Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Απόσπασμα από τον "Αγαμέμνονα" του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) (Από τη συλλογή "Τέταρτη Διάσταση", 1956 - 1972, εκδ. "Κέδρος" 1996)

 ...............................................................







           Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)


Απόσπασμα από τον "Αγαμέμνονα" (Από τη συλλογή "Τέταρτη Διάσταση", 1956 - 1972, εκδ. "Κέδρος" 1996)



"...Περνάν τα χρόνια. Φεύγουμε. Γερνάμε· — όχι εσύ. Ξέρεις, η Ελένη,
σαν έπεσε η πόλη, ώρες ολόκληρες, καθόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη
που έβαλε και της κουβαλήσαν μες στο πλοίο· — παράξενος καθρέφτης:
δυο χρυσοί, παμπόνηροι έρωτες, λαξευμένοι στα πλάγια του κάδρου,
γυμνοί, χωρίς φαρέτρα, χωρίς τόξο, κοιτούν με δυσπιστία
αυτόν που κοιτάζεται στο κρύσταλλο. Λοιπόν, η Ελένη

φτιάχνει το πρόσωπό της τώρα στο πρότυπο της μνήμης της — κι ίσως πιο ωραίο
με την ανάμνηση, τη γνώση και τη θέληση (και με το πείσμα ακόμη)
με μυστικές βαφές —ολόκληρη αλχημεία— με ώχρα, ρόδινο, μαβί, ασημένιο,
με ισχυρό μαύρο τριγύρω στο γλαυκό των ματιών της,
με βαθύ βυσσινί στα μαλακά, σαρκώδη χείλη.

Βάφει τώρα το στόμα της μεγάλο, σα να ’ναι να εκφωνήσει απ’ τον εξώστη
ένα ανεξήγητο «όχι», ή να φιλήσει ένα Θεό. Μα, τί τα θες, το πρόσωπό της
δεν είναι κείνο πια που γι’ αυτό ξεκινήσαμε, γι’ αυτό πολεμήσαμε
σπέρνοντας με σπασμένα κουπιά, με τροχούς και κρανία πελάγη και κάμπους.
Ένα άλλο πρόσωπο πια —μπορεί το πιο δικό της— άλλο ωστόσο.
Κάτω απ’ τα εξαίσια χρώματα της θηλυκής της τέχνης
είναι σα να καλύπτει ή να κοιμίζει πικρά το θάνατό της. Και το ξέρει.

Μια μέρα, στο τραπέζι, κάτω στην ακρογιαλιά, για τα επινίκια,
αφού είχαμε θάψει τους νεκρούς, κι η πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη
κάπνιζε ακόμα στο ήσυχο φθινοπωριάτικο λυκόφως, η Ελένη
κρατώντας το ποτήρι μπρος στα χείλη της, φώναξε:
«ακούστε πώς ηχούν τα βραχιόλια μου· εγώ είμαι πεθαμένη» —
κι απ’ τα δόντια της χύθηκε ένα κάτασπρο φέγγος, που αιφνίδια
όλα έγιναν μάρμαρο και κόκαλο. Τα χέρια κι οι φωνές καρφώθηκαν στον αέρα.

Όλα άσπρα, κάτασπρα — και τα κατάρτια κι η θάλασσα· ένας γλάρος,
σαν χτυπημένος από αόρατο βέλος, έπεσε άηχα
καταμεσής στο τραπέζι, πλάι στους αμφορείς. Η Ελένη
τον πήρε στα χέρια της, τον κοίταζε αμίλητη,
έβρεξε το μικρό της δάχτυλο στο αίμα του κι έγραψε στο τραπεζομάντιλο
έναν άψογο κύκλο — ίσως μηδέν, ίσως ολόκληρο. Ύστερα,
μαδώντας, με μια κίνηση απίστευτης χάρης, μια τούφα πούπουλα
απ’ την κοιλιά του πουλιού, τα σκόρπισε γελώντας στα μαλλιά μας. Ξεχάσαμε.
Έμεινε μόνο μια γεύση λευκότητας κι εκείνος ο ανεξήγητος κύκλος.

Στο γυρισμό, στο Αιγαίο πέλαγος, μια νύχτα με μεγάλη φουρτούνα,
έσπασε το τιμόνι. Τότε αισθάνθηκα μια τρομαγμένη ελευθερία
μέσα σ’ αυτό το ακυβέρνητο ακριβώς. Παρατηρούσα
με μιαν απίστευτη όραση μες στο σκοτάδι. Ξεχώρισα
μια ναυτική κουλούρα να τινάζεται στα κύματα. Κατόρθωσα, μάλιστα,
στο λίγο φέγγος των πυρσών, να διακρίνω πάνω της τη λέξη «Λάχεσις».

Κι αυτή η κουλούρα, εκείνο το όνομα, και το ότι τα είδα,
μου ’δωσαν μια περίεργη ισχύ και γαλήνη· κι είπα μέσα μου:
«και μόνο αυτή η κουλούρα να σωθεί, δε χάθηκε τίποτα».

Την άλλη μέρα, γαλήνεψε το Αιγαίο· την είδα να επιπλέει
ανάμεσα στους ναυαγούς και στα σπασμένα ξύλα. Τη μάζεψα.
Την έχω ακόμη μες στον μπόγο μου σα μυστικό σωσίβιο. Αν θέλεις
μπορείς να την κρεμάσεις σα θυμητικό σ’ όποια κάμαρα
ή και να την πετάξεις —δε μου χρειάζεται πια— «Λάχεσις» λέει.

Ακατανόητα όλα, απατηλά· — κείνος ο Δούρειος Ίππος μπρος στα τείχη,
αμείλικτος· με τα τεράστια γυάλινα μάτια του αντανακλώντας τη θάλασσα —
ένα άλογο ξύλινο, με μάτια γαλάζια, ολοζώντανα. Θα νόμιζες
πως η ίδια η θάλασσα κοιτούσε τον εαυτό της με τα μάτια του αλόγου,
κοιτούσε ταυτόχρονα και τα σπλάχνα του αλόγου, θεοσκότεινα, κούφια,
με τους κλεισμένους, πάνοπλους πολεμιστές. Ωστόσο διατήρησα
εκείνη την γαλάζιαν όραση της θάλασσας, απέραντη,
ευσπλαχνική, κατάκοπη. Καμιά μνησικακία για τη μοίρα·
μονάχα η αίσθηση ενός ξένου αναπότρεπτου νόμου που έχει καταργήσει
τα λάθη και τις αμαρτίες καθενός χωριστά και την ευθύνη ολωνών μας.
Καμιά φορά κι η κούραση σού αφήνει ένα προαίσθημα αφθαρσίας, — έτσι δεν είναι;

Σ’ ένα συμπόσιο, εκεί κάτω, σε μια τρίμερη ανάπαυλα της μάχης,
όταν οι πάντες μεθυσμένοι (όχι τόσο από κρασί, όσο από θάνατο),
έσπαζαν τα ποτήρια τους στα βράχια, μου φάνηκε σα να ’δα τα σπασμένα ποτήρια
ακέρια πάλι κι αράγιστα να λάμπουν σε μιαν έξοχη σειρά ώς την άκρη του ορίζοντα,
σπιθίζοντας στις φλόγες των πυρσών· τελευταίο τελευταίο
έλαμπε το μισό φεγγάρι — μια ασημένια κούπα, αχνίζοντας γαλήνια
γεμάτη γάλα χλιαρό.
Και τότε ο Ίων, ο εικοσάχρονος,
πέταξε το χιτώνα του, κι ολόγυμνος σα θεός, πήδησε πάνω στο τραπέζι,
κλώτσησε πιάτα κι αμφορείς, έχυσε μιαν υδρία κρασί στη σγουρή κόμη του,
μούσκεψε ακέριος, έσταζε, έλαμπε. «Υπάρχει το ασύντριφτο»,
«υπάρχει το ασύντριφτο», φώναζε. Πέταξε το ποτήρι του — δεν έσπασε·
του το ’δωσαν ξανά· σημάδεψε μιαν άγκυρα· το ξαναπέταξε·
τέταρτη, πέμπτη, δέκατη φορά, — δεν έσπασε· (ίσως να ’ταν φτιαγμένο
από άλλη ουσία — ψεύτικο, — ποιός ξέρει; — ίσως πάλι
η ίδια η μέθη μας να μας επέβαλε την πειθώ του ακατόρθωτου).
Την άλλη μέρα
ο Ίων σκοτώθηκε στη μάχη. Ζήτησα το ποτήρι του μες στη σκηνή του, στο γυλιό του·
ερεύνησα παντού. Δεν το βρήκα. Όμως τα λόγια του εκείνα τα θυμάμαι.

Θαρρώ πως δε μ’ ακούς· — σα να βιάζεσαι. Μα, ναι, όλοι βιαζόμαστε
να σταματήσει ο άλλος, να μιλήσουμε εμείς. Και καθένας μας
μονάχα τα δικά του λόγια ακούει. Τί σημασία έχουν τα λόγια; Μόνο η πράξη
μετριέται και μετράει, — όπως τόνιζες πάντα.
Λες να ’χει κρυώσει
το νερό που μου ετοίμασες; Δε χρειάζεται νά ’ρθεις μαζί μου·
τα καταφέρνω μόνος μου — συνήθισα κει κάτω· κι ίσως καλύτερα έτσι.
Και, να σου πω, σα να ντρέπομαι κιόλας μπροστά σου.

Πέρασαν τόσα χρόνια — ξεμάθαμε· ξεχάσαμε. Το σώμα
(όχι μονάχα η ψυχή) σα να ’χει χάσει την παλιά του εκείνη βεβαιότητα:
κρουστό κι ολόρθο μες στην ίδια του χαρά να υπάρχει και να βλέπεται. Τώρα
μονάχα βλέπει (δύσπιστο αυτό και γερασμένο) με μιαν άλλην όραση
την έμπιστη κι αγέραστη ομορφιά του κόσμου, που πια δεν του ανήκει.
Τούτη την όραση, κανένας δεν τη συγχωρεί. Κι αλήθεια, έτσι ανεξάρτητη,
έτσι βαθιά κι αυτάρκης κι απεριόριστη, θαρρώ πως εμποδίζει
κι εμάς και τους άλλους — ανώφελη.
Τούτο το ρίγος — όχι γυάλινο τώρα,
εδώ στη ραχοκοκαλιά μου, — αλλιώτικο. Πριν λίγο ακόμη,
όλα ήταν γυάλινα —πρόσωπα, σώματα, αντικείμενα, τοπία, εσύ, εγώ, τα παιδιά μας—
γυάλινα, ακάλυπτα, στιλπνά — από σκληρό, διαυγές γυαλί. Παρατηρούσα μέσα τους μ’ ενδιαφέρον,
σχεδόν με αγαλλίαση — σαν σ’ ενυδρείο την κίνηση όμορφων, μικρών παράξενων ψαριών
ή και μεγάλων, άσκημων, σκυθρωπών κι αιμοβόρων — παράξενων πάντα. Κι έτσι, αιφνίδια,
σα να ’χει μαλακώσει το γυαλί — δεν παίρνει σχήμα, δεν έχει διαφάνεια,
σα να μην είχε σχήμα και διαφάνεια ποτέ· — σωριάστηκε χάμου
μαζί μ’ εκείνα που περιείχε — μια μάζα θολή, σα λερωμένο τσουβάλι
όπου μαζέψαν όπως όπως βρώμικα εσώρουχα για να τα πλύνουν μια μέρα
και δεν τα πλένουν· — βαρέθηκαν· τα ξεχάσαν εκεί (θέλουν να τα ξεχάσουν), πεταμένα
στο πάτωμα, σιμά στην πόρτα· — πέφτουν πάνω του, το κλωτσούν καθώς βγαίνουν
και πιο πολύ καθώς μπαίνουν στο σπίτι. Κι αλήθεια, τα ξεχάσαν,
και τί θα κάνουν να τα θυμηθούν; — έχουν σαπίσει κιόλας κλεισμένα
μέσα στην ίδια τους τη μυρωδιά από πανάρχαιους ιδρώτες, ούρα και αίμα.
Στο λουτρό, στο λουτρό,

Θα κρυώσει το νερό, θα ’χει κρυώσει. Πηγαίνω. Εσύ μείνε· — δε χρειάζεται. Επιμένεις; — Έλα."



"(Ο άντρας σηκώθηκε. Προχωρεί — προφανώς για το λουτρώνα. Αμίλητη η γυναίκα τον ακολουθεί. Έφυγαν. Η αίθουσα, άδεια τώρα, φαίνεται πιο μεγάλη. Ανέγγιχτο στο τραπέζι το πρόγευμα. Τα ποτήρια έχουν θαμπώσει κάπως. Το κράνος πάντα εκεί, μπροστά στον καθρέφτη. Βαριά ησυχία μέσα κι έξω απ’ το σπίτι. Ένα μερμήγκι σεργιανάει πάλι στ’ άσπρο τραπεζομάντιλο. Παρακολουθώντας το μερμήγκι, προσέχεις στο κέντρο του τραπεζιού ένα κυκλικό κέντημα — ένα στεφάνι κόκκινα λουλούδια. Άξαφνα, ακούγεται έξω, απ’ τη μαρμάρινη σκάλα, η φωνή της ξένης γυναίκας, σε καθάρια ελληνικά: «Πολίτες του Άργους, πολίτες του Άργους, το μεγάλο χρυσόψαρο μέσα στο μαύρο δίχτυ, και το σπαθί υψωμένο. Πολίτες τους Άργους, το σπαθί υψωμένο, δίγλωσσο, πολίτες του Άργους, πολίτες—». Δυνατά τύμπανα, σάλπιγγες, θόρυβος, πνίγουν τη φωνή τους. Ένας άντρας, ωραίος, ασκεπής, με πολεμική στολή, μ’ ένα μεγάλο, ματωμένο σπαθί στο χέρι, μπαίνει στην άδεια αίθουσα. Με τ’ αριστερό του χέρι παίρνει το κράνος απ’ την κονσόλα. Το φοράει ανάποδα. Η αλογοουρά στο πρόσωπό του. Σαν προσωπείο. Βγαίνει. Η φωνή της παραλοϊσμένης γυναίκας: «Πολίτες του Άργους, αργά πια, αργά, πολίτες του Άργους—». Σταματάει. Τα τύμπανα δυναμώνουν. Η πρώτη γυναίκα μπαίνει στην αίθουσα. Ωχρή, υψηλή, πανέμορφη. Ανεβαίνει σε μια καρέκλα. Κρεμάει στο καρφί του τοίχου μια ναυτική κουλούρα. "Λάχεσις", λέει. Ύστερα πλησιάζει τον καθρέφτη και διορθώνει τα μαλλιά της)."

ΑΘΗΝΑ, ΣΙΚΥΩΝ, ΗΡΑΙΟΝ, ΣΑΜΟΣ, Δεκέμβρης 1966–Οχτώβρης 1970




"Δεν υπάρχει άλλος δρόμος" - Νίκος Πορτοκάλογλου & Ιουλία Καραπατάκη (Official music video 5.4.2024)

 ...............................................................


"Δεν υπάρχει άλλος δρόμος" - Νίκος Πορτοκάλογλου & Ιουλία Καραπατάκη (Official music video 5.4.2024)

Στίχοι, μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου

Ενορχήστρωση: Νίκος Πορτοκάλογλου, Χρυσόστομος Μουράτογλου


Πάλι μόνο μου μ’ αφήνεις, πάλι εδώ με παρατάς 
Ό,τι ζήσαμε το σβήνεις, ό,τι είχαμε πετάς
Φεύγεις πάλι για ταξίδι 
Κι ούτε καν με χαιρετάς 
Μα υπάρχει πάντα κάτι που ξεχνάς
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος 

Δεν υπάρχει άλλος κόσμος 
Δεν υπάρχει πια γωνιά για να κρυφτείς 
Τ’ όνομά μου αν ξεχάσεις 
Δε θα βρεις όπου κι αν φτάσεις 
Τίποτα να θυμηθείς, με τίποτα να θυμηθείς
 
Πάλι γέφυρες γκρεμίζεις και σαν ξένο με κοιτάς 
Μια ζωή θα με χωρίζεις και σε μένα θα γυρνάς

Φεύγεις πάλι για ταξίδι 
Κι ούτε καν με χαιρετάς 
Μα υπάρχει πάντα κάτι που ξεχνάς
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος 
Δεν υπάρχει άλλος κόσμος 
Δεν υπάρχει πια γωνιά για να κρυφτείς 
Τ’ όνομά μου αν ξεχάσεις 
Δε θα βρεις όπου κι αν φτάσεις 
Τίποτα να θυμηθείς, με τίποτα να θυμηθείς



"Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΖΩΗΣ εις Τριστάνο Tzara" Ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) (από την έκδοση "Στην κοιλάδα με τους ροδώνες", Ίκαρος 1978)

 .............................................................





Νίκος Εγγονόπουλος (1907 - 1985)




Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΖΩΗΣ

εις Τριστάνο Tzara


η σαρμανίτσα του ποιητού
είναι το νεκρικό κιβούρι
του
κι' η κουδουνίστρα που βάζουνε
στα βρεφικά του χέρια
είναι το κυπαρίσσι
που θα φυτρώσει
πάνω στον τάφο του


γιατί
- παρ' όλες τις πίκρες που τον ποτίζουνε -
ο ποιητής
την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζί του
κι' ακόμη
είν' αυτός τούτος
του θανάτου η άρνηση


κι' έτσι
το νεκρικό κιβούρι του ποιητού
θα γενεί πάλε η σαρμανίτσα του
του τάφου του το κυπαρίσσι
πάλι η κουδουνίστρα
που θα κραδαίνει
στα φωτεινά τα χέρια
του


Ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985), από την έκδοση "Στην κοιλάδα με τους ροδώνες", Ίκαρος 1978]

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Manuel de Falla: Serenata andaluza (1900) / Alicia de Larrocha, piano. (youtube, 20.3.2016)

 ...............................................................



Manuel de Falla: Serenata andaluza (1900)

Serenata andaluza (de «Tres piezas de la juventud», (1900) (score), de Manuel de Falla (1876-1946). 
Alicia de Larrocha, piano.

(youtube, 20.3.2016)

 

G. Ph. Telemann: Sonate C-Dur TWV 41:C5 | Dorothee Oberlinger & Ensemble 1700 (youtube, 23.12.2020)

 ...............................................................


G. Ph. Telemann: Sonate C-Dur TWV 41:C5 | Dorothee Oberlinger & Ensemble 1700

Georg Philipp Telemann (1681-1767)

Sonate C-Dur TWV 41:C5
für Blockflöte und Basso continuo
(aus den Essercizii musici)

1. Adagio. Allegro.
2. Larghetto
3. Vivace


Dorothee Oberlinger - Blockflöte

Axel Wolf - Laute

Marco Testori - Violoncello

Olga Watts - Cembalo


(youtube, 23.12.2020)

 

"ΕΣΥ ΚΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ" (Από το πεζογράφημα "Ο ΓΡΑΦΙΑΣ" (Homo scriptor) του συγγραφέα και φίλου στο fb Πάνου Σταθόγιαννη, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.)

 ..............................................................



ΕΣΥ ΚΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ


Άμα σε γνώριζε ο πατέρας μου, θα σε χαιρόταν.
Θα έβγαινε μπροστά για να τον δεις κι εσύ. Θα ήσουν, βέβαια, ασημένιο μισοφέγγαρο κρυμμένο στα φυλλώματα κι αυτός δεκατριάχρονος. Δύο η ώρα τα χαράματα, πάνω στο κάρο, με τη βίτσα στο χέρι. Από πίσω βαρέλια με μούστο Νεμέας και στη διχάλα απέναντι τα ωραιότατα μάτια μιας γλαύκας. Θα σε είχα από πιο πριν παρακαλέσει να τον φιλήσεις μόλις την αυγή μεγαλώσει. Αξύριστοι κι οι δύο, μοιάζουμε πολύ – ίδια θα αγκυλωθεί το μάγουλό σου.
Κράτησέ τον απ’ το χέρι με δύναμη, να ’ρθει ως την ηλικία των σαράντα και να μείνει. Καβάλα στη Φλορέτα ύστερα. Εσύ από πίσω. Ωραία ντυμένη και τα χέρια σου στη μέση του σφιχτά. Μάλλον θα σε σηκώσει για χορό και θα ’θελα, αχ, πόσο θα ’θελα, να είναι το τραγούδι λικνιστό. Κάκιστος χορευτής εκείνος, όμως θα το χαιρόταν να κυματίζεις μπροστά του με κινήσεις γυναίκας βαθύτατης, να του χαμογελάς κάθε τόσο, έτσι αστραφτερά που το κάνεις. Ξέρεις, του έχουμε πει ψέματα ότι είναι πεθαμένος, και οι πεθαμένοι από τον Απάνω Κόσμο μονάχα τα χαμόγελα έχουνε νοσταλγήσει.
Θα ’μαι κι εγώ εκεί γύρω. Ασφαλώς. Απόβραδο αυγουστιάτικο στις όχθες του Αχελώου, σε μια ταβέρνα με μουριές. Και κάτω στο ποτάμι μια δύση κατακόκκινη. Θα λοξοκοίταζα την όμορφη παρέα σας, τάχα τυχαίος περαστικός που έκατσε να πιεί ένα ποτήρι. Και με κρυμμένη αγωνία θα ’λεγα από μέσα μου: "Πατέρα, στρέψε της την προσοχή και στ’ αηδόνια. Πες της εσύ ότι κρατάμε από το σόι τους. Βρίσκει ο καθείς μας το δικό του το τραγούδι και το λέει ολόκληρο. Κι ούτε που βλέπουμε πως πυρπολούνται τα φτερά μας". Αυτό είναι που θέλω να μάθεις για μας και να το αντέξεις, αν και εκείνος θα ’ναι δίπλα σου, θα σε παρηγορεί με ποιήματα του Λαμαρτίνου
καθώς κι οι δύο θα καιγόμαστε μπροστά σου.

***

Άμα σε γνώριζε ο πατέρας μου θα σε χαιρόταν.


___________________


"Ο ΓΡΑΦΙΑΣ" (Homo scriptor) του συγγραφέα και φίλου στο fb Πάνου Σταθόγιαννη (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.)




"Οι (νέες) γυναίκες και το βλέμμα στον κόσμο" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 6.4.2024)

 ...............................................................



Οι (νέες) γυναίκες και το βλέμμα στον κόσμο


Δεν είναι τυχαίο πως γυναικείες μορφές όπως η Μαρία Καρυστιανού μπορούν και επικοινωνούν με τις βαθύτερες αγωνίες ενός κόσμου που αναζητεί εναλλακτικές διεξόδους.





γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 6.4.2024)


ΤΟ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ αξιών και πολιτικών στάσεων με στοιχεία από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως και από βορειοαφρικανικές και ασιατικές κοινωνίες. Μαρτυρούν σοβαρή απόκλιση στις απαντήσεις ανδρών και γυναικών στην κλίμακα των προοδευτικών και συντηρητικών θέσεων. Λέγεται πως η τομή δεν χωρίζει τόσο τις ηλικίες, τους άνω των πενήντα από τους εικοσάρηδες, όσο τα φύλα.

Διαβάζοντας κατά καιρούς τέτοιο υλικό, μου έρχονται εικόνες των τελευταίων χρόνων από την πανεπιστημιακή αίθουσα και κάποιες συζητήσεις.

Εμπειρικά λοιπόν αποδέχομαι πως η παραπάνω υπόθεση έχει βάση και δεν αποτελεί άλλη μια βιαστική γενίκευση ή τον καρπό μιας μετατόπισης στη συγκυρία του κινήματος MeΤoo. Νομίζω ότι νεότερες γυναίκες –ενδεχομένως όμως και μεγαλύτερες– θυμώνουν με πιο έντονο τρόπο από διάφορες ανισότητες και κρούσματα κοινωνικής βαρβαρότητας γύρω μας. Μπορεί να δυσκολεύονται να καταλάβουν τον κόσμο μέσα από τους κώδικες της πολιτικής γενικότητας, δείχνουν όμως ζωηρό ενδιαφέρον για βιώματα καταπίεσης και αδικοπραγίας.

Σε αντίθεση με όσα κυκλοφορούν σε πολλές παρέες νεαρών ανδρών, οι γυναίκες δεν ασπάζονται εύκολα αντιλήψεις περί φυσικής ανισότητας ή μια ρητορική καφενειακής ξενοφοβίας. Ο συντηρητικός εθνικισμός και οι κοινότοπες αποφάνσεις του δεν πρέπει να έχουν μεγάλο έρεισμα στις κοπέλες.


[Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε για προοδευτικές «θηλυκότητες» ή συντηρητικές «αρρενωπότητες». Δεν με πείθουν σχήματα στηριγμένα σε θεωρητικές υποθέσεις που είναι προς συζήτηση. Είναι όμως αισθητή μια διαφορά συναισθηματικής ωριμότητας που πλέον μετατρέπεται και σε διαφορά πολιτικού αισθητηρίου.]


Έχω έτσι εντύπωση ότι σε αυτό το γυναικείο ίχνος δικαιώνονται περισσότερο ζητήματα δικαιοσύνης και ελευθερίας.

Προφανώς, κάποιες στάσεις έρχονται στην επιφάνεια κουβαλώντας όλες τις συναισθηματικές αντιφάσεις μιας ορισμένης κουλτούρας των social media. Παίζουν τον ρόλο τους και οι καμπάνιες και τα εφέ/μόδες της συγκυρίας. Το βασικό όμως δεν είναι κάποιου είδους «πολιτική ορθότητα», όπως ισχυρίζονται ανέξοδα ορισμένοι, όσο μια ευαισθησία απέναντι σε κρατικές ή κοινωνικές πληγές.


Αυτό το συναντώ όλο και συχνότερα σε ένα μικρό τμήμα παιδιών που οι γονείς τους είναι πτυχιούχοι της μεσαίας τάξης. Το βρίσκω όμως και σε ανθρώπους που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα περιβάλλοντα.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε για προοδευτικές «θηλυκότητες» ή συντηρητικές «αρρενωπότητες». Δεν με πείθουν σχήματα στηριγμένα σε θεωρητικές υποθέσεις που είναι προς συζήτηση. Είναι όμως αισθητή μια διαφορά συναισθηματικής ωριμότητας που πλέον μετατρέπεται και σε διαφορά πολιτικού αισθητηρίου.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως γυναικείες μορφές όπως η Μαρία Καρυστιανού μπορούν και επικοινωνούν με τις βαθύτερες αγωνίες ενός κόσμου που αναζητεί εναλλακτικές διεξόδους. Πολλές νέες γυναίκες συντονίζονται με αυτό το είδος διεκδίκησης για ένα κράτος που σέβεται, για μια δημοκρατία που δεν περιφρονεί τις κοινωνικές ανάγκες και, εν τέλει, για μια δικαιοσύνη που δεν προσπερνά τη διάσταση της οδύνης.

Μοιάζει με μια από τις λίγες, συγκεκριμένες ελπίδες των τελευταίων χρόνων, μια γυναικεία έγερση που περνάει από τον πολιτισμό στην κοινωνική συνείδηση και αντιστρόφως. Λείπουν, ακόμα, πολλά. Και αυτό που ονομάζουμε «πολιτικοποίηση» ηθικών ή πολιτισμικών ευαισθησιών συχνά τις ωθεί να γίνουν πιο ρηχές και στερεότυπες. Στην άλλη άκρη κάθε καινούργιας δέσμευσης, κατοικεί ο φανατισμός του νεοφώτιστου και ο πειρασμός του δογματισμού.

Αυτά όμως είναι δευτερεύοντα. Η μεγάλη και υποσχόμενη εικόνα αγγίζει την ποιότητα και τη δυναμική των ερωτήσεων που απευθύνουν στον κόσμο μας εκείνες που, παραδοσιακά, θεωρήθηκαν «λιγότερο πολιτικά όντα». Με έναν τρόπο, δείχνουν πως η εναλλακτική στην αθεράπευτη κρίση του συμβατικού φιλελευθερισμού δεν βρίσκεται στην «αρρενωπή» παλινόρθωση εθνικο-συντηρητικών συνδρόμων αλλά σε μια νέα ηθική ευαισθησία για μια πιο δίκαιη κοινωνία.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Melancholy in e minor - Christian Teilman (1843-1909) (youtube, 28.2.2023)

...............................................................


Melancholy in e minor - Christian Teilman 


Christian Teilman (30 July 1843 - 4 December 1909) was a Norwegian organist, pianist, and composer. He wrote over 250 individual compositions in his lifetime

(youtube, 28.2.2023)



Purcell: "O solitude" - Scholl / Henry Purcell (1659-95) "O solitude my sweetest choice" Z. 406 (youtube, 11.1.2013)

 ..............................................................


O solitude



O solitude, my sweetest choice!

Places devoted to the night,

Remote from tumult and from noise,

How ye my restless thoughts delight!

O solitude, my sweetest choice!

O heav'ns! what content is mine

To see these trees, which have appear'd

From the nativity of time,

And which all ages have rever'd,

To look today as fresh and green

As when their beauties first were seen.

O, how agreeable a sight

These hanging mountains do appear,

Which th' unhappy would invite

To finish all their sorrows here,

When their hard fate makes them endure

Such woes as only death can cure.

O, how I solitude adore!

That element of noblest wit,

Where I have learnt Apollo's lore,

Without the pains to study it.

For thy sake I in love am grown

With what thy fancy does pursue;

But when I think upon my own,

I hate it for that reason too,

Because it needs must hinder me

From seeing and from serving thee.

O solitude, O how I solitude adore!


Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

"Μήπως την επόμενη φορά που θα χρειαστούμε περιπολικό να καλέσουμε κατευθείαν ταξί;" γράφει ο Θοδωρής Αντωνόπουλος (www.lifo.gr, 4.4.2024)

 ...............................................................



Μήπως την επόμενη φορά που θα χρειαστούμε περιπολικό να καλέσουμε κατευθείαν ταξί;


Η στυγερή δολοφονία της Κυριακής Γρίβα έξω από το Α.Τ. Αγίων Αναργύρων φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η αστυνομία δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο λειτούργημα για το οποίο υποτίθεται προορίζεται παρά μόνο όταν είναι να προστατεύσει ή να καλύψει τους ισχυρούς, τους έχοντες, τους προνομιούχους, τους αρσενικού γένους κακοποιητές επίσης, όπως επανειλημμένως έχει πράξει.

 γράφει ο Θοδωρής Αντωνόπουλος (www.lifo.gr, 4.4.2024)




«ΤΟ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙ… θα στείλω άμα θέλετε στο σπίτι σας… δεν ξέρω σε πόση ώρα θα έρθει», είπε ο τηλεφωνητής του Κέντρου Άμεσης Δράσης στην Κυριακή Γρίβα δευτερόλεπτα προτού ο πρώην σύντροφός της τη μαχαιρώσει θανάσιμα έξω από το Α.Τ. Αγίων Αναργύρων όπου είχε καταφύγει.

Αυτή ήταν η απαράδεκτα περιπαικτική όσο και εγκληματική, όπως εξελίχθηκε, απάντηση του οργάνου στην άτυχη 28χρονη την οποία ξεστόμισε «εν τη ρύμη του λόγου», όπως δικαιολογήθηκε αργότερα, συμπληρώνοντας πως «δεν το θυμάται» (σοβαρά τώρα;) και πως η εικόνα που είχε είναι ότι ο κίνδυνος ήταν στο σπίτι του θύματος και όχι στο τμήμα.

Έλα, όμως, που ο φονιάς παραφύλαγε το θύμα του ακριβώς έξω από ένα από τα κατά τεκμήριο ασφαλέστερα σημεία για να καταφύγει κάποιος πολίτης σε κίνδυνο, έναν κίνδυνο που προφανώς δεν είχαν αντιληφθεί ή δεν θέλησαν να αντιληφθούν και οι ευρισκόμενοι εντός του τμήματος ένστολοι, η αξιωματικός υπηρεσίας, η επόπτρια –γυναίκες κιόλας– και τρεις ακόμα αστυνομικοί. Οι οποίοι, καθώς φαίνεται, δεν ήξεραν καν, όπως άλλωστε ούτε ο «εξυπνάκιας» τηλεφωνητής, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει μήνυση από την άτυχη κοπέλα για να κινηθούν κατά του κακοποιητή πρώην συντρόφου της, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις η μήνυση γίνεται πλέον αυτεπάγγελτα.

Ακόμα χειρότερα, την άφησαν να βγει από το κτίριο χωρίς αστυνομική συνοδεία, που ακόμα κι αν η ίδια δεν την είχε ζητήσει, θα έπρεπε να της είχε δοθεί άμεσα. Αυτές οι οδηγίες υπάρχουν νομίζω και στο σχετικό πρωτόκολλο που πλέον ακολουθείται σε τέτοια περιστατικά, αλλά κανείς υπεύθυνος δεν φαίνεται να έλαβε σοβαρά υπόψη.

Μια γυναίκα που κινδυνεύει είναι, καθώς φαίνεται, στις τελευταίες προτεραιότητες της αστυνομίας σε μια χώρα όπου ισχύει κατεξοχήν ότι τόσο η αστυνομία όσο και η Δικαιοσύνη της είναι φίδια που δαγκώνουν τους ξυπόλυτους.

Την τραγική συνέχεια την ξέρει πια όλη η Ελλάδα: ούτε ο φίλος-συνοδός της κοπέλας ούτε και ο οπλισμένος και υποτίθεται εκπαιδευμένος (πλην όμως στις… πλαστογραφίες, όπως αποκαλύφθηκε) φρουρός έξω από το τμήμα κατάφεραν να προλάβουν το κακό και το πρόβλημα της –επίσης γυναίκας– εκπροσώπου Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. ήταν ότι δεν έπρεπε να ακουστούν στον αέρα οι κραυγές της κοπέλας, την οποία ο 38χρονος, που επικαλείται τώρα ψυχική ασθένεια, έσφαξε την ώρα ακριβώς που μιλούσε με το «100».


Τόσο το βίντεο όσο και το ηχητικό ντοκουμέντο ήταν παραπάνω από σοκαριστικά, είναι από τα σκηνικά εκείνα που δεν τα χωράει ο νους. Αυτή ήταν η πέμπτη γυναικοκτονία μέσα στο 2024 και μάλλον η πρώτη στα χρονικά που συμβαίνει κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, δίνοντας για άλλη μια φορά το χειρότερο δυνατό μήνυμα στις γυναίκες που θα θελήσουν να καταγγείλουν κακοποιητές συντρόφους ή συζύγους.

Άλλη μία, γιατί είχαν προηγηθεί το 2018 η Ελένη Τοπαλούδη, η οποία προτού δολοφονηθεί από δύο άντρες είχε επίσης απευθυνθεί στην αστυνομία για να καταγγείλει βιασμό, με τους ένστολους να την αποτρέπουν, όπως είχε καταγγελθεί, μια 19χρονη στην Ηλιούπολη, θύμα βιασμού και trafficking από αστυνομικό, που όταν κατέφυγε στο τμήμα οι αστυνομικοί απέφυγαν να της πάρουν γραπτή κατάθεση (εν τέλει, βρέθηκε η ίδια κατηγορούμενη ότι εκδιδόταν με αμοιβή, χωρίς πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος, αλλά ευτυχώς αθωώθηκε) – και αυτές δεν είναι οι μόνες ανάλογες περιπτώσεις.

Αντίστοιχες συμπεριφορές δύο μέτρων και δύο σταθμών έχουν, άλλωστε, επιδείξει αστυνομικά όργανα και σε άλλα περιστατικά, με πιο πρόσφατο το επαπειλούμενο λιντσάρισμα δύο ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη από έναν όχλο αγριεμένων τσογλανιών, με τα δύο παραλίγο θύματα να καταγγέλλουν ότι παρευρισκόμενοι αστυνομικοί από τους οποίους ζήτησαν προστασία παρέμειναν εκνευριστικά άπραγοι – έγιναν μεν τελικά κάποιες συλλήψεις στον σωρό, αλλά από άλλους αστυνομικούς που κατέφθασαν αρκετά αργότερα και ενώ οι δύο νέοι «πολιορκούνταν» για αρκετή ώρα μέσα σε ένα κατάστημα που ευτυχώς τους προστάτευσε περισσότερο από εκείνους τους ένστολους.

Για να μην αναφερθούμε στις πολλές περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας όπου έχει καταγγελθεί ότι η αστυνομία είτε αδιαφόρησε, είτε ολιγώρησε, είτε προστάτευσε (από τις νομικές συνέπειες) μάλλον τον θύτη παρά το θύμα.

Η Κυριακή τα έκανε όλα «by the book», που λένε, ούτε αυτό όμως στάθηκε ικανό να τη γλιτώσει και υπάρχουν ακόμα αφελείς που αναρωτιούνται «γιατί δεν πήγε στο τμήμα, γιατί δεν τον κατήγγειλε». Διότι μπορεί να έχουμε τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό αστυνομικών στην Ε.Ε. αναλογικά με τον πληθυσμό (508 ανά 100.000 κατοίκους), μπορεί μόλις τρία χρόνια πριν να ανανεώθηκε πλήρως ο «στόλος» της ΕΛ.ΑΣ. με 1.700 νέας τεχνολογίας οχήματα –λεφτά για κλούβες, περιπολικά και μισθούς ένστολων πάντα υπάρχουν–, γεγονός που διαφημίστηκε πανηγυρικά, όμως η παροχή προστασίας σε μια γυναίκα που κινδυνεύει είναι, καθώς φαίνεται, στις τελευταίες της προτεραιότητες σε μια χώρα όπου ισχύει κατεξοχήν ότι τόσο η αστυνομία όσο και η Δικαιοσύνη της είναι φίδια που δαγκώνουν τους ξυπόλυτους.

Είναι, άλλωστε, γενική η εντύπωση ότι αν επρόκειτο για κάποιο περιστατικό όπου εμπλέκονταν Ρομά ή αντιεξουσιαστές, για παράδειγμα, δεν θα προλαβαίναμε να μετράμε αστυνομικούς και περιπολικά που θα είχαν, εννοείται, σπεύσει σε dt.

Και έσπευσε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (ονομασία που εξελίσσεται στο πιο σύντομο ανέκδοτο) μπροστά στη γενική κατακραυγή να «σχολάσει» πέντε εμπλεκόμενους αστυνομικούς, με την ΠΟΑΣΥ να καταγγέλλει ότι πάλι την πλήρωσαν τα «μικρά ψάρια» και να ζητά ξεκάθαρα ανάληψη ευθύνης και παραιτήσεις μεγαλόσχημων, αλλά σιγά μην ιδρώσει το αυτί του μακροβιότερου συνολικά υπουργού Π.Π. που είχαμε ποτέ.

Σε κάθε περίπτωση και ασχέτως του ότι κατά γενική παραδοχή το ψάρι ξεκινά να «βρομάει» από το κεφάλι, αυτό που γίνεται πια φανερό είναι ότι η αστυνομία, την οποία συντηρούμε όλοι εμείς από το υστέρημά μας, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο λειτούργημα για το οποίο υποτίθεται προορίζεται παρά μόνο όταν είναι να προστατεύσει ή να καλύψει τους ισχυρούς, τους έχοντες, τους προνομιούχους, τους αρσενικού γένους κακοποιητές επίσης, όπως επανειλημμένα έχει πράξει.

Και, ναι, ίσως τελικά είχε δίκιο ο τηλεφωνητής του «100» όταν είπε στην Κυριακή ότι το περιπολικό «δεν είναι ταξί» – ένας ταξιτζής θα είχε, πιθανότατα, επιδείξει περισσότερη συνείδηση, θα είχε ανταποκριθεί νωρίτερα στο κάλεσμά της, θα την είχε συνοδεύσει μέχρι το σπίτι, θα περίμενε και να μπει ώστε να βεβαιωθεί ότι θα ήταν ασφαλής.

"Η ουλή" ποίημα του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά (1924 - 2006) Από τη φίλη στο fb Gianna Vlachou (facebook, 4.4.2024)

 ..............................................................



Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (1924 - 2006)


Η ουλή


Η πληγή θρέφει,
τα χείλη της σμίγουν αργά
σαν αυλαία βυσσινιά
κι ύστερα από χρόνους
στη θέση της μένει ένα σημάδι,
μια ρόδινη ουλή
που σκύβει και τη φιλάει.
Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους.
Τα κρύβουν
με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα,
ξέρουν όμως
σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν,
μαράθηκαν,
έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και,
σε ώρες μοναξιάς
που κανείς δεν τους βλέπει,
σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν
τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.


E Χ. Γονατάς

"Η ουλή" από την συλλογή «Η κρύπτη»



                                                              Αrt by Bruno Walpoth

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Rachmaninoff Elegie Op.3 № 1 - Valentina Lisitsa (youtube,23.3.2024)

 ...............................................................



Rachmaninoff Elegie Op.3 № 1 Valentina Lisitsa

(youtube,23.3.2024)



"Η παγίδα" γράφει η Μαρία Μαθιουδάκη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 3.4.2024)

 ...............................................................


Η παγίδα






γράφει η Μαρία Μαθιουδάκη
("Εφημερίδα των Συντακτών",
3.4.2024)






Είναι μέρες που η επωδός «όλα ή τίποτα» φαντάζει η μοναδική απάντηση όποιο κι αν είναι το ερώτημα. Τελευταία το ακούω από όλο και περισσότερο κόσμο, η πλειονότητα των οποίων, παλιότερα, αποτελούσε παράδειγμα των πιο ήπιων και ρεαλιστικών φωνών.

«Στο σημείο που έχουμε φτάσει μόνο ένα restart θα μας σώσει». Το πού βρίσκεται, βέβαια, αυτή η αρχή του νήματος που θέλουμε να πιάσουμε είναι ακόμα ένα θέμα που χρήζει συζήτησης. Αλλοι την ψάχνουν στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος του 2015, άλλοι στην επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, άλλοι στην περίοδο των Ολυμπιακών και υπάρχουν κι εκείνοι που φτάνουν ακόμα και μέχρι τις πρώτες ημέρες της Μεταπολίτευσης για να βρουν το σημείο εκκίνησης.

Η επανεκκίνηση και το σβήσιμο του παρελθόντος πάντα φάνταζαν γοητευτικά. Πάντα, θεωρούμε τους τωρινούς εαυτούς μας πιο σοφούς σε σχέση με ό,τι ήμασταν στο παρελθόν. Αν όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε οι υποστηρικτές αυτού του restart πέφτουν στην ίδια την πλάνη αυτής της υποτιθέμενης σοφίας τους. Η οπτική του παρελθόντος με τα σημερινά μας μάτια διαθλάται μέσα από την προσωπική ιστορία του καθένα μας. Δεν αναπολούμε εποχές. Τους εαυτούς μας αναπολούμε μέσα σε αυτές τις εποχές. Λέμε, για παράδειγμα, «δεν γράφονται πια τέτοιες μουσικές» και απλά αναπολούμε τον εαυτό μας έφηβο, σε μια παραλία με τους φίλους μας να τραγουδάμε το τάδε ή το δείνα τραγούδι. Ή σκεφτόμαστε, «πια δεν βγαίνουν τέτοιες ταινίες», ενώ στην πραγματικότητα, μας θυμόμαστε να βλέπουμε τη συγκεκριμένη ταινία με το πρώτο μας αγόρι στο θερινό σινεμά της γειτονιάς. Αλλοι φωνάζουν στα κανάλια «τέτοιοι πολιτικοί δεν υπάρχουν πια» τη στιγμή που σκέφτονται τους εαυτούς τους, φοιτητές, να ζητωκραυγάζουν για τον συγκεκριμένο πολιτικό, με πλήθος κόσμου για τη ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους. Για τη δική τους ζωή.

Δεν θέλω να ισοπεδώσω το συλλογικό αίσθημα και τους κοινούς αγώνες των ανθρώπων για ένα καλύτερο αύριο. Ακριβώς το αντίθετο. Ομως, παρατηρώντας γύρω μου τη ρητορική που επικρατεί, νιώθω ότι ο κόσμος μιλώντας για επανεκκίνηση εννοεί πισωγύρισμα. Με μια πρώτη ματιά αυτό φαίνεται πολύ θλιβερό. Ομως, αν κάτσει κάποιος να ξύσει λίγο πάνω από αυτή την παρελθοντολαγνική επιφάνεια, θα δει πως μπορεί να μην είναι τίποτα παραπάνω από την ανάγκη αναπόλησης του προσωπικού παρελθόντος του καθένα. Οι αναμνήσεις μας δεν αποτελούν αντικειμενικά γεγονότα αλλά μια ωραιοποιημένη ή ακόμα και ηρωοποιημένη οπτική του παρελθόντος.

Αυτή η ανάγκη μας να αποδείξουμε ότι κάποτε ζήσαμε καλύτερα ή ότι, στην τελική, «μας αξίζει» να ζήσουμε καλύτερα λόγω «πρότερου έντιμου βίου» ίσως να αποτελεί, δυστυχώς, και τη μεγαλύτερη παγίδα που μπορεί να πέσουμε. Και ποτέ κανείς δεν γλιτώνει από τις παγίδες προχωρώντας προς τα πίσω.

The Quatuor Ebène plays Beethoven quartet Nr. 5 A major (Wissembourg festival, August 27th 2018)

 ...............................................................


The Quatuor Ebène plays Beethoven quartet Nr. 5 A major


L.v. Beethoven : String quartet Nr. 5 A major Op. 18/5




Allegro
Menuetto - 07:28
Andante cantabile con variazioni - 13:15
Allegro - 25:00


Quatuor Ebène :


Pierre Colombet, violin
Gabriel Le Magadure, violin
Marie Chilemme, viola
Raphaël Merlin, cello




Wissembourg festival, August 27th 2018

Quatuor Ebène appears Courtesy of Erato/Warner Classics

"Σκι" ποίημα του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011) Από τη συλλογή "Αναπήρων πολέμου" (1982) Ανθολόγησε ο φίλος στο fb Τάσος Παπαναστασίου (facebook, 3.4.2024)

 ...............................................................



         Γιάννης Βαρβέρης (1955 - 2011)



ΣΚΙ


Ακρίδα τού ρίγους
το αυτί μου μια πίστα
η γλώσσα σου εξαίσιος σκιέρ
πεταχτών ελιγμών απίθανων ψιθύρων
με τινάζει στα σλάλομ τ᾿ ουρανού.


Μετά παίρνεις νωθρά το σουτιέν σου απ᾿ το πάτωμα
κουμπώνεις τη μελαγχολία τού κόσμου
στον ήχο
τής κόπιτσας.





ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ


Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982)




Εικαστικό: Παύλος Σάμιος




Τρίτη 2 Απριλίου 2024

Beethoven String Quartet in C Minor, Op. 18 No. 4 / Cooperstown Quartet (LIVE at the Four Seasons Chamber Music Festival - February 5, 2016 )

 ...............................................................


Beethoven String Quartet in C Minor, Op. 18 No. 4



Cooperstown Quartet


Hye-Jin Kim & Ara Gregorian, violins
Maria Lambros, viola
Michael Kannen, cello


LIVE at the Four Seasons Chamber Music Festival - February 5, 2016 

I. Allegro ma non tanto

II. Andante scherzoso quasi allegretto (9:35)

III. Menuetto: Allegretto (15:42)

IV. Allegro: Prestissimo (20:00)

(youtube, 22.11.2016)



"ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΠΟ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ" ποίημα του Γιάννη Θεοδωράκη (1932-1996) Το ποίημα διάλεξε ο ποιητής και φίλος στο fb Γιώργος Χ. Θεοχάρης από το βιβλίο του Γ.Θ. "Πλημμύρα" (Ίκαρος 1980) (facebook, 2.4.2024)

 ...............................................................



     
Γιάννης Θεοδωράκης (1932 - 1996)*


ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΠΟ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ


Έχουμε τόπο,
                         είπες, παιδάκι μου,
έχουμε τόπο να σταθούμε

είναι η σκιά σ' εκείνο το ξεμοναχιασμένο κυπαρίσσι

για να τη φτάσουμε

μες απ' τους κήπους των τυφλών
πρέπει να περάσουμε

τους πυράκανθους και τις γαζίες μην αγγίξεις

ανήκουν στη στιγμή με τους χιλιάδες ήλιους

στρατιώτες βογκάνε κεντημένοι στο συρματόπλεγμα του αιώνα

          έρημος
                     έρημος
                                 στάχτη πυρωμένη
τρελός καιρός, ανεμοστρόβιλος,
με δέρμα δελφινιών σκεπάζει
τους ταξιδιώτες που έγιναν πέτρα
                                             ενώ περίμεναν στο σταθμό το τραίνο
- σε παγωμένα βάθη η Κρήτη
                                                    μια χούφτα κοκκινόχωμα
τις ώρες που δε μπόρεσαν να ξεφύγουν κοσκινίζει -
ύστερα
           θα 'ρθει γαλήνη
                               άγνωστο απολίθωμα.
Έχουμε τόπο,
                        είπες, παιδάκι μου,
έχουμε τόπο να σταθούμε.

*Σημ.: Το ποίημα διάλεξε ο ποιητής και φίλος στο fb Γιώργος Χ. Θεοχάρης από το βιβλίο του Γ.Θ. "Πλημμύρα" (Ίκαρος 1980) (facebook, 2.4.2024)

"Κραυγή αγωνίας" έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 1.4.2024)

 ...............................................................



Κραυγή αγωνίας







έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 1.4.2024)





Το τελευταίο διάστημα πυκνώνουν οι φωνές, ποικίλων πολιτικών προελεύσεων, που επισημαίνουν τη δραματική συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών στη χώρα. Δεν είναι απλώς φωνές, ενίοτε είναι και κραυγές αγωνίας, καθώς σχολές εκτός πρωτεύουσας με εξαιρετικές αξιολογήσεις, με καινοτόμες εκπαιδευτικές πρακτικές, με εμπνευσμένα πεδία έρευνας, βρίσκονται αντιμέτωπες με άδειες φοιτητικές καρέκλες. Ή άλλες σχολές, ακόμη και του κέντρου, παλεύουν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες με τις καθηλωμένες, ακόμα, μνημονιακού επιπέδου χρηματοδοτήσεις.


Οποιον πανεπιστημιακό δάσκαλο και αν ρωτήσεις θα ακούσεις τα ίδια: προσλήψεις με το σταγονόμετρο χρόνια τώρα, μικρά κονδύλια για την έρευνα και, βέβαια, κλειστές πόρτες στη δημόσια εκπαίδευση, τόσο τη Μέση όσο και την Ανώτατη. Διδάκτορες στις ανθρωπιστικές σπουδές που με βάση τα προσόντα τους θα έπρεπε να διδάσκουν στο πανεπιστήμιο από τα τριάντα τους, βολοδέρνουν στα πενήντα τους με διάφορες μικροσυμβάσεις. Απλοί απόφοιτοι αυτών των σχολών βρίσκονται να δουλεύουν σε τομείς άσχετους με τις σπουδές τους.

Θα πει κανείς ότι τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 οι πανεπιστημιακοί αυτοί χώροι είχαν υπερκορεστεί. Είναι σωστό. Πώς φτάσαμε όμως από εκεί που χρειαζόσουν 19άρια και 20άρια στις Πανελλαδικές για να μπεις στη Φιλολογία Αθήνας, σήμερα να μη συμπληρώνεται καν ο αριθμός των φοιτητών που μπορεί να υποδεχθεί η ίδια ακριβώς σχολή;

Ολα αυτά έχουν να κάνουν, προφανώς, με τον ολοένα σφιχτότερο εναγκαλισμό της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Εχουν να κάνουν με τη δαμόκλειο σπάθη της ανεργίας και με τη ραγδαία πρόοδο της τεχνολογίας αλλά και των οικονομικών επιστημών όπου οι ανάγκες είναι μεγάλες. Είναι διεθνές το πρόβλημα, αλλά στην Ελλάδα της κρίσης έγινε οξύτερο. Σε άλλες χώρες, μια τάση είναι η παροχή διπλών πτυχίων στον ίδιο τριετή ή τετραετή κύκλο φοίτησης. Στη Γερμανία, μάλιστα, μπορεί να δει κανείς διπλά πτυχία εντελώς άσχετα μεταξύ τους - να τελειώσει κάποιος λ.χ. φυσικός και πολιτικός επιστήμονας ταυτόχρονα. Αυτό έχει ένα νόημα, καθώς δεν αρκεί να έχεις εξειδικευμένη γνώση σε έναν τομέα, χρειάζεται να είσαι και συγκροτημένος άνθρωπος.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν παράγουν άμεσα πλούτο, θέτουν όμως βάσεις για υγιέστερη ανάπτυξη της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια ένα λελογισμένο κόστος θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, με τον ίδιο τρόπο που θεωρούμε -αν τις θεωρούμε πια- αυτονόητες τις συντάξεις ή την περίθαλψη. Μάλιστα η κρίση στην οποία αυτές βυθίζονται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχει δύο σημαντικότατες πτυχές.

Η μία είναι ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη συνέχεια της μεγάλης προόδου που έγινε τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης με άνοιγμα στην έρευνα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, από φρέσκα ακαδημαϊκά μυαλά. Οπως και τη μεγάλη πρόοδο στον γραμματισμό του κοινωνικού μέσου όρου. Η άλλη είναι ότι, καθώς η Ελλάδα δεν διαθέτει τεχνολογίες αιχμής, όσοι καταφέρνουν να ασχοληθούν με αυτές θα φεύγουν έξω, ενώ οι υπόλοιποι θα απασχολούνται στη φούσκα των υπηρεσιών, μαθαίνοντας κυρίως πώς να χαμογελούν σε τουρίστες και λοιπούς πελάτες. Χρήσιμο και αυτό, όχι όμως ενδεικτικό υψηλού επιπέδου ευφυΐας.



Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

"Η Εύα στον κήπο" ποίημα της ποιήτριας και φίλης στο fb Μαργαρίτας Παπαμίχου (facebook, 15.3.2024)

 ...............................................................



Η Εύα στον κήπο


Mου έδωσαν ένα μήλο
μου είπαν αυτή είναι η αλήθεια σου
πάρ' την
από τότε όποια κι αν γίνομαι
ο αιμάσσων καρπός
γεμίζει το φουστάνι μου λεκέδες
ο χρόνος δεν συναίνεσε στην αποσύνθεσή του
κανένα άρωμα ελευθερίας δεν μπόρεσε να σκεπάσει
ετούτη την πανάρχαια κακοσμία


Μαργαρίτα Παπαμίχου

*art-Marta Haversham