Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Από τον «Αστόχαστο των Βερσαλλιών» του Μολιέρου (1622-1673) (Σκηνή IV, μτφ. Μίνα Ζωγράφου, εκδ. Μαρή)

 ...............................................................


               Μολιέρος (1622 - 1673)






·       Από τον «Αστόχαστο των Βερσαλλιών» του Μολιέρου (1622-1673) (Σκηνή IV, μτφ. Μίνα Ζωγράφου, εκδ. Μαρή)

 

Σκηνή IV

Μολιέρος, Μπρεκούρ, Λα Γκρανζ, κτλ.

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Να ένας άνθρωπος που θα μας κρίνει, Ιππότη!»

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : Τι;

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : Να ‘τονε, τούτον, που παίρνει το ύφος του μαρκησίου· δε σου το ‘πα, πως ο ρόλος σου απαιτεί να παίζεις φυσικά;

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : Αλήθεια.

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : Εμπρός, λοιπόν. «Ιππότη»!

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : «Τι»;

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Έλα μια στιγμή να κρίνεις για ένα στοίχημα που βάλαμε».

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : «Τι στοίχημα» ;

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Τσακωνόμαστε για το ποιος είναι ο μαρκήσιος στην «Κριτική» του Μολιέρου· αυτός βάζει στοίχημα πως είμαι εγώ, κι εγώ στοιχηματίζω πως είναι αυτός».

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : «Κι εγώ κρίνω πως είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Είστε κι οι δυο σας τρελοί που θέλετε να αποδώσετε τέτοια πράγματα στον εαυτό σας· και να τι άκουσα τον Μολιέρο να παραπονιέται, μιλώντας σε ανθρώπους που τον κατηγορούσαν για τα ίδια πράγματα που τον κατηγορείτε κι εσείς. Έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα που να το στενοχωρεί περισσότερο από το να του λένε πως στα πορτρέτα που φτιάχνει, έχει κάποιον σαν πρότυπο· πως σκοπός του είναι να περιγράφει τα ήθη χωρίς να θίγει τα πρόσωπα, και πως όλοι οι ήρωες που παρασταίνει δεν είναι συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά κυριολεκτικά φαντάσματα, που τα ντύνει όπως του καπνίσει για να διασκεδάζει τους θεατές. Πως θα τον στενοχωρούσε πολύ αν ποτέ μαρκάριζε οιονδήποτε· και πως αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να τον αηδιάσει από το να κάνει κωμωδίες είναι ακριβώς οι ομοιότητες που εννοεί ο κόσμος να βρίσκει, και που προσπαθούν διαρκώς να τονίζουν οι εχθροί του για να του δημιουργούν κακές σχέσεις με ορισμένα πρόσωπα, που ούτε τα είχε βάλει ποτέ στο νου του. Και πραγματικά, βρίσκω πως έχει δίκιο· γιατί σας παρακαλώ, να θέλουμε να παρερμηνεύουμε όλες τις κινήσεις και όλα τα λόγια του και να λέμε: «Παίζει τον τάδε», ενώ είναι πράγματα που μπορούν να αποδοθούν σε εκατό άτομα; Μιας και η δουλειά της κωμωδίας είναι να παρασταίνει γενικά όλα τα ελαττώματα των ανθρώπων, και ιδίως των ανθρώπων της εποχής μας, είναι αδύνατον να φτιάξει ο Μολιέρος οποιονδήποτε χαρακτήρα που να μην μοιάζει με κανέναν στον κόσμο· κι αν πρόκειται να τον κατηγορούμε ότι έχει σκεφτεί όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζουν τα ελαττώματα που περιγράφει, τότε ασφαλώς δεν θα πρέπει να φτιάχνει πια κωμωδίες».

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Μα την πίστη μου, Ιππότη, εσύ θέλεις να δικαιολογήσεις τον Μολιέρο και να γλιτώσεις τον φίλο μας από δω».

ΛΑ ΓΚΡΑΝΖ : «Κάθε άλλο. Εσένα γλιτώνει, πάμε να βρούμε άλλους κριτές.

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Έστω. Αλλά πες μου, Ιππότη, δε νομίζεις πως ο Μολιέρος έχει πια εξαντληθεί, και πως δεν θα βρει πια υλικό για…»;

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : «Δε θα βρει υλικό; Ε, καημένε μου Μαρκήσιε, πάντα θα του προσφέρουμε όσο χρειάζεται, γιατί καθόλου δεν προσπαθούμε να φρονιμέψουμε, μ’ όσα κι αν λέει και μ’ όσα κι αν κάνει».

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : Μια στιγμή, αυτό το μέρος πρέπει να το τονίσουμε περισσότερο. Ακούστε με να το πω λιγάκι. «Και πως δε θα βρει πια υλικό για… Δε θα βρει υλικό; Ε, καημένε μου Μαρκήσιε, πάντα θα του προσφέρουμε όσο χρειάζεται, γιατί καθόλου δεν προσπαθούμε να φρονιμέψουμε, μ’ όσα κι αν λέει και μ’ όσα θα κάνει. Μπας και νόμισες πως έχει εξαντλήσει όλη τη γελοιότητα των ανθρώπων στις κωμωδίες του; Και πως, χωρίς να ξεφύγουμε από την Αυλή, δεν υπάρχουν τουλάχιστον είκοσι χαρακτήρες ανθρώπων που δεν τους έχει ακόμα αγγίξει; Δεν υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, εκείνοι που δημιουργούν τις πιο μεγάλες φιλίες του κόσμου και που, μόλις ο φίλος γυρίσει τη ράχη του, γυρεύουν να τον κατασπαράξουν; Δεν υπάρχουν εκείνοι οι κωλογλύφτες, εκείνοι οι άνοστοι κόλακες, που δεν βάζουν κανένα αλάτι για να νοστιμέψουν τους επαίνους που κάνουν και που οι κολακείες τους έχουν μιαν ανούσια γλυκερότητα που φέρνει εμετό σε όσους τις ακούνε; Δεν υπάρχουν εκείνοι οι δειλοί κυνηγοί της εύνοιας, εκείνοι που λατρεύουν με δολιότητα την καλή τύχη, που σε λιβανίζουν σαν είσαι πλούσιος και σε κατατρέχουν σαν ατυχήσεις; Κι εκείνοι που είναι διαρκώς δυσαρεστημένοι με την Αυλή, εκείνοι οι άχρηστοι ακόλουθοι, εκείνοι οι επίμονοι ενοχλητικοί, εκείνοι οι άνθρωποι, λέω, που μόνο τις ενοχλήσεις που κάνουν έχουν να λογαριάσουν για υπηρεσίες, και που γυρεύουν ανταμοιβές μόνο και μόνο γιατί επί δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν φορτικοί στον Άρχοντα; Και δεν υπάρχουν κι εκείνοι που χαϊδεύουν όλο τον κόσμο το ίδιο, που σπαταλούν δεξιά κι αριστερά τις ευγένειές τους και που τρέχουν καταπάνω σ’ όσους βλέπουν κάνοντάς τους τα ίδια αγκαλιάσματα και δίνοντάς τους τις ίδιες βεβαιώσεις φιλίας; - «Κύριε, πολύ ταπεινός σας υπηρέτης. Θεωρείστε με δικό σας άνθρωπο, Κύριε. Θεωρείστε με, Κύριε, ως τον πιο θερμό σας φίλο. Κύριε, είμαι γοητευμένος που σας αγκαλιάζω. Α, Κύριε! Δεν σας είχα δει! Κάνετέ μου τη χάρη να με χρησιμοποιήσετε. Να είσθε βέβαιος πως είμαι ολόκληρος δικός σας. Είσθε ο άνθρωπος που σέβομαι περισσότερο στον κόσμο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να τιμώ όσο εσάς. Σας εξορκίζω να το πιστέψετε. Σας ικετεύω να μην αμφιβάλετε γι’ αυτό. Υπηρέτης. Πολύ ταπεινός λακές.» Άιντε, άιντε, Μαρκήσιε, ο Μολιέρος θα έχει πάντα περισσότερα θέματα από όσα θέλει. Κι όσα έχει θίξει ως τώρα, είναι τίποτα μπροστά σε όσα απομένουν. «Να πώς πρέπει να παιχτεί περίπου».

ΜΠΡΕΚΟΥΡ : «Αρκετά».

ΜΟΛΙΕΡΟΣ : «Συνεχίστε»…

Δεν υπάρχουν σχόλια: