Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2019: ΕΤΟΣ Σ.ΜΠΕΚΕΤ-30 χρόνια από το θάνατό του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2019: ΕΤΟΣ Σ.ΜΠΕΚΕΤ-30 χρόνια από το θάνατό του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

[«Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τ ερζόπουλου στη Στέγη: Η Ύψιστη καλλιτεχνική κατάθεση ενός πραγματικού ουμανιστή] έγραψε η Ελένη Κουτσιλαίου (https://elculture.gr, 20.5.2024)

 ...............................................................




«Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου στη Στέγη: Η Ύψιστη καλλιτεχνική κατάθεση ενός πραγματικού ουμανιστή




έγραψε η Ελένη Κουτσιλαίου (https://elculture.gr, 20.5.2024)


«Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβριν, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δεν γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας, εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ ’όνομα μας, κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ΄ αυτό να σώσουμε κάτι από μάς, απ’ αυτό που υπήρξαμε». – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, Primo Levi

Ένα σκηνικό θρηνητικό ποίημα οντολογικού στοχασμού μας χάρισε ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στη συγκλονιστική παραστασιακή αναδιατύπωση του εμβληματικού έργου του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» (1948/49).


Έργο-σύμβολο του συλλογικού τραύματος του ολοκαυτώματος, του δευτέρου Μεγάλου Πολέμου και της πυρηνικής απειλής που αντανακλά το διάτρητο -από την ανάμνηση μιας άφατης οδύνης- ανθρώπινο ον. Αρνούμενο «κάθε καθησυχαστικού οράματος μιας ανθρωπότητας ενωμένης στο λυτρωτικό κοινό συναίσθημα. Στην προσπάθειά του να προστατευθεί από την οδυνηρή επίδραση του πόνου του άλλου» (Hannah Simpson) διαβιεί σε βαθύτατη ερημία ενσωματώνοντας την ανείπωτη φρίκη και τον βαθύτατο θρήνο για τον ερειπωμένο κόσμο του.




Ο διεθνής δημιουργός συνδιαλέγεται με το μπεκετικό τοπίο μεταφέροντάς το στο ιδιότυπο και θαυμαστό θεατρικό του σύμπαν. Ανατρέπει κάθε παγιωμένη αντίληψη για το έργο αντικαθιστώντας κάθε κατάφαση με διερώτηση. Μεταμορφώνει την ερημιά σε ερήμωση, τη στασιμότητα σε διαρκή ανακύκληση, την αναμονή σε φαντασιωτική προσδοκία, τον μη-τόπο σε συμπαντικό χώρο και τον μη- χρόνο σε αέναη χρονικότητα. Αντιμετωπίζει το παραστασιακό εγχείρημα υπό την έννοια του καθολικού έργου τέχνης (Gesamtkunstwerk.)




Η αρχή του παραστασιακού του οικοδομήματος είναι το σκηνικό του έργου, δημιουργία του ίδιου του σκηνοθέτη. Ένα ιδιότυπο αρχιτεκτόνημα, μια εικαστική «ομιλούσα εγκατάσταση» δικής του εμπνεύσεως, που βρίσκεται σε ευθεία συνομιλία με το τετράγωνο του Malevich. Ένα μαύρο τετράγωνο υπό διαρκή μεταμόρφωση που από τις διανοίξεις του διαχέεται λευκό φως, όπου οι δύο μπεκετικοί ήρωες, ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος βρίσκονται εγκιβωτισμένοι. Ενσωματωμένοι; Εγκλωβισμένοι; Ίσως και ενταφιασμένοι σε ένα ταφικό μνημείο που κείται ό,τι σπάραγμα απέμεινε από τον δυτικό πολιτισμό. Σε αντίστιξη με το τετράγωνο του Malevich οι ήρωές του φαντασιώνονται τη συμμετοχή τους σε μια νέα κοσμογονία. Οι ίδιοι είναι τα ρημαγμένα υλικά ενός παλιού, κατεστραμμένου κόσμου που μάταια φαντασιώνεται ότι θα δημιουργήσει το Νέο.

Το μαύρο τετράγωνο, «ο θείος γνόφος» η αναμονή της συνάντησης με το «θείο» διαρρηγνύεται από λευκές λωρίδες φωτός. Το λευκό φως. Το απρόσιτο λευκό φως όπου κατοικεί ο θεός. Ο σημαντικός δημιουργός θα αντιτάξει την ύπτια θέση στην κατακόρυφη του μπεκετικού ζευγαριού. Οι δύο πλάνητες-clochards του κατά Τερζόπουλου μπεκετικού τοπίου ενσαρκώνουν τον πυρήνα του τραγικού στον Χάιντεγκερ. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος διαβιεί ανέστιος με μοναδικό του σπίτι το σώμα του. Τα ρημαγμένα, αιμόφυρτα σώματα του Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν είναι το μόνο σπίτι που θα έχουν ποτέ και η τραυματισμένη σχέση τους το μόνο διάτρητο καταφύγιο.

Η ερειπωμένη σχέση των δύο προσώπων καθορίζεται από τα δίπολα (στοργής-σκληρότητας, έρωτα-θανάτου, συνύπαρξης-απομάκρυνσης, αγγίγματος-τραύματος, τραγικού-γελοίου). Οι συνταρακτικές ερμηνείες των δύο Ιταλών ηθοποιών, που επί 40 χρόνια συνυπάρχουν επί σκηνής είναι καθηλωτικές. Ο Stefano Randisi και ο Enzo Vetrano σε μια υψηλή υποκριτική μιας ποιητικής της συντριβής προσφέρουν τον επί σκηνής εαυτό τους ως σφάγιο στον Θεό Διόνυσο και εκείνος τους ανταποδίδει τη θυσία με μια θεία υποκριτική φλόγα που τους διαπερνά καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.




Ο Paolo Musio, έξοχος, στον ρόλο του Πότζο, εντολοδόχου του τρομερού πολέμου, βίαιος, άσπλαχνος, εμμονικός με ό,τι νικηφόρο και τροπαιοφόρο, χωρίς συνείδηση και ηθική υπόσταση πρωτοστατεί με πυρετώδη λύσσα στο αιματοκύλισμα, αγνοώντας ότι ούτε εκείνος θα εξαιρεθεί της συντριβής. Θα τον δούμε να στέκεται αιματοβαμμένο σκέλεθρο πολέμου, απολίθωμα της μεθοδευμένης βίας που ο ίδιος προκάλεσε.

Η εκστασιακή ερμηνεία του Giulio Germano Cervi στον ρόλο του Λάκυ θα στοιχειώνει τη μνήμη μας αλλά και την ψυχή μας για καιρό. Το σπαρασσόμενο σώμα του νεαρού αγοριού που κατακρεουργείται επί σκηνής από τον παράλογο πόλεμο, που εκτοξεύει σπαρακτικούς φθόγγους προ-γλωσσικού ιδιώματος και που το σώμα του είναι μια παλλόμενη αιώρηση στο «εδώ» και «πουθενά», μας συνταράσει.

Ο Rocco Ancarola ακριβής και καίριος ενσαρκώνει, το παιδί που είναι αγγελιαφόρος του Γκοντό, θα εμφανιστεί, στο σχήμα του λευκού Σταυρού ως εσταυρωμένη ανθρωπότητα ανήμπορη, σπαραχτική και σπαραγμένη εγκαταλελειμμένη από κάθε ουσία πίστης. Το σύμβολο του Σταυρού θα είναι εύστοχα επαναλαμβανόμενο μοτίβο καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης: ως σταυρός από λευκό φως, από τα σώματα των προσώπων, ως κατασκευή, ως αναπαράσταση της Σταύρωσης με ληστές τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν στα πόδια του (θε)Ανθρώπου με πλείστες όσες συνδηλώσεις και συμβολισμούς.



Η παράσταση οφείλει πολλά στο μουσικό σύμπαν που δημιουργεί ο σεμνός και ταλαντούχος συνοδοιπόρος του Θεάτρου Άττις, Παναγιώτης Βελιανίτης. Από τη νοσταλγική φυσαρμόνικα, στις σειρήνες του πολέμου και στους χτύπους της ανθρώπινης καρδιάς, και από τους καθολικούς θρησκευτικούς ύμνους στα φλογισμένα ταγκό και στους ήχους της κλασικής μουσικής περικλείει στο μουσικό του ιδίωμα ολόκληρο το σύμπαν του έργου.

Οι ανεξίτηλα ματωμένες σελίδες των βιβλίων του δυτικού πολιτισμού θα σκιστούν επί σκηνής. Ο δυτικός πολιτισμός παραπαίει. Αιμόφυρτος. «Το βιβλίο έχει ένα τραύμα που αιμορραγεί», θα πει ο σημαντικότερος εν ζωή Έλληνας σκηνοθέτης. Το έγκλημα συντελείται στο διηνεκές. Ανεπίστρεπτα.


Εξαιρετικές στιγμές της παράστασης:



Η έναρξη της παράστασης με τους δυο ήρωες να κάνουν χαρούμενη πρωινή κουβεντούλα εγκιβωτισμένοι στο Έρεβος.

Το ερωτικό τανγκό των μαχαιριών: έρωτας και ζόφος στην επανένωση του ζεύγους Βλαδίμηρου- Εστραγκόν.

Η εκστασιακή ερμηνεία του μονολόγου του Λάκυ.

Η συντριβή του εντολοδόχου Πότζο από τον ίδιο τον πόλεμο που αυτός ενορχήστρωσε.

Το Εσταυρωμένο Αγόρι σε έναν Σταυρό του Μαρτυρίου που υποκρύπτει ειρωνικές συνδηλώσεις.



Συνοψίζοντας…

Μια μνημειώδης, συνταρακτική παράσταση. Μια υψηλή ποιητική δημιουργία, όπου συμβιούν η ερειπωμένη συμπόνια, ο σπαραγμός για την αλληλοσπαρασσόμενη ανθρωπότητα, η θρηνητική στοργή για τον ερειπωμένο πολιτισμό της. Μια Ύψιστη καλλιτεχνική κατάθεση ενός πραγματικού ουμανιστή, του μέγιστου Θεόδωρου Τερζόπουλου.



° (Τα στοιχεία για το τετράγωνο του Malevich είναι από το Διπλωματικό πόνημα της Ελεάνας Μαγγίνα, στα Ίχνη της Ρωσικής Πνευματικής Παράδοσης στον Kazimir Malevich και τον Andrei Tarkovsky)











Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

«Κείμενα για το τίποτα – 11» Από τις «Πρόζες 1945-1980» του Σάμουελ Μπέκετ (1906 – 1989) (μτφ. Εριφύλη Μαρωνίτη, εκδ. «ΠΑΤΑΚΗ», 7η έκδ. 2013)

..............................................................














Σάμουελ Μπέκετ
(1906-1989)






·       «Κείμενα για το τίποτα – 11»

Από τις «Πρόζες 1945-1980» του Σάμουελ

Μπέκετ (1906 – 1989) 

(μτφ. Εριφύλη Μαρωνίτη, εκδ. «ΠΑΤΑΚΗ», 7η έκδ. 

2013)



   Όταν σκέφτομαι, όχι, αυτό δεν θα πιάσει, όταν έρθουν εκείνοι που με γνώριζαν, που ίσως ακόμα με γνωρίζουν, εξ όψεως φυσικά, ή από τη μυρωδιά, είναι σάμπως, είναι σαν, έλα λοιπόν, δεν ξέρω, δεν θα έπρεπε να είχα αρχίσει. Αν άρχιζα ξανά, σε αυτό συγκεντρώνοντας το μυαλό μου, είναι που έχει μερικές φορές καλά αποτελέσματα, αξίζει μια προσπάθεια, θα το προσπαθήσω, μια απ’ αυτές τις μέρες, ένα απ’ αυτά τα βράδια, ή και απόψε, γιατί όχι σήμερα το βράδυ, προτού εξαφανιστώ, από εκεί πάνω, από εδώ κάτω, σκορπισμένος από τις αιώνιες λέξεις. Μα τι λέω, σκορπισμένος, μονάχα αυτό δεν είμαι, μονάχα αυτό, εγώ περιφερόμουν, το μυαλό μου περιφερόταν, μονάχα αυτό δεν είμαι. Και σέρνω τα βήματά μου πάνω στον ίδιο παλιόδρομο, πάνω ναι και κάτω όχι, σ’ εκείνον που δεν έχει ακόμα όνομα κατευθύνομαι, μήπως και μ’ αφήσει σε ησυχία, ησυχάσει, να μην υφίσταται πλέον, να μην υπάρξει ποτέ. Ονόμασε, όχι, τίποτα δεν ονομάζεται, πες, όχι, τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, τότε τι, δεν ξέρω, δεν θα έπρεπε να έχω αρχίσει. Βάλτε τον κι εκείνον στο ρεπερτόριο, ορίστε λοιπόν, και εκτελέστε τον, όπως εγώ εκτελώ εμένα, νεκρώνει το ένα κομμάτι μετά το άλλο, και από τη μία νύχτα στην άλλη, και διαμέσου των ημερών, είναι άραγε πάντοτε βράδυ, και γιατί αυτό, γιατί να είναι πάντοτε βράδυ, θα πω το γιατί, έτσι για να το έχω πει, να το έχω πίσω μου, μια στιγμή. Είναι καιρός που δεν προχωρά την ώρα της καντάδας, εκτός κι αν χάραξε, όχι, δεν είμαι έξω, είμαι κάτω από το χώμα, ή κάπου μέσα στο σώμα μου, ή μέσα σε άλλο σώμα, και ο χρόνος ολοένα καταβροχθίζει, αλλά όχι εμένα, να το λοιπόν, γι’ αυτό κι είναι πάντα βράδυ, για να μπορώ τα καλύτερα να προσδοκώ, τη μακριά μαύρη νύχτα για να κοιμηθώ, ιδού, έχω απαντήσει, σε κάτι έχω απαντήσει. Ή μήπως είναι στο μυαλό, σαν λεπτοδείκτης, ή για τα δευτερόλεπτα, ή σαν λωρίδα θάλασσας, που φευγαλέα πέφτει πάνω της η λάμψη του φάρου, φευγαλέα λωρίδα θάλασσας κάτω από φευγαλέα λάμψη. Φαύλες λέξεις για να με κάνουν να πιστέψω ότι είμαι εδώ, και ότι έχω κεφάλι, και φωνή, ένα κεφάλι που πιστεύει τη μια τούτο, την άλλη τ’ άλλο, κι ύστερα τίποτα πια, ούτε στον εαυτό του, ή σε οτιδήποτε άλλο, ένα κεφάλι όμως με μια φωνή που του ανήκει, ή σε άλλα, άλλα κεφάλια, σαν να ήταν δύο τα κεφάλια, σαν να ήταν ένα το κεφάλι, ή ακέφαλη, μια φωνή ακέφαλη, αλλά φωνή. Δεν απατώμαι πάντως, για την ώρα δεν απατώμαι, για την ώρα δεν βρίσκομαι εκεί, πόσο μάλλον οπουδήποτε αλλού, μήτε σαν κεφάλι, μήτε σαν φωνή, μήτε σαν αρχίδι, τι ντροπή, τι ντροπή να μην εμφανίζομαι πουθενά σαν αρχίδι, ή σαν μουνί, κάπου εκεί πάντως, μια τρίχα αιδοίου, βλέπει πράματα και θάματα, αφ’ υψηλού, καλά, να το, δεν γίνεται κι αλλιώς, έτσι είναι. Και τους αφήνω να λένε τα λόγια τους, τις δικές μου λέξεις που δεν ειπώθηκαν από μένα, αυτή τη λέξη εμένα, τη λέξη που λένε, αλλά λένε ματαίως. Προχωράμε, εμείς προχωράμε, κι όταν έρθουν όσοι με ήξεραν, βιαστικοί βιαστικοί, είναι σαν, όχι, πρώιμο. Αλλά κούκου, εδώ είμαι πάλι, ακριβώς τη στιγμή που ήμουν απολύτως αναγκαίος, σαν τη ρίζα του μείον ένα στο τετράγωνο, με τις κλασικές μου σπουδές, θα άξιζε τούτο να το δει κανείς, το πελιδνό πρόσωπο λεκιασμένο από μαρμελάδα και μελάνι, caput mortuum μιας νιότης μελετηρής, πεταχτά αυτιά, μάτια ανάστροφα, αλλόκοτα αραιά μαλλιά, αφροί στο στόμα, και μασουλώντας, μασουλώντας τι, σβόλο γλοιώδη, μια προσευχή, ένα μάθημα, λίγο απ’ όλα, προσευχή αποστηθισμένη για περίπτωση ανάγκης προτού η ψυχή παραιτηθεί και που εμβυθίζεται τα πάντα ανακατώνοντας στο γέρικο και έρημο από λέξεις στόμα, στο γέρικο κεφάλι που έχει πλέον κουφαθεί, εκεί είμαι γέρος, δεν παίρνει πολύ, ένας μυξιάρης ξεμωραμένος, με τις κλασικές του σπουδές, ήταν στα ουρητήρια με τις διπλές λεκάνες στη γωνία της οδού d’ Assas, τα νερά που έτρεχαν έκαναν τον ίδιο θόρυβο όπως και πριν από εξήντα χρόνια, τα αγαπούσα γι’ αυτή την προτροπή σαν τη μητέρα που λέει τσις στο μωρό πάνω από το δοχείο, με το κούτελο κολλημένο στο διαχωριστικό ανάμεσα στα γκράφιτι, ζορίζοντας τον προστάτη, με ρεψίματα και παναγίες, με τον καβάλο κουμπωμένο, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, από αφηρημάδα, εξάντληση, αμεριμνησία, ή επί τούτου, για μεγαλύτερο ζόρισμα, ξέρω γιατί μιλώ, ή μονόχειρας, ακόμα καλύτερα, δίχως μπράτσα, δίχως χέρια, ασύγκριτα καλύτερα, γέρος όσο κι ο κόσμος και εξίσου αποκρουστικός, από όλες τις πλευρές ακρωτηριασμένος, όρθιος πάνω στα έμπιστά μου κούτσουρα, έτοιμος να σκάσω από κάτουρο παλιό, παλιές προσευχές, παλιά μαθήματα, ψυχή, μυαλό και κουφάρι το ένα δίπλα στ’ άλλο, για να μην αναφέρω τις ροχάλες, οδυνηρή στ’ αλήθεια αναφορά, τ’ αναφιλητά που μύξες έγιναν, αναβλύζοντας από την καρδιά, τώρα έχω μια καρδιά, τώρα είμαι ολοκληρωμένος, μου λείπουν λίγα άκρα, με τις κλασικές τους σπουδές, και την καριέρα τους, και παρ’ όλα αυτά στο ελάχιστο πομπώδης, δίχως απαιτήσεις, σπαράζοντας από εκσπερματώσεις, Χριστέ μου, Χριστέ μου. Βράδια, βράδια, τι βράδια κι εκείνα, από τι ήταν φτιαγμένα, και πότε έγινε αυτό, δεν ξέρω, φτιαγμένα από φιλικές σκιές, φιλικούς ουρανούς, από χρόνο χορτάτο, είχε καταβροχθίσει και αναπαυόταν, έως το κρέας του μεσονυκτίου, δεν ξέρω, περισσότερα από ό,τι τότε, όταν συνήθιζα να λέω, από μέσα, ή απέξω, από τη  νύχτα που ερχόταν ή κάτω από το χώμα. Πού βρίσκομαι, για να αναφερθώ μόνο στον χώρο, και με ποια όψη, κι από πότε, για να αναφερθώ και στον χρόνο, και μέχρι πότε, και ποιος είναι αυτός ο ηλίθιος που δεν ξέρει πού να πάει, που δεν μπορεί να σταματήσει, που περνά τον εαυτό του για μένα κι εγώ περνιέμαι για κείνον, τίποτε απολύτως, ο παλιός χτύπος. Εκείνα τα βράδια, αλλά και το αποψινό από τι είναι φτιαγμένο, το αποψινό, το τωρινό, που ποτέ δεν τελειώνει, στις σκιές του είμαι μονάχος, εκεί βρίσκομαι, εκεί βρισκόμουν και τότε, εκεί βρισκόμουν πάντα, από εκεί μίλησα στον εαυτό μου, μίλησα σ’ αυτόν, άραγε πού να έχει χαθεί, εκείνος που είδα τότε, να είναι ακόμα στον δρόμο, πιθανόν, δυνατόν, δίχως φωνή να του μιλά, εγώ δεν του μιλώ πια, δεν μιλώ πια σ’ εμένα, δεν έχει απομείνει κανείς να του μιλώ, κι εγώ μιλώ, μια φωνή μιλά που δεν είναι άλλη από τη δική μου, καθώς δεν υπάρχει άλλος εκτός από μένα. Τον έχασα, ναι, και με έχασε, δεν με βλέπει, δεν μ’ ακούει, αυτό θέλησα, είναι άραγε πιθανόν, να το θέλησα, να θέλησα αυτό, κι εκείνος, τι ήθελε εκείνος, ήθελε να σταματήσει, ίσως και να έχει σταματήσει, αλλά δεν μετακινήθηκα και ποτέ, ίσως και να είναι πεθαμένος, εγώ είμαι πεθαμένος, ουδέποτε όμως έζησα. Αλλά εκείνος κινήθηκε, απόδειξη ζωντάνιας, μέσα από κείνα τα βράδια, σε κίνηση επίσης, βράδια με τέλος, βράδια με νύχτα, δίχως ποτέ να πει κουβέντα, ανίκανος να πει μια κουβέντα, δίχως να ξέρει πού πηγαίνει, ανίκανος να σταματήσει, καθώς άκουγε τις κραυγές μου, μια φωνή που έφτανε στ’ αυτιά κραυγάζοντας ότι τούτη δεν ήταν ζωή, σαν να μην ήξερε, λες και αναφερόμουν στη δική του, η οποία ήταν κατά κάποιον τρόπο, ιδού η διαφορά, εκείνες τις μέρες, δεν ήξερα πού ήμουν, ούτε με ποια όψη, ούτε από πότε, ούτε έως πότε, όπως τώρα, ιδού η διαφορά, τώρα ξέρω, δεν είναι αλήθεια, όμως παρ’ όλα αυτά, θα το πω, ιδού η διαφορά, το λέω τώρα, θα το πω σε λίγο, θα το πω στο τέλος, τότε τέλος, θα είμαι ελεύθερος να τελειώσω, δεν θα είμαι πλέον, δεν θα αξίζει πλέον τον κόπο, δεν θα είναι πλέον αναγκαίο, δεν θα είναι πλέον δυνατόν, τώρα όμως δεν αξίζει, τώρα δεν είναι αναγκαίο, τώρα δεν είναι δυνατόν, κάπως έτσι αρθρώνεται ο συλλογισμός. Όχι, πρέπει να βρεθεί κάτι καλύτερο, ένας καλύτερος λόγος, για να το σταματήσει αυτό, μια λέξη αλλιώτικη, μια καλύτερη ιδέα, να τεθούν αρνητικά, ένα καινούργιο όχι, για ν’ ακυρωθούν όλα τα άλλα, όλα τα παλιά όχι που με έθαψαν εδώ κάτω, βαθιά μέσα σε τούτο το μέρος που δεν είναι μέρος, μια στιγμή μόνο είναι απλώς στον χρόνο τον αιώνιο, το αποκαλούν εδώ, και σ’ αυτό το ον που ονομάζεται εγώ και δεν είναι ον, και σ’ αυτή  την απίστευτη φωνή, όλα τα παλιά όχι στο σκοτάδι κουδουνίζουν και σαν στήλη καπνού ταλαντεύονται, ναι, ένα καινούργιο όχι, που κανείς δεν λέει δεύτερη φορά, που θα πέσει και κάτω θα με αφήσει, σκιά και φλυαρίες, σε μια απουσία λιγότερο μάταιη από την ανυπαρξία. Ω, ξέρω πως δεν θα συμβεί έτσι, ξέρω πως τίποτα δεν θα συμβεί, τίποτα δεν έχει συμβεί και πως είμαι ακόμα, και ιδιαίτερα από τη μέρα που δεν μπορούσα πλέον να το πιστέψω, κάπου ψηλά στο βλεννορροϊκό φως αυτού που ονομάζεται σάρκα και αίμα, τον εαυτό μου βρίζοντας από καρδιάς. Και γι’ αυτό, όταν έρθει η ώρα εκείνων που με ήξεραν, αυτή τη φορά θα πιάσει, όταν έρθει η ώρα όσων με ήξεραν, είναι σαν να ήμουν ανάμεσά τους, αυτό είχα να πω, βλέποντάς με να πλησιάζω ανάμεσά τους, έπειτα βλέποντάς με να υποχωρώ, το κεφάλι τινάζοντας και λέγοντας. Είναι πράγματι εκείνος, είναι δυνατόν να είναι εκείνος, έπειτα προχωρώντας μ’ εκείνους συντροφιά κατά μήκος ενός δρόμου που δεν είναι δικός μου και που κάθε βήμα με απομακρύνει από εκείνον τον άλλο που ούτε κι αυτός είναι δικός μου, ή παραμένοντας μονάχος εκεί όπου είμαι, σε δυο όνειρα ανάμεσα που οι δρόμοι τους χωρίζουν, κανέναν δεν ξέρω, κανείς δεν με ξέρει, είπα τελικά ό,τι είχα να πω, όλα όσα θα μπορούσα να πω σήμερα το βράδυ.   





Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989) «Μερσιέ και Καμιέ» (μτφ. Άρης Μπερλής, εκδ. «Ύψιλον», 2006) μέρος β'.

..............................................................






Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989)








Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989) «Μερσιέ και Καμιέ» (μτφ. Άρης Μπερλής, εκδ. «Ύψιλον», 2006) μέρος β'.



σελ. 101-105 κεφάλαιο VI

   …Έπεσε πάνω τους η σκιά ενός τεράστιου ανθρώπου. Η ποδιά του έφτανε ως τα μισά των μηρών του. Ο Καμιέ τον κοίταξε, εκείνος κοίταξε τον Μερσιέ, και ο Μερσιέ τον Καμιέ. Έτσι δημιουργήθηκαν, μολονότι μάτια δεν συναντήθηκαν, εικόνες εξαιρετικής πολυπλοκότητας οι οποίες επέτρεψαν στον καθένα να απολαύσει τρεις διαφορετικές και ταυτόχρονες εκδοχές συν, σε μικρότερη κλίμακα, τις τρεις εκδοχές που απήλαυσε ο καθένας από τους άλλους, δηλαδή ένα σύνολο εννέα εικόνων εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστων, χώρια την ανακατωσούρα των ερεθισμών που στριμώχνονταν στις παρυφές του πεδίου. Συνολικά, ένας απερίγραπτος κυκεώνας, αλλά διδακτικός, διδακτικός. Προσθέστε σε αυτό τα πολλά μάτια  που είχαν καρφωθεί στο τρίο και θα έχετε μια αμυδρή ιδέα του τι περιμένει αυτόν που είναι τόσο έξυπνος ώστε να μην το σκεφτεί καλύτερα και να μην αφήσει το μαύρο κελί του και την ακίνδυνη παλαβομάρα του, την αμυδρή αναλαμπή, καθώς περνούν τα χρόνια, τη συνείδηση της ύπαρξης, ότι έχεις υπάρξει.
   Τι θα πάρετε; είπε ο μπάρμαν.
   Όταν θα σε χρειαστούμε θα σε φωνάξουμε, είπε ο Καμιέ.
   Τι θα πάρετε; είπε ο μπάρμαν.
   Μία από τα ίδια, είπε ο Μερσιέ.
   Δεν σας έχω σερβίρει, είπε ο μπάρμαν.
   Το ίδιο όπως ο κύριος, είπε ο Μερσιέ.
   Ο μπάρμαν κοίταξε το άδειο ποτήρι του Καμιέ.
   Δεν θυμάμαι τι ήταν, είπε.
   Ούτε εγώ, είπε ο Καμιέ.
   Εγώ δεν ξέρω τίποτα, είπε ο Μερσιέ.
   Κάνε μια προσπάθεια, είπε ο Καμιέ.
   Μας τρομοκρατείς, είπε ο Μερσιέ, μπράβο σου.
   Ζητάμε και τα ρέστα, είπε ο Καμιέ, ενώ στην πραγματικότητα έχουμε χεστεί από το φόβο μας. Γρήγορα, φέρε πριονίδι, φίλε μου.
   Και πάει, λέγοντας, όπου ο καθένας τους είπε πράγματα που δεν θα έπρεπε να έχει πει, ωσότου κατέληξαν σε μια συνεννόηση που επισφραγίστηκε με σαχλά χαμόγελα και χοντροκομμένες φιλοφρονήσεις. Το βουητό της κουβέντας ξανάρχισε.
   Άντε γεια, είπε ο Καμιέ.
   Ο Μερσιέ σήκωσε το ποτήρι του.
   Δεν εννοούσα αυτό, είπε ο Καμιέ.
   Ο Μερσιέ κατέβασε το ποτήρι του.
   Αλλά στο κάτω-κάτω γιατί όχι; είπε ο Καμιέ.
Κι έτσι σήκωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν, λέγοντας και οι δύο ταυτοχρόνως ή σχεδόν, Στην υγειά σου. Ο Καμιέ πρόσθεσε, Και στην επιτυχία τού – Αλλά αυτή την πρόποση δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει. Βοήθησέ με, είπε.
   Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά λέξη, είπε ο Μερσιέ, ούτε φράση, που να εκφράσει αυτό που φανταζόμαστε ότι προσπαθούμε να κάνουμε.
   Το χέρι σου, είπε ο Καμιέ, και τα δυο σου χέρια.
   Γιατί; είπε ο Μερσιέ.
   Για να σφίξει το δικό μου, είπε ο Καμιέ.
   Τα χέρια ψαχούλεψαν κάτω από το τραπέζι για να βρουν το ένα το άλλο, βρήκαν το ένα το άλλο, έσφιξαν το ένα το άλλο, ένα μικρό ανάμεσα σε δυο μεγάλα, ένα μεγάλο ανάμεσα σε δυο μικρά.
   Ναι, είπε ο Μερσιέ.
   Τι εννοείς ναι; είπε ο Καμιέ.
   Ορίστε; είπε ο Μερσιέ.
   Είπες ναι, είπε ο Καμιέ.
   Εγώ είπα ναι; είπε ο Μερσιέ. Εγώ; Αδύνατον. Η τελευταία φορά που χρησιμοποίησα αυτόν τον όρο ήταν στο γάμο μου. Με την Τοφάνα. Τη μητέρα των παιδιών μου. Των δικών μου παιδιών. Αναπαλλοτρίωτων. Η Τοφάνα. Δεν τη γνώρισες. Ζει ακόμα. Μια φακλάνα. Σαν να γαμάς βαρέλι δίχως πάτο. Και να σκεφτείς ότι γι’ αυτό το εκατόλιτρο του σκατού απαρνήθηκα το πιο αιθέριο όνειρό μου. Σταμάτησε με φιλαρέσκεια. Αλλά ο Καμιέ δεν ήταν σε διάθεση για αστεία. Κατ’ ανάγκην λοιπόν ο Μεσιέ συνέχισε. Ντρέπεσαι να με ρωτήσεις ποιο. Ας σου το ψιθυρίσω στο αυτί σου. Το όνειρο ν’ αφήσω το είδος να τα βγάλει πέρα όσο πιο καλά μπορεί χωρίς εμένα.
   Θα το λάτρευα ένα έγχρωμο μωρό, είπε ο Καμιέ.
   Έκτοτε προτιμώ τον άλλο τύπο, είπε ο Μερσιέ. Κάνει κανείς ό,τι μπορεί, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Όλη μέρα κούνημα και τσούλημα, και το βράδυ καταλήγεις εκεί που ήσουν το πρωί. Αλλά! Αν θες, υπάρχει μια λέξη. Όλα είναι vox inanis, λόγος κενός, εκτός από ορισμένες μέρες, ορισμένες συζυγίες, αυτή είναι η συμβολή του Μερσιέ στον καυγά των καθολικοτήτων.
   Πού είναι τα πράγματά μας; είπε ο Καμιέ.
   Πού είναι η ομπρέλα μας; είπε ο Μερσιέ.
   Καθώς προσπαθούσα να βοηθήσω την Ελένη, είπε ο Καμιέ, το χέρι μου γλίστρησε.
   Μην πεις λέξη παραπάνω, είπε ο Μερσιέ.
   Την πέταξα στον υπόνομο, είπε ο Καμιέ.
   Πα’ να φύγουμε από δω, είπε ο Μερσιέ.
   Για πού; είπε ο Καμιέ.
   Πρόσω λοξώς, είπε ο Καμιέ.
   Όσο λιγότερα λες τόσο καλύτερα, είπε ο Μερσιέ.
   Εσύ θα με πεθάνεις, είπε ο Καμιέ.
   Θες λεπτομέρειες; είπε ο Μερσιέ.
   Ο Καμιέ δεν απάντησε. Του δέθηκε η γλώσσα, σκέφτηκε ο Μερσιέ.
   Θυμάσαι το ποδήλατό μας; είπε ο Μερσιέ.
   Μόλις, είπε ο Καμιέ.
   Μίλα δυνατότερα, είπε ο Μερσιέ, δεν είμαι κουφός.
   Ναι, είπε ο Καμιέ.
   Απομένουν, είπε ο Μερσιέ, δεμένα με ασφάλεια στο κιγκλίδωμα, όσα είναι εύλογο να απομένουν, μετά από ασταμάτητη βροχή μιας εβδομάδας, από ένα ποδήλατο που του αφαιρέθηκαν οι δυο τροχοί, η σέλλα, το κουδούνι και η σχάρα. Α, ναι, ξέχασα, πρόσθεσε, και το πίσω φως. Χτύπησε το κούτελό του με την παλάμη του. Άντε, κλούβιανε! είπε.
   Και η τρόμπα βέβαια, είπε ο Καμιέ.
   Αν θες το πιστεύεις, είπε ο Μερσιέ, αλλά για μένα το ίδιο κάνει, η τρόμπα γλίτωσε.
   Και τόσο ωραία τρόμπα, είπε ο Καμιέ. Πού είναι;
   Τη θεώρησα καθαρή αβλεψία, είπε ο Μερσιέ, και την άφησα εκεί που ήταν. Σκέφτηκα πως αυτό ήταν το σωστό. Άλλωστε, δεν υπάρχει τώρα τίποτα να τρομπάρουμε. Τη γύρισα ανάποδα, το πάνω κάτω, δεν ξέρω γιατί.
   Πάει κι έτσι; είπε ο Καμιέ.
   Α ναι, πάει πολύ καλά, είπε ο Μερσιέ, μια χαρά.
   Βγήκαν έξω. Φύσαγε.
   Βρέχει ακόμη; είπε ο Μερσιέ.
   Προς το παρόν όχι, υποθέτω, είπε ο Καμιέ.
   Αλλά έχει υγρασία, είπε ο Μερσιέ.
   Αν δεν έχουμε να πούμε τίποτα, είπε ο Καμιέ, ας μη μιλάμε.
   Έχουμε πολλά να πούμε, είπε ο Μερσιέ.
   Τότε γιατί δεν τα λέμε; είπε ο Καμιέ.
   Δεν μπορούμε, είπε ο Μερσιέ.
   Τότε ας σωπάσουμε, είπε ο Καμιέ.
   Προσπαθούμε, είπε ο Μερσιέ.
   Τη βγάλαμε καθαρή, είπε ο Καμιέ, χωρίς γρατσουνιά.
   Τι σου είπα; είπε ο Μερσιέ. Συνέχισε.
   Προχωρούμε επίπονα –
   Επίπονα! φώναξε ο Μερσιέ.
   Κοπιαστικά… κοπιαστικά στους σκοτεινούς δρόμους, σκοτεινούς και συγκριτικά έρημους, λόγω της προκεχωρημένης ώρας χωρίς αμφιβολία, και του άστατου καιρού, χωρίς να γνωρίζουμε ποιος οδηγεί, ποιος ακολουθεί ποιον…



σελ. 106-110

…Ακόμη και ο ένας πλάι στον άλλον, είπε ο Μερσιέ, όπως τώρα, χέρι-χέρι, μπράτσο-μπράτσο, τα πόδια συγχρονισμένα, είμαστε κατάφορτοι πραγμάτων και καταστάσεων που δεν χωρούν σε ένα χοντρό τόμο, σε δύο χοντρούς τόμους, τον δικό σου χοντρό τόμο, σε δύο χοντρούς τόμους, τον δικό σου χοντρό τόμο και τον δικό μου χοντρό τόμο. Όθεν αναμφίβολα η μακάρια αίσθηση που έχουμε ότι τίποτα, δεν μπορεί να γίνει τίποτα, δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα. Διότι ο άνθρωπος κουράζεται στο τέλος να παλεύει να σβήσει τη δίψα του με τη μάνικα του πυροσβέστη και να βλέπει τα λίγα λιανοκέρια που του απόμειναν, το ένα μετά το άλλο, να λιώνουν στη φλόγα του καμινευτικού αυλού. Κι έτσι παραδίδεται μια για πάντα στη δίψα στο σκοτάδι. Είναι λιγότερο εκνευριστικό. Αλλά συμπάθα με, μερικές μέρες η φωτιά και το νερό εισβάλλουν στη σκέψη μου και κατά συνέπεια στην ομιλία μου, κατά το μέτρο που συνδέονται.
   Θα ήθελα να κάνω μερικές απλές ερωτήσεις, είπε ο Καμιέ.
   Απλές ερωτήσεις; είπε ο Μερσιέ. Καμιέ, με εκπλήσσεις.
   Η διατύπωσή τους είναι η απλούστερη δυνατή, είπε ο Καμιέ, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να απαντήσεις χωρίς να σκεφτείς.
   Αν υπάρχει ένα πράγμα που απεχθάνομαι, είπε ο Μερσιέ, είναι να μιλάω περπατώντας.
   Η κατάστασή μας είναι απελπιστική, είπε ο Καμιέ.
   Όχι τώρα, είπε ο Μερσιέ, δεν έχω καμία όρεξη να ακούσω μεγάλα λόγια. Δε μου λες, είναι που σηκώθηκε αέρας και σταμάτησε η βροχή, αν σταμάτησε;
   Μη ρωτάς εμένα, είπε ο Καμιέ.
   Περιττό να σου πω, είπε ο Μερσιέ, προτού προχωρήσεις, ότι προσωπικά δεν έχω απάντηση. Μια φορά κι έναν καιρό είχα απαντήσεις, και τις καλύτερες, ήσαν η μόνη μου συντροφιά, έφτανα στο σημείο να επινοώ ερωτήσεις γι’ αυτές. Αλλά τις ξαπόστειλα εδώ και πολύ καιρό.
   Δεν εννοώ αυτού του είδους, είπε ο Καμιέ.
   Και τι είδους; είπε ο Μερσιέ. Το πράγμα αποκτά ενδιαφέρον.
   Θα δεις, είπε ο Καμιέ. Και πρώτον, τι νέα από τον σάκο μας.
   Δεν ακούω τίποτα, είπε ο Μερσιέ.
   Ο σάκος, φώναξε ο Καμιέ, πού είναι ο σάκος;
   Ας κατέβουμε από δω, είπε ο Μερσιέ. Είναι απάγκιο.
   Έστριψαν σε ένα στενό δρομάκι ανάμεσα σε ψηλά παλιά σπίτια.
   Λοιπόν, είπε ο Μερσιέ.
   Πού είναι ο σάκος; είπε ο Καμιέ.
   Τι σ’ έχει πιάσει και το φέρνεις συνέχεια στη κουβέντα; είπε ο Μερσιέ.
   Δεν μου είπες τίποτα, είπε ο Καμιέ.
   Ο Μερσιέ σταμάτησε επί τόπου, πράγμα που υποχρέωσε τον Καμιέ να σταματήσει επίσης. Αν ο Μερσιέ δεν είχε σταματήσει επί τόπου, ούτε ο Καμιέ θα είχε σταματήσει. Αλλά το γεγονός ότι ο Μερσιέ σταμάτησε επί τόπου, έκανε τον Καμιέ να σταματήσει επίσης.
   Δεν σου είπα τίποτα; είπε ο Μερσιέ.
   Απολύτως τίποτα, είπε ο Καμιέ.
   Και τι έχω να πω, είπε ο Καμιέ, αν τον βρήκες, πώς τον βρήκες, και τα σχετικά.
   Ο Μερσιέ είπε. Ας συνεχίσουμε το – Σε αδυναμία να συμπληρώσει τη φράση, έκανε μια χειρονομία, με το ελεύθερο χέρι του, δείχνοντας τα πόδια του και τα πόδια του συντρόφου του. Έπεσε σιωπή. Ύστερα συνέχισε την απερίγραπτη πορεία τους που δεν ήταν άσχετη με τα πόδια τους.
   Τι έλεγες; είπε ο Μερσιέ.
   Ο σάκος, είπε ο Καμιέ.
   Δίνω την εντύπωση ότι τον έχω; είπε ο Μερσιέ.
   Όχι, είπε ο Καμιέ.
   Λοιπόν; είπε ο Μερσιέ.  
   Πολλά μπορεί να συνέβησαν, είπε ο Καμιέ. Μπορεί να έψαξες να τον βρεις, εις μάτην, μπορεί να τον βρήκες και να τον έχασες ξανά, ή ακόμη και να τον πέταξες, λέγοντας στον εαυτό σου, Δεν αξίζει τον κόπο να ασχολούμαι, ή Αρκετά για σήμερα, θα δούμε αύριο. Πού θες να ξέρω;
   Έψαξα εις μάτην, είπε ο Μερσιέ, επί μακρόν, επιμόνως, επισταμένως, ανεπιτυχώς.
   Υπερέβαλε.
   Μπορώ να ρωτήσω, είπε ο Μερσιέ, πώς ακριβώς έγινε και έσπασες την ομπρέλα; Ή πώς αποφάσισες να την πετάξεις; Χτένισα αμέτρητες περιοχές, υπέβαλα ερωτήσεις σε αναρίθμητα πρόσωπα, έλαβα υπ’ όψιν την αφάνεια των πραγμάτων, τις μεταμορφώσεις του χρόνου, την αδυναμία των ανθρώπων εν γένει και εμού προσωπικώς, στα μυθεύματα και στις ψευδολογίες, την επιθυμία να ευχαριστείς τον άλλον και την παρόρμηση να τον πληγώνεις, και επιπλέον, τύχη αγαθή, κάθισα ήσυχος εκεί που ήμουνα, όπου κι αν ήμουνα, προσπαθώντας ακόμη να φανταστώ, ενάντια στον αέναο ερχομό, τις παντόφλες που σέρνονται, τα κλειδιά που κουδουνίζουν, κάποια καλύτερη γιατρειά από το ουρλιαχτό, το αγκομαχητό, το κλαψούρισμα, την άτακτη υποχώρηση.
   Ο Καμιέ ανέπτυξε εν συντομία τις σκέψεις του επί του θέματος.
   Γιατί επιμένουμε, είπε ο Μερσιέ, εσύ κι εγώ για παράδειγμα, ρώτησες ποτέ τον εαυτό σου αυτή την ερώτηση, εσύ που όλο ερωτήσεις είσαι; Θα σπαταλήσουμε ό,τι λίγο μας απομένει στην ανία της φυγής και στα όνειρα της σωτηρίας; Δεν σκέφτεσαι, όπως εγώ, πώς θα μπορούσες να προσαρμοστείς στην ιδέα αυτής της παράλογης τιμωρίας και να περιμένεις ήρεμα τον εκτελεστή που θα έρθει να την επικυρώσει;
   Όχι, είπε ο Καμιέ.
   Είχαν φτάσει στις παρυφές ενός μεγάλου ανοιχτού χώρου, μιας πλατείας ίσως, όπου επικρατούσε φασαρία, φευγαλέες λάμψεις, στρεβλές σκιές.
   Ας γυρίσουμε πίσω, είπε ο Μερσιέ. Αυτός ο δρόμος είναι γοητευτικός. Άρωμα μπουρδέλου…



Σελ. 140-141 κεφάλαιο VIII

...Σωριάστηκαν φύρδην μίγδην σε ένα μπαρ. Ο Μερσιέ και ο Καμιέ έκαναν να πάνε προς τον πάγκο αλλά ο Γουώτ τους κάθισε σε ένα τραπέζι και παράγγειλε τρία διπλά με όλη τη δύναμη της φωνής του.
   Μην πείτε ότι δεν έχετε ξανάρθει σ’ αυτό το κουτούκι, είπε ο Γουώτ, το ξέρω. Παραγγείλετε γκράπα και θα σας πετάξουν έξω.
   Τα ουίσκια ήρθαν.
   Κι εγώ έψαξα στον καιρό μου, ολομόναχος, αλλά πίστευα ότι ήξερα τι. Για φαντάσου! Σήκωσε τα χέρια του και τα πέρασε πάνω από το πρόσωπό του, ύστερα τα κατέβασε αργά στους ώμους του και μπροστά ωσότου συναντήθηκαν ξανά στα γόνατά του. Απίστευτο αλλά αληθινό, είπε.
   Διαμελισμένα σώματα αναδεύονταν στον γκρίζο αέρα.
   Να γεννιέται κανείς, είπε ο Γουώτ, να γεννιόμαστε, χωρίς τίποτα, και να μη θέλουμε τίποτα, μόνο να μας αφήσουν το τίποτα που έχουμε.
   Ο Μερσιέ και ο Καμιέ άκουγαν βερεσέ αυτά τα αποφθέγματα. Κοίταζαν πάλι ο ένας τον άλλον, όπως παλιά.
   Ήμουν έτοιμος να παραδοθώ, είπε ο Καμιέ.
   Επέστρεψες στον τόπο; είπε ο Μερσιέ.
   Ο Γουώτ έτριψε τα χέρια του.
   Μού κάνετε καλό, είπε, στ’ αλήθεια μου κάνετε πολύ καλό. Με παρηγορείτε.
   Κι ύστερα σκέφτηκα - , είπε ο Καμιέ.
   Εύχομαι να νιώσετε κάποια μέρα, είπε ο Γουώτ, αυτό που νιώθω τώρα εγώ. Αυτό βέβαια δεν θα αλλάξει σε τίποτα το γεγονός ότι η ζωή σας ήταν μάταιη, αλλά θα, πώς να το πω-;
   Κι ύστερα σκέφτηκα, είπε ο Καμιέ, ότι μπορεί να είχες την ίδια ιδέα.
   Κι έτσι δεν παραδόθηκες, είπε ο Μερσιέ.
   Λίγη ζεστασιά για τους απόμαχους της ζωής, είπε ο Γουώτ, αυτό είναι, λίγη ζεστασιά για τους κακόμοιρους τους απόμαχους.
   Φοβήθηκα ότι θα πέσω πάνω σου, είπε ο Καμιέ.
   Ο Γουώτ χτύπησε δυνατά με το χέρι του το τραπέζι, οπότε έπεσε μια εντυπωσιακή σιωπή. Αναμφίβολα αυτός ήταν ο σκοπός του, γιατί φρόντισε να την σπάσει με φωνή που έτριζε από την οργή:
   Γαμώ τη ζωή!...                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989) «Μερσιέ και Καμιέ» (μτφ. Άρης Μπερλής, εκδ. «Ύψιλον», 2006) μέρος α'.

..............................................................









Σάμουελ Μπέκετ (1906 - 1989)











·       Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Σάμουελ Μπέκετ (1906-1989) «Μερσιέ και Καμιέ» (μτφ. Άρης Μπερλής, εκδ. «Ύψιλον», 2006) μέρος α'.



Σελ.67-72 από το κεφάλαιο IV

Το χωράφι απλωνόταν μπροστά τους. Τίποτα δεν φύτρωνε εκεί, δηλαδή τίποτα χρήσιμο για τον άνθρωπο. Ούτε ήταν σαφές εκ πρώτης όψεως το ενδιαφέρον που θα μπορούσε να έχει για τα ζώα. Τα πουλιά ίσως έβρισκαν εκεί κανένα σκουλήκι. Η άγονη έκτασή του οριζόταν από έναν καχεκτικό φράχτη ξερών κολοβωμένων δέντρων και πλεμάτια βατομουριών, που είναι καλές ίσως για συλλογή λίγων βατόμουρων την εποχή που ωριμάζουν. Γαϊδουράγκαθα και τσουκνίδες, κατάλληλα ίσως για ζωοτροφή όταν σπανίζει ο σανός, διεκδικούσαν το έδαφος από μια ψυχρή πρασινάδα. Πέρα από τον φράχτη υπήρχαν κι άλλα χωράφια, παρόμοια στην όψη, που περιφράσσονταν από όχι λιγότερο παρόμοιους φράχτες. Πώς πήγαινε κανείς από ένα χωράφι στο άλλο; Από τους φράχτες ενδεχομένως. Ένα ιδιότροπο κατσίκι, σηκωμένο στα πίσω πόδια, τα μπροστινά σε ένα κούτσουρο, είχε χώσει τη μουσούδα του στις βατομουριές αναζητώντας τρυφερούς κλώνους. Πότε-πότε έκανε πίσω λίγα θυμωμένα βήματα, στεκόταν ακίνητο, κι ύστερα ίσως ένα μικρό πήδημα στον αέρα, προτού ξαναγυρίσει στον φράχτη. Θα συνεχίσει έτσι γύρω-γύρω το χωράφι; Ή θα βαρεθεί;
   Κάποια μέρα κάποιος θα το πουλήσει. Μετά θα έρθουν οι εργολάβοι. Ή ένας παπάς με την αγιαστούρα, κι άλλος ένας αγρός θα γίνει κοιμητήριο. Όταν έρθει ξανά η ευμάρεια.
   Ο Καμιέ διάβαζε το σημειωματάριό του. Έσκιζε τα μικρά φύλλα ένα-ένα καθώς τα διάβαζε, τα τσαλάκωνε και τα πέταγε μακριά. Με παρατηρεί, είπε, χωρίς λέξη. Έβγαλε ένα μεγάλο φάκελο από την τσέπη του, και από μέσα έβγαλε και πέταξε τα εξής: κουμπιά, δύο δείγματα τριχών σώματος ή μαλλιών, ένα κεντημένο μαντήλι, μερικά κορδόνια (η σπεσιαλιτέ του), μια οδοντόβουρτσα, ένα περίεργο κομμάτι λάστιχο, μια καλτσοδέτα, διάφορα δείγματα υφασμάτων. Και τον φάκελο, όταν τον άδειασε, τον πέταξε. Και τη μύτη μου να σκάλιζα το ίδιο θα του έκανε, είπε, δεν δίνει δυάρα. Σηκώθηκε, ωθούμενος από ενδοιασμούς που τον τιμούν, και μάζεψε τα τσαλακωμένα φύλλα, εκείνα τουλάχιστον που η πρωινή αύρα δεν τα είχε παρασύρει μακριά, ή δεν ήσαν κρυμμένα σε μια πτυχή του εδάφους ή πίσω από μια συστάδα γαϊδουράγκαθων. Τα φύλλα που μάζεψε τα έσκισε και τα πέταξε. Ωραία, είπε, νιώθω πιο ελαφρύς τώρα. Γύρισε στον Μερσιέ. Ελπίζω να μην κάθεσαι στο υγρό χορτάρι, είπε.
   Κάθομαι στο μισό του παλτού μας, είπε ο Μερσιέ, το τριφύλλι δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά του.
   Πρωινή αιθρία, είπε ο Καμιέ, κακό σημάδι.
   Επί τη ευκαιρία, είπε ο Μερσιέ, τι κάνει ο καιρός;
   Κοίτα μόνος σου, είπε ο Καμιέ.
   Πες μου εσύ καλύτερα, είπε ο Μερσιέ.
   Μια ωχρή ψυχρή κηλίδα, είπε ο Καμιέ, εμφανίστηκε στην ανατολή, υποθέτω ο ήλιος. Κατά καλή τύχη, είναι διαλείπων, χάρη σε μια σκοτεινάγρα από κάτι απορρίμματα που έρχονται από τη δύση και τον κρύβουν. Κάνει κρύο, αλλά δεν βρέχει ακόμη.
   Κάθισε, είπε ο Μερσιέ. Δεν μου διαφεύγει ότι δεν είσαι ευαίσθητος στο κρύο όπως εγώ, αλλά προφυλάξου ούτως ή άλλως. Μην το παρακάνεις, Καμιέ, τι θα παριστάνω εγώ αν αρπάξεις καμιά πνευμονία;
   Ο Καμιέ κάθισε.
   Έλα, σφίξου επάνω μου, είπε ο Μερσιέ, έτσι ζεστά. Κοίτα, όπως εγώ, τύλιξε τα πόδια σου. Έτσι. Το μόνο που μας λείπει τώρα είναι σφιχτά αυγά και ένα μπουκάλι μπύρα.
   Νιώθω την υγρασία να ανεβαίνει στα σκέλια μου, είπε ο Καμιέ.
   Προτιμότερο από το να κατεβαίνει, είπε ο Μερσιέ.
   Φοβάμαι την κύστη μου, είπε ο Καμιέ.
   Αυτό που σου λείπει είναι η αίσθηση των αναλογιών, είπε ο Μερσιέ.
   Δεν βλέπω τι σχέση έχει το ένα με το άλλο., είπε ο Καμιέ.
   Όπως πάντα, είπε ο Μερσιέ, αδυνατείς να συλλάβεις τη σχέση. Όταν φοβάσαι την κύστη, σκέψου το συρίγγιο. Και όταν τρέμεις για το συρίγγιο, σκέψου τα συφιλιδικά έλκη. Αυτή η μέθοδος ισχύει εξίσου για αυτό που αποκαλείται ευτυχία. Πάρε για παράδειγμα κάποιον που είναι εντελώς απαλλαγμένος από τον πόνο, τον σωματικό και τον άλλο. Πού μπορεί να βρει ανακούφιση; Ουδέν απλούστερο. Στη σκέψη της εκμηδένισης. Άρα λοιπόν, σε κάθε περίπτωση, η φύση μάς κάνει να χαμογελάμε, αν όχι να γελάμε. Και τώρα, ας δούμε τα πράγματα καταπρόσωπο.
   Μετά από στιγμιαία σιωπή ο Καμιέ άρχισε να γελάει. Ο Μερσιέ εν ευθέτω χρόνω γαργαλήθηκε επίσης. Συνέχισαν να γελούν μαζί για πολύ ώρα, κρατώντας ο ένας τον άλλον από τους ώμους για να μη καταρρεύσουν.
   Οποία αθώα ιλαρότης, είπε τελικά ο Καρμιέ.
   Ε, τώρα ξέρεις τι εννοώ, είπε ο Μερσιέ.
   Προτού προχωρήσουν, ρώτησαν και είπαν ο ένας στον άλλο πώς ένιωθαν. ‘Ύστερα ο Μερσιέ είπε:
   Τι ακριβώς έχουμε αποφασίσει; Θυμάμαι ότι αποφασίσαμε κάτι στο τέλος, όπως κάνουμε πάντα, αλλά δεν θυμάμαι τι. Εσύ θα ξέρεις ασφαλώς, γιατί είναι δικό σου σχέδιο αυτό που έχουμε θέσει σε εφαρμογή – έτσι δεν είναι;
   Και για μένα επίσης, είπε ο Καμιέ, ορισμένες λεπτομέρειες έχουν ξεθωριάσει, όπως και κάποιοι λεπτοί συλλογισμοί. Αν λοιπόν μπορώ κάπως να σε φωτίσω  είναι ως προς το τι σκοπεύουμε να κάνουμε, παρά ως το προς το γιατί θα επιχειρήσουμε να το κάνουμε.
   Είμαι πρόθυμος να επιχειρήσω οτιδήποτε, είπε ο Μερσιέ, υπό την προϋπόθεση ότι το γνωρίζω.
   Λοιπόν, είπε ο Καμιέ, η ιδέα είναι να γυρίσουμε στην πόλη, με την άνεσή μας, και να μείνουμε εκεί όσο είναι αναγκαίο.
   Αναγκαίο για τι πράγμα; είπε ο Μερσιέ.
   Για να ανακτήσουμε τα υπάρχοντά μας, είπε ο Καμιέ, ή να τα θεωρήσουμε οριστικά χαμένα.
   Θα πρέπει να ήταν πλούσιοι σε λεπτές αποχρώσεις, είπε ο Μερσιέ, οι συλλογισμοί που οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα.
   Φαίνεται ότι μας φάνηκε, είπε ο Καμιέ, αν και δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά, ότι ο σάκος ήταν η ουσία του όλου ζητήματος δεδομένου ότι περιέχει, ή περιείχε, πράγματα τα οποία μας είναι απολύτως απαραίτητα.
   Αλλά εξετάσαμε τα περιεχόμενα ένα-ένα, είπε ο Μερσιέ, και τα θεωρήσαμε περιττά, ανεξαιρέτως.
   Σωστά, είπε ο Καμιέ, και η αντίληψή μας περί του περιττού δεν μπορεί να άλλαξε σε μια μέρα. Πόθεν λοιπόν η ανησυχία μας;
   Πόθεν άραγε; είπε ο Μερσιέ.
   Από τη διαίσθηση, είπε ο Καμιέ, αν θυμάμαι καλά, ότι ο περί ου σάκος περιέχει κάτι το ουσιώδες για τη σωτηρία μας.
   Αλλά ξέρουμε ότι δεν είναι έτσι, είπε ο Μερσιέ.
   Θυμάσαι την αδύναμη παρακλητική φωνή, είπε ο Καμιέ, που μας τσαμπουνάει διάφορα από καιρού εις καιρόν για την προηγούμενη ζωή μας;
   Την μπερδεύω όλο και περισσότερο, είπε ο Μερσιέ, με τη φωνή που προσπαθεί να με εξαπατήσει λέγοντάς μου ότι δεν είμαι ακόμη νεκρός. Αλλά καταλαβαίνω τι εννοείς.
   Θα πρέπει να είναι κάποιο σχετικό όργανο, είπε ο Καμιέ, που τις τελευταίες εικοσιτέσσερις ώρες δεν έχει πάψει να μουρμουρίζει, ο σάκος! ο σάκος! Οι τελευταίες μας εκμυστηρεύσεις το κατέστησαν πλέον ή σαφές.
   Δεν θυμάμαι τίποτα σχετικό, είπε ο Μερσιέ.
   Εξ ου και η επιτακτική ανάγκη, είπε ο Καμιέ, αν όχι να τον βρούμε, τουλάχιστον να ψάξουμε να τον βρούμε, όπως και το ποδήλατο και την ομπρέλα.
   Δεν καταλαβαίνω γιατί, είπε ο Μερσιέ. Γιατί όχι μόνο τον σάκο, εφόσον αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο ο σάκος.
   Κι εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί, είπε ο Καμιέ, γιατί ακριβώς. Αυτό που ξέρω είναι ότι χτες ξέραμε το γιατί, γιατί ακριβώς.
   Όταν η αιτία μου διαφεύγει, είπε ο Μερσιέ, αρχίζω να έχω μια ανησυχία.
   Εδώ μόνο ο Καμιέ βράχηκε…


Σελ.80-81 

   …Περπάτησαν για λίγο σιωπηλοί, καθώς το συνήθιζαν πότε-πότε.
   Στην ανάγκη θα πάρουμε δέκα μέρες, είπε ο Καμιέ.
   Μεταφορικά μέσα; είπε ο Μερσιέ.
   Αυτό που αναζητούμε δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην πέρα από το υπερπέραν, είπε ο Καμιέ. Ας είναι λοιπόν το σύνθημά μας –
   Που αναζητούμε; είπε ο Μερσιέ.
   Δεν ταξιδεύουμε χάριν του ταξιδιού, αν δεν κάνω λάθος, είπε ο Καμιέ. Μπορεί να είμαστε μουνιά, αλλά όχι μέχρι αυτού του σημείου. Έριξε ένα παγερό βλέμμα στον Μερσιέ. Μην πνίγεσαι, είπε. Αν θες να πεις κάτι πέσ’ το.
   Σκεφτόμουν να πω κάτι, είπε ο Μερσιέ, αλλά κατόπιν ωρίμου σκέψεως θα το κρατήσω για τον εαυτό μου.
   Εγωίσταρε, είπε ο Καμιέ.
   Συνέχισε εσύ, είπε ο Καμιέ.
   Το σύνθημά μας ας είναι, είπε ο Μερσιέ.
   Α, ναι, είπε ο Καμιέ, lente, lente, και περίσκεψη, με παρεκκλίσεις δεξιά και αριστερά και αιφνίδιες αναστροφές της πορείας. Και βέβαια να μη διστάζουμε να σταματάμε, για μέρες ή ακόμη και εβδομάδες. Έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας, το υπόλειμμα δηλαδή.
   Πώς είναι τώρα ο καιρός τώρα, είπε ο Μερσιέ, αν κοιτάξω ψηλά θα πέσω.
   Όπως πάντα, είπε ο Καμιέ, με την εξής μικρή διαφορά, ότι αρχίζουμε να τον συνηθίζουμε.
   Σαν να ένιωσα σταγόνες στα μάγουλά μου, είπε ο Μερσιέ.
   Μην το βάζεις κάτω, είπε ο Καμιέ, φτάνουμε στον σταθμό των καταραμένων, βλέπω το καμπαναριό.
   Δόξα τω Θεώ, είπε ο Μερσιέ, τώρα μπορούμε να ξεκουραστούμε κάπου.


σελ. 85-88, κεφάλαιο V

…Μπροστά στο τζάκι, στο ανάμικτο φως της λάμπας και της μολυβένιας μέρας, στριφογύριζαν απαλά πάνω στο χαλί, τα γυμνά σώματά τους μπλεγμένα, ψηλαφώντας και χαϊδεύοντας με την ηδυπαθή αβρότητα χεριών που φτιάχνουν μιαν ανθοδέσμη, ενώ η βροχή κροτάλιζε στα τζάμια. Τι ωραία που θα ‘ταν! Το βραδάκι η Ελένη έφερε μερικές μπουκάλες κρασί ανωτέρας ποιότητος και το κατανάλωσαν ασμένως ωσότου αποκοιμήθηκαν. Άντρες λιγότερο αποφασισμένοι ενδεχομένως να μην είχαν αντισταθεί στον πειρασμό να τα παρατήσουν. Αλλά το πρωί της άλλης μέρας τους βρήκε πάλι στο δρόμο, με μόνη τους σκέψη το στόχο που είχαν θέσει. Σε λίγες ώρες θα ήταν νύχτα, σούρουπο, λίγες ακόμη μολυβένιες ώρες και θα νύχτωνε, δεν είχαν λοιπόν ούτε λεπτό για χάσιμο. Κι ωστόσο, το πλήρες σκότος, πλήρες παρεκτός τα φανάρια του δρόμου, όχι μόνο δεν θα εμπόδιζε την αποστολή τους αλλά θα την διευκόλυνε, σε γενικές γραμμές. Διότι στην περιοχή που σκόπευαν τώρα να πάνε, και δεν ήξεραν καν τον δρόμο, θα ήταν ευκολότερο να φτάσουν νύχτα παρά μέρα, διότι τη μοναδική φορά που πήγαν εκεί κάποτε, τη μία και μόνη, δεν ήταν μέρα, όχι, αλλά νύχτα, σούρουπο. Έτσι μπήκαν σε ένα μπαρ, διότι στα μπαρ οι Μερσιέ αυτού του κόσμου, και οι Καμιέ, το βρίσκουν λιγότερο κουραστικό να περιμένουν να νυχτώσει. Ως προς τούτο είχαν και έναν άλλον, αν και λιγότερο σοβαρό λόγο, τουτέστιν το όφελος που θα προέκυπτε, στο διανοητικό επίπεδο επίσης, από το να βρεθούν ξανά στην ίδια εκείνη ατμόσφαιρα που είχε κάνει τόσο ασταθή τα πρώτα τους βήματα. Στρώθηκαν λοιπόν αμέσως στη συζήτηση. Διακυβεύονται πάρα πολλά, είπε ο Καμιέ, και πρέπει να λάβουμε τις δέουσες προφυλάξεις. Έτσι με ένα  σμπάρο κατέβασαν δύο τρυγόνια, ίσως και τρία. Διότι επωφελήθηκαν από αυτήν την ανάπαυλα για να κουβεντιάσουν ελεύθερα ετούτο και το άλλο, εποικοδομητικά. Διότι στα μπαρ είναι που οι Μερσιέ αυτού του ουράνιου πλανήτη, και οι Καμιέ, μπορούν να κουβεντιάσουν με τη μεγαλύτερη ελευθερία και να έχουν το μεγαλύτερο όφελος.  Τελικά ένα άπλετο φως έλουσε τη διάνοιά τους, πλημμυρίζοντας ιδιαίτερα τις ακόλουθες συλλήψεις.
   1.Η έλλειψη χρημάτων είναι κακό πράγμα. Αλλά μπορεί να αποδειχθεί καλό.
   2.Ό,τι χάθηκε χάθηκε.
   3. Το ποδήλατο είναι μέγα καλό και πρώτο. Αλλά μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο, αν χρησιμοποιηθεί κακώς.
   4. Το ότι είναι μπατίρηδες μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού.
   5. Υπάρχουν δύο ανάγκες: η ανάγκη που έχεις και η ανάγκη να την έχεις.
   6. Η διαίσθηση οδηγεί σε απερισκεψίες.
   7. Ό,τι ξερνάει η ψυχή δεν χάνεται ποτέ.
   8. Τσέπες που καθημερινώς αδειάζουν όλο και περισσότερο είναι ικανές να κλονίσουν την πιο αμετάκλητη απόφαση.
   9. Το αντρικό παντελόνι χρειάζεται αλλαγή, ιδιαίτερα το μπροστινό άνοιγμα που θα πρέπει να μετατοπιστεί στον καβάλο και να σχεδιαστεί έτσι ώστε να ανοίγει σαν καταπακτή, επιτρέποντας στους όρχεις, ασχέτως της βρωμερής λειτουργίας της ούρησης, να παίρνουν αέρα απαρατήρητοι. Τα σώβρακα κατά συνέπεια θα πρέπει να μετατραπούν αναλόγως.
   10. Αντίθετα με την επικρατούσα άποψη, υπάρχουν μέρη στη φύση από τα οποία ο Θεός φαίνεται να είναι απών.
   11. Τι θα έκανε κανείς χωρίς γυναίκες; Θα εξερευνούσε άλλους διαύλους.
   12. Ψυχή: άλλη μια κακιά λέξη.
   13. Τι μπορεί να λεχθεί για τη ζωή που δεν έχει ειπωθεί; Πολλά. Ότι ο κώλος της είναι τρύπιος, για παράδειγμα.
   Αυτές οι παρατηρήσεις δεν θόλωσαν το στόχο που είχαν μπροστά τους. Ωστόσο, καθώς περνούσε η ώρα, τους φάνηκε, με ολονέν και μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι τον στόχο αυτό θα έπρεπε να τον επιδιώξουν με ηρεμία και ψυχραιμία. Και επειδή ήσαν ακόμη αρκετά ήρεμοι και ψύχραιμοι, τόσο ώστε να αντιληφθούν ότι δεν ήσαν πια, έφτασαν χωρίς δυσκολία στην ευτυχή απόφαση να αναβάλουν κάθε ενέργεια για την επόμενη μέρα ή και την μεθεπόμενη, αν κρινόταν αναγκαίο. Γύρισαν λοιπόν με εξαιρετική διάθεση στο διαμέρισμα της Ελένης και πέσανε για ύπνο χωρίς πολλά. Και ακόμη και την άλλη μέρα απείχαν από τις ευχάριστες παρεκτροπές των βροχερών πρωινών, τόσο ανυπόμονοι ήσαν να ξεκινήσουν για να αναμετρηθούν με τις μελλούμενες δοκιμασίες.


σελ. 92-93

 …Ρώτα ένα διαβάτη την ώρα, θα σ’ την πετάξει στην τύχη και θα συνεχίσει το δρόμο του. Αλλά, ηρέμησε, δεν κάνει τόσο λάθος αυτός που κάθε τόσο συμβουλεύεται το ρολόι του, το βάζει σύμφωνα με την επίσημη ώρα του αστεροσκοπείου, κάνει τους υπολογισμούς του, διερωτάται πώς θα τα προλάβει όλα ωσότου η ατέλειωτη μέρα φτάσει στο τέλος της. Ή, με μια βαριεστημένη θυμωμένη χειρονομία, λέει την ώρα που τον βασανίζει, την ώρα που ήταν πάντα και πάντα θα είναι, την ώρα που συνδυάζει τις χάρες του πολύ αργά με τις ομορφιές του πολύ νωρίς, την ώρα του Ποτέ! χωρίς το πια ενός ακόμη φρικτού κορακιού. Αλλά όλη τη μέρα έτσι είναι, από το πρώτο τικ μέχρι το τελευταίο τακ, ή μάλλον από το τρίτο μέχρι το προ-προτελευταίο, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που χρειάζεται, το ταμ-ταμ μέσα του, που χτυπά για να μπεις στο όνειρο κι ύστερα χτυπά πάλι για να σε βγάλει. Και στο μεταξύ όλα είναι ακουστά, κάθε σπόρος του κεχριού που πέφτει, κοιτάζεις πίσω και να, εκεί είσαι, μέρα με τη μέρα λίγο κοντύτερα, η ζωή όλη λίγο κοντύτερα. Η χαρά με κουταλάκια αλάτι, σαν νερό, όταν εσύ πεθαίνεις από δίψα, και μια ωραία μικρή αγωνία σε ομοιοπαθητικές δόσεις, τι άλλο θες; Μια καρδιά στη θέση της καρδιάς; Έλα τώρα, έλα. Αλλά αντιθέτως, ρώτα τον διαβάτη από πού πάνε και θα σε πάρει από το χέρι και θα σε οδηγήσει, περνώντας από γραφικά τοπία, στο ακριβές μέρος. Είναι μια μεγάλη γκρίζα καζάρμα, μισοτελειωμένη, ανεπίδεκτη ολοκλήρωσης, με δυο πόρτες, για αυτούς που μπαίνουν κι αυτούς που βγαίνουν, και στα παράθυρα πρόσωπα που κοιτάζουν έξω ερευνητικά. Τα ‘θελες και τα ‘παθες...