Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

"Γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 15.2.2026)

 ...............................................................



Γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;


Η μετριοπάθεια απέναντι σε όσα λέγονται και συμβαίνουν, και χτίζουν τη φασιστική συμπεριφορά, δεν αρκεί, ούτε το να στεκόμαστε στην ηθική. Πρέπει να καταλάβουμε τι κινεί όσους την υιοθετούν.





γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 15.2.2026)


ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, στη σκιά της μετατόπισης «απλών» ανθρώπων και πολιτικού προσωπικού σε θέσεις πολύ κοντά στον φασισμό, ηχεί συχνότερα και κυρίως χωρίς αναστολές και ο αντίστοιχος λόγος.

Ακούγεται πολύ αυτός ο λόγος γιατί έχει κοινό και συγχρόνως διαμορφώνει νεότερα ακροατήρια «μεταλαμπαδεύοντας» τις αναλήθειές του και τις μακάβριες βεβαιότητές του. Δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι ψεύτικων λογαριασμών αλλά, δυστυχώς, μια πραγματική σφαίρα γνώμης και συναισθημάτων, ένας κόσμος συνανθρώπων. Έτσι, όταν ο γνωστός δικηγόρος καλεί τον «κάθε κ. Ρούτσι να σέβεται τη χώρα από την οποία τρώει ψωμί», ακολουθεί ένα δεύτερο στάδιο, μια ανώτερη κλίμακα περιφρόνησης, όπου η πολιτικός ζητά Μακρόνησο και Γυάρο για τους μετανάστες. «Ήδη υπάρχουν εγκαταστάσεις εκεί», πρόσθεσε – και βέβαια ξέρουμε τι και πώς έχει χτιστεί στους συγκεκριμένους τόπους. Κλείνοντας το μάτι στη στρατοπεδική εθνικοφροσύνη, ενώνεται έτσι το χθες με το σήμερα, η ωραιοποίηση της παλιάς κρατικής βίας με την απαίτηση να ξαναζεσταθεί σήμερα κατά των «εισβολέων».


Υπάρχει ακροατήριο που δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτήν τη ρητορική. Και όχι μόνο δεν νιώθει άβολα ή δεν θυμώνει με αυτά αλλά χαίρεται, απολαμβάνει και, ιδίως, ταυτίζεται.

Αυτό το οποίο στεγάζει μια πιο αμιγή, παραδειγματική, φασιστική ρητορική είναι όταν αναφέρεται κανείς σε κάποιους –άνδρες, γυναίκες και παιδιά– με όρους «ταΐσματος» και «ποτίσματος». Ρητορική στάνης και κοτετσιού ή ακόμα και χοιροστασίου, συνδυασμένη με μια έκφραση στο πρόσωπο που στερείται οποιασδήποτε συναίσθησης, μια έκφραση παγερής περιφρόνησης. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι λόγια που σε άλλο πλαίσιο θα ήταν απλώς ανώδυνα, επιστρατεύονται ως σκεύη σκληρότητας και εργαλεία συμβολικής βίας. Έτσι ακριβώς χτίζεται μια ιδεολογία αφιλοξενίας και εχροπαθούς αυτοσυντήρησης, με περιφρόνηση για αυτόν που βρίσκεται σε δεινή θέση, όχι από κάποιο καπρίτσιο, ούτε γιατί του αρέσει να ταλαιπωρείται και να κινδυνεύει με θάνατο.


Ο λόγος που απαιτεί δηλώσεις υποτακτικού σεβασμού από τον «κάθε κ. Ρούτσι» ή τον προκαταβολικό εγκλεισμό των διασωσμένων στα ξερονήσια, ο λόγος που υπόσχεται σε κάθε στροφή οχυρά και σύνορα, ενθαρρύνει τη φασιστική φαντασία. Αυτή η ρητορική δεν είναι όμως κάτι εκτός, κάτι «περιθωριακό». Ακόμα κι αν δεν έχει πάντοτε εκλογική τύχη, η περίμετρός της είναι πολύ μεγαλύτερη. Το λάθος είναι να πιστέψουμε πως αφορά μόνο την πολιτική (ακρο)δεξιά, ενώ έχει τρυπήσει υποδόρια το κοινωνικό σώμα.

Η απανθρωποποίηση που εκφράζεται με την έκκληση για στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και με το κάλεσμα για πειθαρχική βουβαμάρα (στον «κάθε κ. Ρουτσι») είναι η όξυνση μιας κοινότοπης ανισότητας. Η κοινότοπη ανισότητα κυκλοφορεί μέσα στην ιδεολογία του συρμού, λίγο αξιοκρατικά αριστοκρατική, διαθέσιμη να χωρίσει τους τάχα παραγωγικούς από τους μη παραγωγικούς, πρόθυμη να υποπτευτεί όποιον/-α ασκεί έλεγχο και κριτική στον επίσημο λόγο. Μια πιο θορυβώδης εκδοχή του ίδιου βλέμματος φτάνει ως τη βάναυση απορία: γιατί δεν τους πάμε στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο;

Υπάρχει ακροατήριο που δεν έχει κανένα πρόβλημα με αυτήν τη ρητορική. Και όχι μόνο δεν νιώθει άβολα ή δεν θυμώνει με αυτά αλλά χαίρεται, απολαμβάνει και, ιδίως, ταυτίζεται. Το έχουμε ξαναγράψει: αν δεν καταλάβουμε γιατί κάποιος καταναλώνει απολαμβάνοντας τη φαντασίωση περί ξερονησιών και τις βυθισμένες λέμβους, αν δεν σκύψουμε να δούμε τι παράγει πλέον την επιθυμία για φασιστικές κουβέντες (αλλά και πράξεις και καταστάσεις), θα έχουμε σταθεί μόνο στην ηθική.

Δεν υποτιμώ την ηθική διάσταση, ούτε το αίσθημα αηδίας και τον θυμό. Αυτά είναι η πρώτη ύλη για μια άλλη κοινωνική φαντασία, μια διαφορετική ανάγνωση του κόσμου και των ανθρώπινων προβλημάτων. Απέναντι στην απανθρωποποίηση όμως πρέπει να είμαστε σκληρότεροι και όχι μετριοπαθείς. Η μετριοπάθεια απέναντι στα τερατώδη πράγματα που λέγονται ή στα αίσχη που συμβαίνουν είναι ένα φάρμακο που έχει λήξει και έχει χάσει τη δραστική του ουσία. Το γεγονός πως στην ελληνική δημόσια και τηλεοπτική σφαίρα ακούγεται η λέξη Μακρόνησος και η λέξη Γυάρος ως κομμάτι μιας «λύσης», μιας «διεξόδου» είναι σημάδι παρακμής που κατασκευάζει –έχει βαλθεί να κατασκευάσει από καιρό– τον ελληνικό τραμπισμό. Θέλοντας μάλιστα να υπενθυμίζει και τις ένδοξες ρίζες του στο έτος 1949 και στα στρατόπεδα εκείνης της εποχής. Η σύγχρονη απανθρωποποίηση αντλεί πάντα επιλεκτικά και από το παρελθόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: