Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

«Το χιόνι» διήγημα του Τάσου Καλούτσα (γ. 1948) από τη συλλογή διηγημάτων του «Η ωραιότερη μέρα της» (εκδ. Μεταίχμιο, 2010)

 ..............................................................









Τάσος Καλούτσας (γ.1948)




·        «Το χιόνι»

διήγημα του Τάσου Καλούτσα (γ. 1948) από τη συλλογή

διηγημάτων του «Η ωραιότερη μέρα της» 

(εκδ. Μεταίχμιο, 2010)

 

ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ Ν’ ΑΝΕΒΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ μιας θείας του να λουστεί, γιατί δεν προλάβαινε. Αν γυρνούσε στο σπίτι του και τον έπαιρνε χαμπάρι η σακάτισσα η μάνα του να σενιαρίζεται, θα ξανάρχιζε τις γκρίνιες. Καθώς στέγνωνε βιαστικά τα μαλλιά του, η θεία του στεκόταν και τον περιεργαζόταν χαμένη στις σκέψεις της. «Πού θα πας τώρα;» τον ρώτησε. «Χμ… άσε, θεία… σε μια συνάντηση…» της πέταξε ο Ρήγας, χωρίς να την κοιτάζει. «Συνάντηση με τον Χριστό…» συμπλήρωσε η θεια του σιγανά, πώς της ήρθε, ήτανε και λίγο θεούσα. Ή μπας και τον δούλευε; του πέρασε από το μυαλό.

   Έφταιγε αυτός που μαρτυρούσε στη μάνα του – έστω ξώφαλτσα τις περισσότερες φορές – κάποια μυστικά απ’ τη ζωή του. Όπως για παράδειγμα, ότι είχανε αρπαχτεί πάλι με τη δικιά του…  

   Η γριά Λουλού, για παραπάνω από είκοσι χρόνια άφαντη στη γειτονιά – ο κόσμος έλεγε πως από τότε που είχε βγει στη σύνταξη κλείστηκε μέσα και δεν άνοιξε παντζούρι! – και τώρα πια καθηλωμένη στο κρεβάτι της, με ξαναμμένο πρόσωπο, επέμενε να τον ρωτάει. Τα είχε θαλασσώσει πάλι και ήταν ευκαιρία να ξεκόψει. Δεν το ισχυριζόταν ο οποιοσδήποτε, αλλά αυτή, ο μοναδικός «φύλακας άγγελός» του, από τότε που έχασαν τον πατέρα του. Ας φαινόταν πως ήταν ο Ρήγας που είχε την έγνοια της και τον περισσότερο καιρό έσκυβε πάνω της. Τα λόγια της συνταξιούχας κυρα-δασκάλας βούιζαν μελίσσι στ’ αυτιά του, το κεφάλι της, ξέμαλλο κουκούλι, σάλευε επιτιμητικά. Λόγια πικρά ή σαχλαμαρίσματα, ανακατεμένα συχνά με βρισιές και περικοπές του Ευαγγελίου. Για να καταλήξει σχεδόν πάντα στη γνωστή επωδό:

   «Άντε να βρεις καμιά δουλειά, που ‘σαι γκαντέμης και δεν στεριώνεις πουθενά, κι ένα κορίτσι της προκοπής, να νοικοκυρευτείς! Χαράμισες τη ζωή σου μ’ αυτές τις παστρικές, που τις κυλάει ο ένας κι ο άλλος…»

   Βαριές κουβέντες, που τις άκουγε χωρίς να σηκώνει το κεφάλι του απ’ τον υπολογιστή· έπρεπε όμως να τις καταπίνει, αν ήθελε να μην της ανεβάσει την πίεση ή να την έβλεπε να ξαναχώνει για χάρη του βαθιά το χέρι του στο κομπόδεμά της. Στο τέλος τέλος το ίδιο σπίτι μοιράζονταν, απ’ αυτό το κομπόδεμα ζούσε σχεδόν πλουσιοπάροχα κι ο ίδιος, κοντά στα πενήντα του, κι έπρεπε να την προσέχει ως κόρη οφθαλμού. «Άλλαξαν τα πράγματα. Δεν είναι πια όπως τα ήξερες…» φρόντιζε να της επισημάνει και ξεγλιστρούσε σαν κλέφτης απ’ το σπίτι.

  Δεν είχε αντέξει άλλο όμως, γι’ αυτό και της τηλεφώνησε να ξαναβρεθούνε. Για να τη δελεάσει, της είχε υποσχεθεί πως θα της έδινε κάτι· ίσως με αυτό που είχε σκαρφιστεί να τα ξαναβρίσκανε. Το ραντεβού ήταν λίγο πιο πέρα απ’ το περίπτερο κι εκείνη ήρθε όπως πάντα με σχετική καθυστέρηση, δηλώνοντας πως δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της.

   «Να με πας να δω το χιόνι!» απαίτησε μόλις μπήκε στ’ αμάξι.

   Το περίμενε. Και πώς ήταν δυνατόν να φαντάζεται πως δεν θα του άρεσε κάτι τέτοιο; Μέχρι και στον ύπνο του το είχε ονειρευτεί το χιόνι αυτές τις μέρες. Όχι σαν εκείνο, στο γνωστό διήγημα του Τζόις, που κάλυπτε τα πάντα, προμηνώντας τον θάνατο, όπως έλεγε κι ένας φίλος του που διάβαζε πολλά βιβλία. Όπως το εννοούσε ο Ρήγας, το χιόνι ανανέωνε την ομορφιά του κόσμου κι έκανε πάλι απ’ την αρχή φρέσκια, αθώα κι επιθυμητή την όψη της πραγματικότητας. Μόνο με την πρωτόγνωρη γλύκα μιας νέας, δυνατής ερωτικής σχέσης θα μπορούσε να παρομοιάσει το μαγικό αίσθημα που του δημιουργούσε. Αλλά βέβαια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως όταν πλάκωνε η νύχτα και το γύριζε στην παγωνιά, θα μπορούσε κι αυτό ασφαλώς να γίνει επικίνδυνο. Απλά πράγματα, μόνο που τον είχε παρεξηγήσει.

   Ο καβγάς τους εκείνο το βράδυ είχε ξεσπάσει γιατί της είχε αρνηθεί ν’ ανεβούν στο γειτονικό βουνό να δουν το χιόνι. Το αμάξι πατινάριζε κι έκανε χορευτικά πάνω στον πάγο. Της εξήγησε ότι δεν είχε καινούργια λάστιχα, ούτε αλυσίδες. Προτιμότερο να πηγαίνανε για φαΐ, κάπου στην πόλη. Εκείνη δεν το έβρισκε καθόλου ρομαντικό : «Να υπάρχει αυτή η μαγεία γύρω μας» είπε δείχνοντας το ασπρισμένο σκοτάδι «κι εσύ να θες να πας για φαΐ… Δεν είσαι όπως σε γνώρισα, έχεις αλλάξει!». Δεν καταλάβαινε ότι άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Πιο απλά: Δεν τον καταλάβαινε. Πώς ήταν δυνατόν να μαλώνουν για ένα ζήτημα στο οποίο κατά βάθος συμφωνούσαν απόλυτα; Μήπως έπρεπε να το πάρουν απόφαση, μετά απ’ αυτό, ότι η σχέση τους είχε αρχίσει να φθείρεται; Κι όμως έτσι είχε γίνει. Χαλάσανε τις καρδιές τους, γυρίσανε χωρίς να μιλάνε.

   Το έριχνε ψιλό ψιλό. Τώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι κι υποτίθεται πως δεν υπήρχε πια κανένας φόβος. Άλλωστε της το είχε τονίσει «Τη μέρα δεν το φοβάμαι» και δεν μπορούσε να κάνει πίσω.

   Πέρασαν τις στροφές, έφτασαν ψηλά, θαυμάζοντας το χιονισμένο τοπίο. Ο ουρανός κρεμασμένος, σύννεφα βαριά ακουμπούσαν σε μια ξεπλυμένη γαλάζια γραμμή. Στο κράσπεδο δεξιά τους βρόμικη παγωμένη κρούστα, την απέφευγε. Όσο μπορούσε στη μέση του δρόμου.

   Μπήκανε στο ίσιωμα που οδηγούσε στο χωριό, στην πλαγιά του βουνού. Σε λίγο άρχιζε ο ανήφορος, αρκετά απότομος και γλιστερός. «Μήπως θα έπρεπε να γυρίσουμε;» τη ρώτησε. Έπιασε ένα βλέμμα της λοξό, χολωμένο.

   Συνέχισε μέχρι την πλατεία. Ήθελε να κάνει μανούβρα και δεν έβρισκε το σωστό μέρος. Χώθηκε σ’ ένα στενό. Και τότε διαπίστωσε ότι δεν έλεγχε το αμάξι. Μπατάρισε από τη δεξιά πλευρά σε μια γούβα, δίπλα σ’ ένα χαντάκι. Χαμήλωσε το κλιματιστικό – αυτό έφταιγε που τον έκοψε κρύος ιδρώτας; Εκείνη δεν μιλούσε.

   Είχαν κολλήσει. Δυο τύποι στράφηκαν και τους κοίταξαν. Μετά, αδιάφοροι, τους γύρισαν την πλάτη κι απομακρύνθηκαν. Κάθε τόσο κοντοστέκονταν και τους έριχναν ένα βλέμμα. Κι αυτός ντρεπόταν να τους φωνάξει να σπρώξουν. Ξεφύσηξε.

   «Γιατί χώθηκες εδώ μέσα;» άκουσε αυστηρή της φωνή της να ρίχνει το βάρος πάνω του. Δεν της απάντησε. Προσπάθησε πάλι. Το αμάξι ταρακουνήθηκε, το μπροστινό λάστιχο δάγκασε σε μια γωνιά το τσιμέντο, βγήκε από τη λακκούβα. «Μόνο μην εμφανιστεί τώρα κανείς από απέναντι και χρειαστεί να πατήσω φρένο» της είπε. «Δεν έπρεπε ν’ ανεβούμε ως εδώ πάνω χωρίς αλυσίδες» πρόσθεσε.

   «Και να μη χαρούμε το χιόνι; Τόσο καιρό έχουμε να το δούμε…»

   Το αμάξι τσουλούσε με πρώτη στην κατηφοριά.

   «Να ένα χωράφι άδειο. Έλα να παίξουμε χιονιές…» την προκάλεσε.

   «Μα τι λες, δεν έχω φέρει τα γάντια μου… Με γυμνά τα χέρια μου; Θες να με παγώσεις;»

   Μια μυγιάγγιχτη πριγκίπισσα του χιονιού, σκέφτηκε. Ένα καλομαθημένο πλάσμα σαν φανταχτερό λεπτεπίλεπτο πουλί που δραπέτευσε για λίγο απ’ το κλουβί του κι έπεσε στα χέρια του. Κι όμως του άρεσε. Άλλοτε βέβαια τέτοιες σκέψεις μαστίγωναν περισσότερο τον πόθο του, τώρα μάλλον τον εκνεύριζαν. Και, φυσικά, ακατανόητα πεισμωμένη μαζί του, από προχτές.

   «Ας το δούμε μόνο… Δεν είναι υπέροχο;» του είπε.

   Ένιωσε το τιμόνι να βαραίνει από τη μια μπάντα. Αν το άφηνε, το αμάξι έστριβε προς τ’ αριστερά. «Να πάρει!» χτύπησε τη γροθιά του.

   «Τι έγινε πάλι;»

   «Το λάστιχο» της είπε «τρύπησε – δεν βλέπεις πώς πάμε;»

   Προσπάθησε να κάνει όσο γινόταν στην άκρη του δρόμου, αλλά πάλι εμπόδιζε την κίνηση. Μεγάλη ατυχία να τους συμβεί αυτό στο συγκεκριμένο σημείο. Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό τώρα. Τ’ αυτοκίνητα σέρνονταν αργά κι από τις δυο κατευθύνσεις, η δημοσιά ήταν γυαλί και χρειαζόταν πολλή προσοχή.

   «Την πατήσαμε» την άκουσε να λέει. «Και τώρα;»

   Οι χοντρές νιφάδες διαλύονταν μόλις άγγιζαν το τζάμι. Ο Ρήγας πάτησε μια βλαστήμια. Ήξερε καλά τι σήμαινε αυτό. Ούτε κινητό είχαν, ούτε οδική βοήθεια μπορούσε να γυρέψει. Κι έμειναν στο πιο άβολο μέρος.

   «Τι γίνεται τώρα; Και πρέπει να πάρω το παιδί από το σχολείο… Υποσχέθηκα στη μικρή πως θα βρίσκομαι εκεί στην ώρα μου» του είπε. Ο άντρας της έλειπε σε πολυήμερο ταξίδι, ήταν σύμβουλος σε μια εταιρεία και επέστρεφε την επομένη. «Νόμιζα ότι θα μου έδινες κάτι» συμπλήρωσε σιγανά. «Δεν φανταζόταν ότι θα μπλεχτούμε σ’ αυτή την περιπέτεια».

   «Α, ναι, τις φωτογραφίες…» Έβγαλε τον φάκελο απ’ το ντουλαπάκι. Φωτογραφίες δικές τους, ξεχασμένες, που τις κρατούσε εκεί σαν μια ύστατη πρόφαση να την ξαναδεί. Όταν εκείνη τις πήρε στα χέρια της, κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της, σαν να καραδοκούσε κάποια αντίδρασή της.

   Ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Αυτήν εδώ πότε τη βγάλαμε;» αναφώνησε, δείχνοντας με έκπληξη μια φωτογραφία.

   Ήταν όλες από μια κοντινή εκδρομή που είχανε κάνει οι δυο τους στα περίχωρα, τον καιρό που είχανε γνωριστεί, την περασμένη άνοιξη. Στη συγκεκριμένη, όμως, το τοπίο πίσω τους φαινόταν χιονισμένο, ενώ στις άλλες κυριαρχούσε το ανοιξιάτικο πράσινο.

   «Τότε… στις αρχές…» της είπε, προσπαθώντας να φανεί όσο γινόταν πιο πειστικός ο τόνος της φωνής του.

   «Δεν καταλαβαίνω…»

   «Μπορείς, αν θες, να πάρεις το λεωφορείο» άλλαξε την κουβέντα ο Ρήγας, λες και το μόνο που ήθελε ήταν απλώς να κεντρίσει την περιέργειά της, κι όχι να δώσει εξηγήσεις. «Προλαβαίνεις».

   Τον κοίταζε αμίλητη, η απορία ακόμη ζωγραφισμένη στη μορφή της.

   «Εγώ θα μείνω» ξανάπε αποφασιστικά. «Πρέπει ν’ αλλάξω το λάστιχο».

   Πρόσεξε που το ζύγιζε με το μυαλό της, και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. «Εντάξει» του είπε μετά. Την είδε ν’ ανοίγει την πόρτα της, τον άφηνε.

   «Τουλάχιστον είδες το χιόνι» της έκανε, με νόημα. «Αυτό δεν ήθελες;»

   «Ναι, αλλά όχι με τέτοιες συνθήκες…»

   Είχε την αίσθηση πως με αυτές τις φράσεις γραφόταν και ο επίλογος της ιστορίας τους.

   Κατευθύνθηκε προς τη στάση κι ούτε πρόλαβε να τη ρωτήσει αν θα ξανατηλεφωνηθούν ή αν θα την ξανάβλεπε ποτέ.

   «Θα σ’ αφήσει κι αυτή», βαρυγκωμούσε, σειόντας το πολύπειρο κεφάλι της η κυρα-Λουλού, «όταν πάρει αυτό που γυρεύει από σένα, θα σε παρατήσει…». Τι γύρευε, αλήθεια; Και ήταν τάχα κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που της είχε πάρει κι εκείνος; Φυσικά η μάνα του δεν ήξερε πολλά πράγματα για το ξεκίνημα της ιστορίας, για τη γλύκα που έζησαν στην αρχή, ούτε για τα συναισθήματα που δημιουργούσε στις ψυχές τους η έλευση του χιονιού (τι σήμαινε, ιδιαίτερα, για τον Ρήγα), αλλά ήξερε τα πάντα για το τέλος. Το κάθε τέλος. Και να τώρα που εκείνη τον εγκατέλειπε, καταπώς είχε προβλέψει ο άγγελός του.

   Άραγε θα μπορέσει να το καταλάβει; αναρωτιόταν, καθώς μέσα του καταστάλαζε μια πίκρα. Είχε θυσιάσει πολλή ώρα στον υπολογιστή για ν’ αλλάξει στη φωτογραφία το φυσικό τοπίο πίσω τους – του άρεσαν πολύ τέτοια τεχνάσματα – και να υπαινιχθεί έτσι, με τον τρόπο του, πόσο δυνατό ήταν το αίσθημα που τους ένωνε τότε…

   Κι εκείνη τη στιγμή άκουσε το κορνάρισμα και πήρε το μάτι του απ’ τον καθρέφτη τον άλλο που ήρθε και κόλλησε πίσω του. Τον έβλεπε που δεν μπορούσε να ξεκουνήσει και στριφογυρίζαν οι ρόδες του αμαξιού του στη γλίστρα. Ήρεμα, φίλε μου, ήρεμα, ήταν το πρώτο που σκέφτηκε κι έκανε ν’ ανοίξει την πόρτα του, να του εξηγήσει.

   Ο άντρας είχε κατεβάσει το τζάμι κι η φωνή του έφτανε οργισμένη.

   «Τον Χριστό μου!» βλαστήμαγε, χτυπώντας τη γροθιά του απειλητικά στο τιμόνι.

   Μισόκλεισε τα μάτια του. Το φρεσκολουσμένο κεφάλι του κρύωνε και θυμήθηκε τη θεια του.

   Σ’ ένα δευτερόλεπτο ήρθε κι η μάνα του, χαμήλωσε σαν ίσκιος πάνω του.

   «Φώναξες;» τον ρώτησε.

          

   

  


"Κοινότητα σκοτεινών προσώπων" από τον φίλο στο fb ποιητή & συγγραφέα Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 28.2.2021)

 ...............................................................


Κοινότητα σκοτεινών προσώπων





από τον φίλο στο fb ποιητή & συγγραφέα Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 28.2.2021)




Τι κοινό μοιράζονται τα δύο σκοτεινά πρόσωπα που μονοπωλούν την επικαιρότητα και το δημόσιο ενδιαφέρον όλες αυτές τις μέρες - ο Δημήτρης Λιγνάδης και ο Δημήτρης Κουφοντίνας; Εννοώ, έξω από το μικρό τους όνομα;
Είναι και οι δυο τους πρόσωπα, σύμβολα, εμβλήματα της συλλογικής μας παρακμής. Σηματωρό του είχε τον τυφλό ηδονισμό ο πρώτος, εκείνον τον άρρωστο εγωτισμό που καίει τα πάντα στο διάβα του (το θέατρο, την παιδεία, τον έρωτα...) για ένα ξέδομα της στιγμής και για την επιβράβευση την απατηλή του προβολέα. Κήρυκά του είχε τον τυφλό βολονταρισμό ο δεύτερος, τον οργίλο μοραλισμό που μοιράζει τον κόσμο σε άσπρο και μαύρο και που ως άλλος Ρασκόλνικωφ ή Ρομπέν έχει βαλθεί αυτοπρόσκλητος να τιμωρήσει τους κακούς.
Και οι δύο είναι όψεις του μεταπολιτευτικού μας μηδενισμού. Άνθρωποι τόσο ερωτευμένοι, τόσο απορροφημένοι από τον εαυτό τους ώστε να αναγορεύουν σε ιδεώδες την εξουσία τους, και τον έσχατο αναβαθμό της, την καταδυνάστευση του άλλου. Άνθρωποι τόσο απεγνωσμένοι, που έφτασαν να βρίσκουν το νόημα της ζωής τους στον πόνο.
Ο Μπερντιάγεφ έχει γράψει μερικές ιδιοφυείς σελίδες για εκείνον τον δαίμονα της ρωσσικής επανάστασης, όπως τον ονομάζει, τον Νικολάι Γκόγκολ. Για την αδυναμία του να πλάσει χαρακτήρες, ήρωες θετικούς, και την τάση του, πρόδρομο του εξπρεσσιονισμού, να βλέπει στα πάντα γύρω του καρικατούρες, γκροτέσκα τέρατα. Μόνο που ο Γκόγκολ, τον δαιμονισμό του τον έκανε λόγο, την απόγνωσή του τέχνη μέγιστη. Κι αυτή δεν ήταν πρότυπο αξιομίμητο αλλά σκιάχτρο αποτροπιαστικό.


Οι παραστάσεις του Λιγνάδη, αντίθετα, ήταν πάντα όπως τα γραψίματα και τα λόγια του Κουφοντίνα: διανοητικοί ακκισμοί, ερωτοτροπίες με το αδιέξοδο, εξυπνακισμοί που περνούσαν για πρόταση στους αγωνιώντες ή τους ανιώντες (πόσο συχνά τα δύο αυτά συμπίπτουν...), ενώ δεν ήταν παρά πόζα και ψευδαισθητικό πυροτέχνημα.
Γιατί ακόμη και τώρα οι δυο αυτοί γοητεύουν; (Και γοητεύουν όντως πολλούς...) Μα πάντα το κενό, το χαίνον σκότος, είναι γοητευτικό, από γεννησιμιού μας μας θέλγει όπως οι μαύρες τρύπες ελκύουν τα άστρα και τους πλανήτες τριγύρω. Όταν η ολίγη πίστη ότι καθένας από μας μπορεί να αλλάξει έστω και λίγο, έστω και πρόσκαιρα τα πράγματα γύρω του προς το καλύτερο, όταν και η ελάχιστη πίστη αυτή εξατμιστεί, τη θέση της παίρνει αρχικά η παραίτηση, ύστερα ο υπαρξιακός μηδενισμός, μετά ο τυραννικός κυνισμός, και στο τέλος, άφευκτος πάντα, ο πόθος της αυτοκαταστροφής.
Δεν έχει σημασία αν ο ένας βάφτιζε την αυτοκαταστροφή του του Θέατρο και Έρωτα, κι ο άλλος Δίκη και Επανάσταση. Αυτοκαταστροφή ήταν. Σαν κι αυτή την αυτοκτονία και αυτοκατάργηση με την οποία ερωτοτροπούμε χρόνια πολλά τώρα όλοι μας σ' αυτόν τον τόπο.
(Να ευχηθώ, ενδεχομένως, το αδύνατο; Κι οι δυο τους να ζήσουν ακόμη χρόνια πολλά και να γεράσουν, όσο γίνεται και όσο οι πράξεις τους οι ίδιες το επιτρέπουν, ανώδυνα. Μακριά από τα σαρκοβόρα φώτα της δημοσιότητας. Συγχωρημένοι στις καρδιές των θυμάτων, και ξεχασμένοι φιλάνθρωπα απ' όλους.)

"Ο Κοραής και η οφειλόμενη ανταπόδοση στην Αϊτή" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή, 21.2.2021)

 ...............................................................


Ο Κοραής και η οφειλόμενη ανταπόδοση στην Αϊτή





έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή, 21.2.2021)









Νωρίς είν’ ακόμα. Τα πρώτα σημάδια πάντως δείχνουν ότι ούτε η εμβληματική επέτειος των δύο αιώνων από την Επανάσταση δεν θα μικρύνει την απόσταση που χωρίζει την ιστορία των ιστοριογράφων από την ιστορία που διδασκόμαστε στα σχολικά θρανία αλλά και στα στασίδια των εκκλησιών, στις καρέκλες των πανηγυρικών, στους καναπέδες της τηλεοπτικής μετεκπαίδευσης και βέβαια όρθιοι, σε στάση προσοχής, στα στρατόπεδα. Δεν έχουν φυσικά όλοι οι ιστορικοί την ίδια άποψη για κάθε πτυχή του Αγώνα, σε αρκετά όμως συμφωνούν από καιρό.


Συμφωνούν λ.χ. ότι οι εθνικοί θρύλοι, όσο ωφέλιμοι κι αν θεωρήθηκαν παλαιότερα, μόνο βαρίδια καταποντισμού της γνώσης είναι πια. Ή ότι η Επανάσταση δεν κηρύχτηκε στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου, και μάλιστα με τον τελετουργικό τρόπο που φαντάστηκαν και σταδιακά επέβαλαν η ζωγραφική και η ποίηση (περίπου όπως συνέβη και με το Κρυφό Σχολειό), βασισμένες στις περιγραφές που επινόησε η φαντασία του Πουκεβίλ. «Στην Αγία Λαύρα δεν βρισκόταν κανείς στις 25 Μαρτίου», διαβάζουμε στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών. Ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στα Απομνημονεύματά του.

Θα συνεχίσουμε λοιπόν και μετά τη φετινή επέτειο να ερίζουμε για το δικό μας ομηρικό ζήτημα. Για το ποια είναι η χρονική και γεωγραφική γενέτειρα της Επανάστασης. Ποια από τις αρκετές που έχουν προταθεί συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες, βάσει στοιχείων όμως και όχι βάσει ανομολόγητων επιθυμιών. Οι εξεγέρσεις μολαταύτα δεν ξεσπούν βασισμένες σε κάποιο αυστηρό σενάριο. Δεν είναι κινηματογράφος, Ιστορία είναι. Οσο μελετημένη κι αν ήταν η προεργασία της Φιλικής Εταιρείας, κανένα μέλος της δεν πίστευε ότι μπορεί να υπαγορεύσει στην Ιστορία τον βηματισμό της. Κανένας επίσης, Φιλικός και μη, δεν θα σκέφτηκε πως το θαυμαστό που μόλις γεννιόταν ήταν αυστηρώς προσωπική του υπόθεση, με σκοπό τη δόξα, τη δική του πρώτα κι ύστερα της πατρίδας.

Μάλλον λοιπόν θα κουνούσαν όλοι με θλίψη το κεφάλι, αν μάθαιναν πως η αυτοβιογραφία του προσώπου που ανέλαβε να οργανώσει την εμβληματική επέτειο πρωτοκυκλοφόρησε στο Οστιν του Τέξας, το 2013, με τον σεμνότητας σημαντικό υπότιτλο «Life, love, and one woman’s Olympic effort to bring glory to her country». Πρωτοπρόσωπος ο τίτλος, «My Greek drama», αποδόθηκε ακαριαία στα ελληνικά με το μονολεκτικό «Γιάννα» (εκδόσεις Λιβάνη). Εμπορικώς λογικό και ωφέλιμο. Εξίσου ωφέλιμη υπήρξε η παράλειψη του αγγλικού υποτίτλου. Οι πιθανοί αγοραστές, ενοχλούμενοι από τον δοξοκομιστικό αυτοέπαινο, από το «Hellas c’est moi» στο οποίο θα μεταφραζόταν «η προσπάθεια μιας γυναίκας να φέρει δόξα στην πατρίδα της», θα απέστρεφαν το βλέμμα τους από το βιβλίον τούτο, ψιθυρίζοντας ίσως μελωδικά «όλη η γκλόρυ, όλη η χάρη». Θα έχαναν έτσι την ευκαιρία να πληροφορηθούν, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία, πως η κ. Γιάννα Αγγελοπούλου, «προδομένη», «βρέθηκε αιφνιδίως σε καλή παρέα με τον Σωκράτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Φειδία, τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον Αλκιβιάδη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο και αμέτρητους άλλους», που «είχαν προδοθεί, είχαν εξοστρακιστεί, είχαν παραμεριστεί, είχαν αναθεματιστεί, ή τους είχε δοθεί ακόμη και το κώνειο». Θα έχαναν δηλαδή την ευκαιρία να καταλάβουν γιατί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να της αναθέσει τη νέα «εθνική προσπάθεια», τον εορτασμό της επετείου και την αναβάθμιση του ελληνικού μπραντ νέιμ: για να ανταμείψει έναν άνθρωπο αδικημένο και προδομένο.


Ας επιστρέψουμε όμως στα της γεννήσεώς μας. Δύο μέρες πριν από τη θρυλούμενη ιεροπραξία της Αγίας Λαύρας, στις 23 Μαρτίου, οι επαναστάτες μπήκαν στην Καλαμάτα και την κατέλαβαν. Στην κεφαλή τους ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Χωρίς καμία καθυστέρηση, η Επανάσταση διεκδικεί διεθνή φωνή και υπόσταση. Την ίδια κιόλας μέρα ο Πετρόμπεης, ως «αρχιστράτηγος του σπαρτιατικού και του μεσσηνιακού στρατού», εκδίδει προκήρυξη με τον τίτλο «Προειδοποίησις εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς, εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών στρατευμάτων και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου»: «Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη και υψώθησαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν της βδελυράς τυραννίας. […] Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον βαρύτατον ζυγόν, τον απετίναξεν, και άλλο δεν φρονεί, ειμή την ελευθερίαν. […] Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και διά χρημάτων, και διά όπλων, και διά συμβουλής». Διεκδίκηση της οφειλόμενης ανταπόδοσης.

Δύο μήνες αργότερα, στις 25 Μαΐου, η Μεσσηνιακή Σύγκλητος και ο Πετρόμπεης απευθύνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Προκήρυξη» προς τους «Ανδρες της Αμερικανικής Συμπολιτείας». «Ημείς», λένε, «σας νομίζομεν πλησιεστέρους παρά τα γειτονεύοντα με ημάς έθνη, και σας έχομεν φίλους και συμπολίτας και αδελφούς, διότι είσθε δίκαιοι, φιλάνθρωποι και γενναίοι». Ποιο τεκμήριο δικαιοσύνης επικαλούνται; «Ελευθέρως και ευτυχώς ζώντες επιθυμείτε να μετέχωσιν όλοι οι άνθρωποι από τα αυτά αγαθά, και να απολαύωσιν όσα δικαιώματα η φύσις εις όλους εξίσου εμοίρασεν. Εσείς πρώτοι εκηρύξατε τα δικαιώματα ταύτα, και πάλιν πρώτοι εσείς τα εσεβάσθητε, αποδίδοντες εις τους αποκτηνωμένους Αφρικανούς ανθρώπινον αξίωμα».

Αν οι συντάκτες της προκήρυξης μπορούσαν να ρωτήσουν τον Αδαμάντιο Κοραή, ίσως τους έλεγε ότι, τουλάχιστον στο επίπεδο του στοχασμού, εκείνος που πρώτος κήρυξε την ελευθερία και την ισότητα των ανθρώπων βασιζόμενος στο φυσικό δίκαιο, και μάλιστα στον «Μεσσηνιακό λόγο» του, ήταν ο Αλκιδάμας, σοφιστής του 4ου αιώνα π.Χ. από τη μικρασιατική Ελαία. Ο ίδιος ο Κοραής, από κοινού με άλλους Ελληνες λογίους της Δύσης, αναζητώντας συμμάχους και βοήθεια, είχε προσφύγει με επιστολή του στον Ιωάννη Βόγιερ, κυβερνήτη του Χαϊτίου, δηλαδή τον Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ της βασανισμένης από τον γαλλικό ζυγό Αϊτής. Με τη συγκινητική απαντητική επιστολή του ηγέτη της, στις 12 Ιανουαρίου 1822, που είχε τον τίτλο «Ελευθερία… Ισότης», η φτωχή Αϊτή της Καραϊβικής, που το 1804 είχε καταστεί το πρώτο ανεξάρτητο κράτος μαύρων στον Νέο Κόσμο, γίνεται η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει την Επανάσταση και την ανεξάρτητη Ελλάδα.

Της το οφείλουμε. Εσαεί. Και καμιά σημασία δεν έχει το ότι δεν έφτασε ποτέ εδώ το καράβι με τους λιγοστούς εθελοντές και τους 45 τόνους καφέ που μας έστειλε. Οφείλουμε την ανταπόδοση. Ουδείς λόγος να παρακαλούμε τον Πούτιν, τον Μπάιντεν, τον Μακρόν, τον Κάρολο να έρθουν για να τιμήσουν και να τιμηθούν από την 25η Μαρτίου. Ας επιλεγεί ως τιμώμενη χώρα η Αϊτή, η πρόταση έχει ήδη κατατεθεί. Κι ας στείλουμε κι εμείς ένα καράβι συνδρομής, συμβολικά, με δικά μας αγαθά, ελιές και λάδι. Και χειρουργικές μάσκες ίσως. Γιατί η Αϊτή, ταλανισμένη επί δεκαετίες από εμφυλίους, τυραννικά καθεστώτα και ξένες επεμβάσεις, παραμένει ενδεής.

"Με τη ζυγαριά στο χέρι" Μ.Ελευθερίου-Μ.Θεοδωράκης με τη Μαρία Δημητριάδη (youtube)

 ............................................................


"Με τη ζυγαριά στο χέρι"

στίχοι Μάνος Ελευθερίου

μουσική Μίκης Θεοδωράκης

τραγούδι Μαρία Δημητριάδη


Από τον δίσκο «Μήπως ζούμε σ’ άλλη χώρα;»


Την καρδιά μου να μπορούσα
να σου την ταχυδρομούσα
να στη στείλω συστημένη
να διαβάσεις τι συμβαίνει

Με τη ζυγαριά στο χέρι
μού 'στησες κρυφό καρτέρι
λες και της καρδιάς το φύλλα
είναι βύσσινα και μήλα

Τι καρδιά κακούργου νά 'χα
είκοσι χρονών μονάχα
και το λες όπου γυρίζεις
και μου το καταλογίζεις

Με τη ζυγαριά στο χέρι
μού 'στησες κρυφό καρτέρι
λες και της καρδιάς τα φύλλα
είναι βύσσινα και μήλα


Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

"Ακριβή μου ιθαγένεια" έγραψε η Βαρβάρα Παπαδοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 26.2.2021)

 ..............................................................


 
               Ακριβή μου ιθαγένεια




έγραψε η Βαρβάρα Παπαδοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 26.2.2021)

Αν δεν ήταν η προσωπική ζωή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, τα κόλλυβα και η φανουρόπιτα, η ελληνική κοινή γνώμη δεν θα είχε ιδέα για το τι εστί εξετάσεις για την απόκτηση ιθαγένειας από μετανάστες που ζουν χρόνια στην Ελλάδα. Χάρη στη γραφικότητα και το μη συνάδον με την αναμενόμενη σοβαροφάνεια πνεύμα των παραπάνω θεμάτων, τουλάχιστον απέκτησε την ευκαιρία το πανελλήνιο να πληροφορηθεί κατιτίς γι' αυτές τις περίφημες εξετάσεις, που μετά κόπων και βασάνων πολεμάνε να περάσουν άνθρωποι προ πολλού ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό της.

Τα παραπάνω θέματα μπορεί να ήταν πιασάρικα για ρεπορτάζ αλλά αποτελούν κλάσμα του ασύλληπτου όγκου ύλης που οφείλουν να κατέχουν οι υποψήφιοι για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας. Το επίπεδο γνώσεων και το εύρος των αντικειμένων πάνω στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι προς πολιτογράφηση στέλνουν αδιάβαστους τους εννιά στους δέκα μορφωμένους Ελληνες. Γιατί βέβαια πώς να κατέχεις ταυτόχρονα από τη μάχη στα Δερβενάκια και τις Εθνοσυνελεύσεις μέχρι κάθε λεπτομέρεια των πολιτειακών θεσμών κι όλα αυτά πασπαλισμένα με ολίγη εθνική σταρ, νεκρικά και χριστιανοπαγανιστικά έθιμα.

Διατρέχοντας την τράπεζα θεμάτων που για πρώτη φορά εγκαινιάστηκε φέτος, παγώνεις από τον όγκο και το είδος πληροφορίας. Αναρωτιέσαι αν πρέπει να χαρείς για τη μεταρρυθμιστική αυτή κίνηση θέσπισης τράπεζας θεμάτων έναντι του ασαφούς χάους που προϋπήρχε ή να εξοργιστείς για το περιεχόμενο αλλά και τη συμβολική διάσταση της εξεταζόμενης ύλης. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ένα: αν κανείς δεν είναι ήδη πανεπιστημιακής μόρφωσης, είναι αδύνατον να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις. Αν είσαι προλετάριος από το Πακιστάν που ζεις δεκαετίες στην Ελλάδα, έχεις δουλέψει, έχεις κάνει οικογένεια, τα παιδιά σου είναι στην πράξη ελληνόπουλα, είσαι εκ προοιμίου έξω από τη δεξαμενή των αρίστων που αξίζουν να φέρουν την ελληνική ιθαγένεια. Τι κι αν ο αντίστοιχος Ελληνας έχει μαύρα μεσάνυχτα από τα υπό εξέταση θέματα. Εσύ, ο ξένος, πρέπει να αποδείξεις ότι έχει ανέβει σε βάθρο γνώσης ζηλευτό γιατί μόνο αυτό αντισταθμίζει το ότι δεν είσαι εξ αίματος Ελληνας.



Σαν να μην φτάνει ο επίσημος, θεσμοποιημένος ρατσισμός του δικαίου του αίματος που εφαρμόζει ακόμη στον 21ο αιώνα η Ελλάδα, έρχονται με τη μορφή εκσυγχρονιστικής μεταρρύθμισης αυτές οι εξωφρενικά εξεζητημένες εξετάσεις πολιτογράφησης για να επικυρώσουν ότι τελικά Ελληνας γεννιέσαι, και αν τυχόν γίνεσαι, τότε πρέπει να είσαι το λουλουδάκι εκείνο που καταφέρνει και φυτρώνει μέσα από τη ρωγμή του βράχου.

Με πίστη στη δυναμική της ρωγμής περιμένουμε να αναδυθεί μια άλλη Ελλάδα, γεμάτη πολύχρωμα αγριολούλουδα. Οι ρωγμές στον άκαμπτο βράχο της επηρμένης ιδέας που έχουμε για το εθνικό συλλογικό υποκείμενο, αυτές είναι που θα πλουτίσουν το μικρό, εσωστρεφές μας έθνος.

* καλλιτέχνιδα, ακτιβίστρια

G.A. BRESCIANELLO: Sonata for 2 Violins and B.C. in B minor, La Serenissima (youtube, 2021)

 ...............................................................


G.A. BRESCIANELLO: Sonata for 2 Violins and B.C. in B minor, La Serenissima


Giuseppe Antonio Brescianello [ca. 1690 – 1758]

Sonata for 2 Violins and B.C. in B minor: 

I. Largo 0:08​ 

II. Presto 4:07​ 

III. Adagio 6:59​ 

IV. Presto 9:32​ 


La Serenissima Adrian Chandler [direction, violin]


 

Αδέσποτη Ζωή Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας Official Lyric Video (youtube, 26.1.2021)

 ..............................................................


Αδέσποτη Ζωή 

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας   Official Lyric Video




ΑΔΕΣΠΟΤΗ ΖΩΗ 

Αδέσποτη ζωή, ελευθερία και θάνατος, 
στο γυάλινο κατάρτι του φόβου, σημαία. 
Αδέσποτη ζωή, σκιά στο πεζοδρόμιο, 
όπως βαδίζουν του Χόρχε τα σιαμαία*

Αδέσποτη ζωή, ανάγκη ή βάσανο, 
λόφοι διάσπαρτοι π’ ανασαίνουν κουρασμένα. 
Αδέσποτη ζωή, σημάδι στο πρόσωπο 
που κάνει τον κόσμο ν’ αποστρέφει το βλέμμα 

Αδέσποτη ζωή, βραχνό ραδιόφωνο 
που παίζει μονάχο του μες στην καταιγίδα. 
Αδέσποτη ζωή, τα μάτια σου κοίταξα· 
όλα τα είδα και τίποτα δεν είδα. 

Αδέσποτη ζωή, αβέβαιη, χάλκινη, 
άγνωστη σαν τον άγνωστο πνιγμένο στη λίμνη. 
Αδέσποτη ζωή, κουδουνίζουν τα χείλη σου 
όταν μας λές: «Αναλαμβάνω την ευθύνη!»

*ΣΗΜ.: 
Η ψευδαίσθηση και η πραγματικότητα Χόρχε Λουις Μπόρχες


"Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος" ποίημα του Νίκου Καρούζου (1926-1990) (Χορταριασμένα χάσματα , 1974)

..............................................................


 










Νίκος Καρούζος (1926 - 1990)











Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος


Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.
Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος
έλληνας πού κράτησε
τον πόνο στο σωστό του το ύψος
αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες
αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια
την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας
ο ανοξείδωτος.
Ήδη τα θύματα της Προόδου πού πρόωρα σκουριάζει
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα
πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξιπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.
ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος
εκείνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.


(Χορταριασμένα χάσματα , 1974)

Ανέσπερος: που δεν δύει ποτέ (ανέσπερο φως)
μορμολύκειον: από τη Μορμώ , το μυθικό τέρας- φόβητρο των μικρών παιδιών κατά την αρχαιότητα φόβητρο, σκιάχτρο | φοβερά άσχημος άνθρωπος | (υβριστ.) γέρος που η συμπεριφορά ή η εμφάνισή του απωθεί

Alessandro Stradella* (1639-1682) Sonata di viole & Βιογραφικό σημείωμα από το SanSImera (25.2.2021)

 ............................................................



Alessandro Stradella* (1639-1682) Sonata di viole

Orchestra Barocca della Civica Scuola di Musica di Milano Enrico Gatti, conductor





*ΣΗΜΕΙΩΣΗ-ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Αλεσάντρο Στραντέλα: Ιταλός συνθέτης, από τις σημαντικές μουσικές προσωπικότητες του 17ου αιώνα, με άστατο, όμως, βίο, που τον οδήγησε στον θάνατο σε ηλικία 43 ετών.



Ο Αλεσάντρο Στραντέλα (Alessandro Stradella) γεννήθηκε στο Νέπι της επαρχίας Λάτσιο στις 3 Απριλίου 1639. Η οικογένειά του είχε αριστοκρατική καταγωγή από την Τοσκάνη. Προτού κλείσει τα είκοσί του χρόνια ήταν ήδη ένας καταξιωμένος συνθέτης εκκλησιαστικής μουσικής και φημισμένος εραστής.

Το 1667 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρώμη για πρώτη φορά, επειδή καταχράστηκε ένα μεγάλο ποσό από την Καθολική Εκκλησία. Επέστρεψε λίγα χρόνια μετά, αλλά οι διάφορες ερωτικές του περιπέτειες με κυρίες της καλής κοινωνίες της Αιώνιας Πόλης και οι απειλές που δεχόταν από τους συζύγους τους τον ανάγκασαν να την εγκαταλείψει οριστικά.

Το 1677 βρέθηκε στη Βενετία, όπου μίσθωσε τις υπηρεσίες του σ’ ένα ευγενή της περιοχής, τον Αλβίζε Κονταρίνι, προκειμένου να διδάξει μουσική την ερωμένη του Ανιέζε βαν Ούφελε. Ο Στραντέλα δεν άργησε να τα φτιάξει μαζί της και να την πάρει μαζί του στο Τορίνο, όπου αναζήτησε νέα στέγη. Όταν το έμαθε ο απατημένος εραστής έβαλε μία συμμορία να τον σκοτώσει. Για καλή του τύχη, ο Στραντέλα επέζησε και χρειάστηκαν μήνες για να γίνει καλά. Τελικά, συμφιλιώθηκε με τον Κονταρίνι, που, εν τω μεταξύ, είχε γοητευτεί από τη μουσική του.

Δεν συνέβη το ίδιο στις 25 Φεβρουαρίου 1682, όταν ένας επαγγελματίας δολοφόνος τον μαχαίρωσε μέχρι θανάτου στην Πιάτσα Μπάνκι της Γένοβας, κατ’ εντολήν ενός άλλου απατημένου συζύγου. Ανώνυμες επιστολές που ήλθαν στο φως της δημοσιότητας αναφέρουν ως ηθικό αυτουργό τον Τζιοβάνι Μπατίστα Λομελίνο και πέτρα του σκανδάλου μία ηθοποιό, την οποία είχε αφήσει έγκυο και η οποία τον εγκατέλειψε για τα μάτια του συνθέτη.

Η μυθιστορηματική ζωή του Αλεσάντρο Στραντέλα, που ήταν ένα ακατέργαστο λιμπρέτο από μόνη της, ενέπνευσε το 1844 τον γερμανό συνθέτη Φρίντριχ φον Φλότοβ στην όπερά του Αλεσάντρο Στραντέλα.

Όσον αφορά τη μουσική προσφορά του Αλεσάντρο Στραντέλα, αυτή ήταν σημαντική στην εξέλιξη του κοντσέρτου, αν και η συνεισφορά του γρήγορα ξεχάστηκε με την έλευση των Αρκάντζελο Κορέλι και Αντόνιο Βιβάλντι. Θεωρείται ότι δημιούργησε το κοντσέρτο γκρόσο, αν και τον όρο τον πρωτοχρησιμοποίησε ο Αρκάντζελο Κορέλι. Συνέθεσε πάνω από 200 έργα.


Πηγή:https://www.sansimera.gr


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

"Με το βλέμμα στην ηθική και επαγγελματική κάθαρση του χώρου" έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης («Εφημερίδα των Συντακτών», 22.2.2021)

 ..............................................................


·        Με το βλέμμα στην ηθική και επαγγελματική κάθαρση του χώρου





·         έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης («Εφημερίδα των Συντακτών», 22.2.2021)

 

Ψηφίστηκε στα 1933 με κορυφαίους θεατράνθρωπους, όπως η Κοτοπούλη, η Κυβέλη, ο Βεάκης, η Παξινού και ο Μινωτής, να τάσσονται υπέρ μιας θεσμικής κατοχύρωσης της εργασίας τους, γιατί ένιωθαν πως συγχέονται στην κοινή αντίληψη ως προς το ήθος τους με θεατρίνους που λυμαίνονταν τον χώρο με «αρπαχτές» και θεάματα χαμηλής ποιότητας. Καταργήθηκε στα 1981 με το επιχείρημα πως το επάγγελμα του ηθοποιού ήταν πλέον κοινώς αναγνωρισμένο και αποδεκτό, με τους περισσότερους ηθοποιούς να χαίρουν μεγάλης αποδοχής και σχετικού σεβασμού.

 

Στο κύμα πάνω των ημερών, που παίρνει και σηκώνει βεβαιότητες χρόνων, οι απανωτές καταγγελίες στο ΣΕΗ (στο συνδικαλιστικό όργανο των ηθοποιών, που μετρά πλέον έναν αιώνα παρουσίας) οδήγησαν αρκετούς να θυμηθούν ξανά την «άδεια άσκησης επαγγέλματος» και να προτείνουν όψιμα την επαναφορά της.

Πρόκειται για μια κεντρικά ελεγχόμενη άδεια, η οποία τυπικά μεν επιτρέπει σε όσους και όσες την έχουν να παίρνουν μέρος σε επαγγελματικές παραστάσεις, ουσιαστικά δε ασκεί επίσημη και κεντρική εποπτεία στον χώρο του θεάματος.

Θεωρώ πως καλό θα είναι πριν ο διάλογος για την εκ νέου θέσπιση της άδειας αποκτήσει υπόσταση, να θυμηθούμε πρώτα τους λόγους που οδήγησαν στην πρώτη της εμφάνιση στο ελληνικό θεατρικό σύστημα πριν από εκατό χρόνια και έπειτα στην κατάργησή της πριν από σαράντα.

 

Η άδεια άσκησης επαγγέλματος, λοιπόν, ψηφίσθηκε στα 1933 επί υπουργίας Γεωργίου Παπανδρέου και υπήρξε ένα από τα πρώτα και διακαώς υποστηριζόμενα από το ΣΕΗ και τα εξέχοντα μέλη του συνδικαλιστικά αιτήματα. Εμοιαζε στις αρχές του αιώνα και στα χρόνια του Μεσοπολέμου να είναι ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί κάποιος έλεγχος στον άναρχο τότε, και κατά ένα μεγάλο ποσοστό του κοινωνικά ανυπόληπτο, χώρο του θεάτρου. Ηταν πια καιρός.

Στο θέατρο τα χρόνια εκείνα είχε ανοίξει ένα χάσμα ανάμεσα στους προβεβλημένους καλλιτέχνες από τη μια, που μπορούσαν και ήθελαν να υπηρετήσουν τα ιδεώδη της κοινωνικής και αισθητικής προόδου του έθνους και του λαού (κι όχι πάντα με αυτή τη σειρά), και σε ένα διόλου ευάριθμο σινάφι θεατρίνων από την άλλη, που λυμαίνονταν τον χώρο με αρπαχτές, θεάματα χαμηλής ποιότητας και προτάσεις στα όρια σκηνής και σκανδαλισμού.

Με το πέρασμα των χρόνων το χάσμα των δύο παράλληλων αυτών κόσμων του θεάτρου γινόταν όχι μόνο μεγαλύτερο μα και περισσότερο συνειδητό, από καλλιτέχνες που στην απόπειρά τους για άνοδο και για κοινωνική καταξίωση των ιδίων, του επαγγέλματoς και της τέχνης τους επόμενο ήταν να αντιμετωπίζουν τους «μπουλουκτσήδες» σαν βαρίδι.

Το πρώτο επιχείρημα για την Αδεια Ασκησης προερχόταν από αυτήν τη διόλου αμελητέα πίεση κορυφαίων επαγγελματιών και καλλιτεχνών να διακριθεί η εργασία τους -και η ηθική ζωή τους- από τυχοδιώκτες, αεριτζήδες και υπόπτου ηθικής «ομοτέχνους».

Κορυφαίοι θεατράνθρωποι, όπως η Κοτοπούλη και η Κυβέλη, ο Βεάκης, η Παξινού και ο Μινωτής, μεταξύ άλλων, ομόθυμα τάχτηκαν υπέρ μιας θεσμικής κατοχύρωσης της εργασίας τους, όχι τόσο γιατί μοιράζονταν το ίδιο κοινό με τους πολύ λιγότερο αναγνωρισμένους θεατρίνους όσο γιατί ένιωθαν πως συγχέονται στην κοινή αντίληψη με το ήθος τους.

Και είναι ασφαλώς περιττό να προχωρήσουμε προς τα πίσω για να βρούμε μέσα στους αιώνες τις αναφορές της ίδιας αγωνίας του λόγιου, έντεχνου, ποιοτικού θεάτρου για τη διάκρισή του από τον ανυπόληπτο, λαϊκό ομοτράπεζό του. Λιγοστές είναι οι εξαιρέσεις του κανόνα που θέλησε τα δύο αυτά «θέατρα» να προχωρούν χωριστά - όσο μένουμε τουλάχιστον κοντά στην επιφάνεια. Γιατί στο βάθος, τα δύο αυτά συστήματα ανέκαθεν αντάλλασσαν πάντα ανθρώπινο και πνευματικό υλικό.

Μάλλον μεγαλύτερη σημασία για όλους σήμερα είναι να διακρίνουμε τις σχετικές με αυτή την οπτική αιτίες που οδήγησαν σαράντα επτά χρόνια αργότερα, στα 1981, στην κατάργηση της άδειας. Αυτή τη φορά το επιχείρημα ήταν πως δεν συνέτρεχαν οι λόγοι που -40 χρόνια πριν- είχαν οδηγήσει στη θεσμική κατοχύρωση των επαγγελματιών της σκηνής. Και ώς έναν βαθμό αυτό ήταν αληθές.

Στα 1980 το επάγγελμα του ηθοποιού ήταν πλέον κοινώς αναγνωρισμένο και αποδεκτό, οι περισσότεροι ηθοποιοί έχαιραν μεγάλης αποδοχής και σχετικού σεβασμού, ενώ δύο ηθοποιοί (Συνοδινού και Καλλέργης) βρίσκονταν πλέον στο Κοινοβούλιο, ανάμεσα σε άλλους εκπρόσωπους της λαϊκής βούλησης.

Αντιδράσεις βέβαια υπήρξαν και τότε για την κατάργηση της άδειας -αν και για να είμαστε ειλικρινείς λίγους μόλις μήνες πριν από την ανάρρηση του ΠΑΣΟΚ στο πολωμένο κλίμα των ημερών, το νομοσχέδιο που κατέθεσε η ίδια η Αννα Συνοδινού ως βουλευτίνα της Νέας Δημοκρατίας δύσκολα θα γινόταν έτσι κι αλλιώς ομόθυμα αποδεκτό.

Ωστόσο έστω και εκβιαστικά κι επιπόλαια, όπως κατήγγειλε η τότε αντιπολίτευση διά στόματος Μελίνας Μερκούρη, το νομοσχέδιο για την κατάργηση της άδειας τελικά υπερψηφίστηκε - και το ακόμη κυριότερο, δεν τέθηκε έκτοτε ποτέ σε αμφισβήτηση από την κυβέρνηση της «Αλλαγής».

Παρά τις έντονες διαφωνίες, στην πράξη κανείς δεν συζήτησε ξανά για σαράντα χρόνια τον έλεγχο των ηθοποιών που εμφανίζονταν στον χώρο. Προφανώς τα πράγματα αφέθηκαν στην αυτορρύθμιση, μαζί και στην άτυπη συμφωνία μεταξύ των ηθοποιών που αντιστάθηκαν σε όσους δεν ήταν εγγεγραμμένα μέλη του συνδικαλιστικού τους οργάνου.

Ή, που δεν είχαν τελειώσει κάποια αναγνωρισμένη δραματική Σχολή... Γιατί το δεύτερο αίτημα που οδήγησε στα 1933 στην άδεια δεν αφορούσε μόνο την είσοδο των παρείσακτων, αλλά και την ανεξέλεγκτη παρουσία των «απαίδευτων» μέχρι και «αστοιχείωτων» στο θέατρο.

Φυσικά αυτό μας οδηγεί πίσω στα επιχειρήματα περί κάθαρσης του χώρου από ανήθικα στοιχεία. Με την οπτική αυτή, όμως, συνδέεται επίσης το αίτημα ίδρυσης και λειτουργίας Σχολών κύρους, των οποίων οι απόφοιτοι στο μέλλον -και μέσω της άδειας (που ουσιαστικά θα είχε το αντίκρισμα διπλώματος)- θα συνέβαλλαν τελικά στην ανύψωση του επίπεδου του ελληνικού θεάτρου.

Το 1980, λοιπόν, όταν το θέμα της άδειας επανήλθε στη δημόσια συζήτηση, τα πράγματα ήταν και ως προς αυτή την οπτική διαφορετικά. Παρ’ όλες τις επιμέρους επικρίσεις, οι δραματικές σχολές παρείχαν αξιόλογους τίτλους στους αποφοίτους τους που έκαναν την άδεια να μοιάζει περιττή. Η μόρφωση άλλωστε των Ελλήνων ηθοποιών είχε φτάσει σε ένα γενικά ικανοποιητικό επίπεδο, ώστε η άδεια να μη σχετίζεται πια άμεσα με την ποιότητα του θεάτρου.

Εξάλλου στο ενδιάμεσο των σαράντα αυτών ετών ο θεσμός της άδειας δεν είχε να προσκομίσει στο ελληνικό θέατρο μόνο θετικά. Συχνά συνέβη το αντίθετο. Η άδεια είχε χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς σαν μέσον ελέγχου, εργασιακών απειλών από παραγωγούς, εκβιασμού πολιτικών φρονημάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η άδεια έμοιαζε πια να περιορίζει την τέχνη σε όποιον ήθελε να την ασκήσει όχι μόνο «ερασιτεχνικά» (για αυτές τις περιπτώσεις δεν χρειαζόταν άλλωστε ποτέ άδεια) μα και επαγγελματικά - για να μην αναφέρουμε ότι τα όρια μεταξύ των δύο είχαν γίνει πλέον ρευστά.

Κανείς επομένως στα 1980 δεν έβλεπε την άδεια σαν μοχλό προόδου του ελληνικού θεάτρου. Οι εποχές είχαν αλλάξει, μαζί και οι ανάγκες τους. Στο κλίμα του ανοιχτού θεάτρου και της ελεύθερης τέχνης, στο περιβάλλον της Μεταπολίτευσης και στις ριπές μιας νέας κουλτούρας, οι όποιες κρατικές άδειες έμοιαζαν δείγμα μιας παλιάς καλλιτεχνικής νοοτροπίας και απολιθώματα της συστημικής -και μάλλον λογοκριτικής- αντίληψης περί Τέχνης.

Παραμένουν άραγε και σήμερα τέτοιες;… Μήπως στο θέατρό μας, που βάλλεται από τρομερές αποκαλύψεις, αναφύονται λόγοι παρόμοιοι με εκείνους που έκαναν κάποτε επιτακτική την ηθική και επαγγελματική κάθαρση του χώρου;… Σε αυτά τα ερωτήματα θα μου επιτρέψετε να επανέλθω την επόμενη εβδομάδα.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

"ΓΙΑ ΛΙΓΟ" ποίημα του Διονύση Καψάλη / Από την ποιητική του συλλογή «Σημειώσεις για τη μουσική του κόσμου» (εκδ. Άγρα, Αθήνα 2020)

 ...............................................................






ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ (γ.1952) 









ΓΙΑ ΛΙΓΟ


No sound is dissonant which tells of Life.
S.T. COLERIDGE, “This Lime-Tree Bower my Prison”


Έχω ξαναβρεθεί σ΄ ένα μπαλκόνι
μόνος με τις εικόνες του μυαλού μου
να σκέφτομαι το χρόνο που περνά∙
μπορεί και να ΄μουν κάτω από μια λεύκα,
μια φλαμουριά πολύφυλλη που απλώνει
τους κλώνους της σε θόλο να καθίσω,
όταν οι φίλοι μου θα έχουν φύγει
κι εγώ δεν θα μπορώ ν΄ ακολουθήσω
στο δρόμο του μεγάλου γυρισμού
και στην πλατιά υπαίθρια γαλήνη∙
Κι ίσως να νύχτωνε σιγά σιγά
εκεί που θα ΄χα μείνει ξεχασμένος,
και ξαφνικά θα σήκωνα τα μάτια
και θα ΄βλεπα επάνω μου να πλέει
αργά στη μυστική του αποστολή
ο ουράνιος στόλος φωταγωγημένος∙
έχω ξαναβρεθεί σ΄ ένα μπαλκόνι,
μόνος σε ώρα ανάπαυλας ή λύπης,
στη στάση που σε βρίσκει και δεν έχεις
απάντηση το ερώτημα του κόσμου.
Κι εκείνο το για λίγο της ζωής μας,
που τρίβεται στα όνειρα κι αφήνει
μικρές αναλαμπές αθανασίας,
πώς θα ΄ταν άραγε ο ήχος του,
που χάνεται στο θόρυβο του χρόνου
χωρίς να τον ακούσεις; Θα ΄ταν όπως
η θλίψη στον Βαλτάσαρ του Μπρεσσόν,
το Andantino από την εικοστή
σονάτα σε λα μείζονα του Σούμπερτ,
ο θρήνος της Διδώς του Χένρυ Πέρσεελλ,
τα Δάκρυα της Ζακλίν του Όφφρνμπαχ,
ή το Petite fleur του Σίντνεϋ Μπεσέ;
Θα ΄ταν το Erbame dich του Μπαχ, το Molto
Adagio του Μπετόβεν, η σονάτα
opus εκατόν έντεκα για πιάνο,
η Ελεγεία του Φωρέ ή ένα απλό
πρελούδιο του Σοπέν; Η μουσική
πώς θα ΄ταν της θνητότητας, αν είχες
μάθει να την ακούς κάτω απ΄ τον κρότο
της άναθρης ζωής που θα τελειώσει;
Έχω ξαναβρεθεί σ΄ ένα μπαλκόνι
να σκέφτομαι το χρόνο που περνά,
καθώς η νύχτα γύρω μου βαθαίνει
κι όλα τα γνέθουν τ΄ άστρα που κεντούν
το μουσικό εργόχειρο του κόσμου.


*Από την ποιητική του συλλογή «Σημειώσεις για τη μουσική του κόσμου» (εκδ. Άγρα, Αθήνα 2020).



Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

"Μια διαφορετική ανάγνωση της συνέντευξης Μενδώνη" έγραψε η Δέσποινα Κουτσούμπα (tvxs.gr, 20.2.2021)

..............................................................


Μια διαφορετική ανάγνωση της συνέντευξης Μενδώνη





ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Καλημέρα σε όλους. Είμαστε εδώ σήμερα μετά την πρώτη καταγγελία που συνοδεύεται από κατάθεση μήνυσης ή μηνυτήριας αναφοράς προς τον εισαγγελέα. Αναφέρομαι στην μαρτυρία του Βασίλη και στη θεσμική διάσταση που έδωσε η νομική του παραστάτης τοποθετώντας τα πράγματα στη σωστή τους βάση.


ΨΕΜΑ με το καλημέρα! Η μήνυση είχε κατατεθεί στις 5/2. Στις 8/2 είχε βγει και η είδηση ότι κατατέθηκε η μήνυση! Η Υπουργός Πολιτισμού στις 9/2 σφύριζε αδιάφορα μιλώντας για “φήμες” και “μη επώνυμες καταγγελίες”. Δεν έκανε καν τον κόπο να πάρει στην Εισαγγελία να ρωτήσει. Κατηγόρησε όλους εμάς γιατί δεν ακολουθούμε τη “θεσμική οδό”, αλλά η ίδια η Υπουργός ενδιαφέρθηκε για τη μαρτυρία του Βασίλη Κ. μόνο όταν τον είδε η μισή Ελλάδα σε τηλεοπτική συνέντευξη!

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αναφέρομαι στην μαρτυρία του Βασίλη και στη θεσμική διάσταση που έδωσε η νομική του παραστάτης τοποθετώντας τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Έτσι θα μπορέσουμε να παρέμβουμε θεσμικά και έγινε αυτό το οποίο ζητούσαμε από την πρώτη στιγμή. Οι καταγγελίες να είναι συγκεκριμένες και απευθύνονται εκεί που πρέπει να απευθύνονται.

ΨΕΜΑ! Η υπόθεση έχει πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης, καθώς ήδη κατατέθηκαν μηνύσεις για παιδοβιασμούς που δεν έχουν παραγραφεί. Το μόνο που “συγκλόνισε” το Μαξίμου από όσα είπε η δικηγόρος του Βασίλη Κ. είναι ότι έχουν επικοινωνήσει μαζί της θύματα που η υπόθεσή τους δεν έχει παραγραφεί. Αυτό ήταν το μόνο που ειπώθηκε στην εκπομπή της Ελεονώρας Μελέτη και δεν το ήξεραν ήδη. Και τότε αναγκάστηκαν να αλλάξουν ρότα, γιατί συνειδητοποίησαν ότι θα τους πάρει η μπάλα αν δεν τον αδειάσουν.

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Όλες οι μαρτυρίες, η συγκεκριμένη μαρτυρία μας συγκλόνισε. Δεν είναι καθόλου εύκολο όταν κανείς ακούει την κακοποίηση, την σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων.


ΨΕΜΑ. Για τη μαρτυρία του Νίκου Σ., για την μαρτυρία της 16χρονης από το Αρσάκειο, για δεκάδες μαρτυρίες που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αλλά συζητιούνται σε όλο τον καλλιτεχνικό κόσμο, δεκάρα δεν έδωσε η κυβέρνηση. Προφανώς είχε τη διαβεβαίωση του Λιγνάδη ότι δεν θα προκύψει μήνυση από αδίκημα που να μην έχει παραγραφεί. Κι αυτό την ένοιαζε μόνο.

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Η σεξουαλική βία υπό οποιαδήποτε μορφή της, πολλώ μάλλον όταν συνδέεται με παιδιά και ανήλικους είναι μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση, μια φρικιαστική και επονείδιστη υπόθεση που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται εντός θεσμικού πλαισίου. Και εδώ τις τελευταίες μέρες βιώνουμε την κατάλυση του θεσμικού πολιτισμού.

ΨΕΜΑ. Θεσμική υποχρέωση είχε η Λ. Μενδώνη να αποπέμψει τον Δ. Λιγνάδη από Διευθυντή στο Εθνικό Θέατρο αμέσως μόλις άρχισε να συζητιέται η έξι του προς την παιδοφιλία, δηλαδή την επομένη που μίλησε η Σοφία Μπεκατώρου. Θεσμική υποχρέωση είχε να ερευνήσει αν έχουν βάση αυτοί οι ψίθυροι, γιατί αφορούσαν σοβαρό ποινικό αδίκημα. Θεσμική υποχρέωση είχε να στείλει στο Εθνικό Θέατρο ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και δικηγόρους να μιλήσουν με τους νυν και πρώην σπουδαστές για να μάθουν τι συνέβαινε.

Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του Εισαγγελέα. Κι αντί να κάνει τη δική της δουλειά, μας μιλάει για τη δουλειά της εισαγγελίας. Όταν η κυβέρνηση έκοψε τον Γ. Κιμούλη από το Φεστιβάλ Αθηνων και τον Φιλιππίδη από την ΕΡΤ, δεν περίμενε κανέναν Εισαγγελέα. Αλλά αυτοί δεν είχαν διοριστεί κάπου με την υπογραφή της...

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Γι' αυτό σήμερα το πρωί εκπροσωπώντας τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση κατέθεσα αναφορά, ένα υπόμνημα στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπου θέτω στην υπηρεσία της δικαιοσύνης το σύνολο των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και των εποπτευομένων του φορέων, προκειμένου να παράσχουν οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσον το οποίο κρίνεται ότι είναι απαραίτητο.

ΨΕΜΑ και ΨΕΜΑ. Τίποτα δεν προσθέτει το υπόμνημα της Υπουργού στον Εισαγγελέα τώρα, αφού υπάρχουν μηνύσεις από τα ίδια τα θύματα! Το υπόμνημα εξυπηρετεί καθαρά επικοινωνιακούς λόγους. Προφανώς και όλες οι υπηρεσίες όποιου υπουργείου αλλά και κάθε ιδιώτης είναι στη διάθεση του Εισαγγελέα όταν η δικαιοσύνη διερευνά μια υπόθεση -τι ακριβώς προσθέτει η παραπάνω δήλωση της Υπουργού;

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Οι δικαστικοί και οι δημόσιοι λειτουργοί οφείλουμε να ενθαρρύνουμε τα θύματα να σπάσουν τη σιωπή τους και μαζί νοσηρά φαινόμενα και αποστήματα ετών που δεν είναι δυνατόν να είναι ανεκτά σε ένα κράτος δικαίου.

Όντως, αυτό θα έπρεπε να κάνει κάθε δημόσιος λειτουργός, κι όχι να γράφει άρθρα στα ΝΕΑ στις 13/2 για να πει στα θύματα ότι οι μαρτυρίες τους είναι “χαοτικές”, “υπαγορευόμενες” και “ανέξοδες δηλώσεις προβολής” που προσκαλούν “σε δημόσιο λιθοβολισμό”. Η Υπουργός που τώρα λέει ότι συγκλονίστηκε από όλες τις μαρτυρίες των θυμάτων, το περασμένο Σάββατο έγραφε για αυτές ακριβώς τις μαρτυρίες: “Η αλήθεια είναι ότι καταστάσεις που μας αγγίζουν -και συναισθηματικά- δημιουργούν την προδιάθεση να παρασυρθούμε από την ψυχολογία του όχλου, να συμφωνήσουμε με σχόλια μίσους των social media, τις αυτόκλητες “εισαγγελικές” αγορεύσεις, απαξιώνοντας τις αρχές του νομικού και ηθικού μας συστήματος”. Τα γραπτά μένουν, κ. Μενδώνη.

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Από την αρχή ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δηλώσαμε όχι απλώς τη συμπαράσταση στα θύματα αλλά την απόλυτη ενθάρρυνση, την απόλυτη ενίσχυση, την απόλυτη υπεράσπιση.

Πράγματι, δήλωσαν την υπεράσπιση κάθε άλλου θύματος εκτός των θυμάτων του Λιγνάδη. Να θυμίσουμε τι έλεγε η Υπουργός για τον κ. Λιγνάδη, μία μέρα μετά τη μαρτυρία του Νίκου Σ. στο ραδιόφωνο; Έλεγε: “Ο κάθε άνθρωπος έχει τις αντοχές του, πόσο μπορεί να δεχθεί και να ανεχθεί οποιεσδήποτε φήμες.” Για τον Δ. Λιγνάδη το έλεγε αυτό. Τον θύτη υπερασπιζόταν με πάθος μέχρι σήμερα το πρωί, όχι τα θύματά του.

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Όμως η εμπειρία των τελευταίων ημερών έδειξε ταυτόχρονα και τον εχθρό που λέγεται νοσηρό τοπίο. Ελλοχεύει πίσω από τις χαοτικές και υπαγορευμένες ή ανέξοδες δηλώσεις προβολής προκαλώντας σε δημόσιο λιθοβολισμό. Και εδώ οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί ακριβώς γιατί είμαστε κράτος δικαίου.

Να τες πάλι τις “χαοτικές και υπαγορευμένες δηλώσεις προβολής”. Η ίδια η Υπουργός αποκάλεσε σήμερα τον Λιγνάδη “έναν επικίνδυνο άνθρωπο”, χωρίς να έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη. Μήπως κι αυτό είναι μια χαοτική δήλωση που στρέφεται ενάντια στο κράτος δικαίου, μιας και προέρχεται από τα πλέον επίσημα χείλη; Ή επικίνδυνοι για το κράτος δικαίου είναι μόνο οι σχολιαστές στα σόσιαλ μίντια;

Στο χωρίο αυτό βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στην υπόθεση του Λιγνάδη -που αν δεν ήταν τα σόσιαλ μίντια και λίγοι δημοσιογράφοι, όχι των δελτίων ειδήσεων όμως, θα είχε θαφτεί και πάλι στη λήθη όπως τα προηγούμενα 30 χρόνια. Αναφέρεται και σε όσους, καλλιτέχνες και μη, ζητούν εδώ και μέρες την παραίτησή της. Σε αυτούς άλλωστε βγήκε να απαντήσει σήμερα: το κάνουν για λίγη προβολή, αν δε καταλάβατε. Έχουν ανάγκη από προβολή η Ζέττα Δούκα, η Δώρα Χρυσικού, ο Μάριος Αθανασίου, η Τάνια Τσανακλίδου. Ασχολίαστο!

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι να συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι ο βιαστής και ο βιασμός δεν έχει πολιτικό χρώμα, δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Είναι βιασμοί και βιαστές. Δεν μας ενδιαφέρει η κομματική ταύτιση και δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει.

Αλήθεια είναι αυτό. Ξέρετε τι άλλο δεν έχει κομματικό χρώμα; Οι δηλώσεις τύπου “έτυχε στραβή στη βάρδια μου”. Τώρα έτυχε να κυβερνάτε εσείς, εσείς συγκαλύψατε, εσείς κρίνεστε. Επίσης έτυχε αυτόν τον βιαστή να τον διορίσετε εσείς, με την υπογραφή σας. Επίσης ο βιαστής έτυχε να έχει στηρίξει και το κόμμα το οποίο σας έκανε Υπουργό (δε λέω το κόμμα στο οποίο ανήκετε, γιατί από ότι ξέρω η τελευταία σας κομματική ένταξη ήταν στο ΠΑΣΟΚ). Ο βιαστής έτυχε, πριν τον διορίσετε Διευθυντή, να στηρίζει με απανωτές συνεντεύξεις και δηλώσεις του τη ΝΔ.

Συμφωνούμε βέβαια στο γεγονός πως το ότι στηρίζει ΝΔ δεν σχετίζεται με το ότι είναι βιαστής. Το ότι στηρίζει ΝΔ, όμως, είναι ο βασικός λόγος για το ότι καταργήσατε έναν ανοιχτό διαγωνισμό για να τον διορίσετε, για το ότι τον πιστέψατε όταν σας είπε ότι δεν είναι βιαστής, για το ότι τον στηρίζατε μέχρι χτες. Οπότε ναι, ο βιαστής δεν έχει κομματικό χρώμα. Ο Λιγνάδης, όμως, που μέχρι χτες στηρίζατε ως αδίκως διωκόμενο, είχε κομματικό χρώμα. Αλλιώς θα τον είχατε παραιτήσει από την πρώτη μέρα. Απλό είναι!

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Ακούω ότι ο κ. Λιγνάδης είναι δικός μου φίλος. Δικός μου προσωπικός φίλος ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν υπήρξε ποτέ. Είχα μία συνομιλία μαζί του τηλεφωνική το 2014, και τον ξανάδα, όπως οι περισσότεροι άλλωστε που πηγαίνουμε στο θέατρο, όταν τον συνεχάρην για την παράσταση του Πέερ Γκυντ στο Εθνικό Θέατρο, νομίζω ήταν το 2018, και τίποτα περισσότερο.

Μάλιστα. Δεν έτυχε να τον γνωρίσετε ποτέ για παράδειγμα στο περιβάλλον του Αρσακείου, σχολείο από το οποίο αποφοιτήσατε. Δεν έτυχε όλα αυτά τα χρόνια να σας τον γνωρίσει λχ ο κ. Μπαμπινιώτης, που σας έδωσε συγχαρητήρια για την επιλογή του και τον γνωρίζει από όταν ήταν φοιτητής. Δεν έτυχε ούτε ως Γενική Γραμματέας του ΥΠΠΟ από το 1999 ποτέ να πάτε σε καμία παράστασή του μέχρι το 2018. Δεν έτυχε να σας τον γνωρίσει η στενή (κατά δική του δήλωση) φίλη του Ελένη Κούρκουλα, που ήσασταν μαζί για χρόνια στο ΠΑΣΟΚ και μάλιστα τάση του Ε. Βενιζέλου.

Το 2002 δεν έτυχε να πάρει κάτι το αυτί σας για το τι είχε συμβεί και πώς βρέθηκε στην εντατική ο τότε καθηγητής στο Αρσάκειο και διδάσκων στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Συμπτωματικά, οι δύο του ιδιότητες εμπίπτουν στις αρμοδιότητες τόσο του Υπουργείου Παιδείας, όπου υφυπουργός ήταν τότε η στενή του φίλη Ελένη Κούρκουλα, όσο και του Υπουργείου Πολιτισμού όπου, συμπτωματικά και πάλι, διατελούσε Υπουργός ο Ε. Βενιζέλος και εσείς διατελούσατε Γενική Γραμματέας. Και παρότι ένα μαχαίρωμα είναι και θέμα της αστυνομίας, δεν έτυχε ποτέ να το συζητήσετε με τον κ. Μιχάλη Χρυσοχοίδη που -συμπτωματικά και πάλι- ήταν Υπουργός Δημόσιας Τάξης και το 2002 (με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ), και το 2012 (με κυβέρνηση Παπαδήμου) αλλά και σήμερα (με κυβέρνηση ΝΔ). Ας το δεχτούμε, λοιπόν, ότι δεν έτυχε.

Παρόλ’ αυτά, το 2014, αναγκάζεστε να παραδεχτείτε ότι του κάνατε ένα τηλεφώνημα. Επειδή προ ημερών είχα αποκαλύψει τη σχέση σας με τον Δ. Λιγνάδη το 2014 και δεν μπορούσατε να το αποφύγετε. Το υποβαθμίσατε όμως. Η αλήθεια είναι ότι το 2014 του κάνατε ένα τηλέφωνο για να σας κάνει μια προσωπική χάρη.

Θέλετε να μας πείσετε λοιπόν ότι από όλους τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου, του ΚΘΒΕ, των ΔΗΠΕΘΕ και όλων των εποπτευόμενων φορέων της χώρας, απευθυνθήκατε σε κάποιον παντελώς άγνωστο σε σας, για να ζητήσετε μια προσωπική χάρη, μια χάρη την οποία θέλατε να φέρει σε πέρας με εχεμύθεια, χωρίς να αναφερθεί καν το όνομά του; Αλλά δεν τον ξέρατε και δεν του είχατε εμπιστοσύνη, τον διαλέξατε τυχαία επειδή τον θυμόσασταν να κάνει τον Μελένιο στα Στρουμφάκια. Και αφού σας έκανε αυτή την προσωπική χάρη, μετά δεν του ξαναμιλήσατε ποτέ μέχρι το 2018. Το βρίσκω πολύ πειστικό…

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Το Υπουργείο Πολιτισμού δεν διαθέτει τμήμα ασφάλειας σεξουαλικού εγκλήματος. Εμείς γνωρίζουμε τους καλλιτέχνες, όχι την προσωπική τους ζωή.

Δεν σας ζήτησε κανείς να γνωρίζετε λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή κανενός. Όμως το θέμα του Λιγνάδη δεν είναι θέμα προσωπικό: ένας καθηγητής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού χρησιμοποιούσε την ιδιότητά του για να ασελγεί ή να κακοποιεί σεξουαλικά έφηβους και μετέφηβους που είχαν ως όνειρο το θέατρο. Αυτό δεν είναι προσωπική ζωή είναι εκμετάλλευση δημόσιας θέσης για την τέλεση ποινικού αδικήματος.

Αν είχατε ρωτήσει οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον στενό του φίλο Κ. Μαρκουλάκη, πριν τον διορίσετε, όλο και κάποιος θα σας έλεγε ότι τον ακολουθούν αυτές οι “φήμες” (δεν ήταν φήμες, δυστυχώς, ήταν αυτό που λέμε “κοινό μυστικό”) και θα αποφεύγατε να τον επιβραβεύσετε με αυτή την θέση. Έστω και την ύστατη στιγμή, εδώ και ένα μήνα, αν είχατε ρωτήσει αυτούς που έγραφαν στα σόσιαλ μίντια (που τόσο λοιδωρήσατε σήμερα), θα σας λέγανε περιστατικά και θα τον είχατε αποπέμψει. Αν είχατε κάνει τον κόπο να μιλήσετε έστω με ένα από τα θύματα που έδωσαν συνεντεύξεις, θα είχατε γλιτώσει τον εξευτελισμό.

Δεν το κάνατε όμως. Ξέρετε ποιος θα ήταν ο μόνος που δεν θα επεδίωκε να βρει τον Νίκο Σ. και να του μιλήσει από κοντά; Θα σας πω εγώ τι νομίζω: ο μόνος που δεν το επιδιώκει αυτό, είναι αυτός ο οποίος δεν σοκάρεται από αυτή την διήγηση. Κι εσείς δεν σοκαριστήκατε, ήταν προφανές.

ΥΠΟΥΡΓΟΣ: Από τη στιγμή που ξεκινούν οι φήμες, επαναλαμβάνω, οι φήμες για τον Λιγνάδη, τον πιέσαμε πολύ να μας πει αν είχε ο ίδιος κάποια σχέση με αυτές και αν ο ίδιος ήταν πίσω από αυτές τις φήμες. Εδώ αισθάνομαι ότι ο Λιγνάδης, πέραν όλων των άλλων, μας εξαπάτησε και με εξαπάτησε. Με βαθιά υποκριτική τέχνη προσπαθούσε να μας πείσει ότι δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Υποκριτική τέχνη, ηθοποιός. Υπήρχε μια σταθερή άρνηση προς όλους μας όσοι τον ρωτήσαμε ότι δεν έχει σχέση, ότι οι φήμες δεν αφορούν αυτά. Και ενώ οι φήμες πολλαπλασιάζονταν για την ανάρμοστη, όπως φαίνεται στη συνέχεια, δράση του, αυτός εξακολουθούσε να επιμένει. Αυτό ας το δούμε ως μια προσωπική μαρτυρία.

Παραδέχεστε λοιπόν ότι ακούγατε από παντού εδώ και ένα μήνα ότι υπάρχει μια “φήμη” που τον ακολουθεί (διαβόητος δηλαδή). Ποιοι ήσασταν ακριβώς αυτοί που “τον ρωτήσατε” και με ποια δικαιοδοσία το κάνατε; Κι αφού ενδιαφερθήκατε να μάθετε την αλήθεια εξωθεσμικά, όπως υπονοείτε, εσείς και άλλοι που δεν κατονομάζονται για να ξέρουμε αν είχαν κάποια θεσμική ιδιότητα, γιατί με τον ίδιο τρόπο δεν απευθυνθήκατε και στα θύματα; Τι θα πει η φράση “ότι οι φήμες δεν αφορούν αυτά”; Θέλετε να μας πείτε, ως προσωπική μαρτυρία και πάλι, τι σας είπε ότι αφορούσαν οι “φήμες”; Αφού θέλετε τα πράγματα να είναι θεσμικά, γιατί δεν πήγατε τότε στον Εισαγγελέα να του ζητήσετε να διερευνήσει τις “φήμες”; Και γιατί προσβάλλετε όλους τους ηθοποιούς μπερδεύοντας την υποκριτική με την υποκρισία;

Το συμπέρασμα από τη συνέντευξη τύπου της Υπουργού ήταν απλό: η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ δεν ήξεραν τίποτα. Εξαπατήθηκαν. Δεν έχουν να ζητήσουν συγνώμη για τίποτα. Δεν φταίνε για τίποτα, δεν χρειάζεται να κάνουν αυτοκριτική για τίποτα. Ούτε καν για το ότι διόρισαν στο Εθνικο Θέατρο έναν “επικίνδυνο άνθρωπο” -σύμφωνα με τα λεγόμενα της Υπουργού.

“H πολιτική ευθύνη είναι απόλυτα συνυφασμένη με την δημοκρατική αρχή. Δεν νοείται η λειτουργία οποιουδήποτε δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης χωρίς ανάληψη ή καταλογισμό πολιτικής ευθύνης. H πολιτική ευθύνη είναι συνεπώς ομόλογη προς την ανάληψη οποιασδήποτε πολιτικής αρμοδιότητας. Αρμοδιότητα και πολύ περισσότερο εξουσία, σημαίνει ανάληψη της αντίστοιχης πολιτικής ευθύνης.

H αντικειμενική πολιτική ευθύνη συνδέεται με το γεγονός πως κάποιος ασκεί την συγκεκριμένη πολιτική αρμοδιότητα και έχει εξ ορισμού και ανεξαρτήτως των τυχόν πράξεων ή παραλείψεών του εξ αντικειμένου ευθύνη για ό,τι συμβαίνει στον τομέα της πολιτικής του αρμοδιότητας, όπως απολαμβάνει και το πολιτικό όφελος από τα θετικά πράγματα που συμβαίνουν στον ίδιο τομέα”.

Δεν τα λέω εγώ, τα λέει ο πρώην συνεργάτης σας Ε. Βενιζέλος, με την ιδιότητα του Συνταγματολόγου. Και συνεχίζει: “Από την άποψη αυτή η υποβολή παραίτησης από υπουργό που αναλαμβάνει - επειδή έτσι το αντιλαμβάνεται ως ορθό και πρέπον - την ευθύνη για οποιοδήποτε γεγονός και η άρνηση της αποδοχή της από τον Πρωθυπουργό δεν σημαίνει ακύρωση της πολιτικής ευθύνης, αλλά μετατόπισή της στο επίπεδο του Πρωθυπουργού και της κυβέρνησης συνολικά”.

Αυτά τα έλεγε ο κ. Ε. Βενιζέλος το μακρινό 2004 βέβαια...

Στη συνέντευξη τύπου της Υπουργού Πολιτισμού σήμερα, το χειρότερο δεν ήταν η διαστρέβλωση της πραγματικότητας και η υποτίμηση της νοημοσύνης όλων μας, κάτι στο οποίο έχουμε πλέον συνηθίσει. Το χειρότερο ήταν ότι η σημερινή της τοποθέτηση αποτέλεσε άλλη μία άσκηση στο πεδίο του μη πολιτικού -άρα στο πεδίο της μεταδημοκρατίας.

Σε εκείνη την κατάσταση που οι κυβερνήσεις δεν ευθύνονται για τίποτα από όσα συμβαίνουν στη ζωή των πολιτών τους, είτε γιατί αυτά προέρχονται από ανώτερες δυνάμεις (φυσικές καταστροφές, πανδημίες), είτε γιατί αποφασίζονται από αλλού (μνημόνια, υπερεθνικοί οργανισμοί), είτε γιατί “δεν ήξεραν” και “δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να επιβεβαιώνουν”. Σε εκείνη την κατάσταση που οι κυβερνήσεις κρίνουν τους πολίτες αν είναι “επαρκείς” και όχι το ανάποδο.

Θα μιλούσαμε για ένα οργουελικό σκηνικό. Όμως, το ευρύ κύμα της αντίδρασης σε όσα ειπώθηκαν σήμερα, και μάλιστα από πολύ διαφορετικές αφετηρίες, το κύμα συμπαράστασης στα θύματα που οδήγησε στο να φτάσουμε στηn αποκήρυξή του, δείχνει ότι δεν ζούμε στην οργουελική κοινωνία που κάποιοι θα ήθελαν να κάνουν κουμάντο. Κι όσοι δεν το καταλαβαίνουν αυτό, σύντομα θα νιώσουν το τίμημα των επιλογών τους. Μερικές φορές η φυγή είναι καλύτερη από την ατίμωση...