Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

"Αντίδοτο ή πανάκεια;" έγραψε ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 08.09.2018)


..............................................................
 

Αντίδοτο ή πανάκεια;


 
EUROKINISSI/ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ
Αν θελήσουμε να βάλουμε σε τάξη όσα –ων ουκ έστιν αριθμός– έγιναν, γράφτηκαν ή ακούστηκαν τα χρόνια της κρίσης, πρέπει να επιλέξουμε μια οπτική γωνία. Νομίζω λοιπόν ότι όλοι σχεδόν θα συμφωνήσουμε πως η κόντρα ανάμεσα στο δημόσιο/κρατικό και το (νεο)φιλελεύθερο/ιδιωτικό είναι ίσως η πιο καίρια. Κι επειδή η επιλογή μεταξύ των δύο έχει ένα σαφές ιδεολογικό υπόστρωμα, θα πρέπει επίσης να τηρήσουμε τη διάκριση ανάμεσα στο αρχικό και αφηρημένο περιεχόμενο μιας ιδεολογίας και το πoιες συγκεκριμένες πράξεις έχουν γίνει στο όνομά της.
Η διάκριση αυτή γίνεται για να αναδειχθεί το εξής γεγονός, το οποίο έχει συστηματικά υποτιμηθεί και από τους μεν και από τους δε: ότι η δική μας περίπτωση δεν χωράει στο γενικότερο εκτός Ελλάδας παράδειγμα. Θα έλεγα μάλιστα ότι το αντιστρέφει. Δηλαδή, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο οι ευθύνες για την κρίση –αναφέρομαι στο κραχ του 2008– βαραίνουν αποκλειστικά τον ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα, στα καθ’ ημάς η ρίζα της κακοδαιμονίας ήταν η εξαχρείωση του δημόσιου. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να δούμε πιο καθαρά την ιδεολογική ταυτότητα που οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις κατασκεύασαν για τον εαυτό τους και ταυτόχρονα να ερμηνεύσουμε την επικοινωνιακή τακτική τους.
Η Νέα Δημοκρατία ξεκινάει από το τι πραγματικά συνέβη, επικαλούμενη τα πέρα από κάθε αμφιβολία έκτροπα του νεοελληνικού κρατισμού και του πελατειακού συστήματος που τον εξέθρεψε. Και μέχρι εδώ έχει δίκιο. Ταυτόχρονα όμως αποφεύγει να μιλήσει για το πού οδήγησε πριν από μερικά χρόνια η θεραπεία που προτείνει, δηλαδή η απορρύθμιση της αγοράς. Δεν είναι τυχαίο.
Γιατί οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση γύρω από το θέμα και όχι η εκτόξευση συνθημάτων, θα ανασύρει στην επιφάνεια το τι συνέβη στον υπόλοιπο κόσμο όταν οι λάτρεις της ελεύθερης αγοράς, με μόνο κίνητρο το βραχυπρόθεσμο κέρδος, έφτασαν στο παραπέντε μιας ολικής καταστροφής, σε σύγκριση με την οποία το δικό μας πρόβλημα υποβιβάζεται σε απλό και εντοπισμένο πταίσμα.
Μια τέτοια συζήτηση για τα δεινά (λιτότητα), τις αδικίες (διεύρυνση της ανισότητας και φορολογικοί παράδεισοι για τους πλούσιους) και τους κινδύνους (νέες φούσκες έτοιμες να σκάσουν) έχει ήδη αρχίσει στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα όμως, για τους επικριτές της κυβέρνησης το μόνο ζητούμενο είναι το πώς θα απαλλαγούμε από τον κρατισμό. Η απορρύθμιση της οικονομίας έχει γίνει πανάκεια.
Κατά συνέπεια, ως προς αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ και γενικά η Αριστερά έχουν δίκιο όταν απορρίπτουν την αχαλίνωτη αγορά. Η λύση που προτείνουν όμως δεν λύνει το πρόβλημα. Διότι η εύστοχη κριτική τους, τόσο στο αρχικό, γενικό και αφηρημένο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού όσο και στα παρ’ ολίγον ολέθρια αποτελέσματα της εφαρμογής του όπως φάνηκε το 2008, λειτουργεί στην πράξη όχι ως μοχλός εξυγίανση του δημόσιου τομέα, αλλά ως επιχείρημα για τη διάσωση του κρατισμού.
Φυσικά κατά καιρούς θα βρεθεί κάποιος να πει ότι «φταίξαμε κι εμείς», αλλά αυτά είναι λόγια χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, αν κρίνουμε από το τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα, ο απώτερος στόχος δεν είναι ένας βελτιωμένος και αποτελεσματικός δημόσιος τομέας, αλλά η κατάληψή του από εκείνους που ο παππούς τους ήταν στον ΕΛΑΣ.
Ισως ο πιο εύκολος τρόπος να πείσεις τους άλλους (και τον εαυτό σου πάνω απ’ όλα) ότι έχεις δίκιο, είναι να απλοποιείς τα πράγματα. Γι’ αυτό η κόντρα γύρω από το δημόσιο και το ιδιωτικό θα συνεχιστεί και θα παραμείνει άγονα διχαστική, με τους δύο αντίδικους ταμπουρωμένους πίσω από τη μισή αλήθεια που τους συμφέρει. Μέσα μέσα στην οχλοβοή της μάχης όμως, μας διαφεύγει ένα προφανέστατο γεγονός: στην Ελλάδα, όπως και σε ολόκληρο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο, ισχύει το μοντέλο της μικτής οικονομίας, με την έννοια ότι κανείς (του ΚΚΕ εξαιρουμένου) δεν προτείνει την υποκατάστασή του από μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία.
Συνεπώς είναι εντελώς παράλογο να κάνουμε σημαία το ένα από τα δύο συστατικά για να καταγγείλουμε το έτερο. Το ζητούμενο λοιπόν είναι η σωστή δοσολογία και ο πιο αποδοτικός και κοινωνικά δίκαιος τρόπος αυτά τα δύο να συνδυαστούν. Για να το πω αλλιώς, η αγορά να λειτουργεί ως αναγκαίο αντίδοτο του Δημοσίου και το Δημόσιο ως αντίδοτο της αγοράς.
Το σφάλμα των (νεο)φιλελεύθερων δεν είναι ότι επέκριναν τον κρατισμό ως διαστρέβλωση του δημόσιου, αλλά ότι, εμφορούμενοι από τον ενδημούντα στην πολιτική ζωή μας ταλιμπανισμό, ανήγαγαν την ελεύθερη αγορά σε πανάκεια.
Δυστυχώς στην Ελλάδα η ενασχόληση με την πολιτική θυμίζει επιβίβαση σε αεροπλάνο. Οπως στο αεροπλάνο δεν σου επιτρέπουν να έχεις μαζί σου αιχμηρά υλικά και εύφλεκτες ύλες, έτσι και στην πολιτική, οι στρατευμένοι και στρατωνισμένοι υποχρεούνται να παραδώσουν την όποια κριτική ικανότητα τους έδωσε ο Πανάγαθος.
 


«Η μεγάλη Μάρθα» διήγημα του Θανάση Βαλτινού (από τη συλλογή διηγημάτων του «Επείγουσα ανάγκη ελέου», εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015)

..............................................................

 









Θανάσης Βαλτινός
(γ. 1932) 






·        «Η μεγάλη Μάρθα» 
διήγημα του Θανάση Βαλτινού

(από τη συλλογή διηγημάτων του «Επείγουσα ανάγκη ελέου», εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 2015)

                                                                                               Στον Γιώργο Λ.

Η γιαγιά Μάρθα ξαναφόρεσε σκουλαρίκια στα ογδόντα της. Για την ακρίβεια σκουλαρίκι, στο αριστερό αφτί. Της το φόρεσε η εγγονή της – από ψυχοκόρη. Ένα μικρό διαμαντάκι με χρυσό δεκαοχτώ καρατίων. Συμπεριφορά φρικιού.
   Έντεκα χρονών – αλλά αυτό δεν το θυμόταν η γιαγιά – της είχαν τρυπήσει τους λοβούς και της είχαν περάσει από ένα ξυλάκι ρίγανης για να μην κλείσουν οι πληγές. Στα δεκαοκτώ της την πάντρεψαν, κι αυτό το θυμόταν. Ο Βασίλης ήταν λοτόμος, είκοσι δύο χρονών. Δούλευε κομπανία με τα ξαδέλφια του. Στα είκοσι οχτώ του σκοτώθηκε, τον πλάκωσε ένα μεγάλο λεύκο που έκοβαν.
   Η γιαγιά Μάρθα, χήρα και άτεκνη, φόρεσε μαύρα, έβγαλε όλα τα χρυσαφικά της και για πενήντα έξι χρόνια, το μόνο πράγμα που έλαμπε πάνω της ήταν οι δυο βέρες στον δεξή παράμεσο.
   Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Βασίλη, περίπου στα τριάντα της, βρήκε ένα έκθετο στην πόρτα της. Παραμονές Χριστουγέννων. Ένα σημείωμα καρφιτσωμένο στα σπάργανα πληροφορούσε ότι το μωρό ήταν σαράντα ημερών και αβάπτιστο. Το νήπιο είχε μελανιάσει από το κρύο, αλλά δεν έκλαιγε. Η γιαγιά Μάρθα – που δεν ήταν γιαγιά τότε – το πήρε στην αγκαλιά της και μπήκε στο σπίτι τρομοκρατημένη. Δεν ήξερε αν ζούσε και, όπως το κράταγε αμήχανα, ακούμπησε με το ανάστροφο του χεριού της τα χείλη του. Εκείνο, ήρεμο, άνοιξε το στόμα βρήκε ψάχνοντας ένα δάχτυλό της κι άρχισε να το βυζαίνει. Η γιαγιά Μάρθα βούρκωσε.
   Ήταν κοριτσάκι. Όλοι της είπαν να μην το κρατήσει το μούλικο. Ήταν νέα γυναίκα, έπρεπε να ξαναπαντρευτεί. Να κάνει δικά της παιδιά. Να το βαφτίσει μονάχα, να είναι νονά του. Και να το δώσει σε ίδρυμα. Δεν άκουσε κανέναν. Και το κράτησε και το βάφτισε. Δεν την έβγαλε Χριστίνα, που της την έστειλε ο Χριστός. Την έβγαλε Μοίρα. Καλομοίρα. Ήταν η μοίρα της.
   Η Μοίρα μεγάλωσε χωρίς να της λείψει τίποτα. Ήταν στοχαστικό παιδί. Όταν έγινε επτά χρονών, η γιαγιά της είπε την αλήθεια. Η Μοίρα την κοίταξε αμίλητη. «Αλλά εσύ είσαι η μαμά μου», είπε μονάχα. Έφυγε να παίξει και η γιαγιά βούρκωσε πάλι.
   Μετά δώδεκα χρόνια η Μοίρα παντρεύτηκε τον Νικόλα. Ο Νικόλας ήταν δάσκαλος. Νικόλαος Μανουηλίδης, με ρίζες από τον Πόντο. Από τον ποταμό Ρόες. Τα μάτια του γέλαγαν πάντα. Ακόμα κι όταν ήταν στενοχωρημένος. Ειρωνικά. Όταν τη γύρεψε από τη γιαγιά, η γιαγιά τον έκοψε. «Να το πεις στην ίδια». Το είπε και παντρεύτηκαν.
   Πέντε χρόνια δεν έκαναν παιδί. Η γιαγιά δεν μίλαγε. Όταν στα πέντε χρόνια η Μοίρα της είπε ότι είναι έγκυος, η γιαγιά ούρλιαξε. Ένα ουρλιαχτό λίγο τρελό. Ήταν ένα σημάδι. Η Μοίρα αγριεύτηκε. Ύστερα η γιαγιά ηρέμησε, σαν να είχε φύγει από πάνω της ένας βραχνάς.
   Η Μοίρα γέννησε κοριτσάκι. Το βάφτισαν Μάρθα. Η μικρή Μάρθα. Στα βαφτίσια η γιαγιά χόρεψε. Δεν ήταν αίμα δικό της αλλά χόρεψε.
   Η μικρή Μάρθα μεγάλωσε. Πήγε στο Πανεπιστήμιο. Στις διακοπές των εορτών γύριζε πάντα στο σπίτι. Γύριζε κυρίως στη γιαγιά της.
   Εβδομήντα πέντε χρονών η γιαγιά Μάρθα άρχισε να χάνεται. Έπαιρνε τους δρόμους, ξέχναγε να γυρίσει. Δυο φορές την κουβάλησαν πίσω οι γείτονες. Η Μοίρα έτρεμε μην της γίνει τίποτα. Ο Νικόλας γέλαγε. Η γιαγιά δεν χανόταν μόνο· άρχισε να ελευθεριάζει και η γλώσσα της.
   Τον Σεπτέμβριο που έκλεισε τα ογδόντα ξαναχάθηκε. Πρώτη φορά ο Νικόλας δεν γέλασε. Την έψαχναν όλη νύχτα. Τη βρήκαν το πρωί. Τη βρήκε ένας αγροφύλακας. Είχε βγει έξω στα διψασμένα χώματα του καλοκαιριού.
   Τη βρήκε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο αμπέλι, πλαγιασμένη στη ρίζα μιας ξερολιθιάς να ακουμπάει στον δεξή αγκώνα της. Και να τραγουδάει.
   Την πήγαν στο νοσοκομείο. Είχε σπάσει γοφούς και καλάμια. Οι γιατροί της έβαλαν καρφιά, της έβαλαν λάμες. Κοντά τέσσερις μήνες κράτησε αυτό.
   Παραμονές Χριστουγέννων πήγαν και την πήραν. Η Μοίρα, ο Νικόλας, η μικρή Μάρθα. Η μικρή Μάρθα κόντευε ήδη τα είκοσι τρία. Γύρισαν στο σπίτι. Το σπίτι ήταν ζεστό, το τραπέζι στρωμένο. Η γιαγιά Μάρθα έκατσε στη θέση της. Σκεφτική. Ταξίδευε. Κάποια στιγμή γύρισε προς την κουζίνα. «Θυμάσαι Μοίρα;» είπε.
   Η Μοίρα έφτιαχνε τη σαλάτα. Η Μοίρα δεν θυμόταν. Αλλά ανατρίχιασε.
   Ο Νικόλας γέλασε για ν’ αλλάξει το κλίμα. «Τώρα είσαι καλά», είπε για να την πειράξει. «Τώρα θα βρούμε ένα παιδί να σε παντρέψουμε». Η γιαγιά σα να βγήκε από τις σκέψεις της. Τον κοίταξε αυστηρά. «Δεν είμαι για γάμο», είπε. «Έχω σίδερα στα πόδια μου. Πώς θα τα σηκώνω».
   Η μικρή Μάρθα ξέσπασε σε γέλια, όρμησε στη γιαγιά, την αγκάλιασε και ήταν τότε που έβγαλε το σκουλαρίκι από το αφτί της και το πέρασε στο αφτί της γιαγιάς Μάρθας. Αυτός ο θρίαμβος.
   Η γιαγιά πέθανε ανήμερα τα Χριστούγεννα. Τη βρήκαν το πρωί να κοιμάται γαληνεμένη. Την έθαψαν την επομένη. Όταν γύρισαν στο σπίτι, τους φάνηκε άδειο. Η Μοίρα αναστέναξε και άρχισε να σιγυράει.
   «Ήταν καλή γυναίκα», είπε ο Νικόλας.
   «Μου λείπει», είπε η μικρή Μάρθα και την πήραν τα κλάματα. Η γιαγιά Μάρθα δεν ήταν αίμα τους.

Πρώτη δημοσίευση «Ελευθεροτυπία», 24-25/12/2004




 

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

"Λατινικά - Κοινωνιολογία: 0-1" γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 07.09.2018)


............................................................
 




Λατινικά - Κοινωνιολογία: 0-1


«Ναι, τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά είναι απομακρυσμένα από την πραγματικότητα, είναι “νεκρές” γλώσσες, αυτό σημαίνει ότι δεν χρησιμεύουν για να επικοινωνούμε και ότι η γνώση τους δεν θα έχει καμία ανταλλακτική αξία. Η δομή όμως αυτών των γλωσσών με τις κλίσεις των ονομάτων, η πρακτική της ευθείας και αντίστροφης μετάφρασης αποτελούν ανεκτίμητη άσκηση στην ακρίβεια, την επαγωγική σκέψη και την καλύτερη γνώση των γαλλικών».
Ετσι περιγράφει η δημοσιογράφος και πολιτική επιστήμονας Νατάσα Πολονί, στο έξοχο βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας» (εκδόσεις Πόλις), την οιονεί εξαφάνιση των κλασικών σπουδών από το γαλλικό σχολείο (και όχι μόνο).
Κάνω αυτή την αναφορά όχι ως φόρο τιμής σ’ ένα μάθημα που εξοβελίζεται από τις εξετάσεις, ούτε γιατί πιστεύω ότι η κοινωνιολογία που την αντικαθιστά «κάνει τα παιδιά μας κομμουνιστές». Αντίθετα, η κοινωνιολογία μπορεί να ανοίξει ορίζοντες στη σκέψη και στον κοινωνικό προβληματισμό που τόσο λείπουν στις μέρες μας από τις νέες γενιές. Ετσι δεν φέρνω σε αντιπαράθεση τις κλασικές σπουδές με τις κοινωνικές επιστήμες. Το αντίθετο υποστηρίζω.
Ο λόγος που αναφέρομαι στα λατινικά είναι γιατί η μελέτη των «κλασικών» πολιτισμών, δηλαδή της κλασικής αρχαιότητας, μας βοηθά να ξεφύγουμε από μια τεράστια παγίδα: όσο λιγότερο γνωρίζουμε τα ελληνικά και τα λατινικά, τόσο λιγότερο διαβάζουμε, ακόμα και σε μετάφραση, τη συγκεκριμένη λογοτεχνία, με αποτέλεσμα να μιλάμε για τους Ελληνες και τους Ρωμαίους με έναν τρόπο νεκρό και αρτηριοσκληρωτικό.
Στον πολιτιστικό μας ορίζοντα «καταχωρίζεται» η εικόνα κάποιων «κλασικών» πολιτισμών που αποτελούν τη μοναδική ρίζα του δυτικού μας πολιτισμού, αγνοώντας την αλληλεπίδραση και τα δάνεια μεταξύ πολλών διαφορετικών πολιτισμών. Αυτή λοιπόν η φανταστική «ρίζα» αποτελεί και τη μήτρα του ευρωκεντρισμού και της αποικιοκρατίας, αλλά και του σύγχρονου αντιμεταναστευτικού πνεύματος και του παρεπόμενου ρατσισμού.
Οπως λέει η Πολονί, «αυτό που φτιάξαμε είναι μια νεολαία χωρίς μνήμη, γεννημένη από το μηδέν... βρίσκεται στο hic et nunc, στο εδώ και τώρα, στο μονίμως επαναλαμβανόμενο παρόν». Και το χειρότερο; «Χωρίς να έχουν γνώση για ό,τι προηγήθηκε, οι περισσότεροι νέοι δέχονται τα δεδομένα της εποχής τους σαν αυταπόδεικτα και δεν κρατούν καμία κριτική απόσταση από τις δικές τους αξίες».
Με λίγα λόγια φτιάξαμε μια νεολαία κομφορμιστική, καταναλωτική, υποταγμένη και ανίκανη να αντιληφθεί τον εαυτό της μέσα στη διαδοχή των γενεών. «Είναι ταυτόχρονα πρώτοι και τελευταίοι. Πριν απ’ αυτούς το σκοτάδι. Μετά απ’ αυτούς το χάος».
Πανευρωπαϊκώς, τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, επειδή «δεν ανταποκρίνονται στον κτηνώδη ωφελιμισμό όσων αναρωτιούνται “σε τι μπορεί να χρησιμεύσει η μελέτη μιας νεκρής γλώσσας”» (Νούτσιο Ορντινε), αποτελούν συνήθως τα πρώτα θύματα των «μεταρρυθμιστών» που καθοδηγούνται από τη Μεγάλη Αρκτο της αγοράς.
Η μελέτη του ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού μάς δίνει μια μοναδική ευκαιρία να κατακτήσουμε εκ νέου ένα περιεχόμενο τόσο κοντινό, αλλά και τόσο ξένο. Γιατί χωρίς ιστορική συνέχεια δεν υπάρχει μέλλον. Ανθρωπιστικές σπουδές σημαίνουν άνοιγμα στο παγκόσμιο και στο πανανθρώπινο, αυτό που ξεπερνά το εδώ και τώρα και ανοίγει δρόμους για το «εκεί», το «αλλού» και το «τότε». Σκοπός του σχολείου πρέπει να είναι η μετατροπή των πληροφοριών σε γνώση για τον κόσμο που ζούμε και στη συνέχεια για τον κόσμο που θέλουμε να ζήσουμε, αλλιώς η όποια εκπαίδευση είναι άχρηστη.
 

Από τον "Θείο Βάνια" του Άντον Τσέχωφ (1860 - 1904) (Α' Πράξη, μετάφραση Λ.Καλλέργη, εκδόσεις Γκόνη, 1960)

................................................................

Από τον "Θείο Βάνια" του Άντον Τσέχωφ (1860 - 1904)


(Α' Πράξη, μετάφραση Λ.Καλλέργη, εκδόσεις Γκόνη, 1960)

...ΕΡΓΑΤΗΣ: Δεν είναι δω ο γιατρός; (Στον ΑΣΤΡΩΒ) Με συγχωρείτε, Μιχαήλ Λβόβιτς, σας ζητάνε. 
ΑΣΤΡΩΒ:  Από πού;
ΕΡΓΑΤΗΣ: Από το εργοστάσιο.
ΑΣΤΡΩΒ (με αγανάκτηση): Σας είμαι υπόχρεος!... Ε, λοιπόν, πρέπει να φεύγω... (Ψάχνει γύρω για το καπέλο του) Δουλειά κι αυτή να πάρει ο διάολος!
ΣΟΝΙΑ: Τι δυσάρεστο, αλήθεια! Να 'ρθείτε πάλι από το εργοστάσιο για να δειπνήσουμε.
ΑΣΤΡΩΒ: Όχι. Θα ΄ναι πια αργά. "Τι θέλω;... Τι ζητάω;"... (Στον ΕΡΓΑΤΗ) Άκουσε, φίλε μου, φέρε μου ένα ποτηράκι βότκα. (Ο ΕΡΓΑΤΗΣ βγαίνει) "Τι θέλω;... Τι ζητάω;"... (Βρίσκει το καπέλο του) Σε κάποιο έργο του Οστρόφσκι, υπάρχει ένας άνθρωπος με μεγάλα μουστάκια και με μικρές ικανότητες - τέτοιος είμαι κι εγώ. Λοιπόν σας χαιρετώ και στο επανιδείν. (Στην ΕΛΕΝΑ) Αν θέλατε να μ' επισκεφθείτε καμιά φορά μαζί με τη Σοφία Αλεξαντρόβνα, θα χαιρόμουνα ειλικρινά. Έχω ένα μικρό χτηματάκι, κάπου ενενήντα στρέμματα, αλλά έχει έναν πρωτότυπο κήπο κι ένα φυτώριο που τέτοιο δε θα βρείτε  ούτε σε χίλια μίλια ολόγυρα από δω - αν αυτό σας ενδιαφέρει... Δίπλα ακριβώς στο χτήμα μου είναι το δασονομείο. Ο δασονόμος είναι γέρος και πάντα άρρωστος, έτσι ουσιαστικά, όλες τις δουλειές τις διευθύνω εγώ.
ΕΛΕΝΑ: Έχω μάθει πως αγαπάτε πολύ τα δάση. Βέβαια, αυτό μπορεί να 'ναι πολύ ωφέλιμο, αλλά δε σας εμποδίζει άραγε από την πραγματική αποστολή; Είσαστε γιατρός. 
ΑΣΤΡΩΒ: Μόνο ένας θεός ξέρει ποια είναι η πραγματική μας αποστολή.
ΕΛΕΝΑ: Και έχει ενδιαφέρον αυτό;
ΑΣΤΡΩΒ: Ναι, είναι μια δουλειά ενδιαφέρουσα.
ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ (ειρωνικά): Βέβαια, πάρα πολύ!
ΕΛΕΝΑ: Είστε ακόμα νέος - δεν φαίνεστε παραπάνω από τριανταέξι-τριανταεφτά χρονών... και δε μπορεί να 'ναι για σας  αυτή η δουλειά τόσο ενδιαφέρουσα όσο λέτε. Όλο τα δέντρα, τα δέντρα... Φαντάζομαι μια τέτοια ασχολία θα 'ναι μονότονη.
ΣΟΝΙΑ: Όχι, έχει φοβερό ενδιαφέρον. Ο Μιχαήλ Λβόβιτς φυτεύει κάθε χρόνο καινούργια δάση. Τού στείλανε κιόλας ένα χάλκινο μετάλλιο κι ένα δίπλωμα. Προσπαθεί να προφυλάξει τα παλιά δάση, να μην τα καταστρέψουν. Αν τον ακούσετε θα συμφωνήσετε κι εσείς μαζί του. Λέει πως τα δάση στολίζουν κι ομορφαίνουν τη γη, πως μαθαίνουν τον άνθρωπο να καταλαβαίνει την ομορφιά και πλουτίζουν την ψυχή του με ωραία αισθήματα. Τα δάση μαλακώνουν το σκληρό κλίμα. Κι εκεί που το κλίμα είναι μαλακό, ο άνθρωπος ξοδεύει λιγότερες δυνάμεις στον αγώνα με τη φύση και γίνεται πιο καλός, πιο τρυφερός. Εκεί οι άνθρωποι είναι όμορφοι, λυγεροί, ευαίσθητοι. Η γλώσσα τους είναι ωραία, οι κινήσεις τους χαριτωμένες... Σε τέτοιους τόπους ακμάζουν οι Τέχνες και οι επιστήμες, η φιλοσοφία τους δεν είναι απαισιόδοξη και οι σχέσεις τους με τη γυναίκα είναι όλο λεπτότητα, ευγένεια...
ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ (γελώντας): Μπράβο, μπράβο! Όλ' αυτά είναι πολύ ωραία, αλλά εμένα δε μου λένε τίποτα. Επομένως (στον ΑΣΤΡΩΒ) επίτρεψέ μου, αγαπητέ μου φίλε, να καίω τη σόμπα μου με ξύλα και να χτίζω τις αποθήκες μου με ξυλεία.
ΑΣΤΡΩΒ: Μπορείς να καις τη σόμπα σου με πετροκάρβουνο και να χτίζεις τις αποθήκες σου με τούβλα! Ε, λοιπόν, παραδέχομαι να κόψεις ξύλα, αφού έχεις ανάγκη, αλλά γιατί να καταστρέφεις τα δάση; Τα ρωσικά δάση τρίζουνε κάτω απ' το τσεκούρι. Καταστρέφονται δισεκατομμύρια δέντρα, ερημώνονται οι φωλιές των άγριων ζώων και των πουλιών, τα ποτάμια λιγοστεύουνε και ξεραίνονται και θαυμάσια τοπία αφανίζονται για πάντα. Κι όλ' αυτά γιατί; Γιατί του τεμπέλη του ανθρώπου δεν το κόβει το μυαλό να σκύψει και να βγάλει μέσα από τη γη την καύσιμη ύλη. (Στην ΕΛΕΝΑ) Δεν έχω δίκιο, κυρία μου; Πρέπει να 'ναι κανείς απερίσκεπτος, βάρβαρος, για να καίει στη σόμπα του αυτή την ομορφιά, να καταστρέφει εκείνο που δεν μπορεί να δημιουργήσει. Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με λογικό και δημιουργική δύναμη για να μεγαλώνει και να πληθαίνει αυτό που του δόθηκε. Όμως ως τώρα δεν δημιούργησε τίποτα - κατάστρεψε μόνο. Τα δάση όλο και λιγοστεύουνε, τα ποτάμια ξεραίνονται, τα άγρια ζώα εξαφανίζονται, το κλίμα καταστρέφεται και η γη από μέρα σε μέρα γίνεται όλο και πιο φτωχή, πιο άσχημη. (Στον ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ) Εσύ όμως κάθεσαι κει πέρα, με κοιτάζεις με ειρωνεία κι όλα αυτά που λέω δε σου φαίνονται σοβαρά. Νομίζεις πως είναι ιδιοτροπίες και παραξενιές. Μα όταν περνάω κοντά από τα δάση αυτής της επαρχίας, που τα 'σωσα από το πελέκημα και την καταστροφή, κι όταν ακούω να βουίζει το καινούργιο μου δάσος, που το φύτεψα με τα ίδια μου τα χέρια, νιώθω πως το κλίμα αυτό είναι λιγάκι και στη δική μου εξουσία, και πως αν ο άνθρωπος σε χίλια χρόνια θα 'ναι ευτυχισμένος, θα 'χω βάλει κι εγώ λίγο το χεράκι μου. Όταν φυτεύω τη σημύδα και τη βλέπω ύστερα να πρασινίζει, να φουντώνει και να κουνιέται στον αέρα, η ψυχή μου γιομίζει από περηφάνια και... (βλέποντας τον ΕΡΓΑΤΗ που του έφερε στο δίσκο ένα ποτηράκι βότκα). Ναι... ωστόσο... (πίνει)... Είναι ώρα να πηγαίνω. Τώρα, βέβαια, όλ' αυτά μπορεί να 'ναι και ιδιοτροπίες, δε λέω... Λοιπόν έχω την τιμή να σας υποβάλω τα σέβη μου! (Προχωρεί προς το σπίτι).
ΣΟΝΙΑ (τον πιάνει από το μπράτσο και προχωρεί μαζί του). Πότε θα μας ξανάρθετε;
ΑΣΤΡΩΒ: Δεν ξέρω.
ΣΟΝΙΑ: Πάλι ύστερ' από κανένα μήνα;...


"300 πεύκα και ένα δέντρο" έγραψε η Μαριάννα Τζιαντζή ("Εφημερίδα των Συντακτών", 05.09.2018)

...............................................................

 

300 πεύκα και ένα δέντρο


Φωτιά στην Κινέτα  
EUROKINISSI
Λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, μια εργαζόμενη φίλη, που μεγάλωνε μόνη το παιδί της, πήρε ένα χαμηλότοκο δάνειο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και επιτέλους απέκτησε δικό της σπίτι.
Ενα μικρό τριάρι σε μια πολυκατοικία του 1960 στην Κυψέλη. Καινούργια ζωή, καινούργια έπιπλα από το ΙΚΕΑ.
Της ζήτησα να μου περιγράψει το διαμέρισμα και τη γειτονιά. Τίποτα το ιδιαίτερο, όμως το πρόσωπό της φωτίστηκε όταν μου μίλησε για το πελώριο δέντρο στον ακάλυπτο. «Ξέρεις τι ωραίο που είναι να πίνεις το πρωί τον καφέ σου και να βλέπεις το δέντρο από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας;» Λεύκα, χαρουπιά, ευκάλυπτος; Ενα δέντρο χωρίς όνομα.
Οχι «τα» δέντρα, αλλά «το» δέντρο, που δεν ήταν καν δικό της, αλλά το μοιραζόταν με τις δεκάδες άγνωστες οικογένειες που τα μπαλκονάκια τους έβλεπαν στον ίδιο ακάλυπτο. Μες στο βασίλειο του τσιμέντου, «ένα» δέντρο για όλους.
Είχα ξεχάσει το δέντρο της φίλης, όμως το θυμήθηκα όταν, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά στην Κινέτα, διάβασα για την καμένη βίλα της Ζωζώς Σαπουντζάκη. Τριακόσια πεύκα είχε το οικόπεδο όταν το αγόρασε, που έγιναν κι αυτά στάχτη.
Θα ήταν μικρόψυχο να φθονήσουμε τη Ζωζώ για ό,τι απέκτησε. Μετά από τόσες δεκαετίες στο πάλκο, στη δισκογραφία και στο θεατρικό σανίδι, δεν της αξίζει ένα παραθαλάσσιο σπίτι μες στα πεύκα; Τόσες καρδιές λαχτάρησαν γι’ αυτήν, τόσοι γλεντζέδες ήταν πρόθυμοι να σφαχτούν στην ποδιά της, κι ούτε έχει σημασία αν είμαστε φαν της Ζωζώς ή όχι. Εξυπνα, θα ’λεγε κανείς, διαχειρίστηκε η Ζωζώ την εμπορική επιτυχία της, σε αντίθεση με άλλες λαϊκές τραγουδίστριες που πέθαναν στην ψάθα. Χαλάλι της οι γούνες, οι τουαλέτες, τα χρυσαφικά, τα έπιπλα και τα μωσαϊκά, όμως τα πεύκα;
Εντάξει, η Ζωζώ δεν είναι δούκισσα του Σάδερλαντ, που είχε τεράστια έγγεια ιδιοκτησία και αναρίθμητα δέντρα, πρόβατα, κολίγους, και ούτε καταπάτησε το οικόπεδό της. Νόμιμα τα απέκτησε τα πεύκα, με τον ιδρώτα, την καπατσοσύνη και το ταλέντο της. Και δεν τα έχασε μόνον αυτή, όλοι τα χάσαμε και ας ήταν περιφραγμένα. Τι κοινωνία όμως είναι αυτή που επιτρέπει σε «έναν» άνθρωπο να κατέχει 300 πεύκα, ενώ άλλοι αρκούνται στην εικόνα ενός δέντρου στον ακάλυπτο; Και όχι μόνο αρκούνται, αλλά αφουγκράζονται το θρόισμα των φύλλων του και ίσως τραγουδούν: Τη νύχτα αυτή τη λέμε εμείς φωτιά, εσύ την είπες δέντρο, οι μέρες που λαχτάρησες θα ’ρθουν, εσύ την είπες δέντρο.


Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Στούντιο υποκριτικής και θεατρικής έκφρασης στο «Ιδιόμελο».

..............................................................
 

Στούντιο υποκριτικής και θεατρικής έκφρασης στο «Ιδιόμελο».

Ο Χώρος Τέχνης «Ιδιόμελο» προσκαλεί σε στούντιο έρευνας και άσκησης με αντικείμενο τις αρχές του ρεαλιστικού θεάτρου: την αμεσότητα και την προφορικότητα του λόγου πάνω στη σκηνή, τη δράση και την αντίδραση στα ερεθίσματα κατά την επικοινωνία με τον άλλον, το χτίσιμο του χαρακτήρα για την ενσάρκωση του ρόλου.
Βάση και θεματικός άξονας του στούντιο τα τέσσερα μεγάλα έργα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα
Άντον Τσέχωφ (1860-1
904), καθώς και μερικά από τα διηγήματά του.
Εμψυχωτής του στούντιο ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Μανώλης Γιούργος.
Διάρκεια μαθήματος: 7.00μμ – 10.00μμ
Με την ολοκλήρωση των μαθημάτων η ομάδα θα παρουσιάσει τη δουλειά της σε μορφή παράστασης στο Ιδιόμελο.
Έναρξη: Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018
Δίδακτρα: 30 ευρώ μηνιαίως
Τηλέφωνο επικοινωνίας - δηλώσεις συμμετοχής: 2106817042
Διεύθυνση: Χώρος Τέχνης Ιδιόμελο, Ελευθερίου Βενιζέλου 17 και Βασιλέως Κωνσταντίνου, Μαρούσι, κοντά στον ΗΣΑΠ.

 

"Η βασίλισσα αγαπά τα τριαντάφυλλα" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 04.09.2018)

..............................................................

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           

Η βασίλισσα αγαπά τα τριαντάφυλλα


Από τη δεκαετία του 1970, που τέλειωσα τις δευτεροβάθμιες σπουδές μου, δεν καταλαβαίναμε γιατί μαθαίναμε λατινικά. «Θα σας χρειαστούν στη Νομική                                                                                                                                                                                                                                     », είπε κάποτε ο πατέρας μου, ακούγοντας τη διαρκή μου γκρίνια. Η καθηγήτριά μας δεν ασχολούνταν καν με επιχειρήματα, σήκωνε μοιρολατρικά τον σταυρό του αντιπαθητικού της μαθήματος, κάνοντας ότι δεν βλέπει την ειρωνεία και την απαξίωσή μας. Εισαγωγικές δίναμε Καίσαρα, ιστορίες με στρατόπεδα που στήνονταν στη μακρινή Γαλατία. Θα είχε ενδιαφέρον για μας που αργότερα στήναμε καλαμένιες καλύβες σε έρημες παραλίες, αλλά ούτε αυτό αφήσαμε ποτέ να μας συγκινήσει.
Μισούσαμε τα Λατινικά αποφασισμένα κι αμετάκλητα. Πιστεύαμε ότι διδασκόμαστε κάτι απολύτως ξεκομμένο, κι όμως, λίγα πράγματα από όσα μάθαμε στο σχολείο συνεχίσαμε να μαθαίνουμε όσο τα Λατινικά. Διότι βλέπετε, συνέχεια μαθαίνει κανείς λατινικά. Συνεχίζει όντως να τα μαθαίνει στη Νομική, κι είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα του σχολείου. Τα μαθαίνει στην Ιατρική, τα μαθαίνει στη Βιολογία, τη Φυτολογία, τη Φαρμακευτική, τα μαθαίνει στη Φιλοσοφία, στις Φιλολογίες όλων των ξένων γλωσσών.
Τα μαθαίναμε στην Ιστορία, τα μαθαίνουμε διαβάζοντας Λογοτεχνία. Ακόμα και διαβάζοντας Αστερίξ ή αργότερα Χάρι Πότερ. Και συνεχίζουμε να τα μαθαίνουμε, διότι βρίσκονται τα άτιμα παντού, στις προσόψεις των ωραίων κτιρίων που επισκεπτόμαστε, στις επικεφαλίδες των σπουδαίων βιβλίων, στη μουσική που παίζουμε κι ακούμε, στις γλώσσες που αγαπάμε. Είναι στην πηγή της Ευρώπης, η γλώσσα που τη γέννησε.
Γιατί δεν μας το είχαν πει, αναρωτιέμαι συχνά προσπαθώντας να μεταφράσω επιγραφές σε μνημεία, ότι θα ζούσαμε μια ζωή μέσα στα Λατινικά, και μας άφηναν να νομίζουμε ότι χάνουμε τον καιρό μας; Τουλάχιστον είχα μάθει να κλίνω τα ουσιαστικά, πολύ χρήσιμο για να καταλάβεις τη σύνταξη μιας φράσης, αλλά όλο και ξεθωριάζουν οι χλομές μου γνώσεις, όλο και κυριαρχεί η άρνηση που είχαμε τότε πάνω στη μνήμη που προσπαθεί να ανακαλύψει όσα άθελά μου κράτησε.
Αραγε τι συνέβη τα επόμενα χρόνια στα σχολεία; Προσπάθησαν οι καθηγητές ποτέ να εξηγήσουν την αξία τους ή θα προσέκρουαν στον βασικό πυρήνα διδασκαλίας του σχολείου, ότι μόνο η Ελλάδα αξίζει, ότι η Ρώμη και το Βυζάντιο μέχρι να χρησιμοποιήσουν ελληνικά δεν ήταν παρά μια δυστυχής παρένθεση; Αμφιβάλλω. Μάλλον η αντίληψη αυτή ενισχύεται με τα χρόνια και τα σχολικά λατινικά θα πρέπει να περιφρονούνταν όλο και περισσότερο. Οπότε δεν τα κλαίω που καταργούνται. Απλώς σκέφτομαι, αντί για άλλη ξένη γλώσσα, τώρα που μου χρειάζεται για να γυμνάζω το μυαλό, να ξεκινήσω Λατινικά από την αρχή.
 

"Ζημιές που είναι να γίνουν…" έγραψε ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 01.09.2018)

..............................................................
 

Ζημιές που είναι να γίνουν…


Ξεκίνησε μια μέρα με δύο ζημιές στην κουζίνα:
  • 1) Κλότσησα λεκανάκι με νερό της σκυλίτσας, της Μάντης, και σφουγγάριζα πρωί πρωί.
  • 2) Εσπασα ποτήρι, που επιπλέον, ήταν της γειτόνισσας από το διπλανό. Ούτω αναπήδησε η Θεωρία των ζημιών. Στηρίζεται κατ’ αρχάς σε δύο πυλώνες ή συζεύξεις: απρόβλεπτο – προβλέψιμο, πιθανό – βέβαιο. Ανάμεσα στο απρόβλεπτο και το πιθανό η ζημιά μπορεί και να μη γίνει. Ομως ανάμεσα στο προβλέψιμο και το βέβαιο θα γίνει οπωσδήποτε.
Τι συνέβη εν προκειμένω:
  • 1) Το λεκανάκι με το νερό της Μάντης ήταν (συνήθως δεν είναι) μπροστά στο ντουλάπι με τα ποτήρια, όπου ήδη τοποθετούσα, προσεκτικά, ποτήρια που έβγαζα από το πλυντήριο πιάτων. Παρότι το έβλεπα και πρόσεχα μην το κλοτσήσω, δεν σκέφτηκα το απλό: να το παραμερίσω. Ετσι το τούμπαρα. Δεν είχα σκεφτεί ακόμα τη Θεωρία των ζημιών.
  • 2) Το ξένο ποτήρι, που είχε μέσα και δύο (ξένα) κουταλάκια γλυκού, είναι συναφές με τα εξοχικά και με τα «προς επιστροφή» των γειτόνων. Τα «προς επιστροφή», ένθεν κακείθεν, αφήνονται πάντα σε διακριτό, ορατό σημείο, ώστε να φαίνονται, να μην ξεχαστούν, αλλά σπάνια επιστρέφουν στη θέση τους την ίδια ή την επόμενη μέρα· στα εξοχικά ένα κάτι μπορεί να μείνει στο πιο ορατό σημείο της κουζίνας, τόσο που να το συνηθίσεις ή, κάποια στιγμή, να εξαφανιστεί και να μην το ξαναδεί κανείς ποτέ.
Στην περίπτωσή μας, το ποτηράκι με τα κουταλάκια της έκλεινε τρίτη μέρα στον πάγκο (μελαμίνης) της κουζίνας, ακριβώς πάνω από το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα. Εβγαλα από το πλυντήριο τη θήκη με τα μαχαιροπίρουνα, την τοποθέτησα, για ευκολία, πάνω από το αντίστοιχο συρτάρι (αλλά πλάι στο ποτηράκι της γειτόνισσας…) και… εγένετο το βέβαιον· μάλιστα, το ποτήρι έσπασε πάνω στον πάγκο· έγειρε, έπεσε κι έσπασε από μηδέν ύψος!
Αμφότερες οι ζημιές θα είχαν σίγουρα αποφευχθεί, αν δεν λειτουργούσε –σαν μοντέλο στην προκειμένη περίπτωση– η Θεωρία των ζημιών που σαφώς αντιστρατεύεται αυτό που λέμε «κοινή λογική». Αντίθετη απόδειξη: το ποτηράκι με τα καλαμάκια αναψυκτικών (αυτά που είναι υπό –αμφιλεγόμενη– οικολογική απόσυρση σαν σταγόνα στον ωκεανό της ρύπανσης), αποβραδίς αφημένο στον πάγκο της κουζίνας, διεσώθη, διότι προνόησα το στοιχειώδες: το ξανάβαλα στο ντουλάπι του. Πρόσθετη παρατήρηση: δεν πέρασα την υπόλοιπη μέρα μου περιμένοντας το «κακό να τριτώσει», γιατί, τρεις μέρες πριν, που πάλι είχα «ατυχήσει» δις, το κακό δεν τρίτωσε.
Συμπέρασμα: Οι ζημιές είναι εκδηλώσεις αυθύπαρκτες και ουδεμία σχέση έχουν με προλήψεις και δεισιδαιμονίες Τυχόν αναγωγές: πόσο δηλαδή η Θεωρία των ζημιών μπορεί να ισχύσει σε κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας, ατομικής είτε συλλογικής, στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην πολιτική, στις… Τέχνες και στα Γράμματα, αυτό επαφίεται στην κρίση καθενός. Υποθέσεις εργασίας: Πρώτη: Πώς και πόσο υπολογίστηκε η Θεωρία των ζημιών επί των μνημονίων: ενδεχόμενα απρόβλεπτα ή προβλέψιμα, πιθανά ή βέβαια. Δεύτερη· τραγική: Η Θεωρία των ζημιών κατά τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου. Πού ήταν στις 22 Ιουλίου το λεκανάκι της σκυλίτσας και το ποτήρι της γειτόνισσας. Και πού είναι σήμερα…