Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανειστές δανεικών κι αγύριστων.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανειστές δανεικών κι αγύριστων.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Ένας θάνατος στη γειτονιά μου (Τρίτη Τάξη Πραγμάτων) Από τη φίλη στο fb Μαρία Καλύβα (facebook, 25.4.2019)

.............................................................
 

Ένας θάνατος στη γειτονιά μου
(Τρίτη Τάξη Πραγμάτων)









Από τη φίλη στο fb Μαρία Καλύβα (facebook, 25.4.2019)












 
Κύριε, κύριε,
εμείς πέρσι, στις διακοπές του Πάσχα, είδαμε στη γειτονιά μας ένα θάνατο!
Πέθανε η κυρά Φωτεινή!
Ο Χριστός πήρε την κυρά Φωτεινή ακριβώς την ώρα της Αποκαθήλωσης οι γείτονες το είπανε και είπανε πως θα πάει στον παράδεισο, γιατί πέθανε μαζί με το Χριστό.
Εμείς δεν είχαμε δει ποτέ την κυρά Φωτεινή.
Έμενε στο σπίτι το κάτω της κυρά Έλλης. Είχε δύο μεγάλους γιούς και ένα άντρα.
Αυτοί όλοι ήταν πολύ όμορφοι, ντυνόντουσαν σαν κύριοι, δηλαδή με πουκάμισα, γραβάτες και κουστούμια και φεύγανε πολύ νωρίς για τις δουλειές τους.
Είχε και μια κόρη, τη Σούλα.
Η Σούλα ήταν δεκάξι χρονών. Δεν δούλευε, ούτε είχε ωραία ρούχα, φορούσε πάντα ένα καφέ καρό φουστάνι, είχε ίσια μαλλιά καφέ κι ήταν ζαρωμένη κι αδύνατη σαν γιαγιά, μα όταν έβγαινε από το σπίτι της γελούσε, η Σούλα μας όλο γελούσε.
Μέσα στο σπίτι δεν ξέρω, γιατί η κυρά Φωτεινή ήταν πολύ άρρωστη και η Σούλα δεν πήγαινε στο σχολείο για να την φροντίζει.
Όταν η κυρά Φωτεινή κοιμόταν, η Σούλα έκανε όλες τις δουλειές, έπλενε πάρα πολλά πουκάμισα και τα άπλωνε, μαγείρευε, σιδέρωνε κι έβγαινε και για τα ψώνια.
Όλους τους χαιρετούσε γελώντας και οι γείτονες πολύ αγαπούσαν τη Σούλα, γιατί ήταν πολύ καλή κοπέλα.
Μια φορά που εγώ και η αδερφή μου γυρίζαμε από το φούρνο, τσακωθήκαμε, γιατί εγώ ήθελα να ανοίξει η αδερφή μου την πόρτα του κήπου και η αδερφή μου ήθελε να την ανοίξω εγώ την πόρτα του κήπου.
Τότε πέρασε η Σούλα και έβαλε τα γέλια και μας είπε:
-Καλέ μην τσακωθείτε για την πόρτα γιατί θα στεναχωρηθεί! Εγώ θα την ανοίξω.
Kαι την άνοιξε αυτή και μας χάιδεψε, εμένα με φίλησε κιόλας γιατί έκλαιγα και γελούσε τόσο, που γελάσαμε κι εμείς.
Τα απογεύματα, τη Σούλα δεν την βλέπαμε καθόλου, γιατί όταν τελείωνε τις δουλειές της, καθόταν δίπλα στη μαμά της που πονούσε πάρα πολύ και της κρατούσε το χέρι .
Και πέρσι, τη μεγάλη Παρασκευή, ακούσαμε για πρώτη φορά την κυρά Φωτεινή να φωνάζει.
Φώναζε «πάρε με Χριστέ μου πάρε με, τώρα πάρε με... μαζί σου».
Και ο Χριστός την πήρε, αφού του το ζήτησε.
Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε έξω από το σπίτι της κυρά Φωτεινής. Κανένας δεν τόλμησε να μπει μέσα, γιατί ο άντρας της και οι γιοί της ήτανε εκεί, με τα ωραία τους ρούχα.
Η Σούλα με το καφέ της φουστάνι, βγήκε κάποια στιγμή στο παράθυρο. Έκλαιγε πάρα πολύ. Όταν όμως με είδε να κλαίω στο κατώφλι της, δίπλα στο καπάκι με το σταυρό από το φέρετρο, μου γέλασε. Αλήθεια, μου γέλασε.
Εμείς δεν πήγαμε στην κηδεία της.
Όλη η γειτονιά ήταν πολύ χάλια. Και ο καιρός ήταν πολύ χάλια, και το Πάσχα έβρεχε και ο κυρ-Παναγιώτης έβαλε πολύ σιγά το δίσκο του Βαμβακάρη καθώς έψηνε το αρνί στην αυλίτσα του.
Τώρα εγώ, όταν ακούω τον Βαμβακάρη, κλαίω.
Μετά φύγανε από αυτό το σπίτι, ούτε που κατάλαβα πότε. Χάσαμε την αγαπημένη μας Σούλα.
Όμως ξαναπέρασε από τη γειτονιά τον περασμένο μήνα. Φορούσε εκείνο το καφέ καρό φουστάνι και γελούσε.
Έτρεξα κοντά της και τη φώναξα, αλλά η Σούλα δεν μου μίλησε, κοίταζε γύρω γύρω και γελούσε και με έσπρωξε με το χέρι της.
Και είμαι πολύ λυπημένη κύριε, γιατί η Σούλα δεν με αγαπάει πια.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Έρσης Σαράτση "ο Θάνατος και η Κόρη" (https://www.thegreekcloud.com, 02-08-2018)

..............................................................






                                    Ο Θάνατος και η Κόρη
                                                        έγραψε η Έρση Σαράτση 
                             (https://www.thegreekcloud.com, 02-08-2018)


Τον Θάνατο τον συνάντησα στη μέση της πεδιάδας. Στην καρδιά μιας από τις μικρές παραβολές ελευθερίας που ήταν οι σχεδόν καθημερινές εξορμήσεις μου με το ποδήλατο τα απογεύματα έξω από την πόλη της Καρδίτσας και προς τις δυτικές οροσειρές. Κατακαλόκαιρο, διέσχιζα με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, στο μοναδικό αμαξιτό πέρασμα του κάμπου, απέραντες εκτάσεις ακίνητων αρωμάτων που χρύσωναν οι θημωνιές και ανάσαιναν βαθιά οι πυκνές φυλλωσιές δροσιάς στις συστάδες των μακρινών δέντρων, διάσπαρτες στα χωράφια, να ζωογονούν τους πνεύμονες και να διασκεδάζουν  το μάτι με την υπόθεση ενός υπαρκτού ορίζοντα: εκεί όπου φεύγοντας η πεδιάδα μαζί με τον ήλιο  έρχονταν η αιωνιότητα.  Το τέρμα ήταν τα βουνά και πέρα απ’ τα βουνά η υπόσχεση του δυτικού ουρανού που πυρπολούνταν από φλόγες όλων των αποχρώσεων του κόκκινου μέχρι το βαθιά μελανί ιώδες.
Φάνηκε έξαφνα μπροστά μου κλείνοντας κάθε ορίζοντα: ένας πελώριος αρχαϊκός μινώταυρος  από την εποχή των ανθρωποθυσιών· μετά ακούστηκε ένας υπόκωφος μυκηθμός σα να μουγκάνιζαν τα έγκατα της γης ή να σιγανομουρμουρμούριζε αφηρημένα ο εγκέλαδος, και είδα πως τον ακολουθούσε ένας κινούμενος λαβύρινθος από τεράστιες νωχελικές αγελάδες, μια συμπαγής μακεδονική φάλαγγα που αργοσάλευε βασιλικά τις βαριές της σάρκες πορευόμενη συντεταγμένα κατά πάνω μου, χωρίς να αφήνει καμία πιθανή οδό διαφυγής.  Πρόφτασα να δω με την άκρη του ματιού μου τον γελαδάρη να  ακολουθεί αμέριμνος πίσω δεξιά. Δεν με είχε δει, και αν με είδε, αδιαφόρησε βουκολικά—ήταν ήδη σκάνδαλο ο θηλυκός ποδηλάτης για τους αγροτικούς πληθυσμούς και για την εποχή,  και το γνώριζα αυτό καλά.
Δεξιά και αριστερά του δρόμου απλώνονταν απέραντα θερισμένα χωράφια, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο και αποκομμένα από αυτόν με βαθύ αγεφύρωτο και ανώμαλο χαντάκι. Χωρίς κανένα σύνδρομο Πασιφάης και με την περιουσία της Αριάδνης, άρπαξα τον μοναδικό αυτοκτονικό μίτο: πηδώντας αστραπιαία απ’ το ποδήλατο και αφήνοντάς το με πόνο ψυχής να βοϊδοπατηθεί, αφού έβγαλα ένα ουρλιαχτό που ξάφνιασε τον ταύρο, και δεν θα ξεχάσω ποτέ το φοβερό τυφλό βλέμμα του,— το βλέμμα του Θανάτου, βούτηξα προς τα δεξιά σε μια προσπάθεια να πηδήσω το χαντάκι και να βρεθώ στα χωράφια. Τα κατάφερα αλλά χάνοντας την ισορροπία μου και στραμπουλίζοντας απαίσια το ένα πόδι. Μισολιπόθυμη απ’ τον πόνο άκουγα μέσα σε ένα είδος  πρωτόγνωρης σωματικής συνείδησης τους καμπανιστούς χτύπους της καρδιάς μου να συνοδεύουν τους τριγμούς του ποδηλάτου μου καθώς το ποδοπατούσαν τα ζώα. Από τότε, πρώιμα αποφάσισα πως η τύχη—που καθόλου δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοίρα, το πεπρωμένο και τα όμοια καθώς αυτά αναφέρονται σε αυθαίρετα συστήματα ερμηνειών—, η  τόσο συγκλονιστικά απούσα από τον εύμορφο ομηρικό κόσμο, όπου καμία δράση ή πράξη δεν είναι ορφανή, η αιφνιδιαστική αυτή τυχαία συνδρομή δυνάμεων που κάποτε θεωρούνταν πράξη θεών και που χωρίς αυτήν είναι αδιανόητη η ύπαρξή μας, είναι μια έννοια υπέρλογη, υπερπληρεξούσια να προκαλεί συμβάντα, μια υπερθεά—μια έννοια αυτοκράτειρα, πολιάδα, πολιούχα της πόλης του κόσμου. Καλώς είχε κάποτε τις εκκλησιές της, τις Τυχαίες τις εκκλησιές, καλώς την αποθανάτιζαν με αγάλματα, την φόρτωναν με τροχούς, φτερά, καστροπολιτείες και πόλους στο κεφάλι, στεφάνια και καρπούς  και κάθε είδος κέρατου αφθονίας μπας και την φέρουν σε λογαριασμό. Σε μια από τις άπειρες δυναμικές μεταπτώσεις της, σε μια αείροη  δίνη διαρκών μεταμορφώσεων, εκλύει Θάνατο. Σώθηκα τύχηι αγαθήι.
