Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ» & «ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ» Δύο ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου (γ. 1951) από τη συλλογή «ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ» (εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», γ’ έκδοση, 1982)

 ...............................................................





Γιώργος Μαρκόπουλος (γ. 1951)


·       «Ο ΠΟΛΕΜΟΣ» & «ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ» Δύο ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου (γ. 1951) από τη συλλογή «ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ» (εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», γ’ έκδοση, 1982)

 

            Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

                                          Στον Πάνο Κοκκίδη

Ποιος είναι που είπε ότι ο πόλεμος τέλειωσε.

Ο πόλεμος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα.

Δεκάδες οι νεκροί όταν γυρίζεις σπίτι σου την αυγή.

Την ώρα που κλείνουν οι κινηματογράφοι.

Την ώρα που κλείνουν οι ταβέρνες

και σωρός τα σκουπίδια μαζεύονται στην εξώπορτα –

Δεκάδες οι νεκροί στις γωνίες ωραία παιδιά πεσμένα

                                                                            Μπρούμυτα

με τους γιλιούς και τα αμπέχονά τους πεταμένα στην

                                                                                        σκόνη.

 

Διαβάτη πρωινέ, πρόσεχε μη τα πατήσεις.

 

 

Κατόπιν αφού την έδεσαν αμφότεροι εις τρεις καρέκλας ηνωμένας, και παραμείνας μόνος ο αρχιβασανιστής ο επιλεγόμενος «Μήτσος ο επιλοχίας», εκτύπησε ανηλεώς τα πέλματά της με ρόπαλο. Της κατεβίβασεν το παντελόνιον, της απέσπα τρίχας εκ του εφηβαίου και ακολούθως της ετράβηξε τα στήθη επί τοσούτον ισχυρώς ώστε η παθούσα να καταθέτη ότι «τραβούσε να τα αποσπάση».

 

Προσέτι δε, γνωρίζομεν υμίν, ότι ο εν λόγω Μήτσος παρέμεινεν άγνωστος.

 

                      Βούλευμα πλημμελειοδικών από την δίκη των

                      βασανιστών 14.7.75

 

           ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΕΓΕ
           ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟ
 

Ο Μήτσος πήρε την βαλίτσα του που είχε χαθεί

στο πρακτορείο λεωφορείων Πρεβέζης. Ήσυχα και

                                                                            μοναχικά.

Ύστερα, μπήκε στην Αθήνα, Κυριακή απόγευμα

τόσο απλά και τόσο αθόρυβα, να σπουδάσει ηλεκτρονικός.

 

Πέρασε δίπλα από κλειστές μάντρες υλικών οικοδομής

                                                                             στην ιερά οδό,

από χαλασμένα φορτηγά, τρίκυκλα και κλειστά μηχανουργεία

                                                                               στο Αιγάλεω.

 

Ο Μήτσος είδε από μακριά την Πεντέλη, τον Κεραμικό…

 

Αυτή είναι η Αθήνα, είπε.

 

Πέρασε από την έρημη Ομόνοια.

 

Είδε έναν πατριώτη του φαντάρο. Έκανε πως δεν τον πρόσεξε.

Ρε συ, εσύ δεν είσαι ο Μήτσος!

Και ο Μήτσος απάντησε  ό χ ι

σκεπτόμενος πράγματα πολύ συγκεχυμένα,

όπως τα παιδικά ξυπόλητα χρόνια του

με αυτιά γαϊδάρου στο χωριό

καθώς και εκείνη την Στέλλα από την Βέροια που την αγάπησε

και εντούτοις παντρεύτηκε ζωέμπορο στην Λειβαδιά.

 

Αυτή είναι η Αθήνα, ξαναείπε ο Μήτσος.

 

Έφαγε μακαρονάδα το βράδυ

σε ψητοπωλείο της οδού Βερανζέρου – έκανε βόλτα.

 

Την νύχτα κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο «ωραία Ήπειρος»

 

της οδού Μενάνδρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: