Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 ..............................................................




·      Απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Ο κύκλος με την κιμωλία» (μτφ. Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) εκδ. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1974)

 

     Από την Δ’ Πράξη

 

…ΑΖΤΑΚ : «Να τος ο Δικαστής!» Ε, αυτό είναι κάτι, που δεν έχει ξανακουστεί ποτέ, σ’ όλη τη χώρα της Γεωργίας. Πολίτες, που είναι ο Εξοχώτατος Κύριος Κυβερνήτης; (Δείχνοντας το χώμα) Εδώ βρίσκεται, ξένε, ο Εξοχώτατος. Και πού είναι ο Προϊστάμενος των Φόρων; Πού είναι ο Πατριάρχης; Πού είναι ο Αρχηγός της Φρουράς; Εδώ, εδώ και πάλι εδώ, κι όλοι τους εδώ! Αυτό, σύντροφοι, περίμενα από σας, αυτό!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Πιο σιγά, μη φωνάζεις! Τι περίμενες, λέει, από μας, πουλάκι μου;

ΑΖΤΑΚ : Αυτό που έγινε και στην Περσία, φίλοι μου, αυτό που έγινε και στην Περσία!

 Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και τι γίνηκε λοιπόν στην Περσία;

ΑΖΤΑΚ : Εδώ και σαράντα χρόνια. Τους κρεμάσανε όλους. Από Βεζύρη μέχρι Εισπράχτορα των Φόρων, όλους! Ο παππούς μου τα είδε ο ίδιος με τα μάτια του, κι ήταν άνθρωπος με μυαλό και γνώση. Τρεις μέρες κρεμάγανε. Απ’ άκρη σ’ άκρη!

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος κυβερνούσε, αφού τον Βεζύρη τον κρεμάσανε;

ΑΖΤΑΚ : Ένας αγρότης κυβερνούσε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος διοικούσε το στρατό;

ΑΖΤΑΚ : Ένας στρατιώτης. Απλός στρατιώτης.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και ποιος πλέρωνε τους μιστούς;

ΑΖΤΑΚ : Ένας εργάτης βαφέας. Αυτός πλέρωνε.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Μπας δεν ήτανε βαφέας κι ήταν υφαντεργάτης;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Και δε μας λες, εσύ κύριε απ’ τη Περσία: τι βγήκε απ’ όλ’ αυτά;

ΑΖΤΑΚ : Τι βγήκε; Κι ήταν ανάγκη να βγει τίποτε; Γιατί ψάχνετε άδικα, φίλοι μου; Ο πόλεμος! Ο πόλεμος που βάσταξε τόσα χρόνια! Και το άδικο!... Ο παππούς μου ήξερε απ’ έξω ένα τραγούδι, που τα ‘χει μέσα όλ’ αυτά. Εγώ κι ο φίλος μου ο αστυνόμος θα σας το τραγουδήσουμε. (Στο Σωβά.) Σωβά, κοίτα να μου κρατάς το ίσο:

«Γιατί τα παλικάρια μας κι οι κόρες μας, γιατί

πια δε γνωρίζουν αίμα και δάκρυα τι θα πει;

Γιατί το μόνον αίμα να ‘ναι από τα σφαχτάρια,

γιατί τα μόνα δάκρυα, που λάμπουν το πρωί,

να ‘ναι των φύλλων της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί;

 

Ο Βασιλιάς καινούριες χώρες θα κατακτήσει

και την πεντάρα των φτωχών κι αυτή θα τη ζητήσει.

 

Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί

πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί.

Σ’ όλης της γης τα πέρατα τους άμοιρους σκορπίζουν

κι οι αρχόντοι μες στα σπίτια τους νίκες πανηγυρίζουν!

Ο πόλεμος κι αν χάθηκε, κι αν σπάσαν τα σπαθιά μας,

το πιο σπουδαίο γένηκε: πήραμε τα λεφτά μας!

Αλήθεια, να ‘ναι, πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ : «Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

   ΑΖΤΑΚ : Θέλετε να τ’ ακούσετε όλο, ως το τέλος;

(Ο Α’ Μαυροσκούφης γνέφει «ναι».)

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ, στον Αστυνόμο : Σου το ‘μαθε, βλέπω, το τραγουδάκι σου, ε;

ΣΩΒΑ : Και βέβαια. Μόνο που δεν το τραγουδάω σωστά.

Β’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Ναι. (Στον Αζτάκ) Λέγε συνέχεια.

ΑΖΤΑΚ : Η δεύτερη στροφή μιλάει για την ειρήνη:

«Γέμισαν τα γραφεία μας, άλλο πια δε χωράνε,

πληθύναν οι γραφιάδες μας, τους δρόμους πλημμυράνε,

μα ο κακομοίρης ο σποριάς πιο πεινασμένος μένει

κι η άμοιρη φτωχολογιά γυρνάει κουρελιασμένη

Αλήθεια να ‘ναι πέστε μου, αλήθεια να ‘ναι, αλήθεια;»

ΣΩΒΑ :   Ναι-ναι, ναι-ναι, ναι-ναι, αλήθεια είναι, αλήθεια!»

ΑΖΤΑΚ : 

«Γι’ αυτό τα παλικάρια μας αίμα δεν ξέρουν τι θα πει,

  γι’ αυτό τα μόνα δάκρυα που λάμπουν το πρωί πρωί

  δεν είναι παρά της ιτιάς πάνω στη λίμνη Ουρμί».

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Κι έχεις τώρα σκοπό να πας να το τραγουδήσεις αυτό, κάτω στην πόλη;

ΑΖΤΑΚ : Γιατί; Τι συμβαίνει;

Α’ ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ : Τις βλέπεις εκείνες τις φωτιές, πέρα μακριά; Αζτάκ κοιτάζει. Ο ουρανός είναι κατακόκκινος σαν από πυρκαγιά.) Είναι στην εργατική συνοικία. Εκεί τους υφεντεργάτες, τους έπιασε το δικό τους, το περσιάνικο που λες κι εσύ. Τους φάνηκε πως ο Πρίγκιπας Καζμπέκι παραείχε μαζέψει εξουσίες στα χέρια του. Και σήμερα το πρωί, να σου και κρεμάνε τον Κοινοτικό Δικαστή. Εννοείς, εμείς τους κάναμε λιώμα στο πι και φι. Εκατό πιάστρα πλέρωνε ο Καζμπέκι το κεφάλι. Κατάλαβες;

ΑΖΤΑΚ, (ύστερα από μικρή σιωπή) : Κατάλαβα…

 

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

"ΑΡΑΧΝΟΕΙΔΗ ΠΛΑΤΑΝΙΑ" πεζογράφημα από τον ποιητή και φίλο στο fb Ηλία Κεφάλα (γ.1951) (facebook, 18.4.2026)

 ...............................................................






                 Ηλίας Κεφάλας (γ. 1951)



ΑΡΑΧΝΟΕΙΔΗ ΠΛΑΤΑΝΙΑ


Τι μας απασχολεί περισσότερο, όταν πνιγόμαστε μέσα στην αόριστη εν γένει περισυλλογή, εκεί που το μυαλό μας χορεύει ανήσυχο, πετώντας από το ένα θἐμα στο άλλο; Σχεδόν πάντα μας κατατρώει η υπόθεση του μέλλοντος, οι πιθανές κακοτυχίες που θα μας βρουν, η ματαίωση των ονείρων και η έλευση του θανάτου. Περπατώ στην όχθη του ποταμού με μιαν αμήχανη αμεριμνησία. Τα αραχνοειδή πλατάνια, που αρδεύονται στον ποταμό, αγκαλιάζουν το βλέμμα μου και κάνουν πιο σκεπτική τη δική μου οδοιπορία. Μοιάζουν σαν να προσπαθούν να πιάσουν τον χρόνο που φεύγει, αλλά μόνο τον άνεμο χτενίζουν μαζί με τις αναμνήσεις μου και, ακόμα περισσότερο, μαζί και τις επιγενόμενες, μακρόσυρτες και αδιέξοδες σκέψεις μου. Λοιπόν, πλατάνια, ρωτάω, τι μας περιμένει; Αντί γι’ αυτά ο Ρουφίνος λέει στο αυτί μου: «Το γαρ αύριον ουδενί δήλον». Εντάξει. Το αύριον ενδεχομένως ουδενί δήλον. Όμως το μεθαύριον; Ατυχώς δήλον εστί.




Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα και ενενήντα χρόνια, αντίστοιχα, από την αποδημία των ποιητών...

 ..............................................................



            Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


Άλλο ένα διπλό επετειακό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη και στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του πρώτου (1996) και 90 χρόνια από την εκτέλεση του Λόρκα στα 1936 από τους Φαλαγγίτες του Φράνκο. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί επτά τραγούδια του Λόρκα με τον τίτλο"Romancero Gitano" τραγούδια που έχει μεταφράσει ο Οδυσσέας Ελύτης. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα 1967 με τη Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει τα τραγούδια, μέσα στη δικτατορία τα ερμηνεύει ξανά σε ενορχήστρωση του σπουδαίου κιθαρίστα Τζον Ουίλιαμς και κοντά στη Μεταπολίτευση τα τραγουδάει η Αρλέτα σε μια πιο λυρική ερμηνεία - με συνοδεία μόνο κιθάρας, ίσως του Νότη Μαυρουδή. Τα τραγούδια του "Ρομανσέρο Χιτάνο" τα παρουσιάζει ξανά ο Μίκης με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά και την Σοφία Μιχαηλίδου στον Μουσικό Αύγουστο του 1978 στο θέατρο του Λυκαβηττού. Εδώ ολόκληρο το έργο με την ποίηση του Λόρκα στη μετάφραση του Ελύτη με την αδρή και περισσότερο λυρική ερμηνεία της Αρλέτας...


Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871 – 1920) «Ο Πύργος του Ακροπόταμου» (εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ» / «ΒΙΠΕΡ», αρχές δεκαετίας του ’70)

 ...............................................................



Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1871 - 1920)


·       Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (1871 – 1920) «Ο Πύργος του Ακροπόταμου» (εκδ. «ΠΑΠΥΡΟΣ» / «ΒΙΠΕΡ», αρχές δεκαετίας του ’70)

 

Από το Δ’ Κεφάλαιο

 

   Οι αδερφάδες ξαναμείνανε μοναχές στον πύργο κι η ζωή εκεί μέσα ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό της. Ο βρόντος του αργαλειού δεν είναι φόβος να ταράξη* την ησυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ακατάπαυστα από την αυγή θαμπά ως βαθιά τη νύχτα, η βελόνα τρυπά, μουδιάζει τα δάχτυλα κι η Παναγιούλα ξανάπιασε τα τρεξίματα στην πόλη. Δεν ντροπιάζει κανέναν τώρα. Η γενιά του Κρανιά δεν θέλει να ξέρη πια από τις νυφάδες της πόλης κοντά στον ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη και πληγωμένη στους ραγισμένους τοίχους της κούλιας.

   Μα κι η ζωή ένα γύρο δεν αλλάζει τον σκοπό της. Ο ήλιος φέγγει όπως πρώτα πάντα, η άνοιξη έρχεται και φουντώνει τον κάμπο κι ισκιώνει τον όχτο του ακροπόταμου. Ο κόσμος παντρεύεται κι αρρεβωνιάζεται. Ένας ανθυπίατρος από το κάστρο παντρεύτηκε με τη δεύτερη τη Ζωριοπούλα, ένας έμπορος από τον τόπο αρρεβωνιάστηκε  την Ευανθία Τελατίνη. Τα μηνύματα φτάνουνε σαν περιγέλασμα στην κούλια.

   Η Φρόσω σκύβει το κεφάλι και δεν μιλεί, η Μαριώ όμως δεν το βαστά. Η οργή της δεν ξεσπά μόνο φαρμάκι στη γειτονιά, δεν γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στην κούλια, μα σκορπίζεται κι αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. Βουνά και κάμπους, ουρανό και γης· όσα βλέπει το μάτι κι όσα φαντάζεται ο νους. Γυρεύει από τον ουρανό μιαν εκδίκηση κι ένα σεισμό από τον βυθό της γης. Κι όσο δεν τα λαβαίνει, η ψυχή της διψά να πνίξη, να ρημάξη, να βουλιάξη η ίδια. Κι όσο δεν το μπορεί ούτε αυτό, ξεθυμαίνει στην ορφανή της πλύστρας του πατέρα, που γύριζε αδειανή από τους δικούς, στην Κούλα, που τα παρμένα της δεν δουλεύουνε γρήγορα, κι άμα δεν βρίσκη άλλη καμιά αφορμή, σε κατάρες κι αναθέματα εκεινών που θα χαρούνε όσα πλέκει κι όσα ράβει.

   «Την αδικιά, την αδικιά ποιος θα την εκδικηθή στον κόσμο;» φωνάζει αδιάκοπα.

   Και σβήνει μπρος από το κόνισμα το καντήλι, που ανάβει η Φρόσω, σαν βρίσκεται μια σταλιά λάδι στο ροΐ της κούλιας, και στένει καβγά, όταν παίρνη το μάτι της τη λειτουργιά που στέλνεται στην εκκλησιά:

   «Δεν έχω κάνα κρίμα να μου συχωρεθή· την αδικιά ποιος θα την γδικηθή στον κόσμο!»

   Η Φρόσω σωπαίνει για να μην ακούη η γειτονιά και δίνει του παπά το δίφραγκο μαζί με το πουκάμισο της αδερφής να το διαβάση στ’ άγιο Βήμα· κι όταν οικονομήση δεύτερο, ανοίγει την αγιά Μαρίνα όξω στ’ αμπέλια, μήπως η χάρη της τη βοηθήση τη συνονόματη.

   Κι η Φρόσω είχε χαμένη την ελπίδα, ωστόσο πίστευε στη δύναμη του Θεού και πίστευε ακόμα και στο σόι. Αν έχασε ο αδερφός εδώ, η πόλη αυτή δεν είναι κι ο κόσμος όλος κι ο φτόνος δεν είναι σ’ όλον τον κόσμο ο ίδιος.

   Την ίδια γνώμη έχει κι η Σακαμπέσαινα, που άμα ξαναφέρνη η Παναγιούλα τίποτα ψιλά, βάζει κι εκείνη την τέχνη της να ξαναφέρη τη Μαριώ στα σέστα της. Χαρά μεγάλη καρτερεί την κούλια· το διάβασε στ’ άστρι του βραδιού και το κομπόδεσε. Ή θησαυρό ή πλούσια νύφη θα βρη ο Γεσίλας σύντομα στον καιρό κι αλαργινά στον τόπο.  Λίγο υπομονή μονάχα. Ποιος τους φταίει; Πήγανε και στείλανε της Ζωριούς τη Χαραλάμπαινα. Δεν ερχόντανε σ’ αυτή, να ‘ριχνε της κόρης  να ‘παιρνε τα σοκάκια για τον καπετάνιο.

   Μα η Μαριώ δεν ήθελε ν’ ακούση τίποτε. Η προσβολή που έγινε στο γένος του Κρανιά εδώ στον τόπο, είναι ανεξιλέωτη. Μόνο σαν έρθη κάποτε κανένα δεκάρικο από τον αδερφό, δεν σβήνει λίγες μέρες το καντήλι και παγαδιάζει και το ανάθεμα σ’ όλον τον κόσμο.

   Αφού δεν ξαναφάνηκε ο ψάλτης στο βελούχι, κι ας έλειψε το σκιάχτρο του Γεσίλα, η Κούλα ξανάριξε τη ματιά στους υπαξιωματικούς.

   Μα οι υπαξιωματικοί μόνο αριά και πού καθίζουν τώρα στο βελούχι. Περνούν από τον δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθώς πάντα και στρίβουνε πέρα κατά τις ελιές.

   Ο Φωτούλας Τυλιγάδας δεν μπορεί να τους ξαναμαζέψη. Τα βασιλικά και τα περιπλοκάδια ανθούνε σαν πάντα στη φρετζάτα ολόγυρα, οι αγγουριές καρπίζουν στις βραγιές πίσω από την κούλια κι η ποταμιά δεν έπαψε να κατεβάζη το μαΐστρο.

   «Εκεί δε βλέπεις;» του λέει ο Κελεμένης ο παπατζής του βελουχιού, και δείχνει έρημα τα παράθυρα της κούλιας.

   Έρημα εκείνα, ρημαγμένο και το βελούχι. Τίποτα μαθητούδια αν ξεπέφτουν πια να χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι αποβραδίς μοναχά οι δάσκαλοι βγαίνουνε να δροσιστούν.

   Όμως μια νέα γενιά δασκάλων. Όχι πως δεν μιλούν για γραμματική κι αυτοί, ή πως δεν αναθεματίζουν τον Ψυχάρη, μα δεν το θαρρούν κι ολότελας αταίριαστο με το σοβαρό έργο τους να ρίχνουνε και καμιά ματιά προς τα παράθυρα της κούλιας, να τρώνε στην αστροφεγγιά κάνα κοτόπουλο και να ξεκρεμούν και το μπουζούκι κάποτε.

   Η Κούλα δυνάμωσε το φτιασίδι στα μάγουλα κι έβαλε όλη την παλιά τέχνη της στα σγουρά. Τη φορά αυτή δεν θα της γλυτώση ένας από τους δασκάλους. Όποιος απ’ αυτούς, ο πρώτος που θα ρίξη τα μάτια στα παράθυρα. Ας είναι ακόμα και κείνος ο κοντακιανός και κοντολαίμης, που δεν βγάζει από ψηλά του το παλτό κι ας σκάζη γάιδαρος όξω στον ήλιο του Μαγιού. Η γραβάτα του είναι ξεφτισμένη και βρώμικη και το καπέλο, που μια φορά ήτανε σταχτί, το φορεί ανάποδα πάντα, μα σ’ όλ’ αυτά τον συμμορφώνει στο φτερό, φτάνει μόνο να τονέ λάβη στα χέρια της.

   Εκείνα που δεν παίρνουνε συμμόρφωση, είναι τα μάτια του, που αλληθωρίζουνε, και τα κανιά του, που δεν είναι ολόισα όπως όλων των ανθρώπων. Μα κι αυτά είναι ψιλοδουλειές για τέτοιες ώρες, που ο καθρέφτης του εφέδρου άρχισε να δείχνη και της Κούλας ό,τι τρόμαξε άλλοτε και τη Μαριώ.

   Η Κούλα ρίχνει τη ματιά στη Φρόσω, στη Μαριώ και τρομάζει κι αυτή, βλέπει την κοιλιασμένη κούλια να φοβερίζη να σωριαστή αποπάνω της κάθε στιγμή, σε κάθε δυνατό φύσημα του αέρα και νιώθει ρίγος μέσα της. Ο μόνος στοχασμός της είναι πώς θα γλυτώση από κει αποκάτω, πώς να βρεθή μακριά πριν έρθη η ώρ’ αυτή. Ο καιρός βιάζει, δεν είναι να χάνη ούτε στιγμή.

   Κι ο δάσκαλος με το μακρύ παλτό ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάση τα παιδιά και να τος, ίσια στο βελούχι. Δεν ξεκολλά τα μάτια του από την κούλια.

   Η Κούλα ξανάπιασε τη θέση της στο μπαλκόνι. Η καρδιά της ξανάβρισκε όλη την παλιά ορμή. Η άνοιξη, που χυνότανε στην ακροποταμιά με τ’ άνθη στις ελιές, τους μαβιούς ίσκιους και τον κούκο, σαν να έβγαινε όλη, να χυνόταν όλη από μέσα της. Στιγμές, δεν ήξερε κι αυτή γιατί της φαινότανε πως μοιάζει περισσότερο μ’ ηλιόγερμα παρά μ’ απριλιάτικη λιακάδα· ωστόσο δεν ήθελε να το πιστέψη, της άρεσε να πλέη γλυκά στο πλάνεμα και πολεμούσε να κρατήση όσο μπορούσε μακρύτερα την ανοιξιάτικη λαχτάρα με τα τριαντάφυλλα στον κήπο, με τα γαρύφαλα και τα ζαμπάκια στο μπαλκόνι.

    Έδενε μ’ αυτά ένα ολόδροσο μπουκέτο κάθε πρωί και το ‘στελνε του Τυλιγάδα με την Παναγιούλα.  Κι έπειτα το καμάρωνε, που το έβλεπε να ξεχωρίζη μέσα στ’ άλλα μυρουδικά που στολίζανε τα τραπέζια του βελουχιού. Περίμενε τον δάσκαλο.

   Κι ο δάσκαλος δεν χόρταινε να το μυρίζη. Κι η Κούλα από το παράθυρο δεν μπορούσε να μη σκάση κι αυτή στα γέλια σαν τους συναδέλφους του εκεί γύρω. Η μύτη του δασκάλου βαφότανε κίτρινη από τα ζαμπάκια και γυρνούσε τ’ αλλήθωρα μάτια μέσα στις κόχες τους για να δη τη μύτη του και να σκουπίση.

   Μα η καρδιά του ήταν ανεξίκακη σαν όλων των δασκάλων. Τα γέλια δεν τον πειράζανε, μήτε τα πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο να κλέψη την ώρα, που δεν τον κοίταζε κανένας, για να βγάλη ένα γαρύφαλο ή ένα ρόδο από το μπουκέτο για να το βάλη στην κουμπότρυπα.

   «Ψυχή μου νέος!» δεν βαστιότανε να νη στοχαστή πολλές φορές η Κούλα και να βαρυθυμήση μια στιγμή με κείνο που έβλεπε.

   Μα πάλι, όταν εκείνος, παραφυλάγοντας ξανά τη στιγμή που δεν τον έβλεπε κανένας, έφερνε πεταχτά το άνθος στα χείλη του, ενώ την ίδια ώρα έρριχνε κλεφτή ματιά στα παράθυρα του πύργου, η θλίψη της Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

   «Από τ’ ολότελα καλός κι ο δάσκαλος» έλεγε μέσα της μελαγχολικά.

   «Από τ’ ολότελα καλές και τούτες παρηγοριόταν άλλο τόσο μελαγχολικά κι ο Τυλιγάδας, εκεί που μάζευε τις μίζερες δεκάρες των δασκάλων.

   Κι οι ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

 

   Μα ήρθε ο Αλωνάρης, έκλεισε το σκολειό κι ο δάσκαλος πάει να ξεκαλοκαιριάση στο χωριό του.

   Το βελούχι κι όλος ο κόσμος ρήμαξε για την Κούλα. Η καρδιά της τρέμει όσο να ‘ρθη ο Αύγουστος να μάθη, να σιγουρευτή πως δεν μεταθέσανε τον δάσκαλο.

   Και δεν τονέ μεταθέσανε.

   Μα ο χινόπωρος, που τον ξανάφερε δροσερόν κι ηλιοκαμμένον, έφερε και τα σύννεφα και τις βροχές. Και με τα πρώτα βοριαδάκια το βελούχι έκλεισε. 

   Μοναχή παρηγοριά της Κούλας μένει το πέρασμα του καλού της απ’ τον δρόμο. Μα πόσες φορές την ημέρα μπορεί να περνά ο δόλιος δάσκαλος; Και μήπως είναι κιόλας τόσο εύκολο το πέρασμα από την κούλια, όταν αρχίσουν οι βροχές του σαραντάμερου κι αναγλιτσιάση ο όχτος του ακροπόταμου;

   «Αγάπη, που να σκιάζεται τις λάσπες, ποιος την είδε, ποιος την άκουσε!» θυμώνει μέσα της η Κούλα, όταν περνούνε μια δυο μέρες κι ο δάσκαλος δεν φαίνεται.

   Μα όταν τον ξαγναντίζη βουτηγμένον ως τα γόνατα στη λάσπη, πιτσιλισμένο ίσια μ’ απάνω με τους ώμους το μακρύ παλτό, όταν το βούλιαγμα, που βλέπει να κάνει το πόδι του στις λούμπες, το σκόνταμά του στον όχτο εδώ, το γλίστρημά του παρακεί στη γλίνα της βγάζουνε στο φόρο πως η ματιά του χωριστά από αλλήθωρη είναι κιόλας κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει την καρδιά της και δεν ξέρει ποιον να πρωτοκλάψη: τον δυστυχισμένον, που αγωνίζεται να ξεκολλήση από τον βούρκο κάτω στον δρόμο, ή τη δική της μοίρα, που την έρριξε σ’ αυτόν;

   Απελπισμένη σωριάζεται σε μια γωνιά και κλαίει. Η θυγατέρα του Θώμου Κρανιά, η αδερφή του αξιωματικού, η Κούλα η όμορφη να καταντήση να ξεπέση σε κείνο το παράλλαμα;

   «Ποτέ, ποτέ!» της λέει μια φωνή μέσα της, σαν να ζητά να τη βοηθήση να πάρη μιαν απόφαση.

   Μα η σκεπή της κούλιας είναι μισοανοιχτή αποπάνω και κατεβάζει τη νοτιά στην πλάτη της· οι ώμοι τουρτουρίζουνε με το μαγνάδι του τσιτιού, που είναι ντυμένοι, η Φρόσω βήχει κάτω από το κατώγι, η Μαριώ δέρνει στην άλλη κάμαρα την Παναγιούλα, που την έπιασε να καίη τον κλώστη για να σγουράνη και κείνη τώρα τα μαλλιά μπροστά στο μέτωπο, κι ο Γεσίλας ούτε γράφει ούτε ακούγεται.

   Δεν πείσμωσε μόνο με το Ζωριά και με τον Τελατίνη, δεν έρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχά στην πόλη κοντά στον ποταμό, μα και στην κούλια του πατέρα του.

   Χωρίς να καταλάβη κι η ίδια, η Κούλα βρέθηκε στο παράθυρο κοιτάζοντας αν πέφτη σε ξαστεριά ή σε σύννεφα ο ήλιος, που έρριξε μια λάμψη θλιβερή στην κάμαρα: Να σταματούσε κάνε η βροχή, να στεγνώση ο τόπος λίγο και να δη τον δάσκαλο να περάση σαν άνθρωπος. Έτσι να πάρη δύναμη να κατέβη στον δρόμο και να πέση στα πόδια του, να τον παρακαλέση να την πάρη μιαν ώρα αρχήτερα αποδώ, μακριά αποδώ, όπου θέλει, ας είναι και στο σύνορο του κόσμου, στην άλλη άκρη της γης, μόνο μακριά αποδώ, όξω από την κούλια.

   Κι όταν την άλλη μέρα τονέ βλέπη να ξαναπερνά, κρέμεται στο παράθυρο και του χαμογελά, κατεβαίνει κάτω στην αυλόπορτα και του σφυρίζει ένα γλυκόλογο, του νεύει να ρθή πίσω από τον φράχτη.

   Μα εκείνος δάσκαλος. Φοβάται και τον ίσκιο του. Δεν αποφασίζει να ζυγώση κι ας είναι σούρουπο κι ας μην περνά ψυχή στον δρόμο. Όλο και κοντοστέκεται, μα δεν τολμά να ρθή στην πόρτα, όλο και ρίχνει φοβισμένες ματιές στο παράθυρο. Κι έτσι την άλλη μέρα και ξανά την άλλη, όσο που στο τέλος έγινε άφαντος.

   Δεν ξαναπέρασε.

   Η Κούλα πάει να τρελαθή. Μην αρρώστησε, μην τονέ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ο νους της. Ρώτησε τα παιδιά, που γύριζαν από το σκολειό. Εδώ ‘ναι και στην υγειά του όχι και καλύτερα. Σήμερα άργασε του ενού απ’ αυτά τις παλάμες με τη λούρα.

   Η Κούλα απελπίζεται. Άλλο δεν μένει παρά να του γράψη με την Παναγιούλα.

   «Αγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σε αναμένω και απορώ γιατί διέκοψες…» αντίγραψε από το παλιό, χιλιοσκισμένο επιστολάριο της κούλιας, έκλεισε μέσα δυο πανσέδες μαζί με τα δάκρυά της κι έδωσε το γράμμα.

   Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε και τέτοια υπερεσία η Παναγιούλα, μα τη φορά αυτή δεν τη βρήκε η Κούλα πρόθυμη.

   Δεν ξέρει, είπε, σε ποιον από τους δασκάλους να το δώση. Μακρύ παλτό φορούσανε πολλοί από δαύτους.

   Της Κούλας της έπεσε λιγάκι δύσκολο να περιγράψη τα καθαυτό χαρακτηριστικά του.

   Τέλος η Παναγιούλα κατάλαβε και δέχτηκε. Κι άργησε να γυρίση το βράδυ αυτό, απάντηση όμως δεν έφερε.

   Του κάκου στάλθηκε και ξαναστάλθηκε με νέο γράμμα· δεν μπόρεσε να ξαναβρή τον δάσκαλο…

  

   Λεξιλόγιο:

Κούλια : μικρός πύργος, πυργόσπιτο.

Ροΐ : (το ροΐ, ουδέτερο) δοχείο για λάδι, το λαδικό.

Τα σέστα : «είμαι στα σέστα μου, είμαι στα καλά μου»

Παγαδιάζω : εδώ ηρεμώ, νηνεμώ, αλλά και βάζω σημάδι.

Βελούχι : «πλούσια» πηγή νερού, πηγή άφθονου νερού.

Ζαμπάκι : μανουσάκι, νάρκισσος – λουλούδι.

Παράλλαμα : έκτρωμα

Φρετζάτα : καλύβα με φτέρες για να κρατάει δροσιά

 

*Σημείωση: Στην αντιγραφή του αποσπάσματος τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου…

 

 


Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

"Η χώρα δεν «ανακάμπτει». Μεταβιβάζεται..." γράφει η Ιωάννα Λιούτα ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 16.04.26)

 ..............................................................



Η χώρα δεν «ανακάμπτει». Μεταβιβάζεται...







γράφει η Ιωάννα Λιούτα* ("Εφημερίδα των Συντακτών" / "ΑΠΟΨΕΙΣ", 16.04.26) 


Πίσω από τους πανηγυρισμούς για «επενδυτική βαθμίδα» και «ισχυρή ανάπτυξη», κρύβεται μια σιωπηλή αλλά βαθιά αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και δεν είναι άλλη από τη συστηματική μεταφορά πλούτου, ιδιοκτησίας και ελέγχου προς το εξωτερικό. Τα στοιχεία για το 2025 που έδωσε ο κ. Στουρνάρας στην ετήσια συνέλευση της ΤτΕ το αποκαλύπτουν χωρίς αυταπάτες.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος είναι στο 237,7% του ΑΕΠ και αυτό δεν είναι μόνο ένας μεγάλος αριθμός. Είναι η αποτύπωση μιας οικονομίας που λειτουργεί με δανεικά και με όρους εξάρτησης.

Το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος (237,7% του ΑΕΠ) δεν είναι το δημόσιο χρέος που ξέρουμε, αλλά το σύνολο όσων χρωστάμε όλοι μας (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις) στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι είναι σχεδόν 2,5 φορές το ΑΕΠ μας σημαίνει ότι η οικονομία κινείται με «ξένα κόλλυβα».

Η Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (ΚΔΕΘ) είναι στο -136,8% του ΑΕΠ. Η ΚΔΕΘ δείχνει το τελικό ισοζύγιο ισχύος, δηλαδή ποιος κατέχει και τι. Το αρνητικό πρόσημο (-136,8%) σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα-οφειλέτης.
Το όριο του -35%

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει θέσει ως όριο ασφαλείας στην ΚΔΕΘ το -35%. Οταν μια χώρα το ξεπερνά (όπως εμείς που είμαστε σχεδόν στο τετραπλάσιο), η κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσμενής για να πανηγυρίζει.

Ο δείκτης αυτός αναδεικνύει ότι οι ξένοι κατέχουν πολύ περισσότερα στην Ελλάδα από όσα κατέχουν οι Ελληνες στο εξωτερικό. Είμαστε μια χώρα με καθαρούς χρεώστες όχι μόνο δημοσιονομικά, αλλά και δομικά.

Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι το μέγεθος. Είναι η φύση αυτής της επιδείνωσης.

Δεν πρόκειται για νέο παραγωγικό κύμα επενδύσεων. Δεν βλέπουμε βιομηχανίες να χτίζονται, ούτε εξαγωγικές δυνατότητες να ενισχύονται ουσιαστικά. Αντίθετα, βλέπουμε μια μαζική μεταβίβαση υφιστάμενου πλούτου από δάνεια που πουλήθηκαν σε funds, από ακίνητα που πέρασαν σε ξένα χαρτοφυλάκια και από επιχειρήσεις που άλλαξαν χέρια χωρίς να αλλάξει τίποτα στην παραγωγική τους βάση.

Αυτό που παρουσιάζεται ως «επενδυτική εισροή» είναι συχνά απλώς αλλαγή ιδιοκτησίας. Και κάθε τέτοια αλλαγή βαθαίνει την εξάρτηση, διότι τα μελλοντικά έσοδα, ενοίκια, τόκοι, μερίσματα, φεύγουν εκτός χώρας.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι ότι η άνοδος του χρηματιστηρίου, που θεωρείται ένδειξη υγείας, επιδεινώνει τη διεθνή επενδυτική θέση της χώρας. Γιατί; Διότι οι μετοχές αυτές ανήκουν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους. Αρα η αύξηση της αξίας τους σημαίνει αύξηση των υποχρεώσεών μας. Χωρίς να έχει εισρεύσει ούτε ένα νέο ευρώ στην πραγματική οικονομία. Αυτή είναι η «λογιστική παγίδα» μιας οικονομίας που δεν ελέγχει τα μέσα παραγωγής της.

Η επίσημη γραμμή λέει ότι οι ξένες επενδύσεις θα φέρουν ανάπτυξη και θα εξισορροπήσουν τα πράγματα. Αυτό όμως ισχύει μόνο υπό προϋποθέσεις που στην ελληνική περίπτωση σπανίζουν.

Οι επενδύσεις που πραγματικά αλλάζουν την πορεία μιας οικονομίας είναι εκείνες που δημιουργούν νέα παραγωγή, όπως εργοστάσια, τεχνολογία, εξαγωγές, με σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Οχι εκείνες που αγοράζουν έτοιμα περιουσιακά στοιχεία για να αποσπάσουν αποδόσεις.

Οταν το «επενδυτικό μοντέλο» βασίζεται σε real estate, τουριστικά assets και distressed δάνεια, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη, αλλά για μια λεηλασία των υπαρχόντων πόρων. Για μια οικονομία που ρευστοποιείται χωρίς προηγούμενο και χωρίς να μπορεί να επανακτηθεί.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική ευθύνη.

Η στρατηγική που ακολουθείται δεν είναι ουδέτερη. Είναι επιλογή να μετατραπεί η χώρα σε πεδίο τοποθέτησης κεφαλαίων και όχι σε τόπο παραγωγής. Να προσελκύονται κεφάλαια με κάθε κόστος, χωρίς όρους για το τι παράγουν, πού επενδύουν και ποιον ωφελούν. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία ευάλωτη, όχι μόνο στις αγορές, αλλά και στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Με χαμηλή παραγωγική βάση, υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και ένα συνεχώς διογκούμενο εξωτερικό έλλειμμα που αναπαράγει τον κύκλο χρέους.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς «επενδύσεις» αλλά χρειάζεται έλεγχο, στρατηγική και κατεύθυνση.

Χρειάζεται να θέσει όρους για το τι είδους επενδύσεις θέλει, σε ποιους τομείς, με ποιες δεσμεύσεις για απασχόληση, τεχνογνωσία και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Χρειάζεται δημόσια εργαλεία που να μπορούν να κατευθύνουν την ανάπτυξη και όχι να την παρακολουθούν παθητικά.

Γιατί αλλιώς η εικόνα θα συνεχίσει να βελτιώνεται «στα χαρτιά», την ώρα που η πραγματική οικονομία θα αδειάζει από περιεχόμενο.

Και τότε μέγα ζήτημα δεν θα είναι πόσα χρωστάμε, αλλά τι μας ανήκει.

*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

"Μην κλαίς" Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης τραγούδι Μαργαρίτα Ζορμπαλά

 ...............................................................



ην κλαίς"

Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης



Στίχοι

Μη μου μιλάς για τα πουλιά

μη μου μιλάς για τ’ άστρα

ψεύτικα ήταν τα φιλιά

τα όνειρα κομμάτια



Μην κλαις, μην κλαις

τα μάτια που κλαιν

ποτέ, ποτέ την αλήθεια δε λεν.




Πάλι μια μέρα θα με βρεις

το χέρι σου θ’ απλώσεις

πάλι στα δίχτυα σου θα μπω

κι εσύ θα με ματώσεις

(youtube, 11.11.2017)


"Alone together" - Chet Baker & Bill Evans (youtube, 26.9.2014)

 ...............................................................


"Alone together" - Chet Baker & Bill Evans


Chet Baker: trumpet

Bill Evans: piano

Herbie Mann: flute

Pepper Adams: baritone saxophone

Kenny Burrell: guitar

Paul Chambers: bass

Philly Joe Jones: drums



(youtube, 26.9.2014)


"ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Ή ΤΟΙΧΟΣ" ποίημα του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου από τη συλλογή "ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ" (μέρος της πλήρους συλλογής "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ", εκδ. "Εγνατία" 1978)

 ...............................................................




Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996 )



"ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ ή ΤΟΙΧΟΣ"


Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί

το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα


Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη

ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα


Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει

τόσο βαθιά στο αίμα



"Σημειώσεις από το πουθενά" έγραψε ο Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΝΩ ΚΑΤΩ, 10.04.26)

 ...............................................................



            Σημειώσεις από το πουθενά








έγραψε ο Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών" / ΑΝΩ ΚΑΤΩ, 10.04.26) 

1.Ο μαίανδρος του μεταπολεμικού ουμανισμού. Οταν η διωκόμενη καταγωγή, η ψυχαναλυτική και θεολογική μνήμη, ο πολιτικός και ιδεολογικός ολοκληρωτισμός στην Ευρώπη και η υπαρξιακή μανία για αλήθεια δημιουργούν ένα αισθητικό επίτευγμα -που μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ιστορία και στο όνειρο- κάτι το οποίο μόνο ο φακός του Ουγγροεβραίου Λάζλο Νέμες («Χωρίς πατέρα») θα μπορούσε να πραγματώσει.

2. Οταν είσαι κάτω από τριάντα δεν τσουλάει ο χρόνος, όταν είσαι πάνω από τα εξήντα (αν φτάσεις) σε πάει τρελή κατηφόρα. Γενικώς ο χρόνος μάς έχει. Για τα άδεια του μάτια τα κάνουμε όλα.

3. Το να χώνεις στο έργο σου ό,τι έχει πέραση στην εγχώρια και διεθνή πολιτισμική ατζέντα, μόνο και μόνο για να βρίσκεσαι στα «πράγματα», έχει πολλές όψεις και ονόματα για να το προσδιορίσεις και να το χαρακτηρίσεις. Κατά βάθος κρύβει ένα κωμικό άγχος θανάτου - όχι του έργου σου, δικό σου.

4. Πόσο εξουθενωτικό να βρίσκεις νόημα σε ότι κάνεις…

5. To να θέλεις να είσαι μ’ αυτούς που πραγματικά σε θέλουν (κι όχι αυτούς που φαντασιώνεσαι ότι σε θέλουν ή πασχίζεις να σε θέλουν) δεν είναι κάτι το αυτονόητο. Κι όσο πιο μικρός κατακτάς αυτόν τον πυρήνα της επιθυμίας τόσο περισσότερο γαλήνιος είσαι με τον εαυτό σου αλλά και ανοιχτός στον κόσμο.

6. Μαζικός συγγραφέας δήλωσε, με πλήρη επίγνωση των λεγομένων του, ότι, θα σταματήσει να γράφει, αν πέσει κάτω από τα στάνταρ των υψηλών του πωλήσεων. «Δεν θα έχει κανένα νόημα πλέον», δήλωσε σε δραματικό τόνο αυτογνωσίας. Κάλλιστα θα μπορούσα να το αντιστρέψω. Αν γίνω ευπώλητος (λέμε τώρα....) θα κάψω αρχεία, ημερολόγια, τάμπλετ, πένες και μολύβια. Υπόσχεση. Μπέσα για μπέσα.

7. Το παρελθόν το διαγράφεις με νέο παρελθόν ή με ξαναγραμμένο παρελθόν.

8. To να διαφέρεις από τον άλλον, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είναι η διάχυση της αντισυμβατικής συμβατικότητας. Τη συναντάμε πλέον όπου στραφεί το βλέμμα μας.

9. Κόβεις δρόμο στην αιωνιότητα όταν συναντάς πρόσωπα ερωτικά ή φιλικά που σ’ εναρμονίζουν. Φυσικά και δεν είναι μόνο θέμα τύχης να διασταυρωθείς μαζί τους, αλλά και άσκησης και ανάμνησης.

10. Χαμογελάτε, τα πράγματα μπορούν να γίνουν ανά πάσα στιγμή χειρότερα. Χαμογελάστε. Να φτάσουν στο μη περαιτέρω.

11. Καλό Πέσαχ, Καλό Πάσχα, Καλό Πέρασμα...

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Διπλό επετειακό αφιέρωμα στους Μπέρτολτ Μπρεχτ και στον Οδυσσέα Ελύτη...

 ..............................................................


Διπλό επετειακό αφιέρωμα στους Μπέρτολτ Μπρεχτ και στον Οδυσσέα Ελύτη...



Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996) μεταφράζει Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956), το έργο του "Ο Κύκλος με την Κιμωλία". Αρχικά τέσσερα τραγούδια από το έργο μελοποιεί ο Μάνος Χατζιδάκις (1925 - 1994) και σε πρώτη εκτέλεση τα τραγουδάει ο Γιώργος Μούτσιος. Η παράσταση του έργου του Μπρεχτ έγινε το 1957, ενώ ο δίσκος με τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου κυκλοφόρησε δύο χρόνια μετά, το 1959. Αργότερα, τα τραγούδια του έργου που μελοποίησε ο Μ.Χ. γίνονται πέντε, ήτοι...

1 .- Τέσσερις Στρατηγοί
2.- Ανάγκη να σε πάρω εγώ
3 .- Το τραγούδι του στρατιώτη
4 .- Μια φορά κι ένα καιρό
5 .- Ο κόσμος όλος έγινε άνω κάτω

 
Εδώ τα πέντε τραγούδια του έργου όπως τα τραγούδησε ο Σπύρος Σακκάς πολύ αργότερα από το 1957.





Κι εδώ τα τέσσερα τραγούδια του έργου με τον Γιώργο Μούτσιο στην ηχογράφηση του 1959...


"εύπιστο πράμα η ψυχή" ποίημα της Μαρίας Καντ (Καντωνίδου) από την ποιητική της συλλογή "punctum" (εκδ. GUTENBERG, 2025)

 ............................................................



              Μαρία Καντ (Καντωνίδου)


εύπιστο πράμα η ψυχή


- Εύπιστο πράμα η ψυχή.

- ...[+ σήκωμα φρυδιού]

- Κάποιος της είπε πως είναι από πηλό και το πίστεψε.

- ...[+ σήκωμα φρυδιού]

- Φοβάται.

- Φοβάται τι; [+ρυτίδα στο μεσόφρυδο]

- Τον θάνατο.

- Πεθαίνει ο πηλός;

- Πεθαίνει. Θεός τον έφτιαξε και ξέρει.

- Και; [+ ίδια γκριμάτσα]

- Φοβάται μη σπάσει.

- Μη σπάσει ποιος;

- Ο πηλός που είναι φτιαγμένη και είναι θνητός.

- Και αν σπάσει τι;

- Θα πέσουν στο δρόμο τα κομμάτια της.

- Και; [+ ίδια γκριμάτσα]

- Εδώ το πρόβλημα. Δεν επιτρέπει τις αφές.

- Ούτε με ρούχα;

- Ούτε. Αφήνουν τσακίσεις.

- Ούτε καν τις γιορτές;

- Ειδικά ούτε τότε.


Δυο τρεις απλωτές ακόμα και σ' έφτασα ψυχή μου.

Θα δεις μυρίζω χριστούγεννα και μανταρίνι tangor.


Μαρία Καντ αντωνίδου)


Από τη συλλογή "punctum" (εκδ. GUTENBERG, 2025)

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

"ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ),26 & 26β" - Από τη συλλογή "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" (1984) του Οδυσσέα Ελύτη (1911 - 1996)

 ...............................................................




         Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 1996)


ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ),26


Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη

μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά 

διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο


Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν 

την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλά-

βεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.




ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β


                                                                                          Ασμάτιον


Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα

πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος

δική σου η χρυσή           μυρωδία


Μεθαύριο θα 'ρθουν τ' άλλα πουλιά

θα 'ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές

μα βαριά η δική μου       καρδία. 


Οδυσσέας Ελύτης (1911 - 2026)

Από το "Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" (1984)