όμορφη Μπελίσα

                              Μ’ ένα φιλί θα δροσιστεί.

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ (πίσω απ’ τις τριανταφυλλιές)

                             Μ’ ένα φιλί θα δροσιστεί.

ΜΠΕΛΙΣΑ (από μέσα)

                             Πάνω στο πέτρινο γεφύρι

                             Κάθεται η νύχτα δροσερή

ΦΩΝΕΣ (από μακριά)

                               Κάθεται η νύχτα δροσερή

ΜΠΕΛΙΣΑ (από μέσα)

                               Έτσι κι η όμορφη Μπελίσα

                                Στον κήπο θα τον καρτερεί

ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ (πίσω απ’ τις τριανταφυλλιές)

                                 Στον κήπο θα τον καρτερεί.

(Μπαίνει στον κήπο η ΜΠΕΛΙΣΑ, λάμποντας ολόκληρη. Το φεγγάρι φωτίζει τη σκηνή με αχνές ανταύγειες.)…      




Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

"ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ" ποίημα του Χρήστου Μπράβου (1948-1987) Από τον "ΒΡΑΧΝΟ ΠΡΟΦΗΤΗ" / "Μετά τα Μυθικά" (εκδ. Μελάνι, 2018)

 ..............................................................


ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει πέντε η ώρα.
Τ' άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα'
στ' αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
Σε παίρνει δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η βροντή κλωσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας -
και πού να είν' εκείνο τ' άσπρο σάλι
που σου 'ριξε, όταν σ' έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ' άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ (1948-1987)

 
Από τον "ΒΡΑΧΝΟ ΠΡΟΦΗΤΗ" / "Μετά τα Μυθικά" (εκδ. Μελάνι, 2018)

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

"Paco de Lucia álbum completo 12 canciones de Garcia Lorca para guitarra" (youtube)

 .............................................................


Paco de Lucia álbum completo 12 canciones de Garcia Lorca para guitarra


01. ZORONGO GITANO 00:00 
02. SEVILLANAS DEL SIGLO XVIII 2:56 
03. LAS MORILLAS DE JAEN 6:05 
04. ANDA JALEO 8:58 
05. LOS MOZOS DE MONLEON 12:58 
06. LOS REYES DE LA BARAJA 16:00 
07. LOS CUATRO MULEROS 18:52 
08. NANA DE SEVILLA 21:41 
9. CAFE DE CHINITAS 24:50 
10. EL VITO 28:38 
11. LOS PEREGRINITOS 31:28 
12. LAS TRES HOJAS 35:01




Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Από τους «ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΣΙΠΟΡΡΑ» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) (μτφ. Ιουλία Ιατρίδη, εκδ. «Δωδώνη»)

 ...............................................................






Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 - 1936)





·        Από τους «ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΣΙΠΟΡΡΑ» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) (μτφ. Ιουλία Ιατρίδη,  εκδ. «Δωδώνη»)

 

…ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ

(Χαμηλή σάλα στο σπίτι της Δόνιας Ροζίτας. Στο βάθος καγκελωτό παράθυρο και πόρτα. Από το παράθυρο φαίνεται δασάκι με πορτοκαλιές. Η Ροζίτα είναι ντυμένη στα τριανταφυλλιά, φοράει φραμπαλαδωτό φόρεμα γεμάτο στολίδια και κεντήματα. Όταν σηκώνεται η αυλαία είναι καθισμένη και κεντάει πάνω σ’ ένα μεγάλο τελάρο)

ΡΟΖΙΤΑ (Μετρώντας βελονιές): Μία, δύο, τρεις, τέσσερις… (Τρυπιέται) Α!... (Φέρνει το δάχτυλο στο στόμα). Τέσσερις κιόλας φορές τρυπήθηκα με τούτο το έψιλον του «στον αγαπημένο μου πατέρα…» Τώρα, βέβαια, η σταυροβελονιά είναι δουλειά δύσκολη. Μία, δύο… (Αφήνει τη βελόνα). Αχ τι όρεξη που την έχω να παντρευτώ. Θα βάλω κίτρινο άνθος στο μπουστάκι μου, κι ο πέπλος μου θα σέρνεται σ’ ολάκερο το δρόμο. (Σηκώνεται.) Κι όταν η θυγατέρα του μπαρμπέρη προβάλει στο παράθυρό της, θα της πω: Θα παντρευτώ, και πριν από σένα, πολύ πριν από σένα, και θα έχω και βραχιόλια κι απ’ όλα. Αμέ… (Σφύριγμα απ’ έξω) Αχαχαχ, το αγόρι μου… (Τρέχει στο παράθυρο)

ΠΑΤΕΡΑΣ (απ’ έξω) : Ροζίτα α α α α!...

ΡΟΖΙΤΑ (τρομάζοντας) : Τι ι ι ι ι… (Σφύριγμα πιο δυνατό. Τρέχει, κάθεται μπροστά στο τελάρο και στέλνει φιλιά στο παράθυρο).

ΠΑΤΕΡΑΣ (Μπαίνοντας) : Ήθελα να δω αν κεντούσες. Κέντα, κόρη μου, κέντα κι απ’ αυτό τρώμε. Αχ τι άσχημα που πάμε από λεφτά. Από τα πέντε πουγγιά που κληρονομήσαμε απ’ το θείο σου το Δεσπότη, τίποτα δε μένει. Μήτε τόσο δα…

ΡΟΖΙΤΑ: Αχ, τι πλούσια γένια είχε ο θείος μου ο Δεσπότης. Τι όμορφος που ήτανε. (Σφύριγμα απ’ έξω). Και τι όμορφα που σφύριζε. Τι όμορφα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τ’ είν’ αυτά που λες κόρη μου; Τρελάθηκες;

ΡΟΖΙΤΑ (Νευριασμένη) : Όχι.. όχι… Λάθος έκανα…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Αχ, Ροζίτα, τι φτώχειες που ‘χουμε. Στραγγίξαμε πια. Τι θ’ απογίνουμε;

ΡΟΖΙΤΑ (Κλαίει) : Λοιπόν… Αν… εσύ… εγώ…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Αν τουλάχιστον ήθελες να παντρευτείς, αλλιώς θα είμαστε… Όμως θαρρώ πως για την ώρα…

ΡΟΖΙΤΑ: Εγώ πολύ το θέλω.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Αλήθεια;

ΡΟΖΙΤΑ: Καλά, δεν το ‘χες καταλάβει; Τι κουτοί που είσαστε οι άντρες. Τίποτα δε νιώθετε.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Α, μα τότε, άλλο που δεν θέλω κι εγώ. Κουτί σου λέω μου ‘ρχεται…

ΡΟΖΙΤΑ: Άλλο που δε θέλω κι εγώ. Θα κάνω κότσο ψηλό, άρωμα θα βάλω και πούδρα στο πρόσωπο…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ώστε συμφωνείς να…

ΡΟΖΙΤΑ (χαρούμενα): Και βέβαια, πατέρα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Δε θα μετανιώσεις;

ΡΟΖΙΤΑ: Όχι πατέρα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Και θα μ’ ακούς πάντα;

ΡΟΖΙΤΑ: Ναι, πατέρα.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Αυτό ήταν που ήθελα να μάθω. (Φεύγοντας). Σώθηκα από την καταστροφή. Σώθηκα. (Φεύγει).

ΡΟΖΙΤΑ: Τι να σημαίνει αυτό που είπε. «Σώθηκα από την  καταστροφή». Σώθηκα ; Γιατί ο αγαπημένος μου ο Κοκολίκος έχει λιγότερα λεφτά από μας. Πολύ λιγότερα. Κληρονόμησε από τη γιαγιά του τρία τάλιρα κι ένα ψάθινο κουτί, και τον αγαπάω, τον αγαπάω πολύ. (Αυτό το λέει πολύ γρήγορα). Και το παραδάκι ας μένει για τους σπουδαίους, εμένα μου φτάνει η αγάπη του. (Τρέχει και μ’ ένα τριανταφυλλί μαντίλι κάνει σινιάλο έξω από το παράθυρο. Ακούγεται η φωνή του Κοκολίκου. Τραγουδάει με συνοδεία κιθάρας.)

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Στον αγέρα παν / της αγάπης μου / οι  στεναγμοί / στον αγέρα παν… 

ΡΟΖΙΤΑ (τραγουδώντας) : Στον αγέρα παν / της αγάπης μου / οι  στεναγμοί / στον αγέρα παν… 

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ (προβαίνοντας στο παράθυρο): Τις ει;

 ΡΟΖΙΤΑ (Σκεπάζοντας το πρόσωπό της με μεγάλη βεντάλια κι αλλάζοντας τη φωνή). Άνθρωποι καλοί.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Μήπως κατά τύχη μένει εδώ κάποια Ροζίτα;

ΡΟΖΙΤΑ: Κάνει το λουτρό της.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ (κάνοντας πως φεύγει) : Με τις υγείες της, λοιπόν.

ΡΟΖΙΤΑ (ξεσκεπάζοντας το πρόσωπό της): Και θα ήσουν άξιος να φύγεις έτσι;

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Δε θα μπορούσα. (Όλος γλύκα) : Δίπλα σου τα πόδια μου γίνονται μολύβια.

ΡΟΖΙΤΑ: Ξέρεις κάτι;

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Τι;

ΡΟΖΙΤΑ: Αχ, ντρέπομαι.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Μη ντρέπεσαι.

ΡΟΖΙΤΑ (σοβαρά) : Άκου δω, εγώ δεν είμαι καμιά ξεδιάντροπη.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Τόσο το καλύτερο.

ΡΟΖΙΤΑ: Μα ξέρεις, θέλω να πω…

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Άντε λοιπόν, πέστο.

ΡΟΖΙΤΑ: Να κρυφτώ πίσω απ’ τη βεντάλια.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ (απελπισμένος) : Έλα λοιπόν. κοπέλα μου.

ΡΟΖΙΤΑ (σκεπάζοντας το πρόσωπο με τη βεντάλια) : Θα σε παντρευτώ.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Τι λες;

ΡΟΖΙΤΑ: Αυτό που άκουσες.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Αχ, Ροζίτα…

ΡΟΖΙΤΑ: Αμέσως κιόλας.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Αμέσως; Τότε να γράψω γράμμα στο Παρίσι να παραγγείλω ένα παιδί.

ΡΟΖΙΤΑ: Στο Παρίσι; Όχι. Ποτέ. Δε θέλω να μοιάζει μ’ αυτούς  τους Γάλλους που όλο CHE, CHE, CHE λένε…

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Τότε;

ΡΟΖΙΤΑ: Θα το παραγγείλουμε στη Μαδρίτη.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Μα το ξέρει ο πατέρας σου;

ΡΟΖΙΤΑ: Το ξέρει και το θέλει. (Βγάζει τη βεντάλια).

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Α, Ροζίτα μου! Έλα… Έλα πιο κοντά.

ΡΟΖΙΤΑ: Στάσου ντε, μη νευριάζεις.

ΚΟΚΟΛΙΚΟΣ: Μυρμηγκιάζουν, σου λέω, οι πατούσες μου. Έλα πιο κοντά, λοιπόν.

ΡΟΖΙΤΑ: Όχι. Όχι. Από μακριά θα σου δίνω φιλάκια… (Φιλιούνται από μακριά. Θόρυβος από κουδουνάκια). Αχ, έτσι πάντα γίνεται. Όλο κάποιος έρχεται. Άντε, το βράδυ πάλι.   

(Ακούγονται τα κουδουνάκια και μια καρότσα φαίνεται έξω από τα κάγκελα του βάθους. Την τραβούν δυο αλογάκια χαρτονένια με λοφία από φτερά. Η καρότσα σταματάει).

ΚΡΙΣΤΟΜΠΙΤΑ (Από την καρότσα) : Σίγουρα είναι η πιο όμορφη κοπέλα του χωριού.

ΡΟΖΙΤΑ (κάνοντας υπόκλιση) : Ευχαριστώ πολύ.

ΚΡΙΣΤΟΜΠΙΤΑ: Αυτή θα πάρω. Θα ‘ναι πάνω-κάτω ένα μέτρο ύψος. Σωστά. Η γυναίκα δεν πρέπει να ‘ναι μήτε περισσότερο, μήτε λιγότερο απ’ αυτό. Και τι κορμί και τι λυγεράδα. Κοντεύει να με μαγέψει. Άντε αμαξά. Πάμε. (Φεύγει αργά η καρότσα).

ΡΟΖΙΤΑ (κοροϊδεύοντας) : Ορίστε μας. «Αυτή θα πάρω». Για δες ένας ασκημάνθρωπος, ένας πρόστυχος… Θα ‘ναι κανένας απ’ αυτούς τους βλαμμένους που ‘ρχονται απ’ το εξωτερικό. (Από το παράθυρο πέφτει μέσα ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο). Αχ, τ’ είν αυτό; Θεούλη μου, τι ακριβά μαργαριτάρια. (Το κρεμάει πάνω της και κοιτάζεται σ’ ένα μικρό καθρέφτη του χεριού). Η Γενοβέφα του Μπραμπάντε τέτοιο θα φόραγε σαν ανέβαινε στον πύργο του κάστρου της για να περιμένει τον άντρα της. Και ωραία που μου πάει… Όμως από ποιον να ‘ναι;

........................................................                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           ΠΑΤΕΡΑΣ (Μπαίνοντας) : Κόρη μου. Είμαι ευτυχισμένος. Έκλεισα συμφωνία για το γάμο σου.

ΡΟΖΙΤΑ: Αχ, πόσο χαίρομαι! Χαίρομαι και σ’ ευχαριστώ. Και να δεις ο Κοκολίκος πόσο θα σου το αναγνωρίσει… Στάσου. Τώρα κιόλας.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι Κοκολίκο μου λες και πράσιν’ άλογα. Παραμιλάς θαρρώ. Εγώ έδωσα το χέρι σου στον Δον Κριστομπίτα, τον αστυνομικό, που τώρα μόλις πέρασε από δω με την καρότσα του.

ΡΟΖΙΤΑ: Κι εγώ δε θέλω, δε θέλω, δε θέλω. Ορίστε μας! Κι όσο για το χέρι μου, δεν πρόκειται να μου το πάρεις για να το δώσεις εκεινού. Εγώ έχω αρραβωνιαστικό… Κι ας πάει από κει πού ‘ρθε και το κολιέ.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Κι όμως δε γίνεται αλλιώς. Έχει πολύ χρυσάφι ο άνθρωπος αυτός, πολύ χρυσάφι και μένα με συμφέρει, γιατί αλλιώς, αύριο κιόλας θα βγούμε στη ζητιανιά.

ΡΟΖΙΤΑ: Στη ζητιανιά. Τόσο το καλύτερο.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Εδώ πέρα ορίζω εγώ. Γιατί εγώ είμαι ο πατέρας σου. Αυτό που είπα θα γίνει και τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Τέλος η συζήτηση.

ΡΟΖΙΤΑ: Μα εγώ…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Σιωπή!

ΡΟΖΙΤΑ: Ναι, αλλά εμένα…

ΠΑΤΕΡΑΣ: Σκασμός! (Φεύγει).

ΡΟΖΙΤΑ: Αχ, αχ, τι έπαθα! Αυτός ορίζει και μένα και το χέρι μου, κι άλλο δεν μπορώ να κάνω παρά να σκύβω το κεφάλι γιατί έτσι το θέλει ο νόμος. (Κλαίει). Καλά θα ‘κανε ο νόμος να μην ανακατεύεται σε τούτα. Τουλάχιστον να μπορούσα να πούλαγα την ψυχή μου στο διάβολο. (Φωνάζει). Διάβολε, βγες. Δε θέλω να παντρευτώ τον Κριστομπίτα. Δε θέλω.

ΠΑΤΕΡΑΣ (Μπαίνοντας) : Τι φωνές είν’ αυτές; Στο κέντημά σου και σκασμός! Τι καιροί και τούτοι. Να προστάζουν τα παιδιά τους γονιούς… Δουλειά σου εσένα είναι να μ’ ακούς. όπως εγώ άκουσα τον πατέρα μου όταν με πάντρεψε με τη μάνα σου που, ειρήσθω εν παρόδω, είχε κάτι μούτρα σα φεγγάρι και… Τέλος πάντων.

ΡΟΖΙΤΑ: Καλά… σωπαίνω…

ΠΑΤΕΡΑΣ (Φεύγοντας) : Ορίστε μας χάλια!

ΡΟΖΙΤΑ: Πολύ ωραία. Ανάμεσα στον παπά και στον πατέρα, τα δύστυχα κορίτσια βρίσκουμε κάθε λογής μπελάδες. (Κάθεται, κεντάει). Κάθε απόγευμα – τρία τέσσερα – μας το λέει ο παπάς: Θα πάτε στην Κόλαση… Θα τσουρουφλιστείτε στο πυρ το εξώτερον… Σαν τα σκυλιά και χειρότερα. Όμως εγώ ένα λέω: Πως τα σκυλιά παντρεύονται κατά το κέφι τους και την περνάνε φίνα. Αχ, πώς θα ‘θελα να ‘μουνα σκυλί… Γιατί αν ακούσω τον πατέρα μου – τέσσερις, πέντε – μπαίνω ίσια στην κόλαση, κι αν πάλι δεν τον ακούσω πάω στην άλλη κόλαση, εκεί ψηλά… Ωχ, αδερφέ, κι αυτοί οι παπάδες, μπορούσαν να  μη λένε τόσα πολλά… Γιατί… (Σκουπίζει τα δάκρυά της)… αν δεν πάρω τον Κοκολίκο, ο παπάς θα φταίει… Μάλιστα ο παπάς… Που στο κάτω-κάτω, δεν τον ενδιαφέρει τίποτ’ απ’ όλα τούτα. Αχ, αχ, αχ…