Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ερασ(ι)τέχνης στο σινεμά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ερασ(ι)τέχνης στο σινεμά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

"Ο μάγος και η γλώσσα του" έγραψε ο Μιχάλης Τσιντσίνης ("Καθημερινή", 20.9.2026)

 .............................................................


               Ο μάγος και η γλώσσα του



έγραψε ο Μιχάλης Τσιντσίνης ("Καθημερινή", 20.9.2026)


Δεν είναι αυτή η πατρίδα του. Την πατρίδα την άφησε το 1933 και την ξαναβρίσκει το 1949 καθημαγμένη. Κατεστραμμένη από τον πόλεμο που η ίδια προκάλεσε και ηθικά καταρρακωμένη από την παράδοσή της στη ναζιστική παραφορά. Ο Τόμας Μαν, όπως τον δείχνει ο Πάβελ Παβλικόφσκι στο «Vaterland», επιστρέφει σε έναν τόπο ξένο. Το βλέμμα του, καθώς κοιτάει τα συντρίμμια των γερμανικών πόλεων μέσα από μια μαύρη Μπιούικ, δεν δείχνει ούτε έκπληξη ούτε περιέργεια. Μόνο μια βουβή, νηφάλια απογοήτευση για αυτό που είχε απομείνει ως Γερμανία.

Η ομιλία που έδωσε τότε ο Μαν, πρώτα στη Δύση και μετά στην Ανατολή, για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκαίτε, δεν ακούγεται παρά ελάχιστα στην ταινία. Βλέπουμε τον συγγραφέα να παλεύει με το κείμενο. Να ψάχνει τις φράσεις που θα απευθύνει στο αμφίθυμο ακροατήριο των συμπατριωτών του, που τον κοιτάνε με θαυμασμό, αλλά και ίση καχυποψία. Πού ήσουν, τον ρωτούν. Μήπως η φυγή σου μαρτυράει «ελλιπή αλληλεγγύη» προς τον λαό που καταστράφηκε, όσο εσύ ασφαλιζόσουν στο πνευματικό καταφύγιο της Αμερικής; Με ποιον είσαι τώρα; Με τη μία ή με την άλλη Γερμανία; Με τον Μίκυ Μάους ή με τον Στάλιν;


Ο Μαν του Παβλικόφσκι αναμετριέται με αυτά τα ερωτήματα συζητώντας με την κόρη του. Πού είναι τώρα το σπίτι μας, αναρωτιέται. Είχε όμως αποπειραθεί να απαντήσει και δημοσίως, από το βήμα των τελετών που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του.

«Ερείπια με περιβάλλουν», έλεγε ο πραγματικός Μαν στην ομιλία του στη Φρανκφούρτη. «Ερείπια που άφησε πίσω χειροπιαστά η εθνική καταστροφή. Και βρίσκω τη χώρα σκισμένη στα δύο, χωρισμένη σε ζώνες των νικητριών δυνάμεων».

Η χώρα δεν είχε τεμαχιστεί μόνον εδαφικά. Είχε σκορπίσει και η ψυχή της. Ο κόσμος, που αναπαριστά το φιλμ, είναι σπασμένος σε θραύσματα. Το νόημα που τον συνείχε –ο πολιτισμός του– έχει εξαρθρωθεί και τη θέση του διεκδικούν νέες «άθραυστες» βεβαιότητες, όπως εμφανίζονται στα γύψινα πρόσωπα των γραφειοκρατών του Υπαρκτού.

Η σκισμένη χώρα ζητάει από τον εθνικό συγγραφέα της να διαλέξει. Με ποια «ζώνη» συντάσσεται; Πού ανήκει; Στην ταινία ο Μαν αντιδρά με μια «υπεράνω» αθυμία. Σαν να μην πατάει στη ραγισμένη γη. Σαν να είναι η Μπιούικ που τον μεταφέρει μια αλεξίσφαιρη κάψουλα, μέσα στην οποία ο ίδιος μπορεί να διατηρεί την πνευματική του ανωτερότητα. Του το πετάει στα μούτρα και η κόρη του, Ερικα. Εχεις χτίσει, του λέει, ένα φρούριο από λέξεις και έχεις κλειστεί μέσα.

Οι λέξεις του δεν έσωσαν τη μήτρα τους. Τα γερμανικά του Μαν δεν έσωσαν τη Γερμανία. Ο πραγματικός Μαν είχε αναμετρηθεί κατακούτελα και με αυτή την αποτυχία. Είχε το θράσος να πει στην ομιλία του: «Ποιος θα εγγυηθεί και θα παραστήσει την ενότητα της Γερμανίας, αν όχι ένας ανεξάρτητος συγγραφέας που η αληθινή του πατρίδα είναι η γερμανική γλώσσα, η ελεύθερη και η απάτητη από κατακτητές;». Τη γλώσσα αυτή την είχε πάρει μαζί του και στην εξορία. Την έφερε, είπε, σαν την «αληθινή και αναφαίρετη πατρίδα του», από την οποία κανένας δεν μπορούσε να τον διώξει. Εκεί, στον ξένο τόπο, δούλευε τη γλώσσα «πατώντας όλα τα πλήκτρα του θεσπέσιου οργάνου της», σε μια προσπάθεια να «ξανακατακτήσει όλες τις δυνατότητές της».

Η Ερικα μοιάζει, τελικά, να έχει δίκιο. Ο άνθρωπος που λατρεύει έτσι τον λόγο απομακρύνεται από τον κόσμο. Δεν τον βιώνει. Τον αντιμετωπίζει ως αντικείμενο αισθητικής παρατήρησης και καλλιτεχνικής ανάπλασης. Δεν συνδέεται ούτε με το συλλογικό ούτε με το οικογενειακό του δράμα. Ο γιος του αυτοκτονεί. Κι εκείνος βρίσκει να πει ότι ο αυτόχειρ ήταν πάντα ένα κακομαθημένο παιδί.

Ο γηραιός τιτάνας των γραμμάτων, που αποκοιμιέται μέσα στην Μπιούικ, είναι ένας άνθρωπος περιττός. Καθόλου χρήσιμος πολιτικά. Καθόλου πρόθυμος να σώσει τους νέους κρατούμενους του Μπούχενβαλντ, που το νέο καθεστώς μαντρώνει εκεί όχι πλέον για το «αίμα», αλλά για το φρόνημά τους. Ο μεγάλος Μαν ζει, αλλά είναι απολιθωμένος στο βάθρο του, σαν τα κουτσουλισμένα αγάλματα ανάμεσα στα οποία η Ερικα περιφέρεται για να βρει την ησυχία της από τον θόρυβο της κομμουνιστικής προπαγάνδας.


Ο μάγος του λόγου (η ίδια του η οικογένεια τον φώναζε περιπαικτικά «Zauberer») είναι άσφαιρος. Η περιπλάνησή του τελειώνει στη σιωπή. Μέσα στο ανοιχτό κέλυφος ενός βομβαρδισμένου σπιτιού, παίζει ένα όργανο – ένα κανονικό, εκκλησιαστικό όργανο, όχι το «όργανο» της γλώσσας του μάγου. Παίζει Μπαχ. Και φαίνεται σαν αυτή η μουσική να έχει επωαστεί μέσα στο ερείπιο. Σαν να γεννήθηκε για πρώτη φορά εκεί, στο πέρας του λόγου, για να τελειώσει και να μην ξανακουστεί.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmonies") Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926) έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)

 ...............................................................



"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ"
("Werckmeister Harmonies")

Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926)

έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)





Το αριστούργημα του Μπελά Ταρ κυκλοφορεί σε αποκατεστημένη κόπια με την υπογραφή του ίδιου του δημιουργού του. σε μια επανέκδοση - υπενθύμιση για το μεγάλο σινεμά που μετατρέπει την ποίηση σε έξοδο κινδύνου από το τέλος του κόσμου.

«Πρέπει να αποσαφηνίσω ότι ούτε για μια στιγμή δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται περί ενός τεχνικού αλλά περί ενός φιλοσοφικού ζητήματος.»

Ο κύριος Εστέρ, επιφανής κάτοικος ενός χωριού κάπου στα Καρπάθια, απομονωμένος μέσα στο σπίτι του ζει μόνο με το πιάνο του. Μοναδική του επαφή με τον έξω κόσμο ο Βάλουσκα, ο αλαφροϊσκιωτος ταχυδρόμος του χωριού που τον περιποιείται και μια γυναίκα που έρχεται και καθαρίζει μερικές φορές την εβδομάδα. Οι μέρες περνούν καθώς προσπαθεί να αποδείξει πως ο κανόνας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε εδώ και χρόνια η αρμονία της μουσικής προέκυψε από την αλαζονία των ανθρώπων να πετύχουν τις ουράνιες αρμονίες που ανήκουν μόνο στους Θεούς. Το μανιφέστο του είναι απλό, αλλά και τεκτονικά ρηξικέλευθο: να στρέψουμε στα νώτα στο σύστημα χορδίσματος που τελειοποίησε ο θεωρητικός και μουσικός Αντρέα Βερκμάιστερ και να ανακαλύψουμε την αληθινή, καθαρή τονικότητα της μουσικής (ή και της μη μουσικής, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) από την αρχή.

Εξω από το σπίτι του επικρατεί το χάος. Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει κάτω από τους μείον 17 βαθμούς Κελσίου, η τιμή του κάρβουνου ανεβαίνει διαρκώς, τα καφενεία μυρίζουν αλκοόλ, τα σπίτια παρακμή και η πόλη λυμαίνεται από λεηλασίες καταστημάτων, βίαιες επιθέσεις, εκτελέσεις εν ψυχρώ και μια ατμόσφαιρα χάους που επιτείνεται από την επίσκεψη ενός τσίρκου με εξέχον θέαμα το κουφάρι μιας φάλαινας «και άλλα θαύματα της φύσεως», συν την έκτακτη συμμετοχή του «Πρίγκιπα», ενός αυτοαποκαλούμενου ηγέτη που κανείς δεν έχει αντικρίσει ακόμη από κοντά. Ευκαιρία για τη σύζυγο του κου Εστέρ και του εραστή της, αρχηγού της αστυνομίας, να οργανώσουν μια αυτόκλητη ομάδα «κάθαρσης» και «επαναφοράς στη τάξη», εκμεταλλευόμενοι τον τρόμο των πολιτών απέναντι στην αναρχία.

Βασισμένο σε μέρος της «Μελαγχολίας της Αντίστασης» του Λάζλο Κρασναχορκάι που εκδόθηκε το 1989 και σε σενάριο του ίδιου του (νομπελίστα πλέον) συγγραφέα, οι «Αρμονίες Βερκμάιστερ» συνοψίζονται θεματικά και κινηματογραφικά στην παραπάνω ρήση του κου Εστερ.


Στο κέντρο τους βρίσκεται το «λάθος» που νομοτελειακά αποκαλύπτεται μετά από χρόνια «παραφωνίας» μιας αλαζονικής κοινωνίας και η ανάγκη για μια αλλαγή, που δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική, αλλά πρωτίστως μια αλλαγή φιλοσοφίας. Μόνο που ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η συνήθεια είναι πιο δυνατή από την αλλαγή και όταν ο κος Εστέρ εκβιαστεί να βοηθήσει στην επιχείρηση «κάθαρσης» - το λέει καθαρά σε μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές ολόκληρης της ταινίας - «Δεν θα κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος».

Σε ένα άχρονο σύμπαν, έναν τόπο Αποκάλυψης (αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου;) και σε μια Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τους φασισμούς του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος - και σε ένα προφητικό τόξο και... του μέλλοντος -, ο Μπέλα Ταρ υποδέχεται το millenium με την ταινία που μετατόπισε ελαφρά το έργο του στη σφαίρα της υπαρξιακής αναζήτησης (με άμεση συνέχεια το «Αλογο του Τορίνο» του 2011 και όχι τον λιγότερο ζωτικό «Ανθρωπο από το Λονδίνο» που παρεμβλήθηκε), τελειοποιώντας ταυτόχρονα και την τεχνοτροπία που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του.

Σε αυστηρό ασπρόμαυρο (φωτογραφημένο από επτά διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίες) και χωρισμένο σε 39 μονοπλάνα μεγάλης διάρκειας ώστε να καλύψουν το συνολικό χρόνο των υπνωτιστικών 145 λεπτών, ο Ούγγρος σκηνοθέτης διασχίζει το τέλος του κόσμου προσπαθώντας να βρει μια έξοδο κινδύνου.


Οδηγός του το διαπεραστικό, παιδικό (σχεδόν σαν του Χριστού) βλέμμα του Βάλουσκα που διασχίζει το χωριό που γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε για να βρεθεί ενώπιον μιας κοσμικής προειδοποίησης για αυτό που θα επίκειται. Σαν αγγελιοφόρος όλων όσων συμβαίνουν… εκεί έξω, ο Βάλουσκα μεταφέρει το νέο μιας «έκλειψης» που έχει σκοτεινιάσει τα πάντα, αλλά είναι και ο μόνος που γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα λάμψει ξανά και μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν στο φως, ο κόσμος μπορεί και να προλάβει να σωθεί. Δορυφόρος μιας παράνοιας που απλώνεται ερήμην του (και όλων των αθώων αυτού του κόσμου), θα προσπαθήσει να μετριάσει το φόβο της κυρίας Χάρερ, να πείσει τον κο Εστερ να μην αντισταθεί στον εκβιασμό που θα μπορέσει να του εξασφαλίσει την ηρεμία του, να υπακούσει στα θελήματα ακόμη και των νεοφασίστων που πιστεύουν (φεύ) πως γνωρίζουν το δρόμο προς την ευημερία.

Η δική τους (και του Βάλουσκα και του Ταρ και του Κρασναχορκάι) «αρμονία» βρίσκεται στο κουφάρι της φάλαινας που βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας, έκθεμα (αληθοφανές κι όμως ολότελα ψεύτικο) που συμβολίζει λιγότερο τη βιβλική καταστροφή ενός «Λεβιάθαν» ή το «δισκοπότηρο» ενός Μόμπι Ντικ και αντηχεί περισσότερο την μάλλον ανακουφιστική επιβεβαίωση της ασημαντότητας του ανθρώπου - εδώ και οι αναλογίες με τη «Ζώνη» του «Στάλκερ» στο αριστούργημα του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο Βάλουσκα θα αναρωτηθεί πολλές φορές για τα παράξενα πλάσματα που φτιάχνει ο Θεός κοιτώντας μέσα στο βλέμμα του κήτους, μιλώντας ουσιαστικά για τους ανθρώπους που γύρω από ένα νεκρό «έκθεμα» εκθέτουν τα πιο ταπεινά τους ένστικτα ως όπλα μιας επανάστασης φτιαγμένης από τα ίδια της τα υλικά για να αποτύχει. Επαναλαμβάνοντας μαθηματικά τα λάθη του παρελθόντος σε έναν κύκλο ιστορίας και πτώσης που δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η βιβλική αναγωγή που αναπόφευκτα κυριαρχεί σε όλο το ασπρόμαυρο σώμα μιας ταινίας που ολοκληρώνεται σαν μια έκκληση αναμέτρησης ανάμεσα σε διαστάσεις, δίνει το στίγμα των αντιθέσεων που ολοκληρώνουν την Αποκάλυψη. Το μέγεθος της ανθρώπινης αντίστασης απέναντι στη μικρότητα που ακυρώνει την κατανόηση και την αλληλεγγύη. Την μεγάλη απόγνωση απέναντι στη ασήμαντη νομοτέλεια της καταστροφής ενός κόσμου που δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει στον καλό του εαυτό. Την απέραντη μελαγχολία για έναν κύκλο ζωής που δεν μαθαίνει τίποτα από το παρελθόν του, έχοντας παραδώσει από καιρό τη σωτηρία του στη μικρή, μα εξίσου απέραντη δύναμη της αθωότητας - όσο αυτή μπορεί να αντέξει.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπελά Ταρ κρατάει τις σκηνές του σαν να θέλει να μην χάσει τη «διάρκειά» τους μέσα στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Οι πορείες των ηρώων του είναι πιο σημαντικές από τις στάσεις τους και οι σιωπές τους (εδώ και η αναζήτηση της νέας τονικότητας) πιο σημαντικές από τις κραυγές τους. Ειδικά στις «Αρμονίες Βερκμάιστερ» ο Μπέλα Ταρ σκηνοθετεί σαν να διαβάζει τις φράσεις του Λάζλο Κρασναχορκάι - συχνά και χωρίς τελεία αυτές απλώνονται μέχρι και σε δύο ή και παραπάνω σελίδες - σαν μια αναπαράσταση της ίδιας της (αέναης) δημιουργίας - και καταστροφής του κόσμου. Το σινεμά του έρχεται ως μια βαθιά ανάσα ανθρωπισμού με σκοπό να ξανακουρδίσουμε τα πάντα από την αρχή: ένα μήνυμα για που νικάει κατά κράτος το χρόνο όπως τον γνωρίζαμε, την αφήγηση όπως συμβατικά τη μάθαμε, ακόμη και την ίδια την έννοια της Αποκάλυψης σε μια ανατριχιαστική εκδοχή μακριά από αυτή που το σινεμά προσπάθησε χρόνια να εγκλωβίσει μέσα σε ένα μαζικό genre.

Ακριβώς στο σημείο όπου η τεχνική γίνεται φιλοσοφία. Και το σινεμά μια πράξη αντίστασης και μοναδική έξοδος κινδύνου από το τέλος του κόσμου.



"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub) Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι (youtube, 25.1.2012)

 ..............................................................


"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub)

(youtube, 25.1.2012)


Ουγγαρία, 2000, Ασπρόμαυρο

Παραγωγή: Φραντς Γκες, Πολ Σαντούν, Μίκλος Σίτα, Γιόαχιμ φον Φίτινγκχοφ
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ
Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι
Φωτογραφία: Μίκλος Γκούρμπαν, Ερβιν Λάντσενσμπεργκερ, Γκάμπορ Μέντβιγκι, Εμιλ Νόβακ, Ρομπ Τρεγκένζα
Μοντάζ: Ανιές Χρανίτζκι
Μουσική: Μιχάλι Βιγκ
Πρωταγωνιστούν: Λαρς Ρούντολφ, Πίτερ Φιτζ, Χάνα Σιγκούλα, Αλφρεντ Γιάραϊ, Γκιούλα Πάουερ, Γιάνος Ντερζί
Διάρκεια: 145 λεπτά
Γλώσσα: Ουγγρικά
Υπότιτλοι: Ελληνικά
Διανομή: Amarcord

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)

 ...............................................................


             "Τα σταφύλια της οργής" 




γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)


«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ: το βιβλίο του 1939, που βραβεύτηκε το 1940, το διάβασα στην ελληνική του μετάφραση στα μακρινά χρόνια της xούντας, όταν ψάχναμε στα καροτσάκια των αυτοσχέδιων βιβλιοπωλών, πολλοί από αυτούς πρώην εξόριστοι με πρόβλημα εργασίας. Ενα βιβλίο «σηματωρός και κήρυκας» για να πλεύσουμε μέσα στην άπνοια που επέβαλε η δικτατορία.

Ξαναβρίσκω το φθαρμένο του αντίτυπο στην ίδια πάντοτε θυρίδα στο καλοκαιρινό μου καταφύγιο στη Σίφνο. Την ταινία με τον ίδιο τίτλο -που θεωρείται σταθμός στην Ιστορία του κινηματογράφου- την είδα πολύ αργότερα και συνεχίζω να επιστρέφω σ’ αυτήν σε πλατφόρμες στο διαδίκτυο που δεν απαιτούν προσωπικά δεδομένα.

Θέμα του βιβλίου και της ταινίας είναι η Οδύσσεια μιας οικογένειας, πρώην νοικοκυραίων αγροτών. Ενα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα του ποταμού των ξεριζωμένων που δεν διώχτηκαν από τα σπίτια, τη γη και τις δουλειές τους λόγω κάποιου δήθεν άμωμου και αθώου «εκσυγχρονισμού» – για την ακρίβεια τη βάναυση εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής που καθιστά άχρηστο τον άνθρωπο- ούτε λόγω των αντίξοων κλιματικών συνθηκών. Αλλά λόγω της απανθρωπιάς των κεφαλαιούχων που με τη σύμπραξη διεφθαρμένων αστυνομικών και τις ευλογίες αντίθεων ιερέων προχωρούσαν στα ανελέητα σχέδιά τους.

Καθώς το καμιόνι με την ξεριζωμένη οικογένεια προχωρεί προς τη Γη της Επαγγελίας που είναι η Καλιφόρνια καίγοντας τα τελευταία αποθέματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης, οι πλάνητες ανακαλύπτουν με αγωνία ότι ο κυνισμός που τους ξερίζωσε εξαπλώνεται σαν επιδημία. Κάποτε μάλιστα ανάμεσα και στους ξεριζωμένους, που μέσα στην αγωνία της επιβίωσης φτάνουν να χτυπηθούν μεταξύ τους για το εξευτελιστικό ημερομίσθιο που οι κάθε λογής κομπιναδόροι προσφέρουν σε λίγους από τους πολλούς, αυτούς που είναι τόσο απελπισμένοι, ώστε να δεχτούν κάθε ταπείνωση και εκμετάλλευση.

Απάντηση στην επιδημία αυτή που χτύπησε την Αμερική και τον κόσμο και τότε, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης του ’28-’32, και που κάθε τόσο επανέρχεται με ή χωρίς προσωπείο μέχρι τις μέρες μας, ήταν και είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Στο βιβλίο εκφράζεται αυτό τολμηρά όταν στο συγκλονιστικό φινάλε η μάνα που έχασε το μωρό της δίνει τον μαστό της σε έναν ετοιμοθάνατο από την πείνα.

Η ταινία, φοβούμενη ότι θα σοκάρει το κινηματογραφικό κοινό, απάλειψε τη σκηνή αυτή, αποπνέει όμως την αισιοδοξία που γέννησε το Νιου Ντιλ του 1932 του Ρούσβελτ και την άνοδο του αντιφασισμού, καθώς ο κόσμος βρισκόταν όλο και πιο πολύ αντιμέτωπος με τον ζόφο του Χίτλερ και των συνενόχων του.

Μέσα στον Ιούλιο τα σταφύλια ωριμάζουν για να μας δροσίσουν από τον καύσωνα και για να δώσουν το κρασί της επόμενης χρονιάς. Μακάρι εδώ και τώρα, αλλού και πάντοτε, να μην είναι τα σταφύλια της οργής.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

"San Michele" ("Σαν Μικέλε") - ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Στίχοι - Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου (youtube, 14.4.2011)

 .............................................................



"San Michele" ("Σαν Μικέλε") - ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ



Στίχοι - Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Σκηνές απο την ταινία: "San michele aveva un gallo"





Δε μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό, 
τα δάκρυά μου δεν σας λένε κάτι. 
Λοιπόν, διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ 
να βρω ξανά του νήματος την άκρη.

Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας, 
που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν, 
στα όρια των χωραφιών κι εν μέσω άπνοιας 
τα μέτωπα των αγροτών δροσίζουν. 
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας.

Φωτογραφίες δείξτε μου αυτών που Κυριακή 
γεννήθηκαν κι εκείνων που έχουν πέσει, 
από τη βάρκα λίγο πριν φτάσει στην ακτή, 
γιατί η ζωή τους πια δεν τους αρέσει.

Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή, 
σαν σβήνουνε τα φώτα στην πλατεία. 
Καθώς και τ' απογεύματα μετά την προσευχή 
και πριν να ξεκινήσει η αλητεία. 
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή.

Αν συνεχίζουν πείτε μου κοιτώντας τη φωτιά, 
οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες, 
και αν οι ομορφότερες γυναίκες στα κρυφά, 
κάτω απο τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες.

Πείτε μου, ακόμα, αν έρχεται στην άκρη του χωριού 
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες, 
που σαν κουνούσε την ουρά το γάλα έπηζε 
στα τρομαγμένα στήθη απ' τις λεχώνες. 
Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού.


Πείτε μου, μη βρέθηκε η σκάφη που, παλιά, 
λουζόμουνα με ήλιο και με χιόνι 
ή τα μαλλιά που φύλαξε απ' την πρώτη μου κουρά 
η μάνα που ακόμα ρούχα απλώνει.

Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό, 
σύντροφοι, μήπως βρέθηκε και κείνο, 
να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές 
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο.




Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

"Ο Θίασος". "Η εκτέλεση του πατέρα από τα SS" Από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου "Ο Θίασος" (1975) (youtube, 21.5.2013)

 ...............................................................


"Ο Θίασος". "Η εκτέλεση του πατέρα από τα SS"

"Εγώ ήρθα από την θάλασσα, από την Ιωνία. Εσείς από που ήρθατε;"

Από την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου "Ο Θίασος" (1975)

(youtube, 21.5.2013)

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

{«Ο εξολοθρευτής άγγελος» του Λουίς Μπουνιουέλ] έγραψε ο Δημήτρης Ξυδερός (https://ardin-rixi.gr, 28.5.2021)

 ...............................................................



«Ο εξολοθρευτής άγγελος» του Λουίς Μπουνιουέλ



          έγραψε ο Δημήτρης Ξυδερός (
https://ardin-rixi.gr, 28.5.2021)



"...Ο Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés, 1900-1983) ανήλθε επάξια στον Ελικώνα του Κινηματογράφου, καθώς υπήρξε ένας ποιητής της Έβδομης Τέχνης, ένας αυθεντικός πρωτεργάτης του υπερπραγματισμού. Το έργο του «είναι ο γάμος της κινηματογραφικής εικόνας με την ποιητική εικόνα, τα οποία δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα»[1], παρατήρησε ο Μεξικανός λογοτέχνης Οκτάβιο Παζ (Octavio Irineo Paz Lozano, 1914-1998). Ο πρωτοπόρος Ισπανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος υπήρξε μια κατηγορία από μόνος του. Απέκτησε από νωρίς φήμη, από τα πρώτα έργα που ποίησε στη Γαλλία: «Ο Ανδαλουσιανός σκύλος» («Unchienandalou‎», 1929) και «Χρυσή Εποχή» (« L’ Âge d’ Or», 1930), συνεργαζόμενος με τον ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί (Salvador Felipe Jacinto Dalí i Domènech, 1904-1989). Επιπροσθέτως, υπήρξε πολιτικός αγωνιστής· στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) ακολούθησε τους ρεπουμπλικάνους -αν και αργότερα αποκήρυξε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας. Με το πέρας του πολέμου, μετανάστευσε στις Η.Π.Α., όπου δούλεψε στο κινηματογραφικό αρχείο του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη.

Έπειτα από σύντομη διαμονή του στο Χόλυγουντ, μετοίκησε στο Μεξικό, όπου κινηματογράφησε πολλές από τις κλασικές ταινίες του. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν η ταινία «Losolvidados» (1950), η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, ακόμα και από τους ζωγράφους Ντιέγκο Ριβέρα (Diego Rivera, 1886-1957) και Φρίντα Κάλο (Frida Kahlo 1907-1954). Ωστόσο, με τη βοήθεια του Οκτάβιο Παζ που την υπερασπίσθηκε, απέσπασε βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών. Ακολούθησαν, διάσημες ταινίες, όπως η «Ναζαρέν» («Nazarín», 1959), η οποία έλαβε το διεθνές βραβείο στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, η «Βιριδιάνα» («Viridiana», 1961), που κέρδισε το βραβείο Χρυσού Φοίνικα στο ίδιο Φεστιβάλ, κ.ά.

Το έτος 1962 σκηνοθέτησε το περιώνυμο έργο «Ο εξολοθρευτής άγγελος» («Elángelexterminador»), ένα αριστούργημα του κινηματογράφου, το οποίο βραβεύτηκε με το Βραβείο Κριτικών Fipresci στο Φεστιβάλ των Καννών. Σε αυτό, ο Λουίς Μπουνιουέλ συνεργάσθηκε για δεύτερη φορά με τον παραγωγό Γκουστάβο Αλατρίστε (Gustavo Alatriste) και την ηθοποιό Σίλβια Πινάλ (Silvia Verónica Pinal Hidalgo, 1931). Το σενάριο γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Λουίς Αλκοριζάν (Luis Alcorizan).Η αγάπη του Μπουνιουέλ για τη ζωγραφική φανερώνεται στα έργα του, όπως στη «Βιριδιάνα» (στην περίφημη σκηνή με το «Μυστικό Δείπνο»). Τοιουτοτρόπως και στον «Εξολοθρευτή άγγελο» η αρχική ιδέα σύμφωνα με τον υιό του Χουάν[2] προέκυψε από τον πίνακα «Η Σχεδία της Μέδουσας» («Le Radeau de la Méduse») του Γάλλου ρομαντικού ζωγράφου Ζαν-Λουί-Τεοντόρ Ζερικώ (Jean-Louis-Théodore Gericault, 1791-1824).

Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: Μετά από παράσταση στην Όπερα, μια συντροφιά μεγαλοαστών συγκεντρώνεται στην έπαυλη του Εδμούντο Νόμπιλε (Señor Edmundo Nóbile) και της συζύγου του, Λουτσία (Lucía). Αντιμετωπίζουν αρχικά την παράξενη και απροειδοποίητη φυγή των υπηρετών, με εξαίρεση τον προϊστάμενο του προσωπικού. Κατόπιν του δείπνου, οι συνδαιτυμόνες, εφευρίσκοντας δικαιολογίες, διανυκτερεύουν στην αίθουσα, κοιμώμενοι ακόμα και στο πάτωμα. Την επόμενη μέρα για έναν ανεξήγητο λόγο, κανένας τους δε δύναται να εξέλθει από την έπαυλη. Ζουν δηλαδή αποκομμένοι από τον πραγματικό κόσμο. Ο εγκλωβισμός αυτός τους άγει μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα σε μια κόλαση. Σπάει η κοινωνική τάξη. Ένας-ένας θα απωλέσουν τους ευγενικούς τρόπους, τους κανόνες, την αξιοπρέπεια, θα προβάλλουν τους φόβους και τους εφιάλτες τους και δεν θα διστάσουν να κάνουν ακόμα και βανδαλισμούς – σπάζοντας σωλήνες και καίγοντας έπιπλα. Ο εξολοθρευτής άγγελος αγρυπνάει. Πριν την αποκτήνωση, η απελευθέρωση θα επέλθει μετά από τάμα, με την επανάληψη της πρώτης νυκτός. Το έργο τελειώνει με την σεκάνς στο χριστιανικό ναό, όπου δημιουργείται ξανά η αίσθηση του εγκλεισμού, ενώ ξεσπάει μια μεγάλη εξέγερση. Κλείνει όπως άρχισε, με πλάνο του ναού.

«Ο εξολοθρευτής άγγελος» είναι μια πολιτικο-θρησκευτική ταινία του Μπουνιουέλ, όπως άλλωστε και οι: «Σιμών της ερήμου» (1965), «Ναζαρέν», κ.ά. Δεν είναι πολιτικο-θρησκευτική, όπως η ταινία «Ημέρες Οργής» του Δανού Καρλ Ντράγιερ (Carl Theodor Dreyer, 1889-1968), αλλά με την μπουνιουελική έννοια, αναρχοχριστιανική. Όπως εξομολογήθηκε ο Μπουνιουέλ στο βιβλίο του «Η τελευταία πνοή»: «η μνήμη είναι που φτιάχνει όλη μας τη ζωή…». Ανατρέχοντας στο παρελθόν του, ο νεαρός σκηνοθέτης δέχθηκε μια αυστηρή Ιησουιτική εκπαίδευση[3]στη Σαραγόσα. Υπήρξε βαθύτατα θρησκευόμενος, γεγονός που διαμόρφωσε την ψυχοσύνθεση και την προσωπικότητά του, αν και εν συνεχεία, οι απόψεις του διαφοροποιήθηκαν. Συνεπώς, δεν είναι παράξενο ότι «Ο εξολοθρευτής άγγελος» αναφέρεται στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννου. Στο Κεφάλαιο Θ´, με το σάλπισμα του πέμπτου αγγέλου, ένας αστέρας έπεσε στη γη και άνοιξε το φρέαρ της αβύσσου. Ανέβηκε τόσος καπνός που κάλυψε τον ήλιο και εφόρμησαν τερατόμορφες ακρίδες που βασάνισαν για πέντε μήνες τους ανθρώπους. Ο βασιλεύς τους, ήταν ο άγγελος της αβύσσου Ἀβαδδών ή Ἀπολλύων, ο οποίος στη λατινική γλώσσα αποκαλείται Exterminans: «καὶ ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν βασιλέα τὸν ἄγγελοντῆς ἀβύσσου· ὄνομα αὐτῷ Ἑβραϊστὶ Ἀβαδδών, και ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ὄνομα ἔχει Ἀπολλύων» (Αποκάλυψις Ιωάννου, Κεφάλαιο Θ´:11).

Το Μεξικό, για όποιον έχει επισκεφθεί την υπέροχη χώρα των Αζτέκων, είναι μια θρησκευόμενη Καθολική χώρα. Ο σκηνοθέτης δίχως άλλο επηρεάσθηκε από το geniusloci. Καθώς επεσήμανε η δοκιμιογράφος και ακαδημαϊκός Δρ. Γκαμπριέλα Τροχίγιο – στη διαδικτυακή συζήτηση «Ψευδαίσθηση και όνειρο: Ο Μπουνιουέλ στο Μεξικό, ή το πιο παράξενο θέαμα» (11ο Φ.Π.Κ.Α.) – ο πρωτοπόρος κινηματογραφιστής πίστευε στο Θεό, δηλώνοντας όμως περιπαιχτικά «Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος». Ο στόχος του λοιπόν, δεν ήταν η χριστιανική πίστη – αν και κατηγορήθηκε ως ασεβής – αλλά η πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική υποκρισία· ήταν το δικό του «οὐ αὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί […]» (Κατά Ματθαίον: Κεφάλαιο ΚΓ´:13). Γι’ αυτό και καταδίκασε στον «Εξολοθρευτή άγγελο» την παρηκμασμένη μπουρζουαζία, που ζούσε αποκομμένη από τον πραγματικό κόσμο, ενώ διεσώθησαν οι αθώοι υπηρέτες – εν αντιθέσει με την «Βιριδιάνα».

Ο Μπουνιουέλ μαγεύει με την υπερπραγματική ποιητική του, η οποία διατρέχει την ταινία, όπως στην περίφημη επαναλαμβανόμενη σκηνή, στη σεκάνς με το κυνήγι του χεριού. Εξάλλου, καθώς εξομολογήθηκε στον Γάλλο θεωρητικό και κριτικό του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν (André Bazin, 1918-1958), με τον υπερπραγματισμό κατάλαβε ότι η ζωή έχει ηθικό νόημα. Τοιουτοτρόπως, πλάθει το όνειρο και την παραίσθηση με μια ψυχαναλυτική χροιά. Ωστόσο, ενθυμίζει τους ποιητές του Καθολικισμού, που δημιουργούσαν βυθισμένοι στα οράματά τους. Ετούτο πράττει κι εκείνος στη σεκάνς με το «αρνίον» από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννου: «Ἄξιόν ἐστι τὸ ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον […]» (Αποκάλυψις Ιωάννου, Κεφάλαιο Ε´:12).

Μολονότι ο Μπουνιουέλ έζησε στη Χρυσή Εποχή του Μεξικανικού κινηματογράφου, ουδέποτε πρόδωσε τις αρχές του, ουδέποτε συμβιβάσθηκε. Ας σημειωθεί ότι αρνήθηκε πρόταση της Μέτρο-Γκόλντουιν-Μάγερ (Metro-Goldwyn-Mayer) να δουλέψει στο Χόλυγουντ. Σε μια εποχή που ο «Δυτικός πολιτισμός» βρίσκεται σε μεγάλη παρακμή, το έργο του υπενθυμίζει τι σημαίνει υψηλή τέχνη. Από τον θάνατό του (1983) έως σήμερα, ο κινηματογραφικός κόσμος δεν έχει παύσει να ασχολείται με το έργο του· παραδείγματα αποτελούν τα πολλαπλά αφιερώματα, αλλά και η ταινία κινουμένων σχεδίων «Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες» («Buñuelenellaberinto de las tortugas», 2019) του Σαλβαδόρ Σιμό (Salvador Simó). Είτε συμφωνεί κανείς με τον Μπουνιουέλ, είτε διαφωνεί, ο μέγας αυτός κινηματογραφιστής υπήρξε ένας ρομαντικός επαναστάτης, ένας ονειροπόλος ποιητής. Υπήρξε δε και «προφήτης», αν αναλογισθεί κάποιος τον πρωτοφανή εγκλεισμό που έφερε η πανδημία, με την αναμονή του σαλπίσματος ενός αγγέλου της Αποκαλύψεως.

[1]PazO. (1986) On Poets and Others, New York: Arcade Publishing,σ.152 (μτφ:Δ.Ξυδερός).

[2]Ταινιοθήκη της Ελλάδος (2020), ‘Αποκατεστημένες και Υπέροχες: Ο Εξολοθρευτής Άγγελος’, http://www.tainiothiki.gr/el/tainies/660-o-eksolothreftis-aggelos,τελευταία επίσκεψη: 21/02/2021.

[3] Ιησουίτες: Καθολικό τάγμα της Αντιμεταρρύθμισης, το οποίο ιδρύθηκε τον ΙΣΤ΄ αιώνα από τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα (Ignacio de Loyola, 1491-1556).

Τρίτη 13 Μαΐου 2025

«ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΣΕ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ» / "Κάρσον ΜακΚάλερς - Τζον Χιούστον: εκείνοι που τόλμησαν πρώτοι" έγραψε ο Δημήτρης Παναγόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΣΙΝΕΜΑ") 03.05.25

 ..............................................................



      «ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΣΕ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ»


Κάρσον ΜακΚάλερς - Τζον Χιούστον: εκείνοι που τόλμησαν πρώτοι






έγραψε ο Δημήτρης Παναγόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", ΣΙΝΕΜΑ) 03.05.25 


Ας θυμηθούμε ένα σημείο αναφοράς της queer θεματολογίας, το περίφημο μυθιστόρημα της σπουδαίας Αμερικανίδας που είχε την τύχη να μεταφερθεί το 1967 στο σινεμά από έναν μυθικό σκηνοθέτη, με υποδειγματικούς όρους που ανέδειξαν και την παραμικρή ψυχική απόχρωση των ηρώων


Το 1941, η Κάρσον ΜακΚάλερς (1927-1967), μόλις 24 ετών και ήδη γνωστή από το υπέροχο ντεμπούτο της «Η καρδιά κυνηγάει μονάχη» («The Heart is a Lonely Hunter», εκδ. Διόπτρα, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος), εκδίδει το δεύτερο μυθιστόρημά της: «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια» («Reflections in a Golden Eye») – το οποίο στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Τριανταφυλλοπούλου, και επανεκδόθηκε το 2023 από τη Διόπτρα, σε μετάφραση Εφης Τσιρώνη.

Διαδραματίζεται σε μια στρατιωτική βάση του Αμερικανικού Νότου και είναι ένα έργο βαθιά σκοτεινό, ένα καταπληκτικό ψυχογράφημα που, με μια γλώσσα διαχρονική όσο και σύγχρονη, καταπιάνεται με θέματα όπως η μοναξιά, η σεξουαλική καταπίεση, η ανάγκη για αποδοχή αλλά και η περιθωριοποίηση, αποτελώντας μια σπουδή πάνω στη σιωπηλή οδύνη της καταπιεσμένης επιθυμίας. Με γλώσσα υπαινικτική, η ΜακΚάλερς μιλάει για θέματα ταμπού στην εποχή της, όπως η ομοφυλοφιλία και φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπους εγκλωβισμένους, εξερευνώντας τις επιπτώσεις του να πρέπει κανείς να προσποιείται και να συμβιβάζεται για να γίνει αποδεκτός από την κοινωνία.


Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο λοχαγός Γουέλντον Πέντερτον, ένας άνδρας σε βαθιά ρήξη με τον εαυτό του. Αντιμέτωπος με τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις, προσπαθεί μάταια να διατηρήσει τον έλεγχο σε μια ζωή που ξεγλιστρά από τα χέρια του. Η σύζυγός του, Λενόρα, διατηρεί σχέση με τον γείτονά τους τον Λάνγκτον, ο οποίος ζει με τη γυναίκα του Αλισον, μια εύθραυστη, βαθιά καταθλιπτική φιγούρα, που πενθεί τον χαμό του παιδιού της και βρίσκει παρηγοριά στον οικονόμο της, τον ευαίσθητο Φιλιππινέζο Ανακλέτο. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλους αυτούς, ο νεαρός στρατιώτης Γούιλιαμς: σεξουαλικά καταπιεσμένος, παθαίνει εμμονή με τη Λενόρα, ενώ ο Γουέλντον μαγνητίζεται από την ομορφιά του και έρχεται αντιμέτωπος με τη δική του καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

Το μυθιστόρημα της ΜακΚάλερς ανήκει στο ρεύμα του Southern Gothic, όχι μόνο λόγω του γεωγραφικού και κοινωνικού του πλαισίου, αλλά κυρίως εξαιτίας της συναισθηματικής και ψυχολογικής έντασης που το διατρέχει. H γραφή της λιτή, περιγράφει με υπέροχο τρόπο τη φύση: τοπία σκοτεινά, σχεδόν απειλητικά, αντανακλούν την ψυχική κατάσταση των ηρώων, ενώ οι λίγοι και απλοί διάλογοί της καταφέρνουν να κάνουν μια χειρουργική τομή στους χαρακτήρες της, αποκαλύπτοντας με λεπτομέρεια τον ψυχικό τους κόσμο. Το μυθιστόρημά της αλλά και όλο της το έργο αντανακλά και τη δική της προσωπική ζωή που χαρακτηρίστηκε επίσης από έντονες, αλλά συχνά μη ανταποδιδόμενες, ερωτικές σχέσεις με γυναίκες. Η ΜακΚάλερς πάλευε και η ίδια όπως και οι χαρακτήρες της με το δικό της είδωλο στον καθρέφτη.

Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο της μεταφέρθηκε το 1967 στον κινηματογράφο από τον Τζον Χιούστον. Ο Χιούστον ήταν ήδη ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης, με το μεγαλύτερο μέρος της φιλμογραφίας του να αποτελείται από διασκευές λογοτεχνικών έργων. Στο «Ανταύγειες σε χρυσά μάτια» («Reflections in a Golden Eye», 108΄) ξεδιπλώνει όλο του το ταλέντο και, με το λιτό σκηνοθετικό ύφος του, καταφέρνει να αποδώσει με ακρίβεια την ατμόσφαιρα και την ουσία του βιβλίου. Η ταινία διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη την πλοκή του έργου, εστιάζοντας περισσότερο στη σιωπή των χαρακτήρων, σε όσα δεν λέγονται, αλλά υπονοούνται. Οι ταινίες του Τζον Χιούστον χαρακτηρίζονται από μια σπάνια διορατικότητα στη φύση και τα διλήμματα του ανθρώπου, διατηρώντας μια καθαρή, συχνά αμείλικτη ματιά στην ανθρώπινη φύση. Στις ταινίες του οι άνθρωποι αναζητούν την πίστη, την αλήθεια, την ελευθερία και την προσωπική τους ταυτότητα, μέσα σε έναν κόσμο που συχνά είναι κατεστραμμένος ή τείνει προς την καταστροφή.

Το δάσος

Το δάσος στην ταινία αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο, σε αντίθεση με τη χαμηλότονη παρουσία του στο βιβλίο της ΜακΚάλερς. Η φύση, ζωηρή και πολύχρωμη τη μέρα, αποπνέει παράλληλα σκληρότητα και απειλή, με δέντρα και θάμνους που δεν προσφέρουν καταφύγιο. Στο απόλυτο σκοτάδι, ο ίδιος χώρος που τη μέρα έμοιαζε να προσφέρει λύτρωση στην ψυχή των χαρακτήρων, γίνεται ένα αδιαπέραστο τείχος που περιβάλλει ασφυκτικά το στρατόπεδο. Δεν υπάρχει διέξοδος. Οι πρωταγωνιστές παγιδεύονται στον μικρόκοσμό τους, στους προσποιητούς εαυτούς τους, ανήμποροι να ξεφύγουν από τις αλυσίδες των κοινωνικών πιέσεων και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Ο Χιούστον δημιουργεί μια γοτθική ατμόσφαιρα, με το σκοτάδι, τις σκιές και τον ήχο του ανέμου να καθρεφτίζουν τη συναισθηματική ένταση. Ο Χιούστον αφήνει την κάμερα να «μιλήσει», η αποστασιοποιημένη σκηνοθετική του ματιά θυμίζει την ηδονοβλεπτική τάση του στρατιώτη Γουίλιαμς. Οπως και στο βιβλίο, η ταινία χρησιμοποιεί τον Γουίλιαμς ως σιωπηλό παρατηρητή, που με το βλέμμα του αναδεικνύει την ουσία των άλλων χαρακτήρων. Στην ταινία, η ματιά του δεν περιορίζεται απλώς στο να καταγράφει τις εξωτερικές κινήσεις των προσώπων γύρω του, μέσα από τα μάτια του, ξεδιπλώνονται οι κρυφές πλευρές των χαρακτήρων, τα μυστικά που κουβαλούν και τα πάθη που κρύβονται στα σκοτεινά τους βάθη. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου μέσα στο μάτι του καθρεφτίζεται-αντανακλάται η γυμνή Λενόρα.


Οι καθρέφτες

Οι καθρέφτες και οι αντανακλάσεις τους παίζουν καθοριστικό ρόλο στο έργο του Χιούστον. Χρησιμοποιούνται ως σύμβολα εσωτερικής σύγκρουσης, με τον Γουέλντον να έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με το είδωλό του και τον κατακερματισμένο εαυτό του. Η εικόνα του στον καθρέφτη λειτουργεί ως φορέας αποξένωσης, αποκαλύπτοντας τη βαθιά ψυχική του διάβρωση. Ο καθρέφτης γίνεται εργαλείο αναστοχασμού και αυτογνωσίας, όπου η αλήθεια του εσωτερικού κόσμου συγκρούεται με τις κοινωνικές προσδοκίες και τις προσωπικές αυταπάτες. Ο Μάρλον Μπράντο, στον ρόλο του Γουέλντον, αποδεικνύει ακόμα μια φορά την αξεπέραστη ερμηνευτική του δύναμη. Με ελάχιστες κινήσεις, λεπτές εκφράσεις και βουβά ξεσπάσματα, αποδίδει την καταπιεσμένη επιθυμία και τον εσωτερικό πόνο του χαρακτήρα. Η πάλη ανάμεσα στο ποιος είναι και ποιος θα ήθελε να είναι, αποτυπώνεται σε κάθε του σκηνή. Οπως και στο βιβλίο, η ψυχολογική κατάρρευση του Γουέλντον είναι σταδιακή αλλά αναπόφευκτη – μια αποσύνθεση που, στην ταινία, αποτυπώνεται όχι με λέξεις αλλά με το σώμα, τη φωνή και την ερμηνευτική παρουσία του Μπράντο.

Ακόμα, στην ταινία η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και ο Zorro David ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Η Τέιλορ πληθωρική, ενσαρκώνει με τόλμη και γεμάτη ένταση τη Λενόρα. Μια όμορφη, παγερή γυναίκα, που μισεί τον άντρα της και τον περιφρονεί. Αναζητά μάταια την αγάπη και την αποδοχή, βυθισμένη σε μια υπαρξιακή κενότητα, που την κάνει να μοιάζει με ένα άδειο κέλυφος. Ενώ ο Φιλιππινέζος Zorro David, στον μοναδικό ρόλο της καριέρας του –έπειτα έγινε ζωγράφος του αφηρημένου εξπρεσιονισμού–, ερμηνεύει με ειλικρίνεια τον Ανακλέτο, έναν queer χαρακτήρα που μέσα στο σύμπαν της ταινίας, όπου όλοι προσποιούνται και κατασκευάζουν μια ψεύτικη εικόνα για τον εαυτό τους, παραμένει η μοναδική αληθινή παρουσία. Δεν προσποιείται, δεν διστάζει να εκθέσει την πραγματική του φύση και, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως και στο βιβλίο, καταφρονείται και μισείται από τους γύρω του. Ιδίως οι άντρες, βλέποντας σε εκείνον τη μαλθακότητα και την αποστροφή τους για την ομοφυλοφιλία, τον απορρίπτουν και τον περιθωριοποιούν, ανίκανοι να δεχτούν την αυθεντικότητά του. Η αλήθεια του Ανακλέτο τον καθιστά, εν τέλει, μια ριζική αντίθεση προς τις κοινωνικές συμβάσεις και τους φόβους των άλλων.


Η ιστορική αξία

Αν και σήμερα τα ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία ενδέχεται να φαίνονται σε κάποιους θεατές ξεπερασμένα –ιδίως εν μέσω της ενίσχυσης της queer κινηματογραφικής φωνής και της ευρύτερης αποδοχής θεμάτων φύλου και σεξουαλικότητας–, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε. Παρά τη συμμετοχή ενός λαμπερού καστ, η ταινία απέτυχε εμπορικά και αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από την κριτική. Το μυθιστόρημα της Κάρσον ΜακΚάλερς, που εκδόθηκε το 1941, πραγματεύεται ζητήματα που τότε θεωρούνταν βαθιά ταμπού, σε μια Αμερική απρόθυμη να τα αναγνωρίσει. Οταν η κινηματογραφική μεταφορά του έργου κυκλοφόρησε, είκοσι έξι χρόνια αργότερα, η κοινωνική πρόοδος γύρω από αυτά τα θέματα αποδείχθηκε ελάχιστη. Ο Κώδικας Χέις – ένα σύστημα λογοκρισίας που περιόριζε κάθε σαφή αναφορά σε θέματα όπως η ομοφυλοφιλία – βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, επιβεβαιώνοντας τη διαρκή καταπίεση και τη θεσμική αποσιώπηση της διαφορετικότητας.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Miles Davis - Ascenseur pour l'échafaud - Lift to the Gallows (Full Album) (youtube, 25.3.2015)

 ...............................................................


Miles Davis - "Ascenseur pour l'échafaud" - "Lift to the Gallows" (Full Album)


Tracklisting:

00:00 - Générique

2:53 - L'assassinat de Carala

5:04 - Sur l'autoroute

7:24 - Julien dans l'ascenseur

9:37 - Florence sur les Champs-Élysées

12:29 - Dîner au motel

16:27 - Évasion de Julien

17:21 - Visite du vigile

19:26 - Au bar du Petit Bac

22:20 - Chez le photographe du motel

(youtube, 25.3.2015)



Τρίτη 6 Μαΐου 2025

"Amarcord" / (Nino Rota) (Soundtrack Suite) [Original Motion Picture Soundtrack (1973)] (youtube, 18.1.2019)

 ...............................................................



"Amarcord" / (Nino Rota) (Soundtrack Suite) 

Original Motion Picture Soundtrack (1973). 
Composed by Nino Rota, Conducted by Carlo Savina


00:00 Titoli
01:33 Amarcord (Il Barbiere)
02:18 La Foragaccia
03:33 Lo Struscio Part 2 (Film Version) *
03:56 Lo Struscio Part 1 (Film Version) **
05:10 Gary Cooper
06:13 Amarcord (Grand Hotel)
06:53 La Gradisca E Il Principe
08:20 Amacord (Tenderness)
09:58 Siboney (Composed by Ernest Lecuona)
11:05 La Gradisca Si Sposa E Se Ne Va / Amarcord (Finale
)

(youtube, 18.1.2019)


Κυριακή 27 Απριλίου 2025

R.Molinelli: "Nino Rota Suite" (La strada, Il Padrino, Amarcord, I Clowns, Otto e mezzo) (youtube, 23 Οκτ 2010)

 ............................................................


R.Molinelli: "Nino Rota Suite" (La strada, Il Padrino, Amarcord, I Clowns, Otto e mezzo)


(youtube, 23 Οκτ 2010)

Live, Bologna Teatro Manzoni 18.10.2010 

Arranged by: ROBERTO MOLINELLI 


Corrado Giuffredi, clarinetto 

Giampaolo Bandini, chitarra 

Cesare Chiacchiaretta, fisarmonica 

Enrico Fagone, contrabbasso 

Danilo Grassi, percussioni


Temi da (themes from): 


"La strada", "Il Padrino", "Amarcord", "I Clown", "Otto e mezzo"  di Federico Fellini  except "Il Padrino" di Francis Ford Copolla