Άλλη φορά ήταν όταν  μπαίνοντας σαν σε όνειρο στην κάμαρη όπου δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο κοιμόταν το απαλό βρέφος που ήταν τότε μια γειτόνισσά μου, είδα μέσα από την ανάερη κουρτίνα, καθώς την ανέμιζε γλυκό το απριλιάτικο αεράκι, το αδυσώπητο σατανικό του βλέμμα στο ορθάνοιχτο αβλέφαρο ακίνητο μάτι, πάνω από το φονικό άγκιστρο του ράμφους του, ενός κιρκινεζιού. Ζυγιζόταν στον ουρανό της κούνιας αποτιμώντας  το τρυφερό θήραμα. Ήταν μια συγκλονιστική σύγκλιση γερακίσιας αρπακτικής θανατηφόρας βίας, έτοιμης να εκραγεί, και ολοκληρωτικά ανυπεράσπιστης αθωότητας που με μαρμάρωσε από τρόμο και αδυναμία. Όμως αντέδρασα και πάλι χυμώντας καταπάνω στο κιρκινέζι και τσιρίζοντας με όλη μου τη δύναμη. Ένα αυτοκρατορικό μεγαλειώδες άνοιγμα φτερών που πλησίαζε το ένα μέτρο γέμισε το δωμάτιο – ήταν ωραίο, πρόφτασα να σκεφτώ, θύμιζε τα λέπια στο θώρακα και τις φτερούγες του Θανάτου που κουβαλάει μαζί με τον Ύπνο τον νεκρό Σαρπηδόνα στον κρατήρα του Ευφρονίου· είχε τη θανατερή τους αυστηρή γεωμετρική αφαίρεση που συμπύκνωνε τη βία και την μεταμόρφωνε σε αμυντική διακόσμηση και καλαισθησία, γιατί κατά τα άλλα ο Θάνατος του Ευφρονίου ήταν ένας παρήγορος Θάνατος, ένας πονόψυχος άοπλος περατάρης, χωρίς δόρυ και ξίφος, που αναλάμβανε να κηδέψει ως την μακρινή  πατρίδα του το ωραίο κορμί του νεκρού, ήταν κι αυτός ωραίος, με το κομψό του γένι και το γαλανό μάτι του. Ενώ αυτό το γαμψό ράμφος…Και λιποθύμησα.
Από τον Θάνατο του Ευφρονίου όπου αποθεώνεται το κάλλος  της μορφής  μέχρι τον γκροτέσκο σκελετό με τη νεκροκεφαλή που σέρνει τον μεσαιωνικό Μακάβριο Χορό σαν αποτρόπαια υπόμνηση της καταθλιπτικής γενικής σκωληκόβρωτης μοίρας των σωμάτων εξαντλείται μέσα σε δεκαοχτώ αιώνες ο παραστατικός διάλογός μας με τον Θάνατο. Αντιθέτως, ανεξάντλητος παραμένει ο μυθιστορικός, παραμυθικός διάλογος που αναδύεται τον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα με τον Λουκιανό τον Σαμοσατέα και τους Νεκρικούς Διαλόγους του και προσφέρει μαζί με την προφορική παράδοση το λογοτεχνημένο αρχέτυπο κείμενο της Συνομιλίας με τον Θάνατο. Το βασικό της σχήμα, ο διάλογος, κυριαρχεί πέρα από σύνορα, γλώσσα και παραδόσεις με πρώτο και μέγιστο ενοποιητικό στοιχείο τον ρυθμικό, έμμετρο, ομοιοκατάληκτο ή εσωτερικά ρυθμικό,  βηματισμό της φαντασίας που μέσα σε τόση αχαλίνωτη ελευθερία επιδιώκει να μπει στον ζυγό του ρυθμού. Με μαγικό οπλοστάσιο επαναληπτικών επικλήσεων, ρητορική πανουργία, γλαφυρή επιχειρηματολογία, ανεξάντλητη παραστατική  εικονοποιία  και ισομοιρασμένες τις ετοιμόλογες ατάκες ο διάλογος προσφέρει τους όρους του  εξανθρωπισμού του μεγάλου τίποτα και το έδαφος για  μια υπεράνθρωπη  επιχείρηση πρόσκαιρης ισοπαλίας. Και αν ο μελλοθάνατος δεν μπορεί να μεταστρέψει την άτροπη μοίρα του, με σύμμαχο το χρόνο, τον ζωντανό χρόνο της δημιουργίας, τα έργα του λόγου και της φαντασίας που μένουν εκεί, κτήμα όλων, υπερτερούν κατάγοντας νίκη περιφανή και παρηγορητική. Παραδίδοντας τον ζοφερό μηδενιστή στην γενική καταισχύνη.
Τα έργα του λόγου και της φαντασίας δεν πεθαίνουν. Κινδυνεύουν ασφαλώς να λησμονηθούν, αλλά δεν πεθαίνουν. Ακόμα περισσότερο δεν πεθαίνουν τα έργα μιας γλώσσας που ο αδιαπραγμάτευτα μεταφορικός της χαρακτήρας είναι εγγύηση αφθαρσίας—τα έργα της μουσικής.
«Όπως ο μεγάλος αθλητής, έτσι και ο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα άρτια εκπαιδευμένος και βαθιά ενστικτώδης» συνοψίζει ο Κρίστοφερ Ρικς στο δεξιοτεχνικό βιβλίο του «Οράματα της Αμαρτίας κατά τον Μπομπ Ντίλαν». Στο συναρπαστικό αυτό βιβλίο, όπου άλλα τραγούδια του Ντίλαν από το διάσημο άλμπουμ του  «Oh Mercy» υποβάλλονται στην εμβριθή “close reading”, ενδελεχή, λεπτομερή, επισταμένη ανάγνωση του Ρικς, ο «Άντρας με το μακρύ μαύρο πανωφόρι» (Man in the Long Black Coat) αποσιωπάται. Που μπορεί να σημαίνει σκόπιμα παραβλέπεται ή απλώς παραλείπεται γιατί άλλα τραγούδια εξυπηρετούν καλύτερα τα επιχειρήματα του βιβλίου. Κι όμως ο αντίζηλος Θάνατος με μια στυφή γεύση αμαρτίας, πασπαλισμένος θλιβερή θνητή σκόνη,  με έναν σπαρακτικό, παντοδύναμο παραλογισμό της καρδιάς ή μ’ ένα θέλημα της Τύχης, κάπου μεταξύ λαϊκής μπαλάντας και ατομικού λυρισμού, κάπου ενδιάμεσα στην δεξιοτεχνική έλλειψη  σύγχρονου τεθλασμένου ποιητικού λόγου και  στην ευθύγραμμη αθώα κυριολεξία λαϊκού,—ο Θάνατος είναι εδώ, εμπλεγμένος σ’ έναν τριγωνικό Διάλογο ανάμεσα στον οραματιστή, αινιγματικά ουδέτερο πάσχοντα Αφηγητή και τη Γυναίκα που έφυγε μ’ Αυτόν, τον αντίζηλό του, αφού στροβιλίστηκε μαζί του σ’ έναν Μακάβριο Χορό, ένα πα-ντε-ντε στην παλιά αίθουσα χορού, στα περίχωρα της πόλης, όπου συνήθως τοποθετούνται τα νεκροταφεία,—είναι εδώ μια ποιητική εικόνα όπου τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα είναι μελετημένα, δίχως τίποτα να περισσεύει, και όμως εμψυχωμένα από μια αξιοσημείωτη αφομοιωτική δύναμη ποιητικού ενστίκτου, που τρέφεται ασφαλώς από τις ρίζες της λαϊκής ποιητικής και μουσικής παράδοσης, στηρίζεται  σε αυτές και απογειώνεται απελευθερωμένο.


https://vimeo.com/80491883


Man in the long black coat

Crickets are chirpin’ the water is high
There’s a soft cotton dress on the line hangin’ dry
Window wide open African trees
Bent over backwards from a hurricane breeze
Not a word of goodbye not even a note
She gone with the man in the long black coat

Somebody seen him hangin’ around
At the old dance hall on the outskirts of town
He looked into her eyes when she stopped him to ask
If he wanted to dance he had a face like a mask
Somebody said from the bible he’d quote
There was dust on the man in the long black coat

Preacher was talking there’s a sermon he gave
He said every man’s conscience is vile and depraved
You cannot depend on it to be your guide
When it’s you who must keep it satisfied
It ain’t easy to swallow it sticks in the throat
She gave her heart to the man in the long black coat

There are no mistakes in life some people say
It is true sometimes you can see it that way
But people don’t live or die people just float
She went with the man in the long black coat

There’s smoke on the water it’s been there since June
Tree trunks uprooted beneath the high crescent moon
Feel the pulse and vibration and the rumbling force
Somebody is out there beating on a dead horse
She never said nothing there was nothing she wrote
She gone with the man in the long black coat


Εκεί, στις ρίζες της παράδοσης, ο Θάνατος είναι η φοβερή μονοσύλλαβη απειλή που αδυνατεί να την ενσαρκώσει η φαντασία και τα μάτια να τη δουν σαν μορφή, μια σειρά από φρικτά αισθήματα, η νέκρωση των αισθήσεων, η κατάργηση της κίνησης, η διεκδίκηση του θνητού σώματος από το χώμα και τα σκουλήκια, σε οποιαδήποτε ηλικία και κοινωνική θέση, βασιλεύς ή στρατιώτης, χωρίς έλεος και χωρίς περιθώριο χρόνου πρέπει να παραδώσει ο μελλοθάνατος την ψυχή και η συνομιλία, όλη η μονοσύλλαβη συνομιλία (τρεις ή τέσσερις τρισύλλαβες λέξεις στο πολύστιχο τραγούδι) είναι μια καταδικασμένη ικεσία του θνητού να τον σπλαχνιστεί έστω για μόνο ένα ακόμα χρόνο ο αδέκαστος ανυπέρβλητος τύραννος,  και  μια λακωνική περιγραφή της σκληρότητάς του σκαλισμένη στο σκληρό ξύλο αιωνόβιας βαλανιδιάς με το σουγιά και την αδρότητα λαϊκού ξυλόγλυπτου χωρίς αισθηματικές φλυαρίες και εκλεπτύνσεις
Από εδώ, από αυτήν τη ρίζα, σε δυο εκδοχές, μια α καπέλα και μια με μπάντζο, πάντα με τον Ραλφ Στάνλεϊ, πηγάζει ο Μπομπ Ντίλαν:













Oh Death 

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

What is this that I can’t see?
With ice-cold hands taken hold of me
Well this is Death, none can excel
I hold the key for heaven or hell

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

Well, I’ll rattle your tongue till you can’t talk
I’ll step on your limbs till you can walk
I’ll blind you eyes till you can’t see
This very hour, come and go with me

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?

Oh Death, how you’re treatin’ me
You’re blindin’ my eyes till I can’t see
You’re steppin’ my limbs that are makin’ me cold
Takin’ my body from my soul

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?


[Επιπλέον στίχοι που δεν περιλαμβάνονται σέ αυτήν την ηχογράφηση:]

I’ll fix your feet ’til you can’t walk
I’ll lock your jaw ’til you can’t talk
I’ll close your eyes so you can’t see
This very hour, come and go with me

This is Death, I come to take the soul
Leave the body and leave it cold
To drop the flesh off of the frame
The earth and worms both have a claim

My mother came to my bed
Placed a cold towel upon my head
My head is warm, my feet are cold
Death is a-movin’ upon my soul

Oh Death, how you’re treatin’ me
You closed my eyes so I can’t see
Well, you’re hurtin’ my body, you make me cold
You run my life right out of my soul

Oh Death, please consider my age
Please don’t take me at this stage
My wealth is all at your command
If you will move your icy hand

Oh the young, the rich or poor
All alike me, you know
No wealth, no land, no silver, no gold
Nothin’ satisfies me but your soul

Oh Death
Whoa, Death
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?
Won’t you spare me over till another year?



Με το  «Ο Θάνατος και η  Κόρη», τραγούδι σε ρε ελάσσονα, υπ. αρ. 531 στον θεματικό κατάλογο των έργων του Σούμπερτ (1797-1828) από τον Ντόιτς (D531), ή έργο 7 αρ. 3, συνθεμένο από τον εικοσάχρονο συνθέτη το 1817, και δημοσιευμένο, τυπωμένο στη Βιέννη το 1821, πάνω σε ποίημα του γερμανού ποιητή Ματθία Κλάουντιους, με διάρκεια μουσικής εκτέλεσης 2 λεπτών και περίπου 20 δευτερολέπτων, εγκαταλείπουμε τον κόσμο της περιορισμένης μουσικής εμπειρίας, με εύλογα και αυτονόητα όρια, όπου μας μετέφεραν τα προηγούμενα δείγματα, για τον βαθύ αντίλαλο ενός απόκρημνου, κορυφαίου κατορθώματος  μουσικής επιστήμης, μουσικού ενστίκτου, ψυχικής πυκνότητας, σπαρακτικής τρυφερότητας, ανθηρού, χλωρού ρομαντισμού και ώριμης κλασικής ισορροπίας.
Το ποίημα είναι  ασήμαντο – εννιά στίχοι ενός διαλόγου που μοιράζονται η Κόρη και ο Θάνατος: με κομμένη την ανάσα η κόρη βλέπει μπροστά της το σκιάχτρο του μακάβριου σκελετού με την νεκροκεφαλή να την πλησιάζει και επικαλούμενη τα νιάτα της προσπαθεί να τον απομακρύνει—είμαι ακόμα νέα, του λέει, προσπέρασέ με, φύγε από δω· μα κιόλας από την επανάληψη του «φύγε από δω», η ήττα της είναι φανερή. Ο  Θάνατος αρπάζοντας τη συνέχεια της αρχικής αργοβάδιστης, σχεδόν ακίνητης πιανιστικής εισαγωγής που δηλώνει την πληρεξουσιότητα του Θανάτου, κατά την προσφυή περιγραφή του Γκρέιαμ Τζόνσον, μασκαρεύει τη φρίκη του με την  μαρμαρωμένη αυθεντία του φιλεύσπλαχνου παρηγορητή: «Δώσ’ μου το χέρι σου, όμορφο και τρυφερό πλάσμα, είμαι φίλος, δεν έρχομαι να τιμωρήσω, χαμογέλα, δεν είμαι άγριος, γλυκά θα κοιμηθείς στην αγκαλιά μου».
Ήταν ειδικότητα του Σούμπερτ να μετατρέπει ποιητικές κοινοτοπίες σε απαράμιλλα μουσικά κατορθώματα. Στα πάνω από 600 τραγούδια του περιλαμβάνονται κάμποσες ποιητικές αδεξιότητες που απογείωσε η μουσική του δεξιοσύνη. Στην «τρομοκρατία των [ρυθμικών] δακτύλων [μία μακρά, δύο βραχείες συλλαβές] που εξαπολύει η επωδός, το ριτορνέλο, πιανιστικό και φωνητικό, του τραγουδιού» ο Τζόνσον αναγνωρίζει  το οικείο σήμα του Σούμπερτ για την «μηχανική των ανεξιχνίαστων δυνάμεων της φύσης» και στην τονικότητα της ρε ελάσσονος, «την τονικότητα του θανάτου, από τότε που ο Μότσαρτ συνέθεσε την μουσική του Κομεντατόρε στον «Ντον Τζοβάνι», μια όπερα που όπως όλα τα σκηνικά έργα του Μότσαρτ επηρέασε ισχυρά τον Σούμπερτ». Στην τελική μείζονα παρηγορία όπου ξεστρατίζει καταλήγοντας στην άφατη γαλήνη του αδελφού Ύπνου, το τραγούδι, τι να αναμετρήσει ο ακροατής—την πρωτοτυπία της μουσικής χειρονομίας με την οποία ο άγουρος εικοσάρης συνθέτης μας οδηγεί προς τα βασίλεια της σιωπής, ίσως, τη συνέχεια της μουσικής συνομιλίας του με τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τον Γκλουκ, ίσως. Μα πιο πολύ απ’ όλα, ίσως, να σταθούμε στην υπερβατική δύναμη της μουσικής προσωποποιίας και τον πυκνό, κατασταλαγμένο  ψυχικό πόνο  αυτού του τραγουδιού.
Εφτά χρόνια αργότερα, στα 1824, ο εικοσιεφτάχρονος Σούμπερτ, άρρωστος και όλο εγγύτερα στο θάνατο (1828) μεταφυτεύει το θέμα του Θανάτου από το τραγούδι στο δεύτερο μέρος του Κουαρτέτου εγχόρδων αρ. 14, D810, και πάλι σε ρε ελάσσονα, γνωστό κι αυτό με την επωνυμία «Ο Θάνατος και η Κόρη». Ο διάλογος με το Θάνατο βαθαίνει,  πλουτίζεται, καλύπτει τον ορίζοντα της μουσικής εμπειρίας, χωρίς και πάλι να εξαντληθεί.











Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

"Οι λόγοι που ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι ίσως ο μεγαλύτερος συγγραφέας της εποχής μας." Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 17, 21/3/2018)

.............................................................

 

Οι λόγοι που ο Μισέλ Ουελμπέκ είναι ίσως ο μεγαλύτερος συγγραφέας της εποχής μας. 






 Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 17, 21/3/2018)
Μέρος πρώτο.
Κάθε μεγάλος δυτικός συγγραφέας, ιστορικά, κατάφερνε να δει καθαρά το πού κατευθυνόταν η Δύση, πολύ πριν το αντιληφθούν οι σύγχρονοί του (γιατί η δυτική ιστορία είναι, επί της ουσίας, κίνηση). Ίσως αυτό να είναι και το ίδιον του σπουδαίου καλλιτέχνη, γενικώς. Οι κρίσιμες ιστορικές φάσεις, έχουν τους κορυφαίους συγγραφείς τους, τους ανθρώπους αυτούς που αντιλαμβάνονται καλύτερα από τον καθένα, ποιο είναι το "εδώ" και το "τώρα" της εποχής τους, τι πραγματικά συμβαίνει στους ανθρώπους και τους κοινωνικούς σχηματισμούς τους,τη δεδομένη χρονική στιγμή. Για παράδειγμα, αδυνατούμε να φανταστούμε την ανάδυση της αστικής κοινωνίας χωρίς τον Μπαλζάκ. Η μεταπολεμική έκλειψη του νοήματος στον εικοστό αιώνα, δεν καθρεφτίζεται απλά στο έργο του Μπέκετ, ΕΙΝΑΙ το έργο του Μπέκετ. Η Δύση γνωρίζει τον εαυτό της, μέσω της μεγάλης λογοτεχνίας, κι από αυτήν ενημερώνεται, κατά βάση, για τον σκοπό της διαδρομής της (ή την απουσία του). Ο Ουελμπέκ είναι ο κορυφαίος συγγραφέας αυτή τη στιγμή (κι ας λένε οι ανόητοι haters), διότι στο έργο του η Δύση μαθαίνει πως έχει ολοκληρώσει την ιστορική αποστολή της: το τέλος του ανθρώπου. Όπως το είδε ο Φουκώ, ο άνθρωπος υπήρξε μια σχετικά όψιμη επινόηση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, κι όπως τον δημιούργησε η Δύση, έτσι θα τον εξαφανίσει. Ο Νίτσε το αντιλήφθηκε πρώτος κι ο Ουελμπέκ (με όραμα ζωής "νιτσεϊκό χαμηλής κλίμακας" όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος μέσω του Μπρυνώ, σ' ένα από τα μείζονα λογοτεχνικά έργα του εικοστού αιώνα, τα "Στοιχειώδη Σωματίδια"), μετατρέπει αυτή τη σκοτεινή ενόραση σε μεγάλη τέχνη. Τούτος ο κόσμος που δεν σβήνει μ' έναν λύγμο, όπως το ήθελε ο Έλιοτ, αλλά μέσα στους σπασμούς μιας απόλαυσης μηχανικής και κούφιας, μπουχτισμένος από ευχαρίστηση και απελπιστικά κενός νοήματος, είναι για τον Ουελμπέκ η τελευταία φάση μιας μακραίωνης εξελικτικής διαδικασίας: ο δυτικός άνθρωπος απελευθερώθηκε σταδιακά από όλα του τα δεσμά (θρησκευτικά, ηθικά, ιδεολογικά) και τώρα πια αργοπεθαίνει από την πολλή ελευθερία. Πεθαίνει γιατί κατανοεί, επιτέλους, ότι δεν είναι τίποτα και πως δεν θα καταφέρει ξανά να γεμίσει το κενό με κάποιο παρηγορητικό ψέμα. Το τίμημα της ριζικής απελευθέρωσης της Δύσης από τις ψευδαισθήσεις της, είναι η ίδια της η εξαφάνιση, η προσέγγιση του τέρματος στην ιστορική της διαδρομή. Ο Ουελμπέκ το βλέπει αυτό, και το εκφράζει, καθαρότερα από τον καθένα. Εξ αυτού του γεγονότος, ίσως να είναι κι ένας από τους τελευταίους μεγάλους συγγραφείς της ετοιμοθάνατης Δύσης.



"Δεν υπάρχει έρωτας με ατομική ελευθερία, με ανεξαρτησία, είναι απλούστατα ψέμα, και μάλιστα ένα από τα πιο χοντροειδή που επινοήθηκαν ποτέ• έρωτας υπάρχει μόνο όταν υπάρχει επιθυμία εκμηδένισης, συγχώνευσης, ατομικού αφανισμού, ένα είδος ωκεάνιου αισθήματος, όπως λέγαμε παλαιότερα, κάτι πάντως που είναι, στο προσεχές μέλλον τουλάχιστον, καταδικασμένο.
(...)
Είτε είχε επιστρέψει είτε όχι, δεν άλλαζε τίποτε, ήξερα ότι δεν είχε διάθεση να με ξαναδεί, για εκείνη ήμουν παρελθόν και, για να πω την αλήθεια, ήμουν παρελθόν και για μένα τον ίδιο, είχα εγκαταλείψει οριστικά την ιδέα να συνεχίσω την καριέρα μου ως δημόσιου προσώπου, ή γενικότερα να έχω σχέσεις με τους ομοίους μου, με είχε αδειάσει, είχα ξοδέψει μαζί της τις τελευταίες μου δυνάμεις, τώρα είχα ξοφλήσει• είχε υπάρξει η ευτυχία μου, όμως επίσης είχε υπάρξει, όπως είχα εξαρχής διαισθανθεί, και ο θάνατός μου• αυτό το προαίσθημα, επιπλέον, δεν μ' έκανε να διστάσω καθόλου, είναι τόσο μεγάλη αλήθεια ότι πρέπει να συναντήσουμε το θάνατό μας, να τον δούμε τουλάχιστον μια φορά κατά πρόσωπο, ότι καθένας από μας βαθιά μέσα του το ξέρει, και ότι γενικά είναι προτιμότερο αυτός ο θάνατος, αντί για εκείνο το κοινό πρόσωπο της ανίας και της φθοράς, να έχει κατ' εξαίρεση το πρόσωπο της απόλαυσης."


-Μισέλ Ουελμπέκ "Η δυνατότητα ενός νησιού"

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

"Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που ίσως κάποτε να γράψω..." έγραψε ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 23/3/2018)

...............................................................


Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που ίσως κάποτε να γράψω...







έγραψε ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 23/3/2018)

Όταν οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι ο ουρανός είναι άδειος, ότι Θεός μπορεί και να μην υπάρχει (όταν το διαισθάνθηκαν, όχι όταν το συνειδητοποίησαν με λογικό τρόπο), επινόησαν την Τέχνη ως μεγάλη μεταφυσική παρηγοριά. Συντήρησαν το ψέμα, επέμειναν ως προς το ακέραιο της πίστης τους, δημιούργησαν οργανωμένες θρησκείες για να εγγυηθούν την κοινωνική τάξη και να θεμελιώσουν εξουσιαστικές δομές, αλλά βαθιά μέσα τους ήξεραν ότι παίζουν θέατρο. Ακόμα κι οι φανατικοί πιστοί που θυσίασαν τις ζωές τους στους θεούς τους, το έκαναν προκειμένου να τους κάνουν, μέσω του μαρτυρίου, να δώσουν σημάδια της ύπαρξής τους (δηλαδή οι πιστοί θυσιάστηκαν από αμφιβολία, όχι από σιγουριά: αν πίστευαν πραγματικά, όλες αυτές οι ακρότητες θα ήταν περιττές• οι θεοί, άλλωστε, ξέρουν ποιος λέει αλήθεια και άρα αξίζει να σωθεί). Με λακανικούς όρους, ο θρήσκος υποφέρει με σκοπό να προσδώσει με τον πόνο του υπόσταση στο ανώνυμο Πράγμα που υποστυλώνει νοηματικά την ύπαρξή του, για το οποίο ανησυχεί ότι μπορεί να μην είναι πάρα πλάσμα της φαντασίας του• ο Πόνος είναι αφηρημένος, όπως έγραφε ο Καμύ, χρησιμοποιείται πάντα ως μέσο για να γραπωθούμε από κάτι (το ίδιο συμβαίνει με τον ερωτικό πόνο ή τον πόνο της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου: υποφέροντας διατηρούμε μια σχέση με κάτι που απουσιάζει, και σ' ένα φαντασιακό επίπεδο το κάνουμε να βρίσκεται κοντά μας). Η Αντιγόνη που ξεροκέφαλα προκαλεί την Εξουσία και θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική τάξη γιατί θέλει να θάψει τον νεκρό αδελφό της, βάζει τη ζωή της σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου η θυσία της να δώσει υπόσταση στο Πράγμα εκείνο που χωρίς την πράξη της θυσίας θα παρέμενε αφηρημένο, σχετικό και ανυπόστατο: τη Δικαιοσύνη. Χωρίς τη θυσία της Αντιγόνης, η Δικαιοσύνη παραμένει στο επίπεδο του εν δυνάμει, είναι κούφιο κέλυφος, της λείπει το περιεχόμενο. Με τη θυσία περνάει στην τάξη του εν ενεργεία• υπάρχει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός του κόσμου. Κανείς δεν μπορεί να την αγνοεί πια, να υποδύεται ότι δεν τη γνωρίζει ή να πράττει σαν να μην υπήρχε. Αυτό είναι πάντα και το νόημα της αυτοθυσίας του επαναστάτη, του άγιου ή του εραστή. Οι άνθρωποι, δεν πιστεύουν ή δεν πιστεύουν αρκετά. Πράττουν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι υπάρχει κάτι, ένα νόημα, μια άνωθεν εγγύηση. Γι' αυτό η τέχνη είναι μια αθεϊστική δήλωση στην ουσία. Όταν κάνουμε τέχνη, φωνάζουμε προς τα βουβά ουράνια: "μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας, διαλέγουμε έτσι να παρηγορηθούμε". Κάθε φορά που συγκινείστε, με ένα τραγούδι, ένα ποίημα, μια ταινία, ένα θεατρικό έργο, έναν πίνακα ζωγραφικής, ένα μυθιστόρημα, επιβεβαιώνετε την προαιώνια υποψία ότι Θεός δεν υπάρχει, ούτε υπεριστορικό νόημα, ούτε αιώνιος σκοπός• και παράλληλα ξεκινάτε να βρείτε ένα άλλο μεταφυσικό αγκυροβόλι, κάτι σαν παρηγοριά, ένα ήσυχο, ασφαλές μέρος να ακουμπήσετε την ψυχή σας. Όπως όταν αγαπάτε.

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

"Σαν γιορτή και σαν παιχνίδι..." από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 23/3/2018)

..............................................................




 "Σαν γιορτή και σαν παιχνίδι..." 








 από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 23/3/2018)


«Γράφω για να καταστήσω όλους τους άλλους δυσανάγνωστους», αυτή ήταν η απάντηση που είχε δώσει ο τεράστιος Σελίν, όταν τον είχαν ρωτήσει σχετικά με τον σκοπό της συγγραφικής του δραστηριότητας (και το πέτυχε απόλυτα ο άτιμος! Αν συγκριθούν με τον Σελίν -και την υπέροχα ρευστή, ανεπιτήδευτα ποιητική, διαυγή, τέλεια δουλεμένη στις λεπτομέρειες, ρυθμικά ευφάνταστη, μελωδική πρόζα του -, οι περισσότεροι συγγραφείς, ακόμα και κάποιοι πολύ μεγάλοι, διαβάζονται με βαριά καρδιά, προκαλούν χασμουρητά στις βιβλιοθήκες του κόσμου, όπως έλεγε κι ο Μπουκόφσκι). Η ίδια απάντηση θα μπορούσε να είχε δοθεί κι από τον Μισέλ Ουελμπέκ, σε αντίστοιχη ερώτηση. Τελειώνοντας ένα απ’ τα ωραιότερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ποτέ στη ζωή μου, την εκπληκτική «Δυνατότητα ενός νησιού», συνειδητοποιώ ότι δεν ένιωσα σε κανένα σημείο, την παραμικρή πλήξη, δεν διέτρεξα ούτε μια σελίδα με την επιθυμία «να τελειώνω». Και μιλάμε για ένα έργο ασύλληπτα πυκνό σε επίπεδα, νοηματικές διαστρωματώσεις, πρωτότυπες ιδέες, κοινωνικοπολιτικές αιχμές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Είναι πολύ σπουδαία υπόθεση να παράγεις μεγάλη, μέγιστη τέχνη και να το κάνεις να φαίνεται τόσο αβίαστο, ευχάριστο και πηγαίο. Να μην φανερώνεις πουθενά την σκληρή προσπάθεια, τον δημιουργικό κάματο που κρύβεται πίσω απ’ την τέλεια κατασκευή σου (πρέπει να τονιστεί ότι αναφέρομαι στην υψηλή τέχνη και μόνο, όχι στις εκατοντάδες ανοησίες που γράφονται στο πόδι, προορισμένες να καταναλωθούν πρόχειρα και βιαστικά, έτσι όπως παράχθηκαν, για να διασκεδάσουν την πλήξη ανθρώπων που επιδιώκουν απλώς να πλήττουν ευχάριστα με ό,τι καταπιάνονται). Έτσι έβλεπε ο Νίτσε και τον βαθύ, αποκαλυπτικό στοχασμό: σαν γιορτή και χαρούμενο παιχνίδι. Όταν η μεγάλη δημιουργία, δίνει αυτή την αίσθηση του παιχνιδιού και της απόλαυσης, προκαλεί ευφορία - αντίθετα, οπουδήποτε γίνεται αντιληπτός ο τεράστιος κόπος κι η υπέρμετρη προσπάθεια, ένα αίσθημα βαρύ και δυσάρεστο καταλαμβάνει και τον αποδέκτη της.
Υπάρχουν ιλιγγιώδεις –από την άποψη της πολυπλοκότητας και του αισθητικού εκτοπίσματος- καλλιτεχνικές παραγωγές, που όσο θαυμασμό ή δέος κι αν προκαλούν, μεταδίδουν αυτούσιο το αίσθημα της κούρασης που υπήρξε προϋπόθεση της δημιουργίας τους. Μυθιστορήματα που λυγίζουν κάτω απ’ το βάρος της επιτηδευμένης λογοτεχνικότητάς τους (υπερβολικά πολλές λέξεις, διεσπαρμένες αφειδώς στις παραγράφους ώστε να χτυπούν στο μάτι, ανοικονόμητη διαπλοκή φράσεων, εξαντλητικός υφολογικός πλουραλισμός), μουσικές συνθέσεις που φορτώνουν το αυτί με έναν πληθωρισμό από νότες, κινηματογραφικές ταινίες που οι εικόνες τους δεν διανοίγουν δρόμους στο βλέμμα αλλά «μπουκώνουν» τα μάτια με την εξαντλητική τους οπτική συμφόρηση. Η μεγαλεπήβολη προσπάθεια των δημιουργών, ο ματαιόδοξος χαρακτήρας των υπέρμετρα φιλόδοξων εγχειρημάτων τους, είναι στοιχεία που βρίσκουμε ελαφρώς τροποποιημένα στην καπιταλιστική οικονομοτεχνική παραγωγή. Δεν έχει, τελικά, ιδιαίτερη σημασία αν το κίνητρο στη μία περίπτωση είναι το να δρέψει κανείς καλλιτεχνικές δάφνες και στην άλλη να συσσωρεύσει χρήματα ή να καταλάβει μια νευραλγική θέση εξουσίας. Ο καλλιτέχνης δεν είναι λιγότερο φιλόδοξος απ’ τον διευθυντή πολυεθνικής. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι διαφορετικό, αλλά η επιθυμία ανάδειξης, κυριαρχίας, επιβολής, είναι η ίδια, ή ακόμα και μεγαλύτερη, και μάλιστα σ’ ένα πρωταρχικότερο επίπεδο (τι είναι άλλωστε πιο σημαντικό; Να ελέγχεις τα σώματα, διαχειριζόμενος την εργατική τους δύναμη ή να εξουσιάζεις ψυχές και συνειδήσεις; ). Η ψυχολογία του –πάση θυσία- νικητή, είναι κοινή. Παραμένει αλώβητη η –αστική- αντίληψη ότι ένα καλό αποτέλεσμα σε οποιονδήποτε τομέα της κοινωνικής ζωής, είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και μόνο. Το καλό, ακόμα και το τέλειο προϊόν μιας άοκνης προσπάθειας, δεν παύει να είναι αξιοθαύμαστο. Στην τέχνη, όμως, η διατήρηση της αίσθησης του αυθόρμητου, παραμένει πολύτιμη. Η Ομορφιά είναι (ή τουλάχιστον, φαίνεται) απλή υπόθεση. Αναβλύζει και κυριεύει το πεδίο, οριοθετώντας το, χωρίς να πασχίζει γι’ αυτό.
Ο Μπαχ, δεν μας φορτώνει ποτέ, είναι αδύνατον να κουραστούμε ακούγοντάς τον. Η μουσική του, μοιάζει να ζωγραφίζει το υπαρκτό με νότες, σαν να μετουσιώνει την απλότητα και τη χαρά της φυσικής κατάστασης σε αρμονικούς ήχους. Άλλοι μεγάλοι δημιουργοί, επίσης, σε οποιοδήποτε είδος τέχνης (εκτός από τους προαναφερθέντες, Σελίν και Ουελμπέκ, αναφέρω ενδεικτικά τους Σαίξπηρ, Μπωντλαίρ, Καμύ, Μπόρχες, Κούντερα, Μότσαρτ, Βαμβακάρη, Άκη Πάνου, Dylan, Σαββόπουλο, Δεληβωριά, Χίτσκοκ, Τρυφώ, Γούντι Άλεν, αδερφούς Κοέν ), πείθοντάς μας ότι πίσω από την δημιουργική τους δραστηριότητα δεν κρύβεται κάποια εξαντλητική υπερπροσπάθεια, αλλά η γιορτινή ευφορία κι ο ενθουσιασμός του παιχνιδιού, μας φέρνουν αντιμέτωπους με τα πλέον σοβαρά ανθρώπινα ζητήματα, χωρίς να μας (τα) ζαλίζουν. Έχουμε δρόμο μέχρι να φτάσουμε ως εκεί (ίσως θα χρειαζόταν κι ένας άλλο κοινωνικοπολιτικό σύστημα), αλλά θεωρώ ότι στο μέλλον, η αξία ενός έργου θα μετριέται, κατά κύριο λόγο, κάπως έτσι. Ό,τι κουράζει, μπουχτίζει, εξαντλεί, μεταδίδει τη σκυθρωπή διάθεση με την οποία φτιάχτηκε, κάνοντάς μας σκυθρωπούς, όσο σπουδαίο κι αν είναι κατά τα άλλα, θα απορρίπτεται. Αντιθέτως, τα έργα εκείνα που, ανεξάρτητα απ’ το βάθος, τη νοηματική πυκνότητα και το μεγαλείο τους (ή, μάλλον, χάρη σ’ αυτά), θα μεταδίδουν μια δροσερή αίσθηση κεφάτης ευκολίας, θα αναγνωρίζονται ως τα πλέον επιτυχημένα και απαραίτητα.

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

"Η ντουλάπα με τους καθρέπτες. Οδός Κινκαμπουά. Παρίσι, 1932." από τον φίλο στο fb Steryios Mal (facebook, 3/10/2017)


...............................................................
 




Η ντουλάπα με τους καθρέπτες.
 
Οδός Κινκαμπουά. Παρίσι, 1932.

Σε πρώτο πλάνο,ένας ντυμένος άνδρας στέκεται μπροστά στον καθρέπτη της ντουλάπας.Η πλάτη του στον θεατή,τα χέρια του κρυμμένα μπροστά του.Ίσως λύνει την γραβάτα του,ίσως ξεκουμπώνει το πουκάμισό του.Στο δεύτερο πλάνο,ο καθρέπτης δείχνει μια ολόγυμνη γυναίκα με στραμμένη τη πλάτη της.
Ο συνδυασμός των δύο πλάνων εξηγεί τον παρόντα χρόνο της σκηνής :ο θεατής είναι μάρτυρας μιας στιγμής σ'έναν οίκο ανοχής.
Όμως ο Μπρασάι με την θέση των δυο σωμάτων, μεγαλώνει την εικόνα.Δεν στρέφουν τις πλάτες τους μόνο στον θεατή,το ίδιο κάνουν και μεταξύ τους.Στην εικόνα απουσιάζει εμφανώς οποιαδήποτε σχέση των δύο,κάποιο ίχνος θέρμης,μια έλξη έστω.Ψυχρότητα μόνο,χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο.
Οι σπουδαίοι φωτογράφοι τις περισσότερες φορές βγάζουν φωτογραφίες επειδή δυσκολεύονται να γράψουν μικρά διηγήματα.

L'ARMOIRE A GLACE, RUE QUINCAMPOIX, PARIS by BRASSAI,1932.