Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΕΤΡΑΔΗΣ: από την Πέμπτη Πένα της "Ε"


Τα ρέστα και ταπί
(...) Είναι χρόνια τώρα, που ένας πολύ καλός Ελληνας υπουργός Οικονομικών ή ένας Ελληνας πρωθυπουργός είναι υποδεέστεροι επαγγελματίες ενός διαχειριστή ή ιδιοκτήτη μεγάλων κεφαλαίων της Αμερικής ή της Ευρώπης. Οταν μιλάμε για λεφτά, αντιπαρατίθεται το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων με την απληστία των κεφαλαιούχων και τη λόξα ισχύος των κρατών (βλ. Γερμανία, Βρετανία). Το παιχνίδι, λοιπόν, είναι πολύ χοντρό.

Η Ελλάδα παίζει τόσα χρόνια στα τραπέζια του κουμ καν, χωρίς να έχει εκπαιδευμένα στελέχη και πολιτικούς, που να ξέρουν τα παιχνίδια που παίζονται στη χοντρή οικονομία. Εκεί δηλαδή που δεν χωράνε κλάψες, παρακάλια, χάρες, μικροαπατεωνιές στους αριθμούς και οιμωγές «κυρία, κυρία, με αδικήσανε». Ούτε πομφόλυγες περί ισχυρής Ελλάδας και καλπάζουσας ανάπτυξης, με τους οποίους τάιζαν τους αφελείς και ανίδεους και εφησυχασμένους από τα εορτοδάνεια και διακοποδάνεια ψηφοφόρους οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η Ελλάδα στο τραπέζι που παίζει σήμερα είναι σφαγμένη. Κάθε κίνηση, κάθε ποντάρισμα που κάνουν οι παίκτες της αποδεικνύονται αφελή, άσχετα, κουτοπόνηρα και ερασιτεχνικά απέναντι σε κάθε διαχειριστή κεφαλαίου και τραπεζίτη, που όχι μόνο ξέρει ποια είναι τα χαρτιά της Ελλάδας και ποια τα λεφτά της, αλλά έχει φτιάξει εδώ και δεκαετίες τους κανόνες του παιχνιδιού και παίζει μ' αυτούς. Με τους λαγούς των εταιρειών αξιολόγησης να αδυνατίζουν την παιδική ελληνική ομάδα.

Η Ελλάδα έχει μόνο δύο ελπίδες.

Η μια είναι ο λαός της. Αν αντιληφθεί ότι η πολιτική μπουρδολογία τελείωσε και σκύψει στις γραμμές της ανάγνωσης για να δει τι πραγματικά συμβαίνει. Στα τηλεπαράθυρα και στην ευκολία θα πεθαίνει. Ο λαός έχει να διαλέξει ανάμεσα στη σοβαρότητα και την ανωριμότητα. Και ανάμεσα στη μοιρολατρική υποταγή και την εξέγερση. Εξέγερση δημιουργίας.
Η δεύτερη ελπίδα είναι οι ξένες συμμαχίες. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να σε σεβαστούν ως σοβαρό. Τον αλλοπρόσαλλο, ψευτοπαλικαρά, ψιλικατζή γιατί να τον σώσουν; Για να βουλιάξουν μαζί του;

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Από τη "Θάλασσα Επαγγελίας" του Τίτου Πατρίκιου

  • ΕΚΒΟΛΕΣ
Σαν μια πηγή που γυρεύει τη θάλασσα
προσπάθησα να σε φτάσω
και χάθηκα στις εκβολές των ποταμών

                                          Αθήνα, Μάρτης 1959

  • ΤΟ ΦΤΑΙΞΙΜΟ
Μια βέβαιη λύση
ένας εκβιασμός συγχώρεσης
για το φταίξιμο που δε σώνεται 
το φταίξιμο που θα ξανάρθει.
Κάτω απ' τα σκοτεινά αγκαλιάσματα
η άβυσσος των καθημερινών πραγμάτων

                                           Αθήνα, Μάης 1959

  • ΤΑΞΙΔΙ
Έσπαγα το κορμί σου
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό.
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας 
και με ταξίδευες όλο το δρόμο
από το αγρίμι ως τον άνθρωπο.

                                           Αθήνα, Αύγουστος 1959

  • ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
Όπως αθόρυβα τελειώνει η κάθε μέρα
ένα κομμάτι της αγάπης μεταμορφώνεται σε πάγο
ένα κομμάτι του κορμιού μεταμορφώνεται σε θάνατο.

                                            Παρίσι, Γενάρης 1960

  • ΜΝΗΜΗ
Σε μιαν απέραντη πολιτεία σε ήβρα
σε μιαν απέραντη πολιτεία σ' έχασα.
Άν άλλαζε η μνήμη σε γυαλί μπορεί και να 'βλεπα
πιο καθαρά, λίγο πριν σβήσει, την εικόνα σου.

                                            Παρίσι, Μάρτης 1960

  • ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΡΕΝΟ
Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούνε όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή 
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

                                              Παρίσι, Μάης 1960

  • Η ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ
Την άλλη μέρα του όνειρου
βγήκε ένας ήλιος τόσο μαύρος
που κι οι τυφλοί
βλέπαν διπλό σκοτάδι.

                                             Ρώμη, Σεπτέμβρης 1961

  • VIA DEI CORONARI 123
Άχρηστο μέσα στη μνήμη τ' όνομά σου
χωρίς τους φθόγγους που το ζωντανεύαν
σαν τη χαμένη σύσταση σπιτιού
όπου κανείς δεν ξέρει πως έχω κατοικήσει.

