Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

«Ο άνθρωπος που έγραφε βιβλία στο μυαλό του» διήγημα της Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) από τη συλλογή «Ιστορίες μυστηρίου» (μτφ. Μ. Σακκή, εκδ. «Ροές», 2002)

 ............................................................







Πατρίτσια Χάισμιθ 

(1921 - 1995)




·       «Ο άνθρωπος που έγραφε βιβλία στο μυαλό του» διήγημα της Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) από τη συλλογή «Ιστορίες μυστηρίου» (μτφ. Μ. Σακκή, εκδ. «Ροές», 2002)

 

Ο Ε.Τέιλορ Τσήβερ έγραφε βιβλία στο μυαλό του, ποτέ στο χαρτί. Όταν πέθανε, σε ηλικία εξήντα δύο χρονών, είχε γράψει 14 νουβέλες και είχε δημιουργήσει 127 ήρωες, τους οποίους, εκείνος τουλάχιστον, θυμόταν ξεκάθαρα.

   Να πώς άρχισαν όλα: ο Τσήβερ έγραψε μια νουβέλα όταν ήταν είκοσι τριών χρονών, με τίτλο Η Αιώνια Πρόκληση. Του την απέρριψαν και οι τέσσερις εκδότες στους οποίους την πήγε. Ο Τσήβερ, που ήταν τότε βοηθός συντάκτη σε μια εφημερίδα του Μπράιτον, έδειξε το χειρόγραφό του σε τρεις-τέσσερις φίλους δημοσιογράφους και κριτικούς και όλοι του είπαν, με τον ίδιο κοφτό τρόπο των Λονδρέζων εκδοτών, πως οι ήρωες δεν είναι ζωντανοί… ο διάλογος ψεύτικος… το θέμα σκοτεινό… Μιας και ρωτάς τη γνώμη μου, ειλικρινά δεν νομίζω πως έχει κάποια τύχη να εκδοθεί, ακόμα κι αν το δουλέψεις… καλύτερα ξέχασέ το και γράψε ένα άλλο… Ο Τσήβερ είχε αφιερώσει επί δύο ολάκερα χρόνια όλο τον ελεύθερο χρόνο του, για να γράψει αυτή τη νουβέλα και παραλίγο να χάσει την κοπέλα που ήθελε να παντρευτεί, τη Λουίζ Ουέλντον, γιατί δεν την έβλεπε αρκετά συχνά. Πάντως, τελικά, την παντρεύτηκε, λίγες βδομάδες μετά τον καταιγισμό των αρνητικών κριτικών σχετικά με το βιβλίο του.

   Ο Τσήβερ είχε κάποιο μικρό εισόδημα και το ίδιο και η Λουίζ. Δεν είχε ανάγκη να δουλεύει. Είχε σκεφτεί λοιπόν να παραιτηθεί απ’ την εφημερίδα στην οποία δούλευε (εφόσον βέβαια θα είχε εκδώσει την πρώτη του νουβέλα) και να συνεχίσει να γράφει βιβλία και κριτικές βιβλίων στην εφημερίδα του Μπράιτον και ίσως, αργότερα στους Τάιμς και στο Γκουάρντιαν. Δοκίμασε να μπει σαν κριτικός βιβλίων στην εφημερίδα Μπήκον του Μπράιτον, αλλά δεν τον δέχτηκαν σαν μόνιμο συνεργάτη. Άλλωστε η Λουίζ ήθελε να ζήσει στο Λονδίνο.

   Έτσι αγόρασαν ένα σπίτι στο Τσένι Γουόκ και το διακόσμησαν με έπιπλα και χαλιά που τους έδωσαν οι γονείς τους. Στο μεταξύ ο Τσήβερ είχε ήδη στο μυαλό του μια καινούργια νουβέλα που, τούτη τη φορά, θα την τελειοποιούσε πριν γράψει έστω και μια λέξη σε χαρτί. Τον είχε πιάσει μια τέτοια μυστικοπάθεια που δεν είχε πει στη Λουίζ τον τίτλο ή το θέμα αυτού του βιβλίου, ούτε ήθελε να συζητήσει μαζί της τους ήρωες, μ’ όλο που τους έβλεπε καθαρά μέσα στο μυαλό του – την καταγωγή τους, τα κίνητρά τους, τα γούστα τους, ακόμα και την εμφάνισή τους και το χρώμα των ματιών τους. Το επόμενο βιβλίο του ήταν ξεκάθαρο, με θέμα συγκεκριμένο, με ήρωες ζωντανούς και διάλογο λιτό, αλλά γεμάτο περιεχόμενο.

   Καθόταν ώρες μέσα στο γραφείο του και έγραφε το βιβλίο του μέσα στο μυαλό του και σιγομουρμουρίζοντας. Σημειώσεις δεν κρατούσε, παρά μόνο πού και πού κάποια ημερομηνία, όπως «1877-53» ή «1939-83», για να καθορίσει την ηλικία ή το έτος γέννησης μερικών ηρώων του. Του πήρε δεκατέσσερις μήνες, για να σκεφτεί και να γράψει στο μυαλό του αυτό το βιβλίο του, που τον τίτλο του – Ο Καταστροφέας του Παιχνιδιού – τον ήξερε μόνο ο ίδιος. Την ίδια εποχή γεννήθηκε και ο γιος του, ο Έβερετ Τζούνιορ. Ο Τσήβερ ήξερε πια τόσο καλά το βιβλίο του που η πρώτη σελίδα ήταν χαραγμένη στο μυαλό του τόσο καθαρά που την έβλεπε σαν τυπωμένη. Ήξερε πως θα είχε δώδεκα κεφάλαια και τι ακριβώς περιείχαν αυτά τα κεφάλαια. Είχε αποστηθίσει όλους τους διαλόγους και ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να δακτυλογραφήσει το βιβλίο σε λιγότερο από ένα μήνα. Είχε και μια καινούργια γραφομηχανή, δώρο της Λουίζ για τα γενέθλιά του.

   «Είμαι επιτέλους έτοιμος», είπε ο Τσήβερ ένα πρωί με ασυνήθιστη ευθυμία.

   «Ω, μα αυτό είναι θαυμάσιο, αγάπη μου!» είπε η Λουίζ. Από τακτ δεν τον ρωτούσε ποτέ πώς πήγαινε η δουλειά του, γιατί καταλάβαινε πως αυτό τον ενοχλούσε.

   Όσην ώρα ο Τσήβερ διάβαζε τους Τάιμς και γέμιζε την πρώτη πίπα του, πριν ανεβεί στο γραφείο του, η Λουίζ βγήκε στον κήπο και έκοψε τρία κίτρινα τριαντάφυλλα, τα έβαλε σ’ ένα βάζο και τ’ ανέβασε στο δωμάτιό του. Και μετά αποσύρθηκε αθόρυβα.

   Το γραφείο του Τσήβερ ήταν όμορφο και άνετο, μ’ ένα μεγάλο γραφείο, καλό φωτισμό, βιβλία και λεξικά, έναν δερμάτινο πράσινο καναπέ όπου έπαιρνε έναν υπνάκο όποτε ήθελε και μια υπέροχη θέα στον κήπο. Ο Τσήβερ είδε τα τριαντάφυλλα πάνω στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στο γραφείο και χαμογέλασε συγκινημένος. Πρώτη σελίδα, Κεφάλαιο Ένα, σκέφτηκε. Θ’ αφιέρωνε τοπ βιβλίο στη Λουίζ. Στη γυναίκα μου, Λουίζ. Απλά και ξεκάθαρα. Ένα γκρίζο πρωινό του Δεκέμβρη, ο Λέοναρντ…

   Σταμάτησε κι άναψε μια πίπα. Είχε βάλει ένα φύλλο στη γραφομηχανή, αλλά δεν είχε γράψει τίποτα πάνω του. Ξαφνικά, στις 10.15 το πρωί, ο Τσήβερ ένιωσε μια έντονη βαρεμάρα – μια ανία  που τον παρέλυε και τον έπνιγε. Ήξερε το βιβλίο, ήταν γραμμένο ολόκληρο στο μυαλό του, γιατί να το γράψει και στο χαρτί;

   Η σκέψη πως θα ‘πρεπε να χτυπάει αυτά τα πλήκτρα επί αρκετές βδομάδες, γράφοντας λέξεις που ήδη ήξερε απ’ έξω σε διακόσιες ενενήντα δύο σελίδες, του έφερνε απελπισία. Έπεσε στον πράσινο καναπέ και κοιμήθηκε μέχρι τις έντεκα. Ξύπνησε αναζωογονημένος και με τελείως αλλαγμένη διάθεση. Το βιβλίο ήταν έτοιμο· όχι μόνο έτοιμο, αλλά και χτενισμένο. Γιατί λοιπόν να μη προχωρήσει σε κάτι άλλο;

   Εδώ και τέσσερις περίπου μήνες είχε μπει στο μυαλό του Τσήβερ μια ιδέα για μια καινούργια νουβέλα με ήρωα ένα ορφανό που ψάχνει να βρει τους γονείς του. Άρχισε λοιπόν να επεξεργάζεται αυτή την ιδέα. Κάθισε όλη μέρα στο γραφείο του, σιγομουρμουρίζοντας και κοιτάζοντας τις λευκές σελίδες  μπριστά του. Δημιουργούσε.

   Όταν τελείωσε τη νουβέλα με το ορφανό – ήταν αρκετά μεγάλη -, ο γιος του ήταν ήδη πέντε χρονών.

   «Μπορώ να γράψω τα βιβλία μου αργότερα, όποτε θέλω», είπε ο Τσήβερ στη Λουίζ. «Το βασικό είναι να τα δημιουργώ στο μυαλό μου».

   Η Λουίζ απογοητεύτηκε, αλλά δεν το ‘δειξε. «Ο πατέρας σου είναι συγγραφέας», είπε στον Έβερετ Τζούνιορ. «Γράφει νουβέλες. Οι συγγραφείς δεν πηγαίνουν στη δουλειά όπως όλοι οι άνθρωποι. Μπορούν να δουλεύουν στο σπίτι».

   Ο μικρός Έβερετ πήγαινε στο νηπιαγωγείο και τ’ άλλα παιδιά ρωτούσαν τι δουλειά έκανε ο πατέρας του. Έλεγε με περηφάνια πως ήταν συγγραφέας. Όταν όμως έγινε δώδεκα χρονών πια, ο Έβερετ κατάλαβε πώς ακριβώς είχε η κατάσταση και τη βρήκε ιδιαίτερα αστεία και ειδικά όταν η μητέρα του τού είπε πως ο πατέρας του είχε γράψει έξι βιβλία. Αόρατα βιβλία. Τότε ήταν που η Λουίζ άλλαξε στάση απέναντι στον Τσήβερ. Αντί για επιείκεια και ανοχή, άρχισε να του δείχνει σεβασμό και θαυμασμό. Και το έκανε αυτό, συνειδητά, για να δώσει το καλό παράδειγμα στον Έβερετ. Ήταν αρκετά συντηρητική ώστε να πιστεύει ότι ένας γιος άμα δεν σέβεται τον πατέρα του χαλάει ο χαρακτήρας του και μερικές φορές διαλύεται όλη η οικογένεια.

   Όταν ο Έβερετ έγινε δεκαπέντε, δεν έβρισκε πια αστεία τη δουλειά του πατέρα του, αλλά ντρεπόταν γι’ αυτήν όταν έρχονταν στο σπίτι οι φίλοι του.

   «Μυθιστορήματα;… Νουβέλες; Καλές;… Μπορώ να δω μία;» ρώτησε ο Ρόνι Φελπς, ένας άλλος δεκαπεντάχρονος και ήρωας στα μάτια του Έβερετ.

   «Είναι πολύ ντροπαλός ξέρεις», απάντησε ο Έβερετ. «Τα κρύβει στο δωμάτιό του τα βιβλία του».

   «Επτά νουβέλες! Περίεργο που δεν τον έχω ακουστά. Ποιος είναι ο εκδότης του;»

   Ο Έβερετ ένιωθε τόσο άσχημα που μετέδωσε τον εκνευρισμό και την αμηχανία  του και στον Ρόνι. Έτσι, μετά από τρεις μέρες – κι ενώ είχε έρθει για να μείνει σ’ όλες τις διακοπές των Χριστουγέννων -, ο Ρόνι έφυγε και πήγε να βρει τους γονείς του στο Κεντ. Ο Έβερετ έκανε σχεδόν απεργία πείνας κι έμενε κλεισμένος συνέχεια στο δωμάτιό του, όπου η μητέρα του τον βρήκε δύο φορές να κλαίει.

    Ο Τσήβερ δεν έμαθε τίποτα απ’ όλα αυτά. Η Λουίζ τον προστάτευε από κάθε οικιακή σκοτούρα. Μιας όμως και οι διακοπές θα κρατούσαν σχεδόν ένα μήνα και ο Έβερετ ήταν σε τέτοιο χάλι, η Λουίζ πρότεινε να κάνουν μια κρουαζιέρα στις Κανάριους νήσους.

   Στην αρχή ο Τσήβερ δεν δέχτηκε με πολύ ενθουσιασμό την ιδέα. Δεν του αρέσαν οι διακοπές, δεν τις χρειαζόταν, όπως έλεγε. Αλλά μετά από είκοσι τέσσερις ώρες, αποφάσισε ότι ήταν καλή ιδέα. «Μπορώ να δουλεύω και στο πλοίο», είπε.

   Στο πλοίο ο Τσήβερ καθόταν με τις ώρες σε μια πολυθρόνα στο κατάστρωμα, μερικές φορές μ’ ένα μολύβι στο χέρι, μερικές φορές χωρίς αυτό, δουλεύοντας το όγδοο βιβλίο του. Στην πραγματικότητα δεν έγραψε ούτε μια λέξη σ’ αυτές τις δώδεκα μέρες. Η Λουίζ που καθόταν δίπλα του καταλάβαινε όταν τον άκουγε ν’ αναστενάζει και να κλείνει τα μάτια πως έκανε διάλειμμα. Προς το τέλος της μέρας, φαινόταν σαν να κρατάει ένα βιβλίο ανοιχτό στα χέρια του και να το ξεφυλλίζει, και η Λουίζ ήξερε τότε πως διάβαζε τα προηγούμενα έργα του που ήξερε απέξω.

   «Χα-χα». Ο Τσήβερ γελούσε σιγανά όταν κάποια παράγραφος τον διασκέδαζε. Μετά γύριζε σελίδα, έμοιαζε να διαβάζει και μετά μουρμούριζε, «Χμ… μμμ. Καθόλου κακό, καθόλου κακό».

   Ο Έβερετ, που καθόταν δίπλα του κι αυτός, απ’ την άλλη μεριά, σηκωνόταν κι έφυγε βλοσυρός και μουτρωμένος κάθε φορά που άκουγε τον πατέρα του να μουρμουρίζει ικανοποιημένος. Η κρουαζιέρα τελικά δεν είχε και μεγάλη επιτυχία, ιδίως για τον Έβερετ, γιατί δεν υπήρχαν πάνω στο πλοίο άλλα παιδιά της ηλικίας του, εκτός από ένα κορίτσι που ο Έβερετ δήλωσε κατηγορηματικά στους γονείς του και στον καμαρότο πως δεν ήθελε να το γνωρίσει.

   Τα πράγματα όμως καλυτέρεψαν αισθητά όταν ο Έβερετ πήγε στην Οξφόρδη. Τουλάχιστον έδειχνε και πάλι να τον διασκεδάζει το επάγγελμα του πατέρα του, που, όπως έλεγε, τον είχε κάνει αρκετά δημοφιλή στην Οξφόρδη. «Δεν έχει ο καθένας ένα ζωντανό πεντάστιχο για πατέρα!» έλεγε στη μητέρα του. «Να σας απαγγείλω ένα – ».

   «Σε παρακαλώ, Έβερετ», τον έκοβε η μητέρα του με μια ψυχρότητα που έσβηνε αμέσως το χαμόγελο απ’ τα χείλη του Έβερετ.

   Κοντά στα εξήντα πια, ο Τσήβερ παρουσίασε μια σοβαρή καρδιοπάθεια, απ’ την οποία και θα πέθαινε τελικά. Εξακολουθούσε να γράφει βιβλία στο μυαλό του με την ίδια ζέστη, αλλά ο γιατρός τον συμβούλεψε να δουλεύει λιγότερες ώρες και να ξαπλώνει δυο φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η Λουίζ είχε εξηγήσει στο γιατρό (έναν καινούργιο γιατρό, ειδικό καρδιολόγο) τι είδους δουλειά έκανε ο Τσήβερ.

   «Σκέφτεται ένα μυθιστόρημα», είπε η Λουίζ. «Κι αυτό είναι το ίδιο κουραστικό σαν να το γράφει».

   «Φυσικά», συμφώνησε ο γιατρός.

   Όταν ήρθε το τέλος, ο Έβερετ ήταν τριάντα οκτώ χρονών και είχε ήδη δύο αρκετά μεγάλα παιδιά. Ο Έβερετ είχε γίνει ζωολόγος. Αυτός, η μητέρα του και πέντε-έξι συγγενείς είχαν συγκεντρωθεί στο δωμάτιο του νοσοκομείου όπου ο Τσήβερ κειτόταν κάτω από μια τέντα οξυγόνου. Ο Τσήβερ μουρμούριζε κάτι και η Λουίζ έσκυψε ν’ ακούσει.

   «…χους εις χουν», έλεγε ο Τσήβερ. «Κάντε πίσω… Όχι φωτογραφίες… Δίπλα στον Τένυσον;» Αυτό το τελευταίο με πιο δυνατή φωνή «μνημείο στην ανθρώπινη φαντασία…»

   Ο Έβερετ άκουγε κι εκείνος με προσήλωση. Τώρα ο πατέρας του φαινόταν να βγάζει έναν λόγο. Ένα εγκώμιο, σκέφτηκε ο Έβερετ.

   «…μικρή γωνιά τιμημένη από έναν ευγνώμονα λαό… Κλανκ!... Προσοχή!»

   Ο Έβερετ διπλώθηκε ξαφνικά στα δύο, συγκλονισμένος από έναν σπασμό γέλιου. «Θάβει τον εαυτό του στο Αββαείο του Ουέστμινστερ!»

   «Έβερετ!» είπε η μητέρα του. «Σιωπή!»

   «Χα-χα-χα!» Ανίκανος να συγκρατήσει το νευρικό γέλιο του, ο Έβερετ βγήκε παραπατώντας απ’ το δωμάτιο κι έπεσε βαριά σ’ ένα πάγκο στον διάδρομο, σφίγγοντας τα χείλη του σε μια ύστατη προσπάθεια να ελέγξει τον εαυτό του. Αυτό που έκανε την όλη κατάσταση ακόμη πιο αστεία ήταν πως όλοι οι άλλοι μέσα στο δωμάτιο, με εξαίρεση τη μητέρα του, δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Ήξεραν πως ο πατέρας του έγραφε βιβλία στο μυαλό του, αλλά δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τη «Γωνιά των Ποιητών!»

   Μετά από μερικά λεπτά, ο Έβερετ κατάφερε να σοβαρευτεί και ξαναμπήκε στο δωμάτιο. Ο πατέρας του μουρμούριζε όπως όταν δούλευε. Δούλευε άραγε ακόμη και τώρα; Ο Έβερετ είδε τη μητέρα του να σκύβει, για ν’ ακούσει. Ήταν ιδέα του, ή άκουγε να βγαίνει κάτω απ’ την τέντα του οξυγόνου ένα φάντασμα απ’ τη Χώρα της Ελπίδας και της Δόξας;

   Είχε τελειώσει. Καθώς έβγαιναν απ’ το δωμάτιο, ο Έβερετ είχε την εντύπωση πως έπρεπε τώρα να πάνε στο σπίτι των γονιών του για το επικήδειο δείπνο, αλλά όχι – η κηδεία τελικά δεν είχε γίνει ακόμη. Οι πνευματικές ικανότητες του πατέρα του ήταν πραγματικά εξαιρετικές.

   Οκτώ χρόνια αργότερα, η Λουίζ πέθανε από πνευμονία. Ο Έβερτ της παραστεκόταν στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού της στο Τσένι Γουώκ. Η μητέρα του μιλούσε συνέχεια για τον πατέρα του και για τη φήμη και το σεβασμό που του άξιζαν και που δεν είχε απολαύσει ποτέ.

   «Μέχρι το τέλος», είπε η Λουίζ. «Είναι θαμμένος στη Γωνιά των Ποιητών, Έβερετ – δεν πρέπει να το ξεχνάς αυτό…»

   «Ναι», είπε ο Έβερετ, εντυπωσιασμένος, και σχεδόν το πίστευε.

   «Δεν υπάρχει χώρος εκεί για τις συζύγους – αλλιώς θα μπορούσα να πάω να τον βρω», ψιθύρισε η Λουίζ.

   Και ο Έβερετ δεν της είπε φυσικά πως θα πήγαινε να τον συναντήσει στον οικογενειακό τάφο έξω απ’ το Μπράιτον. Ήταν όμως αλήθεια αυτό; Δεν μπορούσαν να βρουν άλλη μια θεσούλα στη Γωνιά των Ποιητών; Μπράιτον, είπε στον εαυτό του ο Έβερετ, καθώς άρχιζε να καταλαβαίνει. Μπράιτον! «Δεν είμαι και τόσο σίγουρος γι’ αυτό», είπε τέλος. «Ίσως μπορέσει να κανονιστεί, μαμά. Θα δούμε».

   Εκείνη έκλεισε τα μάτια της κι ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, το ίδιο χαμόγελο ικανοποίησης που ο Έβερετ είχε δει στο πρόσωπο του πατέρα του λίγο πριν πεθάνει.    


Δεν υπάρχουν σχόλια: