Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

"Σα να μην υπήρξαμε ποτέ..." ποίημα του Νίκου Καρούζου (1926 - 1990) Από τα "Πρόσωπα" (facebook, 17.7.2026)

 .............................................................




Νίκος Καρούζος (17.7.1926 - 28.9.1990)



Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ' τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών
τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μας ηλικία
θα περάσει χαρτοπαίζοντας
με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως
δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.

Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.

Βρεθήκαμε σ' ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.

Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.

Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.

Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα...

Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

Νίκος Καρούζος (1926 - 1990)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

T. Σακελλαρόπουλος: Το Κυπριακό είναι κέντρο ερμηνείας για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα από το 1949 (youtube, 11.7.2026)

...............................................................



T. Σακελλαρόπουλος: Το Κυπριακό είναι κέντρο ερμηνείας για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα από το 1949

Ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος αναλύει τα τραγικά γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, σε μία συζήτηση με αφορμή το βιβλίο του «Απόρρητα έγγραφα της ΚΥΠ για το Κυπριακό», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

O Σακελλαρόπουλος φωτίζει τις σαφείς πληροφορίες που έδινε η ΚΥΠ τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η χούντα του Ιωαννίδη για την ανατροπή του Μακαρίου. «Τα έγγραφα φωτίζουν και αποδεικνύουν τη χειρότερη σκέψη που έχουμε για το γεγονός», λέει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, εξηγεί πώς το Κυπριακό λειτούργησε ως μέσο ριζοσπαστικοποίησης για Έλληνες αξιωματούχους αλλά και για τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας υπογραμμίζοντας: «Το Κυπριακό άνοιγε όλες τις πόρτες στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο».

Τέλος, υπογραμμίζει τη διάσταση της ενδο-ελληνοκυπριακής σύγκρουσης που προηγήθηκε του πραξικοπήματος και τονίζει ότι τόσο οι πραξικοπηματίες όσο και η Χούντα θεωρούσε ότι η ανατροπή του Μακαρίου θα παρέμενε ένα εσωτερικό θέμα για τους ελληνοκύπριους.

00:00-06:29 Τα συμπεράσματα από τη μελέτη των αρχείων της ΚΥΠ

06:30-13:55 Ο ρόλος του Κυπριακού εντός της Ελλάδας

13:56-27:05 Το πραξικόπημα είναι και ένας ενδοελληνοκυπριακός εμφύλιος

27:06- 36:20 Ο ρόλος των ξένων δυνάμεων στο Κυπριακό


Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

"ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΝΥΧΤΑ..." πεζό ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) από τη ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) "Προσανατολισμοί" (1936)

............................................................. 



                 "ΠΕΡΙΦΗΜΗ ΝΥΧΤΑ..." 






Στη βραγιά, κοντά στο μουσικό παράπονο της καμπύλης του χεριού σου. Κοντά στα διάφανα στήθη σου, τα ξέσκεπα δάση γεμάτα βιόλες και σπάρτα κι ανοιχτές παλάμες φεγγαριού, ως πέρα στη θάλασσα, τη θάλασσα που χαϊδεύεις, τη θάλασσα που με παίρνει και μ’ αφήνει φεύγοντας σε χίλια κοχύλια.

Ορατή και ωραία γεύομαι την καλή στιγμή σου! Λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με τους ανθρώπους, που τους ορθώνεις στο ανάστημα της καρδιάς σου για να μην προσκυνήσει πια κανείς ό,τι του ανήκει, ό,τι αναδεύεται σαν δάκρυ στη ρίζα κάθε χορταριού στην κορυφή κάθε φτασμένου κλώνου. Λέω πως επικοινωνείς τόσο καλά με την άνοιξη των πραγμάτων που τα δάχτυλά σου ταιριάζουν με τη μοίρα τους.
Ορατή και ωραία στο πλάι σου είμαι ακέραιος! Θέλω δρόμους απέραντους τη διασταύρωση των πουλιών και των σωστών ανθρώπων, τησύναξη των άστρων που θα συμβασιλέψουν. Και θέλω να πιάσω κάτι, ακόμη και την πιο μικρή πυγολαμπίδα σου που πηδάει ανύποπτη μες στην προβιά των κάμπων, για να γράψω με σίγουρη φωτιά πως δεν είναι τίποτε το περαστικό στον κόσμο από τη στιγμήν εκείνη που διαλέξαμε, τη στιγμή τούτη που θέλουμε να υπάρχει πέρα και πάνω από την πάγχρυση εναντιότητα, πέρα και πάνω από τη συμφορά της πάχνης του θανάτου, στη φορά κάθε ανέμου που με αγάπη σημαδεύει την καρδιά μας, στο υπέροχο μυρμήδισμα τ’ ουρανού που νυχτόημερα πλάθεται απ’ την καλοσύνη των άστρων.

από τη ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996) "Προσανατολισμοί" (1936)




"ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ" ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη μουσική Μίκης Θεοδωράκης ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη διασκευή για κιθάρα John Williams (youtube, 20.11.2015)

 ..............................................................





 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898 - 1936)


"ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ"

ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη

μουσική Μίκης Θεοδωράκης

ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη

διασκευή για κιθάρα John Williams


Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι

       χορεύει κι έρχεται με χάρη

μέσ' από δάφνες και μυρτιές

       κι από το φως ασημωμένη

μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη


Ως τη θωρεί πετιέται ορθός

        ο Άνεμος ο ακοίμιστος

άντρας ο άτιμος κοιτάει

        γλείφεται γλώσσες τις εννιά

κι απέ γλυκά της τραγουδάει:


- Μικρούλα μου άσε να σηκώσω

         το φουστανάκι σου να ιδώ

άσε με λίγο να σ' αγγίξω

         και της κοιλίτσας σου ν' ανοίξω

το ρόδο το γαλαζωπό


Πετάει το ντέφι τρομαγμένη

      και τρέχει τρέχει η Παινεμένη

ξοπίσω της ακολουθεί

      Άνεμος άντρας που κρατεί

μια σπάθα σπάθα αστραφτερή


Άχου το κύμα πώς στενάζει

       ο ελιώνας άχου πώς χλωμιάζει

παίζει των ίσκιων η φλογέρα

      μέσα στον σκοτεινόν αέρα:


- Τρέχα τρέχα Παινεμένη 

        τι όπου να 'ναι σε προφταίνει

ο Άνεμος χιμαέι να

        γλείφεται γλώσσες τις εννιά


Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη

       χώνεται μέσα τρομαγμένη

της δίνουνε κάτι να πιει

       κι εκείνη λέει κι ανιστορεί


Ενώ απ' τη λύσσα του θηρίο

      γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο

δέρνει το σπίτι και το ζώνει

      τα κεραμίδια του δαγκώνει

  

https://www.youtube.com/watch?v=vsIXFeA_1Vc&list=RDvsIXFeA_1Vc&start_radio=1

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ "Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ" Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ..............................................................


"...ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟ


Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ




Είπεν ο λαός μου: το δίκαιο που μου δίδαξαν έπραξα και ιδού αιώνες απόκαμα ν’ απαντέχω γυμνός έξω από την κλειστή θύρα της αυλής των προβάτων. Γνώριζε τη φωνή μου το ποίμνιο και στην κάθε σφυριγματιά μου αναπηδούσε και βέλαζε. Άλλοι όμως, και πολλές φορές οι ίδιοι αυτοί που παινεύανε την καρτερία μου, από δέντρα και μάντρες πηδώντας, επατούσανε πρώτοι το πόδι αυτοί μες στη μέση της αυλής των προβάτων. Και ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Και στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της, καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου.
Τότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν. Επειδή το κάθε σημάδι καταλεπτώς γνωρίζουνε και, συχνά, μίλια μακριά διαβάζουνε στο συμφέρον τους. Παρευθύς λοιπόν τα πέδιλα τ’ απατηλά ποδέθηκαν. Και μισοί πιάνοντας τους άλλους μισούς, από το ‘να και τ’ άλλο μέρος τραβούσανε, τέτοια λόγια λέγοντας: άξια και καλά τα έργα σας, και ορίστε αυτή που βλέπετε η θύρα η κλειστή της αυλής των προβάτων. Ασηκώστε το χέρι και μαζί σας εμείς, και φροντίδα δική μας η φωτιά και το σίδερο. Σπιτικά μη φοβάστε, φαμελιές μη λυπάστε, και ποτέ σε γιου ή πατέρα ή μικρού αδερφού τη φωνή, πίσω μην κάνετε. Ειδέ τύχει κανείς από σας κι ή φοβηθεί κι ή λυπηθεί κι ή κάνει πίσω, να ξέρει: επάνω του το κρίμα και κατά της δικής του κεφαλής η φωτιά που φέραμε και το σίδερο.
Και το λόγο τους πριν αποσώσουν είχε πάρει ν’ αλλάζει ο καιρός, μακριά στο μαυράδι των νεφών και σιμά στο κοπάδι των ανθρώπων. Σαν να πέρασε αγέρας χαμηλά βογκώντας και ν’ απόριξε άδεια τα κορμιά, δίχως μια στάλα θύμηση. Το κεφάλι μπλάβο και άλαλο αψηλά στραμμένο, μα το χέρι βαθιά μέσα στην τσέπη, γραπωμένο από κομμάτι σίδερο, της φωτιάς ή απ’ τ’ άλλα, πόχουν τη μύτη σουγλερή και την κόψη αθέρα. Και βαδίζανε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε. Και που αν έκανες να βγεις λιγάκι παραόξω, τίποτε. Μόνο αγέρας βουίζοντας μέσα στα μεσοδόκια, και στα λίγα καμένα λιθάρια
μεριές μεριές οι καπνοί βοσκώντας τα κουφάρια των σκοτωμένων.
Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάστηξε το Κακό. Που τη θύρα χτυπούσανε ν’ανοίξουνε της αυλής των προβάτων. Και φωνή προβάτου δεν ακούστηκε, παρεχτός επάνω στο μαχαίρι. Και φωνή θύρας ούτε, παρεχτός την ώρα που ‘γερνε μες στις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα και αυτός ο λαός μου η αυλή και το ποίμνιο των προβάτων.

                                     ι'


Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανίδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


         Στ' ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
                  Αμαρτία μου να 'χα * κι εγώ
                                                      * μιαν αγάπη
                     Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


     Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
 Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
                                        * να φωτίσουν
       Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο


 Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
             "Ο που σ' είδε * να ζει
                                       * και στην πέτρα"
      Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

 Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
 Των φονιάδων το αίμα * με φως
                                           * ξεπληρώνω
          Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο....



Από "Το Άξιον Εστί" (1959) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)




Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025

"Όπως τα τριαντάφυλλα" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) - Από τη συλλογή "Τα Φάσματα ή Η Χαρά Στον Άλλο Δρόμο" (1958) εκδ. "Κέδρος", 1979)

 ...............................................................




          Μίλτος Σαχτούρης (2019 - 2025)



"Όπως τα τριαντάφυλλα"


Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιά
σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια
τα βάφουν μαύρα
σα σβησμένα κεριά
τα βάφουν κόκκινα
σα ματωμένα λουλούδια
κι απορούν οι μανάδες
που ύστερα έρχεται
ο μεγάλος φίλος
ο κατάμαυρος φίλος
με τα χρυσά χέρια

και τα παίρνει


Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Από τη συλλογή "Τα Φάσματα ή Η Χαρά Στον Άλλο Δρόμο" (1958) εκδ. "Κέδρος", 1979)

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

"Χειμώνας" και "Βαριά από την Άνοιξη" δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005). Από τις συλλογές "Τα Φάσματα ή Η Χαρά Στον Άλλο Δρόμο" (1958) & "Ο Περίπατος" (1960) "Τα Ποιήματα 1945 - 1971" (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, γ' έκδοση, 1981)

 ..............................................................




Δύο "εποχές" του Μίλτου Σαχτούρη (1919 - 2005)




- "Χειμώνας"




Τί ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια
τί τέλεια που μαραθήκαν
και αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους
με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού
χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή
απελπισμένη
μοιράζοντας τις ομπρέλες της
τα κάστανα θα τη ζηλέψουν
και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές
θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια
αυτός που πουλάει τις ζεστές ζεστές προβιές
αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι
κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι
για τις φτωχές καρδιές




- "Βαριά από την Άνοιξη"




Βαριά από την Άνοιξη
η φλόγα
τα μάτια ανοίξανε σαν τάφοι
πράσινα χόρτα φύτρωσαν γύρω στο στόμα
τα βλέφαρα χάθηκαν μακριά
φύγανε τα μαλλιά
μα η πληγή
έμεινε ορθάνοιχτη
κι ουρλιάζει





Από τις συλλογές "Τα Φάσματα ή Η Χαρά Στον Άλλο Δρόμο" (1958) & "Ο Περίπατος" (1960) "Τα Ποιήματα 1945 - 1971" (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, γ' έκδοση, 1981)

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

"Η μπαλάντα για τα καλά παιδιά" ποίημα από το "Δοκιμιακό σχεδίασμα" του Μανόλη Αναγνωστάκη "Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ" (εκδ. στιγμή, Αθήνα, 1996)

 ...............................................................






            Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)



Η μπαλάντα για τα
καλά παιδιά



Παιδάκια, πάντοτε ν’ ακούτε τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Να λέτε “ευχαριστώ”, ”παρακαλώ”,
να μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.

Ποιοί είν’ αυτοί που μας μαθαίνουν τρόπους,
που μας μαθαίνουν νά’ μαστε ευγενείς;
Μονάχα οι καλοί μας οι γονείς
για να μας κάνουνε σωστούς ανθρώπους.

Όλα στο σπίτι σαν ρολόι ρυθμισμένα.
Ο μπαμπάς όλη μέρα στη δουλειά.
Η μαμά τινάζει στο μπαλκόνι τα χαλιά
κι ύστερα στρώνει τα κρεβάτια ένα ένα.

Συνήθως βλέπουν τηλεόραση τα βράδια,
καμιά φορά πηγαίνουν σινεμά.
Κάποτε μένει μονή η μαμά
και μας κακομαθαίνει με τα χάδια.

Λείπει τότε ο μπαμπάς στο καφενείο
εκεί που πάνε οι άντρες μοναχοί.
Παίζουνε πρέφα, λεν αστεία, χι, χι, χι
καμιά φορά ξεχνιούνται ως τις δύο.

Τις Κυριακές μας έρχονται επισκέψεις.
Βγάζει η μαμά καφέδες και γλυκά.
Οι άντρες συζητούν πολιτικά
και οι γυναίκες: “αύριο τι θα μαγειρέψεις;”.

Έτσι τα βρήκαμε, πάππου προς πάππου
και - προς Θεού - μην τα πειράξεις, πα, πα, πα!
Ακολουθείστε τα γνωστά τα πρότυπα
να φτάσετε κι εσείς μια μέρα κάπου.

Χιλιάδες πειρασμοί είναι κοντά σας,
σεξ και πορνό και ντίσκο και χασίς.
Μακριά, παιδιά, να κρατηθείτε εσείς,
να μην ακούτε παρά μόνο το μπαμπά σας.

Λοιπόν, παιδάκια, σεβασμό προς τους γονείς σας
που θέλουν μόνο το δικό σας το καλό.
Πάντα και πάντα: ”ευχαριστώ”, ”παρακαλώ”,
και μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας.




"ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (10.3.1925 - 23.6.2025) από τη συλλογή "Ο Στόχος" & "Τα Ποιήματα 1941-1971" (εκδ. "Πλειάς",1975)

 ..............................................................




Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)



ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


                                                             Στον Κώστα Κουλουφάκο



Ο πατέρας του του ’λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ 
        το ρωμέικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, 
        πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιός τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ’δωσε ο μεγάλος αδερφός
Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός 
       κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
—Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο πολύ τα πράγματα 
        να σφίγγουν—
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ για να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ’σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το ’σωσε ο… ή ο… μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε 
        ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στην οδό Αρριανού κυνηγημένοι    
      από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα 
       και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, 
         λες και δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα —μένα μού λες— και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και  τ ώ ρ α

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απόξω
(Έτσι χοντρά χοντρά) παράγων πια τρανός 
       της καταστάσεως
—όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως—
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις 
         γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς 
        παλιάς φιλίας και του «… γιά θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, 
       πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ’πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν 
        πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου 
        το ενδιαφέρον σας
Όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι 
         της Τζάκυ ή το ψυγείο «Κελβινέιτορ»).

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

"Νέοι της Σιδώνος, 1970" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) Από την ποιητική του συλλογή "Ο Στόχος" και "Τα Ποιήματα 1941 - 1971" (εκδ. "Πλειάς", 1975)

 ..............................................................




Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)



Νέοι της Σιδώνος, 1970


Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά — αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρών και δραστικό — κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;).


Από την ποιητική συλλογή "Ο Στόχος" και "Τα Ποιήματα 1941 - 1971" (εκδ. "Πλειάς", 1975) 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Ο συγγραφέας και φίλος στο fb Κώστας Κουτσουρέλης μεταφράζει Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875 - 1926) (facebook, Απρίλης 2025)

 ..............................................................




Ο συγγραφέας και φίλος στο fb Κώστας Κουτσουρέλης μεταφράζει Ράινερ Μαρία Ρίλκε (facebook, Απρίλης 2025)





ΚΥΡΙΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ


Καθώς βοτάνι σε ποτό υπνωτικό
τους κουρασμένους τρόπους της αργά διαλύει
μες στου καθρέφτη το κρυστάλλινο νερό·
εκεί και το μειδίαμά της όλο δύει.

Και περιμένει ωσότου η στάθμη ν’ ανεβεί·
και τότε χύνει στον καθρέφτη τα μαλλιά της
και, τους εξαίσιους ώμους της σε μια στιγμή
αποδεσμεύοντας από το φόρεμά της,

το είδωλό της πίνει σιωπηλά. Το πίνει
όπως θα το ’πινε ένας έραστης πάνω στη ζάλη,
δύσπιστα, ερευνητικά· και νεύει πρώτα

στην καμαριέρα της αφότου δει τα φώτα
μες στου καθρέφτη τον βυθό, και την αιθάλη
που τη βαθιά τη νύχτα τώρα περιχύνει.


ΡΙΛΚΕ



ΤΟ ΚΑΡΟΥΖΕΛ


Jardin du Luxembourg

Κάτω απ’ της τέντας του τον ίσκιο γυροφέρνει
αυτή η χαρούμενη αγέλη κάμποση ώρα
με τα πολύχρωμα άλογα – όλα απ’ τη Xώρα
που προς τη δύση της αργά το βήμα σέρνει.
Κάποια ζεμένα τά ’χουνε σ’ ένα αμαξάκι,
μα οι μορφασμοί τους δείχνουν ζώα θαρρετά·
δίπλα ένα κόκκινο λιοντάρι περπατά
και πού και πού κι ένα λευκό ελεφαντάκι.

Ώς κι ένα ελάφι είναι εδώ, φτυστό απ’ τα δάση,
μόνο που είναι σελωμένο και στη ράχη
μια κοπελίτσα γαλανή του ’χουν κρεμάσει.

Και στο λιοντάρι έν’ άσπρο αγόρι είναι καβάλα
που απ’ το ζεστό του συγκρατιέται το χεράκι
όσο με δόντια αυτό κορδώνεται μεγάλα.

Και πού και πού κι ένα λευκό ελεφαντάκι.


Και πάνω στ’ άλογα περνούν ανεβασμένα
κι άλλα κορίτσια, φωτεινά, που λες πως έχουν
αφήσει πίσω το παιδί, κι άλλα προσέχουν,
και μες στη δίνη έχουν τα μάτια αλλού στραμμένα. –

Και πού και πού κι ένα λευκό ελεφαντάκι.


Κι όλα τους τρέχουν σαν να επείγονται να φτάσουν,
και κάνουν γύρους δίχως να ’χουν προορισμό.
Το ροζ, το μπλε, το γκρι σκορπούν όπου περάσουν,
ένα προφίλ λες ψευτοφτιάχνοντας μικρό,
και πού και πού κι ένα χαμόγελο φαιδρό·
από εκείνα που είν’ γραφτό τους να χλωμιάσουν
σ’ αυτό το ξέπνοο το παιχνίδι το τυφλό.

R. M. RILKE
(1906)



Ο ΚΥΚΝΟΣ


Ετούτη η πάλη, που ποτέ της δεν καρπίζει,
δέσμιος να τρέχεις για να πας λίγο πιο πέρα,
μοιάζει με κύκνο που έξω απ’ το νερό τρεκλίζει.

Όμως ο θάνατος, η ανάληψη εκείνη
από το χώμα που πατάμε κάθε μέρα,
μοιάζει με κύκνο που δειλιάζει εμπρός στη δίνη –

μπρος στο αφρισμένο το ποτάμι που κυλά
και που χαρούμενο τον δέχεται απαλά
και διαβατάρικο μακριά πολύ τον παίρνει·
ενόσω αυτός, βέβαιος τώρα πια εντελώς,
όλο πιο ατάραχος, όλο πιο αρχοντικός,
με πίστη αφήνεται στο ρέμα που τον σέρνει.


RAINER MARIA RILKE  (1875 - 1926)







Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

Επετειακό αφιέρωμα στον Περικλή Κοροβέση (1941 - 2020) από τη σελίδα στο fb "Πρόσωπα" (facebook, 11.4.2020)

...............................................................



    Περικλής Κοροβέσης (1941 - 2020)


 


Πιστεύω πως πρέπει
να κουβεντιάζουμε με όσους έχουν
τη δυνατότητα του επιχειρήματος,

χωρίς να λαμβάνουμε υπ' όψιν μας
τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές
και ιδεολογικές τους αναφορές.

Σε ένα διάλογο μετράει πάντα
το επιχείρημα και ο ορθός λόγος.

Κατά το πρότυπο
της Αθηναϊκής Δημοκρατίας που
έπαιρνε το λόγο όποιος τον ήθελε.



Όταν με ρωτούν:
''Ποιο από τα δεκαπέντε βιβλία σας
είναι το καλύτερο;''

δεν ξέρω τι να απαντήσω
αν και κατά βάθος ξέρω,

πως το καλύτερο είναι
αυτό που δεν έχω γράψει ακόμα
και το 'χω στο μυαλό μου.

Ένα βιβλίο έχει πολύ κόπο
για το συγγραφέα του.

Κάνει μια δουλειά
που κανείς δεν τη ζήτησε,
είναι δύσκολο να πληρωθεί

και είναι αμφίβολο αν θα βρεθεί
κάποιος να τον διαβάσει.

Αν οι ''Ανθρωποφύλακες'' έχουν
μπει στην πέμπτη δεκαετία τους

και βρίσκονται ακόμη
στα ράφια των βιβλιοπωλείων,

δεν οφείλεται
στο ταλέντο του συγγραφέα

αλλά στο γεγονός
πως είναι η μεγάλη περιπέτεια
του νέου ανθρώπου,

που θα μπορούσε να συμβεί
στον καθένα.



Θα έλεγα
στον νεαρό Κοροβέση του 1960,
αν ήθελε να με ακούσει,

γιατί μπορεί
μέσα στη θρασύτητα της νιότης του

να μην ήθελε
να κουβεντιάσει με έναν γέρο, ότι

''Σημασία στη ζωή
δεν έχει πώς την αρχίζεις
αλλά πώς την τελειώνεις.

Και αν, αγόρι μου,
κάνεις κάτι καλό τώρα,

μη βιαστείς
να βγάλεις συμπεράσματα.

Το οριστικό συμπέρασμα βγαίνει
στο κρεβάτι του θανάτου.



Ποτέ μη χάνεις
την πίστη σου στους ανθρώπους,
όσο κι αν σε έχουν απογοητεύσει.

Αν συνέβη αυτό,
απλώς δε γνώρισες ακόμη
τους σωστούς.

Άμα ψάξεις,
θα βρεις τέτοιους όπου Γης
και άμα πια δυσκολευτείς πολύ,

σκέψου μήπως εσύ, τελικά,
δεν είσαι ο σωστός,
και γι' αυτό διαλέγεις τους λάθος;''




Είμαι φτωχός σε υλικά αγαθά,
πλούσιος όμως πολύ σε εμπειρίες.

Έζησα ανοιχτά, ελεύθερα,
σύμφωνα με τις επιθυμίες μου,

δίχως εξαναγκασμούς
και συμβιβασμούς.

Χάρηκα το διάβασμα, τη γραφή,
τον έρωτα, τη δράση, τη δημιουργία.

Ταξίδεψα, ξενιτεύτηκα,
έκανα δύο γάμους κι ένα γιο,

ζω είκοσι χρόνια τώρα αγαπημένα
με τη Μαρία.

Τελώ σε έναν διαρκή ενθουσιασμό.
Μπορώ να πω, λοιπόν, ότι Ναι,
την ευχαριστήθηκα τη ζωή μου.


Περικλής Κοροβέσης



Σαν σήμερα,
το 2020, έφυγε από τη ζωή.


...............................................


lifo. gr
Απόσπασμα από συνέντευξη
στον
Θοδωρή Αντωνόπουλο.

Περιοδικό Esquire

popaganda. gr
Απόσπασμα από συνέντευξη
στον Θεοδόση Μίχο.


Φωτογραφία:
Πάρις Ταβιτιάν / lifo. gr






Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Κάτω απ' τα ρούχα μου" ποίηση Μανόλης Αναγνωστάκης μουσική Μίκης Θεοδωράκης τραγούδι Μαργαρίτα Ζορμπαλά (youtube, 19.4.2018)

 ............................................................




   Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)


"Κάτω απ' τα ρούχα μου"



ποίηση Μανόλης Αναγνωστάκης

μουσική Μίκης Θεοδωράκης

τραγούδι Μαργαρίτα Ζορμπαλά


Από τον δίσκο "Μπαλάντες" (1975)




Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια
η παιδική μου καρδιά
λησμόνησα την αγάπη πού `ναι μόνο αγάπη
μερόνυχτα να τριγυρνώ
χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου.

Ένοιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου
ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.



Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

"Δρόμοι παλιοί" στίχοι Μανόλης Αναγνωστάκης μουσική Μίκης Θεοδωράκης τραγούδι Μαργαρίτα Ζορμπαλά - Από τον δίσκο "Μπαλάντες" (1975)

 ..............................................................



"Δρόμοι παλιοί"


στίχοι Μανόλης Αναγνωστάκης

μουσική Μίκης Θεοδωράκης

τραγούδι Μαργαρίτα Ζορμπαλά


Από τον δίσκο "Μπαλάντες" (1975)


(youtube, 19.4.2018)



Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε




Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

"Γουτοῦ Γουπατοῦ" (1899) διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851-3.1.1911)

...............................................................

 



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (4.3.1851-3.1.1911)




"Γουτοῦ Γουπατοῦ" (1899)


Τὸν ἐπετροβολοῦσαν οἱ μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τὸν ἐχλεύαζον τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς, τὸν ἐφοβοῦντο τὰ νήπια καὶ τὰ βρέφη. Τὸν ἔλεγαν κοινῶς «ὁ Ταπόης» ἢ «ὁ Μανώλης τὸ Ταπόι».

―Ὁ Ταπόης! Νά, ὁ Ταπόης ἔρχεται…

Φόβος καὶ τρόμος ἐκολλοῦσε τὰ ἄκακα βρέφη εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἡ νεολαία τοῦ χωρίου, οἱ θαμῶνες τῶν μαγαζειῶν καὶ τῶν καφενείων, δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ τὸν πειράζουν.

― Εἶσ᾽ ἕνα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· εἶσαι χταπόδι.

Κ᾽ ἐκεῖνος, μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν δεμένην διὰ γλωσσοδέτου μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὀδόντων, ἀπήντα:

― Ναί, εἶμι ταπόι!… Ἰσὺ εἶσι ταπόι. (Ναί, εἶμαι χταπόδι. Ἐσὺ εἶσαι χταπόδι.)

Εἶχε φίλους τόσον ὀλίγους καὶ τόσον ἀμετρήτους ἐχθρούς, εἰς μέρος τόσον ὀλιγάνθρωπον! Κάποτε φιλάνθρωπος ἢ διακριτικός τις τὸν ὑπερήσπιζεν ἐναντίον τῆς ἐπιθέσεως τῶν ἀγυιοπαίδων. Εἰς ἐκεῖνον ἐγίνετο σκλάβος ἰσόβιος, κ᾽ ἐξετέλει δι᾽ αὐτὸν διακονήματα προθύμως, μετὰ βίας δεχόμενος φίλευμα ἢ κέρασμα. Πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους δὲν ὑπῆρχε φιλία οὔτε σπονδή.

Μόνον τὴν μητέρα του εἶχεν εἰς τὸν κόσμον. Ἐκείνη τὸν ἐπόνει, τὸν ἠγάπα περιπαθῶς, καὶ αὐτὸς τὴν ἐλάτρευεν. Ἀδελφὴν δὲν εἶχεν. Ὁ ἕνας ἀδελφός του εἶχε χαθῆ εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸ χρόνων καὶ δὲν ἠκούσθη. Ὁ ἄλλος, χασομέρης ἄχρηστος, ὡς μόνον ἐπάγγελμα εἶχε τὸ νὰ πηγαίνῃ κάθε χρόνον μέσα εἰς τὴν μεγάλην στερεάν, ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχον ἄφθονα θέρη, καὶ νὰ κάμνῃ τὸ ἔργον τῆς σβάρνας· ἦτο δὲ ἡ σβάρνα βαρεῖα σανίς, τὴν ὁποίαν ἔσυρον ἄλογα ἢ βόδια εἰς τὸ ἁλώνι· καὶ αὐτὸς ἐκάθητο ἐπάνω εἰς τὴν σανίδα, ἔμψυχον βάρος, διὰ νὰ γίνεται τέλειον τὸ ἁλώνισμα· ἐκεῖ εἶχεν ἀποθάνει. Ὁ τρίτος ἐγύριζε ναυτικὸς εἰς τὰ ξένα. Ὁ Μανώλης ἄλλην στοργὴν δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν μητέρα του. Αὕτη ἦτο ἤδη γραῖα, καὶ αὐτὸς εἶχε μεγαλώσει πολύ.

Οἱ ὀλίγοι φίλοι του, ἐκεῖνοι οἵτινες συνεπάθουν πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ ἀγορᾷ, τὸν εἶχον ἀκούσει ἐπανειλημμένως ν᾽ ἀπειλῇ καὶ νὰ λέγῃ μὲ τὴν γλῶσσάν του τὴν νηπιώδη:

― Τάνῃ Γιὰ πέτου ᾽γὼ πιιγῶ μέτα Μπούτι! (Σὰν πεθάνῃ ἡ Γριά, θὰ πέσω ἐγὼ νὰ πνιγῶ μὲς στὸ Μπούρτσι.)

Ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὡς ἄχρηστον. Ἐξαιρουμένης τῆς γλώσσης τὸ ἥμισυ τοῦ ἀνθρώπου ἦτο ὑγιές. Ὁ δεξιὸς ποὺς ἐσύρετο κατόπιν τοῦ ἀριστεροῦ, δὲν ἐκινεῖτο ἐλευθέρως. Ἡ δεξιὰ χεὶρ ἂν καὶ χονδρὴ καὶ δυσανάλογος, καὶ σχεδὸν παράλυτος φαινομένη, εἶχε τεραστίαν ρώμην. Ὡμοίαζε μὲ μάγγανον ἢ μὲ ὀδόντας ταυροσκύλου. Διὰ νὰ δράξῃ ἓν πρᾶγμα, συνήθως βραχίονα ἢ πλάτην κανενὸς παιδίου ὀχληροῦ, ἐχρειάζετο κόπον· ἔπρεπε νὰ τὴν βοηθήσῃ ἡ ἄλλη χείρ, νὰ ψαύσῃ δηλαδὴ τὸν γρόνθον τῆς δεξιᾶς, καὶ νὰ τὸν διευθύνῃ· ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἔδραττε τὸ ἀντικείμενον, ἡ τεραστία χεὶρ δὲν τὸ ἄφηνε πλέον, σχεδὸν καὶ ἂν ἤθελε νὰ τὸ ἀφήσῃ. Ἀλλοίμονον τότε εἰς τὸν βραχίονα, εἰς τὴν ὠμοπλάτην, ἀλλοίμονον εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ αὐθάδους!

Ἦτο χωλὸς καὶ κυλλὸς καὶ μογιλάλος. Ἦτο ὁ Μανωλιὸς τὸ Ταπόι.

*
* *

Τέσσαρες ἢ πέντε ἄνθρωποι ἐγνώριζον καλῶς τὴν γλῶσσάν του εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Οὗτοι ἐκαλοῦντο, καθὼς τοὺς εἶχεν ὀνοματίσει ὁ ἴδιος, ὁ Γωμέος, ὁ Παγιώτας καὶ ὁ Παπαγᾶς. Τὰ καθαυτὸ ὀνόματά των ἦσαν, Λαμιαῖος καὶ Μιχαλιὸς καὶ Παπαγιάννης. Ἀλλὰ πῶς ἐκ τοῦ Μιχαλιός, ἐσχημάτισε τὸ Παγιώτας; Ἄπορον. Σπανίως προσέθετε συλλαβὴν ἢ μετέθετε τὸν τόνον. Ἡ φθογγολογία του ἦτο περιεργοτάτη, καὶ ἐν αὐτῇ ἐπλεόναζον τὰ λαρυγγόφωνα, ὡς καὶ τὰ σκληρὰ καὶ ψιλὰ ἐκ τῶν ἀφώνων.

Γατὶ ὠνόμαζε τὸ γαττί, γατὶ τὸ γιατί, γατὶ τὸ χαρτί.

Ἀλλ᾽ ἔξαφνα μίαν ἡμέραν ἐξέφερε φράσιν ἐν ᾗ ὑπῆρχεν ἡ λέξις αὕτη, πλὴν δὲν ἔβγαινε νόημα οὔτε ὡς γαττί, οὔτε ὡς γιατί, οὔτε ὡς χαρτί. Ἡ φράσις ἦτο:

«Πότε τῇ Γουτοῦ, Γουπατοῦ, μὰμ γατί». (Πότε νὰ ᾽ρθῇ τοῦ Χριστοῦ, τ᾽ Ἁιβασιλειοῦ, νὰ φᾶμε…) Καταρχὰς οἱ τρεῖς γνῶσται τῆς γλώσσης ἐνόμισαν ὅτι ἀπεκάλει μυκτηριστικῶς γαττιὰ τὰ κρέατα τὰ ὁποῖα ἐπωλοῦσαν οἱ κρεοπῶλαι τοῦ χωρίου. Οἱ τρεῖς προειρημένοι, καὶ μάλιστα ὁ Παγιώτας, ἦσαν δυνατοὶ εἰς τὴν γλῶσσαν, καὶ τὴν ὡμίλουν οἱ ἴδιοι. Ἀλλ᾽ ὅταν προσέτρεξαν εἰς τὰ ἀνώτερα φῶτα τοῦ κὺρ Γιωργῆ τοῦ Λαυκιώτη, διευθυντοῦ τοῦ μεγάλου καφενείου, ὅστις ἦτο καὶ ὁ ἐπίσημος προστάτης τοῦ Ταπόη, καὶ οἱονεὶ ἐπίτιμος καθηγητὴς τῆς ἰδιαιτέρας γλώσσης, χωρὶς νὰ τὴν ὁμιλῇ ὁ ἴδιος, οὗτος ἀπεφάνθη ὅτι τοιαύτη πικρὰ εἰρωνεία δὲν θὰ ἥρμοζεν εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ πτωχοῦ, τοῦ Μανώλη, ἀλλ᾽ ὅτι ἴσως ὠνόμαζεν ἁπλῶς γατὶ καὶ τὸ κατσίκι, καὶ τὸ ἀρνί. Ὣς τόσον τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν ἀμφίβολον ἄχρι τῆς ὥρας ταύτης.

*
* *

Ἐπερίμενε πράγματι ἀνυπομόνως «πότε νά ᾽ρθῃ τοῦ Χριστοῦ, τ᾽ Ἁιβασιλειοῦ», καὶ ἅμα ἔμβαινε τὸ Σαρανταήμερον, ὄπισθεν τῆς θύρας τοῦ καφενείου τοῦ κὺρ Γιωργῆ, ἐσημείωνεν ἰδιοχείρως, μὲ ἓν τεμάχιον κιμωλίας, τόσες γιῶτες, ὅσας ἡμέρας ἔχει ἡ Σαρακοστή· καὶ κάθε πρωί, πρὶν τοῦ δώσῃ ὁ Γιωργὴς τσιγάρον νὰ καπνίσῃ, ἢ καφὲν νὰ πίῃ, ἔσπευδε νὰ σβήσῃ μίαν ἰῶτα, καὶ τὰς ἔβλεπε μὲ χαρὰν νὰ ὀλιγοστεύουν. Πλὴν οἱ μοσχομάγκες τῆς ἀγορᾶς, λαθραίως, ἐπήγαιναν κ᾽ ἔγραφαν ἄλλες τόσες γιῶτες, ὅσες εἶχε σβήσει ἐκεῖνος, κ᾽ ἔτσι ἡ Σαρακοστὴ ἐφαίνετο ὅτι δὲν θὰ εἶχε ποτὲ τελειωμόν.

Ὁ Ἅις Νικόλας εἶχεν ἀσπρίσει ἤδη τὰ γένεια του πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἦτον ἡ σειρὰ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ν᾽ ἀσπρίσῃ τὰ ἰδικά του· δὲν ἔμενον πλέον εἰμὴ δώδεκα ἡμέραι ἕως τὰ Χριστούγεννα.

―Ἔχουμε χαβὰ ἀκόμα, βρὲ χταπόδι! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Νικολὸς ὁ Μπαλαλᾶς· εἰκοσιδυὸ μέρες ἀκόμα θέλουμε.

― Ναί, ταπόι! ἐψέλλιζεν ὁ Μανώλης· τὰ κότη κότα τύ. (Νὰ μαζώξῃς τὴ γλῶσσά σου σύ.)

― Σὲ γελοῦν, βρὲ Μανιέ· δώδεκα μέρες ἀκόμα, τὸν ἐπαρηγόρει ὁ Γιωργής.

Καὶ ἤρχετο ἡ καρδιὰ τοῦ Μανώλη στὸν τόπον της. Εἶχεν ἀναλάβει μίαν ὑποχρέωσιν διὰ τὰς ἑορτάς. Ἐπρόκειτο νὰ συνοδεύῃ μερικὰ ἐκ τῶν παιδίων τῆς Κάτω Γειτονιᾶς, ὅσα ἦσαν τέκνα ἢ ἀνεψίδια φίλων καὶ προστατῶν του, ὅταν θ᾽ ἀνήρχοντο πρὸς τὰ ἐπάνω, ἀφ᾽ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ τῶν Φώτων, ἀνὰ δύο καὶ τρία, διὰ νὰ τραγουδήσουν τὰ χαρμόσυνα τραγούδια εἰς τὰ σπίτια καὶ εἰς τὰ μαγαζειὰ τῆς Ἐπάνω Ἐνορίας. Διότι δὲν θὰ ἐτόλμων ποτὲ νὰ ἀνέλθουν μοναχά των ἐκεῖ ἐπάνω.

Ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ χωρίου ἦσαν διῃρημένα εἰς δύο μεγάλα πάνοπλα στρατόπεδα. Αἱ ἐχθροπραξίαι ἤρχιζον ἀπὸ τὸ φθινόπωρον, διήρκουν καθ᾽ ὅλον τὸν χειμῶνα, ἐξηκολούθουν τὴν ἄνοιξιν, καὶ δὲν ἔπαυον τὸ θέρος ― εἰμὴ ἐφ᾽ ὅσον μετεφέροντο εἰς τὸν ἐλεύθερον κάμπον, ὅπου ἐκοκκίνιζον ἄωρα καὶ ᾑμωδίαζον τοὺς ὀδόντας προκλητικὰ τὰ μῆλα, τὰ κεράσια, τὰ ἀπίδια, καὶ ὕστερον τὰ σταφύλια. Ὁ ἐπίσημος πετροπόλεμος διεξήγετο ἰδίως τὴν Κυριακὴν τῶν Βαΐων, ἀλλ᾽ ὅμως ὁ πετροπόλεμος ὁ καθημερινὸς ποτὲ δὲν ἐκόπαζε μεταξὺ τῶν δύο φουσάτων.

Εἰς τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἐκεῖ ἄνωθεν τοῦ Βράχου, ἐβασίλευεν ὁ φοβερὸς Τσηλότατος. Ἦτο ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Βράχος ἐφ᾽ οὗ εἶχε τὸν θρόνον του, σγουρομάλλης, ἀκτένιστος, ξεσκούφωτος, ξυπόλυτος, καὶ ἀποτρόπαιος. Ἦτο αὐτὸς ὁ ἀνεγνωρισμένος ἀρχηγὸς τῶν μαγκῶν τῆς Ἄνω Ἐνορίας καὶ ὅλου τοῦ χωρίου. Τὰ δύο ποδάρια του ἦσαν χονδρά, μελαψὰ καὶ πλατέα, ὡς δύο κατάρτια. Ἐφόρει παρδαλὴν φανέλαν, ἥτις ἦτο ἅμα τὸ ὑποκάμισον καὶ τὸ ἐπανωφόρι του, καὶ κοντὸν πανταλόνι, χειμῶνα καὶ θέρος. Ἄδειαν δὲν εἶχε παιδὶ ἢ νέος ἢ γέρος νὰ περάσῃ ἀπ᾽ ἐκεῖ σιμὰ εἰς τὸν Βράχον, ἐξουσίαν δὲν εἶχε γριὰ ἢ νέα νὰ πάγῃ εἰς τὴν βρύσιν μὲ τὴν στάμναν της. Ἦτο ὡς δεκαεπτὰ ἐτῶν καὶ ἦτο φοβερὸς σκιὰς* ἤδη. Ἐφορολόγει τὰς γραίας, τὰς οἰκοκυράς, τὰς πτωχὰς χήρας. Ἂν δὲν τοῦ ἔδιδε μερδικὸ ἀπὸ τὰ φουρνιάτικα ἡ Γαρουφαλιά, ἡ φουρναρού, δὲν τῆς ἐπέτρεπε νὰ ψήσῃ τὰ ψωμιά. Ἔβαλλε φωτιὰ εἰς τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ ἔκαιεν, εἰς τὸ προαύλιον τοῦ φούρνου· κι ἐφώναζε τ᾽ ἄλλα τὰ παιδιά, νὰ πηδήσουν ἐκ τρίτου ἀπ᾽ ἐπάνω ἀπὸ τὴν λαμπὴν τῆς φωτιᾶς, ὡς νὰ ἦτο ἤδη τ᾽ Ἁι-Γιαννιοῦ στὸ Λιοτρόπι. Ἀπὸ τὴν μίαν γειτόνισσαν ἀπῄτει νὰ τοῦ φέρῃ τυρόπιτταν ποὺ νὰ πλέῃ στὸ βούτυρο διὰ νὰ φάγῃ, ἀπὸ τὴν ἄλλην λαδόπιτταν μὲ λάδι πολύ, ἢ καμμίαν γριὰ (μεγάλην τηγανίταν, ἴσην μὲ τὸ τηγάνι), ἀπὸ τὴν ἄλλην τυλιχτὸ (εἶδος κολοκυθόπιττας) ἢ μπομπότα μὲ πολὺ πολὺ μέλι.

Εἶχεν ἀκούσει τοὺς παλαιοὺς μύθους διὰ τὰ θεριά, τὰ ὁποῖα ἐφώλευαν σιμὰ εἰς τὴν βρύσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑδρεύετο τὸ χωρίον. Ἐὰν ἐπέζη ὥστε νὰ γίνῃ εἴκοσιν ἐτῶν, ἐμελέτα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς κατοίκους, ὡς ἐτήσιον φόρον, ἕνα κορίτσι τοὐλάχιστον. Καὶ ὁ Σουλτάνος, καθὼς ἤκουσε νὰ λέγουν, μίαν φορὰν παντρεύεται τὸν χρόνον.

Δυστυχῶς ὑπῆρξε πολὺ βραχύβιος, δὲν ἐπρόφθασε νὰ φθάσῃ εἰς ἡλικίαν. Καὶ ὑπῆρξεν ὁ τελευταῖος τῆς γενεᾶς του. Παιδίον ὅταν ἦτο, εἰς τὸν ἀνεμόμυλον ὅπου εἶχεν ἀνατραφῆ, εἶχον ἀποθάνει τὰ δύο ἀδελφάκια του. Κατόπιν ἀπέθανεν ἡ γριά, ἡ μάννα του, ὕστερον ὁ γέρος. Τοῦ ἐφάνη ὅτι εἶχε πέσει ἀπ᾽ ἐπάνω τους ὁ ἀνεμόμυλος καὶ τοὺς ἐπλάκωσε, καὶ πράγματι ἔπεσεν, ἀφοῦ ὁ γέρος δὲν ἐζοῦσε πλέον διὰ νὰ τὸν ἀλέθῃ. Ἀπὸ τὸν μύλον ἕως τὰ Μνημούρια, τὸ κοιμητήριον τοῦ χωρίου, ἦτο πολὺ σιμά.

Οἱ γονεῖς του ἦσαν καλοὶ χριστιανοί, ἐσκέφθη, καὶ δὲν ἐπέβαλαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους μεγάλην ἀγγαρείαν, νὰ τοὺς κουβαλοῦν μακρὰν διὰ νὰ τοὺς θάψουν. Πλὴν καὶ αὐτός, ἀρκετὰ ἐτάισε τοὺς πεθαμένους, εἶπε, καὶ ἦτον καιρὸς πλέον ν᾽ ἀρχίσῃ νὰ βυζαίνῃ τοὺς ζωντανούς. Καὶ ἀφοῦ ὁ πεσμένος ἀνεμόμυλος δὲν ἦτο πλέον καλὸς διὰ νὰ κατοικῇ τις μέσα, ἐκουβαλήθη καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς ὑψηλῆς συνοικίας, ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. Ἐκεῖ ἔστησε τὸν θρόνον του.

Ἦτο ἀνεγνωρισμένος ἡγεμὼν ὅλων τῶν μαγκῶν καὶ φοβερὸς πολέμιος ὅλων τῶν παιδίων τοῦ σχολείου. Ὅλα τὰ παιδιὰ «τοῦ ἔκαναν τὸ σκῆμα»*. Ἦτο ὁ Μῆτρος ―ὁ Μῆτρος ὁ Τσηλότατος― ἢ «Τσηλότατος Γιατρός». Πόθεν καὶ διατί ὠνομάσθη οὕτω; Ἄδηλον. Ἴσως νὰ ἦτο παιδικὴ ἀντίληψις τοῦ «ὑψηλότατος» ἢ τοῦ «ἐξοχώτατος». Ἀγνοῶ.

Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου, «ἐκπληρῶν καὶ τὰ ἀστυνομικά», συνέβη νὰ περάσῃ μίαν ἡμέραν ἀπ᾽ ἐκεῖ, σιμὰ εἰς τὸν Βράχον, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὴν βρύσιν, ἔνθα εἶχε τὸ στραταρχεῖόν του ὁ Τσηλότατος. Αἱ πτωχαὶ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς εἶχον παραπονεθῆ πικρῶς ἐναντίον τῆς μάστιγος. Ὁ δήμαρχος ἔσεισε τοὺς ὤμους, ἐμειδίασεν, ἀπηύθυνεν ἠπίας ἐπιπλήξεις εἰς τὸν Μῆτρον καὶ εἰς ὅλην τὴν δωδεκαμελῆ συμμορίαν τῶν μαγκῶν ―ὁ Τσηλότατος εἶχεν ἀκριβῶς μίαν δωδεκάδα, ὅσους συμβούλους εἶχε καὶ ὁ δήμαρχος― καὶ ἀπεφάνθη:

― Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ παίζουν, καλέ, αὐτὸ δὲν βλάπτει. Φτάνει νὰ μὴν τὸ παρακάνουν.

*
* *

Πέντε ἢ ἓξ παιδιὰ τοῦ σχολείου, ἀπ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκυνήγει ἀσπόνδως ὁ Τσηλότατος, εἶχον ἀναβῆ ἐν συνοδίᾳ τοῦ Μανωλιοῦ τοῦ Ταπόη εἰς τὴν ἐπάνω γειτονιάν, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τοῦ Ἁγ. Βασιλείου κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος.

Ὁ Μανωλιὸς ὁ Ταπόης, «τό ᾽λεγε ἡ καρδιά του, μιὰ φορά». (Τοιοῦτον σχῆμα συντάξεως, μὲ τὴν ἄδειαν ὅλων τῶν γραμματικῶν, μᾶς φαίνεται παραστατικὸν διὰ τὸν ἄνθρωπον.) Ὁ Μανωλιὸς ὁ Ταπόης, ἀλλοῦ ἐπήγαιναν τὰ πόδια του, ἀλλοῦ αἱ χεῖρες καὶ ἀλλοῦ τὸ σῶμά του. Πλὴν οἱ μυῶνές του ἦσαν ἰσχυροί, καὶ ὁ γρόνθος τῆς παραλύτου χειρὸς ἐκείνης ἔσφιγγεν ὡς μάγγανος.

Ἀνέβαινον, καὶ εἶχον καὶ τὸν φόβον. Δὲν ἦτον ἡ πρώτη φορά. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, ὁ Μῆτρος ὁ Τσηλότατος μὲ τὸ φουσᾶτον του, ἂν καὶ μικρὸς ἀκόμα, τὸν εἶχε καταρημάξει τὸν πτωχὸν τὸν Ταπόη, μαζὶ μὲ τοὺς προστατευομένους του. Τὴν φορὰν αὐτήν, δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῆς συμμορίας τοῦ Μήτρου, ὁποὺ ἐφύλαγαν καραούλι, εἶχον κατοπτεύσει εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης μακρόθεν τοὺς ἐρχομένους. Ἦτο ὣς δύο ὥρας μετὰ τὴν δύσιν.

―Ὁ Μανώλης τὸ Χταπόδι, ἔρχεται· μᾶς φέρνει κελεπούρια, ἔδωκαν εἴδησιν εἰς τὸν Μῆτρον τὸν Τσηλότατον.

― Εἶναι πολλοί; ἠρώτησεν ἄλλος μάγκας, ὅστις ἵστατο πλησίον τοῦ Μήτρου.

― Εἶναι πέντ᾽ ἕξι ἑφτὰ ὀχτώ· εἶναι καμμιὰ δεκαριά… ὣς μιὰ ντουζίνα, εἶπε τὸ καραούλι.

― Σιώπα σύ! ἐπετίμησεν ὁ Μῆτρος τὸν ἐρωτήσαντα· δὲν εἶναι δουλειά σου. Ποῦ ᾽ν᾽ τοι;

― Κοντεύουν· ζυγώσανε.

― Στὰ πόστα σας, ἐσεῖς! Μαζώξετε πολλὰ βράχια, διέταξεν ὁ Τσηλότατος. Ἂν δὲν σᾶς πῶ ἐγώ, κανένας μὴ ρίξῃ!

Ὅταν ἐπλησίασεν ἡ συνοδία, τὸ φουσᾶτον ἦτον ἀνυπόμονον νὰ χυθῇ ἐναντίον της. Ἀλλ᾽ ὁ Μῆτρος διέταξε νὰ μείνουν κρυμμένοι, «στὰ πόστα τους».

― Θὰ τοὺς πάρουμε κατακοντά, ἐξηγήθη ὁ Μῆτρος εἰς τὸν πλησιέστερόν του. Νὰ ψωμώσουν πρῶτα, κ᾽ ὕστερα.

― Ἄ! ἔκαμεν ἐκεῖνος.

Νὰ ψωμώσουν, ἐννοοῦσεν ὁ Μῆτρος νὰ πάρουν λεπτά, ἀφοῦ τραγουδήσουν ἐδῶ ἐκεῖ στὰ σπίτια. Ὕστερον θὰ τοὺς ἐρρίχνοντο, θὰ τοὺς ἔπαιρναν τὰ λεπτά, καὶ θὰ τοὺς ἔδιδαν καὶ ξύλο. Τὰ «βράχια», τὰ ὁποῖα εἶχον μαζέψει, θὰ ἐχρησίμευον μόνον ἂν τυχὸν ἐτρέποντο εἰς ταχεῖαν φυγὴν οἱ ἄλλοι.

Τὰ παιδία τῆς Κάτω Ἐνορίας, μοιρασθέντα εἰς δύο, εἰσῆλθον εἰς δύο μαγαζειὰ καὶ ἤρχισαν νὰ τραγουδοῦν τὸν Ἁι-Βασίλη. Ὁ Μανώλης τὸ Χταπόδι ἵστατο εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ἑνός. Κατόπιν εἰσῆλθον εἰς ἄλλα μαγαζειά, ἀκολούθως ἀνέβησαν εἰς γνώριμα σπίτια. Ὁ Μανώλης πάντοτε φρουρὸς τῆς ἔξω θύρας.

Ἡ συμμορία τοῦ Τσηλότατου πάντοτε ἀφανὴς τοὺς παρηκολούθει ἐξόπισθεν, κρυμμένη εἰς τὰ στενὰ καὶ εἰς τ᾽ ἀγκωνάρια τῶν σπιτιῶν.

Μετὰ ὥραν ἡ συνοδία τοῦ Μανώλη κατέβη πάλιν εἰς τὴν κυρίαν ὁδόν. Ἠκούετο ὁ βρόντος τῆς τσέπης τῶν παιδίων. Ὁ Ταπόης ἐκοίταζεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχαν ἀκούσει ψιθυρισμοὺς δύο ἢ τρεῖς φοράς. Δὲν ἐγνώριζε καλὰ τὰ κατατόπια. Ὑπωπτεύετο καὶ ἤθελε νὰ ψάξῃ, νὰ βεβαιωθῇ. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ τὰ παιδιὰ μοναχά τους.

―Ὁ Τσηλότατος τί νὰ γίνεται; εἶπε τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἓν τῶν παιδίων.

― Πῶς δὲ μᾶς θυμήθηκε;

― Νά ὁ Τσηλότατος! ἠκούσθη αἴφνης φοβερὰ φωνή. Τσηλότατος Γιατρός!

Ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Τσηλότατος, ὅστις ἐξεπήδησεν αἴφνης ἀπὸ ἕνα χάλασμα καὶ κατόπιν του ἔτρεξεν ὅλη ἡ συμμορία.

― Τσηλότατος Γιατρός! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ οἱ συμμορῖταί του· κάμετε ὅλοι τὸ σκῆμα! Τσηλότατος Γιατρός!

― Πιάστε σεῖς τὰ κελεπούρια! ἐφώναξεν ὁ Τσηλότατος. Τὸ Χταπόδι τὸ κοπανίζω ᾽γώ!

Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ εὑρέθησαν ἀντιμέτωποι ὁ Τσηλότατος καὶ ὁ Ταπόης.

*
* *

Ἡ μάχη ἤρχισε. Πάραυτα ὁ πτωχὸς ὁ Ταπόης ἔφαγε δύο κατακεφαλιές, τρεῖς, τέσσαρες ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ φοβεροῦ [τοῦ] Τσηλότατου.

Δὲν ἐφαίνετο ἡ ἐλαχίστη πιθανότης, δὲν ὑπῆρχεν ἐλαχίστη ἐλπὶς ὅτι 〈δὲν〉 ἤθελε τὴν πάθῃ.

Τὸ ἓν τῶν παιδίων, τὸ ὁποῖον ἦτο σχετικώτερον τοῦ Ταπόη, ἐξεγλίστρησεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἑνὸς μάγκα καὶ ἐπλησίασε σιγὰ εἰς τὸν Ταπόην.

Τὸ παιδίον τοῦτο ἐννοοῦσε καλῶς τὴν γλῶσσαν τοῦ Μανώλη. Ὁ προβλεπτικὸς Ταπόης τοῦ εἶχεν εἰπῆ διὰ γλώσσης καὶ διὰ χειρονομίας:

― Ἅα γῇς Τότατο μάμι μίμι, ἔα ντά, χέι τὸ ἀὸ χέι. (Τουτέστιν· ἅμα ἰδῇς τὸν Τσηλότατο νὰ κοντεύῃ νὰ μὲ κάμῃ ψοφίμι, ἔλα κοντὰ νὰ μοῦ βάλῃς τὸ χέρι αὐτὸ (τὸ ἀριστερὸ) εἰς τὸν καρπὸν τοῦ ἄλλου χεριοῦ (τοῦ δεξιοῦ.))

Κατὰ τὴν κρίσιμον στιγμὴν τὸ παιδίον αὐτὸ ἐνθυμήθη τὴν σύστασιν, ἐπλησίασεν εἰς τὸν Ταπόην κ᾽ ἐδοκίμασε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν συνταγήν. Ἐπέτυχε.

― Τί τοῦ ἔκαμες, βρέ; Μάγια; ἠρώτησαν οἱ ἄλλοι.

*
* *

Μετὰ μίαν στιγμὴν ὁ λαιμὸς τοῦ Τσηλότατου εὑρίσκετο ὡς ἐν φοβερᾷ ἁρπάγῃ ἐντὸς τοῦ σφιγκτοῦ γρόνθου μὲ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας, τῆς πελωρίας χειρὸς τοῦ Ταπόη. Ὁ Τσηλότατος ἀφῆκε πνιγμένην κραυγήν. Ἤσπαιρεν, ἠγωνία, ἐσφάδαζεν. Ὀλίγον ἀκόμη ἂν ἔσφιγγεν ὁ Ταπόης, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον Τσηλότατος.

― Πόκυλου! ἔκραξε μόνον ὁ Ταπόης. (Χασαπόσκυλο!)

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας, ἐκρέμασαν τὰ χέρια κάτω, καὶ ἄφησαν τὰ «κελεπούρια». Δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψάξουν τὰ θυλάκια.

Ἡ συνοδία ἀπὸ τὴν Κάτω Ἐνορίαν ἀνεθάρρησε.

― Μπράβο, Μανώλη! Μπράβο!

Ὀλίγον ἀκόμη, καὶ οἱ ἀμυντικοὶ θὰ ἐλάμβανον ἐπιθετικὴν στάσιν. Ὁ Τσηλότατος ἐπνίγετο, ἐρρόγχαζεν, ἐξεψυχοῦσε. Τὰ μάτια του εἶχαν πεταχθῆ ἔξω ἀπὸ τὰς κόγχας. Ἡ ἀνταύγεια ἀπὸ τοὺς λύχνους τῶν μαγαζειῶν τὰ ἐδείκνυε τρομερὰ εἰς τὴν νύκτα. Ἡ σελήνη ἔλαμπεν ἐκεῖ ἐπάνω ὑψηλά. Σιωπὴ καὶ τρόμος καὶ ἀγωνία.

Ἓν τῶν παιδίων ἀπὸ τὴν συμμορίαν ἔτρεφεν ἀληθῆ στοργὴν πρὸς τὸν Τσηλότατον. Τὸν ἠγάπα ὡς ἀδελφοποιτόν. Τὸ παιδίον τοῦτο εἶχεν ἀκούσει νὰ λέγουν ὅτι ὁ Ταπόης, ὅταν συνέβη ποτὲ ν᾽ ἀκούσῃ ὅτι ἡ μήτηρ του ἀρρώστησεν ἔξαφνα, ἔτρεξεν ἔξαλλος ἐκ τρόμου καὶ ἀπελπισίας. Αἴφνης τοῦ ἦλθεν ἡ ἐνθύμησις αὐτή. Τὸ παιδίον αὐθορμήτως ἐφώναξε:

― Πεθαίν᾽ ἡ μάννα σου, Μανώλη! Μανώλη, τρέχα, πεθαίν᾽ ἡ μάννα σου!

*
* *

Διὰ νὰ σωθῇ τις ἀπὸ τοὺς ὀδόντας τῆς Σκύλλης, τὸν παλαιὸν καιρόν, ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν μητέρα τοῦ τέρατος. «Αὐδᾶν δὲ Κραταιίν, μητέρα τῆς Σκύλλης, ἥ μιν τέκε πῆμα βροτοῖσιν».

Εἰς τοὺς καθ᾽ ἡμᾶς χρόνους, ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὸν Ἅγιον Φανούριον, ὀφείλουν νὰ λέγουν: «Θεὸς σχωρέσ᾽ τὴν μητέρα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου! Θεὸς σχωρέσ᾽ την!» Ἡ σύμπτωσις μαρτυρεῖ ἁπλῶς πόσον κοινὴ εἶναι ἡ πρὸς τὴν μητέρα φιλοστοργία, καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους καὶ εἰς τὰ τέρατα.

Ὁ Ταπόης ἐτρόμαξε, κατεπλάγη, ὠχρίασεν. Ἐπίστευσε πρὸς στιγμὴν τὸ ψευδὲς ἄγγελμα· ἡττήθη ἀπὸ τὸ τέχνασμα τὸ παιδαριῶδες. Ἀφῆκε τὸν λαιμὸν τὸν ὁποῖον ἀγρίως ἔσφιγγεν. Ὁ Τσηλότατος ἐγλύτωσεν εὐθηνά, τὴν βραδιὰν ἐκείνην.

Τὰ παιδιὰ τῆς συμμορίας εἶχον ἀρχίσει νὰ διασκορπίζωνται. Οἱ δύο γείτονες καταστηματάρχαι ἐπῆραν εἴδησιν ἐν τῷ μεταξύ. Ἐξῆλθον μὲ φωνὰς καὶ μ᾽ ἐπιπλήξεις. «Τ᾽ εἶν᾽ ἐδῶ; Τί γίνετ᾽ ἐδῶ;»

Ὁ Τσηλότατος, ζαλισμένος, ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, διὰ νὰ ἀναλάβῃ πνοήν. Καὶ τὰ λοιπὰ παιδία, ἐκτὸς ἐκείνου τοῦ ἀφωσιωμένου, ὅστις εἶχεν ἐπινοήσει καὶ ἐκτελέσει τὸ τέχνασμα, ἐτράπησαν εἰς φυγήν.

Ὁ Μανώλης μετὰ τῆς συνοδίας του κατῆλθον πρὸς τὴν ἐνορίαν των. Ὅλα τὰ παιδιὰ ἦσαν ὑπερήφανα καὶ καμαρωμένα. Αὐτὴν τὴν χρονιάν, ἐξῆλθον νικηταὶ ἀπὸ τὸν ἀγῶνα. Ὁ Μανώλης ἦτον ἐντροπιασμένος, διότι ἐπίστευσε τὸ ψευδολόγον παιδίον.

― Δὲν πειράζει· τὸν ἐπαρηγόρησεν ὁ Βαγγέλης, ἐκεῖνος ὅστις ἐγνώριζε τὴν γλῶσσάν του, καὶ ὅστις εἶχεν ἐκτελέσει τὸ πείραμα τῆς ἐμβολῆς καὶ τῆς κατευθύνσεως τῆς χειρός. ― Καλύτερα ποὺ σὲ γέλασε, παρὰ νὰ σοῦ τό ᾽λεγε ἀλήθεια καὶ νὰ λὲς πάλι, καθὼς τὴν ἄλλη φορά, θυμᾶσαι ;― ποὺ κινδύνεψε ν᾽ ἀποθάνῃ ἡ μάννα σου: «Πᾶ μένη! †πᾶ-ντα·† μένη!» (Πάει, καημένη! πανταπάει, κατακαημένη!)

(1899)