                                              Ρώμη, Σεπτέμβρης 1961

  • ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ
Σε γνώρισα ναυαγός σε μια μεγάλη πόλη
που οι άνθρωποι περνούν και χάνονται
με μια βουή ωκεανού.
Κι ήταν σα θαύμα το πώς βγήκαν 
καινούργια λόγια απ' το στεγνό μου στόμα.
Τ' απόθεσα χωρίς καμιάν εγγύηση, παράλογα
σ' ένα μπουκάλι και το 'ριξα στην άσφαλτο.
Ήξερα πως δεν είχα τίποτα να περιμένω
μα δεν βρισκόμουν πια στην πρώτη νιότη μου
κι η σύνεση γινόταν μια πολυτέλεια δυσβάσταχτη.

                                                 Παρίσι, Νοέμβρης 1962


 (Από τις εκδόσεις "Θεμέλιο", Απρίλης 1977)

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

...για τα βιβλία, την ανάγνωση και τη γραφή...

  • ΒΕΑΤLES: PARERBACK WRITER

paper back writer: πατήστε εδώ!!

Paper back writer (paperback writer)
Dear Sir or Madam, will you read my book?
It took me years to write, will you take a look?
It's based on a novel by a man named Lear
And I need a job, so I want to be a paperback writer,
Paperback writer.

It's the dirty story of a dirty man
And his clinging wife doesn't understand.
The son (The Sun) is working for the Daily Mail,
It's a steady job but he wants to be a paperback writer,
Paperback writer.

Paperback writer (paperback writer)

It's a thousand pages, give or take a few,
I'll be writing more in a week or two.
I can make it longer if you like the style,
I can change it round and I want to be a paperback writer,
Paperback writer.

If you really like it you can have the rights,
It could make a million for you overnight.
If you must return it, you can send it here
But I need a break and I want to be a paperback writer,
Paperback writer.

Paperback writer (paperback writer)

Paperback writer - paperback writer
Paperback writer - paperback writer



ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΣΕΠΗΣ


Αγαπητέ κύριε ή κυρία
θέλετε να διαβάσετε το βιβλίο μου;
Μου πήρε χρόνο να το γράψω. 
Θα του ρίξετε μια ματιά;
Είναι βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα
κάποιου ονόματι Λήαρ
και χρειάζομαι μια δουλειά, 
λοιπόν θέλω να είμαι
συγγραφεύς βιβλίων τσέπης


Είναι μια βρώμικη ιστορία 
για έναν βρώμικο άνθρωπο
που η ανόητη γυναίκα του δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Ο γιος του δουλεύει για τη "Νταίηλι Μαίηλ"
είναι μια σίγουρη δουλειά
αλλά εγώ θέλω να είμαι 
συγγραφεύς βιβλίων τσέπης


Είναι χίλιες σελίδες πάνω - κάτω
θα γράψω περισσότερες σε κάνα δυο βδομάδες
Μπορώ να το κάνω σε πιο πολλές συνέχειες, 
αν σας αρέσει το στυλ, 
μπορώ και να τ'  αλλάξω 
και θέλω να είμαι
συγγραφεύς βιβλίων τσέπης


Αν στ'  αλήθεια σας αρέσει,
μπορείτε να έχετε να συγγραφικά του δικαιώματα
μπορεί να σας αποδώσει ένα εκατομμύριο μονάχα σε μια νύχτα.
Εάν είναι ανάγκη να  μου το επιστρέψετε,
να το στείλετε σ'  αυτή τη διεύθυνση, 
αλλά χρειάζομαι ένα διάλειμμα να ξαποστάσω
και θέλω
να είμαι συγγραφεύς βιβλίων τσέπης
Συγγραφεύς βιβλίων τσέπης


               η μετάφραση είναι από ένα άρθρο του Γιώργου Χρονά
                         στη "Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας"



  • ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΓΡΑΦΗ


   "Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τον άνθρωπο: τη φωτιά, την υγρασία, την ανοησία και πολύ συχνά το ίδιο τους το περιεχόμενο."


                                                                                           Πωλ Βαλερύ (1871-1945)


   "Οι άνθρωποι είναι σαν τα βιβλία, ενίοτε αποτιμώνται καθυστερημένα"
                                                                
                                                                              Ονορέ ντε Μπαλζάκ (1799-1850)


   "Διαβάζουμε όχι μόνο γιατί δεν μπορούμε να γνωρίσουμε όσους ανθρώπους θα θέλαμε, αλλά και γιατί η φιλία είναι ευπαθής, μπορεί να λιγοστέψει ή να χαθεί, να νικηθεί από την απόσταση και όλα τα βάσανα του οικογενειακού και πολύπαθου βίου"


                                              Χάρολντ Μπλούμ (1930 -  ) αμερικανός συγγραφέας


"Ο άνθρωπος γέλασε. "Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει δυο χιλιάδες βιβλία. Στους τέσσερις αιώνες που έζησα ως τώρα δε διάβασα περισσότερα από μισή ντουζίνα. Κι έπειτα αυτό που μετράει είναι το ξαναδιάβασμα, όχι το διάβασμα. Η τυπογραφία - που έχει καταργηθεί - γιατί έπνιξε τον κόσμο με περιττά κείμενα, έτσι ώστε να νιώθει ίλιγγο κανείς - υπήρξε μια από τις χειρότερες μάστιγες της ανθρωπότητας"


                                            από την "Ουτοπία ενός κουρασμένου ανθρώπου"
                                                                   Χ.Λ. Μπόρχες (1899 - 1986)


"Όταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή, όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορούν να βγουν απ' αυτήν"


"Να αφηγείσαι τα απίστευτα πράγματα σαν να ήταν πραγματικά - αυτό ήταν το σύστημα των αρχαίων, να αφηγείσαι τα πραγματικά σαν να ήσαν απίστευτα - ετούτο είναι το μοντέρνο σύστημα"


"Είναι ωραίο πράγμα να γράφεις, επειδή ζευγαρώνεις δυο χαρές μαζί: μιλάς μόνος και μιλάς σ'ένα πλήθος"


"Αρχίζω να γράφω ποιήματα όταν το παιχνίδι έχει χαθεί. Δεν είδα ποτέ ένα ποίημα ν' αλλάζει τα πράγματα"


                                 Από τους "Στοχασμούς" του Τσέζαρε Παβέζε (1908-1950)




και...                                         
                                                           ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


            Όπως αργεί τ΄ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
            έτσι αργούν κ' οι λέξεις ν΄ακονιστούν σε λόγο.
            Στο μεταξύ 
            όσο δουλεύεις στον τροχό
            πρόσεχε μην παρασυρθείς
                                                                μην ξιππαστείς
            απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
            Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι. 


                                                                (από την "Ευθύτητα Οδών")    
                                                              Άρης Αλεξάνδρου (1922 - 1978)
             

Μια ανάγνωση για τις "Αναγνώσεις"

...Ο ΝΕΟΣ: ...Πρέπει να σας πω κάτι που σας το 'κρυψα... Το ξεχασμένο βιβλίο σας το διάβασα όλο, το ίδιο βράδυ... και μάλιστα στο φως του κεριού, άναβα το ένα μετά το άλλο, επί ώρες... Μη μου θυμώσετε,  ήθελα τόσο πολύ να μάθω κάτι για σας και δεν υπήρξε άλλος τρόπος... Ούτε ήξερα αν θα σας ξαναδώ... διάβασα και τις σημειώσεις που έχετε κάμει, κι αυτά που έχετε υπογραμμίσει, μερικά τα 'γραψα με μαρκαδόρο στον τοίχο γύρω απ' το κρεβάτι μου... λοιπόν;
   Η ΣΥΖΥΓΟΣ: ...ακούς πάντα μουσική άμα διαβάζεις;
   Ο ΝΕΟΣ:...Θέλω να πω... ακόμα κι ένα βιβλίο δε μπορεί να είναι ένα μυστικό; εντελώς προσωπικό όταν γράφει αυτά που κρύβουμε μέσα μας;
   Η ΣΥΖΥΓΟΣ:...μονάχα εγώ ξέρω ότι είμ' εδώ...
   Ο ΝΕΟΣ: δεν είναι σαν να ήπια νερό απ' το ποτήρι σας;
   Η ΣΥΖΥΓΟΣ: ...(τον κοιτάζει κατάματα) ...δεν θέλω να ξέρω τι ώρα είναι...
   Ο ΝΕΟΣ: ...Το έχετε μαζί σας...; Θα ήθελα να σας θυμίσω κάτι...Καλά δεν πειράζει, άλλη φορά...

       Από τον "ΑΟΡΑΤΟ ΘΙΑΣΟ", θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1988-89)
                                               εκδόσεις "Κέδρος" (1989)

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

"Συνωμοσία των Πυρήνων του Νερού"

              …Βουλγάροι κι Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
                 Αράπηδες και άσπροι, με μιαν κοινήν ορμή,
                 Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
                 Πως είμαστε αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή…

   Ποιος είναι άραγε ο ποιητής που έγραψε αυτούς τους στίχους; Δεν είναι βόας κομμουνιστικός, ούτε κροταλίας τροτσκιστικός!  Είναι ο Ρήγας Φεραίος, που θα έπρεπε να ξέρει ο κάθε Έλλην νέος!
   Αφήνουμε αμέσως τα αστεία και τα λογοπαίγνια για να πούμε πως είναι στίχοι από τον «Θούριό» του, που τα ελληνόπουλα ξέρουν μόνο – γιατί μόνο αυτές διδάσκονται - τις γνωστές δύο πρώτες στροφές, «Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά…παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Ναι, ναι είναι στίχοι αυτού του συμπαθητικού χοντρούλη, που η εικόνα του στολίζει τις σχολικές αίθουσες και τα άλλα δημόσια κτίρια κάθε 25 Μαρτίου, που το άγαλμά του κοσμεί την οδό Πανεπιστημίου εδώ και κάμποσες δεκαετίες, εκεί, εκεί, μπροστά από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, ναι, ναι εκεί που κάθε τόσο ο λαός συγκεντρώνεται και διεκδικεί ελευθερίες και καλύτερες συνθήκες ζωής, εκεί που στρατευμένα νιάτα παρέλασαν αυτόν τον Μάρτιο βροντοφωνάζοντας «Το αίμα σου θα χύσουμε, γουρούνι Αλβανέ» και άλλα κατάπτυστα «φιλειρηνικά» και πνεύματος «καλής γειτονίας» με το όμορο κράτος της Αλβανίας.
   Είναι το έλλειμμα παιδείας που οδηγεί αυτούς τους δημόσιους λειτουργούς – γιατί δημόσιοι λειτουργοί είναι και οι βατραχάνθρωποι του λιμενικού σώματος – σε τέτοιες καφρίλες. Είναι και δικό μας έλλειμμα παιδείας που μας κάνει να ακούμε απαθείς τον Καρατζαφέρη να τους καλύπτει λέγοντας ότι εκφράζουν το λαϊκό αίσθημα, το δικό μας αίσθημα. Γιατί ποτέ δεν διδαχθήκαμε και τον υπόλοιπο «Θούριο», ούτε ότι ο Ρήγας βαλκανική επανάσταση οραματιζόταν – κι όχι μόνο ελληνική, γιατί κανείς δεν μας είπε ότι οι Αρβανίτες είναι πρόγονοι των Αλβανών, ότι Αρβανίτες ήταν ο Μπότσαρης κι ο Ανδρούτσος, και άρα τους χρωστάμε ιστορικά, δεν μας χρωστάνε που είναι εδώ.
   Όμως και οι πνευματικοί μας καθοδηγητές – οι δάσκαλοί μας, οι δάσκαλοι των παιδιών μας – σιωπούν, εφησυχάζουν, αρκούνται σ’ αυτά που τους παραδίδει το σύστημα κι έτσι μένει ελεύθερο το πεδίο στον Καρατζαφέρη να ερμηνεύει το δικό μας αίσθημα ανάλογα με την αμορφωσιά του, αν είναι αμόρφωτος και δεν είναι έμπορος πατριωτισμού και πολιτικός απατεώνας. Μάλλον είναι και τα δύο.
      Τώρα που η κρίση είναι εδώ, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα έχει αλλάξει. Η χώρα δεν είναι πια ο ελκυστικός προορισμός για τους φυγάδες αυτού του κόσμου. Μάλλον ένας σταθμός τράνζιτο θα γίνει, γιατί να μένει ο μετανάστης άλλωστε εδώ, όταν οι ντόπιοι θα μαστίζονται από την αναδουλειά και την ανεργία. Γι’ αλλού θα κινάει, γι’ αλλού θα πηγαίνει. Ο Έλληνας δεν είναι πια «ο αφέντης τσουτσουλομύτης κότσυφας Σταύρος», μόνο Σταύρος είναι, μόνο Σταύρος. Κι αν χρόνια τώρα  δεν μπορούσε να κοιτάξει με αγάπη τον συνάνθρωπό του, ας κοιτάξει στον καθρέφτη ή μέσα του βαθιά μπας και ξεμυτίσει κείνος ο Έλληνας «του πολιτισμού της φτώχειας» (Π. Μάρκαρης),  ο ανιδιοτελής, ο αλληλέγγυος, ο κοινοτικός.        

            Η οργάνωση «Συνωμοσία των Πυρήνων του Νερού»
             έγραψε και ευχαριστεί τον Μεθόδιο Αργουμέντη
            για την φιλοξενία. Του αφιερώνει εξαιρετικά τους
             στίχους του Μιχάλη Κατσαρού από το ποίημα «ΘΑ
            ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ»:
             ...Μην αμελήσετε.
             Πάρτε μαζί σας νερό.
             Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.
               και υπόσχεται να επανέλθει…

                                         ξημερώματα Τετάρτης, 7/4/2010.

"Δεν κατάφερε"

    Και για να μη ξεχνιόμαστε…

«...Όλες τις φορές η συμμετοχή μου στους αγώνες δεν έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Αλλά το ταξίδι για την Ιθάκη πρέπει να γίνει.
     Και αν δεν με γελάει η μνήμη μου, σου άρεσε, τότε, στα χρόνια της εξορίας στη Λέρο, το παρακάτω ποίημά μου, με τον τίτλο: «Δεν κατάφερε».
     » Ο χρόνος άσπρισε τα γένια μας, / την κάθε μέρα χάραξε στον τοίχο, / ρυτίδα βαθιά στα πρόσωπά μας. / Δεν κουράστηκε να φορτώνει, / χειμώνες στη ράχη μας. / Κι είπε στα παιδιά να μας λένε γέρους. / Τις ελπίδες μας να εξαντλήσει δεν κατάφερε».
      » Διότι εις τον έχοντα κοινωνίαν μεταξύ πάντων των ζώντων είναι ελπίς» (Εκκλησιαστής, Κεφ. Θ)…

Απόσπασμα από την απάντηση του Μανώλη Γλέζου στον Αντώνη Καρκαγιάννη («Καθημερινή», 28/3/10) για το καθήκον της συμμετοχής στα κοινά ως ενεργός πολίτης, και όχι σαν «ήρωας» ή «εθνικό κεφάλαιο»…   

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

BILL FRISELL: struggle


Από το "Πάσχα" του Αυγούστου Στρίντμπεργκ



Από την Α' Πράξη:

ΕΛΙΣ: Τίποτα δεν θα μας απομείνει
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Περίμενε
ΕΛΙΣ: Δάκρυα...Δάκρυα
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Κουράγιο!...

ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Πολλοί μπορούν να δουν αυτό, που οι άλλοι δεν το βλέπουν. Να το θυμάσαι... Δεν εμπιστεύεσαι στα καθαρά σου μάτια. Και τώρα πρέπει να σου μιλήσω γι' αυτό το λουλούδι εκεί, σ' αυτό το τραπέζι. Είναι από την Ελβετία. Είναι ένας κρίνος του Πάσχα. Ο κάλυκάς του έχει πιει το φως του Ήλιου. Πρόσεξες; Είναι κατακίτρινο. Ησυχάζει τους πόνους. Προ ολίγου, πέρασα μπροστά από ένα ανθοπωλείο, το είδα. Ήθελα να το δώσω στον αδελφό μου. Όταν δοκίμασα να μπω στο μαγαζί κάτω από την κάμαρα, το βρήκα κλειστό. Σήμερα είναι η μέρα της πρώτης μεταλήψεως. Αλλά μου χρειαζόταν αυτό το λουλούδι οπωσδήποτε. Τότε έβγαλα το κλειδί μου και αποπειράθηκα. Το κλειδί μου μπήκε στην κλειδαρότρυπα, φαντάσου, μπήκα. Καταλαβαίνεις τι λένε τα λουλούδια; Κάθε άρωμα εκφράζει μόνο του ένα πλήθος σκέψεις. Αυτές οι σκέψεις με κυρίεψαν και ήταν σαν να κοίταζα μέσα από έναν φακό. Έμεινα κατάπληκτη με το βάθος των μυστικών χρωμάτων, που δεν είχε δει κανένας. Μου είπαν εμπιστευτικά, πως ήταν λυπημένα γιατί τα πόνεσε ένας κακός κηπουρός... Δεν λέω ότι τόκανε από κακία. Όχι! Μάλλον από αμέλεια. Ξέρεις... Έβαλα λοιπόν λεφτά στο ταμείο και άφησα την κάρτα μου. Πήρα το λουλούδι και νάμαι.
ΒΕΝΙΑΜΙΝ: Πολύ απερίσκεπτα φέρθηκες. Κι αν δεν βρουν τα χρήματα όταν δουν, πως το λουλούδι δεν είναι πια εκεί;
ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Έχεις δίκιο!
ΒΕΝΙΑΜΙΝ: Ένα νόμισμα εύκολα εξαφανίζεται κι αν δεν βρουν παρά μονάχα την κάρτα, χάθηκες!
ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Μπορεί όμως κανείς να πιστέψει ότι είμαι κλέφτρα;
ΒΕΝΙΑΜΙΝ(Την κοιτά στα μάτια): Όχι!...

....ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Δεν έμαθα τι θα πει παιδική ηλικία.Γεννήθηκα πολύ γριά . Αμέσως μόλις γεννήθηκα, τα ήξερα όλα και κάθε φορά που μάθαινα κάτι, ήταν σαν να το θυμώνουν. Ναι! Κάθε φορά! Ήξερα την ελαφρότητα και την ανοησία των ανθρώπων από τεσσάρων χρονών. Γι' αυτό ήταν κακοί μαζί μου.
ΒΕΝΙΑΜΙΝ: Αυτά, που λες, νομίζω πως κι εγώ τα σκέφτηκα.
ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Φυσικά... Γιατί σκέφτηκες, ότι το νόμισμά μου θα εξαφανιζόταν στο ανθοπωλείο;
ΒΕΝΙΑΜΙΝ: Γιατί πάντα σκεφτόμαστε τα πιο θλιβερά πράγματα...

...ΕΛΙΣ: Δεν είναι η κατάσταση όπως ήταν άλλοτε. Έχω την εντύπωση, πως σήμερα ο Θεός μ' εγκαταλείπει.
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Μην υποφέρεις χωρίς να τ' αξίζεις. Είναι η χάρη του Θεού... Μην είσαι ανυπόμονος. Υπόφερε τη δοκιμασία, δεν είναι παρά μια δοκιμασία. Είμαι σίγουρη.
ΕΛΙΣ: Μπορεί για τον Βενιαμίν ένας χρόνος να έχει λιγότερες από 365 ημέρες;
ΧΡΙΣΤΙΝΑ: Ναι. Με μια λίγο καλύτερη διάθεση ο καιρός περνά πιο γρήγορα.
ΕΛΙΣ(γελώντας): Φύσα την πληγή και δεν θα πονάς, λέμε στα παιδιά. Παρηγοριά να σου πετύχει...

Από την Β' Πράξη:

...ΕΛΕΟΝΩΡΑ: ...Αυτό το εκκρεμές! Με είδε να γεννιέμαι, υπολόγισε τις ώρες μου, τις μέρες μου. Ακούς; Χτυπά σαν μια καρδιά. Ακριβώς σαν μια καρδιά και σταμάτησε ακριβώς, όταν ξεψύχησε ο παππούς. Από τότε ήταν στο σπίτι. Αντίο, μικρό εκκρεμές, που σταματάς σε λίγο. Ξέρεις πως είχε τη συνήθεια να πηγαίνει μπροστά όταν η δυστυχία ήταν στο σπίτι; Σαν να ήθελε να περάσει γρήγορα! Και όταν ήμασταν ευτυχισμένοι, πήγαινε πίσω για να μας επιτρέψει, όσο πιο πολύ μπορούσε την διάρκεια της ευτυχίας. Ήταν ένα ευγενικό εκκρεμές...  

Από την Γ' Πράξη:
ΕΛΙΣ: Αυτό είναι η μόνη αληθινή δυστυχία. Μ' αυτήν μπορούσα να υποφέρω οτιδήποτε άλλο απομένει να μας συμβεί. Μα τώρα έχασα και την τελευταία ελπίδα. Αγγίζω το χάος.
ΚΥΡΙΑ ΕΫΣΤ: Όταν αγγίζουν το χάος, χτυπούν το πόδι τους κάτω και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια. Έχει τίποτα νέα η εφημερίδα;...

...ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ: Ναι, νεαρέ μου φίλε. Η δικαιοσύνη όλα τ' ανακαλύπτει...Δεν άρπαξες από κανένα τίποτα, αλλά αν βρίσκεις άσχημο το να είσαι απογυμνωμένος δεν θα μπορέσεις πια να κατοικείς σ' αυτήν την πόλη, γιατί δε θα θέλει να χαιρετήσει κανείς έναν άνθρωπο αρκετά σκληρό ώστε να επικαλείται το δίκιο του. Βλέπετε, λοιπόν, πως υπάρχει κάποιο έλεος, που πάει αντίθετα στη δικαιοσύνη και που στέκει πάνω απ' αυτήν. Και αυτό το έλεος ονομάζεται ευσπλαχνία...
...Δεν είμαστε βέβαια αναγκασμένοι να σεβόμαστε τις μικρές λεπτομέρειες του καθενός, αλλά μπορούμε να τις ανεχθούμε και να κρατηθούμε στην ουσία του κάθε ανθρώπου. Στις μεγάλες κρίσεις της ζωής πρέπει να παραδεχθούμε τους άλλους με τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Να τα καταπίνετε όλα. Πηγαίνετε να δείτε τον Κυβερνήτη.
ΕΛΙΣ: Ποτέ!
ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ: Είστε επομένως έτοιμος να τα υποφέρετε όλα;
ΕΛΙΣ (αποφασιστικά): Ναι!
...ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ(Πάει κοντά του και τον πιάνει από τους ώμους): Είσθε λοιπόν ο πιο αξιοκαταφρόνητος άνθρωπος, που είδα ποτέ. Θέλω τώρα να μιλήσω ο ίδιος στη μητέρα σας.
ΕΛΙΣ: Όχι.
ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ: Λοιπόν θα πάτε να δείτε τον Κυβερνήτη;
ΕΛΙΣ: Ναί!
ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ: Ακόμα μια φορά! Πιο δυνατά.
ΕΛΙΣ: Ναί!
ΛΙΝΤΚΒΙΣΤ: Να, που έγινε...

ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Θα πάμε στην εξοχή, Βενιαμίν. Σε δυο μήνες! Ας πέρναγαν γρήγορα! (Σκίζει τα φύλλα του ημερολογίου και τα σκορπίζει σε μια ακτίνα του ήλιου). Δες! Οι μέρες περνούν! Απρίλιος! Μάιος! Ιούνιος. Και ο ήλιος λάμπει σ' όλη την πλάση. Κοίτα... Τώρα ευχαρίστησε τον Θεό, που μας υποσχέθηκε, να πάμε στην εξοχή.
ΒΕΝΙΑΜΙΝ (άτολμα): Δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω από τόσο χαμηλά!
ΕΛΕΟΝΩΡΑ: Μπορείς να τον ευχαριστήσεις από τόσο χαμηλά. Γιατί τα σύννεφα έφυγαν και θα ακούγεται ως τα ουράνια!...

                                              Ο Γιώργος Καραβασίλης μετέφρασε στις εκδόσεις "Δωδώνη"
                                              και ο Μεθόδιος Αργουμέντης αντέγραψε προσδοκώντας "ανάστασιν 
                                              των ζώντων"... Αμήν!



ΓΕΩΡΓΙΑ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ: Αγαύη

Έναν απόηχο από μουγκρητά
Πνιγμένα
Όλο κι όλο ένιωσαν οι ξένοι
Η πηχτή κόκκινη λίμνη κάτω απ’ τους ευκαλύπτους και τα μέλη σκόρπια τριγύρω
Δεν υπήρχαν πια όταν ήρθαν αυτοί
Είχε συλλέξει η ίδια τα πικρά υπολείμματα
Αργά και υπομονετικά
Όπως συλλέγεις τη σοδειά σου
Καρπούς της φιστικιάς αποκαλόκαιρο
Έναν – έναν ρίχνοντάς τους στη λινάτσα
Κι όταν αρχίζει να φλογίζει ο ουρανός
Ανεβαίνοντας το μονοπάτι
Μ’ ένα αίσθημα πληρότητας
Κι  ευγενικό στην πλάτη το βάρος της συγκομιδής

Μετά δεν υπάρχει επιστροφή φθινοπώριασε
Κι έχει αρχίσει η νύχτα στον δίκαιο τόπο
Η κούραση ανταμείβεται με τις προσευχές του γκιώνη
Και την τρελή παιδιά των νυχτερίδων στο μισόφωτο

Η κεφαλή 
Στήθηκε  τελευταία
Είπαν πως όντως  θύμιζε λιοντάρι με τη χαίτη  ξανθιά κι ανάστατη
Αργοπορημένη στο θάνατο
Μυρωμένη χαίτη βασιλόπουλου
Έσκυβε εκείνη πάνω του με τα μαλλιά πεσμένα να τον κρύβουν
Τα μπράτσα της προσπαθώντας να γαντζωθούν απ'  το πουθενά
Να μην πληγώσουν τα χείλη τα μαντεμένια
Κι εκείνο το  βλέμμα
Από χαλκό  κι ασπράδι που  κάπως ιρίδιζε

Σεμνά
Έθαψε το σπάραγμα σε τριανταφυλλόχωμα
Άγνωστο το μετά

Έζησε με καρδιά κομματιασμένη
Κάθε κομμάτι ένα τι από θεό
Κάθε κομμάτι ένα τι από υιό
Δοσμένη στο ακέραιο που την πρόδωσε
Ανθεκτική σαν κάκτος

Κανείς ποτέ δεν την τίμησε




Από τις "Βάκχες" στον "Χριστό Πάσχοντα", η επικοινωνία δύο θεατρικών κειμένων με απόσταση 16 αιώνων!

     Από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη στον «Χριστό Πάσχοντα», η   επικοινωνία δύο θεατρικών κειμένων με απόσταση 16 αιώνων!

     «ΒΑΚΧΕΣ» του Ευριπίδη (405 π.Χ.) - η υπόθεση του έργου

     Ο Διόνυσος, γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης, έφτασε στη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό και τρελάθηκαν από τον θεό και ως Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε και αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί ενάντια στις Μαινάδες. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα, για να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες και πρώτη η μητέρα του όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι έχει διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.  

       (από την έκδοση του «Κάκτου», εισαγ., μτφ., σχόλια Γιώργος Γιάνναρης)  

·        Η Αγαύη έχει πλέον συνειδητοποιήσει τι κρατά στα χέρια της και θρηνεί…

Πατέρα μου. Γύρνα και δες. Άλλαξα

Αν δεν ήταν τα χέρια μου ακάθαρτα

Πώς να σε ευλαβηθώ
Και πώς. Να σε σύρω στα στέρνα μου επάνω
Πώς να θρηνήσω
Και πώς. Να φιλήσω το κάθε μέλος του τέκνου μου

Να ασπασθώ την σάρκα εκ της σαρκός μου

Γέροντα
Εδώ θα πάει το κεφάλι
Κι εδώ. Το σώμα το άλλο

Ολόκληρο το σώμα
Ακέραιο να συναρμόσουμε το σώμα και ολόκληρο
Με προσοχή
Με ακρίβεια

Τόσο σώμα

Αγαπημένο πρόσωπο
Μάγουλο τρυφερό μου

Ιδού. Με αυτήν την σινδόνη κρύπτω το πρόσωπό σου

Τα αιμόφυρτά σου
Τα αυλακωμένα
Μέλη σου

                                                           (Μετάφραση : Γιώργος Χειμωνάς*)

*: Εδώ στο χειρόγραφο του αρχαίου κειμένου υπάρχει ένα κενό. Ο θρήνος της Αγαύης και η αρχή του μονολόγου του Διόνυσου έχουν χαθεί. Ο Π. Πρεβελάκης στη δική του μετάφραση των «Βακχών» αποκαθιστά το κενό, δανειζόμενος στίχους από τον «Χριστό Πάσχοντα» που περιλαμβάνει αρκετούς στίχους από τις «Βάκχες». Τον ίδιο δρόμο επιλέγει και ο Γ. Χειμωνάς, με τον δικό του, βέβαια, τρόπο και ύφος. Άλλοι μεταφραστές «σέβονται» την ιστορία του χειρογράφου και προσπερνούν το κενό μιας και δεν «στοιχίζει» στην κατανόηση από τον αναγνώστη και τον θεατή.
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΣΧΩΝ» ή «ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» (12ος μ.Χ. αι.) - Λίγα λόγια για το έργο

     Χριστιανός με φλογερή πίστη και βαθιά ευλάβεια, αλλά και της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας μελετητής και γνώστης ήταν ο Βυζαντινός λόγιος που σκέφτηκε να συνθέσει ένα δράμα για τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, χρησιμοποιώντας σε κάθε σχεδόν βήμα φράσεις και στίχους από ορισμένες τραγωδίες του Ευριπίδη κυρίως, αλλά και από τραγωδίες άλλων ποιητών καμιά φορά, ή και από άλλα κείμενα. Έκανε έτσι ένα έργο ανάλογο με το έργο ενός οικοδόμου που, για να χτίσει μια χριστιανική εκκλησία, θα χρησιμοποιούσε σχεδόν αποκλειστικά μέλη αρχαίων ελληνικών κτισμάτων. Μόνο που η εργασία του ποιητή – συναρμολογητή παρουσίαζε πολύ μεγαλύτερες  δυσκολίες, γιατί τα αρχαία χωρία, εκφράσεις άλλου κόσμου προορισμένες αρχικά για άλλους σκοπούς, έπρεπε να γεμίσουν με νέο νόημα και να πάρουν καινούρια διαμόρφωση. Ο Βυζαντινός λόγιος που καταπιάστηκε με αυτό το εγχείρημα μπορεί να μην έχει έμπνευση και έντονη ποιητική προσωπικότητα, δείχνει όμως αξιόλογη ελληνομάθεια και αξιοθαύμαστη υπομονή.

(από την έκδοση της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη – μτφ. Θρασύβουλου Σταύρου)

…Συντάχθηκε στα τέλη του 11ου ή κατά τον 12ο αι. αξιοποιώντας το υλικό παλιότερων θρησκευτικών δραμάτων σε συνδυασμό με δάνεια από ποιητές της κλασικής αρχαιότητας, ιδιαίτερα από τον Ευριπίδη. Ως συντάκτης του προβλήθηκε σκόπιμα ο Γρηγόριος ο θεολόγος για να γίνει δεκτό και να μην κατακριθεί από την Εκκλησία. Α’ έκδοση το 1846 όπου επισημαίνονται τα δάνεια από τα έργα του Ευριπίδη και από τα απόκρυφα Ευαγγέλια που ήσαν κοινή πηγή όλων των θρησκευτικών δραμάτων. 



Η Θεοτόκος θρηνεί…

Φτωχό μου χέρι, το άψυχο κορμί του πιάσε.
Τι βλέπω, συμφορά μου; Τι κρατώ στα χέρια;
Ποιος είν’ αυτός που είναι νεκρός στην αγκαλιά μου;
Πώς πρέπει, ευλαβική μητέρα, να τον πάρω
στο στήθος μου, και πώς να τον μοιρολογήσω;
Δώσ’ μου τον τρόπο εσύ να σου μιλήσω, γιε μου,
και να φιλήσω το άψυχο τώρα κορμί σου.
……………………………………………………………………………
Αχ, δώσ’ μου να φιλήσω το δεξί σου χέρι.
Χεράκι λατρευτό! Πώς σε σφιχτοκρατούσα,
Έτσι όπως ο κισσός τυλίγει το πρινάρι!
Ω, στόμα αγαπητό και μάτια λατρεμένα,
ω, ευγενικιά θωριά και πρόσωπο του γιού μου
χείλια γλυκά, πνοή απαλή, κι ω σώμα θείο!
Ω μύρα αναπνοής! Χαϊδεύετε τη μνήμη
και μες στη συμφορά, κι αλάφρωσε η καρδιά μου.
……………………………………………………………………………..
Από χείλια κλειστά κι από σβησμένα μάτια
πώς να βρω εγώ παρηγοριά; Πώς να βαστάξω;
Κορμί γλυκόπνοο!.................................................................................... ……………………………………………………………………………..
Σκεπάστε του το πρόσωπο μ’ αυτά τα πέπλα
και πάρτε τον στα χέρια- βάλτε πια στο μνήμα
το  βασιλιά που θανατώσαν οι Ιουδαίοι –
……………………………………………………………………………..
ΙΩΣΗΦ
Ω, νεανική θωριά κι εσύ όψη αγαπημένη!
Την κεφαλή μ’ αυτό το πέπλο σου σκεπάζω-
Καινούρια καθαρά σεντόνια ρίχνω απάνω
Στο ματωμένο σου κορμί, το σπαραγμένο,
Απάνω στο πλευρό που το ‘χουνε πληγώσει.



Μετά όμως ο Χριστός θ’ αναστηθεί…

ΘΕΟΤΟΚΟΣ
…Θαμπώνει ο νους μου, ολάκερη απ’ το φόβο τρέμω.
Η πέτρα σηκωμένη! Πώς κυλίστηκε έτσι
κι άξαφνα απ’ του μνημείου τη θύρα πήγε πέρα;
Σιωπή!
Ποιος είν’ αυτός που κάθεται πάνω στην πέτρα;
Σαν αστραπή ‘ναι η όψη του, κι η φορεσιά του,
λευκή, σαν το απαλό το νέο το χιόνι λάμπει.
Να κι οι φρουροί! Κατάχαμα σαν πεθαμένοι.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Καθόλου μην ταράζεστε και μη φοβάστε.
Ζητάτε τον Ιησού που σταυρωμένος ήταν,
Δεν είναι πια νεκρός μέσα στον τάφο του- έχει
αναστηθεί  και τώρα πάει στη Γαλιλαία.
Οι μαθητές του εκεί να τονε δούνε θέλει.
Η θέση είναι άδεια- προχωρήστε και κοιτάξτε.
Ό,τι είχα να σας πω το είπα…

…ΧΡΙΣΤΟΣ
Χαίρετε.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ω, χαίρε, γιε τρανέ τρανού Πατέρα- χαίρε,
μεγάλε, αιώνιε Θεέ και βασιλιά των όλων.
Άσπονδο εχθρό, το θάνατο, έχεις πια νικήσει.
Τα πόδια ταπεινά να σου φιλήσουμε άσε.
Στα πόδια σου μπροστά πέφτουμε, κοίταξέ μας.
Με φόβο και χαρά πλημμύρισε η καρδιά μας.

ΧΡΙΣΤΟΣ
Καθόλου μην ταράζεστε και μη φοβάστε.
Τρέξτε και φέρτε μήνυμα στους αδερφούς μου
Στη Γαλιλαία να πάν, κι εκεί θα μ’ ανταμώσουν.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Ω, αυγή χαράς, ω ανείπωτη του ήλιου λάμψη,
Αχτίδες λαμπερές που δεν τις λέει το στόμα!
Τα λόγια δεν μπορούν να πούνε τη χαρά μου.
Μα πάμε, όπως το πρόσταξε και το ‘πε ο Κύριος…

…και θα λευτερωθεί στο φως, όπως και ο Διόνυσος άλλωστε…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Ιώ. Ακούστε με
Ακούστε την φωνή μου
Ιώ βάκχες. Ιώ

ΧΟΡΟΣ
Ποιος είναι. Ποιος…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Ιώ. Ιώ. Φωνάζω
Εγώ. Ο υιός της Σεμέλης  και του Διός

ΧΟΡΟΣ
Ιώ. Ιώ
Δέσποτα. Δέσποτα
Ελθέ στον θίασό μας…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Σεισμέ ιερέ

ΧΟΡΟΣ
Α
Το δώμα του Πενθέα
Τρέμει. Τινάζεται. Πέφτει
Ο Διόνυσος είναι εδώ!
Πιστέψτε!  Πιστεύουμε!
Α. Δείτε
Οι πέτρες. Οι στύλοι. Κυλάν στη γη
Από μέσα. Βαθειά…

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Άναψε
Άστραψε κεραυνέ
Καίγε
Κάψε τα δώματα του Πενθέα

ΧΟΡΟΣ
Α
Κοιτάξτε. Πώς το πυρ απλώθηκε
Τυλίγει το άγιο μνήμα της Σεμέλης…
…Τα σώματά σας! Τρομαγμένες μαινάδες
Κάτω στην γη ρίξτε τα. Την γη κρατήστε με τα σώματά
          σας
 Να ο βασιλέας!
Αυτός που τράνταξε τα σπίτια
Ο γόνος του Δία! Επιφαίνεται!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ
Βάρβαρες γυναίκες
Φόβος πολύς θα σας εφόβισε και πέσατε στο χώμα…
…Σηκωθείτε. Θάρρος
Διώξτε τον τρόμο από τα σώματά σας

ΧΟΡΟΣ
Φως μέγιστο! Σε είδα!
Και εδόθηκα εκστατική στον Εύιο
Εγώ η μοναχή της ερημίας…




Και δεν είναι λιγότερο  φ ο β ε ρ ό  το θαύμα και στον χριστιανό ποιητή…


Ο ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ (στην Θεοτόκο)

…Ο πρώτος των φρουρών απάντησε έτσι τότε:
«Λοιπόν απ’ όσα ξέρω δε θα πω ούτε λέξη,
αφού μου το ζητάς και λες πως δε θα μπλέξω.
Στον άρχοντα σιωπή- μα εσείς ακούστε τα όλα.
Από κανένα θεό κατώτερος δεν είναι
ένας που θάματα έκαμε και πριν και τώρα.
Τον τάφο η πλάκα σκέπαζε- στην πλάκα απάνω
σφραγίδες- γύρω εμείς, χωρίς να κλειούμε μάτι-
κι εκείνος αναστήθηκε, μια λάμψη σε όλα
σκόρπισε και τα φώτισε- σαν πεθαμένοι
απ’ την τρομάρα μείναμε- της γης τα βάθη
τα τράνταξε σεισμός μεγάλος, και του τάφου
η πέτρα ευθύς κυλίστηκε και πήγε πέρα.
Και σίγουρα, όλ’ αυτά μπορεί όποιος πάει στον
       τάφο
  αμέσως να τα δει με τα ίδια του τα μάτια.
Και μια παράξενη ήχησε φωνή απ’ τα ύψη
-         φωνή ‘ταν του Θεού Πατέρα – και μαζί της
βροντή- κι ανάμεσα στη γη και στον αιθέρα
ιερής φωτιάς λαμπρός στηρίχτηκε ένας στύλος.
Τότε παντού σιωπή- στο σύδεντρο φαράγγι
όλα τα φύλλα ασάλευτα- δεν άκουες ήχο.
Λοιπόν αναγνωρίστε τον, όποιος και να ‘ναι
έστω κι αργά- γιατί μεγάλος είναι σε όλα.
Και στους θνητούς χαρίζει αυτός, καθώς ακούω,
δώρο που το κακό νικά και τ’ αποδιώχνει.
Χωρίς αυτό, αγαθό στον κόσμο δεν υπάρχει
κι ούτε μπορεί να γίνει- κι αν αυτό είν’ αλήθεια,
κάλλιο έχω να τον προσκυνώ παρά ν’ αγριεύω,
κι εγώ, ο θνητός, εχθρός ενός Θεού να γίνω.»