Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

«Ο σταυρός με την κιμωλία» μονόπρακτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) από το έργο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» (μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, εκδ. «Κάλβος», 1970)

 ...............................................................





          Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956)


·      «Ο σταυρός με την κιμωλία» μονόπρακτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956)  από το έργο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» (μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, εκδ. «Κάλβος», 1970*)

 

           Να κι οι λεβέντες της Ες-Α

             Που κυνηγούν σαν τα σκυλιά

             Τους φίλους και τ’ αδέρφια τους.

             Τα ρίχνουνε θυσία στο είδωλό τους

             Κι υψώνουν στο γνωστό χαιρετισμό τους

             Τ’ αδειανά και ματωμένα χέρια τους.

 

(Βερολίνο, 1933. Η κουζίνα ενός αρχοντικού. Ο άνθρωπος της Ες-Α, η μαγείρισσα, η καμαριέρα, ο σωφέρ.)

 

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Αλήθεια, μόνο μισή ώρα έχεις καιρό;

Ο ΕΣ – Α: Νυχτερινή άσκηση!

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Τι κάνετε δηλαδή;

Ο ΕΣ – Α: Α, όλα κι όλα. Υπηρεσιακό μυστικό.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Ετοιμάζετε καμιά έφοδο;

Ο ΕΣ – Α: Πολύ θα θέλατε να ξέρετε! Από μένα όμως δεν πρόκειται να μάθει κανείς τίποτα. Δε με ψαρεύετε εύκολα εμένα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Και θα πας τέτοια ώρα στο Ράινικεντορφ;

Ο ΕΣ – Α: Στο Ράινικεντορφ ή στο Ρούμελσμπουργκ μπορεί και στο Λίχτερφελντε, εντάξει;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ (κάπως συγχισμένη) : Δε θες να φας κάτι πριν φύγεις;

Ο ΕΣ – Α: Αφού επιμένεις, φέρε το γκούλας να του πω δυο λογάκια...

                       (Η μαγείρισσα φέρνει ένα δίσκο)

Ο ΕΣ-Α: Εμάς δεν μας αρέσουν οι φλυαρίες! Πάντα αιφνιδιασμός στον εχθρό! Πάντα επίθεση από κει που δεν το περιμένει. Για δέστε τον Φύρερ· όταν ετοιμάζει κανένα κόλπο τον παίρνει κανένας είδηση; Κανένας. Κανένας δεν ξέρει τίποτα από πριν. Μπορεί κι ο ίδιος να μην ξέρει. Κι ύστερα, να οι κεραυνοί!… Πού να σας λέω... Αυτό τους κάνει να μας φοβούνται τόσο πολύ. (Έχει δέσει την πετσέτα στο λαιμό του. Με σηκωμένα το μαχαίρι και το πιρούνι λέει:) Άννα δε φαντάζομαι να ορμήσουν τώρα, ξαφνικά, τ’ αφεντικά; Κι εγώ να κάθομαι εδώ μπουκωμένος με τις σάλτσες; (Σαν με μπουκωμένο στόμα, λέει:) Χάιλ Χίτλερ! (σκάει στα γέλια)

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Όχι, χτυπάνε πρώτα για τ’ αμάξι, έτσι δεν είναι, κύριε Φράνκε;

Ο ΣΩΦΕΡ: Πώς είπατε; Ναι, βεβαίως, βεβαίως…          

(Ο Ες-Α, καθησυχασμένος, αρχίζει ν’ ασχολείται με το δίσκο.)

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ (καθίζοντας δίπλα του) : Δεν είσαι κουρασμένος;

Ο ΕΣ-Α: «Κουρασμένος», λέει;…

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Όμως την Παρασκευή έχεις ρεπό;…

Ο ΕΣ-Α (κουνώντας το κεφάλι καταφατικά): Αν δεν συμβεί τίποτα στο μεταξύ…

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Να σου πω, το φτιάξιμο του ρολογιού έκανε τεσσεράμισι μάρκα.

Ο ΕΣ-Α : Α, τους ξεδιάντροπους!

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Το ρολόι που το ‘χα πάρει δώδεκα μάρκα…

Ο ΕΣ-Α : Ο μπακαλόγατος συνεχίζει να σου κολλάει;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Ωχ, Θεέ μου!...

Ο ΕΣ-Α: Δεν έχεις παρά να μου το πεις.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Αφού σ’ τα λέω όλα. Φοράς τις καινούργιες μπότες;

Ο ΕΣ-Α (άκεφα): Ναι, γιατί;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Μίνα, είδες τις καινούργιες μπότες του Τέο;

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Όχι.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Δείξε της, Τέο! Τέτοιες τους δίνουν τώρα.

(Ο Ες-Α μασώντας, απλώνει το πόδι του για επιθεώρηση)

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Ωραίες έτσι;

(Ο Ες-Α κοιτάζει γύρω του ερευνητικά)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Θες τίποτα;

Ο ΕΣ-Α: Λίγο στεγνό το φαΐ.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Θες μπύρα; Σου φέρνω. (Τρέχει έξω.)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Αυτή θα ‘τρεχε μέχρι να της βγουν τα πόδια για το χατίρι σας, κύριε Τέο!

Ο ΕΣ-Α : Ε, ναι, κάτι τέτοια τα καταφέρνω εγώ. Κεραυνοβόλα!

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Σας παραχαϊδεύουμε εσάς τους άντρες.

Ο Ες-Α: Εμ, τέτοια θέλετε εσείς οι γυναίκες. (Καθώς η γυναίκα πηγαίνει να σηκώσει ένα βαρύ καζάνι) Τι κάνεις εκεί; Άσ’ το σε μένα. (Της μετακινεί το καζάνι.)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Καλοσύνη σας. Κάθε φορά κάτι βρίσκετε για να με ξαλαφρώσετε. Δεν είναι όλοι τόσο πρόθυμοι, με υποχρεώνετε. (Με μια ματιά στον ΣΩΦΕΡ)*

Ο Ες-Α: Άσε τώρα τις τσιριτσάτζουλες (ή τα νάζια). Εμείς κάτι τέτοια τα κάνουμε, όταν γουστάρουμε…

                               (Χτυπάει η πόρτα της κουζίνας.)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Αυτός είναι ο αδερφός μου. Φέρνει τη λάμπα του ραδιοφώνου.

(Ανοίγει την πόρτα στον αδερφό της, έναν εργάτη)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Ο αδερφός μου.

Ο Ες-Α & Ο ΣΩΦΕΡ : Χάιλ Χίτλερ!

(Ο ΕΡΓΑΤΗΣ μουρμουρίζει κάτι, που στην ανάγκη θα μπορούσε να ήτανε και «Χάιλ Χίτλερ»)

ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Έφερες τη λάμπα;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Ναι.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Θα τη βιδώσεις τώρα;

(Οι δυο τους βγαίνουν έξω)

Ο Ες-Α : Τι σόι τύπος είν’ αυτός;

Ο ΣΩΦΕΡ : Άνεργος.

Ο Ες-Α : Έρχεται συχνά;

Ο ΣΩΦΕΡ (σηκώνοντας τους ώμους): Εγώ σπάνια έρχομαι εδώ.

Ο Ες-Α: Βέβαια η χοντρή είναι βράχος, πιστή στο εθνικό μας φρόνημα.

Ο ΣΩΦΕΡ: Απολύτως.

Ο Ες-Α: Όμως αυτό δε θα πει ότι ο αδερφός της δεν μπορεί να ’ναι ολότελα διαφορετικός.

Ο ΣΩΦΕΡ: Έχετε καμιά συγκεκριμένη υποψία;

Ο Ες-Α: Εγώ; Όχι. Ποτέ. Εγώ δεν έχω υποψίες ποτέ. Να ξέρεις, υποψία ίσον βεβαιότητα. Κι αυτή έχει βέβαια συνέπειες.

Ο ΣΩΦΕΡ (μουρμουρίζοντας) : Και μάλιστα κεραυνοβόλες!...

Ο Ες-Α: Έτσι είναι. (Ακουμπάει πίσω, κλείνει το ένα μάτι) Τι μουρμούρισε αυτός, κατάλαβες; (Μιμείται το χαιρετισμό του εργάτη). Μπορεί να ήτανε και «Χάιλ Χίτλερ» Μπορεί και όχι. Ωραίοι είν’ οι «τύποι»…

(Γελάει ηχηρά. Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ κι ο ΕΡΓΑΤΗΣ ξαναγυρίζουν. Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ βάζει στον αδερφό της λίγο φαγητό.)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Ο αδερφός μου τα καταφέρνει τόσο καλά με τα ραδιόφωνα! Κι όμως δε νοιάζεται ν’ ακούσει ράδιο. Εγώ αν είχα καιρό θα το ‘χα πάντα ανοιχτό. (Στον ΕΡΓΑΤΗ) Κι εσύ έχεις καιρό με το παραπάνω, Φραντς.

Ο Ες-Α: Αλήθεια, ε; Έχετε ραδιόφωνο και δεν το βάζετε;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Λίγη μουσική καμιά φορά.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Κι όμως με το τίποτα μαστόρεψε το καλύτερο ραδιόφωνο.

Ο Ες-Α : Πόσες μπάντες πιάνει;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (κοιτάζοντάς τον προκλητικά) : Τέσσερις.

Ο Ες-Α: Ο καθένας με το γούστο του (Στον ΣΩΦΕΡ) Έτσι;

ΣΩΦΕΡ : Πώς είπατε παρακαλώ; Α, ναι, φυσικά.

(Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ μπαίνει με τη μπύρα)

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Παγωμένη!

Ο Ες-Α (βάζει φιλικά το χέρι του πάνω στο δικό της) : Κορίτσι μου, εσένα σου ‘χει κοπεί η ανάσα. Δε χρειαζότανε να τρέξεις, δε θα πάθαινα τίποτα αν περίμενα λίγο ακόμα.

(Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ του βάζει μπύρα απ’ το μπουκάλι)

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Δεν πειράζει. (Δίνει το χέρι της στον ΕΡΓΑΤΗ) Φέρατε τη λάμπα; Μα καθίστε λιγάκι. Ήρθατε πάλι αυτό το δρόμο με τα πόδια. (Στον Ες-Α) Μένει στο Μοαμπίτ.

Ο Ες-Α: Τι έγινε η μπύρα μου; Κάποιος μού ήπιε τη μπύρα μου! (Στον ΣΩΦΕΡ) Εσύ μου ήπιες τη μπύρα μου;

Ο ΣΩΦΕΡ : Όχι βέβαια! Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα; Εξαφανίστηκε η μπύρα σας;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Αφού εγώ σ’ την έβαλα.

Ο Ες-Α (Στη ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ) : Εσύ μου ρούφηξες τη μπύρα μου! (Γελάει ηχηρά) Εμπρός ησυχάστε. Ένα μικρό κόλπο των ανθρώπων της Ες-Α. Πίνεις τη μπύρα σου χωρίς να σε δει ή να σ’ ακούσει κανένας. (Στον ΕΡΓΑΤΗ:) Κάτι πήγες να πεις.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Παλιό κόλπο.

Ο Ες-Α: Κάν’ το κι εσύ ντε! (Κερνάει τον ΕΡΓΑΤΗ μπύρα.)

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Εντάξει. Λοιπόν. Η μπύρα είν’ εδώ (Υψώνει το ποτήρι) – και τώρα να το κόλπο. (Πίνει τη μπύρα πολύ ήρεμα και απολαυστικά.)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Μα σε είδαμε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (σκουπίζοντας το στόμα του) : Αλήθεια; Τότε φαίνεται πως δεν το πέτυχα.

(Ο ΣΩΦΕΡ γελάει δυνατά.)

Ο Ες-Α : Πού βρίσκετε τ’ αστείο;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Κι εσείς δεν μπορεί να το κάνετε διαφορετικά. Πώς το κάνατε;

Ο Ες-Α: Πώς να σου δείξω που μου ρούφηξες όλη τη μπύρα;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Σωστά. Χωρίς μπύρα δεν μπορείτε να κάνετε το κόλπο. Δεν ξέρετε κανένα άλλο κόλπο; Εσείς ξέρετε πολλά κόλπα.

Ο Ες-Α : Ποιοι «εμείς»;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ: Εννοώ εσείς, η νεολαία.

Ο Ες-Α : Α, έτσι.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Μα Τέο, ο κύριος Λίνκε αστειεύτηκε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (προτιμάει να υποχωρήσει) : Δε θα με παρεξηγήσετε, έτσι;…

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Σας φέρνω άλλη μπύρα.

Ο Ες-Α: Δεν είν’ ανάγκη. Το ξέπλυνα το στόμα μου.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ: Ο κύριος Τέο καταλαβαίνει από αστεία.

Ο Ες-Α (στον ΕΡΓΑΤΗ) : Γιατί δεν κάθεσαι - δε θα σε φάμε.

                              (Ο ΕΡΓΑΤΗΣ κάθεται) 

Ο Ες – Α : Να ζεις και ν’ αφήνεις και τους άλλους να ζουν. Και πότε-πότε λέμε και κανένα καλαμπούρι. Γιατί όχι; Αυστηροί είμαστε μονάχα στα φρονήματα.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Γι’ αυτά πρέπει να είσαστε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Και πώς πάνε τώρα τα φρονήματα;

Ο Ες-Α : Από φρονήματα πάμε καλά. Έχεις αντίρρηση;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Συμφωνώ. Μόνο που… να, κανένας δε λέει στον άλλον τι σκέφτεται.

Ο Ες-Α : «Κανένας δε λέει στον άλλον»; Γιατί; Εμένα μου λένε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Αλήθεια;

Ο Ες-Α : Φυσικά, δεν έρχεται κανένας να σε βρει για να σου εξηγήσει τι σκέφτεται – εμείς πάμε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Πού;

Ο Ες-Α : Να, ας πούμε, στα Ταμεία Ανεργίας. Από το πρωί είμαστε εκεί στα γραφεία.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Σωστά, εκεί γκρινιάζει κανένας καμιά φορά.

Ο Ες-Α: Ακριβώς!...

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Έτσι όμως μπορεί να πιάσετε κανέναν καμιά φορά, και τότε πια θα σας γνωρίζουν και δε θα ξαναμιλήσουν.

Ο Ες-Α: Γιατί; Θα με γνωρίσουν; Να σας δείξω γιατί δε θα με γνωρίσουν; Σας αρέσουν τα κόλπα, έτσι; Έχουμε πολλά, μπορώ άνετα να σας δείξω ένα. Και λέω πάντα πως όταν καταλάβουνε πως έχουμε πιάσει όλα τα πόστα και πως δεν θα μας ξεφύγουν σε καμιά περίπτωση, θα παρατήσουν τις γκρίνιες.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ: Ναι, Τέο, πες μας πώς το κάνετε;

Ο Ες-Α: Λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι είμαστε στο Ταμείο Ανεργίας στη Μιντστράσσε. Ας πούμε (κοιτάζει τον ΕΡΓΑΤΗ) ότι εσύ στέκεσαι μπροστά μου στην ουρά… Όμως πρώτα πρέπει να βγω έξω να προετοιμαστώ… (Βγαίνει έξω)

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (κλείνει το μάτι στον ΣΩΦΕΡ) : Λοιπόν, τώρα θα δούμε πώς τους μαγκώνουνε.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Πρέπει να ανακαλύψουμε όλους τους κομμουνιστές – δε θα τους αφήσουμε να διαλύσουνε τα πάντα.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Μάλιστα.

                                           (Ο Ες-Α επιστρέφει)

Ο ΕΣ-Α: Φυσικά φοράω πολιτικά. (Στον ΕΡΓΑΤΗ) Λοιπόν για άρχισε να γκρινιάζεις.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Για ποιο πράγμα;

Ο ΕΣ-Α: Έλα τώρα, άσε τα νάζια. Όλο και κάτι θα ‘χεις.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Εγώ; Όχι.

Ο ΕΣ-Α: Είσαι εντελώς νερόβραστος. Θες να μας πεις ότι όλα είναι εντάξει; Ότι όλα είναι μια χαρά;…

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Γιατί όχι;

Ο ΕΣ-Α: Έτσι δε γίνεται. Αν δεν βοηθήσεις δεν κάνουμε τίποτα.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Καλά τότε. Θα το τολμήσω κι ας φυσάω ύστερα και το γιαούρτι. «Μας στήνουν εδώ πέρα σαν να μην έχει αξία ο χρόνος μας. Κι έκανα δυο ώρες να ‘ρθω από το Ρούμμελσμπουργκ.

Ο ΕΣ-Α: Αυτό δεν είναι τίποτα. Το Ρούμμελσμπουργκ δεν είναι πιο μακριά απ’ τα γραφεία του Γ’Ράιχ, απ’ όσο ήταν στην εποχή της βρωμοδημοκρατίας της Βαϊμάρης. Για έλα στο ψητό.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Θέατρο παίζεις, Φραντς. Όλοι ξέρουμε πως αυτά που σου ζητάμε να κάνεις δεν συμφωνούν με τις απόψεις σου.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Σαν να πούμε παίζετε έναν ψιθυριστή. Μην ανησυχείτε, ο Τέο δεν πρόκειται να σας παρεξηγήσει. Θέλει μονάχα να σας δείξει κάτι.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Καλά. Τότε λέω: Όλα τα Τάγματα Εφόδου, τα ‘χω χεσμένα πατόκορφα. Εγώ είμαι με τους αριστερούς και τους Εβραίους.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Φράντς!

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Είσαι με τα καλά σου άνθρωπέ μου;

Ο ΕΣ-Α (γελώντας) : Μπράβο! Τότε θα βάλω τον πρώτο ασφαλίτη να σε συλλάβει! Μα δεν έχεις πεντάρα φαντασία; Πρέπει να πεις κάτι που να μπορείς να το στρίψεις, κάτι σαν αυτά που ακούει κανείς στ’ αλήθεια.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Α, τότε πρέπει να μπείτε στον κόπο να με προκαλέσετε.

Ο ΕΣ-Α: Α, καλά… Έτσι δεν την πατάει πια κανείς. Θα μπορούσα να πω: «Ο Φύρερ μας είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος που πέρασε ποτέ από τη Γη, μεγαλύτερος κι από τον Ιησού Χριστό και τον Ναπολέοντα μαζί.» Τότε, το πολύ-πολύ να πουν: «Βεβαίως.» Προτιμώ να γυρίσω το φύλλο και να πω: «Όλο λόγια είναι. Όλο προπαγάνδα. Σ’ αυτά είναι μάστορες.» Ξέρετε το ανέκδοτο για τον Γκαίμπελς και τις ψείρες; Όχι; Λοιπόν δύο ψείρες βάζουν στοίχημα, ποια θα φτάσει πρώτη από τη μια άκρη του στόματος του Γκαίμπελς στην άλλη. Λένε πως κέρδισε αυτή που πήγε από το πίσω μέρος του κεφαλιού. Από κει είναι ο πιο σύντομος δρόμος.   

Ο ΣΩΦΕΡ : Α, ναι.  (Όλοι γελάνε)

Ο ΕΣ-Α: Λοιπόν, τώρα η σειρά σου.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Δεν μου φτάνει αυτό για ν’ αρχίσω να λέω διάφορα. Μπορεί παρ’ όλα αυτά να είσαστε σπιούνος.

Ο ΕΣ-Α: Καλά, είσαστε αληθινοί χέστηδες! Μου τη δίνετε στα νεύρα. Δεν τολμάει κανείς να πει λέξη.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Αυτό που είπατε το πιστεύετε; Ή το λέτε και στα Ταμεία Ανεργίας;

Ο ΕΣ-Α: Το λέω και στα Ταμεία Ανεργίας.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Αν το λέγατε και στις ουρές, στα Ταμεία Ανεργίας, εγώ θα σας έλεγα «ο φόβος φυλάει τα έρμα» Γιατί εγώ είμαι δειλός, και δεν έχω και περίστροφο.

Ο ΕΣ-Α: Τότε θα σου πω κάτι συνάδελφε, μια και προσέχεις τόσο πολύ. Φυλάγεσαι, φυλάγεσαι, φυλάγεσαι και ύστερα, μια ωραία πρωΐα, βρίσκεσαι στα Τάγματα Εθελοντικής Εργασίας.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Κι άμα δεν φυλάγεσαι;

Ο ΕΣ-Α:  Πάλι εκεί θα καταλήξεις. Το παραδέχομαι. Εθελοντικά. Ωραίος εθελοντισμός, ε;

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Τώρα, αν κανένας είχε γενναία ψυχή και βρισκόσασταν εσείς στις ουρές και τον κοιτάζατε με τα ωραία σας (γαλανά) μάτια, θα μπορούσε κάτι να πει κι αυτός για τα Τάγματα Εθελοντικής Εργασίας. Τι θα μπορούσε να πει; Να, ίσως: «Χτες, ξαπόστειλαν άλλους δεκαπέντε. Αναρωτιέμαι πώς τους τυλίγουν τώρα που είναι όλα εθελοντικά, κι αυτοί που δουλεύουν πληρώνονται το ίδιο μ’ αυτούς που δεν δουλεύουν, μονάχα που τρώνε…, άντε λίγο καλύτερα. Α, άκουσα και την ιστορία για τον δόκτορα Λέι και τη γάτα, και τότε κατάλαβα πώς γίνεται. Την ξέρετε αυτήν την ιστορία;

Ο ΕΣ-Α: Όχι δεν την ξέρουμε.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Λοιπόν ο δόκτωρ Λέι κάνει μια περιοδεία για το πρόγραμμα «Η Δύναμη δίνει Χαρά», και συναντάει έναν από τα «κεφάλια» της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ονόματα δεν ξέρω να σας πω, μπορεί να ήτανε και σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αν και ο δόκτωρ Λέι δεν πάει σε τέτοια μέρη, γιατί είναι λογικός άνθρωπος. Ο φαύλος «εξυπνάκιας» τον ρωτάει, πώς γίνεται τώρα να τρώνε τα πάντα οι εργάτες, ακόμα κι όσα δεν δεχόντουσαν πριν. Τότε ο δόκτωρ Λέι δείχνει μια γάτα που λιαζότανε εκεί, και λέει: «Ας πούμε πως θες να την κάνεις να καταπιεί μια γερή δόση μουστάρδας, είτε της αρέσει είτε όχι. Τι της κάνεις;» Ο φαύλος «εξυπνάκιας» παίρνει τη μουστάρδα και την πασαλείβει στη μουσούδα της γάτας, φυσικά το ζωντανό του τη φτύνει στα μούτρα, δεν καταπίνει ούτε μια σταλιά, και τον γεμίζει με γρατζουνιές κι από πάνω. «Όχι έτσι, αδελφέ», λέει ο δόκτωρ Λέι με τον συμπαθητικό του τρόπο, «έτσι έχασες. Κοίτα εμένα!» Παίρνει τη μουστάρδα με τρόπο και την κολλάει ξαφνικά και με δύναμη στον πισινό της γάτας. (Στις κυρίες) «Με συγχωρείτε κυρίες μου, αλλά αφού είναι έτσι η ιστορία;…» Το ζωντανό ξετρελαμένο και ζαλισμένο, γιατί τσούζει η μουστάρδα τρομερά, αρχίζει να γλύφει όλη τη μουστάρδα  στον πισινό της. «Βλέπεις αγαπητέ μου,» λέει ο δόκτωρ Λέι θριαμβευτικά, «τώρα την καταπίνει! Και μάλιστα εθελοντικά!»

                                              (Γελάνε όλοι)  

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Ναι, είναι πολύ αστείο.

Ο ΕΣ-Α: Τώρα κάπως πάει κι έρχεται. Τα Τάγματα Εθελοντικής Εργασίας είναι το αγαπημένο μου θέμα. Το κακό είναι πως κανένας δεν αντιστέκεται πια. Μας δίνουν και τρώμε βρωμιές και τους λέμε κι ευχαριστώ κι από πάνω.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Όχι δεν είναι ακριβώς έτσι. Βρισκόμουνα προχτές στην Αλεξάντερπλατς και σκεφτόμουνα αν έπρεπε να παρουσιαστώ εθελοντικά στα Τάγματα Εθελοντικής Εργασίας ή να περιμένω να με πάρουν με το ζόρι. Απ’ το μπακάλικο της γωνίας βγαίνει μια κοντούλα κι αδύνατη, γριά, φανερά γυναίκα προλετάριου (ή εργάτη;). «Για στάσου», λέω, «από πότε υπάρχουν ακόμα προλετάριοι στο Τρίτο Ράιχ με τη Λαϊκή Ενότητα, που περιλαμβάνει ακόμα και τον κύριο φον Τύσσεν ή τους Κρουπ;» «Όχι», λέει, «αυξήθηκαν και οι προλετάριοι αφού αυξήσανε τώρα και την τιμή της μαργαρίνης! Από πενήντα πφένιχ, πήγε στο ένα μάρκο. Θα μου πεις εμένα πως είναι αυτό Λαϊκή Ενότητα;» «Κυρά μου», της λέω, «για πρόσεχε πώς μιλάς, εγώ είμαι εθνικιστής ως το κόκκαλο». «Κόκκαλο», λέει, «χωρίς κρέας, και το ψωμί με πίτουρο». Άκου πώς τόλμησε να μιλήσει! Αρχίζω να τη βάζω στη θέση της: «Αγόρασε βούτυρο, κυρά μου! Είναι και πιο υγιεινό. Δεν πρέπει να κάνουμε οικονομίες στο φαγητό γιατί έτσι αδυνατίζουμε το λαό, και δεν έχουμε το δικαίωμα, τριγυρισμένοι από εχθρούς, όπως είμαστε, και μέχρι απάνω, τα ανώτατα αξιώματα… το λέει και η κυβέρνηση.» «Όχι», λέει, «Ναζίδες είμαστε όλοι μέχρι την τελευταία μας ανάσα, κι αυτή δεν θ’ αργήσει να μας βγει μ’ αυτόν τον πόλεμο που μας ετοιμάζουνε. Αλλά τις προάλλες θέλησα να δώσω τον ωραίο μου καναπέ για τη Χειμερινή Βοήθεια», λέει η γριά, «μια που κι ο Γκέρινγκ σίγουρα θα κοιμάται στο πάτωμα, με την έλλειψη από πρώτες ύλες που έχουμε, και μου λένε πως προτιμάνε ένα πιάνο στα γραφεία για το «Η Δύναμη δίνει Χαρά», ξέρετε. Τότε παίρνω τον καναπέ μου από τη Χειμερινή Βοήθεια και τον πάω στον παλιατζή, στη γωνία, από καιρό ήθελα ν’ αγοράσω βούτυρο, ένα τέταρτο. Όμως στον μπακάλη μου λένε: «Βούτυρο δεν έχει σήμερα συμπατριώτισσα, θέλεις ένα κανόνι;» Και λέει η γριά «Φέρ’ το». Κι εγώ τότε της λέω: «Τι στην ευχή θα το κάνεις το κανόνι, κυρά μου; Μ’ άδειο το στομάχι;» «Όχι», λέει, «αν είναι να πεθάνω της πείνας, να τιναχτούνε όλα στον αέρα, όλο το σκυλολόι με τον Χίτλερ πρώτο…» «Τι λες, τι λες;…» φωνάζω με φρίκη, «Με τον Χίτλερ ηγέτη, θα νικήσουμε και τη Γαλλία», λέει. «Τώρα που βγάζουμε βενζίνη απ’ το μαλλί…» «Και το μαλλί;» της λέω. «Το μαλλί θα το βγάλουμε από τη βενζίνη. Το χρειαζόμαστε, βλέπεις το μαλλί! Άμα ξεπέσει κανένα καλό μάλλινο απ’ τον παλιό καλό καιρό στη Χειμερινή Βοήθεια, οι «δικοί» τους τσακώνονται ποιος θα το πρωτοπάρει», λέει. «Αν τα ‘ξερε αυτά ο Χίτλερ, λέει ο κόσμος, αφού αυτός δεν ξέρει τίποτα, είναι βλάκας, λέει ο κόσμος, δεν έχει βγάλει ούτε το σχολείο.» Έμεινα άφωνος, ακούγοντας αυτές τις συκοφαντίες. «Κυρά μου», της λέω, «περίμενέ με εδώ, έχω μια δουλειά!» Ε, για σκεφτείτε το, όταν γύρισα μ’ έναν αστυφύλακα, είχε φύγει! (Σταματάει να παίζει) Λοιπόν, τι λέτε γι’ αυτό;                                                     

Ο ΕΣ-Α (εξακολουθεί να παίζει) : Εγώ τι να πω; Να πω «ντροπή σου ρε»; Ίσως να πω : μωρέ μπράβο! Κατ’ ευθείαν στο τμήμα! Με σένα δεν μπορεί κανείς να ρισκάρει να πει μια κουβέντα ελεύθερα !

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Όχι, δεν μπορεί. Με μένα όχι. Αν μου εμπιστευτείς κάτι, κάηκες. Εγώ ξέρω το καθήκον μου στην πατρίδα. Κι η μάνα μου η ίδια να μου σφυρίξει τίποτα για την τιμή της μαργαρίνης, και τέτοια, θα τη δώσω αμέσως στις αρχές. Και τον ίδιο μου τον αδελφό θα χώσω μέσα έτσι και τον ακούσω να ψιθυρίζει τίποτα  για τα Τάγματα Εθελοντικής Εργασίας. Όσο για την αρραβωνιαστικιά μου, αν μου γράψει ότι την γκάστρωσε κάποιος δικός σας φωνάζοντας «Χάιλ Χίτλερ» στο στρατόπεδο εργασίας, πάει – την κάρφωσα! Μην ακούσω για εκτρώσεις και τέτοια, εμείς δεν τα κάνουμε αυτά, γιατί αν δεν προστατέψουμε τη σάρκα απ’ τη σάρκα μας, τότε πάει το Τρίτο Ράιχ, που είναι πάνω απ’ όλα. Το έπαιξα καλά τώρα; Είσαστε ικανοποιημένος από μένα;

Ο ΕΣ-Α: Λέω πως φτάνει. (εξακολουθεί να παίζει) Και τώρα μπορείς να πας ήσυχα-ήσυχα να σφραγίσεις το βιβλιάριό σου, σε κατάλαβα, όλοι σε καταλάβαμε. Έτσι δεν είναι συνάδελφοι; Πάντως σε μένα πρέπει να ‘χεις εμπιστοσύνη, συνάδελφε, ό,τι και να μου πεις, είμαι τάφος. (Τον χτυπάει στον ώμο. Σταματάει να παίζει.) Εντάξει, τώρα πήγαινε στο Ταμείο Ανεργίας και σε τσακώσανε αμέσως.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Τι; Χωρίς να βγείτε από την ουρά και να μ’ ακολουθήσετε;

Ο ΕΣ-Α: Χωρίς.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Και χωρίς να κλείσεις σε κανέναν το μάτι, γιατί τότε θα φανερωνόσουνα.

Ο ΕΣ-Α: Δε χρειάζεται να κάνω κανένα νόημα σε κανέναν.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ : Και πώς γίνεται αυτό;

Ο ΕΣ-Α: Εμ, βέβαια, εσύ το κόλπο θες να μάθεις τώρα. Σήκω πάνω και γύρνα μας την πλάτη. (Τον γυρίζει κρατώντας τον ώμο, έτσι που να μπορούν όλοι να δουν την πλάτη του. Στην καμαριέρα.) Το βλέπεις;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Έχει έναν άσπρο σταυρό στην πλάτη του!

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Απάνω στον ώμο!

Ο ΣΟΦΕΡ : Πράγματι!

Ο ΕΣ-Α : Και πώς έγινε αυτό; (Δείχνει την παλάμη του) Λοιπόν να το άσπρο σταυρουδάκι, στο πρωτότυπο και στο φυσικό του μέγεθος.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (αφού έχει βγάλει το σακάκι του και παρατηρήσει το σταυρό) : Φίνα δουλειά.

Ο ΕΣ-Α: Καλή, έτσι; Την κιμωλία την έχω πάντα μαζί μου. Εμ, βέβαια, πρέπει να σου κόβει και λιγάκι, γι’ αυτά δεν υπάρχουν συνταγές. (Ικανοποιημένος) Και τώρα στο Ράινινκεντορφ. (Διορθώνει) Έχω μια θεία εκεί. Δε σας βλέπω και πολύ ενθουσιασμένους. (Στην ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ) Τι με κοιτάς σα χαζή, Άννα; Πάω στοίχημα – δεν το ‘πιασες το κόλπο.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Το κατάλαβα. Μη νομίζεις πως είμαι και  τόσο χαζή.

Ο ΕΣ-Α (Με ύφος σαν να του χάλασαν το κέφι, της απλώνει το χέρι) : Σκούπισέ με. (Του σκουπίζει το χέρι μ’ ένα πανί)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Αυτά τα μέσα πρέπει να ‘χει κανείς γι’ αυτούς που θέλουν να διαλύσουν όλα όσα έχτισε ο Φύρερ μας και που γι’ αυτά μας ζηλεύουν όλοι οι λαοί.

Ο ΣΟΦΕΡ : Πώς το είπατε αυτό παρακαλώ; Πολύ σωστά. (Βγάζει το ρολόι του) Πάω να πλύνω το αυτοκίνητο. Χάιλ Χίτλερ! (Βγαίνει)

Ο ΕΣ-Α : Τι φρούτο είν’ αυτός;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Ήσυχος άνθρωπος (ή ήσυχο ανθρωπάκι) . Δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ (σηκώνεται) : Λοιπόν, Μίνα, πάω κι εγώ. Μη μου κρατάτε κακία για τη μπύρα. Πρέπει να πω ότι βεβαιώθηκα για άλλη μια φορά πως κανένας από τους εχθρούς του Γ’ Ράιχ δεν ξεφεύγει. Τώρα ησύχασα. Όσο για μένα αποφεύγω να ‘χω επαφές με αναρχικά στοιχεία, αν και θα μ’ άρεσε να τους εξουδετερώσω. Όμως τι να κάνω, δεν έχω τη δική σας εξυπνάδα. (Δυνατά και καθαρά) Λοιπόν, Μίνα, ευχαριστώ πολύ και Χάιλ Χίτλερ!

ΟΙ ΑΛΛΟΙ : Χάιλ Χίτλερ!

Ο ΕΣ-Α : Αν θες ν’ ακούσεις κι από μένα μια συμβουλή μην παριστάνεις τον αθώο. Μη νομίζεις ότι δε σε παίρνουμε είδηση. Μ’ εμένα βέβαια μπορείς να κάνεις και κανένα αστείο. Όπως είδες διαθέτουμε κι εμείς χιούμορ. Λοιπόν, Χάιλ Χίτλερ!

(Ο ΕΡΓΑΤΗΣ φεύγει)

Ο ΕΣ-Α : Σαν πολύ ξαφνικά να φύγανε οι φίλοι. Παρεξηγηθήκανε, φαίνεται. Δεν έπρεπε να πω για το Ράινικεντορφ. Αυτοί έχουν τεντωμένα τ’ αυτιά τους σαν κυνηγόσκυλα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Θέλω κάτι να σε ρωτήσω, Τέο.

Ο ΕΣ-Α : Λέγε, κούκλα.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Πάω ν’ απλώσω ρούχα. Ήμουν κι εγώ νέα κάποτε.

                                                              (Βγαίνει)

 

Ο ΕΣ-Α : Τι ‘ναι;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Θα σ’ το πω αν είμαι σίγουρη πως δε θα μου θυμώσεις, αλλιώς δε λέω κουβέντα.

Ο ΕΣ-Α : Έλα, βγάλ’ το.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Να, επειδή… δε μου είναι ευχάριστο… χρειάζομαι είκοσι μάρκα από τα λεφτά μας.

Ο ΕΣ-Α : Είκοσι μάρκα;.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Βλέπεις; Να που σου κακοφαίνεται.

Ο ΕΣ-Α : Είκοσι μάρκα από τις καταθέσεις μας, αυτό δε μ’ αρέσει καθόλου. Τι τα θέλεις τα είκοσι μάρκα;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Θα προτιμούσα να μη σου πω.

Ο ΕΣ-Α : Μάλιστα. Δε θέλεις να μου πεις. Περίεργο.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Ξέρω πως δεν θα συμφωνήσεις μαζί μου, και γι’ αυτό προτιμώ να μη σου το πω, Τέο.

Ο ΕΣ-Α : Αφού δε μου ‘χεις εμπιστοσύνη…

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Και βέβαια σου έχω εμπιστοσύνη.

Ο ΕΣ-Α : Δηλαδή τι εννοείς; Να χωρίσουμε τα λεφτά και να κλείσουμε τον κοινό λογαριασμό;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Γιατί να πηγαίνει το μυαλό σου εκεί; Αν τραβήξω τα 20 μάρκα, μένουν 79 μάρκα στο λογαριασμό.

Ο ΕΣ-Α : Δεν είναι ανάγκη να μου κάνεις λογαριασμό με τόση λεπτομέρεια. Ξέρω κι εγώ πόσα είναι. Το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι πως σκοπεύεις να τα χαλάσουμε, ίσως να ‘χεις βάλει κιόλας στο μάτι κανέναν άλλο. Και να θέλεις να τον βάλεις να ελέγξει τους λογαριασμούς.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Δεν έχω βάλει κανέναν στο μάτι.

Ο ΕΣ-Α : Ε, τότε πες μου τι τα θες.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Αφού δε θα μου τα δώσεις.

Ο ΕΣ-Α : Πού θες να ξέρω αν δεν τα θες για κάτι που δεν είναι σωστό. Αισθάνομαι ευθύνη.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Δεν είναι τίποτα κακό. Αν δεν τα χρειαζόμουνα, δεν θα σου τα ζητούσα, το ξέρεις αυτό.

Ο ΕΣ-Α : Δεν ξέρω τίποτα. Ξέρω μονάχα πως όλα αυτά μου φαίνονται μυστήρια. Τι μπορεί να τα θέλεις ξαφνικά τα 20 μάρκα; Είναι μεγάλο ποσό. Μήπως είσαι έγκυος;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Όχι.

Ο ΕΣ-Α : Είσαι σίγουρη;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Ναι.

Ο ΕΣ-Α : Αν μάθω τίποτα, πως σκέφτεσαι να κάνεις τίποτα παράνομο, αν πάρω μυρωδιά τίποτα τέτοιο, κάηκες, σ’ το λέω να το ξέρεις. Ξέρεις βέβαια πως το σοβαρότερο έγκλημα είναι να εμποδίζεις τη γέννα. Αν ο γερμανικός λαός δεν πολλαπλασιαστεί, τότε πάει η ιστορική του αποστολή.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Μα, Τέο, τι είναι αυτά που μου λες. Δεν είναι αυτό, αν ήταν θα σ’ το ‘λεγα γιατί θ’ αφορούσε κι εσένα. Όμως αν το πιστεύεις κάτι τέτοιο, θα σ’ το πω. Τα θέλω για να πάρω ένα παλτό για τη Φρίντα.

Ο ΕΣ-Α : Γιατί, η αδελφή σου δεν μπορεί να το αγοράσει μόνη της;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Δεν της φτάνει η αναπηρική της σύνταξη, είναι μόνο 26 μάρκα κι 80 πφένιχ το μήνα.

Ο ΕΣ-Α : Κι η Χειμερινή βοήθεια; Αλλά βέβαια, δεν έχετε πίστη στο εθνικοσοσιαλιστικό κράτος. Αυτό φαίνεται καθαρά κι από τις κουβέντες που γίνονται σ’ αυτήν εδώ την κουζίνα. Νομίζεις πως δεν πήρα χαμπάρι, πώς ξίνισες τα μούτρα σου πριν, με το πείραμα;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Ξίνισα τα μούτρα μου;

Ο ΕΣ-Α : Ναι, τα ξίνισες! Σαν τους φίλους σου που το στρίψανε ξαφνικά.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Αν θες να μάθεις τη γνώμη μου, ε, ναι, αυτά τα πράγματα δεν μ’ αρέσουνε.

Ο ΕΣ-Α : Ποια πράγματα δε σ’ αρέσουνε, μπορώ να μάθω;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Που προσπαθείς να τυλίξεις τον κάθε φουκαρά, με κομπίνες κι άλλα τέτοια. Κι ο πατέρας μου άνεργος είναι.

Ο ΕΣ-Α : Ωραία, αυτό ήθελα ν’ ακούσω. Μου ‘χαν ήδη μπει ψύλλοι στ’ αυτιά μ’ αυτόν τον Λίνκε.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Θες να πεις ότι θα του περάσεις τη θηλιά στο λαιμό, επειδή σου ‘κανε το χατίρι, που όλοι μας εδώ του ζητήσαμε να σ’ το κάνει;

Ο ΕΣ-Α : Εγώ δε λέω τίποτα, σ’ το ‘χω ξαναπεί. Κι αν έχεις αντίρρηση που κάνω το καθήκον μου, πρέπει να  σου πω, πως μπορείς να διαβάσεις στο βιβλίο του Φύρερ «Ο Αγών μου», όπου ο ίδιος μας λέει ότι δε δίστασε να ελέγχει τα φρονήματα του λαού, και μάλιστα για μια ολόκληρη περίοδο ήταν η δουλειά του αυτή, όταν δούλευε στο στρατό, κι αυτό το έκανε για τη Γερμανία κι είχε τα καλύτερα αποτελέσματα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Αφού μου μιλάς εμένα έτσι, Τέο, πες μου μόνο αν μπορώ να πάρω τα 20 μάρκα, και δε θέλω άλλη κουβέντα.

Ο ΕΣ-Α : Τότε το μόνο που μπορώ να σου πω, πως αυτή τη στιγμή δε θέλω να σ’ αφήσω να μου βουτήξεις 20 μάρκα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Τι πάει να πει «να σου βουτήξω 20 μάρκα»; Δικά σου είναι τα λεφτά ή δικά μου;

Ο ΕΣ-Α : Πολύ περίεργα μιλάς για τα λεφτά μας. Γι’ αυτό διώξαμε τους Εβραίους από τη ζωή του Έθνους, για να μας πίνουνε το αίμα οι συμπατριώτες μας;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Για τα 20 μάρκα το λες αυτό;

Ο ΕΣ-Α : Αρκετά έξοδα έχω. Μόνο οι μπότες μου  έκαναν 27 μάρκα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Καλά, δεν σας τις πρόσφεραν;

Ο ΕΣ-Α : Ναι, έτσι νομίζαμε. Και γι’ αυτό διάλεξα τις καλύτερες. Αυτοί τα τσέπωσαν κι εμείς μείναμε στον άσσο.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Μα 27 μάρκα για μπότες; Και τι άλλα έξοδα είχες;

Ο ΕΣ-Α : Τι «τι άλλα έξοδα»;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Είπες πως είχες «αρκετά έξοδα».

Ο ΕΣ-Α : Δε θυμάμαι τώρα. Ανάκριση θα μου κάνεις; Ηρέμησε. Δεν πρόκειται να σε ρίξω. Όσο για τα 20 μάρκα, θα δούμε.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ (κλαίγοντας) : Τέο, δεν μπορείς να μου λες πως τα λεφτά είναι εντάξει και να μην είναι. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ. Δεν μπορεί απ’ όλα αυτά τα λεφτά να μην έχουμε 20 μάρκα στην τράπεζα!

Ο ΕΣ-Α (χτυπώντας την στον ώμο) : Μα ποιος σου είπε ότι δεν έχουμε τίποτα πια στην τράπεζα; Πώς είναι δυνατόν; Έχε μου εμπιστοσύνη. Ό,τι μου εμπιστευτείς εμένα, είναι σα να μπαίνει σε χρηματοκιβώτιο. Λοιπόν, έχεις ξανά εμπιστοσύνη στον καλό σου Τέο; (Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ κλαίει χωρίς ν’ απαντήσει) Αυτά είναι νευράκια, επειδή παραδούλεψες. Λοιπόν πάω στην άσκηση. Την Παρασκευή θα ‘ρθω να σε πάρω. Χάιλ Χίτλερ! (Βγαίνει)

(Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ προσπαθεί να κρατήσει τα δάκρυά της και πηγαινοέρχεται απελπισμένη στην κουζίνα. Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ γυρίζει μ’ ένα καλάθι ρούχα)

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Τι έπαθες; Τσακωθήκατε; Κι όμως ο Τέο είναι ντόμπρος άνθρωπος (τόσο καλός άνθρωπος). Μακάρι να ‘τανε πολλοί σαν κι αυτόν. Δεν φαντάζομαι να ‘τανε πολύ σοβαρό;…

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ (εξακολουθώντας να κλαίει) : Μίνα, δεν μπορείς να βρεις τον αδελφό σου να του πεις να προσέχει;

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ :  Μα γιατί;

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Να, έτσι λέω.

Η ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ : Τι; Γι’ αυτό που έγινε απόψε; Μιλάς σοβαρά τώρα;… Ο Τέο δεν κάνει τέτοια πράγματα.

Η ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ : Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ, Μίνα. Έχει πολύ αλλάξει. Τον χαλάσανε ολότελα. Δεν είναι καλές οι παρέες του. Τέσσερα χρόνια είμαστε μαζί, και τώρα μου ‘ρχεται… για κοίταξε, σε παρακαλώ, τον ώμο μου, μήπως έχω κι εγώ κανένα σταυρό!...

 

*Σημείωση: Στη μετάφραση της Α. Βερυκοκάκη προσαρμόστηκαν μεταφραστικές «εκδοχές» από τη μετάφραση του Νίκου Κατσαούνη (εκδ. Μωραΐτης, 2014)


Δεν υπάρχουν σχόλια: