Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871-1920) «Ο Πύργος του Ακροποτάμου» (εκδ. ΒΙΠΕΡ της «ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ» Ε.Π.Ε)

 ...............................................................




                Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868 - 1920)


·       Από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871-1920) «Ο Πύργος του Ακροποτάμου» (εκδ. ΒΙΠΕΡ της «ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ» Ε.Π.Ε)

 

«…Ο Θώμος Κρανιάς είχε ξεχωριστή αγάπη στη μεγάλη κόρη του από τον καιρό που ήτανε μικρή κι όταν έμαθε το πάθημά της η ψυχή του πόνεσε βαθιά. Κι η ντροπή, που του έγινε στο σπίτι, δεν του πλήγωσε λιγότερο και τη φιλοτιμία.

   Το πρώτο που σκέφτηκε ήτανε να τρέξη να βιάση τον ατιμαστή να διορθώση το κακό. Μα η πράξη δεν είν’ εύκολη σαν τον στοχασμό. Ο Θώμος Κρανιάς το γνώριζε, κι αυτού ξεχώριζε από τη γυναικαδέρφη του. Οι φούριες δεν του αρέσανε κι ήξερε πως στην περίσταση αυτή η βία και οι φοβέρες δεν πιάνουν τόπο. Πρώτα έλειπε ο άνθρωπος που θα τις έκανε. Νταλματζήδες και τσολιάδες είχανε τα βουνά του τόπου του, άλλο καλό· μα ποιος θα πήγαινε να τους έβρισκε; Ή λες θα τους έστελνε ο ξάδερφός του; Εκείνος, από τον καιρό που καταργηθήκανε τα επαρχεία και δεν μπορούσε να τον έχη πια στην πόλη κοντά στον ποταμό, ούτε τόνε νοιάζεται άλλο· τον άφησε γραμματικό εκεί στον λασπότοπο της Θεσσαλίας.

   Το μέτρησε λοιπόν το πράγμα έτσι κι αλλιώς κι είδε πως δεν του μένει άλλο από τον καλό τον τρόπο. Ο πρώτος στοχασμός του ήτανε πάλι να ‘ρθη στον πύργο μόνος του και, με όλη τη ντροπή που του ερχόταν από τον κόσμο κι από τους φίλους του στην πόλη, θα το αποφάσιζε, αν η γυναικαδέρφη του δεν έβγαινε στο μεταξύ με την απαίτηση να ‘ρθη να πάρη τα παιδιά ή τουλάχιστο μόνο τη ντροπιασμένη.

   Αυτού τα έμπλεξε ο Θώμος Κρανιάς. Αυτό δεν ήτανε δυνατό να γίνη· με κανέναν τρόπο. Γιατί; Ίσια ίσια αυτό το γιατί ήθελε να ξεφύγη. Ανάθεμα μόνο την ώρα, που αποφάσισε να χωριστή από τη μακαρίτισσα, έλεγε με πόνο μέσα του, και, για να μην πονοκεφαλά, να βρίσκη αφορμές, έγραψε πως θα ‘ρθη αμέσως όταν του δώση άδεια η υπηρεσία. Για ν’ αναπάψη  όμως και τη συνείδησή του, έπιασε κι έγραψε και του πατέρα του νέου, που απάτησε την κόρη του, ένα γράμμα γεμάτο αρχοντική αξιοπρέπεια και πατρικό θυμό. Δεν του άφηνε δισταγμό πως απομέρος του θαρρούσε το συνοικέσιο σαν τελειωμένο. Ο παραλής μπακάλης  πάλι, αξιόπρεπος το ίδιο, δεν άργησε να τόνε βεβαιώση με μια σύντομη απόκριση πως είναι κι εκείνος αγαναχτισμένος με την πράξη του γιου του και πως του μήνυσε να τρέξη να τη διορθώση. Έτσι αλλαχτήκανε δυο τρία γράμματα ευγενικά και φιλικά και το πράμα έμεινε να μιληθή προφορικά, όταν ανταμώσουνε με το καλό. Μα, μια από τον φόβο μην η γυναικαδέρφη του ξαναβγή με την απαίτηση να πάρη τα ορφανά μαζί του, μια γιατί δεν είχε στο χέρι πάντα έξοδα, το ταξίδι έμενε όλο και για παραπέρα. Κι αποφασίστηκε να γίνη τη Λαμπρή αυτή, όταν περισσέψανε κάτι ψιλά από μια περιοδεία κι όταν πια νόμιζε πως στον πύργο κρύωσε το πράμα και πως η χωριάτισσα συνήθισε με την καινούρια κατάσταση.

   Κι έτσι κι έγινε κιόλας· η χωριάτισσα δεν τονέ στενοχώρησε, όσο κι αν τρωγότανε και θύμωνε μαζί του μέσα της. Ο παραλής μπακάλης πάλι, όταν τον είδε που ήρθε, θυμήθηκε λαμπριάτικα κάποιους παλιούς χρεοφειλέτες του ένα γύρο στα χωριά και χάθηκε από την πόλη. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς πίστεψε πως θα φάη μ’ ησυχία το αρνί στην κούλια του, θα θυμηθή με συντριμμένη καρδιά τη μακαρίτισσα και, με αναπαμένη τη συνείδηση πως ξεπλήρωσε το πατρικό χρέος του στα ορφανά, θα ξαναγυρίση στ’ άλλα καθήκοντα στον λασπότοπο, όπου τον άφησε ο ξάδερφός του να κολλήση.

 

   Και τώρα βρήκε ξαφνικά τον κόμπο εκεί που δεν τον πρόσμενε κι εκεί που του πονούσε αληθινά. Η μαραμένη όψη της κόρης του, θαμμένη μες στη μαύρη φορεσιά, του τρύπησε την καρδιά μόλις την είδε που τον προσδέχτηκε δειλά, ταπεινωμένα στην αυλόπορτα του πύργου· η τραχιά ζωή της έπειτα εκεί μέσα, που του έπεφτε στα μάτια όσο κι αν το απόφευγε, του ξυπνήσανε στην ψυχή μαζί με τη συμπόνεση και κάποιο βάρος.

   Αυτό μαζευότανε στο σύννεφο, που η Φρόσω έβλεπε στο μέτωπό του κι έρριχνε την αφορμή όλη στον εαυτό της. Ο Θώμος Κρανιάς, την ώρα που η κόρη του γονατιστή μπροστά του γύρευε με δάκρυα να τη συμπαθήση, δεν ένιωθε μόνο τον πόνο του πατέρα για ένα δυστυχισμένο τέκνο, μα κάτι πιο πολύ, κάτι που η κόρη του δεν το φανταζότανε. Αιστανότανε βαθιά πως κι αυτός ο ίδιος έπρεπε να γονατίση μπροστά σε κάποιον ίσκιο και να του γυρέψη συχώρεση. Καθώς θολό ήταν αυτό το αίστημα, αξεδιάλυτο κι ομιχλιασμένο· του Θώμου Κρανιά δεν του πολυάρεσε ν’ αντικρίζεται κατάματα και με τους άλλους και με τον εαυτό του. Ήτανε το φυσικό του τέτοιο. Μόνο η συχωρεμένη που το γνώριζε καλά, μόνο η κυρά Θώμαινα, ανίσως ζούσε τώρα, θα μυριζόταν, από την πρώτη στιγμή που πάτησε στο σπίτι ο άντρας της, τι πολεμά να σωπάση μέσα του κι αυτός και  ποιες αδυναμίες της γενιάς του ξυπνήσανε μακριά της. Όσο κι αν τις θαρρούσε φυσικές αυτές κι ο ίδιος, όσο κι αν δεν έκανε ποτέ του δοκιμή να τις νικήση, πάντα η ψυχή του σήκωνε μιαν αδύνατη ανταρσία. Μα η ίδια πάλι ξανάβρισκε μέσα της τη δύναμη και την έπνιγε. Γι’ αυτό δεν αγαπούσε ο Θώμος Κρανιάς ν’ αντικρύζεται κατάματα με την ψυχή του· το αντίκρυσμα θρέφει τον πόλεμο· η λησμονιά μόνο τον πνίγει. Και τη στιγμή που γύρευε να την απλώση στη θύμηση της κόρης του, σαν να ήθελε να ρίξη λίγες δίπλες και στη δική του θύμηση. Πολλά είχε κι ήθελε να ξεχάση κι αυτός και πρώτα πρώτα τη δυστυχίαν της κόρης του. Πριν του το ξεστομίση εκείνη, το αιστάνθηκε μονάχος του πως είχε χρέος να τη λύτρωνε τουλάχιστο από τη σκληρή ζωή που έκανε στην κούλια. Πάντα, όταν έπεφτε το μάτι του απάνω της, η έννοια αυτή του πρόβαλλες στον  νου. Και η καρδιά του μέσα έκλαιγε. Μα – «ανάθεμα την ώρα που αποφάσισε να χωριστή από τη συχωρεμένη» - αναστέναζε πάλι από βαθιά και ξεθύμαινε. Ό,τι αιστανότανε ο Θώμος Κρανιάς για μια στιγμή, το αιστανότανε με τα σωστά, για να το λησμονήση με την ίδια ειλικρίνεια έπειτ’ από λίγο.

   Έτσι και τώρα, ύστερ’ από τη συγκίνηση που του δώσανε τα κλάματα της κόρης του, τον είδε κείνη να γυρίση το μεσημέρι γελαστός. Όμοια, ανάμεσα έννοιας και χαράς, περάσανε κι οι άλλες μέρες που έμεινε κοντά στη φαμελιά του. Ας έχη δόξα ο Θεός, οι φίλοι του στην πόλη περισσεύανε κι έτσι μπορούσε να περνά τις περσότερες ώρες όξω  από την κούλια. Εκείνον που ζητούσε να ξεφύγει πρώτα και κύρια ήτανε το να μείνη πάλι μόνος με την κόρη του. Μέσα η ψυχή του λαχταρούσε να τη σφίξη άλλη μια φορά στα στήθη του, να της φιλήση τα μαραγγιασμένα μάγουλα, να την παρηγορήση· μα η φωνή της «πατέρα, πάρε με μαζί σου» τον τρόμαζε κι έφευγε όσο μπορούσε πιο πρωί από το σπίτι για τον καφενέ, όσο που έφυγε μιαν αυγή για τη λασπόπολη της Θεσσαλίας.

 

   «Σαν ξένος ήρθε και σαν ξένος έφυγε» μουρμούρισε η χωριάτισσα και σταυροκοπήθηκε από πίσω του.

   Κρύα και θλιβερή τού έσφιξε και του φίλησε το χέρι κάτω στην αυλόπορτα που τον προβόδησε. Και ρωτούσε μέσα της: «Τι έπαθε; Πώς άλλαξε μονομιάς;»…»


Δεν υπάρχουν σχόλια: