Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Από τον πρόλογο του Αλέξανδρου Ίσαρη (1941-2022) για «Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του Βίλχελμ Μίλερ (1794-1827) και τη μελοποίηση του Φράντς Σούμπερτ (1797-1828) (εκδ. Άγρωστις, 1989)

 ...............................................................




·       Από τον πρόλογο του Αλέξανδρου Ίσαρη (1941-2022) για «Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του Βίλχελμ Μίλερ (1794-1827) και τη μελοποίηση του Φράντς Σούμπερτ (1797-1828) (εκδ. Άγρωστις, 1989)

"...Ήμουν ένας από τους τυχερούς αυτής της άσχημης πόλης που μπόρεσαν να παρακολουθήσουν το ρεσιτάλ της μεγάλης μεσοφώνου Κρίστα Λούντβιχ στο Ηρώδειο, στις 18 Σεπτεμβρίου 1988. Τη συνόδευε στο πιάνο ο Τσαρλς Σπένσερ. Στους έξι μήνες που μεσολάβησαν από τότε, αλλά και στα χρόνια που προηγήθηκαν, άκουσα πολλές από τις 45 εκτελέσεις του κύκλου που κυκλοφορούν στην αγορά: με τον Χανς Χότερ, τον Πέτερ Στράιερ, τον Ντίτριχ Φίσερ Ντισκάου, τον Άντερ Ντερμότα και άλλους. Όμως καμιά απ' αυτές δε μου μετέδωσε τη συγκίνηση εκείνης της βραδιάς, εκείνης της ερμηνείας, που με οδήγησε στην απόφαση να μεταφράσω τα 24 ποιήματα της συλλογής.

   Τα ποιήματα αυτά μας φαίνονται σήμερα υπερβολικά απλοϊκά και απίστευτα αθώα. Καθώς μάλιστα είναι αδύνατη η μεταφορά του ρυθμού, της ομοιοκαταληξίας, των παρηχήσεων και της μουσικότητας που τα χαρακτηρίζουν, αυτό που απομένει μοιάζει αρχικά πολύ φτωχό. Ο Βίλχελμ Μύλλερ δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ μεγάλος ποιητής. Δεν ήταν του αναστήματος του Σίλερ, του Γκαίτε ή του Χέντερλιν. Ήταν πολύ κατώτερος και από τον Χάινε, που τον θαύμαζε τόσο πολύ στα νιάτα του. Όμως είναι πολύ χαρακτηριστικός για την εποχή που έζησε, μια εποχή που συγκρινόμενη με τη δική μας είναι τόσο ανυποψίαστη και παιδική, που μας φαίνεται πάρα πολύ μακρινή.  Κι όμως, έχουν περάσει μόνο 170 χρόνια από τότε! Παρ' όλ' αυτά, τα ποιήματα του "Ταξιδιού" μεταδίδουν μια γνήσια συγκίνηση, είναι πλούσια σε εικόνες και αισθήματα. Η περιπλάνηση του μοναχικού ανθρώπου μέσα στην σιωπηλή παγωνιά, την αδιάφορη φύση αποκτά καθαρά συμβολικό χαρακτήρα. Οι τυχόν αδυναμίες τους αίρονται από τη μουσική του Σούμπερτ. Θα μείνουν στην αιωνιότητα, επειδή ο μεγαλοφυής συνθέτης τους τα έντυσε με μια μουσική μοναδική και με τον τρόπο αυτό τα απογείωσε, προσδίδοντάς τους μια άλλη διάσταση.

   Όλοι εμείς, οι λίγοι έστω, που νιώθουμε ταπεινωμένοι και ανήμποροι καθώς βιώνουμε μιαν άνευ προηγουμένου συρρίκνωση και παρακμή του ελληνικού πολιτισμού, αισθανόμαστε την ανάγκη να καταφεύγουμε σε παλιά κλασικά ή ρομαντικά κείμενα, σε αιώνιες μουσικές συνθέσεις, σε κάποια σταθερά τοπία, που με το φως τους μειώνουν το βάρος που κουβαλούμε, καθώς πραγματοποιούμε ένα νέο χειμωνιάτικο ταξίδι σε μια θερμή χώρα γεμάτη πάγους, δυσοσμίες και απορρίμματα. 

   Βλέπω να ανέρχεται μια νέα βαρβαρότητα, πολύ χειρότερη από κείνες του παρελθόντος. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί. Εγώ έζησα έξι μήνες με συντροφιά έναν παθιασμένο φιλέλληνα (τι ειρωνεία!) κι έναν δυστυχισμένο, πλην ιδιοφυή, Αυστριακό κι εκείνοι ανταποκρίθηκαν στην αφοσίωσή μου. Ελπίζω να μεταδώσω έστω και ένα μέρος από τη συγκίνηση που ένιωσα ασχολούμενος με τα τραγούδια αυτά. Προς το παρόν ψάχνω για κάποιο καινούριο αποκούμπι. 

Αλέξανδρος Ίσαρης

Αθήνα, Απρίλιος 1989


Επιλογή από τους στίχους


Καληνύχτα

Σ’ αυτό τον κόσμο ήρθα ξένος,

Και ξένος θα τον αφήσω πάλι.

Ο Μάης ήταν καλό μαζί μου· μου χάρισε

Ανθοδέσμες. Η κόρη μίλαγε γι’ αγάπη,

Η μάνα της περσότερο για παντρειά –

Τώρα η πλάση είναι θλιμμένη

Κι ο δρόμος γέμισε με χιόνια.

 

Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω

Πότε στους δρόμους θα ξεχυθώ:

Μονάχος πρέπει να διασχίσω

Αυτή τη σκοτεινιά.

Συντροφιά θα μου χαρίζει

Μια του φεγγαριού σκιά

Και πάνω στα πάλλευκα λιβάδια

Θα ψάχνω για πατημασιές απ’ άγρια ζώα.

 

Γιατί να χασομερώ εδώ πέρα

Μέχρι να με διώξουν;

Ας γαβγίζουν τα παλιόσκυλα

Μπροστά στου αφέντη τους το σπίτι!

Της αγάπης τής αρέσει να τριγυρνάει·

Έτσι είναι απ’ το Θεό φτιαγμένη –

Μια στον έναν πάει, μια στον άλλον –

Γλυκιά μου αγάπη, καληνύχτα.

 

Δε θέλω στον ύπνο σου να σ’ ενοχλήσω,

Θα ήταν κρίμα την ησυχία σου να ταράξω,

Δεν πρέπει ν’ ακούσεις τα βήματά μου –

Όσο πιο σιγά μπορώ την πόρτα κλείνω!

Φεύγοντας γράφω πάνω της λέξη καληνύχτα,

Μονάχα για να δεις πως σε σκεφτόμουν.

 

Παγωμένα δάκρυα

Παγωμένες σταγόνες πέφτουν

Από τα μάγουλά μου

Μα δεν κατάλαβα στιγμή

Πως μ’ είχανε πάρει τα κλάματα.

 

Ω, δάκρυα, δάκρυα δικά μου

Είστε τόσο αδύναμα,

Που κρουσταλλιέζετε στη στιγμή

Σαν αυγινές δροσοσταλίδες.

 

Αναβλύζετε καυτά

Από του στήθους την πηγή,

Λες και βαλθήκατε να λιώσετε

Όλους τους πάγους του χειμώνα.


Πάγωμα

Μάταια ψάχνω μες στο χιόνι

Τις πατημασιές της να ξαναβρώ

Εδώ που τόσο συχνά περιπλανιόμασταν

Οι δυο μας στα λιβάδια.

 

Το χώμα θέλω να φιλήσω,

Με τα καυτά δάκρυα

Χιόνια και πάγους να τρυπήσω

Μέχρι να δω τη γη.

 

Πού να βρω άραγε ένα λουλουδάκι;

Πού πράσινο χορτάρι;

Νεκρά είν’ όλα τ’ άνθη

Και το χόρτο ξεράθηκε κι αυτό.

 

Δίχως ούτ’ ένα ενθύμιο λοιπόν

Θα φύγω από δω;

Αν οι πόνοι μου λουφάξουν

Ποιος θα μιλά για κείνη;

 

Παγωμένη είν’ η καρδιά μου

Και μέσα της κρουσταλλιασμένη η μορφή της·

Αν κάποτε λιώσουνε οι πάγοι,

Θα λιώσει κι εκείνη, θα χαθεί.


                     Το Ταχυδρομείο

 

Από το δρόμο ακούγεται η σάλπιγγα του ταχυδρόμου.

Τι είν’ αυτό που σε κάνει να σκιρτάς έτσι,

         Καρδιά μου;

 

Ο ταχυδρόμος δεν έχει γράμματα για σένα:

Γιατί χτυπάς έτσι αλλόκοτα,

          Καρδιά μου;

 

Νάτος λοιπόν ο ταχυδρόμος που ‘ρχεται από την πόλη

Όπου κάποτε είχα μι’ αγάπη γλυκιά,

          Καρδιά μου!

 

Θα ‘θελες να πας να ρωτήσεις

Πώς παν’ τα πράγματα εκεί πέρα,

          Καρδιά μου;

 

 

Πλημμύρα

Κάποιο δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια μου

Κι έπεσε πάνω στο χιόνι·

Οι παγωμένες οι νιφάδες ρουφάνε διψασμένα

Τον καυτό του πόνο.

 

Όταν θ’ αρχίσει να μεγαλώνει το χορτάρι

Κι ο αέρας θα ‘ναι χλιαρός,

Τότε οι πάγοι θα γίνουνε κομμάτια

Και το μαλακό το χιόνι θα λιώσει κι αυτό.

 

Χιόνι, εσύ ξέρεις καθετί που νοσταλγώ:

Πες μου, λοιπόν, κατά πού πηγαίνεις;

Αν ακολουθήσεις τα δάκρυά μου,

Σύντομα θα σ’ αγκαλιάσει το ρυάκι.

 

Μαζί του την πολιτεία θα διασχίσεις,

Τους εύθυμους δρόμους της πέρα ως πέρα,

Κι όταν τα δάκρυά μου θ’ αρχίσουν να καίνε,

Εκεί θα ‘ναι το σπίτι της αγάπης μου.


Τελευταία ελπίδα

 

Στα δέντρα βλέπεις πού και πού

Κάποιο χρωματιστό φυλλαράκι·

Στέκομ’ εγώ συχνά μπροστά του

Και το κοιτώ συλλογισμένος.

 

Κοιτάω επίμονα το φύλλο

Κρεμώντας πάνω του κάθε μου ελπίδα·

Μα όταν ο άνεμος παίζει μαζί του,

Ολόκληρος τρέμω απ’ το φόβο.

 

Αχ, όταν το φύλλο πέφτει καταγής,

Πέφτει μαζί του κι η ελπίδα,

Πέφτω κι εγώ πάνω στο χώμα,

Μουσκεύοντας με δάκρυα το μνήμα της. 

 

Ψευδαίσθηση

 

Κάποιο φιλικό φως χορεύει εμπρός μου,

Κι εγώ ακολουθώ την τεθλασμένη του τροχιά·

Μ’ αρέσει να πηγαίνω όπου πάει,

Αν και μαντεύω πως είν’ εκεί

Για να μπερδεύει τον οδοιπόρο.

Αχ, όποιος είναι σαν εμένα δυστυχής

Έχει συχνά την εντύπωση

Πως μέσα στη νύχτα, στην παγωνιά, στο φόβο

Βλέπει μπροστά του φωτεινό ένα ζεστό σπιτάκι

Που κρύβει μέσα του κάποια γλυκιά ψυχή.

Μονάχα οι ψευδαισθήσεις είναι το κέρδος το δικό μου!


Ο Οδοδείκτης

 

Γιατί άραγε αποφεύγω τους δρόμους

Που διαλέγουνε οι άλλοι οδοιπόροι,

Ακολουθώντας μονοπάτια

Ανάμεσα σε χιονισμένες βουνοκορφές;

 

Δεν έκανα τίποτα κακό

Για να φοβάμαι τους ανθρώπους·

Ποια ανόητη επιθυμία

Με τραβάει στις ερημιές;

 

Οι οδοδείκτες που υπάρχουνε στους δρόμους

Δείχνουν προς τις πολιτείες,

Κι εγώ τριγυρίζω ατέλειωτα

Χωρίς γαλήνη, γυρεύοντας λίγη γαλήνη.

 

Έναν μόνο οδοδείκτη βλέπω

Αμετακίνητο εμπρός μου·

Κι αυτός δείχνει προς το δρόμο

Απ’ όπου δε γύρισε κανείς.


Μοναξιά

 

Όπως ένα σκοτεινό σύννεφο

Μέσα στους φωτεινούς αιθέρες ταξιδεύει,

Καθώς του έλατου την κορυφή

Έν’ απαλό αεράκι την κουνά,

 

Έτσι παίρνω κι εγώ τους δρόμους

Με βήμα κουρασμένο

Μέσα στη χαρωπή ζωή,

Μονάχος, δίχως να με χαιρετά κανείς.

 

Αχ, πόσο ήρεμος είναι ο αέρας!

Πόσο είν’ ο κόσμος φωτεινός!

Ούτε μες στις άγριες μπόρες

Ήμουν, όπως τώρα, δυστυχής.

 

Θάρρος

 

Καταπρόσωπο με χτυπάει το χιόνι

Μα εγώ το ρίχνω καταγής.

Όταν μιλάει η καρδιά μέσα στο στήθος μου,

Τραγουδάω εύθυμα και ζωηρά.

 

Δεν ακούω τι μου λέει,

Γίνομαι κουφός·

Στα παράπονά της αναίσθητος είμαι,

Μονάχα οι ανόητοι μεμψιμοιρούν.

 

Ας ξεχυθούμε χαρούμενοι στον κόσμο

Κόντρα στον άνεμο και στη βροχή!

Κι αν δεν υπάρχουνε θεοί στη γη,

Ας γίνουμε θεοί εμείς.



"Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι" συλλογή Lieder του Φράντς Σούμπερτ σε ποίηση Βίλχελμ Μίλερ 


Εδώ με την Κρίστα Λούτβιχ (15.10. 1985) 


..................................


κι εδώ με τον Ίαν Μπόστριτζ (Διεθνές Φεστιβάλ της Ουτρέχτης - 2016)







Franz Schubert: Winterreise, D 911 (1827)

- Gute Nacht - Die Wetterfahne - Gefror’ne Tränen - Erstarrung - Der Lindenbaum - Wasserflut - Auf dem Flusse - Ruckblick - Irrlicht - Rast - Frühlingstraum - Einsamkeit - Die Post - Der greise Kopf - Die Krähe - Letzte Hoffnung - Im Dorfe - Der stürmische Morgen Täuschung - Der Wegweiser - Das Wirtshaus - Mut - Die Nebensonnen - Der Leiermann

Δεν υπάρχουν σχόλια: