...............................................................
ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Η σύλληψή μου συνέβη την Πρωτομαγιά του 1971, λίγο πριν το μεσημέρι, σε ένα ημιυπόγειο Bar, στη διασταύρωση των οδών Ακαδημίας και Σίνα, κάτω από το κτήριο της Σχολής Δημοσιογραφίας – Δημοσιολογίας και Δημοσίων Σχέσεων του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου «Όμηρος», όπου φοιτούσα. Ας σημειωθεί, ως αξιολογικό της αιτίας συλλήψεώς μου, το ότι εργαζόμουν στις εκδόσεις Κέδρος της Νανάς Καλλιανέση, όπου λίγους μήνες πρωτύτερα είχαν εκδοθεί τα «18 Κείμενα» και όπου, εκεί στη μικρή ορθογώνια στοά της Πανεπιστημίου 44, χτυπούσε η καρδιά της λογοτεχνικής αντίστασης εκείνα τα μαύρα χρόνια. Κι ίσως, ακόμη, η ενεργή συμμετοχή μου σε δημόσιες αναγνώσεις ποίησης στις φοιτητικές συντροφιές της εποχής, στη Σχολή Δολιανίτη, στο Πειραματικό θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη κι αλλού. Κατά τη σωματική έρευνα που μου έγινε βρέθηκαν στις τσέπες μου ποιήματά μου με αντιδικτατορικές νύξεις και κάποια τρυκάκια με αντιχουντικά συνθήματα. Μετά την εξακρίβωση στοιχείων και τις σχετικές διαδικασίες, στην Ασφάλεια, με παρέδωσαν στην ΕΣΑ, αφού διαπιστώθηκε ότι βρισκόμουν με αναβολή στρατεύσεως λόγω σπουδών, και το αντικείμενο που αναζητούσαν με τη σύλληψή μου ήταν, προφανώς, του ενδιαφέροντος της Στρατιωτικής Αστυνομίας.
Κρατήθηκα στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, στο χώρο που σήμερα βρίσκεται το Πάρκο Ελευθερίας, 23 ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων είχα, θα έλεγα, χαθεί από προσώπου γης. Κανείς από τους φίλους και οικείους μου δεν γνώρισε πού βρίσκομαι, τι έγινα, αν ζω ή αν πέθανα. Μετά από μιας εβδομάδας απεγνωσμένη και ατελέσφορη αναζήτηση οι γονείς μου, κατόρθωσαν να πληροφορηθούν, από τον συμπατριώτη μας λοχαγό Χρήστο Δαδιώτη (συνέλαβε τη μέρα του πραξικοπήματος τον Γ. Παπανδρέου στο Καστρί), συμμαθητή της μάνας μου, διοικητή της Σχολής Αλεξιπτωτιστών στον Ασπρόπυργο, ότι βρισκόμουν κρατούμενος στο ΕΑΤ/ΕΣΑ ανακρινόμενος. Ο πατέρας μου συνοδευόμενος από τον θείο Νίκο Διαμαντή, αδελφό της μάνας μου, έφτασαν τρεις φορές στην πύλη του ΕΑΤ/ΕΣΑ αναζητώντας με και λάμβαναν την απάντηση ότι δεν υπάρχει κρατούμενος με αυτά τα στοιχεία, φεύγοντας άπρακτοι και βαλαντωμένοι. Μετά από κάθε επίσκεψη του πατέρα και του θείου μου ένας Εσατζής ερχόταν στο κελί μου να με πληροφορήσει ότι οι δικοί μου είναι όλοι καλά και ότι ήρθαν στην πύλη αλλά επειδή δεν επιτρέπεται η συνάντηση κρατουμένων με επισκέπτες, άφησαν τους χαιρετισμούς τους και αποχώρησαν.
Το ζητούμενο για την ΕΣΑ εκείνη την περίοδο ήταν ο εντοπισμός και η εξουδετέρωση αντιστασιακών ομάδων που έβαζαν βόμβες στην Αθήνα. Έτσι και το πλαίσιο της δικής μου ανάκρισης οριοθετήθηκε κυρίως σ’ αυτό. Δεν θυμάμαι πια πόσες φορές κατέθεσα εγγράφως απαντώντας στις ίδιες ερωτήσεις, προσπαθώντας να μην αποκαλύψω πράγματα πέρα από εκείνα που ήταν φανερό ότι γνώριζαν. Κάθε μέρα σχεδόν ένας Εσατζής έμπαινε στο κελί με μια δίφυλλη κόλλα αναφοράς κι ένα στυλό κι αφού έπεφτε το σχετικό μπερντάχι διέτασσε να ξαναγράψω όσα κατέθεσα την προηγουμένη, ελπίζοντας, σκέφτομαι, ότι ίσως δεν έχω απομνημονεύσει επακριβώς την πρώτη κατάθεση και, δεν μπορεί, κάπου θα κάνω το λάθος να πω περισσότερα. Οι ερωτήσεις ήταν τρεις, έτσι όπως φαίνονται στο χαρτί της φωτογραφίας που παραθέτω: 1. Εκρηκτικά, 2. Ονόματα με επάγγελμα, ηλικία, διεύθυνση κατοικίας, τηλέφωνο, σε χαρακωμένη κατάσταση, 3. Οικίαι εντός των οποίων γινόντανε συγκεντρώσεις. Το χαρτάκι με τις ερωτήσεις το διέσωσα κρύβοντάς το μέσα στο παπούτσι μου και, ευτυχώς, δεν αναζητήθηκε από τους Εσατζήδες, πιθανόν επειδή ήταν αναγκαίο να παραμένει για να γνωρίζω σε τι πρέπει να απαντώ καθημερινά, και μάλλον στο τέλος ξεχάστηκε. Οι ερωτήσεις είναι γραμμένες με κόκκινο στυλό σε λεπτό γυαλιστερό χαρτί από το χέρι του ταγματάρχη Δημητρίου Παπαχαραλάμπους, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο 2ο γραφείο του ΕΑΤ/ΕΣΑ και με ανέκρινε ο ίδιος την πρώτη μέρα προσαγωγής μου. Ο Παπαχαραλάμπους δικάστηκε από το Στρατοδικείο στη Μεταπολίτευση σε 2 χρόνια φυλάκιση για κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή.
Ανάμεσα στους βασανιστές Εσατζήδες που υπηρετούσαν όταν κρατήθηκα ήταν και ο περιβόητος Τσέλιγκας (Γιάννης Αγγελής) από την Αράχωβα, ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι καταγόμουν από τη, γειτονική στην Αράχωβα, Δεσφίνα, μετήλθε τον ρόλο του καλού και δεν ξανασήκωσε χέρι επάνω μου, αφήνοντας αυτό το ρόλο σε άλλους. Μια νύχτα, μετά από ξυλοδαρμό, μου έφερε μάλιστα σουβλάκια από την καντίνα της πλατείας Μαβίλη. Δικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση για βιαιοπραγία ανωτέρου κατά συρροή, συνέργεια σε κατάχρηση εξουσίας κατά συρροή, βαριά σωματική βλάβη κατά συρροή, εξύβριση ανωτέρου κατά συρροή. Λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του αρρώστησε και πέθανε από καρκίνο. Λυπήθηκα μαθαίνοντας τον θάνατό του. Ήταν συμπατριώτης, συνομήλικος και παραστρατημένος, ένα ανδρείκελο στα χέρια των στρατοκρατών, όπως εκατοντάδες άλλα νέα παιδιά.
Την 23η ημέρα της κράτησής μου και επειδή, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των βασανιστών μου, δεν προέκυπταν στοιχεία για βομβιστικές επιθέσεις, αλλά μονάχα «ήπια» αντιστασιακή δράση μέσα από τη λογοτεχνία και την Τέχνη γενικότερα και από τις διεκδικήσεις ανωτατοποίησης της Σχολής Δημοσιογραφίας (μετείχα στην επιτροπή της Σχολής μου που έκανε παράσταση δύο φορές στον Γ. Γεωργαλά, στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, για το θέμα αυτό), έληξε η κράτησή μου στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, ανακλήθηκε η αναβολή στράτευσης λόγω σπουδών, η οποία εκτεινόταν ως τον Δεκέμβριο του 1974, ντύθηκα στρατιώτης και φυλακίστηκα στο ΚΕΣΑ στο Γουδί, όπου κρατήθηκα μέχρι τον Οκτώβριο του 1971, οπότε με απόφαση του 2ου Επιτελικού Γραφείου του ΓΕΣ μου έγινε καθαίρεση από τον βαθμό του Αρχηγού πληρώματος μέσων αρμάτων (Λοχίας στα άρματα Μ 47) και ένταξη στο βαθμό του Τυφεκιοφόρου και παράλληλα μετάταξη από το Όπλο των Τεθωρακισμένων στο Όπλο του Πεζικού και, χαρακτηρισμένος Β’ (κομμουνιστής εξ ιδίας δράσεως, αφού τον χαρακτηρισμό ως Α’ τον είχα εξασφαλισμένο από τη δράση του πατέρα μου, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο) πήγα να υπηρετήσω τη θητεία μου στα βόρεια σύνορα της πατρίδας.
Στο ΚΕΣΑ ανακρίθηκα, δεχόμενος τις γροθιές και τα χαστούκια του, από τον ίλαρχο Σπυρίδωνα Σταθάκη, έναν θηριώδη υπέρβαρο αξιωματικό ο οποίος φέρεται ως επικεφαλής της στρατιωτικής περιπόλου που σκότωσε τον πεντάχρονο Δημήτρη Θεοδωρά του Θεοφάνη, που περπατούσε με τη μητέρα του στα όρια Ζωγράφου Παπάγου το μεσημέρι της 17η Νοέμβρη 1973.
Δύο μνήμες έχουν χαραχθεί στην ψυχή μου από αυτή τη σύντομη και ελάχιστης ταλαιπωρίας, μπρος στα βασανιστήρια που υπέστησαν άλλοι άνθρωποι, περιπέτειά μου:
Η πρώτη αφορά στην εικόνα που αντίκριζα από το κελί μου στο ΕΑΤ/ΕΣΑ εκείνα τα ήρεμα, λαμπερά Αττικά απογεύματα, όταν από το μεγάλο, μοναδικό, παράθυρο, το χωρίς πατζούρια και κλεισμένο με πυκνό μεταλλικό δικτυωτό πλέγμα, έβλεπα στα μπαλκόνια του Ναυτικού Νοσοκομείου, κληρωτούς που νοσηλεύονταν και κάθονταν μαζί με τους δικούς τους που τους είχαν επισκεφτεί. Μου έμενε τότε η καρδιά και βούρκωνα, έκλαιγα με παράπονο μακαρίζοντας την καλή τους τύχη, ευχόμενος να είχα κι εγώ αρρωστήσει αλλά να ήμουν ελεύθερος και να με επισκεπτόταν κι εμένα η μάνα μου να με παρηγορήσει.
Η δεύτερη αναφέρεται σε απογεύματα Κυριακών, το Φθινόπωρο του 1971 στο κελί μου στο ΚΕΣΑ (εκεί το παράθυρο/φεγγίτης ήταν διαστάσεων 50 Χ 50 εκ. και τόσο ψηλά που χρειαζόταν σκάλα για να δεις έξω) όταν ο φρουρός Εσατζής, περιμένοντας να αρχίσουν οι ποδοσφαιρικές μεταδόσεις στο τρανζιστοράκι που είχε στο κρατητήριο, το άφηνε ανοιχτό στη διάρκεια της εκπομπής «Η Λύρα παρουσιάζει» κι άκουγα την αισθαντική φωνή του Γιώργου Παπαστεφάνου να παρουσιάζει τραγούδια του Νέου Κύματος κι η βελούδινη φωνή της Πόπης Αστεριάδη καθώς και η ενθύμηση της ωραιότητας της μορφής της έμπαιναν στο κελί μου, εισχωρούσαν ευεργετικά εντός μου και μαλάκωναν την πονεμένη μου ψυχή. Ήμουν παιδί στα 19 μου χρόνια…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου