Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

"Η χώρα δεν «ανακάμπτει». Μεταβιβάζεται..." γράφει η Ιωάννα Λιούτα ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 16.04.26)

 ..............................................................



Η χώρα δεν «ανακάμπτει». Μεταβιβάζεται...







γράφει η Ιωάννα Λιούτα* ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 16.04.26) 


Πίσω από τους πανηγυρισμούς για «επενδυτική βαθμίδα» και «ισχυρή ανάπτυξη», κρύβεται μια σιωπηλή αλλά βαθιά αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και δεν είναι άλλη από τη συστηματική μεταφορά πλούτου, ιδιοκτησίας και ελέγχου προς το εξωτερικό. Τα στοιχεία για το 2025 που έδωσε ο κ. Στουρνάρας στην ετήσια συνέλευση της ΤτΕ το αποκαλύπτουν χωρίς αυταπάτες.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος είναι στο 237,7% του ΑΕΠ και αυτό δεν είναι μόνο ένας μεγάλος αριθμός. Είναι η αποτύπωση μιας οικονομίας που λειτουργεί με δανεικά και με όρους εξάρτησης.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος (237,7% του ΑΕΠ) δεν είναι το δημόσιο χρέος που ξέρουμε, αλλά το σύνολο όσων χρωστάμε όλοι μας (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις) στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι είναι σχεδόν 2,5 φορές το ΑΕΠ μας σημαίνει ότι η οικονομία κινείται με «ξένα κόλλυβα».

Η Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (ΚΔΕΘ) είναι στο -136,8% του ΑΕΠ. Η ΚΔΕΘ δείχνει το τελικό ισοζύγιο ισχύος, δηλαδή ποιος κατέχει και τι. Το αρνητικό πρόσημο (-136,8%) σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα-οφειλέτης.
Το όριο του -35%

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει ως όριο ασφαλείας στην ΚΔΕΘ το -35%. Οταν μια χώρα το ξεπερνά (όπως εμείς που είμαστε σχεδόν στο τετραπλάσιο), η κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσμενής για να πανηγυρίζει.

Ο δείκτης αυτός αναδεικνύει ότι οι ξένοι κατέχουν πολύ περισσότερα στην Ελλάδα από όσα κατέχουν οι Ελληνες στο εξωτερικό. Είμαστε μια χώρα με καθαρούς χρεώστες όχι μόνο δημοσιονομικά, αλλά και δομικά.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το μέγεθος. Είναι η φύση αυτής της επιδείνωσης.

Δεν πρόκειται για νέο παραγωγικό κύμα επενδύσεων. Δεν βλέπουμε βιομηχανίες να χτίζονται, ούτε εξαγωγικές δυνατότητες να ενισχύονται ουσιαστικά. Αντίθετα, βλέπουμε μια μαζική μεταβίβαση υφιστάμενου πλούτου από δάνεια που πουλήθηκαν σε funds, από ακίνητα που πέρασαν σε ξένα χαρτοφυλάκια και από επιχειρήσεις που άλλαξαν χέρια χωρίς να αλλάξει τίποτα στην παραγωγική τους βάση.

Αυτό που παρουσιάζεται ως «επενδυτική εισροή» είναι συχνά απλώς αλλαγή ιδιοκτησίας. Και κάθε τέτοια αλλαγή βαθαίνει την εξάρτηση, διότι τα μελλοντικά έσοδα, ενοίκια, τόκοι, μερίσματα, φεύγουν εκτός χώρας.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η άνοδος του χρηματιστηρίου, που θεωρείται ένδειξη υγείας, επιδεινώνει τη διεθνή επενδυτική θέση της χώρας. Γιατί; Διότι οι μετοχές αυτές ανήκουν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους. Αρα η αύξηση της αξίας τους σημαίνει αύξηση των υποχρεώσεών μας. Χωρίς να έχει εισρεύσει ούτε ένα νέο ευρώ στην πραγματική οικονομία. Αυτή είναι η «λογιστική παγίδα» μιας οικονομίας που δεν ελέγχει τα μέσα παραγωγής της.

Η επίσημη γραμμή λέει ότι οι ξένες επενδύσεις θα φέρουν ανάπτυξη και θα εξισορροπήσουν τα πράγματα. Αυτό όμως ισχύει μόνο υπό προϋποθέσεις που στην ελληνική περίπτωση σπανίζουν.

Οι επενδύσεις που πραγματικά αλλάζουν την πορεία μιας οικονομίας είναι εκείνες που δημιουργούν νέα παραγωγή, όπως εργοστάσια, τεχνολογία, εξαγωγές, με σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Οχι εκείνες που αγοράζουν έτοιμα περιουσιακά στοιχεία για να αποσπάσουν αποδόσεις.

Οταν το «επενδυτικό μοντέλο» βασίζεται σε real estate, τουριστικά assets και distressed δάνεια, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη, αλλά για μια λεηλασία των υπαρχόντων πόρων. Για μια οικονομία που ρευστοποιείται χωρίς προηγούμενο και χωρίς να μπορεί να επανακτηθεί.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ευθύνη.

Η στρατηγική που ακολουθείται δεν είναι ουδέτερη. Είναι επιλογή να μετατραπεί η χώρα σε πεδίο τοποθέτησης κεφαλαίων και όχι σε τόπο παραγωγής. Να προσελκύονται κεφάλαια με κάθε κόστος, χωρίς όρους για το τι παράγουν, πού επενδύουν και ποιον ωφελούν. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία ευάλωτη, όχι μόνο στις αγορές, αλλά και στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Με χαμηλή παραγωγική βάση, υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και ένα συνεχώς διογκούμενο εξωτερικό έλλειμμα που αναπαράγει τον κύκλο χρέους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς «επενδύσεις» αλλά χρειάζεται έλεγχο, στρατηγική και κατεύθυνση.

Χρειάζεται να θέσει όρους για το τι είδους επενδύσεις θέλει, σε ποιους τομείς, με ποιες δεσμεύσεις για απασχόληση, τεχνογνωσία και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Χρειάζεται δημόσια εργαλεία που να μπορούν να κατευθύνουν την ανάπτυξη και όχι να την παρακολουθούν παθητικά.

Γιατί αλλιώς η εικόνα θα συνεχίσει να βελτιώνεται «στα χαρτιά», την ώρα που η πραγματική οικονομία θα αδειάζει από περιεχόμενο.

Και τότε μέγα ζήτημα δεν θα είναι πόσα χρωστάμε, αλλά τι μας ανήκει.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια

Δεν υπάρχουν σχόλια: