..............................................................
Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024
"Η άλλη Αριστερά" έγραψε ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16.07.24)
Τρίτη 23 Ιουλίου 2024
Mozart: piano sonata n.12 in f major k.332 / Maria João Pires (youtube, 18.12.2018)
...............................................................
2. Adagio
3. Allegro assai
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024
Mozart Piano Sonata No 11 A major K 331, Daniel Barenboim (youtube, 26.8.2016)
Κυριακή 21 Ιουλίου 2024
"ΒΟΤΣΑΛΑ" - ποίημα από την ποιήτρια και φίλη στο fb Μαργαρίτα Παπαμίχου (facewbook, 21.7.2024)
..............................................................
Αν έχει μνήμη η θάλασσα
εδώ είναι τα κιτάπια της
άγγιξε το βράχο να δεις
γέλια εκεί
πιο πέρα το δάκρυ
ένα γοργόνι φυλάει τις γραφές
μην τα δει η ανεμελιά του καλοκαιριού
κι αλλαξοπιστήσει
πυρπολημένη γραμματοσειρά
της πέτρας το σώμα
ένα κορίτσι το πρωί με τον ήλιο αγκαλιά
μαζεύει τα κομμάτια του βράχου
όλα τα βότσαλα θα πουν την ιστορία του
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024
«Ο Γιάννης» διήγημα του Γιάννη Παλαβού (γ. 1980, Βελβεντό Κοζάνης) από τη συλλογή διηγημάτων του «Το Παιδί» (εκδ. «Νεφέλη», 2019)
...............................................................
· «Ο Γιάννης» διήγημα του Γιάννη Παλαβού (γ. 1980, Βελβεντό Κοζάνης) από τη συλλογή διηγημάτων του «Το Παιδί» (εκδ. «Νεφέλη», 2019)
ΟΤΑΝ ΜΑΘΑΜΕ πριν από δυο μέρες ότι ο Γιάννης είι στο
νοσοκομείο – δηλητηρίαση, λιστέρια στα μαρούλια, τον βρήκε διπλωμένο ο
ταχυδρόμος –, όταν μας τηλεφώνησαν ότι είναι στην εντατική, ο νους μου, κι ο
δικός μου κι όλων στο χωριό, πήγε στα ψέματά του. Και λέω όλων, γιατί κανένας –
ακόμα κι οι λίγοι που τον έπαιρναν στο ψιλό, που τον έλεγαν σαλεμένο –, κανένας
δεν τον αποστρεφόταν. Απεναντίας: τον καλούσαν σε τσιμπούσια και συλλείτουργα,
τον πότιζαν ρακί κι άρχιζε τις ιστορίες. Ήταν λατέρνα ζωντανή, αλλά δεν ήταν
ξένο σώμα. Δεν ήταν περίγελος. Ο Γιάννης ήταν ο αφηγητής, εστία με φωτιά, ο
κόσμος ζέσταινε τα χέρια του. Έτσι και κάποιος τον κορόιδευε, οι υπόλοιποι
έμπαιναν στη μέση. Ήταν σαν πείραγμα απαραίτητος κι αν έλειπε άλλοι έπιαναν
τους άθλους του, μιμούνταν τη φωνή του. Κι εγώ που τώρα κρατώ το τιμόνι, που
μόλις πέρασα τη λίμνη ανεβαίνοντας στην Κοζάνη για το Μαμάτσειο, κι η Άννα η
γυναίκα μου, που δίπλα μου κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα σταροχώραφα, σκαλίζουμε
σιωπηλά τις ιστορίες του. Και θυμάμαι:
πώς κάποτε στα Λιβάδια προς το Καταφύγι, είδε νύχτα, τις Πιερίδες Μούσες
και χόρεψε μαζί τους συγκαθιστό. Πώς, για να σπρώξει το αλέτρι του που ‘χε
κολλήσει στις λάσπες, έτρεξε στην κορυφή του βουνού να πάρει φόρα και το αλέτρι
βρέθηκε στα Ίμερα. Πώς πάλεψε σ’ ένα γκιλτζίκι, μ’ έναν βάτραχο μισό μέτρο, τον νίκησε κι ύστερα τον
έστειλε στα Γιάννενα, στην ταβέρνα ενός γνωστού του. Αλλά απ’ όλες τις
ιστορίες, απ’ όλες τις φαντασίες του, ξαναπιάνω αυτή που προχθές, από το
τηλεφώνημα, συνέχεια κλωθογυρίζω στο μυαλό μου. Αυτή που ‘χα ακούσει παιδί κι
άκουσα έκτοτε να τη λέει και σ’ άλλα παιδιά, και στα παιδιά τα δικά μου, στην
πλατεία και στην καφετέρια και στην ψησταριά. Ήμουν οχτώ χρονών και του πήγα με
το κανάτι γάλα απ’ την αγελάδα μας. Καθόταν στη σάλα με το φανελάκι, μ’ έναν
ξεθυμασμένο ανεμιστήρα στο πρόσωπο. Έτρωγε κεράσια από μια γαβάθα. Ήταν τότε
πενηντάρης. Δε δούλευε πια, η λίμνη του ‘χε πάρει τα κτήματα. Είχε χτιστεί το
φράγμα, ο Αλιάκμονας πλημμύρισε τον κάμπο. Απ’ τα εξήντα στρέμματα του είχαν
μείνει δύο, στην όχθη της λίμνης. Κάτω
απ’ το νερό είχαν θαφτεί οι αγροί με το κριθάρι, ένα μικρό μαντρί και το σπίτι
όπου ξεκουράζονταν οικογενειακώς όταν βράδιαζε και δεν πρόφταιναν να
ανηφορίσουν στο χωριό. Όλ’ αυτά τα απαλλοτρίωσε η ΔΕΗ για το έργο. Ο Γιάννης
ζούσε με τα λεφτά της αποζημίωσης. Η γυναίκα του είχε πεθάνει, ο γιος του
σπούδαζε στην Αθήνα. Είχε στήσει πίσω από το πατρικό του ένα μποστάνι, τρεφόταν
κυρίως με τα λαχανικά του – αυτά που τώρα, σ’ αυτή την ηλικία, δεν εννοεί να
παρατήσει και τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Έβγαζε ψιλά πουλώντας στο παζάρι
κάθε Σάββατο μυρωδικά απ’ το φαράγγι – δυόσμο και μέντα, ανέβαινε και τα ‘δενε
σε δροσερά ματσάκια. Για να περνάει την ώρα, πήρε ένα καλάμι και ψάρευε στην
άκρη της λίμνης, στην αλάνα που ‘χε απομείνει απ’ την περιουσία του. Όπως μπήκα
ν’ αφήσω το γάλα, μου δείχνει τα κεράσια και λέει: «Ξέρεις, Θανάση, πού τα
βρήκα αυτά;». «Όχι», λέω και μου κάνει «Άκου να σου πω». Κι αρχίζει να
διηγείται, κι όσο μιλούσε σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ τους κροτάφους. Ψάρευε, λέει,
το απόγευμα στη λίμνη, κι επειδή ο ήλιος ζάλιζε – ήταν Ιούνιος, – έπεσε να
χουζουρέψει, κι έδεσε με σπάγγο το
καλάμι στον καρπό του, αν τσιμπήσει ψάρι, να τραβήξει και να τον ξυπνήσει.
Κατέβασε έπειτα το καπέλο κι έγειρε στο καρεκλάκι του. Κι ούτε ξέρει πόση ώρα
κοιμόταν, ο ήλιος τον είχε κάψει όταν ο σπάγγος τον έσεισε, και τραβούσε, τραβούσε
δυνατά. Σηκώθηκε να τυλίξει την πετονιά, αλλά αυτή τέντωνε προς τα μέσα –
πέστροφα πετσωμένη, σκέφτηκε –, τον έσερνε προς το νερό, κι ήταν η δύναμη
μεγάλη. Έκανε να κόψει τον σπάγγο μα δεν πρόλαβε, το ψάρι τον τίναξε και τον
πήρε μαζί του, κι αυτόν και το καλάμι, όλο και βαθύτερα. Ο Γιάννης πάσχιζε να
λυθεί, πάλευε, ώσπου, όταν ξεθόλωσαν τα μάτια, κι όταν κατάφερε τον κόμπο,
κατάλαβε ότι βρισκόταν μέσα στα παλιά του κτήματα, βαθιά κάτω απ’ το νερό. Και
γύρω του όλα απλώνονταν όπως τα άφησε πριν από μια δεκαετία, όταν τον ανάγκασαν
οι μηχανικοί να φύγει. Όλα λούζονταν στο
φως που έμπαινε από την επιφάνεια
διαθλασμένο, πλάγιο. Ελευθερώθηκε ο Γιάννης απ’ το καλάμι που ‘χε στην πετονιά
του ένα ασημί γριβάδι, κι άρχισε να αιωρείται σαν αστροναύτης πάνω απ’ τα παλιά
του μέρη. Κατέβηκε στο βυθό κι είδε τα αρνιά του να βόσκουν στο τριφύλλι, είδε
το παράσπιτο με τα κουρτινάκια της μάνας του και τα σπαρτά να γέρνουν
κατάφορτα. Πήγε κι αγκάλιασε το μουλάρι κι ύστερα γύρισε στην κερασιά του, την
κερασιά που φύτεψε ο αδερφός του πατέρα του, ο αγαπημένος του θείος. Το δέντρο
αυτό ο Γιάννης το φρόντιζε σαν άνθρωπο, το ξεχορτάριαζε από γύρω, του ‘φερνε
λίπασμα ειδικό απ’ τη Θεσσαλονίκη, στη ρίζα του καθόταν και μάθαινε λαούτο. Και
σηκώνει το βλέμμα και βλέπει κεράσια, κεράσια κατακόκκινα και ζουμερά, γιατί
ήταν καλοκαίρι και ήταν στις μέρες του. Και πήδησε στον κορμό, σκαρφάλωσε στα
κλαδιά κι άρχισε να κόβει, να τρώει βουλιμικά το ένα μετά το άλλο, κόκκινα και
μαύρα, γεμάτα χυμούς. Κι από κοντά το γριβάδι που τον έφερε ως εδώ, αμέριμνο
και παχουλό σαν σκύλος, τον κοιτούσε και τον τριγύριζε, κι ήρθε τελικά και
στάθηκε δίπλα του. Με το ένα χέρι ο Γιάννης έτρωγε και με το άλλο χάιδευε το
ψάρι στη ράχη που λαμπύριζε. Κι έφαγε μέχρι να φουσκώσει κι ύστερα έβαλε στην
τσέπη του κεράσια, γέμισε το παντελόνι, και τα νερόφιδα που ελίσσονταν
σπειροειδώς επάνω του τον χάζευαν. Κι όταν πια χόρτασε, όταν πια ξεχείλισαν οι
τσέπες, έριξε μια ματιά στα κτήματα κι είπε καιρός ν’ ανέβω, πασπάτεψε το
γριβάδι που κούνησε την ουρά του, μάζεψε το καλάμι που ‘χε καρφωθεί στο πηγάδι
κι αναδύθηκε στην επιφάνεια. «Και τα κεράσια που βλέπεις», είπε κι έδειξε τη
γαβάθα, «είναι απ’ την κερασιά κάτω απ’ τη λίμνη». Και είπε: «Άνοιξε τα χέρια
σου», κι εγώ τα άνοιξα και μου γέμισε τις χούφτες κεράσια, υγρά και πορφυρά σαν
νοτισμένο βελούδο. Και δεν είπα τίποτα, δεν είπα ότι τον είχα δει το πρωί στο
παζάρι, εκεί που πουλούσε μυρωδικά, να τ’ αγοράζει απ’ τον πάγκο του πλανόδιου
μανάβη. Και τώρα, καθώς παρκάρουμε έξω απ’ το Μαμάτσειο με τους φθαρμένους
τοίχους και τους κατηφείς γιατρούς, καθώς μπαίνουμε, η Άννα κι εγώ, στο δωμάτιο
όπου ξαπλώνει ο Γιάννης, τον βλέπω και δεν ξέρω τι να πω. Στην πόρτα
καλησπερίζω τρεις συγχωριανούς, μια παρέα, ήρθαν κι αυτοί να τον δουν. Έπειτα
χαιρετώ τον γιο του που αγρυπνά δυο εικοσιτετράωρα πλάι του, τον ρωτώ μ’ ένα
νεύμα πώς είναι κι αυτός σηκώνει τους ώμους. Ο Γιάννης αναπνέει διασωληνωμένος,
ορός, οξυγόνο στη μύτη, το χέρι του εξέχει απ’ το κρεβάτι λες και ξύνει το
μωσαϊκό, το σώμα του σχεδόν δεν έχει όγκο κάτω απ’ το σεντόνι. Βλέπω τα μάτια
του, τα σφίγγει, ύστερα τ’ ανοίγει, μας κοιτάει, αμφιβάλλω αν μας αναγνωρίζει.
Το διπλανό κρεβάτι είναι άδειο, καθόμαστε και δεν μιλάμε. Τότε η Άννα σκύβει
στην τσάντα της και βγάζει ένα τάπερ. Είναι γεμάτο κεράσια, τα μαζέψαμε το
μεσημέρι. Πιάνω το χέρι του, ανοίγω τα δάχτυλά του και κλείνω στην παλάμη του
τέσσερα πέντε, τα πιο κόκκινα. Σαν κάτι να καταλαβαίνει, στρέφει ελαφρά το
κεφάλι, με κοιτάζει. Θέλω να του πω «Φυλαχτό», αλλά απλώς του χαμογελάω.
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024
"Τα τρία στοιχεία που απουσιάζουν στο ΠΑΣΟΚ" γράφει η Βασιλική Σιούτη (www.lifo.gr, 19.7.2024)
...............................................................
Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024
Krystian Zimerman plays Mozart Sonata No. 10 in C Major, K 330 (Complete) (youtube, 22.4.2013)
"Κεντρώα τεχνοκρατία ως «σοσιαλδημοκρατία»" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 18.7.2024)
...............................................................
Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024
"Ζουν ανάμεσά μας" έγραψε η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 17.07.24)
...............................................................
Ζουν ανάμεσά μας
Μικρό γενέθλιο αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο (17.7.1926-28.9.1990) - Από το βιβλίο της συντρόφου του ποιητή Εύας Μπέη "Με τον Νίκο Καρούζο-Ημερολόγιο" (εκδ. Loggia, Νοέμβριος 2021)
.............................................................
"...Νέοι άνθρωποι με πλησιάζουν πάλι και με ρωτούν για τον Νίκο Καρούζο. Αρκετοί πια αισθάνονται πως η ποίησή του άμεσα τους αφορά και καταφεύγουν σ' αυτήν. Τώρα τελευταία μια ομάδα εικοσιπεντάρηδων του Πολυτεχνείου, με πολλές ανησυχίες, ετοιμάζονται να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του και με πλησίασαν. Για κάποια χρόνια σαν να έπεφτε απάνω του μια σκιά. Η "υλοφροσύνη" των τελευταίων δεκαετιών, η απλοϊκή εμπιστοσύνη στην παντοδυναμία της επιστήμης, η αβάσιμη αισιοδοξία που μας χαρακτηρίζει σαν λαό, κι αυτή η αίσθηση του "βέλους της προόδου" που ενδιαφερόταν μόνο για στόχους, δεν εναρμονίζονταν με το "δυσοίωνο" της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του. Ο Νίκος Καρούζος έζησε κι έγραψε - εν μέρει εκ πεποιθήσεως, εν μέρει λόγω συνθηκών - σε πλήρη ακτημοσύνη, στην πιο ακραία οικονομική φρίκη, αποκτώντας μια αξιοθαύμαστη αυτάρκεια. Όχι αναίμακτα, βέβαια. Κι όταν γράφει : θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα,* σίγουρα δεν πρόκειται για ευφυολόγημα, αλλά για άγριο υπαρξιακό στρίμωγμα. Τον έθλιβε η αντιμετώπιση της τέχνης σαν ρηχή διασκέδαση ή σαν στείρα περιπλάνηση σε ιδιωτικά ναρκοπέδια' τον έθλιβε η απώλεια του συλλογικού βιώματος, η χαμένη ενότητα του ατόμου με τον κόσμο, με τον εαυτό του..."
*Σημ.: "Ora et labora", Νίκος Καρούζος, τομ. Β', σελ.26.
Από το βιβλίο της συντρόφου του ποιητή Εύας Μπέη "Με τον Νίκο Καρούζο-Ημερολόγιο" (εκδ. Loggia, Νοέμβριος 2021)
Νίκος Καρούζος (17.7.1926-28.9.1990)
Mozart : piano sonata no. 9 in A minor K.310. Anthony Newman - fortepiano (youtube, 12.7.2015)
...............................................................
Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024
"...Ευχαριστώ" μόνο... Να είσαι πάντα καλά κορίτσι, γυναίκα, μητέρα, γιαγιά !!!" Από τη φίλη στο fb Λίτσα Λεώνη (facebook, 15.7.2024)
..............................................................
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024
Mozart's Sonata No.8 in A minor. Performance by Murray Perahia (youtube, 31.3.2023)
Σάββατο 6 Ιουλίου 2024
Mozart : piano sonata n.7 in ck. 309 / Maria Joao Pires (Deutsche Grammophon, 01 Sep 2006, youtube, 8.12.2018)
...............................................................
Mozart : piano sonata n.7 in ck. 309 / Maria Joao Pires
1. Allegro con spirito
2. Andante, un poco adagio
3. Rondeau (Allegretto grazioso)
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024
W.A.Mozart Piano Sonata No.6 in D major, K.284 Piano, Minhae Lee (12.12.2016 - youtube: 12.1.2017)
...............................................................
W.A.Mozart Piano Sonata No.6 in D major, K.284 Piano, Minhae Lee
Rondeau en Polonaise: Andante
Tema con Variazioni
"Χωρίς εσένα στον ιδανικό απελπισμένο" μικρό γενέθλιο αφιέρωμα στον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη (5.7.1921 - 12.9.2019)
...............................................................
Νάνος Βαλαωρίτης (5.7.1921 - 12.9.2019)
Σακατεμένοι έρωτες το ηλιοβασίλεμα
ραγισμένες καρδιές χωρισμοί σπαρακτικοί
τραγικοί αποχαιρετισμοί, όνειρα τσακισμένα
απόπειρες αυτοκτονίας, οι ευτυχισμένες
στιγμές απομακρύνονται με πλοίο
ρίχνοντας γράμματα στη θάλασσα
τινάζοντας μαντίλια αποχαιρετιστήρια
συνοφρυωμένος ουρανός, αφόρητη μοναξιά
θα πεθάνουν χωρίς εσένα ένα πλήθος
άνθρωποι που ξυπνάνε για μιαν ακόμα
μελαγχολική αυγή χωρίς επαύριο
χαμένες ευκαιρίες πρόσωπα που σβήνουν
από την παγωμένη μνήμη σαν να μην
υπήρξαν ποτέ έξω απ’ το ψυγείο
αβάσταχτη πλήξη χωρίς εσένα
όταν άνοιξε η πόρτα του ταξί ήξερα
πως θα σε χάσω για πάντα
πήδηξες μέσα βιαστικά αθλητική
με βαλίτσα και αδιάβροχο
χωρίς κανένα χαμόγελο συμπόνιας
πόσες ακόμα βραδιές εβδομάδες μήνες
θα υπάρχω χωρίς εσένα
μ’ ένα μάτσο βιολέτες για παρηγοριά
ήσουν η προτελευταία ελπίδα μου
και τώρα την έχασα κι αυτή
είμαι μια μπάλα αδέσποτη που κυλάει
στο διαδίκτυο του μικρού συμφέροντος
σακατεμένοι ήρωες το ηλιοβασίλεμα
σκοτωμένος ουρανός μολυβένια θάλασσα
αμυδρές ανταύγειες προσώπων στα νερά
άγαλμα γυναικείο χωρίς
μνήμη με μάτια τυφλά
δεν κοιτάζει πουθενά
δεν βλέπει τίποτα
ένα δέντρο σαλεύει δεν ξέρει να μιλήσει
αμύθητα χαμένα πλούτη στην Ασία
γιατί να πεθάνει τόσο νέος
ο ωραίος ανήσυχος κατακτητής
μια μαύρη σελήνη μεσουρανεί
το τοπίο έχει αναληφθεί
μια τεράστια γομολάστιχα
έσβησε μες στην ομίχλη τα παιδιά
χωρίς εσένα τίποτα δεν υπάρχει
στον ανοίκειο κόσμο εδώ κάτω όλα είναι ξένα
χωρίς εσένα δεν θα μπορέσω να πεθάνω
ούτε να ξαναγράψω μια γραμμή
τι αγιάτρευτη θλίψη τι καημός
τι σπαραξικάρδια ατυχία
χωρίς εσένα χωρίς εμένα
χωρίς κανέναν
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024
Mozart - Piano Sonata No.5, K.283 [Ingrid Haebler] (youtube, 21.8.2020)
"Η μισή ζωή..., ο μισός δρόμος,,,, το άλλο σου μισό..." Από τον "Προφήτη" του Χαλίλ Γκιμπράν (6.1.1883 - 10.4. 1931) και τον συγγραφέα και φίλο στο fb Κώστα Αρκουδέα (facebook, 3.7.2024)
.............................................................
Χαλίλ Γκιμπράν (6.1.1883 - 10.4. 1931)
Μην πιστεύεις μισές αλήθειες
Μην ονειρεύεσαι μισά όνειρα
Μην φαντασιώνεσαι μισές ελπίδες
Μισό ποτό δεν θα σε ξεδιψάσει
Μισό γεύμα δεν θα χορτάσει την πείνα σου
Μισός δρόμος δεν θα σε βγάλει πουθενά
Μισή ιδέα δεν θα σου φέρει αποτέλεσμα
Το άλλο σου μισό δεν είναι αυτό που αγαπάς
Είσαι εσύ σε μια άλλη εποχή αλλά στον ίδιο χώρο
Είσαι εσύ όταν δεν είσαι εσύ
Μισή ζωή είναι μια ζωή που δεν έζησες
Μια λέξη που δεν έχεις πει
Ένα χαμόγελο που ανέβαλες
Μια αγάπη που δεν είχες
Μια φιλία που δεν ήξερες
Να φτάνεις και να μην φτάνεις
Δουλειά και όχι δουλειά
Να πηγαίνεις μόνο για να λείπεις
Τι σε κάνει ξένο σε αυτούς που είναι πιο κοντά σου
και είναι ξένοι για σένα
Το μισό είναι μια στιγμή ανικανότητας
Αλλά είσαι ικανός γιατί δεν είσαι μισή ύπαρξη
Είσαι κάποιος που υπάρχει για να ζεις μια ζωή που δεν είναι μισή.
Χαλίλ Γκιμπράν: Ο Προφήτης
ελεύθερη απόδοση από Philo Thoughts
πίνακας Anna Ancher
"ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ" Γενέθλιο αφιέρωμα από τη φίλη στο fb Gianna Vlachou (facebook, 3.7.2024)
...............................................................
(Franz Kafka, 3.7.1883 -3.6.1924)
Έρχεται πάλι καλοκαιριάτικα
αυτός ο Φρανς Κάφκα.
Κάθεται. Παίζουμε σκάκι.
Πίνουμε γάλα
–που πολύ ταιριάζει
με τα μαύρα ρούχα–
Λέμε αστεία και γελάμε.
Έχει ένα σιδερένιο βήχα
που με αναστατώνει.
Βγάζει το παλτό
και με ρωτάει για σένα.
Του εξηγώ
ότι κοιμάσαι δίπλα.
Συνεχίζουμε.
Τα ξημερώματα φεύγει,
παίρνοντας μαζί του
το μισό δωμάτιο
–όπως πάντα με κερδίζει.
Γιάννης Κοντός ("Τα οστά",1982)
.................
Η γκρίζα μπλούζα που μου χάρισαν
που μου την έφεραν από την Πράγα
έχει μια στάμπα στο στήθος
γράφει τ’όνομα σου, Φράντς Κάφκα.
Μια μπλούζα της αράδας
για κουλτουριάρηδες τουρίστες.
Όμως μ’αρέσει κάποτε
να τη φορώ κατάσαρκα
σαν είμαι μόνος.
Είναι το γκρίζο που μου πάει.
Γκρίζο της θλίψης και της ερημιάς
Που τόσο ένιωθες Εσύ.
Γιώργης Παυλόπουλος («Η γκρίζα μπλούζα» Πού είναι τα πουλιά; 2004)
....................
Ο Φραντς Κάφκα ζούσε
σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ‘ ένα βρόμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διέτρεχε το χαλί
ένας μεγάλος γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός,
έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός,
είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.
Μίλτος Σαχτούρης ("Εκτοπλάσματα" Στιγμή 1986)
Τρίτη 2 Ιουλίου 2024
Mozart : Piano Sonata No.4 in Eb major, K.282 [Mitsuko Uchida] (youtube, 12.5.2021]
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024
"Τι να μου κάνει η σταλαγματιά" Ποίηση: Νίκος Γκάτσος ("Αμοργός") / Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις / Τραγούδι : Μαρία Φαραντούρη
..............................................................
Τι να μου κάνει η σταλαγματιά
Ποίηση: Νίκος Γκάτσος ("Αμοργός")
Τραγούδι : Μαρία Φαραντούρη
Τι να μου κάνει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπο σου;
Τι να μου κάνει η σταλαγματιά .............. ....................
Άνθη
Πουλιά
Ελάφια
Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα
Μιαν άλλη απαλοσύνη.