...............................................................
ΜΙΑ ΚΑΤΗΧΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΥΣ ΣΑΜΟΥ!
26 Φεβρουαρίου (1943) , ημέρα Μνήμης!
Η Ιουλία Γκαρμπολά (όπως ήταν το πατρικό της) γεννήθηκε στους Μυτιληνιούς Σάμου στις 31 Μαίου 1910 από φτωχή οικογένεια. Το 1930 μεταφέρθηκε στην Αθήνα με σκοπό να βρει εργασία. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Μπίμπα, του οποίου και έλαβε το επώνυμο, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία. Ο Μπίμπας ήταν εκ γενετής τυφλός.
Το ζευγάρι διέμενε φτωχικά στην οδό Πινότση 14 στο Κουκάκι της Αθήνας.
Η Μπίμπα λόγω της φτώχειας εργαζόταν ως υπηρετικό προσωπικό σε οικίες πλουσίων, ενώ τα απογεύματα δίδασκε στο κατηχητικό σχολείο, στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Φιλοπάππου στο Κουκάκι.
Αν και δεν ήταν δασκάλα, την φώναζαν χαϊδευτικά "δασκαλίτσα" κι ας είχε μόλις τελειώσει το δημοτικό.
Σύμφωνα με επιστολή που συνέγραψε στην φυλακή τον Μάιο του 1941, μετά την υποστολή της κατοχικής σημαίας από τη Ακρόπολη (απο τους Γλέζο και Σάντα) άναψε η φλόγα μέσα της και θέλησε να συνδράμει ενεργά στην Αντίσταση.
Τον Μάρτιο του 1942, η Ιουλία Μπίμπα προσχώρησε στην αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) που ιδρύθηκε από τον απόταχτο (στο κίνημα του 1935) υποσμηναγό Κωνσταντίνο Περρίκο. Η ΠΕΑΝ ήταν ανεξάρτητη κομματικά οργάνωση. Όχι πως οι πολιτικά οργανωμένες οργανώσεις δεν ενέπνεαν ή δεν έκαναν αγώνα.
Το αντίθετο. Απλώς φαίνεται πως η ίδια δεν ήθελε να ενταχθεί κάπου πολιτικά. Ηθελε απλώς να συνεισφέρει στον αγώνα για την ελευθερία, πέρα απο ιδεολογίες.
Αρχικά τα μέλη της ΠΕΑΝ κινούνταν τα βράδια και έγραφαν πατριωτικά συνθήματα εναντίον των κατακτητών στους τοίχους των αθηναικών συνοικιών, ενώ μοίραζαν κρυφά προκηρύξεις και την εφημερίδα της οργάνωσης «ΔΟΞΑ». Σκοπός ήταν η ανύψωση του ηθικού και του εθνικού αισθήματος των υποδούλων Ελλήνων.
Όμως η ΠΕΑΝ θα μείνει στην ιστορία για τη δράση της στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 όταν αντίναξε τη προδοτική και φιλοναζιστική οργάνωση ΕΣΠΟ.
Το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου στις 08:30, η Ιουλία Μπίμπα μέσα σε μια τσάντα για ψώνια μετέφερε τον εκρηκτικό μηχανισμό, κάτω από τα χόρτα, μέχρι τη πλατεία Κάνιγγος, όπου την παρέδωσε σε δύο συναγωνιστές της, στον Μυτιληναίο και τον Γαλάτη, που την τοποθέτησαν εντός του κτηρίου και πυροδότησαν το φιτίλι.
Λίγο αργότερα στις 11:57 το πρωί, μια εκκωφαντική έκρηξη διέλυσε το κτίριο της ΕΣΠΟ.
Οι γερμανικές διωκτικές αρχές ξεκίνησαν τις έρευνες για το κτύπημα. Τα μέλη της ΠΕΑΝ κρύφτηκαν σε ένα σπίτι στην οδό Θησέως 259 στη Καλλιθέα, αλλά δυστυχώς κατόπιν προδοσίας στις 11 Νοεμβρίου 1942, η Γκεστάπο συνέλαβε πέντε μέλη της οργάνωσης , μεταξύ των οποίων και την Ιουλία.
Η Μπίμπα φυλακίστηκε στο Εμπειρίκειο Άσυλο στη πλατεία Μαβίλη που λειτουργούσε ως κολαστήριο και φυλακή για τις γυναίκες της αντίστασης. Εκεί η Ιουλία Μπίμπα βασανίστηκε επι μέρες δίχως να προδώσει κανέναν, ενώ ανέλαβε την ευθύνη του κτυπήματος υποστηρίζοντας ότι έδρασε μόνη της.
Μέσα από την φυλακή, έγραφε στη φίλη της και γειτόνισσα της στο Κουκάκι, Άννα Πατέρα, γράμματα γραμμένα με μολύβι, μερικά γραμμένα σε χαρτί τουαλέτας.
Σε ένα απο αυτά τα γράμματα γράφει:
Δεκέμβριος 1942
Αγαπητή Άννα,
πολλές φορές με ρωτάνε εδώ στη φυλακή πώς βρήκα τη δύναμη εγώ, ένα άβγαλτο κορίτσι απ’ τη Σάμο ν’ ανακατευτώ στην Αντίσταση. Ούτε κι εγώ ξέρω να σου πω. Κάτι μέσα μου μ’ έτρωγε. Κάτι μου ’λεγε «Πρέπει να κάνεις κι εσύ κάτι. Το ζητάει η ώρα». Μπορεί να μ’ έβαλαν στα αίματα κι εκείνα τα παλικάρια που κατέβασαν τη γερμανική σημαία απ’ την Ακρόπολη τον Μάιο του ’41.[…]
πιο κάτω συνεχίζει:
[…] Φέρε μου μόνο καμιά κουβέρτα, γιατί κοιμάμαι πάνω στο τσιμέντο και καμιά φορά κρυώνω. Φέρε μου και λίγο μπληγούρι. Αν δεν υπάρχει μπληγούρι, φέρε μου ρεβίθια. Θυμάμαι συχνά το Κουκάκι και τα στενά του ανθισμένα δρομάκια. Θυμάμαι και τον Άι Νικόλα, εκείνο το πεζούλι που ακουμπούσα και κοίταζα το σπίτι με την πρασινάδα απέναντι. Έμοιαζε με το σπίτι μας στη Σάμο. Είναι παράξενο πόσα πράγματα θυμάται κανείς όταν κοιμάται πάνω στο τσιμέντο. Κουράγιο.
Ο τελευταίος δικός της άνθρωπος που είδε την Ιουλία ήταν ο αδερφός του συζύγου της, στο ολιγόλεπτο επισκεπτήριο της φυλακής. Τη βρήκε δεμένη σ’ ένα δέντρο, με τα χέρια τεντωμένα σαν σταυρωμένη. Το σώμα της είχε καταβληθεί και ήταν σαν σκιά του εαυτού της, αλλά η ψυχή της ήταν ακατάβλητη. Κλαίγοντας του είπε: «Να είσαι περήφανος, γιατί δεν μαρτύρησα απολύτως τίποτα και ας μου κάνανε του κόσμου τα βασανιστήρια».
Στις 31 Δεκεμβρίου 1942, το Γερμανικό στρατοδικείο (έδρευε στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός») την καταδίκασε δις εις θάνατο δια πελέκεως, με τις κατηγορίες ένταξη σε αντιστασιακή οργάνωση, απόπειρα δολοφονίας, και παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών.
Παρέμεινε στο Εμπειρίκειο Άσυλο μέχρι τη μεταγωγή της στη Βιέννη, όπου θα εκτελούταν η ποινή.
Στις αρχές Φεβρουαρίου, η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στη Βιέννη, όπου αποκεφαλίστηκε με χρήση γκιλοτίνας στις 26 Φεβρουαρίου 1943. Δυστυχώς η σορός της δεν βρέθηκε ποτέ. Πριν φύγει άφησε ένα σημείωμα στη φίλη της Άννα Πατέρα που έγραφε:
«Έχω μπροστά μου μια ανηφόρα και πρέπει να την ανέβω ως το τέλος σκαλί-σκαλί. Ίσως όταν φτάσω στην κορυφή ο κόσμος να φαίνεται από εκεί πιο όμορφος. Ίσως να μη χρειάζομαι εκεί πια ούτε τη ρόμπα μου για το κρύο.... Κουράγιο!
Σε χαιρετώ η φίλη σου Ιουλία Μπίμπα»
Είθε η θυσιαστική της Αγάπη να γίνει παράδειγμα σε όλους μας!
Αιωνία της η Μνήμη!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου